Skip to main content

Full text of "Miktai selides"

See other formats


ϋΐ9ίΐΊΖθά  βγ  ΐίΐθ  ΙηΐθΓηθΐ  ΑΐΌίιϊνθ 

ϊη  2011  ννϊΐίι  ίυηάϊη9  ϊιόπί 

υηίνθΓδίΐγ  οί  Τογοπϊο 


[Ίΐΐρ://νννννν.ΒΓθίΊΪνθ.θΓ9/άθΐ8ΪΙδ/ηΊΪΚΐ8ΪδθΙϊάθδ00ΐ8Γηρ 


ΣΠΤΡ.  Π.  ΛΑΜΠΡΟΥ 

ΜΙΚΤΑΙ 


ΣΕΛΙΔΕΣ 


ΜΕΤ'  ΕΙΚΟΝΩΝ  ΚΑΙ  ΕΝΝΕΑ  ΠΑΡΕΝΘΕΤΩΝ  ΠΙΝΑΚΩΝ 


Α.  ΛΟΓΟΙ  (1902-1905) 

Β  .  ΕΠΙΣΤΟΛΑΙ  (1899-1903) 

Γ.   ΜΕΛΕΤΑΙ  (1874-1905) 


ΕΝ  ΑΘΗΝΑΙΣ 

ΤΥΠΟΙΣ    Π.    Δ.  ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ 
1905 


Ί(οΟ 

^3 


ΠΡΟΛΟΓΟΣ 


Ίο  ανά  χείρας  βιβλίον  δύναται  να  θεωρηθΐ]  ώς  δεύτε- 
ρος τόμος  των  έμών  ΛΟΓΩΝ  ΚΛΙ  ΛΡΘΡΩΝ  των  εκδο- 
θέντων εν  ετει  1902.  Περιλαμβάνονται  δ'  εν  αύτω  πρώτον 
μεν  οί  άπό  τοΰ  έτους  εκείνου  κατά  διαφόρους  ευκαιρίας 
έκφωνηθέντες  λόγοι,  δεύτερον  δ'  αί  κατά  τα  ετη  1899  καΐ 
1903  δημοσιευθεΐσαι  εν  τω  "Αστει  επιστολαί  περί  των  δύο 
εν  Ρώμη  συνεδρίωΛ',  ών  μετέσχον  ώς  άντιπρόςωπος  της 
Κυβερνήσεως  και  τοΰ  Έθνικοΰ  Πανεπιστημίου,  τρίτον  δε 
μελέται  καΐ  πραγματεϊαι  διάφοροι  την  ύλη  ν  και  τον  τρόπον 
της  εκθέσεως  συμφάΥνως  προς  τον  σκοπόν  και  τον  κύκλον 
των  αναγνωστών  τών  περιοδικών  και  ημερολογίων,  ελλη- 
νικών ή  ξένοον,  εν  οΐς  έφιλοξενήθησαν  άπό  τοΰ  1874  ιιέχρι 
της  σήμερον. 

Άνετυπώθησαν  δε  τά  δημοσιεύματα  ταύτα  μετ"  ελαχί- 
στων, τών  αναγκαιοτάτων,  μεταβολών  και  προςθηκών.  Άνε- 
καίνισα  κατά  καθήκον,  άλλ'  εν  μέτρω  μόνον,  δ  τι  ήτο  ήδη 
άπηρχαιωμένον  ή  έδεΐτο  επανορθώσεως  ένεκα  νεωτέρων 
ερευνών  ή  ανακαλύψεων.  Άλλα  δεν  έπεζήτησα  νά  μετα- 
βάλω αυτήν  αυτών  τήν  βάσιν,  άφαιρών  τον  χαρακτήρα  τοΰ 
επικαίρου  ή  προχείρου,  ον  φέρουσι  πολλά  τών  εν  τω  τόμφ 
τούτω  περιλαμβανομένου.  Δεν  ηθέλησα  νά  δώσω  εις  τήν 
ποικίλην  υλην  μίαν  και  τήν  αυτί] ν  μοοφήν,  εις  τά  διάφορα 
θέματα  έ'να  και  τον  αυτόν  τύπον.    \:•ν  έπειράθην  νά  μετά- 


-  δ   - 

χύσω  εις  νέαν  χοάνη  ν  τά  γραφέντα  εν  διαφόροις  καιροΐς, 
καθιστάνων  μεν  σοβαρά  όσα  εκ  περιστάσεως  ή  από  σκοπού 
ήσαν  ανέκαθεν  προωρισμένα  να  μή  βαρύνωσι  τον  άναγνώ- 
στην  δια  περισσού  δγκου,  μεταπλάσσων  δε  χάριν  των  πολ- 
λών δσα  έξ  αρχής  εγράφησαν  χάριν  των  ολίγων.  Δια  τοΰτο 
αί  σελίδες  αύται,  εν  αις  προςφέρω  εις  το  κοινόν  τους  λό- 
γους, τας  έπιστολας  και  τάς  πραγματείας  τριάκοντα  ετών 
ως  εν  έξωτερικώς  συνδεδεμένον  σύνολον,  εινε  πράγματι 
ΜΙΚΤΑΙ  ΣΕΛΙΔΕΣ. 

Έν  Κηφισιά.  14  Σεπτεμβρίου  1905 

ΣΠΥΡ.  Π.  ΛΑΜΠΡΟΣ. 


ΛΟΓΟΙ 


ΣΠΓΡ.   Π•    ΛΑΜΠΡΟΓ,   ΜΙΚΤΑΙ    ΣΕΛΙΔΕΣ. 


ΕΠΙ  ΤΗ    25    ΜΑΡΤΙΟΤ    1904* 


Έστολίσαμεν  και  πάλιν  την  πόλιν  μέ  στεφάνους  και  μύρτους,  και 
άνεπετάσαμεν  εις  τους  αέρας  την  κυανόλευκον  σημαίαν  του  γένους, 
και  αϊ  τάς  πρώτας  αύριον  φαιδράς  του  ηλίου  άκτϊνας  θα  σημάνή  εκ 
νέου  το  Ιωθινόν  την  άνατολήν  της  μεγάλης   ημέρας. 

Άλλα  προς  τί  θα  συνέλθωμεν  και  τίνα  θά  πληρώσωσιν  αισθήματα 
την  καρδίαν  ημών  ;  Θάκουσθώσιν  έν  τω  ναώ  του  Κυρίου  μνημόσυνου 
ώδαί  η  πανηγύρεως  ύμνοι  ; 

Νομίζω,  δτι  ένωτίζομαι  της  τελευταίας  κωοωνοκρουσίας  της  με- 
γάλης εκκλησίας 

πώχει  τριακόσια  Σήμαντρα  κ'  έξηνταδυό  καμπάναις. 

Καλούμεθα  να  καύσωμεν  λιβανωτόν  εις  την  μνήμην  μυριάδων  νε- 
κρών. "Εχει  παρέλθει  του  γένους  ή  δόξα.  Εις  της  Κωνσταντινουπό- 
λεως τάς  αγυιάς  δεν  συνωστίζονται  τα  πλήθη  έκ  πάσης  γωνίας  της 
οικουμένης  κομίζοντα  τους  φόρους  τών  εθνών  δεν  διαγκωνίζονται  οί 
πρέσβεις  τών  ξένων  χωρών  σπεύδοντες  να  προςφέρωσιν  εις  τον  επί  τού 
θρόνου  του  Βυζαντίου  καθήμενον  τα  σεβάσματα  της  Ανατολής  και 
της  Δύσεως.  Τον  Βόςπορον  δεν  καλύπτουσιν  αγέρωχοι  οί  στόλοι  νι- 
κηφόρων ναυμαχώ  ν  τα  ανάκτορα  δέν  βρίθουσι  λαφύρων  άπό  νικών 
βαρβαρικών  ό  Ιππόδρομος  δέν  αντηχεί  υπό  τών  ιαχών  μυριάδων 
θεατών  βλεπόντων  άνατρεπομένας  έπΐ  της  άμμου  της  κονίστρας  τάς 
σημαίας  τών  ηττημένων  Αράβων  και  Βουλγάρων.  Την  άγαλλιασιν 
και  την  εύφροσύνην  έ'χει  διαδεχθή  στυγνή  λύπη,  τάλληλούϊα  της  χα- 
ράς έ'χουσιν  υποχωρήσει  εις  τάς  στοναχάς  του  κινδύνου,  και  ασθε- 
νική, αναιμική,  λιπόθυμος,  έκπεπτωκυϊα  πνέει  τά  λοίσθια  ή  άλλοτε 
μεγάλη  και  ζηλευτή  και  πολυάνθρωπος  και  ευδαίμων  πόλις  τού  Κων- 
σταντίνου. 

*  Έξεφωνήθϊ)  τί)  εσπέρα  24  Μαρτίου  1904  έν  τη  αίΟούστ)  του  Φιλολογικού  Συλλό- 
γου Παρνασσού  και  έδημοσιεύθη  έν  τω  Νε'ω    "Αστει  της  30  Μαρτίου  1904• 


"Επεσε.  Τά  τηλεβόλα  τοΰ  Τούρκου  έκλόνησαν  τα  τείχη,  εφ '  ών 
αραιοί  και  κατάπονοι  ήγωνίζοντο  τον  άπελπιν  αγώνα  οι  ολίγοι  άμύν- 
τορες  της  βασιλευούσης*  πολλοί  των  πύργων  κατέρρευσαν  ό  στόλος 
των  βαρβάρων  είςέπλευσεν  είί  τό  Χρυσοΰν  Κέρας"  οι  πολέμιοι  έφώρ- 
μησαν  βαρείς  και  είςήλασαν  διά  της  πύλης  του  Έβδομου"  οι  τελευ- 
ταίο», λογάδες  μαχηταί  έ'πεσον,  και  την  ύστάτην  θυσίαν  έπεσφράγισε 
θανών  παρά  την  πύλην  τοΰ    Άγιου    'Ρωμανο^'  ό  βασιλεύς. 

Με  την  Άγίαν  Σοφίαν  τουρκευμένην  άβασίλευτον  τό  γένος  πίπτει 
σφάγιον  τοΰ  νικητοΰ.  και  ατελεύτητους,  τετρακοσίων  σχεδόν  ετών 
μακράς  ημέρας  και  νύκτας  σπαράσσεται  και  φθίνει  και  ο^υναται  έν 
τη  σκοτία  της  δουλείας,  μάτην  ζητοΰν  ακτίνα  φωτός,  μάτην  διψών 
έλευθεριαν.  Ό  άνηρ  ό  πειρώμενος  να  έγείρη  την  κεφαλήν  τήν  προ 
τοΰ  δεσποτου  τεταπεινωμένην  εκθέτει  αυτήν  είς  τό  ξίφος  τοΰ  κατα- 
κτητοΰ,  ή  πολις  ή  άποτολμώσα  να  σκεφθη  περί  ελευθερίας  κατακλύ- 
ζεται ύπο  τοΰ  αίματος  η  καταιθαλοΰται  ύπο  τών  φλογών  τοΰ  τυραν- 
νικού δαυ.λο'"•.  Νεκροί  προςτίθενται  είς  νεκρούς,  θύματα  σωρεύονται 
επί  θυμάτων. 

Την  βλέπω  διαβαίνουσαν  πρό  έμοΰ  την  μακράν,  την  άτελεύτητον 
έκείνην  νεκρικήν  πομπήν.  Ηγείται  της  πένθιμου  πορείας  ό  τελευ- 
ταίος βασιλεύς.  Εις  τα  εξαιμα,  τά  σκελεθρώδη  χείλη  τοΰ  Κωνσταν- 
τίνου διακρίνεις  ακόμη  τα  Ιχνη  της  τελευταίας  εν  τή  Άγια  Σοφία 
κοινωνίας.  Και  περί  τον  νεκρόν  Παλαιολόγον  συνωθούνται,  ώςεί  θε- 
λοντες  νά  σώσωσιν  αυτόν  άπό  νέου  θανάτου  υπέρ  πατρίδος,  οι  πιστοί 
του  άρχοντες,  ύστατοι  τοΰ  γένους  φρουροί,  έσχατοι  της  θρησκείας 
ύπερασπισταί,  τελευταίοι  τοΰ  Βυζάντιου  στρατιώται.  Και  άκολου- 
θούσι  τόν  νεκρον  βασιλέα  και  έπονται  είς  την  νεκραν  αϋτοΰ  αϋλήν  ως 
έν  χορώ  πλήθη  άλλα  νεκρών  άφωνα,  ατέρμονα,  σύροντα  κοπιωδώς 
τας  άλύσεις  τοΰ  καταδίκου,  τόν  κλοιόν  του  κάτεργου,  τό  σάβανον  της 
δουλείας.  Είνε  αί  ψ'^χαί  άς  έσώρευσαν  εις  τόν  Άδην  τόν  άκόρεστον 
τέσσαρες  αιώνες  δακρύων  και  θρήνων  και  αγώνων  ματαίων. 

Φέρονται  φύρδην  μίγδην  έν  τη  νεκροπορεια  μικροί  μετά  μεγάλων, 
άνδρες  μετά  γυναικών,  πρεσβΰται  ομού  και  Λρέφη,  θύματα  της  δου- 
λείας. Είνε  πατριάρχαι  και  αρχιερείς,  καλόγηροι  και  λαϊκοί,  πλού- 
σιοι και  πένητες,  χερσαίοι  και  νησιώται.  "Αλλους  επληζεν  ή  σπάθη 
τοΰ    δήμιου,     άλλους    διεμελισεν    ό    πρίων,     άλλους    άπηνθρακωσεν  ή 


έσγάρα  του  πυρός,  άλλους  καθήμαςεν  η  σφαίρα  του  πυροβόλου,  άλ- 
λους έστραγγάλισεν  ή  αγχόνη,  άλλους  έβύθισεν  εις  τα  βάραθρα  του 
πόντου  εντός  σάκκου  λίθος  βαρύς,  άλλους  εδέχθη  ζώντας  ή  μήτηρ 
γη  δίκην  άλλης  μητρυιάς  παιδοκτόνου.  "Α  !  είνε  φοβερόν  τό  θέαμα  ! 
Παρέρχονται  προ  έμοΰ  νεκροί  ακέφαλοι,  άκρότομοι,  παρακεκομμένοι 
τους  οφθαλμούς,  χειρότμητοι.  Και  έρχονται  άμετροι,  καί  προςτίθεν- 
ται  ατελεύτητοι  άπό  πάσης  γωνίας  ελληνικής  γης,  άπό  του  Ταινά- 
ρου αέ/ρι  του  "Ολύμπου,  άπο  της  Ηπείρου  και  της  Μα/.εόονίας,  άπο 
της  θοάκης  και  της  Μικράς  Ασίας,  άπο  του  Αιγαίου  καί  άπο  του 
Μυοτωου.  Τις  νέος  Δάντης  θα  δείξη  τους  αδίκως  κολασμένους  εκεί- 
νους της  νέας  αυτής  πολυάνθρωπου  κολάσεως,  τις  ιστορικός  θά  δυ- 
νηθή  τότε  νάπαοιθμήση  όνομαστί  την  μυριόνεκρον  έκείνην  άγέλην 
θυαάτων,  άτινα  έσαβάνωσεν  ό  θάνατος,  μίαν  καί  την  αυτήν  λέξιν 
ύποψελλιζοντα  καί  εν  τη  έσχατη  ώρ£,   την  λέξιν  Ελευθερία  ; 

Προςκομίσατε  όλα  της  Εύδαίμονος  Αραβίας  τα  θυμιάματα,  συμ- 
πλέξατε εις  φυλλάδας  όλα  της  ανοίξεως  τα  άνθη,  τονίσατε  όλων  των 
νεκρώσιμων  ύμνων  την  μελωδίαν  δια  νάπαθανατίσητε  ως  έν  μνη- 
μοσύνω  τους  άκηδεύτους,  άλλ'  αλησμόνητους.  Είνε  ή  γενεά  των 
μαρτύρων. 

Ή  σημαία  του  γένους  ας  άπλωθη  έν  ημέρα  έπισήμω,  οία  ή  της 
σήμερον,  πενθήρης  Ιπϊ  τους  άγνωστους  τάφους  των  μυριοπληθών 
εκείνων  νεκρών  τεσσάρων  αιώνων,  ών  τό  αίμα  εξέθρεψε  θαλερόν  τό 
δένδρον  της  πολυπόθητου  ελευθερίας,  υπέρ  ης  έκεΐ<οι  έστέναξαν  καί 
επαθον  καί  άπέθανον  ματαίως. 

Άλλ'  εγείρατε  έπειτα  την  σημαίαν  έκείνην  άπο  των  τάφων,  καί 
άποβχλετε  τό  πένθος  αύτης,  και  στήσατε  αυτήν  ορθίαν  καί  ύπερή- 
φανον  έπί  τών  σκαφών  καί  τών  επάλξεων,  άφ'  ών  νικηφόρως  αγωνι- 
σθείς έναιρέτισε  τέλος  αυτήν  ό  νέος  ελληνισμός,  ριπιζομένην  ύπό 
της  πνοής  της  ελευθερίας.  Κροτήσατε  τάς  σάλπιγγας  καί  μελίσατε 
παιάνας  προς  τιμήν  τών  ελευθερωτών.  Ή  σήμερον  δεν  είνε  μόνον 
ήμερα  μνημόσυνου,  άλλ'  είνε  *αί  ήμερα  εορτής. 

"Εμενε  κλειστή  ακόμη  της  'Αγίας  Σοφία;  ή  πύλη  καί  κεκρυυ.μέ- 
νος  όπισθεν  του  άπό  αιώνων  έκτισμένου  τοίχου  δεν  έξήρχετο  ό  ιερεύς 
της  αλώσεως  ο  αναμένων  ακόμη  την  κρισιμον  ωραν  με  το  όισκοποτη- 
ρον  της   τελευταίας    κοινωνίας    άνά  χείρας,    ότε  είς  τό  σάλπισμα  της 


—  6  — 

ελευθερίας,  όπερ  μετέδωκεν  εις  τους  έλευθερωτάς  ό  ούρανοφάντωρ 
άγγελος  ό  προςειπών  την  Μαρίαν  το  Χαίρε,  ήνεώχθη  άλλη  πύλη, 
ή  πύλη  της  Άγιας  Λαύρας.  Και  ώς  άλλοτε  ποτέ  το  λάβαρον  του 
Βυζαντίου  έφερε  σύμβολον  το  φωτεινόν  μετέωρον,  δπερ  έπιστεύετο 
ΐδών  εν  τω  ούρανώ  της  αγίας  Ελένης  ό  μέγας  υιός,  ούτω  το  νέον 
Έν  τούτω  νίκα  υπήρξε  το  σύνθημα  της  ανάστασης  και  υπέρ  των 
όλων  αγωνιζομένης    Ελλάδος. 

Χωρίς  στρατιών  και  στόλων,  χωρ!ς  κυβερνήσεως  και  ταμείων,  χω- 
ρίς ανακτόρων  και  ναυστάθμων,  με  μόνον  το  καρυοφύλλι  του  άρμα- 
τωλου,  μέ  μόνον  τον  σταυρόν  του  λευίτου  έβροντοφώνησεν  άνά  τον 
κόσμον  το  Εμπρός.   Και  ώς  άλλοτε  ποτέ  το 

νΩ  παίδες  Ελλήνων  Ιτε, 
έλευθεροΰτε  πατρίδ ',  έλευθεροΰτε  δέ 
παϊδας,  γυναίκας,  θεών  τε  πατρώων  έδη 
θήκας  τε  προγόνων  νΰν  υπέρ  πάντων  άγων 

άντήχησεν  άνά  τον  κόλπον  της  Σαλαμίνος,  άντιλαληθέν  ύπό  τών 
νησιωτικών  βράχων,  ούτω  το  νέον  πολεμικόν  κέλευσμα  του  άνορθου- 
υ.ένου  νέου  ελληνισμού  αφύπνισε  την  ηχώ  τών  |λλ/)νικών  φαράγ- 
γων,  κατεπτόησεν  αυτούς  τους  "Έλληνας,  περιέστησεν  εις  θάμβος  και 
κατάπληξιν  και  τέλος  εις  ένθουσιασμόν  την  σύμπασαν   Εΰρώπην. 

Τά  τέκνα  τών  μαρτύρων  άνεδείχθνισαν  άριστόμαχα,  οι  υιοί  τών 
δούλων  άνυψώθησαν  εις  ήρωας,  οι  πενέσται  τών  καλυβών  φκοδόμη- 
σαν  δια  τη;  άνδραγαθίας  αυτών  καλλιμάρμαρον  τό  μέγαρον  της 
ελευθερίας  και  έ'στησαν  έν  αύτώ  καλλιστέφανον  την  Νίκην.  "Οπου 
εστενον  μέχρι  της  χθες  άγρόται,  βρέχοντες  την  γήν  δια  τοΰ  'ιδρώτος 
αυτών  και  τών  δακρύων,  ανεφύησαν  άπό  τών  οστών  τών  ματαίως 
•τι  αιώνας  υπέρ  πατρίδος  μαοτυρησάντων  άλλοι  τινές  Σπαρτοί,  γεν- 
νήματα δρακόντων  και  γεννήτορες  ελευθερίας.  "Οπου  μέχρι  χθες  και 
πρώην  διηυλάκονον  τά  πελάγη  όλκάδες  σίτου  φορταγωγοί  έξεφάνησαν 
στόλοι  έξερεύγοντες  κεραυνούς  θανάτου.  "Οπου  πριν  αγροί,  σήμερον 
στρατόπεδα,  όπου  ερείπια  και  τέφρα,  ή  σημαία  τών  ελευθερωτών 
και  ό  σταυρός,  όπου  μά/η  και  νίκη,  όπου  χθες  Τούρκος  σήμερον 
"Ελλην,   όπου  χθες  δουλεία  σήμερον  ελευθερία. 

Άλλ  όπως  γείνωσι  πάντα  ταύτα,  όπως  μεταμορφωθη  ή  χώρα, 
όπως    άνακύψη    ό  δούλος    όρθούμενος    εις   ελεύθερον    και    περιστέφων 


τους  κροτάφους  δια  της  δάφνης  του  νικητοΰ,  εδέησε  νά  μή  μείνη 
πέτρα  έπί  πέτρας,  να  κενωθή  παν  βαλάντιον,  να  λησμονηθώσι  τα 
φύλα  και  αί  ήλικίαι,  νά  γείνωσι  μαχητά-,  οι  κεκυφότες  ύπό  το  βάρος 
τών  ετών  και  οί  ανήλικοι  παίδες,  οί  άνδρες  και  αί  γυναίκες.  Έχρειά- 
σθη  να  προςφερθώσιν  ίίς  τον  βωμόν  της  ελευθερίας  ώ;  θυσία  εξιλα- 
στήριος σκάφη  και  πόλεις,  δεξαμεναί  ταλλήρων  και  γενεαϊ  όλαι  αν- 
θρώπων. 

"Οτε  ποτέ  οί  αρχαίοι  Λακεδαιμόνιοι  έπολέμουν  προς  τους  Άργεί- 
ους  περί  της  Θυρεάτιδος,  έν  δοκιμαστική  μάχη  μεταξύ  τών  δύο  αντι- 
πάλων στρατοπέδων  έκ  τριακοσίων  εκατέρωθεν  ανδρών  άπό  μεν  τών 
Άργείων  επέζησαν  μόνον  δύο,  άπό  δε  τών  Λακεδαιμονίων  μόνον 
εϊς,  όςτις  και  έστησε  το  τρόπαιον  της  νίκης.  Την  μονομερή  έκείνην 
μάχην  τών  αρχαίων  χρόνω;  ενθυμίζει  ό  επταετής  Ιερός  άγων  του 
νέου  ελληνισμού.  Ή  διαφορά  είνε,  ότι  άντϊ  μάχης  τριακοσίων  μό- 
νον ανδρών  υπήρξε  τιτανομαχία  έθνους  ολοκλήρου,  όρκισθέντος  νά 
καταστραφή  έστω  και  όλον,  ήρκει  νά  μείνη  εϊς,  όςτις  νά  στήση  τήν 
σημαίαν  της  ελευθερίας  επί  τής  τέφρας  και  τών  ερειπίων.  Διά  τούτο 
έχει  νά  επίδειξη  τόσον  ήρωισμόν  ό  άγων  εκείνος,  ου  προανάκρουσμα 
υπήρξαν  αί  άνδραγαθίαι  τών  γυναικών  του  Σουλίου  και  δςτις,  αίρο- 
μένης  τής  αυλαίας  του  μεγάλου  δράματος  τής  επαναστάσεως,  μας 
παρουσιάζει  ως  πρώτους  άγωνιστάς  έπί  τής  σκηνής  τους  νεανίας  του 
Δραγατσανίου. 

Διά  τοΰτο  ή  φάλαγξ  τών  μεγάλων  νεκρών  του  εικοσιένα  δεν  εϊνε 
όλιγώτερον  πυκνή  τής  γενεάς  τών  έπί  τής  δουλείας  μαρτύρων,  ούδ' 
ολιγώτερον  πολύμικτος,  με  τον  πατριάρχην  έπί  κεφαλής,  περιστοιχι- 
ζόμενον  ύπό  τών  αρχιερέων  και  φέροντα  έπί  του  λαιμού  τον  βρόγχον 
και  άκολουθούμενον  ύπό  του  πλήθους  τών  κατά  γήν  και  θάλασσαν 
πεσόντων  υπέρ  πατρίδος.  Άλλ'  είνε  ή  γενεά  τών  ευτυχών  ηρώων, 
τών  μεγάλων  ελευθερωτών,  οΐτινες  κατώρθωσαν  διά  τών  ηρωικών 
αυτών  αγώνων,  δια  τών  υπεράνθρωπων  αυτών  θυσιών  νά  κληροδο- 
τήσωσιν  εις  ημάς  τεμάχιον  γής  ελευθέρας. 

Τεμάχιον.  *Αν  οί  μεγάλοι  εκείνοι  νεκροί,  ων  την  μνήμην  γεραίρο• 
μεν  σήμερον,  άνιστάμενοι  έκ  του  τάφου  ήρώτων  όποια  και  όπόση 
είνε  ή  Ελλάς  ή  άναβιβάζουσα  σήμερον  έπί  τάς  στέγας  τών  οικιών 
αυτής   έορτασίμως    έστεμμένην    τήν   έλληνικήν    σημαίαν,  θά  ήπόρουν 


—  8  — 

πώς  είνε  τόσον  μικρά  απέναντι  τόσον  μεγάλων  θυσιών,  θα  έστέναζον 
στεναγμόν  μύχιον,  βλέποντες  ότι  είνε  δοΰλαι,  δούλαι  ακόμη  αί  πα- 
τρίδες πλείστων  όσων  συναγωνιστών  αυτών  ομοίως  ως  αυτοί  χυσάν- 
των  τό  αίμα  προς  έλευθέρωσιν  της  Ελλάδος,  ότι  κύπτουσιν  ετι  υπό 
τον  ζυγον  τόσαι  και  τόσαι  χώραι,  όπου  είχε  στήθη  επί  τών  μεγάλων 
ήμερων  της  εθνικής  τιτανομαχίας  η  αύτη  σημαία,  έφ'  ης  έπεγράφετο 
Ελευθερία  η  Θάνατος. 

Και  μόνον  θα  ήπόρουν  και  μόνον  θα  έστέναζον;  Ή  μάλλον  εκείνοι 
οί  από  καλυβών  έλευθερώσαντες  την  μικράν  ταύτην  γωνίαν  του  ελ- 
ληνισμού θα  κατέσπων  εις  λίθους  τά  σημερινά  ημών  μέγαρα,  όπως 
λιθοβολήσωσι  τους  υιούς  εκείνους  της  ανομίας,  όσοι  λησμονοΰσι 
τυχόν  τάς  μεγάλας  αυτών  έθνικάς  υποχρεώσεις  μυωπουντες  έπϊ  το- 
σούτον, ώςτε  νά  μη  βλέπωσι  πέραν  του  Ταϋγέτου  και  του  Όλύμπου 
και  κωφεύοντες  επί  τοσούτον,  ώςτε  νά  μη  άκούωσι  τους  γόους,  οίτ  ί- 
νες αναπέμπονται  υπό  μυριάδων  αδελφών  της  αλυτρώτου  Ελλάδος; 

Καύσατε  θυμίαμα  έπιμνημόσυνον  επί  του  τάφου  της  γενείς  τών 
μαρτύρων  στέψατε  με  δάφνας  τό  μνήμα  της  γενεάς  τών  ηρώων. 
Άλλα  τότε,  τότε  και  μόνον  θα  δικαιούσθε  νά  πανηγυρίζητε  μετά  τε- 
λείας χαράς  και  αληθούς  υπερηφάνειας  έπί  τη  εικοστή  πέμπτη  Μαρ- 
τίου, όταν  έ'λθη  ποτέ  ημέρα  καθ'  ην  τό  έθνος  σύσσωμον  βάπτιση  τό 
όπλον  αυτού  εις  τα  αίματα  τών  μαρτύρων,  περιστέψη  αυτό  μέ  τάς 
δάφνας  τών  ηρώων  και  έκδράμη  νικηφορον  νά  φέρη  τά  ευαγγέλια  της 
ελευθερίας  εις  τάς  νήσους  και  τάς  δειράδας,  όπου  τώρα  αντηχεί  ό 
στεναγμός  τοΰ  δούλου  και  χύνεται  πικρόν  τό  δάκρυ  του  αλυτρώτου. 
Τότε  και  μόνον  τότε  θά  είνε  τελεία  ή  εθνική  πανήγυρις  και  θά  μετα- 
βληθή  ή  δάφνη  εις  λιβανωτόν  και  ό  λιβανωτός  εις  δάφνην,  όταν  τήν 
έθνικήν  σηααίαν  θά  ριπίζη  υπερήφανος  ή  πνοή  ελευθέρων  τών  βουνών 
εκείνων,  όπου  σήμερον  πατεί  τόν  πόδα  κατακτητής  πέντε  αιώνων 
και  όπου  άσχημονεϊ  ό  μυσαρός  εχθρός  χιλίων  και  διακοσίων  ετών 
εκείνος,  όςτις  αγωνίζεται  νά  πνίξη  τόν  έλληνισμόν  εν  τη  πολυπό- 
θητο) γη,  ην  είχε  πατρίδα  ό  Αριστοτέλης  και  εξ  ης  έξώρμησεν  ως 
νικητής  της  'Λ,σίας  Αλέξανδρος  ό  Μέγας  Τότε  θά  εΐνε  τέλειος  ό 
εορτασμός  της  25  Μχρτίου,  όταν  θά  έ'χη  ό  ελληνισμός  τό  δικαίωμα 
και  τό  θάρρος  νάναπετάση  εις  τους  αέρας  πλην  της  κυανόλευκου 
σημαίας  το  λάβαρον  του  υπέρ   πίστεως   και  πατρίδος  πεσόντος  Κων- 


—  9  — 

σταντίνου  του  Παλαιολόγου  και  την  σημαίαν,  ην  εκ  της  Μακεδονίας 
παραλαβών  έστησε  νικήτριαν  ό  ξανθός  υιός  του  Φιλίππου  επί  των 
τειχών  τη;  Περσεπόλεως  και  τών  έπάλζεων  της  Βαβυλώνος.  Μέχρις 
εκείνης  δε  της  ήμε'ρας  έστω  η  πανηγυρική  αύτη  ήμε'ρα  δοξασμός  μέν 
τών  μεγάλων  θυσιών  και  υπέροχων  νικών  του  παρελθόντος,  ύπόανη- 
σις  δε  εις  ημάς  και  τους  μεταγενέστερους  του  επιβεβλημε'νου  μεγά- 
λου εθνικού  προγράμματος,  δπερ  θα  Ικτελε'σωμεν  δχι  μόνον  καυ- 
χώμενοι  επί  πατραγαθία,  άλλ'  ένθυμούμενοι  την  έντολην  ην  έδωκε 
θν/ισκων  είς  τους  υιούς  με'γας  'Ρωμαϊος  αυτοκράτωρ.  Ι^&βοΓβΠΐυδ. 
Έργαζώμεθα.  Παρασκευάσωμεν  δια  συντόνου  και  ακαμάτου,  αδιά- 
πτωτου και  ευσυνείδητου  εργασίας  τά  χαλύβδινα  όπλα  της  ειρήνης 
και  του  πολέμου,  οι'  ων  και  μόνον  θά  δυνηθώμεν  να  Ιορτάσωμεν 
μίαν  ήμέραν  την  έθνικην  άνάστασιν  ευτυχείς  και  χαίροντες  οί  Παν- 
ε'λληνες  όλοι  από  άκρου  είς  άκρον  τών  χωρών,  έν  αίς  εΰστομεΐται  ή 
ελληνική  γλώσσα  και  θρησκεύεται  ή  ορθοδοξία  και  πάλλουσιν  αϊ  καρ- 
δίαι  όλαι  προς  μίαν  ίδέαν,  την  ΐδέαν  ενιαίας  και  μεγάλης    Ελλάδος. 


ΕΠΙ  ΤΗ  25  ΜΑΡΤΙΟΥ  1905* 


Θά  επρεπεν  δχι  μόνον  άπαξ  του  ένιαυτοΰ  να  τελώμεν  την  άναμνη- 
στηριον  έορτήν  της  λαμπρχς  ημέρας  της  Αναστάσεως,  δι'  ην  ένή- 
στευσεν  έπϊ  τεσσάρας  αιώνας  το  έθνος,  άλλα  καθ'  εκάστην  ημέρας 
καϊ  νυκτός  να  εχωμεν  έστραμμένον  τον  νουν  προς  την  άγίαν  έκείνην 
ημέραν  της  25  Μαρτίου  του  1821.  Ώς  ό  μέγας  της  Μακεδονίας 
βασιλεύς  λε'γεται  άκοοώμενος  καθ'  εκάστην  της  φωνής  της  ύπομιμνη- 
σκούσης  αυτόν  τους  Αθηναίους,  ούτω  καϊ  το  έθνος  το  έλληνικόν 
ώφειλε  να  εχη  δια  πάσης  ώρας  τον  διδάσκοντα  δι' οποίων  ποτέ  αγώ- 
νων υπεράνθρωπων  ανέστη  ή  Ελλάς  έκ  τοϋ  τάφου,  Ώμοίαζεν  ό  ελ- 
ληνικός κόσμος  πρό  της  μεγάλης  εκείνης  ημέρας  την  γην  πρό  της 
δημιουργίας,  οΐαν  περιγράφει  αΰτην  ή  Γένεσις.  Ή  δέ  γίί  ην  άό- 
ρατοςκαι  άκατασκεναστος,  και  σκότος  επάνω  τηςάβΰσσου- 
και  πνε&μα  θεοϋ  έπεφέρετο  επάνω  τον  ύδατος.  Και  είπεν 
ό  θεός  Γενηθήτω  φώς,  και  έγένετο  φώς. 

Άλλ  ίνα  γείνη  το  φώς  εκείνο  το  διαδεχθέν  το  σκότος  τεσσάρων 
αιώνων,  ίνα  κατασκευασθώ  και  γείνη  όρατη  ή  γη  εκείνη  ή  αόρατος 
και  άκατασκεύαστος,  έχρειάσθη  να  σαλευθη  εξ  αυτών  αυτής  τών  θε- 
μελίων ή  Ελλάς.  Και  πριν  η  στήθη  ή  σημαία  τοϋ  σταυρού  έπϊ  εδά- 
φους ελευθέρου,  έχρειάσθη  νά  πληρωθη  η  ελληνική  γη  νέων  ερειπίων 
έπΐ  τών  ερειπίων  τών  αρχαίων  καινά  προςτεθώσι χιλιάδες  αίμοφύρτων 
νεκρών  εις  τους  άπ'  αιώνων  κεκοιμημένους.  Αγων  καϊ  έθελοθυσία, 
μαρτύριον  και  αίμα,  καρτερία  και  ηρωισμός  υπήρξαν  αί  οδοί,  δι  ων 
ο  νέος  ελληνισμός  έτράπη  έπϊ  την  ανάντη  κορυφην,  έφ'  ης  έστησε  τέ- 
λος τό  λάβαρον  της  ελευθερίας. 

Μ'  έκέλευσε   πολλάκις    μέχρι    τουδ'   επιτακτική    άμα    και  γλυκεία 

*  Έξεφωνήθη  τί)  εσπέρα  της  24  Μαρτίου  1905  έν  τη  αΐθούση  τοϋ  Φιλολογικού 
Συλλόγου  Παρνασσού  καϊ  έδ<,[ΐοσιεΰθη  έν  μέρει  έν  τω  Εμπρός,  τω  Σκρϊπ  καϊ  τοις 
Καιροΐς^τής  25  Μαρτίου. 


—  11  — 

η  φωνή  του  έθνους  να  υμνήσω  την  μεγάλην  ήμέραν.  Είχον  πλέον  η 
άπαξ  την  ε'ντολήν  να  παραστήσω  ότέ  μεν  άνωνύμως  τάς  θυσίας  και 
τον  ήρωισμόν  των  ηρώων  κα!  των  μαρτύρων,  ων  δι-:γνώσατε  τα  ονό- 
ματα και  μη  προφερόμενα  εκ  του  μεγέθους  των  κατορθωμάτων  έκά 
στου,  οτε  οε  δεικνύοντα  τον  ηρωισμον  των  γυναικών  του  αγώνος,  αι- 
τινες  οΰχ  ήττον  των  ανδρών  συνετε'λεσαν  ως  μητέρες  άριστοτόκοι, 
ως  σύζυγοι  καρτερικά•.,  ώς  άδελφαΐ  καΐ  θυγατέρες  των  μαχόμενων 
απαράμιλλοι  εις  το  έργον  της  εθνικής  παλλιγενεσίας.  "Αλλοτ'  έζή- 
τησα  να  περιαγάγω  υμάς  δια  της  φαντασίας  εις  την  πλατεΐαν  του 
Ζαππείου  μεταβαλλομένην  εις  ήρώον  ανδριάντων  και  προτομοθήκην 
των  δημιουργών  της  νέας  ημών  ελευθερίας. "Αλλοτε  πάλιν  παρέστησα 
εις  υμάς  την  νεκροπομπήν  τών  θυμάτων,  ων  τό  αίμα  έστηριζε  τα  θε- 
μέλια του  μεγάρου  του  άνισταμένου  νέου  ελληνισμού.  "Αλλοτ'  έφαν- 
τάσθην  τον  πανηγυρισμόν  της  μεγάλης  ημέρας  ως  λειτουργίαν  του 
έθνους  και  έμέ  αυτόν  ως  μύστην  άναγινώσκοντα  έπ'  εκκλησίας  δίκην 
άλλου  ευαγγελίου  ολίγας  τών  αλησμόνητων  σελίδων  αίτινες  εγράφη- 
σαν εν  μέσω  του  καπνού  της  πυρίτιδος  και  δύνανται  εί'περ  τι  και 
άλλο  να  καταδείζωσι  τον  δγκον  της  φιλοπατρίας  τών  υπέρ  της  Ελ- 
λάδος άγωνισθέντων.  "Αλλοτε  τέλος  έδειξα  εις  υμάς  τάς  υποχρεώσεις 
ας  κυλινδεϊ  τό  μέγα  παρελθόν  τών  ελευθερωτών  είς  τους  ταπεινούς 
αυτών  ημάς  επιγόνους  προς  συμπλήρωσιν  του  ατελούς  μείναντος  έρ- 
γου τών  πάππων. 

Ώς  πάν  τό  μέγα  και  ώραϊον,  έχει  ό  ιερός  άγων  τόσας  όψεις  όσας 
και  ημέρας,  και  εκάστη  αΰτα)ν  δυνκται  νά  διδάξη  και  να  φρονημα- 
τίση  και  να  συγκίνηση.  Ό  ρήτωρ  ό  =πιβχλλομενος  να  πανηγυρίση  τό 
μέγα  έργον  της  επαναστάσεως,  ό  ποιητής  ό  τονίζων  την  λύραν  όπως 
ψάλλη  τον  αγώνα  δεν  έ'χουσιν  ανάγκην  νά  ζητήσωσιν  έπί  μακρόν. 
Το  θέμα  των  άναθρώσκει  ζωντανόν  και  αμέσως  έξ  αυτών  τών  πρα- 
γμάτων όπου  και  αν  στρέψωσι  τόν  όφθαλμόν,  είτε  είς  τους  ατελεύτη- 
τους θησαυρούς  της  φιλοπατρίας  τών  μαχόμενων,  εί'τε  είς  την  μεγα- 
λοπραγίαν  τών  μαχών,  είτε  είς  τά  ηρωικά  ολοκαυτώματα  τών  θυ- 
σιών, εϊτε  είς  τας  απέραντους  εκτάσεις  τών  νέων  ερειπίων  της  νέας 
αυτής  γης  Μαδιάμ,  έφ'ής  όπλοχαρεϊς  γενναίων  χείρες  και  φιλάνθρω- 
πος δάκτυλος  θεού  έπέθηκαν  τέλος  τό  σφράγισμα  της  ελευθέριας. 
Αληθώς   ή  παλιγγενεσία  είνε  έ'ργον  τών  Ελλήνων  άμα  και  δημι- 


—   12  — 

ούργημα  του  θεού  της  Ελλάδος.  Ή  μακρά  χορεία  των  υπέρ  της 
απολυτρώσεως  όπωςδήποτε  άγωνισαμένων  άπ'  αυτής  της  ύστεραίας 
της  δουλώσεως  με'χρι  της  τελευταίας  ημέρας  του  αγώνος  είργά'ϊθη 
οιά  των  όπλων  η  διά  τοϋ  καλάμου  με  την  διπλήν  πίστιν  προς  την 
Ελλάδα  και  προς  τον  θεόν .  Ό  Έλλην  αρματολός  και  ό  "Ελλην 
διδάσκαλος,  ό  Φαναριώτης  μέγας  διερμηνεύς  της  Πύλης  και  ήγεμών 
εϊχον  προς  τόν  μέγαν  και  άόρατον  εν  ούρανοΐς  κηδεμόνα  των  δου- 
λευόντων  και  αδυνάτων  πεποίθησιν  οχι  μικροτέραν  εκείνης  ην  έτρεφε 
προς  τόν  ουρανών  πατε'ρα  ό  πατριάρχης  και  ό  λευίτης  ό  συμπαρα- 
σκευάι,ων  την  άπελευθέρωσιν  του  γένους.  Άλλα  πάντες  εκείνοι  είχον 
ούχ  ήττον  εστραμμένον  τόν  νουν  προς  την  ίδέαν  της  Ελλάδος, 
προςκείμενοι  εις  το  κγιον  αύτης  δνομα  με  δλην  την  θέρμην  ευλαβούς 
πιστοΰ.  "Όσον  καΙ  αν  εϊνε  θολώσει  τάς  περί  του  παρελθόντος  γνώ- 
σεις ή  μακραίων  δουλεία,  τό  ίνδαλμα  της  αρχαίας  Ελλάδος,  της 
ενδόξου  έν  τω  άπωτάτω  παρελθόντι  πατρίδος,  δεν  είχεν  έκλίπει  άπό 
του  νοΰ  και  της  καρδίας  τών  κυπτόντων  υπό  τόν  ζυγόν.  Μακροί  αιώ- 
νες πίστεως  είς  τόν  υίόν  του  θεοΰ  του  ζώντος  είχον  μεταβάλει  επί  της 
ελληνικής  γης  πολλούς  τών  αρχαίων  ναών  εις  ευκτήρια  της  νε'ας  θρη- 
σκείας, άλλα  δεν  είχε  οιά  τοΰτο  λησμονηθή  ή  Αθηνά  έν  τη  ψυχή 
τών  επιγόνων,  οΐτινες  έπ'  αύτοϋ  εκείνου  του  εδάφους,  έφ'  ου  εϊχον 
μεγαλυνθή  οι  αρχαίοι  πρόγονοι,  έκινουντο  ώς  σκιαί  έν  τω  σκότει  της 
δουλείας.  Ό  Εσταυρωμένος  δεν  είνεν  έκδιώςει  την  μεγάλην  θεάν, 
εις  ην  εκαιεν  ούχ  ήττον  ό  δουλεύων  τόν  λιβανωτόν  αύτου,  την  Ελ- 
λάδα. 

Σταυρός  και  Ελλάς  ήσαν  ή  διφυής  λατρεία  του  δουλεύοντος  γέ- 
νους. Προς  αυτήν  έποδηγέτει  τους  πιστούς  ό  ιερεύς  έν  τω  οίκω  τοϋ 
θεου'  προς  αυτήν  έχειραγώγει  τους  δακρύοντας  μαθητάς  ό  διδάσκα- 
λος έν  τη  γωνί<£  τοϋ  ερημικού  έκκλησιδρίου"  προς  αυτήν  ώζυνε  τά 
όπλα  τών  μαχόμενων  ό  άρματωλός  έπι  τών  ορέων.  Ή  επάνοδος  τοΰ 
Χρίστου  έν  τη  έσθήτι  της  αρχαίας  δόξης,  ή  επιστροφή  της  τεταπει- 
νωμένης  Ελλάδος  είς  τό  κλέος  της  αρχαιότητος,  ιδού  τό  λεληθός 
άλλα  μόνιμον  πρόγραμμα  του  δουλεύοντος,  ιδού  τό  σύμβολον  της 
αναστάσεως. 

Ύπό  τοιούτους  όρους  δέν  είνε  παράδοξον,  ότι  ευθύς  ώς  ήρχισε 
κατά  μικρόν   παρασκευαζόμενος  ό  μέγας    άγων,    ή  ιδέα  της   αρχαίας 


—  13  — 

Ελλάδος  άνεζωογονήθη  εν  τη  διάνοια  των  πεφωτισμένων  ηγετών  των 
δουλευοντων  καϊ  έχριτισίμβυσεν  ως  άλλο  δπλον  προς  τον  μέλλοντ' 
αγώνα.  Ό  'Ρτ,γας  την  άναπαράστασιν  των  "Ολυμπιακών  αγώνων 
έθεώοησε  συμβάλλουσαν  εις  έζέγερσιν  του  έθνους  ούχ  ήττον  πολεμι- 
κών παοασκευών,  και  δια  τούτο  μετέφρασε  το  δράμα  του  Μεταστα- 
σίου.  Την  δέ  άνάμνησιν  του  Αλεξάνδρου  έζέλαβεν  αυτόχρημα  ώς 
έζεγερτήριον,  καϊ  δια  τοΰτο  παρεσκεύασε  προς  διανομήν  εις  τους  δου- 
λεύοντας την  έζ  αρχαίου  έν  Βιέννη  δακτυλιολιθου  εικόνα  του  μεγάλου 
ΐΜακεδόνος  βασιλέως,  δςτις  καθ' όλους  τους  μέσους  αιώνας  και  έπϊ  της 
τουρκοκρατίας  ύπήρξεν  εί'δωλον  ηρωος  διά  τόν  έλληνισμον.  Προς  τού- 
τοις δέ  ή  διαφώτισις  του  ελληνικού  λαού  διά  καλών  βιβλίων  των 
αρχαίων  Ελλήνων  Ουγγραφέίον  υπήρχε  μία  τών  προθέσεων  τού 
πρωτομαρτυρος,  ην  έξετελεσεν  έπειτα  θαυμασίως  ό  Κοραής.  Τέλος 
δέ  ή  σημαία  τών  επαναστατών  ήν  ώριζεν  ό  μέγας  Θεσσαλός  δια  τού 
πολιτικού  αυτού  συντάγματος,  τής  Νέας  πολιτικής  διοικήσεως,  έ'φερε 
το  ρόπαλον  τού  Ηρακλέους  μέ  τρεις  σταυροΐ/ς  επάνω  έν  χαρα- 
κτηριστικοί συνουασμώ  τού  αρχαίου  ελληνικού  κόσμου  προς  τόν  νεώ- 
τερον  χριστιανικον  έλληνισμον.  Δικαιολογών  δέ  τό  'έν  τών  τριών  χρω- 
μάτων τής  σημαίας  ταύτης,  τό  πορφυρούν,  έγραφε,  και  πάλιν  εις  τόν 
άρχαΐον  πλην  τού  μεσαιωνικού  ελληνισμού  αναφερόμενος"  Τό  ΚΟΚΚΙ- 
νον  σημαίνει  τήν  αύτοκρατορικήν  πορ^ύραν  και  αύτεξου- 
σιότητα  τοΰ  ελληνικού  λαοΰ-  τό  έμεταχειρίζοντο  οι  προ- 
πάτορές  μας  ώς  ένδυμα  πολέμου,  θέ2ιοντες  να  μή  φαίνων- 
ται  αι  πληγαϊ  όπου  έτρεχον  αίμα  διά  να  μη  δειλιοϋν  οι 
Οτρατίώταΐ.  Λίαν  δέ  χαρακτηριστικόν  εϊνε,  ότι  αυτής  τής  Φιλικής 
εταιρείας  προηγήθη  ή  Φιλόμουσος  εταιρεία,  ήτις  τάς  Αθήνας  καϊ  τό 
Πήλιον  ώριζεν  ώς  έδρας  αρχαιολογικών  και  φιλολογικών  ερευνών,  αΐ- 
τινες  έ'μελλον  να  χρησιμεύσωσιν  ώς  προπαρασκευή  τής  απελευθερώ- 
σεως τοΰ  έθνους.  Ή  γλαύξ  τής  Αθηνάς  και  αϊ  εικόνες  τού  Κενταύ- 
ρου και  τού  Άχιλλέως  ήσαν  και  τούτων  τών  προδρόμων  τής  ελευ- 
θερίας τα  ιερά  σύμβολα.  Και  έπειτα  ή  Αθηνά  υπήρξε  το  σύμβολον 
τών  σφραγίδων  τού  αγώνος,  και  Αθηνά  ώνομασθη  μετά  τήν  επιτευ- 
ζιν  τής  απελευθερώσεως  'έν  τών  νσμισμάτων  τού  πρώτου  τής  Ελλά- 
δος κυβερνήτου,  αυτών  εκείνων,  έφ  '  ών  ό  Καποδίστριας  έπεθηκεν  ώς 
σύμβολον    τόν    φοίνικα,   άνατρεχων    εις    τής  αρχαίας   Ελλάδος    τους 


—  14  — 

μύθους,  όπως   άνευρη    τό    δρνεον  τό  συμβολίζον  την  Ικ  της  τέφρας 
άναγέννησιν  του  έθνους. 

Ουδέ  περιορίζεται  ό  συνδυασμός  ούτος  του  χριστιανικού  ελληνι- 
σμού προς  τάς  αναμνήσεις  της  αρχαίας  Ελλάδος  εις  μόνας  τάς 
παραμονάς  του  αγώνος  και  τάς  ημέρας  της  μεγάλης  επαναστάσεως. 
Άπ'  αυτής  της  ύστεραίας  της  πτώσεως  του  Βυζαντίου  μέχρι  τοϋ 
λυκαυγούς  της  άπολυτρώσεω;  ουδέ  ήαέραν  μίαν  έπαυσεν  ό  ελληνι- 
σμός πιστεύων  εις  την  άρχαίαν  Ελλάδα  και  έξ  αυτής  άπεκδεχόμε- 
νος  την  άναβίωσιν  τής  νέας.  Έν  ταύτη  ζήσΌμαΐ  ύπήρξεν  έπϊ  αιώ- 
νας μακρούς  τό  σύνθημα  του  δουλεύοντος  γένους,  και  διά  τούτο  προς 
ταύτην  έστρεψε  τους  οφθαλμούς  ευθύς  μετά  την  άπελευθέρωσιν  ώς 
ευγνώμων  υιός  ό  νέος  ελληνισμός. 

Τοιαύτη  ευγνωμοσύνη  έπεβάλλετο  εις  τους  εκ  τής  μακραίωνος  νάρ- 
κης τής  δουλείας  άνισταμένους.  Δεν  υπάρχει  ώραιότερον  δείγμα  του 
συνδέσμου  του  ένοϋντος  την  πεπτωκυϊαν,  άλλα  πάντοτε  μεγάλην 
Ελλάδα  του  παρελθόντος  προς  την  υπέρ  τών  δικαίων  αυτής  και  τής 
ελευθερίας  άγωνιζομένην  "Ελλάδα  τής  επαναστάσεως  παρά  τό  άνέκ- 
δοτον  τό  φερόμενον  περί  τής  πολιορκίας  τής  Ακροπόλεως  κατεχόμε- 
νης υπό  τών  Τούρκων  πάρα  τών  έπαναστάντων  Αθηναίων.  Επειδή 
οί  πολιορκούμενοι  Τούρκοι,  έπιλιπόντων  αυτούς  τών  εφοδίων,  άπέ- 
σπων  χάριν  κατασκευής  σφαιρών  τον  μόλυβδον  τον  συνδέοντα  τους 
αρχαίους  λίθους,  συντελοΰντες  ούτως  εις  την  καταστροφήν  τών  έπϊ 
τής  Ακροπόλεως  αρχαίων  μνημείων,  είς  τών  πολιορκητών  άπέστει- 
λεν  είς  αυτούς  κρυφίως  μόλυβδον,  όςτις  έμελλε  να  τοξευθή  κατ'  αυ- 
τών τών  πολιορκούντων  άπό  τών  όπλων  τών  πολιορκουμένων  Τούρ- 
κων. Δεν  ήτο  προδότης  του  αγώνος  τών  υπέρ  πατρίδος  μαχόμενων 
ό  παρέχων  εις  τον  έχθρόν  τόν  φονικόν  μόλυβδον  ήτο  αυτόχρημα  συν 
αγωνιστής  τής  Ιεράς  ιδέας  βαθέως  αίσθανόμενος  την  ζημίαν  την  προς- 
γινομένην  είς  τάρχαΐα  μνημεία,  άτινα  έθεώρει  προάγοντα  την  ελλη- 
νικήν  έλευθερίαν  ούχ  ήττον  τής  σφαίρας,  δι'  ης  έμάχετο  υπέρ  αυτής. 
"Αλλοι  άλλον  λέγουσι  τόν  φιλάρχαιον  μαχητήν  αλλά  γηραιός  συνα- 
γωνιστής του  Φαβιέρου  μοί  διηγεϊτο,  ότι  ούτος  ύπήρζεν  ό  Κυριάκος 
ΙΙιττάκης,  αυτός  εκείνος,  δν  πρώτον  έπειτ'  ανέδειξε  γενικόν  έφορον 
τών  αρχαιοτήτων  ή  άπελευθερωθεϊσα  πατρίς. 

Ούδ'   ήτο    αναπόσπαστος   ό  σύνδεσμος   τής  αρχαίας  και   τής  νέας 


—  15   — 

Ελλάδος  μόνον  εν  τη  καρδία  των  δουλευόντων  και  των  έπειτα  υπέρ 
ανεξαρτησίας  μαχόμενων  Ελλήνων,  άλλ'  αυτόχρημα  ως  αναστά- 
σεως της  αρχαίας  Ελλάδος  άντελαμβάνοντο  της  απελευθερώσεως 
της  νέας  και  πάντες  εκείνοι  οι  αλλογενείς  δσοι  επεσκέφθησαν  την  έλ- 
ληνικήν  γην  βεβαρημένην  ύπό  του  ζυγοΰ  η  συνηγωνίσθησχν  έπειτα 
μετά  των  Ελλήνων  παλαιόντων  τον  δύςελπιν  αγώνα  υπέρ  ελευθε- 
ρίας Πολύ  πριν  ή  κροτήσωσι  τα  τηλεβόλα  του  Ναβαρρίνου,  φιλάο- 
χαιοι  έπισκέπται  των  χώρων  της  αρχαίας  εύκλειας,  έ'νθερμοι  έρευνη- 
ταΐ  του  κόσμου  του  άπό  μακρού  κεκοιμημένου,  ενθουσιώδεις  μελετη- 
ταϊ  τών  τιλφοβρώτων  κωδίκων  τών  αρχαίων  συγγραφέων  κχι  τών 
τεθραυσμένων  μαρμάρων  της  αρχαίας  τέχνης  άνεζήτουν  την  Ελλάδα 
έν  μέσω  τών  ερειπίων  του  παρελθόντος  και  της  κακοδαιμονίας  του 
ίνεστώτος,  και  άνεύρισκον  επί  της  ήλιοκαοΰς  όψε<ιΚ  τών  οίκητόρων 
τοΰ  ελληνικού  εδάφους  τους  δουλεύοντας  διαδόχους  τοϋ  Μιλτιάδου 
καϊ  τοΰ  Λεωνίδου,  τοΰ  Θεμιστοκλέους  και  τοΰ  Περικλέους,  και  ηύ- 
χοντο  να  ϊοωσιν  έλευθερουμένην  την  γήν  την  ελληνίδα  και  άναθρώ- 
σκουσαν  νέαν  γενεάν  Ελλήνων  ΐσαςίων  τών  παλαιών.  Αληθώς  αί 
αθάνατοι  συγγραφαί  τών  αρχαίων  και  ή  αιωνόβιος  τέ/νη  τών  Ελ- 
λήνων ήναψαν  εις  τάς  καρδίας  μεγάλων  της  αρχαιότητος  θαυμαστών 
τον  πυρσόν  τοΰ  φιλελληνισμού  εκείνον,  όςτις,  άρζαμένου  έπειτα  τοϋ 
μεγάλου  αγώνος,  ενέπνευσε  τάς  χορδάς  της  λύρας  τοΰ  Λουδοβίκου 
καϊ  κατεβίβασεν  έκ  της  χώρας  τών  υπερβορείων  εις  τό  Μεσολόγγιον 
χόν  λόρδον  ποιητήν  της  Άλβίωνος,  και  ηύζησε  τάς  τάξεις  τών  ελευ- 
θερωτών με  την  καρδίαν,  τό  χρήμα  και  τό  όπλον  των  Φιλελλήνων 
της  οικουμένης,  ο'ίτινες  ήλθον  νά  συναγωνισθώσι  καϊ  νά  πέσωσι  μετά 
τών  πατέρων  ημών  υπέρ  ελευθερίας  της  Ελλάδος  και  έπέστεψε  τέλος 
τους  αγώνας  τών  αδυνάτων  διά  της  συμπαθείας  τών  μεγάλων  λαών 
και  της  προστασίας  τών  ισχυρών  της  γης. 

Τήν  νέαν  Ελλάδα  δέν  άπηλευθέρωσε  μόνος  ό  ηρωισμός  καϊ  τό 
μαρτύριον  τών  νέων  Ελλήνων.  Τήν  έλευθερίαν  αυτής  συναπειργάσθη 
και  ή  αρχαία  Ελλάς,  καϊ  εις  τά  ονόματα  τοΰ  Καραϊσκάκη  καϊ  τοΰ 
Κολοκοτρώνη,  τοΰ  Διάκου  καϊ  τοΰ  Άνδρήτσου,  τών  Μαυρομιχαλαίων 
και  τοΰ  Νικηταρά,  τοΰ  Μπότζαρη  και  τοΰ  Μιαούλη,  τοΰ  Τομπάζη 
καϊ  τοΰ  Κανάρη  καϊ  τών  άλλων  μεγαλώνυμων  ελευθερωτών  πρέπει  να 
προςτεθώσιν  ό  "Ομηρος  και  ό  Πίνδαρος,  ό  Αισχύλος  και  ό  Σοφοκλής, 


—  16  — 

ό  Ευριπίδης  και  ό  Αριστοφάνης,  ο  Θουκυδίδης  και  ό  Ξενοφών,  ό 
Δημοσθένης  και  ό  Αριστοτέλης,  ό  Φειδίας  και  ό  Ικτίνος,  ό  Πρα- 
ξιτέλης και  ό   Αλκαμένης. 

Το  συνεπίκουρον  δε  τοΰτο  και  κοινόν  έργον  του  αρχαίου  ελληνι- 
σμού και  του  νέου,  συνδημιουργούντων  την  νέαν  ημών  πατρίδα,  και 
πάντοτε  μέν  προςήκει  να  μη  λησμονώμεν,  άλλα  προ  πάντων  όφεί- 
λομεν  νά  εχωμεν  προ  οφθαλμών  εφέτος,  πανηγυρίζοντες  σήμερον  την 
παραμονήν  της  μεγάλης  εορτής  της  εθνικής  παλιγγενεσίας  έν  συνδυα- 
σμώ  ποός    την  εναρξιν  τοϋ  Διεθνούς  αρχαιολογικού  συνεδρίου. 

Εινε  τών  ωραιότατων  αληθώς  πανηγύρεων  ας  έτέλεσεν  έπϊ  τη  ει- 
κοστή πέμπτη  Μαρτίου  ό  έκ  της  τέφρας  άναπτάς  νέος  ελληνισμός  ή 
σημερινή  ήμερα,  καθ'  ην  ή  νέα  Ελλάς  ανταποδίδει  επισήμως  τά  ευ- 
χαριστήρια εις  τους  έκ  τών  αρχαίων  άπελευθερωτάς  αυτής  καλούσα 
εις  τήν  μητροπολιν  ταύτην  τών  νέων  Πανελλήνων  από  πάσης  γωνίας 
του  κόσμου  τους  άνδρας  τους  άφιερώσαντας  τον  βίον  εις  τήν  μελέτην 
και  έξεοεύνησιν  της  αρχαίας  Ελλάδος.  Τά  Ελευθέρια  ημών  τελού- 
μενα εφέτος  έν  μέσω  αυτών  είνε  τριπλή  εορτή,  εορτή  επιμνημόσυνος 
τών  ηρώων  και  μαρτύρων  του  1821,  πανήγυρις  ευχαριστήριος  προς 
τήν  μεγάλην  άρχαίαν  Ελλάδα,  εις  ην  κατά  μέγα  μέρος  όφείλομεν 
τήν  άναγέννησιν  ημών,  και  καθομολόγησις  ευγνωμοσύνης  προς  τους 
συαπολίτας  και  επιγόνους  τών  Φιλελλήνων,  οΰς  ό  θαυμασμός  της  αρ- 
χαίας Ελλάδος  ήγαγεν  εις  άγάπην  και  της  νέας. 

Τελοΰντας  δ'  ημάς  νυν  έν  μέσω  αυτών  τήν  άναμνηστήριον  έορτήν 
της  εθνικής  ημών  αποκαταστάσεως  και  άνανεοΰντας  έν  ταύτη  τή 
ήα.έρα  τήν  εκφρασιν  του  εθνικού  ημών  πόνου  και  επαναλαμβάνοντας 
τον  πανελλήνιον  ημών  όρκον  περί  της  αναγκαίας  συμπληρώσεως  του 
έργου  τών  πατέρων  ώς  προς  άπαντα  τά  μέλη  της  ελληνικής  οικογε- 
νείας, ήτις  αποτελεί  το  διηνεκές  μελέτημα  του  βίου  αυτών  κατά  τους 
αρχαίους  χρόνους,  εχομεν  πεποίθησιν,  ότι  παρακολουθοΰσιν  ώς  φίλοι 
ού  μόνον  τον  υπέρ  της  αρχαιότητος  ζήλον  της  νέας  Ελλάδος,  άλλα 
και  τους  αγώνας  αυτής  προς  ΰπερίσχυσιν  τών  εθνικών  ημών  δικαίων. 
Ουδεμία  δ'  υπάρχει  αμφιβολία,  ότι,  ρίπτοντες  άπό  τών  κορυφών  τής 
Ακροπόλεως  βλέμμα  φίλιον  έπϊ  το  κάτω  τοϋτο  άστυ  τών  νέων 
Αθηνών,  έν  αίς  σφύζει  τό  αίμα  τής  νέας  Ελλάδος  συμπάσης,  θά 
συνομολογήσωσι  μετ'  αρχαιοτέρου    Γαλάτου  μελετητοΰ  τής    αρχαίας 


—  17  — 

Ελλάδος,  του  αλησμόνητου  Ε^βΓ,  ότι  η  νεωτέρα  Ελλάς  «άν  άπώ- 
»λεσε  διά  παντός  έν  τω  κόσμω  την  πρώτην  θέσιν,  έχει  το  δικαίωμα 
»να  μείνη  έν  τη  δευτέρα  παρά  το  πλευρόν  των  εθνών  των  έργαζομέ- 
»νων  μετά  πλείστου  όσου  ζήλου  προς  την  πρόοδον  της  άνθρωπότητος 
»έφ'  όλων  των  δρόμων  των  άνεωγμένων  είς  τάς  έννομους  ημών  φι- 
λοτιμίας». 

Τοιαύττ,  καθομολόγησις  των  σοφών  των  δύο  κόσμων  έν  ταύτη  τη 
ήιχέρα  θά  ήτο  ή  δικαιότατη  αμοιβή  ήαών  ώς  ευλαβών  θεματοφυλά- 
κων του  έκ  της  αρχαιότητος  κλήρου,  ή  ωραιότατη  παρά  τών  κορυ- 
φαίων του  πεφωτισμένου  κόσμου  έπίστεψις  και  ένίσχυσις  της  εθνικής 
ήαών  εντολής,  ης  είνον  συνείδησιν  οί  άνδρες  οί  άγωνισθέντες  έν  μέσω 
τών  ερειπίων  τοϋ  άρναίου  κόσμου  και  έν  μέρει  χάριν  αυτών  τούτων 
και  κληροδοτήσαντες  είς  ήμας  έλευθέραν  πατρίδα,  ην  θά  εϊνε  χαρά 
αυτών  άαα  όσον  καϊ  ημών  νά  ϊδωμεν  μίαν  ήμέραν  εύδαίμονα,  δα- 
φνοστεφή  και  μεγάλην. 


ΠΡΟΣ  ΤΟΤΣ  ΦΟΙΤΗΤΑΣ 

ΕΠΙ  ΤΗι  ΣΤΕΨΕΙ  ΤΩΝ  ΠΡΟ  ΤΟΥ  ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ  ΑΝΔΡΙΑΝΤΩΝ 
(25  ΜΑΡΤΙΟΥ  1905)  * 


"Όχι  άπό  τών  κήπων  ους  αρδεύει  το  όλιγοστόν  ύοωρ  του  Ιλισσοΰ 
και  του  Κηφισού,  ώ  νεανίσκοι  του  Έθνικοΰ  Πανεπιστημίου,  αλλ 
άπό  τών  απέραντων  λειμώνων  της  άχανοΰς  ελληνικής  πατρίδος,  όσην 
στεγάζει  ή  κυανόλευκος  και  όση  στενάζει  υπό  τόν  ζυγόν,  προςήκε  νά 
δρέψητε  τάς  δάφνας,  δι'  ών  θά  κοσμήσητε  σήμερον  τά  μέτωπα  του 
'Ρήγα,  του  Γρηγορίου  καϊ  τοΰ  Κοραή. 

Οί  στέφανοι  σας  έπρεπε  νά  είνε  μεγάλοι  όσον  αϊ  χώραι,  άς  περι- 
λαμβάνει ή  χάρτα  τοϋ  Θεσσαλού  πρωτομάρτυρος,  ευώδεις  όσον  το 
θυμίαμα,  όπερ  άνέπεμπεν  είς  τόν  δημιουργόν  ό  έπϊ  τής  αγχόνης  κρε- 

*   Έδημοσιεύθη  εν  τή    Εστία  τής  25   Μαρτίου  χαι  έν  άλλαις  έφημερίσιν. 

ΕΠΓΡ.    α.    Λ.ΑΜΠΡΟΓ,    ΜΙΚΤΑΙ    ΕΕΛ1ΔΕΕ  *• 


—  18  — 

μασθεϊς   πρωθιεράρχης,    άειβλαστεϊς   ώ:   αί  αθάνατοι  άλήθειαι   αϊ  ξχ- 

πηγάσασαι  εκ  της  γραφίδος  του  μεγάλου  Χίου,  όπως  στέψητε  επα- 
ξίως τάς  κορυφάς  του  δουλεύοντος  γένους,  έν  αίς  έκυοφορήθη  ή  με- 
γάλη ιδέα  της  άπολυτρώσεως. 

Υπήρξαν  ό  'Ρήγας  και  ό  Γρηγόοιος  τόσον  μεγάλοι,  ώςτε  ό  θάνα- 
τος των  έγέννησε  την  ζωην,  ώςτε  νεκροί  άνέστησαν  εκείνοι  το  έθνος, 
ώςτε  εις  τό  αιμά  των  τό  τίμιον  έρριζώθη  τό  καλλίκοι/.ον  δένδρον  της 
ελευθερίας.  Υπήρξαν  τόσον  μεγάλοι,  ώςτε  και  λίθινοι  νομίζεις  ότι 
έμπνέουσι  τους  ένσάρκους  ήμα;  και  ΐσ^υουσι  να  κινήσωσιν  εις  νέαν 
ζωην  τα.  στήθη  ημών  τα  νεκρωθίν-.α.  Εχομεν  ανάγκην  να  θερμαν- 
θώμεν  άπό  των  λίθων  αυτών,  έν  οίς  σφύζουσιν  ακόμη  οί  παλμοί  της 
καρδίας,  ην  κατεπλημμύρει  ή  υπεραιμία  της  φιλοπατρίας.  "Εχομεν 
ανάγκην  οί  λιποδρανεΐς  έν  ώραις  κινδύνου  και  πατριωτικής  αναισθη- 
σίας και  εθνικής  λιποθυμίας  νά  ένωτισθώμεν  τής  φωνής  των  μεγάλων 
νεκρών.   Διότι  είσθε  σεις  οί  ζώντες  και  είμεθα  ημείς  οί  λίθοι. 

Κίνησε  λοιπόν  τα  χείλη  σου,  τάποστάζοντα  τό  μέλι  του  πατριω- 
τισμού, ώ  μεγάλε  τών  Φερών  γόνε'  εντεινον  τους  στίχους  σου  δια  νά 
ψάλης  και  π/λιν,  ότι  ή  αναρχία  ομοιάζει  την  σκλαβιά•  κροΰσον 
τής    εμπνευσμένης    σου    λύρας    τάς  χορδάς    δια    νά   καλέσης  τό    γένος 

Ολον 

'ς  Ανατολή  και  ΔύοΊα  και  Νότον  και  Βοριά 
γιά  ττιν  Πατρίδα  ΰλοχ  νάχωμεν  μιά  καρδιά. 

"ϊ*ψωσον  την  στιβαραν  χείρα  προς  τόν  οΰρανόν  δια  νά  όμόσης  τόν 
κατά  τών  τυράννων  όρκον  σου  εις  τόν  βασιλέα  τοϋ  κόσμου. 

Αί  χείρες,  αϊτινές  σ'  έστραγγάλισαν  παρασκευάζοντα  του  γένους  την 
άνάστασιν,  δεν  άπεπνιξαν,  μεγάλε  Θεσσαλέ,  την  άπήχησιν  τής  φω- 
νής σου"  τού  μαρτυρίου  αί  όδύναι  δεν  έσβεσαν  του  πατριωτισμού  σου 
τό  αυλημα,  μεγαλόφθογγε  ποιητά  ό  θάνατος  σου  έβλάστησε  την 
ζωην,  ώ  έλευθεροποιέ. 

Και  συ,  ό  διάδοχος  τού  Χρυσοστόμου  και  τού  Στέργιου,  τού  Φω- 
τίου και  τού  Ιερεμίου,  δεν  απέθανες  νεκρούμενος,  ώ  πρωτόθρονε  τής 
ορθοδοξίας.  Ή  άγχονη  σου  υπήρξε  σύνθημα  και  όπλον  τής  απελευ- 
θερώσεως τών  δεδουλωμενων. 

Και  ότε  τό  άγιόν  σου  σώμα,  μεμωλωπισμένον  και  κατεσπαραγμέ- 
νον,  κατεδυθη    εις   τους  υγρούς   πυθμένας,  τα    μυρολογια,  άτινά  σου 


εψαλεν  ή  Μούσα  των  κυμάτων  του  άνασώσαντός  σε  Κερατίου,  απέ- 
βησαν βροντή  κεραυνού  επί  των  δειράδων  και  των  πεδίων,  έν  οίς  •αά- 
χετο  υπέρ  ελευθερίας  ό  δουλεύων  ελληνισμός. 

Και  έν  ω  παρεσκευάζοντο  οι  "Έλληνες  προς  τον  αγώνα,  και  έν  ω 
έχυνον  το  αΐμά  των  υπέρ  ελευθερίας,  ίστήριζες  τον  άγών'  αυτών  συ, 
ώ  σοφόν  βλάστησα  της  Χίου,  εις  του  αρχαίου  κλέους  ανερχόμενος  τάς 
ήαέρας  και  ΐζ  εκείνων  άντλών  διδάγαατα  χάριν  τών  αγωνιζομένων 
υπέρ  της  έκ  νεκρών  αναστάσεως  του  γένους. 

"Εμπνευσον  ημάς  και  πάλιν,  ώ  Φεραίε  ποιητά"  έΰλόγησον  ηι/.ας 
και  πάλιν,  ώ  Βυζάντιε  πατριάρ/α'  δίδαξον  ημάς  πάντοτε,  ώ  σοφέ 
της  Χίου. 

Αναστήσατε  σεϊς  οί  μεγάλοι  νεκροί  έν  τη  καρδία  τών  ζώντων  το 
ίνδαλμα  της  πατρίδος.  Άναμνήσατε  ήμας  έν  τη  μεγάλη  ημέρα,  ήτις 
ανατέλλει  αύρ-.ον,  πώς  έλευθερουνται  τα  έθνη.  Διδάξατε  τους  νέους 
τους  στεφανουντας  την  πολύτιμον  κεφαλήν  σας,  ότι  δέν  πρέπει  νάρ- 
κεσθώσιν  είς  το  να  στεφανώσι  τους  άξιους  στεφάνων,  άλλα  και  να 
γείνωσιν  αυτοί  άξιοι,  όπως  στεφανωθώσί  ποτέ,  έπιτελοΰντες  προςη- 
κόντως  το  προς  την  πατρίδα  καθήκον,  ως  έμπρέπει  είς  Έλληνας 
μνήμονας  τών  μεγάλων  αναμνήσεων  του  παρελθόντος  και  παρασκευά- 
ζοντας το  μεγαλεΐον  του  μέλλοντος. 

Άναρριχήθητε  τώρα  έπί  τους  κολοσσούς  δια  να  στέψητε  τάς  με- 
γάλας  των  λιθίνας  κεφάλας,  και  αποκαλυπτόμενοι  όρκίσθητε,  οτι 
τότε  και  μόνον  θά  νομίσητε  επαξίως  έορταζόμενα  τα  Ελευθέρια, 
όταν  παύσωμεν  αίσθανόιχενοι  ηυ.*ς  αυτούς  πυγμαίους  απέναντι  γι- 
γάντων. 


ΠΡΟΣ  ΤΟΥΣ  ΦΟΙΤΗΤΑΣ 

ΕΠΙ  ΤΗι  ΣΤΕΨΕΙ  ΤΗΣ  ΣΤΗΛΗΣ  ΤΩΝ  ΚΑΤΑ  ΤΟΝ  ΠΟΛΕΜΟΝ 
ΤΟΤ  1897  ΠΕΣΟΝΤΩΝ  ΦΟΙΤΗΤΩΝ 

(25  ΜΑΡΤΙΟΥ  1905)  * 


'Ελθετ'  εδώ  τώρα,  πεφιλημένοι  όμιληταί,  να  ρίψητε  μετά  την 
στέψιν  των  ανδριάντων  των  μεγάλων  του  γένους  πρωταθλητών  τα 
τελευταία  φύλλα  των  στεφάνων  σας  έπί  ταύτην  την  στήλην.  Είνε  τό 
μαρμάρινον  πτυχίον,  ου  ήξιώθησαν  οι  νεκροί  σας  συνάδελφοι  αντί 
του  διδακτορικού  διπλώματος. 

Είχον  και  εκείνοι  καθώς  σεις  πλήρη  ζωής  τά  εϊκοσί  των  ετη. 
Έπλήρουν  και  εκείνων  την  κεφαλήν  τά  χρυσά  όνειρα  της  νεότητος. 
"Εθελγε  και  εκείνους,  καθώς  σας,  τό  βιβλίον  της  επιστήμης,  και  ήτο 
άνοικτον  ενώπιον  αυτών,  ώς  ενώπιον  υμών,  έπαγωγον  και  μεστον 
γοητείας  το  βιβλίον  της  ζωής. 

Άλλ'  είχον  και  εκείνοι  προςίδει  πρωίας  καϊ  εσπέρας  ανερχόμενοι 
εις  τα  προπύλαια  του  Πανεπιστημίου  καϊ  εξερχόμενοι  έκ  τών  ακροα- 
τηρίων πλην  του  άνδριάντος  του  μεγάλου  μύστου  τών  γραμμάτων 
τους  δύο  ακοίμητους  πυλωρούς,  τον  τονίσαντα  τήν  λύραν  της  έθνι 
κής  εξεγέρσεως  και  τον  κρεμασθέντα  έπϊ  της  αγχόνης.  Είχον  και 
εκείνοι  στέψει  πολλάκις,  ώς  σεις  σήμερον,  με  δάφνην  τους  κροτάφους 
του   'Ρήγα  καϊ  τό  μέτωπον  του  Γρηγορίου. 

Είχον  και  εκείνοι  παρακαθήσει,  ώς  σεις,  έπΐ  τών  ακαδημαϊκών 
εδωλίων  μετά  συναδέλφων,  οίτινες  έψιθύριζον  εις  τό  ους  αυτών  τά 
ονόματα  Κρήτη,  "Ηπειρος,  Μακεδονία,  Θράκη,  Μικρά  Ασία,  και 
ήκουον  τους  μυστικούς  παλμούς  της  καρδίας  τών  ταύτα  λεγόντων  και 

*   Έοτ)(Αθσιεύθη  εν  ττ]  Εστία  της  25  Μαρτίου  1905  '.αί  εν  ά'λλαις  έοημερίσιν. 


—  21    — 

έ'βλεπον  τους  οφθαλμούς  αυτών  καταλείβοντας  δάκρυ  θερμόν  επί  των 
ωχρών  των  παρειών. 

Και  δτε  ηχησεν  ή  σάλπιγξ  της  πατρίδος,  ε!ς  το  κέλευση"  αυτής 
έρριψαν  χαμαί  τάς  βίβλους  και  εζώσθησαν  το  ξίφος  και  έσπευσαν  εις 
το  πεδίον  της  μάχης  ολίγοι  μετ '  ολίγων  κατά  πολλών,  αγωνιζόμενοι 
αγώνα  δίκαιον  κατά  του  πλήθους  και  της  πυρίτιδος  άδικων  νικητών. 

Ό  ήρως  δεν  είνε  όλιγώτερον  ήρως  διότι  μαχόμενος  έ'πεσεν  ό  μάρ- 
τυς δεν  εΐνε  όλιγώτερον  μάρτυς  διότι  δέν  εκαρποφόρησε  προς  ώραν  τό 
μαρτύριόν  του. 

Σεις  οί  ελεύθεροι  ζηλεύσατε  την  έ'νδοζον  άτυχίαν  τών  φοιτητών  της 
χθες.  ων  τά  όνόματ'  άνέγραψεν  εδώ  ή  ευλάβεια  τών  διδασκάλων 
των  και  του  έθνους  ή  ευγνωμοσύνη.  Σεις  οί  αλύτρωτοι  άποκαλύ- 
πτεσθε  σιγή,  όταν  διέρχησθε  προ  ταύτης  της  στήλης,  και  ευχεσθε  νά 
τύχωσιν  αϊ  δουλεύουσαι  υμών  πατρίδες  εΰτυχεστε'ρων  συναγωνιστών 
υμών  ίν  τοις  άγώσι  του  μέλλοντος.  Και  όλοι  όμου  ελεύθεροι  και  αλύ- 
τρωτοι, θαυμασταΐ  της  φιλοπατρίας  τών  πεσόντων  συναδέλφων,  ύπο- 
ψελλίσατε  έν  συγκινήσει  καταθέτοντες  \όν  στέφανον  σας  Αιωνία  Χ0)ν 
ΎΙ  μνήμη,  και  προςθέσατε  τό  του  ποιητοΰ 

Χαρά  'ςτοί/ς  πεθαμμένους-  άλλοίμονο  'ς  εμάς. 


ΠΡΟΣΦΩΝΗΣΙΣ  ΠΡΟΣ  ΤΟΥΣ   ΣΤΝΕΔΡΟΤΣ 

ΕΠΙ  ΤΗ  ΕΝΑΡΞΕΙ  ΤΟΤ  Α'  ΔΙΕΘΝΟΥΣ  ΑΡΧΑΙΟΛ.  ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ 

ΕΝ    ΤΗ    ΜΕΓΑΛΗ    ΑΙΘΟΥΣΗ   ΤΟΥ    ΕΘΝΙΚΟΥ    ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ 

(26  ΜΑΡΤΙΟΥ  1905)  * 


Μεγάλη  υπήρξε  κατά  τον  λήξαντα  δέκατον  έ'νατον  αιώνα  ή  έπέκ- 
τασις  του  εδάφους  των  αρχαιολογικών  ερευνών,  τεράστιαι  αϊ  πρόοδοι 
της  περί  τον  άρχαϊον  βίον  και  την  τέχνην  της  αρχαιότητος  σπουδα- 
ζούσης  επιστήμης,  νε'οι  δ'  άνεωχθησαν  ορίζοντες  εις  την  άρχαιολογίαν 
δια  τών  ανασκαφών  και  της  άποκαλύψεως  τών  λειψάνων  καϊ  τών 
ερειπίων  του  αρχαίου  κόσμου.  Ταϋτα  δε  πάντα  έπολλαπλασίασαν  έπϊ 
τοσούτον  τους  ερευνητας  και  εοωκαν  τοιαυτην  επιοοσιν  εις  την  ποικι- 
λην  ίξέτασιν  της  αρχαιότητος,  ώςτε  προφανής  παρίστατο  η  ανάγκη 
της  συγκεντρώσεως  τών  διεσπαρμένων  μελετών,  της  εγγύθεν  γνωρι- 
μίας τών  έρευνώντων  και  του  καθορισμού  του  προγράμματος  του  επι- 
βαλλομένου είς  την  άρναιολογίαν  κατά  τον  προ  μικρού  άρξάμενον 
είκοστόν  αιώνα.  Τοιούτοι  υπήρξαν  οί  λόγοι  οι  άγαγόντες  είς  την  σύγ- 
κλησιν  του  πρώτου  Διεθνούς  αρχαιολογικού   συνεδρίου. 

Ή  ανάγκη  δε  αΰτη  εικός  ητο  να  γείνη  αισθητή  μάλιστα  έν  ταύτη 
τη  πόλει,  ήτις  οΰ  μόνον  έν  τη  άρχαιότητι  ΰπήρξεν  ή  επιφανέστατη  τών 
εστιών,  άφ'  ών  η  τέχνη  εξέπεμψε  κατά  τους  αρχαίους  χρόνους  τάς 
φαεινάς  έκείνας  ακτίνας  τ>ς  μέχρι  του  νυν  καταυγαζούσας  τον  κόσμον 
σύμπαντα,  άλλα  και  την  σήμερον  εϊνε  τών  σπουδαιότατων  διεθνών 
κέντρων  της  αρχαιολογικής  μελέτης. 

Ή  νεάζουσα  της  Ελλάδος  αρχαιολογική  επιστήμη  εργάζεται  έν 
Αθήναις  άδελφικώς  άμα  και  έναμίλλως  προς  τάς  έν  Αθήναις  ίδρυ- 
αένας  άρχαιολογικάς  σνολάς,  εις  άς  αποστέλλει  τους  θαυμαστάς  και 
μελετητάς    της  αρχαιότητος    ό  πεπολιτισμενος    κόσμος.    Δια    δέ  τών 

*  Την  προςφώνησιν  ταύτην  έξεφώνησεν  ό  συγγραφεύς  υπό  την  ιδιότητα  του  πρυτά- 
νεως.  Έδημοσιεύθη  ο'  έν  τη  Εστία  της  26  Μαρτίου  1905,  έν  άπάσαις  ταΐς  άθηναϊ- 
καΐς  έφημερίσι  της  27  Μαρτίου  χαϊ  έν  πολλαΐς  Ιλληνικαΐς  έφημερίσι  τών  άλλαχοϋ 
εκδιδομένων.  Μόνη  δέ  ακριβής  έ'κδοσις  υπηρξεν  ή  τοΰ  Νέου  "Αστεως  της  27  Μαρτίου 
1905. 


—  23  — 

κοινών  ςνεργειών  των  αλλογενών  καϊ  τών  Ελλήνων  αρχαιολογιών  άπε• 
καλύφθησαν  και  ^εν  παύουσιν  αποκαλυπτόμενοι  καϊ  έρευνώμενοι  οΐ 
χώροι,  έν  οις  έ'δοασεν  η  ελληνική  άρχαιότης,  Ιλατρεύθη  η  αρχαία  θρη- 
σκεία και  έ'λαμ,ψεν  η  ελληνική  τέχνη.  Αϊ  ' Αθήναι  καϊ  ή  'Ελευσίς,  το 
Σούνιον  και  ό  'Ραμνοΰς,  το  Άμφιαράειον  και  το  Καβείριον,  η  Ερέ- 
τρια καϊ  το  Θε'ρμον,  οι  Λουσοί  και  τα  Μέγαρα,  ή  Ελάτεια  και  η 
Χαιρώνεια,  ή  Κόρινθος  και  ή  Σικυών,  η  Αίγινα  και  ή  Καλαύρεια, 
αϊ  Άμύκλαι  και  ή  Σπάρτη,  ή  Ιθάκη  και  ή  Λεύκας,  η  Δωδώνη  και 
ή  Μεσσήνη,  ή  Δήλος  και  ή  Θήρα,  ή  Μήλος  και  ή  Τήνος,  ή  Τροία 
και  ή  Κρήτη,  ή  Μίλητος  καϊ  ή  Έφεσος,  το  Πέργαμον  και  ή  Πριήνη, 
ή  Κώς  καϊ  τα  Δίδυμα,  ή  Σάμος  καϊ  ή  Σαμοθράκη  δέν  είνε  πλέον  ονό- 
ματα κενά,  άλλ'  έκ  τών  λίθων  αυτών  καϊ  τών  τάφων,  εκ  τών  μνη- 
μείων αυτών  καϊ  τών  επιγραφών  άνέθορεν  εις  τους  οφθαλμούς  οιονεί 
αναβίωσαν  το  άρχαϊον  παρελθόν.  ΙΙη(3  ηβαβδ  Ι,βββη  ΜαΗΐ  Ε118  άβη 
ΒαϊηβΠ  δυνάαεθα  να  είπωμεν,  έπαναλαμβάνοντες  την  ενθουσιώδη 
ρήσιν  του  μεγάλου   Γερμανού    ποιητου. 

Και  δια  σάς  μεν  τους  αλλογενείς  ν  προς  την  άρχαιότητ'  αγάπη 
καϊ  ή  μελέτη  αυτής  είνε  ου  μόνον  επιστημονική  ανάγκη,  άλλα  καϊ 
χαρμονή  του  βίου,  δι'  ήμας  δε  τους  "Ελληνας  προς  έπϊ  τούτοις  και 
πατριωτικόν  καθήκον. 

Μικροί  επίγονοι,  δεν  δικαιούμεθα  να  λησμονήσωμεν  τους  μεγάλους 
προγόνους.  Διαγινώσκοντες  δε  καϊ  όμολογοΰντες  τήν  ανάγκην  και  το 
καθήκον  να  συμμετάσχωμεν  τών  προόδων  του  νεωτέρου  πολιτισμού, 
εχομεν  οϋχ  ήττον  τήν  συνείδησιν,  ότι  πάν  ημών  βήμα  έν  τή*  επιβαλ- 
λομένη ταύτη  νέα  όδώ  τελείται  έπ'  αυτών  τών  αρχαίων  τριβών,  έπ' 
αύτοϋ  εκείνου  του  εδάφους,  έφ'  ου  έμεγαλύνθηταν  οί  αρχαίοι  "Έλλη- 
νες, έν  μέσω  αυτών  εκείνων  τών  έρ«•πίων,  εις  ά  κατεσπάσθη  πίπτων 
υπο  της  φοράς  άνεμων  αντιζοων  ο  αρχαίος  κόσμος,  ερείπιων,  ες  ων 
εδόθη  εις  ημάς  άνισταμένους  εις  τέλος  μετά  μακραίωνα  δουλείαν  ή 
βαρεία  ένολή  νάναπλάσωμεν  νέαν   Ελλάδα. 

Αυτή  εκείνη  ή  Ακρόπολις,  ή  ξενίσασα  χθες  τους  ίεροφάντας  της 
προς  τήν  αρχαιότητα  λατρείας  τους  προθύμως  συρρεύσαντας  εις  αυ- 
την  απο  πάσης  γωνίας  της  οικουμένης  ως  εις  άλλο  ιερόν,  ου  διατη- 
ρείται ές  άεϊ  άσβεστος  ό  λύχνος,  είνε  συμβολον  πασιφανές  τών  υπο- 
χρεώσεων,   αλλά   καϊ    τών   προόδων,    ας  έπετέλεσεν   ή    νέα     Ελλάς, 


—  24  — 

προςκειμένη   πάντοτε    πιστώς    εις  την    εκ    της  αρχαιότητος    κληρονο- 
μίαν. 

Ό  νε'ος  "Ελλην  εδέησε  να  συναπελευθερώση  πρώτον  δουλεύοντα 
τον  ίίρόν  βράχον  της  Αθηνά;  και  άπαλλάξη  έπειτ'  αυτόν  τών  βαρ- 
βάρων προςκτισμάτων,  άτινα  έπεσώρευσαν  έπ  αυτόν  αιώνες  όλοι 
παρακαής,  εκπτώσεως  και  δουλείας,  και  αναστύλωση  εκ  τών  ενόν- 
των τά  μοιραίως  πεπτωκότα,  πριν  η  δυνηθή  νά  καλέση  υμάς  εις  την 
μεγάλην  πανηγυριν  της  χθες,  καθ'  ην  έτελέσθησαν  συγχρόνως  τά 
Ελευθέρια  της  Ακροπόλεως  και  τά  νέα  πανεθνή  Παναθήναια,  εις  ά 
απέστειλε  τάς  ευλαβείς  αΰτοΰ  θεωρίας  ό  πεπολιτισμένο;  κόσμος  άπαν- 
ταχόθεν  έ'νθα  ύπάρχουσι  διεσπαρμένοι  οί  εν  πνεύματι  άποικοι  και  συμ- 
μαχοι  τών  αρχαίων    Αθηνών,   άδελφα  τέκνα  της   Ελλάδος. 

Έν  τω  αύτφ  πνεύματι  έργαζόμενον  τό  Έθνικόν  Πανεπιστήμιον 
της  Ελλάδος  χαίρει  χαράν  μεγάλην  δεξιούμενον  σήμερον  τους  άρι- 
στεϊς  τών  αρχαιολογικών  ερευνών  έν  ταύτη  τη  αΐθούση,  έν  ή  βλέπετε 
άνηοτημένας  έξ  ενός  μεν  τάς  εικόνας  του  'Ρός  και  του  'Ραγκαβή,  εξ 
έτέοου  δε  την  του  Κουμανούδη  και  ήτις  μέλλει  νάπηχήση  τάκού- 
σματα  υμών  τά  σοφά.  Τών  νεωτάτων  οντες  έν  τη  συναδελφική  ακα- 
δημαϊκή φορεία,  είμεθα  ούχ  ήττον  υμών  αρχαίοι,  αν  προςμετρήσω- 
μεν  τους  αιώνας  τους  παρελθόντα;  άπό  τών  ημερών,  καθ'  ά;  φυγά- 
δες ημών  πατέρες  εκ  του  πίπτοντος  Βυζαντίου  διέσωσαν  εις  τάς  πό- 
λεις τών  Έσπερίων  τας  πρώτας  δέλτους  καϊ  τους  πρώτους  λίθους, 
έξ  ων  άνέτειλεν  άναγεννηθεΐσα  καϊ  άναγεννήσασα  τον  μεσαιωνικόν 
κόσμον    τη;    αρχαιότητος    ή    αγάπη    και   μελέτη. 

Μεγαλυνθέντες  δ'εκτοτ'  έν  έλευθέρω  βίω  ως  μαθηταί  αυτών  ύπερη- 
κοντίσατε  τους  διδασκάλους  και  υπήρξατε  οί  μυσταγωγοί  ημών  ώς 
ύποφήται  της  λατρείας  τών  ίδιων  ημών  προγόνων.  Μέλλοντες  δέ  νά 
τιμηθώμεν  διά  της  μεθ'  υμών  συνεργασίας  έν  ταύταις  ταϊς  ήμέραις, 
δεν  άποκρύπτομεν  την  χαράν  ημών  και  την  εύγνωμοσύνην,  δτι  έν  τώ 
Έθνικφ  τούτω  [Ιανεπιστηαίω  τών  Ελλήνων  θέλει  συναδελφώσει  έπ' 
άγαθώ  της  επιστήμης  διδασκάλους  καϊ  ααθητάς  ή  αύτη  λατρεία  προς 
την  άρχαίαν  "Ελλάδα,  παγκόσμιον  πατρίδα  τού  καλού  και  μεγάλου, 
πότνιαν  και  κοινήν  μητέρα  και  ημών  καϊ  υμών. 


ΝΕΟΙ   ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ  ΕΝ  ΤΗ  ΙΣΤΟΡΙΚΗ   ΕΡΕΤΝΗ  * 


Ή  άνάρρησίς  μου  έπϊ  την  πρυτανείαν  του  Εθνικού  Πανεπιστημίου 
πρώτον  καθήκον  μοι  επιβάλλει  να  εύναριστήσω  του:  συναδέλφους  επί 
τη  ομοθύμως  έπιδεινθείση  μοι  τιμή  και  εμπιστοσύνη,  ην  συνεμερίσθη 
ή  Κυβέρνησις  και  έκύρωσε  δια  της  υπογραφής  Αυτού  η  Α.  Μ.  ό  Βα- 
σιλεύς. Την  τιμήν  δε  ταύτην  και  έμπιστοσύνην  δεν  άγομαι  ύπό  υπερ- 
φροσύνης  να  διεκδικήσω  υπέρ  έμου  αΰτοΰ,  έσχατου  μεταξύ  τών  συνά- 
δελφων, άλλ'  ύπολαμβάνω  άποδοθεΐσαν  εις  τον  κλάδον  όν  άντιπρος- 
ωπεύω  έν  τω  άνωτάτω  τούτω  πανδιδακτηρίω.  Οί  εν  αΰτφ  ΰποφηται 
της  επιστήμης  ηθέλησαν  βεβαίως  να  δείξωσι  δια  της  εκλογής  αυ- 
τών, ότι  τιμώσι  καϊ  γεραίρουσιν  ώ;  παράγοντα  έπιστημονικόν  άμα 
και  έθνικόν  τάς  ιστορικά:  μελετάς,  εις  ας  χαίρων  αφιέρωσα  κάγώ  τον 
βίον  δλον. 

ΤΗτο  δε  καιρός  να  έπιδειχθή  επισήμως  παρά  τών  άντιπροςώπων 
της  επιστήμης,  ους  εταςεν  ενταύθα  ή  πολιτεία  θεματοφύλακας  τών 
επιστημονικών  υποχρεώσεων,  ιδιάζουσα  τις  στοργή  προς  τάς  ίστορι- 
κάς  μελετάς  έν  ήμέραις,  καθ'  ας  αύται,  όσημέραι  μάλλον  προαγόμεναι 
και  τιμώμεναι  άπαντα/οΰ,  δεν  ετυχον  εΐςέτι  παρ'  ήμΐν  της  προςδοκω- 
μένης  προςο/ής  καϊ  ενθαρρύνσεως,  οΰδ'  άνηλθον  εις  τήν  προςήκουσαν 
περιωπήν. 

Ό  προ  μικρού  λήξας  δέκατος  ένατος  αιών  δύναται  νά  θεωρηθή  άφ 
ενός  μεν  ό  αιών  τών  φυσικών  επιστημών  και  τών  μηχανικών  προό- 
δων, άλλ'  άφ'  ετέρου  έζ  ίσου  ό  αιών  της  ιστορίας.  Καϊ  πρώτον  μεν 
ό  κύκλος  αυτής  ηϋρύνθη  άφ'  ης  ημέρας  ό  μέγας  Βοοίίΐΐ  ήξίωσε  νά  διά- 
γνωση καϊ  καθορίση  ώς  ίστορικήν  έπιστήμην  τήν  φιλολογίαν  διά  του 
περιωνύμου  ορισμού  αυτού,   καθ'  δν  ή  φιλολογία  εϊνε  ή  άνάγνωσις  τών 

*  Λόγος  έπίτϊ)  έπισήμω  έγκαταστάσει  ει;  τήν  πρυτανείαν  του  Έθνικοΰ  Πανεπιστη- 
μίου εκφωνηθείς  τη  15  Ιανουαρίου   1905. 


—  η  — 

εγνωσμένων.  "Εκτοτε  δε  βήμα  προς  βήιχα  συμπορευόαεναι  ή  φιλολο- 
γία καί  ή  ιστορία  ήδυνήθησαν  νάγάγωσιν  είς  αληθώς  νέαν  άποκάλυ- 
ψιν  του  αρχαίου  κόσαου  δι»  των  ανασκαφών  καί  της  εξερευνήσεως 
της  Αιγύπτου,  της  Άσσυοίας  και  της  Βαβυλωνίας,  της  Περσίας  και 
της  Μηδίας,  των  χωρών  ας  ωκουν  οΐ  ιθαγενείς  και  οι  έπήλυδες  λαοί 
της  Μικράς  Ασίας,  της  Καρχηδόνος  και  της  Παλμύρας,  άλλα  μάλι- 
στα δια  της  λατρείας  και  της  άφοσιώσεως,  μεθ'  ης  ή  νέα  επιστήμη 
έπεδόθη  εις  την  έξερεύνησιν  τών  εξωτερικών  τυχών  και  του  εσωτερι- 
βίου,  τών  γραμμάτων  και  τών  τεχνών  της  Ελλάδος  καί  της  'Ρώ- 
μης.  Ούδ'  έ'γεινεν  εΰρύτερον  μόνον  τό  έδαφος  της  έρεύνης  καί  άνεω- 
χθησαν  είς  τους  οφθαλμούς  του  πεπαιδευμένου  κόσμου  χώροι  τέως  άγνω- 
στοι και  κεκαλυμμένοι  ύπο  του  πέπλου  της  λήθης,  άλλα  συν  τή  επεκ- 
τάσει  του  ιστορικού  εδάφους  απέβη  κριτικωτέρα  η  μέθοδος  της  ζητή- 
σεως καί  ασφαλεστέρα  η  βάσανος  τών  Ιστορικών  αληθειών  εν  τε  τν3 
εξετάσει  τών  συγγραφέων  καί  εν  τή  μελέτη  τών  πορισμάτων  τών  άνα- 
θρωσκόντων  άπό  τών  ερειπιώνων. 

Ή  δε  ασφάλεια  εκείνη,  ην  άπέκτησεν  η  επιστήμη  άποκαλύπτουσα 
καί  έρευνώσα,  χειριζόμενη  καί  πολλαπλασιάζουσα  τάς  αρχαίας  πη- 
γάς,  μετωχετεύθη  κατά  μικρόν  έπ'  άγαθώ  της  έρεύνης  καί  εις  τάς 
ίστορικάς  περιόδους  τών  μέσων  αιώνων  καί  τών  νέων  χρόνων.  Ουδέ 
υπήρξε  καί  έν  τή  μελέτη  του  όψιγενεστέρου  τούτου  παρελθόντος  μό- 
νον κέρδος  εν  τοις  νεωτέροις  χρόνοις  ό  δια  της  κριτικής  έξονυχισμός 
καί  ή  έπακρίβωσις  του  ορθού"  καί  του  άληθοΰς,  άλλα  καί  τούτων  τών 
μελετών  ηΰρύνθη  ό  όριζων  δια  διφήσεων  αναλόγων  προς  τάς  άνασκα- 
φάς  τών  άοχαίων  ερειπίων.  Μοναστηριακαί  βιβλιοθήκαι  κεκονιαμέναι 
απεδόθησαν  εις  τό  φώς,  αγνοούμενοι  ή  μη  μελετηθέντες  κώδικες  άνε- 
ωχθησαν  καί  έγνώσθησαν,  κεκρυμμένων  ταμιείων  θησαυροί  άνεγράφη- 
σαν,  ιδιόγραφα  παρημελημένα  ήρευνήθησαν,  οημόσια  γράμματ  άρ- 
χειοφυλακείων,  άτινα  δίκην  άλλου  Κέρβερου  περιεφρούρει  τό  απόρ- 
ρητον της  πολιτείας  ή  της  εκκλησίας,  άνεπετάσθησαν  έλευθερίως  είς 
τους  έρευνητάς. 

Καί  ή  μεν  περί  τήν  άρχαίαν  φιλολογίαν  σπουδή  ηύτύχησε  νά  ί'δη 
τάς  μελετάς  αυτής  εΰρυνομένας  διά  της  αναγνώσεως  γραφών  τέως 
άδιαγνώστων  καί  μυστηριωδών,  διά  τής  άποκαλύψεως  γλωσσών  άγνο~ 
ουμένων,  διά  τής  διαγνώσεως  τής  γλωσσικής  συγγενείας  λαών  κατά  τό 


—  27  — 

φαινόμενον  δλως  ξένων  προς  αλλήλους,  διά  της  ανευρέσεως  λογοτεχνι 
κών  προϊόντων  άπολωλότων.  Άλλα  δέν  ΰπήρξεν  ολιγώτερον  ευτυχής 
ή  περί  τάς  γλώσσας  και  λογοτεχνίας  των  νεωτέρων  εθνών  έρευνα, 
κατορθώσασα  νά  συμπαράταξη  εις  τήν  μελέτην  των  αρχαίων  εκείνων 
γλωσσών  τήν  δια  της  αυτής  κριτικής  και  αναλόγου  γλωσσικής  ευρυ- 
μάθειας έξέτασιν  τών  νεολατινικών  γλωσσών,  των  γερμανικών,  τών 
σλαβικών,  τής  αραβικής,  τής  νεοπερσικής,  τής  τουρκικής  και  τών 
πνευματικών  αυτών  δημιουργημάτων.  Άφ'  ετέρου  δέ,  καθ'  ά  ή  άρ- 
χαιολατρεία  περισυνήγαγεν  είς  ευπρεπή  και  καλλιμάρμαρα  μουσεία 
πάν  κατάλοιπον  τής  αρχαιότητος  εϊτε  μέγα  είτε  μικρόν,  άπό  παντός 
καλλιτεχνήματος  ή  λειψάνου  του  αρχαίου  βίου  καραδοκούσα  τελεςφό- 
ρον  τήν  διαφώτισιν  τής  αρχαιότητος,  ούτως  όμοια  δικαιώματα  εδό- 
θησαν άφ'  ενός  [/έν  εις  τα  καλλιτεχνικά  δημιουργήματα  και  τα  λοιπά 
κατάλοιπα  τών  μέσων  και  τών  νεωτέρων  χρόνων,  άφ'  ετέρου  δε  είς 
τάς  παντοίας  έξωτερι^άς  εκδηλώσεις  τής  εθνολογικής  υποστάσεως  τών 
λαών  έν  τη  διακοσμήσει  του  σώματος,  έν  τή  περιβολή  αυτών,  έν  τη 
σκευή  τής  οικίας,  εν  τω  όπλισμώ.  Τέλος  δέ  και  βαθύτερον  έπειράθη 
νά  εΐςχωρήση  ή  έπιστήμο  δια  τής  λαογραφίας,  μελετώσα  τους  λαούς 
καθ'  εαυτούς  ή  έν  συγκρίσει  προς  αλλήλους  και  προςπαθοΰσα  νά  εις— 
δύση  εις  τά  μυστήρια  αυτής  τής  λαϊκής  ψυχής  και  πειρωμένη  νάνα- 
γάγη  είς  σύστημα  τήν  έξερεύνησιν  αυτής  διά  τής  κληθείσης  ψυχολογίας 
τών  λαών  ή  ψυχικής  ανθρωπολογίας  (νδ11ί6Γρ83<"θΗθ1υο;ϊβ). 

Ούτω  τήν  σήμερον  διά  τών  φιλολογικών  ερευνών,  διά  τών  αρχαιο- 
λογικών ανασκαφών  και  μουσείων,  τών  αρχείων,  τών  ιστορικών,  τε- 
χνολογικών και  εθνολογικών  μουσείων  και  τών  λαογραφικών  συλλο- 
γών συναπαρτίζεται  εϊπερ  ποτέ  πλήρες  τό  δίκτυον  τής  πολυμερούς 
εξετάσεως  του  παρελθόντος  και  διαφωτίζονται  έν  διαστάσεσιν  ευρυ- 
τάταις  τά  κατά  τον  άνθρωπον  και  τους  διαφόρους  λαούς  έν  τή 
ιστορία. 

Τά  δέ   ούτως    έν  τή  ιστορική  αυτών    δράσει   καϊ  αΰθυπαρζί^,   αλλ 
άφ'  έτερου  έν  αλληλεγγύη    και  αλληλουχία    μετά  ζωηροτητος,  κριτι- 
κής ασφαλείας    καϊ   μετ'  αληθών    χρωμάτων    γινωσκομενα    άτομα   καϊ 
έθνη  πολλαχώς  γνωριμώτερα  καθιστάνε1,    είς  ημάς,  πολλά    έν  τω  βίω 
αυτών  ορθώς  έρμηνεύουσα,  ή  όσημέραι  ευρύτερα  και  εγγύτερα  γνώσις 


—  28  — 

των  εστιών  της  ιστορικής  αυτών  δράσεως.  Όφείλομεν  δέ  ταύτην  εις 
την  έπέκτασιν  και  τελείωσιν  τών  γεωγραφικών  ερευνών. 

Πράγματι  η  γεωγραφία,  ήτις  οέν  απαριθμεί  μόνον  έρευνητάς  δια 
τών  αιώνων,  άλλα  και  μάρτυρας,  ε  ί'  τ  ε  προς  τους  πάγους  του  βορείου 
πόλου  παλαίσαντας  είτε  προς  τους  άνρίους  λαούς  χωρών  τέως  άβα- 
των άντιμετρηθέντας.  ήδυνήθη  έν  τω  αίώνι  της  αυξούσης  επικοινω- 
νίας νά  επιτέλεση,  θαύματα,  εΐςηγουμένου  του  μεγάλου  ΒίΙΙβΓ.  Και 
δη  οΰ  μόνον  άγνωστους  ζώνας  της  γης  έμελέτησεν,  άλλα  και  συνε- 
σχέτισε  την  χώραν  προς  τον  άνθρωπον  συμφώνως  προς  τους  αριστο- 
τελικούς και  τους  ιπποκράτειους  κανόνας,  και  απέβη  ούτως  αληθής 
οφθαλμός   της   ΰπ'  αυτής   έν   πολλοίς    διαυγαζομένης    ιστορίας. 

Την  δέ  ούτως  έ'κ  τε  εαυτής  και  δια  της  βοηθείας  τών  συγγενών 
και  επικουρικών  επιστημών  προαγομένην  ίστορίαν  συμπροηγαγον  έξ 
ετέρου  ού  μικρόν  τά  κατά  τους  τελευταίους  χρόνους  όσημέραι  τελει- 
ούμενα  μηχανικά  μέσα.  Αί  μεγάλαι  πρόοδοι  της  φωτογραφίας  και 
τών  μετ'  αυτής  συνδεομένων  η  άπ'  αυτής  άπορρεουσών  τεχνών,  ή 
πολλαπλασίασις  τών  εφαρμογών  του  ηλεκτρισμοί),  ή  προαγωγή  της 
μεταλλοτεχνίας  έν  τη  άναπαραστάσει  αρχαίων  και  μεσαιωνικών  μι- 
κροτεχνημάτων και  ό  παντοίος  προβιβασμός  τών  θετικών  επιστημών 
υπήρξαν  ώφελιμώτατα  και  εις  την  έξέλιξιν  τών  Ιστορικών  μελετών. 
Άρκεϊ  νά  φέρω  ως  παράδειγμα  το  τών  άκτίνων  'Ραΐντγεν,  δι'  ων 
διηυκολύνθη  ή  άνάγνωσις  δυςξυμβλήτων  παλίμψηστων  κωδίκων,  ών 
ή  χρήσις  είχε  καταστή  πρότερον  όλως  προβληματική.  Αίτια. δέ  τής 
τοιαύτης  επί  μέρους  εις  άχρηστίαν  καταδίκης  τών  παλίμψηστων  ήτο 
ή  δικαίως  έπεκταθεϊσα  εν  ταΐς  βιβλιοθήκαις  άπαγόρευσις  τών  παν- 
τοίων χημικών  μέσων,  δι'  ών  άλλοτε  οΰκ  άνευ  προφανούς  φθοράς  τών 
χειρογράφων  άπεπειρώμεθα  νάναγνώσο>μεν  τήν  κάτωθεν  τών  έπιγε- 
γραμμένων  νεωτέρων  γραφών  άμυδρώς  ύπολανθάνουσαν  άρχαιοτάτην 
γραφήν. 

Πολύ  δ'  εύκολώτερον  τών  παλίμψηστων  αναπαράγει  σήμερον  ή 
προαχθεϊσα  και  εύχείριστος  φωτογραφία  ού  μόνον  τους  ερειπιώνας 
και  τά  χωρία  τών  μαχών,  τά  μνημεία  του  παρελθόντος  και  τάς  επι- 
σήμους σκηνας  τών  καθ'  ημάς  χρόνων,  άλλα  και  εύωνα  πανομοι- 
ότυπα κωδίκων  και  εγγράφων  έν  άπομεμακρυσμέναις  βιβλιοθήκαις 
και  δυςπροςίτοις  πολλάκις    εις  τον  έρευνητήν   άρχείοις    άποκειμένων, 


—  29  — 

ών  τήν  άναπαράστασιν  ευχερώς  επιτρέπει  ή  συν  τω  χρόνω  μεγάλως 
αύξηθεϊσα  ελευθεριότης  των  διευθυνόντων  τάς  συλλογάς  έκείνας  η  τών 
κυβερνήσεων  Προβαίνει  μάλιστα  ή  έλευθεριότης  αύτη  επί  τοσούτον, 
ώςτε  καί  μακράν  τών  συλλογών,  έν  αίς  είνε  έναποτεταμιευαένα,  απο- 
στέλλονται τα  χειρόγραφα  εις  άλλα;  βιβλιοθήκας  ή  ενίοτε  και  εις  ίδι 
ώτας  πάσης  πίστεως  άξιους.  Οΰδ'  ανέστειλε  την  ελευθεριότητα  ταύ- 
την  τό  εις  ύπε'ροχον  έρευνητήν,  τον  προπέρυσι  θανόντα  Θεόδωρον 
Μόμμσεν,  έπισυμβαν  ατύχημα,  όςτις  υπέστη  την  θλϊψιν  να  ϊδη  άπο- 
τεφρουμένους  εν  τή  'ώίοί  εαυτού  οικία,  παραναλωθείση  υπό  πυρκαϊας, 
πολύτιμους  κώδικας,  ούς  εΐχον  έμπιστευθή  εις  αυτόν  διάφοροι  της  Ευ- 
ρώπης βιβλιοθήκαι.  Και  ότι  αληθώς  ό  φόβος  της  μοιραίας  παρ'  ίδιώ- 
ταις  και  έν  τ-/)  ξένη  καταστροφής  πολυτίμων  του  παρελθόντος  λειψά- 
νων δεν  είνε  μείζων  της  έν  τοις  δημοσίοις  ταμιείοις  απώλειας  άπέδει- 
ξεν  ή  πρό  ενός  περίπου  έτους  συμβασα  όλεθρία  πυρκαϊά  της  βιβλιο- 
θήκης του  Ταυρίνου,  καθ'  ην  κατεστράφησαν  συν  τοϊς  άλλοις  πολύ- 
τιμα ελληνικά  χειρόγραφα  μεγίστης  σημασίας  διά  τε  την  εκκριτβν  λο• 
γοτεχνίαν  και  τήν  μεσοχρόνιον  του  έθνους  ημών  ίστορίαν.  Έλαχίστην 
δε  όλως  παρηγορίαν  έν  τω  μεγέθει  της  άπωλείας  παρέχει,  κατά  τήν 
ήδη  υπό  του  Κ.ΓΐΐΠΐΙ)αθ1ΐ6Γ  γενομένη  ν  παρατήρησιν,  ή  αγαθή  αληθώς 
σύμπτωσις,  ότι  βραχύν  πρό  της  βαρείας  εκείνης  συμφοράς  χρόνον  έμε- 
λετηθησαν  ίκανα  τών  εις  τους  μέσους  αιώνας  του  ελληνισμού  αναγο- 
μένων χειρογράφων  \ής  βιβλιοθήκης  εκείνης  ύπο  τοΰ  Γερμανού  Ηθί- 
8θίΐΙ)6Γ§  και  εμού,  τελούντων  αμφοτέρων  άποστολήν  ύποστηριχθεϊσαν 
υπό  της  έν  Μονάχω  Βαυαρικής  ακαδημίας  τών  επιστημών. 

Ενεκα  δε  της  καθ'  όλου  προόδου  τών  μηχανικών  μέσων  της  άπο- 
τυπώσεως  τών  πηγών  και  της  αναπαραστάσεως  τών  ιστορικών  και 
αρχαιολογικών  τόπων  δυνάμεθα  ούτως  ειπείν  σήμερον  νά  μελετήσω- 
μεν  έν  μέρει  έπ'  αυτού  ημών  τού  γραφείου  απείρως  εΰχερέστερον  ή 
άλλοτε  τα  μνημεία  χωρών  απομεμακρυσμένων  και  άνελθωμεν  άπονητί 
εις  το  παρεληλυθός,  συγκεντροϋντες  έπί  το  αυτό  τάπώτατα  έν  χρονω 
και  χώρω.  Οΰ  μόνον  δε  ήμεΐς  δυνάμεθα  νά  μελετήσωμεν  αΰτα,  άλλα 
και  κατορθούμεν  νάναπαραστήσωμεν  αΰτα  ευκόλως  έν  ίκανώς  μεγά- 
λαις  διαστασεσι,  και  δή  οΰ  μόνον  έν  στάσει,  άλλα  και  έν  κινήσει,  καϊ 
εις  τους  άλλους  έν  τή  ιδία:  αυτών  έδρα,  καθιστάμενους  ούτως  άνευ 
μετακινήσεως  άπ'  αυτής  αύτοπτας  θεατάς  μνημείων,  τοπίων  και  σκη- 


-  30  — 

νών  άλλων  χωρών  και  χρόνων.  Ουδέ  κατέστη  δυνατή  μόνον  η  άνευ 
πραγματικής  θέα;  αυτοψία  των  απωτάτων  έν  χρόνψ  και  χώρω,  άλλ' 
επετεύχθη  και  ή  αύτηκοία  άνευ  αύτηκοίας,  άν  δύναμαι  να  εκφρασθώ 
ούτω,  δια  της  εφαρμογής  τών  μηχανημάτων,  εις  α.  έναποτυποΰται  ή 
φωνή  ατόμων  η  η  ύπαμοιβή  τών  διαλεγομένων  η  ή  βοή  πλήθους  συν- 
ηθροισμένου  επί  το  αΰτο  η  ό  λόγος  ρήτορος  η  το  άσμα  μονοφωνοϋν- 
τος  άοιδοΰ  η  ή  χορωδία  πολυφώνων  χορών. 

Ούτως  αϊ  ύελοι  τών  φωτογραφικών  προβολών,  τα  ελάσματα  τοϋ 
κινηματογράφου  και  αί  πλάκες  και  οι  κύλινδροι  του  φωνογράφου  μετα- 
βάλλονται λεληθότως  εις  πηγάς  ίστορικάς,  δι'  ων  οΰ  μόνον  άναπαρί- 
στανται  βραχΰν  χρόνον  μετά  την  τέλεσιν,  άλλ'  έναποταμιεύονται  προς 
πιστήν  άναπαράστασιν  και  έν  τω  μέλλοντι  σκηναί  Ιστορικά!  η  έπειςό- 
δια  του  βίου  ώρισμένων  άτομων  η  αί  φωναϊ  αυτών,  τά  δημώδη  άσματα 
και  αί  φθογγικαί  ΐδιορρυθμίαι  τών  διαλέκτων. 

Καί  σήμερον  μεν  πάντα  τά  τοιαύτα  θεώμενοι  ή  άκούοντες  εκλαμ- 
βάνομεν  ως  απλώς  τερψίθυμα  ή  διδακτικά  θεάματα  ή  ακροάματα. 
Άλλα  δυςυπολόγιστος  θα  εινε  ή  έν  τω  μέλλοντι  ές  αυτών  ωφέλεια, 
δταν  παρέλθη  χρόνος  πολύς  άπό  της  έναποτυπώσεως  ή  έναποταμιεύ- 
σεως  τών  παρωχημένων  θεαμάτων  και  ακουσμάτων  και  όταν  μάλιστα 
έτι  μάλλον  τελειωθώσι,  τοϋ  χρόνου  προϊόντος  καί  της  επιστήμης  περαι- 
τέρω προαγόμενης,  τά  μηχανήματα  της  παραμονίμου  αναπαραγωγής 
τών  σκηνών  καί  ακροαμάτων  του  παρελθόντος.  Έν  χρόνοις  πολύ  μετα- 
γενεστέροις  θά  είνε  ευτυχείς  οί  απόγονοι  ημών  παριστάμενοι  εις  τήν 
ζωντανήν  άναπαράστασιν  εκείνων  άτινα  ήμεϊς  σήμερον  θεώμεθα  ή 
άκούομεν  ώς  σύγχρονοι.  Μέγα  μέρος  του  παρελθόντος  θά  είνε  όρατόν 
καί  άκουστόν  ζωηρώς  δια.  τών  αυτών  χρωμάτων,  τών  αυτών  κινή- 
σεων, τών  αυτών  ήχων  τών  συμπαρομαρτούντων  κατά  τήν  τέλεσιν 
γεγονότων  παρελθόντων  προ  αιώνων  όλων  οί  δε  φιλίστορες  του  μέλ- 
λοντος θά  δύνανται  έν  δεδομένη  ώρα  καί  κατ'  ιδίαν  βούλησιν  νά  πει- 
ραματίν,ωνται  τρόπον  τινά  επί  τών  ιστορικών  συμβάντων,  καθ'  όν 
τρόπον  πειραματίζεται  ό  φυσικός  ή  χημικός  έπί  τών  φυσικών  φαι- 
νομένων. 

Όποια  δε  ή  ευεργεσία  της  ιστορικής  διδασκαλίας  τών  έπιγενεστέ- 
ρων  έκ  της  τοιαύτης  έμμεσου  αυτοψίας  καί  αΰτηκοίας  όυνάμεθα  νά 
αϊσθανθώμεν   μάλιστα,  άν  φαντασθώμεν,    ότι  ήμεΐς   αυτοί  ή&υνάμεθα 


—  31  — 

νά  έ'χωμεν  σήμερον  τοιαύτας  αναπαραστάσεις  έκ  του  απωτάτου  παρελ- 
θόντος. 

Φαντάσθητε  έπί  παραδείγματι  φωνογράφον  άνταποδίδοντα  εις  ήμας 
την  θυελλώδη  έπί  της  ναυαρχίδος  του  Εϋρυβιάδου  συζήτησιν  μεταξύ 
του  αρχιστρατήγου  εκείνου  των  Λακεδαιμονίων  και  του  στρατηγοί» 
των  Αθηναίων  Θεμιστοκλέους  ή  αναπαράγοντα  μίαν  δηαηγορίαν  του 
Περικλέους  έπί  της  Πνυκός  ή  την  λοισθίαν  φωνήν  του  θνήσκοντος 
Αλεξάνδρου.  Φαντάσθητε  προβολήν  φωτεινής  εικόνος  δεικνυούσης  εις 
ημάς  το  πεδίον  των  Πλαταιών  την  ώραν  της  συγκομιδής  των  περσι- 
κών λαφύρων  ή  τήν  άποψιν  τής  έν  τω  Παρθενώνι  εκκλησίας  Πανα- 
γίας τής  Άθηνιωτίσσης  προςφάτως  ετι  διακόσμου  ύπό  τών  αναθημά- 
των άτιν'  άνεβίβασεν  εις  τήν  Παρθένον  κατελθών  άπό  τών  πεδίων  τών 
βουλγαρικών  αυτού  νικών  Βασίλειος  ό  Βουλγαροκτόνος.  Φαντάσθητε 
κινηματογράφον  παριστάνοντα  έν  εΐκόνι  ζώση  και  έναλλασσούση  τάς 
συγκινήσεις  τών  ανακτόρων  τών  Σούσων  έπι  τφ  άγγέλματι  τής  έν 
Σαλαμϊνι  συμφοράς  τών  Περσών,  οίας  άπετύπωσαν  οί  μεγαλήγοροι 
στίχοι  του  Αισχύλου,  ή  μίαν  σκηνήν  έν  ταϊς  άγυιαϊς  τών  Αθηνών  έν 
ταϊς  ήμέραις  τού  λοιμού,  οίον  περιέγραψεν  ό  απαράμιλλος  ν^οωστήρ 
τού  Θουκυδίδου,  ή  τά  βαία  τής  χαράς  και  τήν  μέθην  της  νίκης,  ότε 
άπαλλαγεϊσα  τής  ύπό  τών  Άβάρων  πολιορκίας  και  λυτρωθεΐσα  τών 
δεινών  άνέπεμπεν  ή  Πολις  τή  ύπερμάχω  στρατηγώ  τά  νικητήρια,  ή 
τήν  στυγνήν  όψιν  τής  βασιλευούσης  τήν  ώραν,  καθ'  ην  έπιπτε  του  γέ- 
νους ό  ύστατος  πρόμαχος  Κωνσταντίνος  και  είςήλαυνεν  εις  τήν  Πόλιν 
ό  πορθητής,  ή  την  ώραν  τέλος,  καθ  ην  μετά  δουλειαν  τεσσάρων  αιώ- 
νων και  αγώνας  υπεράνθρωπους  επτά  δυςκληρων  άλλα  καϊ  ένδοξων 
ετών  έχχιρέτιζον  οί  έλευθερωταί  ευέλπιδες  εύελπιν  εΐςερχομενον  εις 
το  Ναύπλιον  τον  πρώτον  βασιλέα  τής  ίκ  τού  τάφου  άνεγερθεισης 
Ελλάδος. 

*Αν  τοιαύτας  εϊχομεν  προ  ημών  πολλαπλασίονας  εικόνας  έκ  πάν- 
των τών  αιώνων  του  παρελθόντος,  αν  τοιαύται  περιεοομβουν  τά  ώτα 
ημών  απηχήσεις  έκ  τών  τάφων,  φωναί  ζώσαι  νεκρών  προαιώνιων,  ή 
Ιστορία  δεν  θά  ήτο  ανάγνωσμα  πλέον  καϊ  μελέτημα,  άλλα  θά  ήτο 
θέαμα  καϊ  άκουσμα*  θα  έζώμεν  ούτως  ειπείν  έν  αύτη  και  θά  κατε- 
σκευάζομεν  τρόπον  τίνα  ή  τουλάχιστον  θάνακατεσκευάζομεν  αϋτην. 

Άλλ'   ας  μή  παραπλανά  ήμας  τελείως  ή  άποθαυμάστωσις  τής  διά 


—  32-— 

των  νέων  μηχανικών  μέσων  φανταστικής  αναπαραστάσεως  των  παροι- 
χομένων  χρόνων.  Θα  έλειπε  πάντοτε  κάτι  τι,  ως  θα  λείψη  δσον  τέ- 
λεια και  αν  άποβώσι  τα  μηχανικά  ταΰτα  μέσα  εν  τφ  μέλλοντι  και 
αληθώς  ευεργετικά  εν  τη  οιονεί  άμέσω  εποπτεία  της  ιστορίας.  Θά 
βλέπωσιν  οί  μεταγενέστεροι  αληθώς  και  άκούωσιν  οιονεί  ζώσας  τάς 
μορφάς  τών  εκπαλαι  κεκοιμημένων*  θά  διέρχωνται  προ  αυτών  ζωο- 
φανεϊς  και  κεκινημένοι  οί  δράσαντες  έν  τη  ιστορία  εν  ω  τόπω  έδρασαν, 
μετ'  απαράμιλλου  πίστεως  άναπαρισταμένω"  θά  έπιδεικνύωσι  τά  δια- 
φράγματα τών  προβαλλομένων  φωτεινών  εικόνων  και  τών  κινηματο- 
γράφων τάς  όψεις,  τάς  φυσιογνωμίας,  τάς  κινήσεις,  τάς  έξωτερικάς 
εκφράσεις  τών  μύχιων  αισθημάτων  τών  ατόμων  και  τών  λαών  κατά 
τάς  σκηνάς  της  ιστορίας"  θάπηχή  ό  φωνογράφος  την  χαράν  η  την 
θλϊψιν,  την  όργήν  ή  τον  έ'λεον  έν  τη  εξωτερική  διά  τών  φωνητικών 
οργάνων  εκδηλώσει  της  ένδομυχούσης  ψυχής.  Άλλα  θά  είνε  διά  παν- 
τός αφανής  και  άνήκοος  αυτή  ή  ψυχή  τών  δρασάντων  έν  τη  ιστορία" 
θά  έξακολουθήσωσι  νά  μένωσι  κεκρυμμένα  τά  ελατήρια  τά  κινοΰντα 
τους  ιστορικούς  άνδρας  και  τά  έθνη.  Θά  είνε  συμφανεΐς  μόνον  μεμο- 
νωμέναι  σκηναί  αποτελεσμάτων,  θά  έξακολουθώσι  δέ  υποκείμενα  εις 
τήν  μελέτην  και  άναμε'νοντα  τήν  σοφήν  ζήτησιν  του  ίστοριοδίφου  τά 
αίτια,  και  δεν  θά  παύσωσι  λανθάνοντες  οί  προς  άλληλα  συνδυασμοί 
τών  κατά  μέρος  γεγονότων.  Ή  είκών  θά  είνε  πιστή,  ωραία,  ζωηρά 
παράστασις,  άλλα  θά  είνε  πάντοτε  είκών  και  'οΰοεν  πλέον  ό  ήχος 
θάποβή  ποτέ  ϊσως  λιγυρός  και  λαμπρόφωνος,  αποδίδων  αυτήν  τήν 
φύσιν,  άλλα  δεν  θά  παύση  νά  είνε  κροΰμα  έκβαλλόμενον  άπό  ελαστι- 
κών και  μετάλλων  και  δχι  έξερχόμενον  άπ'  αύτου  του  ένσάρκου  εκεί- 
νου αγάλματος,  εις  δ  ό  δημιουργός  έγκατωκισε  τήν  άθάνατον  ψυχήν, 
ήτις  θά  εξακολούθηση  αποτελούσα  το  μέγα  πρόβλημα  του  ιστοριο- 
γράφου. 

Ή  έρευνα  της  κινούσης  ψυχής  θά  εξακολούθηση  και  έν  τω  μέλ- 
λοντι αποτελούσα  τό  μέγα  πρόβλημα  του  ιστοριογράφου,  και  ή  ψυ- 
χολογία τών  ατόμων  και  τών  λαών  δεν  θά  παύση  συγκροτούσα  τό 
κορύφωμα  της  μελέτης.  Ιΐράγματι  ό  ερευνητής,  καίπερ  άναγκαίως 
διατριβών  περί  τά  μικρά  και  τά  έσχατα,  δεν  άποκάμνει  αναζητών 
τό  πρώτον  εκείνο  αίτιον,  και  εις  αυτό  στρέφει  ώς  εις  τελικόν  σκοπόν  τους 
Οφθαλμούς  έν  μέσω  ερευνών  τους  συγγραφείς   και  έρμηνεύων   τά  μνη- 


—  33  - 

μεΐα  και  άνασκαλεύων  τους  ερειπιώνας  και  άποτινάσσων  τον  κονιορτόν 
των  χειρογράφων.  Είνε  δε  ή  ψυχολογική  εκείνη  παρακολούθησι;  των 
αιτίων  έν  μέρει  δλως  διάφορος  της  κριτικής  και  της  μεθόδου,  ην 
έφαρμόζομεν  πειραματιζόμενοι  έπΐ  των  εξωτερικών  εκδηλώσεων  τών 
είς  την  ήμετέραν  βάσανον  υποκειμένων.  Διό  δυνάμεθα  μεν  μεθοδικώς 
εργαζόμενοι  να  κατατάξωμεν  και  άναλύσωμεν  τά  έκ  της  τελέσεως 
τών  πράξεων  είς  ημάς  περιελθόντα  κατάλοιπα,  άλλ'  άδυνατοΰμεν  να 
καυχηθώμεν,  ότι  θα  εΐνε  έπ'  'ίσης  προςιτη  είς  ημάς  ή  άνάλυσις  τών 
κυττάρων  του  ανθρωπίνου  εγκεφάλου,  ουδέ  θα  ήδυνάμεθα  και  τούτου 
επιτυγχάνοντες  να  εΐπωμεν,  ότι  ελύσαμεν  το  αίνιγμα  της  ανθρωπινής 
νοήσεως.  Παρ'  όλας  τάς  έν  τοις  τελευταίοις  χρόνοις  προόδους  της 
φυσιολογικής  ψυχολογίας  αυτός  ό  έκ  τών  κυριωτάτων  αυτής  είςηγη- 
τών  Γουλιέλμος  \¥ΐΐη(1  διαρρήδην  εκφράζεται  ώδε'  « Τό  διανόημα 
»  διαφεύγει  την  δια  τών  αισθήσεων  άντίληψιν  ημών  δυνάμεθα  νάκού- 
»  σωμεν  την  λέξιν  την  έκφράζουσαν  αυτό,  δυνάμεθα  να  ΐδωμεν  τόν 
»  άνθρωπον  τόν  διατυπώσαντ'  αυτό,  δυνάμεθα  νάνατάμωμεν  τόν  έγκέ- 
»  φαλον  τόν  διανοηθέντ'  αυτό,  άλλ'  ή  λέξις,  ό  άνθρωπος,  ό  έγκέφα- 
»  λος  δέν  είνε  τό  διανόημα.  Όμοίω:  τό  αίμα  τό  έν  τω  έγκεφάλω  κι- 
»  νούμενον,  ή  χημική  μετουσίωσις  τών  υλών  ή  έν  αύτώ  τελούμενη,  ή 
»  θερμότης    και    ό    ηλεκτρισμός    οι    εξ    αυτών    έκπηγάζοντες,    πάντα 

»  ταΰτα  δέν    είνε  διανόημα Άλλ'  ό  φυσιοδίφης  ό  ούτω    ταΰτίζων 

»  τό  νοεϊν  και  την  λειτουργίαν  του  εγκεφάλου  προς  άλληλα  άμαρ- 
»  τάνει  καταδήλως  κατ'  αύτου  τοΰ  πρώτου  νόμου  της  λογικής  τών 
»  φυσικών  επιστημών  τοϋ  ορίζοντος,  ότι  μόνον  συνάρτησίς  τις  φαινο- 
»  μένων  δυναμένη  νάποδειχθή  ώς  αναγκαία  επιτρέπεται  νά  έκληφθή 
»  και  ώς  αιτιώδης.  Αιτιώδης  δε  συνάρτησις  μεταξύ  της  λειτουργίας 
»  του  εγκεφάλου  και  της  διανοήσεως  ουδαμώς  απεδείχθη  μέχρι  τούδε». 
Ούτω  τά  ψυχικά  μυστήρια,  τά  κινητικά  αϊτια  τών  πράξεων  τών 
καθ*  εκάστους  ανθρώπων  και  τών  λαϊκών  ομάδων  δέν  δύνανται  νά 
έξερευνηθώσι  διά  τών  συνήθων  κριτηρίων  και  πειστηρίων  τών  αποτε- 
λούντων τήν  βάσιν  της  ιστορικής  εξετάσεως.  "Ενεκα  τούτου  δέ  τοΰ 
λόγου  και  ή  διά  τών  μηχανικών  μέσων  προαγόμενη  και  πολύ  μάλλον 
μέλλουσα  νά  προα^θή  έν  τω  μέλλοντι  προςέγγισις  προς  τήν  αύτηκοίαν 
και  αυτοψίαν,  ήτις   καθιστάνει  πολύ    άσφαλεστέραν    τήν  ζήτησιν  τοϋ 

ΣΠΓΡ.    Π.    ΛΑΜΠΡΟΓ,    ΜΙΚΤΑΙ    ΣΕΛΙΔΕΣ.  ^ 


—  34  — 

Ιστοριοδίφου,  δεν  δύναται  να  λύση  δια  μιας  και  τα  επιβαλλόμενα  είς 
ήμ£ς  ψυχολογικά    προβλήματα. 

αι  όμως  και  εν  τούτω  όια  της  συν  τω  χρονω  αναπτυζεως  το>ν 
μηχανικών  μέσων  θέλει  επέλθει  ού  μικρά  πρόοδος"  διότι  θά  καταστή 
περιττή  ή  έμμεσος  από  των  εικόνων  καϊ  των  λίθινων  προτομών  ψυ- 
χολογία, ήτις  απετέλεσε  την  άσχολίαν  ιστορικών  τίνων,  εν  οίς  προ- 
εξέχει ό  Ββαίθ.  Βεβαίως  ή  έν  στάσει  άμα  και  κινήσει  πιστή  άνα- 
παράστασις  τών  προςωπικών  χαρακτήρων  τών  εν  τη  ιστορώ  δρών- 
των  προςώπων  κατ  αυτήν  μάλιστα  τήν  άκμήν  της  τελέσεως  τών 
γεγονότων  δεν  άγει  μεν,  πολλού  γε  καϊ  δει,  εις  αυτήν  τήν  άνάλυσιν 
τών  κυττάρων  του  εγκεφάλου,  άλλα  καθιστάνει  εις  ημάς  πολύ  άμε- 
σωτέραν  τήν  άντίληψιν  της  ένδομυχούσης  ψυχής  τών  δρώντων.  Κρί- 
νβμεν  όπωςδήποτε  πολύ  άσφαλέστερον  περί  τίνος  ανδρός  έχοντες  αυ- 
τόν προ  ημών  αΰτότατον  ή  καϊ  αύτόφωρον  καϊ  θεώμενοι  μεν  τήν 
όψιν,  άκροώμενοι  δε  της  φωνής  αΰτοΰ,  διά  δε  της  αμέσου  εκ  του 
σύνεγγυς  παρακολουθήσεως  τών  εξωτερικών  εκδηλώσεων  πειρώμενοι 
νά  έμβατεύσωμεν  εις  τα  μυστήρια  τής  ψυχής  αΰτοΰ.  Καϊ  ταύτα 
διότι  παν  μεν  το  μεσάζον  έν  τή  ιστορική  έρεύνη,  εϊτε  χρόνου  μήκος, 
εϊτε  τόπου  άπόστασις,  εϊτε  έρμηνεύς  οίοςδήποτε  έπιπροσθών  μεταξύ 
τών  πραγμάτων  αυτών  καϊ  ημών,  δύναται  νάγάγη  είς  παρανοήσεις 
και  παραπλανήσεις"  πολύ  δε  ασφαλέστερος  είνε  ό  Ιστοριοδίφης  ό  προς- 
εγγίζων  όσον  τό  δυνατόν  αυτός  είς  τά  πράγματα  καϊ  προςηλόνων 
έπ'  αυτών  τους  οφθαλμούς  καϊ  τά  ώτα  και  θέτων  τους  δακτύλους 
έπϊ  τον  τύπον  τών  ήλων,  όταν,  εννοείται,  ένυπάρχη  έν  αΰτώ  κρίσις 
όρθη  προς  έκτίμησιν  τών  προςώπων  καϊ  πραγμάτων  καϊ  φιλαλήθεια 
τελεία  προς  ακραιφνή  καϊ  άψευδή  εις  τους  άλλους  μετάδοσιν  τών  ύπ' 
αΰτοΰ  έξευρημένων.  Επειδή  δε  τοιοΰτος  μεσάζων  και  έπιπροσθών 
έρμηνεύς  είνε  καϊ  ό  τεχνίτης  ό  αποδίδων  τήν  μορφήν  ανδρός  τίνος 
Ιστορικώς  δράσαντος,  ή  καϊ  καθ'  έαυτήν  δυςχερής  έκ  τής  εξωτερικής 
δψεως  διάγνωσις  τής  ψυχής  τοΰ  ανθρώπου  αποβαίνει  ετι  δυςχερεστέρα 
καϊ  επισφαλεστέρα,  όταν  δεν  έ'χωμεν  προ  ημών  αυτόν  τον  άνδρα, 
έφ'  ού  επιβάλλεται  νά  ψυχολογήσωμεν,  αλλά  τό  υπό  τοΰ  καλλιτέχνου 
γενόμενον  αποτύπωμα  ή  ερμήνευμα  τής  εξωτερικής  αΰτοΰ  μορφής. 

Ό  ζωγράφος  καϊ   ό  γλύπτης  καϊ  εις  αυτήν  τήν  έν  τοις  καθ'  εκα- 
στον  πιστοτάτην  άπεικόνισιν  τοΰ  προτύπου  εμβάλλει  τι  τό  ϊδιον,  τήν 


—  35  — 

ίδέαν  τοΰ  απεικονιζόμενου,  την  ιδίαν  εαυτού  άντίληψιν  του  κάλλους 
η  της  ασχήμιας  αΰτοΰ,  του  όλου  είναι  του  αρχετύπου,  και  καθ' 
όλου  ειπείν  ό  αληθής  καλλιτέχνης  δεν  είνε  άπλοΰς  άντιγραφεύς,  άλλα 
μάλιστα  έρμηνεύς  του  απεικονιζόμενου  προςώπου,  προςπαθήσας  να 
λύση  κατά  το  μάλλον. και  ήττον  επιτυχώς  το  αίνιγμα  της  έπ' αΰτοΰ 
επιφαινόμενης  εσωτερικής  ψυχής  Διά  ταΰτα  υπάρχει  τι  τό  επισφαλές 
παρά  τοις  ίστορικοϊς  έκείνοις,  δσοι  έκ  των  εξωτερικών  παραστάσεων 
ηθέλησαν  νά  έξαγάγωσι  πορίσματα  περί  της  ψυχής  και  του  χαρα- 
κτήρος  αυτών. 

Τοιαύτη  ύπηρξεν  ή  απόπειρα  του  Ββαΐβ,  θελήσαντος  νά  προςχω- 
ρήση  περαιτέρω  του  δέοντος  έν  τη  μεταχειρίσει  τών  λίθινων  εικόνων 
του  Αυγούστου,  τών  περί  αυτόν  και  τών  διαδόχων  αΰτοΰ  προς  έζή- 
γησιν  τών  ψυχικών  φαινομένων  τοΰ  αυτοκρατορικού  οϊκου  της  Ρώ- 
μης. "Οσον  και  αν  έδικαιολογησεν  ό  Γαλάτης  ιστορικός  και  αρχαιο- 
λόγος τάς  ψυχογνωστικάς  αύτοΰ  έκείνας  διαθέσεις  δια  της  παρατηρή- 
σεως περί  της  υπό  της  ρωμαϊκής  τέχνης  πιστής  αναπαραστάσεως 
τοΰ  προςωπικου  τύπου  των  απεικονιζόμενων,  η  αποπειρ  αυτού  υπηρςε 
τολμηρά,  πολλαχώς  δ'  άτυχης  και  πάντως  υπερβολική.  Πολλά  δέ 
τών  πορισαάτων  αΰτοΰ  είνε  γλαφυρά  έπιφυλλιδογραφία  πολύ  μάλλον 
ή  σοβαρά  ψυχολογία.  «Τό  στόμα  εινε  άκίνητον»,  λέγει  περιγράφων 
την  κεφαλήν  τοΰ  έν  τη  επαύλει  της  Λιβίας  ευρεθέντος  τω  1864  άν- 
δριάντος  τοΰ  Αυγούστου,  ατό  στόμα  είνε  άκίνητον,  στεγανόν,  άκαμ- 
»πτον.  Όπόσ'  απόρρητα  κατώρθωσε  νά  κρύψη!  Όπόσον  δόλον  άπο• 
«καλύπτει!  Όποια  σύνεσις  και  οποία  έπιφύλαξις !  Είνέ  τι  πλέον  τοΰ 
»  στόματος  τοΰ  Μακκιαβέλλη,  εινε  τό  στόμα  τοΰ  ανδρός  όςτις  έ'γρα- 
»  φεν  έκ  τών  προτέρων  ό  τι  ήθελε  νά  εϊπη  εις  τήν  Λιβίαν,  τήν  σύμ- 
))  βουλον  αύτοΰ  και  συνένοχον,  έκ  φόβου  μη  έν  τη  ολιγωρίο*  συνομι- 
» λίας  έν  οίκειότητι  προχεομένης  εϊπη  υπέρ  τό  δέον  πολλά  ή  υπέρ 
»  τό  δέον  ολίγα».  Άλλ'  όμολογήσωμεν,  ότι,  αν  εϊχομεν  προβαλλο- 
μένην  ενώπιον  ημών  εικόνα  τοΰ  Αυγούστου  έκ  φωτογραφίας  αυτοΰ 
ζώντος  ή  αν  έβλέπομεν  τά  χείλη  αΰτοΰ  άποτυπούμενα  έξ  ελάσματος 
κινηματογράφου,  δεν  θά  έλέγομεν  μεν  ϊσως  όσα  ώραϊα  είπε  περί  αυ- 
τών έκ  της  κεφαλής  της  ΡοΐΊα  ΡΪ3-  ορμώμενος  ό  Ββαΐβ,  άλλα  θά 
έκρίνομεν  όμως  άσφαλέστερον  και  άκριβεστερον  περί  τών  λόγων  η  περί 
της  σιγής   τοΰ  ιδρυτού  τής  ρωμαϊκής  αυτοκρατορίας. 


—  36  — 

Έμάκρυνα  εξ  ανάγκης  τον  λόγον  περί  της  σημασίας  ην  θα  προς- 
λάβη  έν  τω  μέλλοντι  η  προαγωγή  των  ιστορικών  μελετών  δια  των 
μηχανικών  μέσων,  άτινα  παρέχει  εις  ήμ&ς  ή  άνάπτυξις  τών  φυσικών 
επιστημών  και  τών  έξ  αυτών  άπορρεουσών  τεχνών,  επειδή  άπορόν 
μοι  φαίνεται  πώς  δεν  εστράφη  προςηκόντως  μέχρι  τούδε  εις  τούτο  το 
θέμα  η  προςοχη  τών  ερευνητών  της  ιστορίας  παρά  την  όσημέραι  πυ- 
κνοτέραν  χρήσιν  τών  προβολών  φωτεινών  εικόνων  έν  τη  ιστορική  και 
αρχαιολογική  διδασκαλία.  Περατόνω  δέ  τον  περί  τών  μηχανικών  μέ- 
σων λόγον,  έπαναλαμβάνων,  ότι  δι'  αυτών  ανοίγονται  νέαι  τέως  αν- 
ύπαρκτοι πηγαί  της  Ιστορικής  έρεύνης,  και  ότι  ή  είςαγωγη  αυτών  εις 
την  ίστορικήν  ερευναν  και  διδασκαλίαν  θα  έ'χγ)  σΰν  τω  χρόνω  αποτε- 
λέσματα όχι  μικρότερα  της  άνακαλύψεως  της  τυπογραφίας.  Και  ήδη 
μεν  τάρχαιολογικά  καθιδρύματα,  τα  πανεπιστήμια  και  τα  επιστημο- 
νικά σωματεία  έ'χουσιν  εν  ταϊς  οργανοθήκαις  αυτών  και  συλλογάς  θε 
τικών  φωτογραφικών  ύέλων  προς  προβολήν  φωτεινών  εικόνων  χάριν 
άνυσιμωτέρας  διδασκαλίας  οϋ  μόνον  της  αρχαιολογίας,  αλλά  και  της 
ιστορίας.  Χαίρω  δέ  αναλογιζόμενος,  ότι  και  έν  τω  ήμετέρω  Πανεπι- 
στήμιο) θέλει  εΐςαχθη  κατ  '  αύτάς  ή  τοιαύτη  διδασκαλία  τών  ιστορι- 
κών και  αρχαιολογικών  μαθημάτων.  Δεν  άπατώμαι  δέ  βεβαίως  ευχό- 
μενος καϊ  φρονών,  ότι  ούκ  εις  μακρόν  θέλομεν  ϊδει  έν  τω  πεπολιτι- 
σμένω  κόσμω  ίδρυομένας  και  συλλογάς  ελασμάτων  κινηματογραφικών 
και  πλακών  καϊ  κυλίνδρων  φωνογραφικών,  καθ'  α  έ'χομεν  βιβλιοθήκας 
χειρογράφων,  αρχεία  καϊ  μουσεία  προς  έναποταμίευσιν  τών  ιστορικών 
πηγών  του  παρελθόντος.  Ουδεμία  δ'  αμφιβολία,  ότι  ή  τοιαύτη  έπέκ- 
τασις  της  ιστορικής  ύλης  θά  προκαλέση  την  μέριμναν  τών  κυβερνή- 
σεων, τών  ακαδημιών  καϊ  τών  πολυπληθών  ιστορικών  συλλόγων  όχι 
όλιγώτερον  της  περισυναγωγής,  μελέτης  καϊ  εκδόσεως  τών  λοιπών 
ιστορικών  πηγών. 

Αληθώς  δέ  περί  τήν  τοιαύτην  μέριμναν  καϊ  την  κατά  διαφόρους 
τρόπους  ύποστήριξιν  τών  ιστορικών  ερευνών  υπήρξε  μεγαλουργός  ό 
άρτι  λήξας  δέκατος  ένατος  αιών.  Δυςπερίληπτος  και  έν  μεγάλαις 
γραμμαϊς  θά  ήτο  ή  εκθεσις  τών  ελευθερίων  παροχών,  δι'  ών  έμεγα- 
λύνθη  απανταχού  του  πεπολιτισμένου  κόσμου  τό  ιστορικόν  έργον, 
ηύρύνθησαν  αί  έ'ρευναι,  έπολλαπλασιάσθησαν  οί  έρευνηται  καϊ  διεδο- 
θησαν  εις  τους  πολλούς  τα  πορίσματα  τών  σοφών  ερευνών.  Κυβερνή- 


—  37  — 

σεις  και  δήμο-.,  άκαδημίαι  και  σοφαΐ  έταιρεΐαι,  πανεπιστήμια  και 
ειδικαί  σχολαι,  τέλος  δε  πλούσιοι  και  φιλόμουσοι  ίδιώται  συνετέλεσαν 
πάση  μηχανή  εις  την  όσον  ενεστιν  ειοικωτεραν  και  επιμονωτεοαν  με- 
λέτην  των  πηγών,  εις  την  κατ*  το  δυνατόν  εΰρυτέραν  γνώσιν  του 
ιστορικού  παρελθόντος.  Αϊ  βιβλιοθήκαι  έπλουτίσθησαν,  τα  χειρόγραφα 
κατεγράφησαν  και  έξεοόθησαν  πλείστοι  όσοι  κατάλογοι  κωδίκων  τέως 
αγνοουμένων,  τα  μουσεία  έπληθύνθησαν  και  ηύρύνθησαν,  τάρχεΐα  έτα- 
ξινομήθησαν  καϊ  κατέστησαν  προςιτά  εις  τους  πολλούς"  μεγάλαι  συλ- 
λογαΐ  πηγών  κριτικώς  εκδιδομένων  εϊδον  το  φώς  δια  της  προστασίας 
καϊ  υπό  το  κύρος  κυβερνήσεων  η  ακαδημιών,  πανεπιστημίων  ή  ιστο- 
ρικών εταιρειών  φροντιστήρια  ειδικά  παρασκευάζουσι  φάλαγγας  ολας 
επαϊόντων  ερευνητών  έπανειλημμέναι  άποστολαϊ  εκδρομέων  πεφωτι- 
σμένων καϊ  εμπνευσμένων  προέβησαν  με  την  σ/.απάνην  του  άνασκα- 
φέως  άνά  χείρας  μέχρι  χωρών  απωτάτων  ή  είςεχώρησαν  εις  τάς  μέ/ρι 
χθες  και  πρώην  άδυτους  κρύπτας,  εν  αις  παρημελημένοι  κατεκρύ- 
πτοντο  ιστορικοί  θησαυροί*  ίδρύθησαν  και  Ιπροστατεύθησαν  γενναίως 
παντοίοι  σύλλογοι  σκοπόν  έχοντες  την  μελέτην  της  ιστορίας  είτε  της 
καθ '  όλου,  ε'ι'τε  της  ενός  μόνου  έθνους,  μιας  μόνης  πόλεως,  άπό  τών 
απωτάτων  χρόνων  μέχρι  του  νϋν  ή  καθ '  ώρισμένας  μόνον  χρονι/.ας 
περιόδους-  κατεστάθησαν  διαγωνισμοί  ιστορικών  θεμάτων  έκληροδο- 
τήθησαν  γενναΐαι  άμοιβαί  προς  προαγωγήν  τών  ιστορικών  εργασιών 
συνεκροτήθησαν  διεθνή  συνέδρια,  έν  οίς  οι  ιστορικοί  άπασών  τών  χω- 
ρών Ι'δωκαν  την  δεξιάν  προς  αλλήλους  και  άνεκοίνωσαν  τά  πορίσματα 
τών  ερευνών  αυτών  και  προδιέγραψαν  του  μέλλοντος  την  πορείαν. 
Είνε  τέλος  με  δύο  λέξεις  ούτω  κολοσσιαΐον  τό  κατά  τον  δέκατον  έ'να- 
τον  αιώνα  έπιτελεσθέν  έργον,  ώςτε  δεν  έ'χουσι  μά  την  άλήθειαν  άδικον 
οι  άποκαλέσαντες  τούτον,  τον  αιώνα  τόσων  ανακαλύψεων  και  τόσων 
προόδων,  αιώνα  της  ιστορίας.  Ουδέποτε  άλλοτε  πρότερον,  δυνάμεθα 
νά  εϊπωμεν,  ή  γοησσα  Κλειώ  είχε  κατορθώσει  νά  προςελκύση  ΰπό  την 
σεπτήν  στέγην  του  ιερού  αυτής  ώςεί  διά  μαγικής  ράβδου  τοσαΰτα 
πλήθη  λογάδων  λατρευτών,  προςερχομένων  όπως  ίνωτισθώσι  τής  μά- 
γου αυτής  λαλιάς,  άποκαλυπτούσης  τάπόρρητα  του  παρελθόντος, 
τοιούτον  παμπληθή  χορόν  ύποφητών  ένθέων,  ου  ήγοΰντο  στεφανηφόροι 
κορυφαίοι  φέροντες  τα  ονόματα  ΝίββυΙΐΓ  και  Βαηΐίβ,  ΟυΐζοΙ  και 
ΤΗΪ6Γ8,   Μαϋ&ϋΐαγ  καϊ  Βυοίίΐβ,   (ϋαΐΊ^Ιβ  καϊ  Μόμμσεν. 


—  38  — 

Δεν  θά  ήτο  δ'  εύκολον  να  παραστήσω  εις  υμάς  δια  βραχέων  εν 
άριθμοΐς  τα  κολοσσιαία  ποσά  άτιν'  απαιτεί  ή  υπηρεσία  αύτη  των 
ιστορικών  ερευνών  ύπο  τών  κυβερνήσεων  και  τών  σωματείων  χάριν 
εδρών  διδασκαλίας  της  ιστορίας,  προςαυζήσεως  τών  βιβλιοθηκών  δι* 
αγοράς  χειρογράφων  και  πολλαπλασιασμού  του  πλούτου  τών  πηγών, 
άποκαλύψεως  ιστορικών  και  αρχαιολογικών  χώρων  και  πλουτισμού 
και  συντηρήσεως  των  «,ουσειων,  παρασκευής  προς  εκοοσιν  κα:  εκτυ- 
πώσεως τών  πηγών  και  τών  ιστορικών  μελετημάτων  εν  ιδίοις  βιβλίοις 
η  έν  είδικοΐς  περιοδικοΐς  συγγράμμασιν,  επιστημονικών  αποστολών 
και  τών  τοιούτων.  Ό  νους  ήθελεν  ίλιγγιάσει  προ  του  καταπληκτικού 
αεγέθους  της  εργασίας  και  τών  άναλωμάτων.  Αλλ'  ολίγιστα  παρα- 
δείγματα ένθεν  κάκεϊθεν  περισυλλεγόμενα  άρκοΰσι  να  καταδείξωσιν 
όπόσον  παντοδαπή  και  μεγάλη  είνε  ή  εκτασις  τών  τοιούτων  εργα- 
σιών και  όποΐαι  αί  δαπάναι  ας  άπαιτουσιν  αί  ίστορικαϊ  και  άρχαιο- 
λογικαϊ  μελέται. 

Χάριν  τών  έν  Όλυμπία  ανασκαφών  η  γερμανική  κυβέρνησις  έδα- 
πάνησε  περί  τάς  όκτακοσίας  χιλιάδων  μάρκων,  μη  συνυπολογιζομέ- 
νων  τών  χρημάτων  τών  άναλωθέντων  προς  έ'κάοσιν  τών  εις  τά  ολυμ- 
πιακά εύρήιχατ'  αναφερομένων  συγγραφών  Χάριν  δε  τών  έν  Περγάμω 
ανασκαφών  έδαπανήθησαν  μέχρι  τούδε  τριακοσιαι  εικοσιπέντε  χιλιάδες 
μάρκων.  Τά  δε  άναλώματα  της  γαλλικής  κυβερνήσεως  προς  άποκά- 
λυψ'.ν  τών  Δελφών  άνήλθον  είς  πεντακόσιας  χιλιάδας  φράγκων. 

Χάριν  άγορας  τών  κωδίκων  και  εγγράφων  της  συλλογής  τοϋ  Ιτα- 
λού Γουλιέλμου  ί,ϊβπ  τών  έν  τη  βιβλιοθήκη  του  λόρδου  ΑβΗβυΠΊ- 
1ΐ3Πΐ  περιλαμβανομένων  Ιψήφισεν  ή  ιταλική  βουλή  και  έδαπάνησεν  ή 
κυβέρνησις  της  Ιταλίας   585000  ιταλικών  λιρών. 

Τά  ίστοοικά  μονογραφικά  δημοσιεύματα  τάποτελοϋντα  τήν  σειράν 
της  έν  Παρισίο-ς  Βίβΐίοΐΐίβηΐΐβ  άβ  Γ  Εοοίβ  (1β8  ΗαϋΙβδ  Είιιάβδ  τά 
εκδιδόμενα  υπό  της  ομωνύμου  Σχολής  ανήρχοντο  τω  1903  είς  145 
τεύχη  και  τόκους.  "Αρα  διά  μόνην  τήν  έκτύπωσιν  αυτών  έδαπανήθη- 
σαν  κατ'  ελάχιστον  όρον  περί  τάς  200000    φράγκων. 

Ή  δαπάνη  τη:  ύπό  της  διεθνούς  Εταιρείας  τών  ακαδημιών  πρό 
τίνων  ετών  ψηφισθείσης  εκδόσεως  του  Συντάγματος  τών  ελληνικών 
δημοσίων  γρααμάτων  τών   μέσων  αιώνων  και  τών  νέων  χρόνων  (ΟθΓ 

ρυδ  (ΙβΓ  §ΓΐβοΗίδο1ΐ6η  ΙΙιΊίυ^ίΙβη  θβδ  ΜίΙΙθΙαΗβΓδ  υηά  άβΓ  ηβα- 


—  39  — 

βΓβη  Ζβΐΐ),  άτινα,  εξαιρουμένων  των  αγιορείτικων,  ύπολαμβάνοντα: 
μέλλοντα  νά  πληρώσωσι  δεκαοκτώ  μεγάλους  τόκους,  ΰπελογίσθη  εις 
ενενήκοντα  χιλιάδας  μάρκων.  Άλλα  το  ποσόν  τούτο  περιλαμβάνει 
μόνον  τάναλωθησόμενα  χάριν  των  αναγκαίων  προς  περισυλλογών  της 
ύλης  και  παρασκευήν  της  εκδόσεως  αποδημιών,  αντιγράφων,  άντιβο- 
λών,  φωτογραφιών  και  της  αμοιβής  τών  συνεργατών  εξαιρούνται  δέ 
τα  έξοδα  της  εκτυπώσεως  και  τών  πινάκων,  άτινα  θέλουσι  βεβαίως 
ανέλθει  εις  ποσόν  ούχ  ήττον  μέγα.  Ούτως  εν  ολω  θέλουσιν  άπαιτηΟή 
χάριν  της  συλλογής  ταύτης,  ης  ή  όλη  παρασκευή  και  εκδοσ•.ς  μέλλει 
νά  παραταθή  τουλάχιστον  έπί  δεκαπενταετίαν,  τριακόσιαι  περίπου 
χιλιάδες  δραχμών. 

Ή  έκτύπωσις  αφανούς  έμοΰ  δημοσιεύματος  έκ  δύο  μόνον  πυκνώ: 
τετυπωμένων  τόμων  εις  τέταρτον,  του  Καταλόγου  τών  ελληνικών 
κωδίκων  του  Αγίου  "Ορους,  εστοίχισεν  εις  το  άναλαβόν  τήν  εκδοσιν 
αϋτοϋ  πανεπιστημιακών  τυπογραφεϊον  της  Κανταβριγίας  (Οαΐϊΐβπά^β 
Ρρβδδ)  ποσόν  αντιστοιχούν  προς  πεντήκοντα  περίπου  χιλιάδας  δρα- 
χμών. 

Τι  δε  νά  εϊπωμεν  περί  τών  μεγάλων  επιγραφικών  συλλογών,  του 
Οοτριΐδ  ΙηδοτίρΙΐοηϋηη  0Γ3.β03πιπι,  τοθ  (]θΓρυδ  ΙηδοπρΙΐοηιιιη 
δβπιίΐϊοαπιιη  και  τοθ  (]οΓριΐδ  Ιηδοπρίίοηυπι  ί^ΐϊη&πιπί;  Περί 
μόνης  της  αρχαιότατης  τούτων  τών  συλλογών,  του  Συντάγματος  τών 
ελληνικών  επιγραφών,  άρκείτω  νά  εϊπω,  ότι  υπερέβη  κατά  τό  τετρα- 
πλάσιον  τον  έ'να  τόμον,  εις  δν  προϋπελόγιζε  τήν  εκδοσιν  αΰτοΰ  τφ 
1815  ό  εΐςηγητής  αυτού  ΒδοΙίΗ,  αί  δε  δαπάναι  ύπερηκόντισαν  κατά 
πολύ  τά  έςακιςχίλια  τάλληρα,  άτινα  ύπέθετεν  άρκοΰντα  ό  μέγας  φι- 
λόλογος προς  έκτύπωσιν  του  έ'ργου.  Και  όμως  ολίγα  μόνον  ετη  μετά 
τήν  συμπλήρωσιν  τοϋ  κολοσσιαίου  τούτου  εγχειρήματος,  όπερ  -τίμησε 
τά  μέγιστα  τον  Βδοΐίΐΐ  και  τους  συνεργάτας  και  διάδοχους  αυτού, 
έδέησεν  ένεκα  τοϋ  πλήθους  τών  έπϊ  μέρους  ανακαλύψεων  και  της 
προόδου  ου  μόνον  τών  ανασκαφών,  αλλά  και  της  φιλολογικής  κριτι- 
κής, νά  έπαναληφθή  τό  έργον  και  πάλιν  έζ  αρχής  εις  τμήματα,  ών 
Ινια  ελαβον  ή  άπειλουσι  νά  λάβωσι  διαστάσεις  οίας  τό  πρότερον  όλον. 
Τοιαύτα  είνε  τό  ΟοΓραδ  Ιηδοπρίίοηυπι  ΑΐΙΪΟ&ΓυΐΏ,  τό  Οοφϋδ 
Ιηδοπρίϊοηιιπι  Ιηδαΐαηιπ),  τό  ΟοΓμυδ  ΙηδοπρίίοηυΐΉ  Οιαβοΐαβ 
8βρΙβηΐΓΪοηαΙίδ,  τό   ΟοΓρυδ  Ιηδοπρίϊοηιιπι   Ρβίοροηηβδί  βΐ  Ιη- 


—  40  — 

δυΐαπιπι  νΐοίπαπιπι.  το  Οοτριΐδ  ΙηοπρΙΐοηαπι  δΐοίΐίειβ,  Ιΐαΐϊαβ, 
Οαΐΐΐαβ,  Ηίδραηίαβ,  ΒπΙΙ&ηΐ&β,  Οβπηειηί&β. 

Σταγών  δ'  αληθώς  εν  ώκεανώ  είνε  τά  διακόσια  τάλληρα  τα  χο- 
ρηγηθέντα τω  1836  προκαταρκτικώς  ύπό  της  έν  Βερολίνω  Ακαδη- 
μίας των  επιστημών  εις  τον  Δανόν  ΚβΙΙβΓΙΏ&ηη,  τον  πρώτον  προ- 
τείναντα  την  εκδοσιν  του  Συντάγματος  των  λατινικών  επιγραφών 
και  υ,ετά  τον  έν  ετει  1838  θάνατον  αυτού  είς  τον  Οθ1)1ΐεΐΓ(3ί.  προς 
παοασκευήν  της  εκδόσεως  του  Συντάγματος  εκείνου.  Υπήρξε  δέ 
πράγματι  σταγών  έν  ώκεανώ,  όταν  άναλογισθώμεν,  ότι  κατά  μι- 
κρόν το  Σύνταγμα  εκείνο  ηύξήθη  συν  τω  νρόνω  είς  είκοσιν  όλους  ογ- 
κώδεις τόμους,  ότι  εδέησε  να  παρέλθωσι  πεντήκοντα  ετη  προς  άπο- 
πεοάτωσιν  αυτού  και  ότι  άπητήθησαν  πλην  δυςυπολογίστων  τυπο- 
γραφικών εξόδων  μέγιστα•,  δαπάνα•,  χάριν  αποδημιών  και  προμελε- 
τών φάλαγγος  όλης  έπιμόνθως  εργασθέντων  συνεργατών  άπό  του 
1853,  ότε  ήρξατο  τέλος  πράγματι  έκτελούμενον  τό  ορίΐδ  ΓΏ3§ηαΤϊ1 
εκείνο  ύπό  την  σθεναράν  διεύθυνσιν  του  ανδρός,  όςτις  έβάστασεν  αυτό 
έπΐ  τών  στιβαρών  του  ώμων.  Ό  αλησμόνητος  Μόμμσεν  ό  συγγρα- 
φεύς ύπερ^ιλίων  βιβλίων  και  μονογραφιών  είνε  αληθώς  ό  "Ατλας  τοϋ 
μεγάλου  εγχειρήματος,  ό  αυτός  μεν  παρασκευάσας  εξ  όλους  τόμους 
της  συλλογής,  τά  πάντα  δ1  άλλως  διευθύνας,  τα  πάντα  έπιθεωρή- 
σας,  τά  πάντα  έξελέγξας. 

Δυςυπολόγιστον  δέ  θά  ήτο  τό  πλήθος  τών  ν  ρημάτων  τό  δαπανη- 
θέν  άπό  τοϋ  1824  μέχρι  τής  σήμερον  χάριν  της  μεγάλης  συλλογής 
τών  πηγών  της  γερμανικής  ιστορίας  τών  μέσων  αιώνων,  τών  ΜοΠϋ- 
ίΏβΠΐΗ.  ΟβΓίΉεΐηίΕΘ  ΗίδΙΟΓΪΟεΙ.  ύποδιαιρουμένων  είς  πέντε  τμήματα 
και  ενόντων  σειράς  όλας  εξαρτημάτων.  Ούδ'  εΐνε  ή  μεγάλη  αύτη  συλ- 
λογή μόνον  τών  τρανότατων  μαρτυρίων  τών  θυσιών  ας  υπέστη  και 
τών  μόχθων  ους  κατέβαλεν  ό  επίσημος  και  ιδιωτικός  γερμανικός  κόσμος 
/ά,ριν  τής  περισυλλογής  και  εκδόσεως  τών  πηγών  τής  μεσοχρονίου  ιστο- 
ρίας, άλλ'  είνε  άμα  ή  έκδοσις  αύτη  πρότυπον  κριτικής  έπιστάσεως. 
Τα  μεσαιωνικά  κείμενα  έξεδοθησαν  πράγματι  έν  αυτή  μετά  τοΰ  αυ- 
τού βαθμού  τελειότητος  τοΰ  έφαρμοσθέντος  ύπό  τής  φιλολογίας  περί 
την  εκδοσιν  τών  αρχαίων  κειμένων  έν  τοις  έσχάτοις  χρόνοις,  τά  δέ 
Μ  Ο  Π 11 ΙΏ  6  Π  Ια  ταύτα,  παρασκευαζόμενα  ύπό  μεγάλου  αριθμού  επί- 
λεκτων εργατών,  απέβησαν   αυτόχρημα  σ/ολεϊον    κριτικής  έπεξεργα- 


—  41   — 

σίας  των  Ιστορικών  πηγών.  Ούδ'  |χ$ι  ή  Γερμανία  νά  επίδειξη  μόνα 
τα  ΜθΠΐ11ϊ1βηΐ3.  ταΰτα,  άλλα  μετά  της  αύτης  επιμελείας  και  οΰχ 
ήττον  μεγάλων  δαπανών  έξεδόθησαν  πλην  πλείστων  άλλων  πηγών  οί 
έβδοαή*οντα  και  επτά  τόμοι  οι  αποτελούντες  την  σειράν  τών  Ρϋβΐί- 

ο&ΐίοηβη  &ϋ8  άβη  1ίοηΐ§1ϊο1ιβη  ΡΓβιΐδδϊδβΙιβη  δΐ&αΙδαΓοΗίνβη. 

"Εκαστος  δε  δύναται  νά  φαντασθή  κατ'  άναλογίαν  τών  ανωτέρω 
παρατεθέντων  παραδειγμάτων  τάς  μεγίστας  δαπανάς,  αΐτινες  έχρει- 
άσθησαν  προς  παρασκευήν  και  έκτύπωσιν  έν  Γαλλία  της  Οοΐΐββί,ίοη 
(1θ8  ΓηβΠ10ΪΓβ8  ΓβΊ&ΐίί'δ  3  ΓΗϊδΙοίΓβ  άβ  ΡγΕΩΟΘ  του  ΟΐΠΖΟί 
(1824-1835),  συγκειμένης  Ικ  31  τόμων,  της  έξ  131  τομών  απο- 
τελούμενης Οοΐΐββίΐοη  οοπιρίβίβ  άβδ  ΓηβπιοΐΓβδ  ΓβΊαΙίί'δ  α  ΓΗί- 
δί,οίΓβ  άβ  Ρτειηοβ  άβριιΐδ  1β  Γβ^ηβ  άβ  Ρ1ιί1ίρρβ-Αυ§υδΙβ  ,)ϋδ(}ΐΓ 

α  Ια  ρ&ΙΧ  άβ  ΡίΙΓΪδ  (1763),  της  μεταξύ  τών  ετών  1819  και  1829 
εκδοθείσης  ύπό  του  ΡβΐίΐΟΐ  και  ΜοηΙΐΏβΓ^ϋβ,  και  άλλων  τοιούτων 
γαλλικών  σειρών  ιστορικών  πηγών,  ώς  και  του  γενικού  περιγραφικού 
καταλόγου  τών  χειρογράφων  τών  έν  Γαλλία^  δημοσίων  βιβλιοθηκών, 
αποτελουμένου  έκ  πεντήκοντα  και  πλιον  ογκωδών  τόμων,  δημοσιευ- 
θέντων από  τού   1885  μέχρις  έπ'    εσχάτων. 

Καταπληκτικάς  δ'  αληθώς  διαστάσεις  ελαβεν  η  εις  τε  την  θεολο- 
γίαν  και  τάς  ίστορικας  μελετάς  οΰχ  ήττον  χρήσιμος  παρά  το  έσπευ- 
σμένον  και  ηκιστα  κριτικόν  τών  εκδόσεων  έπινείρησις  του  γνωστότα- 
του είς  τους  περί  τα  γράμματ'  ασχολούμενους  Γάλλου  άββά  Μί§Π6, 
πολυγράφου  πολυμαθεστάτου  τών  θαυμασιωτάτων  ούς  αναγράφει  ή 
ιστορία  της  ανθρωπινής  παιδείας.  Ούτος,  ΐδρύσας  τω  1836  ού  μακράν 
τών  Παρισίων,  έν  τω  ΡβΙΪΙ  ΜθΠΐΓΟϋ§β,  μέγα  τυπογραφεϊον,  την 
πολυθρύλητον  ΙΐϊίρΡίΠΙβΠβ  β&ΐΐΐοΐίςυβ,  και  στρατολογησας  στρατιάν 
όλην  στοιχειοθετών,  συντακτών  ευρετηρίων  και  ύπομνηματιστών, 
προέβη  είς  την  έπανέκδοσιν  εκκλησιαστικών  και  Ιστορικών  κειμένων 
έπΐ  τη  βάσει  τών  μέχρις  εκείνων  τών  χρόνων  άριστων  έκοόσεων.  Τε- 
ραστία δε  ΰπηρξεν  η  παράγωγη  του  τυπογραφείου  τούτου.  Εκ  τών 
πιεστηρίων  αύτοΰ  έξηλθον  έπΐ  τριάκοντα  και  δύο  έ'τη  ύπερεπτακόσιοι 
ογκώδεις  τόμοι  μεγάλου  σχήματος,  ων  μεταξύ  οί  διακόσιοι  εϊκοσι  και 
είς  τόιιοι  οί  αποτελούντες  την  Λατινικήν  Πατρολογίαν  μέχρι  τού 
1416  και  οί  εκατόν  έξήκοντα  και  εξ  οί  συγκροτοϋντες  την  Έλληνι- 
κην  Πατρολογίαν.   Ουδέ  ήσαν  όλιγώτερον  μεγαλεπήβολα  τά  περί  τού 


—  45  — 

μέλλοντος  σχέδια  του  Μί^ηβ.  σκοπουντος  να  έκδώση  την  σειράν  των 
μετά  το  έτος  1216  νεολατινιστϊ  γραψάντων  πατέρων  μένρι  της  εν 
Τριδέντω  συνόδου  ( Βΐβ1ίθΐ1ΐ603  ρβΐΓΪ8ΐΐθ3.  ΙΏθθϋ  3,βνί )  εις  εκατόν 
τόκους  και  νέαν  συλλογήν  των  Συνόδων,  ήτις  έμελλε  νάποτελεσθή 
ομοίως  εξ  ετέρων  εκατόν  τόμων.  Άλλ'  η  συνέχεια  των  εκδόσεων  του 
άββα  ΜίίζΠβ  διεκόπη  αίφνης  έ'νεκα  της  πυρκαϊας  τής  παραναλωσά- 
σης  το  τυπογραφεΐον  τω  1868,  ης  ένεκα  σπανιώταται  απέβησαν  καϊ 
αί  σειραΐ  της  Λατινικής  και  Ελληνικής  Πατρολογίας.  Μετ'  ολίγα 
δ'  ετη,  τω  1876,  επήλθε  καϊ  ό  θάνατος  του  μεγίστας  εις  την  θεολο- 
γίαν  και  ίστορίαν  παράσχοντος  υπηρεσίας  Γάλλου  θεολόγου  και  τυ- 
πογράφου. 

Ουδέ  ύπήρξεν  όλιγώτερον  πολυδάπανος  ή  μεγάλη  σειρά  των  ΑθΙ.3. 
δαηοΙΟΠΙίΤΙ,  ή  εκδοθείσα  υπό  τοΰ  φιλοπονωτάτου  τάγματος  των 
Βολλανδιστών,  ήτις  εΐνε  των  κυριωτάτων  ιστορικών  πηγών  ου  μόνον 
τής  εκκλησιαστικής,   αλλά  και  τής  θύραθεν  ιστορίας. 

Άλλα  καϊ  εν  τοις  λοιποϊς  κράτεσι  πλην  τής  Γερμανίας  καϊ  τής 
Γαλλίας  υπήρξαν  δημοσιεύσεις  ιστορικών  πηγών  οΰχ  ήττον  μεγαλε- 
πήβολοι καϊ  δαπανηραί. 

Μέγισται  εΐνε  αί  σειραΐ  τοΰ  ΟβΙβπά&Γδ  ΟΙ  8ΐίΐ1β  ΡαρβΓδ  έν  Αγ- 
γλία, ων  μόνη  ή  σειρά  ϋοΐΏβδΙΪΟ  5βΠ68,  περιλαμβάνουσα  έγγραφα 
τοΰ  δεκάτου  έκτου,  δεκάτου  εβδόμου  και  δεκάτου  ογδόου  αιώνος, 
σύγκειται  έζ  έβδομήκοντα  τόμων.  Καϊ  πλεϊσται  δε  όσαι  άλλαι  πολύ- 
τομοι συλλογαϊ  έγγραφων  έδημοσιεύθησαν  έν  Αγγλία  δημόσιαί  τε 
καϊ  ίδιωτικαϊ  ώς  καϊ  παντοίων  εταιρειών. 

Έν  δέ  Ιταλία  αί  κατ'  επαρχίας  ϋβρυΐαζΐοηΐ  άΐ  δίΟΓΪβ.  ραίΓΪ», 
ών  τίνες  μεν  υποστηρίζονται  υπό  γενναίων  χορηγιών  τοΰ  δημοσίου, 
τινές  δέ  διατηρούνται  διά  πόρων  ιδιωτικών,  ανέπτυξαν  μεγίστην  δρα- 
στηριότητα προς  καλλιέργειαν  τών  περί  την  ίστορίαν  σπουδών  καϊ 
εκδοσιν  Ιστορικών  πηγών.  Τούτων  ή  τοΰ  Ταυρίνου  έξέδωκε  τά  Μο- 
ηυπίβηΐ,ίΐ  ΗίδΙΟΠΒβ  ρ3ΐΠ36  εις  είκοσι  τόμους  εις  φύλλον,  έκτυπω- 
θέντας  μεταξύ  τών  ετών    1836  καϊ  1901,  καϊ  την  μεγάλην  έπτάτομον 

Βίβϋο^ΓίϊΙ'ία  δίοΓίοα  άβ§Π  δίαΐΐ  άβ1ΐ3  ΓηοηατοΙιία  Ηί  δανοία  τοΰ 

ΜβΠΠΟ  καϊ  ΡίΌΠΠδ  Άπό  δέ  του  1883  τό  μέγα  και  πολύκλαδον 
ΙδίΐΐϋΙΟ  δίΟΠΟΟ  ΙΐΒ,Ιϊαηο  τι  έχον  τήν  έ'δραν  αύτοΰ  έν  τω  Ρ&ίΕΖΖΟ 
ίΐβΐ  ί-ϊηοβϊ    έν   'Ρώμγι    καϊ    ον  πως    άνάλογον    προς   τό  Οοηΐίΐβ  (Ιβδ 


—  43  — 

ΐΓ&ν&αχ  Ηίδίοπηυβδ  το  λειτουργούν  έν  Γαλλία  παρά  τω  Ύπουργείω 
της  δημοσίας  εκπαιδεύσεως  καϊ  την  έν  Γερμανία  επιτροπείαν  την  διευ- 
Ούνουσαν  τα  ΜοηϋΙΏθηΙα  ΟβΓΠΊ&ηίειβ  ΙΐΐδίΟΠΟΕ  έξέδωκε  πλην  άλλων 
πολύτοκων  δημοσιευμάτων  τάς  μεγάλας  σειράς  των  ΡοηΙΪ  κα!  §ΟΠΐ- 
ΙΟΠ.  Και  ιδιωτικά  δ'  εγχειρήματα  παρουσιάζει  άξια  πολλού  λόγου  ή 
Ιταλία,  οίον  την  νέαν  υπό  του  έναγχος  θανόντος  έκδοτου  Ι^3.ρί  εκδο- 
σιν  των   δοπρΙΟΓβδ  ΓβΓαΠΙ  ΙίαΙΪΟ&ΠΙΠΙ  τοϋ    ΜϋΓΕίΟΓΙ. 

Μεγάλη  δε  καϊ  ουκ  ολίγον  δαπανηρά  έπι/είρησις  είνε  ή  ύπό  τη: 
εν  Βιέννη  Ακαδημίας  των  επιστημών  ίκδοσις  των  πηγών  της  αυ- 
στριακής ιστορίας,  ων  μόνη  η  σειρά  τών  Οϊρίοπίαίαπδΐ  βΐ  ΕΟΐα,  περι- 
εχόντων μνημεία  μεσαιωνικά,  αναφερόμενα  εις  μοναστήρια  της  Αυ- 
στρίας, έπιστολάς  και  δημόσια  γράμματα,  αποτελείται  μέ/ρι  τοϋδε 
εκ  46  τόμων. 

Έν  δέ  Ουγγαρία  μεταξύ  τών  εις  /ιλίας  διακοσίας  και  ύπερέκεινα 
ανερχομένων  δημοσιεύσεων  της  Ακαδημίας  της  Βουδαπέστης  αί 
πλεϊσται  περιέν/ουσιν  ΰλην  ίστορικήν  και  λαογραφικήν. 

Έν  δέ  'Ρωσία  η  Επιτροπεία  της  δημοσιεύσεως  δημοσίων  γραμ- 
μάτων και  συνθηκών  -ΐξέδωκεν  άπό  του  1813  εβδομήκοντα  και  επτά 
τόμους  άποτελουντας  συλλογήν  ανεκδότων  μνημείων.  Εις  διακόσιους 
δέ  τόμους  και  ύπεοέκεινα,  κατανενεμημένους  εις  49  σειράς,  ανέρχον- 
ται τά  δημοσιεύματα  ιστορικών  πηγών  ας  έξέδωκεν  άπό  του  1834  ή 
Άρχαιογραφική  επιτροπεία.  Λραστηριωτάτη  δέ  τέλος  είνε  ή  ενέρ- 
γεια άφ'  ενός  μεν  τοϋ  γλωσσικού  και  λογοτεχνικού,  άφ'  ετέρου  δέ  τοϋ 
Ιστορικού  και  φιλοσοφικού  ταήματος  της  έν  Πετρουπόλει  Αυτοκρατο- 
ρικής ακαδημίας  τών  επιστημών.  Μεταξύ  δέ  τών  δημοσιευμάτων 
αύτης  ευρίσκονται  καϊ  αί  άπό  τοϋ  1 892  έκδιδόμεναι  καϊ  ύπό  τοϋ 
Ββ^βΐ  διευθυνόμεναί  ΡοηΙβδ  ΓβΓΙΙΠΙ    Β^ΖΕηΐΐηΒΓϋΤΠ. 

Έν  δέ  Πολωνία  ή  άπό  τοϋ  1872  υφισταμένη  Ακαδημία  τών  επι- 
στημών της  Κρακοβία:  επεχείρησε  πλείστας  όσας  εκδόσεις  ιστορικών 
πηγών,  έν  «ίς  τά  ΜοηαΐΏβηΐΒ,  Πΐβάίί  36\Ί  ΗϊδΙΟΠΟΕΙ  ΓΘ8  §6δΐ3δ 
Ρθ1θηΪ3β  ϊ11ϋ8ΐΓ&ηΙΪ8  έκ  15  τόμων,  ΑοΙέΙ  ΗίδΙθΠ03  Γβδ  §6δ1αδ 
Ρθ1θηΐ&6  ίΙΙαδίΓδΠΐΐα  έξ  ετέρων  15  τομών,  δοΓίρΙΟΓβδ  Γ6Π1Π1 
Ρθ1θηΪ03ΓϋΓΩ  έξ  11  τομών,  ΜοηΐΙΠΙβηΙα  Ροίοπίϊΐβ  ΗίδΙΟΓΙΟΗ  έκ  το- 
μών έξ,  ^οι1β^ι^^ηθ3.  6Χ  ίΙΓοΙίίνΟ  βοΐΐβ^ϋ  ΗΐδΙΟΠΟΪ  έκ  τομών  όκτω. 
Έν  δέ  Δανία   δραστηρίως   εργάζεται   ιδίως  ή    δβίδΐίίώ  Γογ  Ιΐά%1- 


—  44   — 

νβίδβ  αί'  ΙίΐΙάβΓ  δΐΐ  ϋαηδίί  ΗΐδΙΟΠβ  (Εταιρεία  προς  έ'κδοσιν  πηγών 
τη:  δανικής  ιστορίας),  ιδρυθείσα  τω  1877,  ήτις  πλην  άλλων  δημοσι- 
ευματων  εςεοωκεν  είκοσι  και  εννέα  τόκους  μνημείων  των  μέσων  αιώ- 
νων και  των  νεωτέρων  χρόνων. 

Έν  δε  Βελγική  ή  Ιστορική  εταιρεία  της  Βελγικής,  ιδρυθείσα  τω 
1858  και  δυςτυχώς  διαλυθεϊσα  τω  1872,  έξέδωκε  τεσσαράκοντα  και 
τε'σσαρας  τόκους  κειμένων  αναγομένων  εις  την  ΐστορίαν  της  χώρας 
ιδίως  τον  δέκατον  έκτον,  δέκατον  έ'βδομον  και  δέκατον  δγδοον  αιώνα. 

Και  αύτη  δε  ή  Ισπανία,  ης  γνωστή  είνε  κατά  τάλλα  ή  μεγάλη 
επιστημονική  έκπτωσις,  δεν  υστερεί  έν  τη  μελέτη  τών  τυχών  τοϋ  παρ- 
ελθόντος.    Ούτω  βασιλική   μεν    διαταγή    εξεδόθη   εν   αύτη  ή  ΟοΙΙβΟ- 

οϊοπ  (ίθ  <3οουπΐθηΙοδ  ίηβάίί,οδ  ι1βΓΑι*ο1ιίνο  ο-βηβΓαΙ  άβ  Ια  ΟοΓοηα 

π 
αβ  ΑγΕ^ΟΠ  (1847-  1876)  έκ  τεσσαράκοντα  τόμων,   δαπάνη  δέ  της 

Βουλής  έδημοσιβύθησαν  τά  ΑοΙαδ  άβ  1θδ  βΟΓίβδ  (1θ  Οαδίίΐΐα  έν  Μα- 
δρίτη (1877-  1902)  εις  είκοσι  και  δύο  τόμους,  οΰς  συνεχίζει  ή  Ακα- 
δημία της  ιστορίας,  ήτις  και  πολλάς  άλλας  πολύτιμους  σειράς  μνη- 
μείων έξέδωκεν.  Άλλ'  ή  μεγίστη  τών  συλλογών,  οφειλομένη  εις  την 
ΐδιωτικήν  πρωτοβουλίαν,  είνε  ή  Οοΐΐβοοΐοη  <3β  (ίοοίΙΠΙβηΙΟδ  ΐηβίΐί- 
ΙΟδ  ραΓΕ  Ια  ΙΐίδΙοπα  άβ  Εδραηηα,  εκδοθείσα  έν  Μαδρίτη  (1842- 
1895),  συλλογή  πηγών  τής  ισπανικής  ιστορίας  έν  τοις  νεωτέροις  χρό- 
νοις,  ιδίως  δέ  άπο  του  δεκάτου  έκτου  αιώνος,  έξ  εκατόν  δώδεκα  τόμων. 

Τών  δέ  κρατών  τής  χερσονήσου  του  Αίμου  το  μάλιστα  μερίμνησαν 
περί  προαγωγής  τών  ιστορικών  μελετών  και  δημοσίευσαν  πολύτιμους 
έκ  πολλών  τόμων  σειράς  ιστορικών  πηγών  είνε  ή  'Ρωμανία.  Μόνη  ή 
'Ρωμανική  ακαδημία  δαπάνα  κατ'  έ'τος  72000  φράγκων  χάριν 
τών  δημοσιεύσεων  αυτής,  ών  αί  πλείσται  αποτελούνται  ίΕ,  ιστορικών 
πηγών. 

Και  αύτη  δέ  ή  Βουλγαρία  δέν  καθυστερεί.  'Απο  του  1892  εκ- 
δίδει ό  ΜαΐΜΠΟν  το  περιοδικόν  Ιίν3  δίαπηα  γενναία  αρωγή  τής 
βουλγαρικής  κυβερνήσεως.  Δαπάναις  δέ  του  δημοσίου,  παρέχοντος 
περί  τάς  28000  φράγκων  κατ'  έτος,  έξεδοθησαν  αί  συλλογαί  του 
ΟΗαρΙίαΓβν  αί  φέρουσα-,  την  έπιγραφήν  δβοπίΐΐί  01  β1§αΓδ1ίΐ  ηα- 
ΓΟ(1ηϊ  ΟΙΙΠΙΟΐνΟΓβηί^Β,  ήτοι  Συναγωγή  τών  εθνικών  βουλγαρικών 
παραδόσεων,  και  από  του  1889  εκδίδεται  υπό  του  Υπουργείου  τής 
δημοσίας  εκπαιδεύσεως  τό  περιοδικόν  δβοππίί  ζα  ηαΐΌ<3ηί  ουίπίοΐ- 


—  45  — 

νΟΓβηϊνίΙ,  Συναγωγή  εθνικών  παραδόσεων,  υπέρ  ού  ή  βουλγαοική 
κυβέρνησις  δαπανΧ  22000  φράγκων  ετησίως. 

Τι  δ'  έπράξαμεν  ημείς  προς  καλλιέργειαν  κζϊ  προστασίαν  των 
ιστορικών  μελετών,  και  ύπ'  αυτήν  την  εύρυτάτην  εννοιαν  έκλαμβανο- 
μένων  ;  Οί  δροι  της  παρ'  ήραν  επιστημονικής  αναπτύξεως  ήσαν  εν 
πολλοίς  διάφοροι  τών  εν  ταίς  άλλαις  πολιτείαις.  Μετά  μακραίωνα 
δουλείαν  έκ  της  τέφρας  και  τών  ερειπίων  ανεγερθέντες  έχρειάσθηιχεν 
έν  τοις  πρώτοις  να  φροντίσωμεν  περί  τής  ιδίας  ημών  στέγης  και  δη- 
μιουργήσωμεν  έκ  του  μη  δντος  πολιτείαν  και  έπιστήμην.  "Ενεκα  δε 
τών  μεγάλων  καϊ  βκρειών  τούτων  υποχρεώσεων  εΰνοητον  εϊνε,  δτι 
τα  έπιτευχθέντα  εϊνε  πολΰ  κατώτερα  τών  ύπό  τών  άλλων  πρανθέν- 
των,  άλλα  καϊ  καθ'  έχυτά  μικρά.  Άλλ'  ούχ  ήττον  έντιμοτάτην  έξαί- 
ρεσιν  ποιεί  ή  προςοχή  ή  καταβληθείσα  μετά  στοργής  προς  περισυλλο- 
γην,  άποκάλυψιν  καϊ  συντήρησιν  τών  μνημείων  τής  άρχαιότηοος. 
Ύπό  μόνης  τής  Αρχαιολογικής  εταιρείας,  σύστασης  τω  1837, 
έδαπανήθησαν  άπό  του  έτους  εκείνου  μέχρι  του  1904  συμπεριλαμ- 
οανομένου  δι'  άνασκαφάς,  ύποστήριξιν  καϊ  συντήρησιν  μουσείων,  άγο- 
ράν  αρχαίων,  προςωπικόν  έπί  τών  άοχαιοτήτων,  έξοδα  επαρχιακών 
μουσείων,  μουσεία  τής  εταιρείας,  προςωπικόν  αυτών,  άρχαιοθήκας 
καϊ  την  έκδοσιν  τής  Αρχαιολογικής  εφημερίδος  3700000  δρα- 
χμών. Άλλα  πλην  τών  δαπανών  τούτων  μέγιστα  ποσά  έδαπανήθ*)- 
σαν  ύπό  τής  πολιτείας  χάριν  τής  αρχαιολογικής  υπηρεσίας,  ανασκα- 
φών, μουσείων,  συντηρήσεως  και  φρουρήσεως  τών  αρχαιοτήτων  και 
απαλλοτριώσεως  αρχαιολογικών  χώρων.  Διά  δέ  τών  δαπανών  τούτων 
εύπροςώπως  μετέσχεν  ή  Ελλάς  τής  έν  τη  χώρα  αρχαιολογικής  κινή- 
σεως, δι'  ης  συνετελέσαμεν  καϊ  ημείς  εις  την  άποκάλυψιν  τής  ιστο- 
ρίας τών  άρναίων  χρόνων,  ουδέ  δικαιούμεθα  να  ύποτιμώμεν  την  γε- 
νομένην  ύπό  τής  ελληνικής  κυβερνήσεως,  τής  Αρχαιολογικής  έται• 
ρείας  και  τών  Ελλήνων  αρχαιολόγων  έργασίαν  έν  συγκρίσει  καϊ  ένα- 
μίλλο)ς  ποός  τήν  ποικίλην  δράσιν  τών  ξένων  αρχαιολογικών  σχολών 
καϊ  τών  ύπό  αλλογενών  γενομένων  ανασκαφών,  έν  αίς  πρωτοστατού- 
σα αϊ  τής    Όλυμπίας,  τών  Δελφών  καϊ  τής  Δήλου. 

Και  περί  τής  περισυλλογής  δέ  μεσαιωνικών  χειρογράφων  έν  τη 
Εθνική  μάλιστα  βιβλιοθήκη  έγεινεν  ού  μικρά  φροντίς*  ό  δέ  αριθμός 
εις  όν  ανέρχονται  ταύτα  σήμερον,    όντα  ς2380  έν  δλω,   ει  καϊ  μεταξύ 


—  46  — 

αυτών  ουκ  ολίγα  εΐνε  τα  όλως  άχρηστα  η  ανάξια  λόγου,  μαρτυρεί 
περί  της  αναπτυχθείσης  δραστηριότητος.  *Αν  δε  αύστηρότερον  ήθελον 
έκτελεσθή  αϊ  διατάξεις  του  περί  τεχνολογικών  συλλογών  Νόμου  τοΰ 
1836  αϊ  έπιβάλλουσαι  την  εν  τη  Εθνική  βιβλιοθήκη  κατάθεσιν  απάν- 
των τών  χειρογράφων  τών  μονών,  ή  έν  αύτη  συλλογή  ήθελεν  άποβή 
τών  πολυαριθμοτάτων  καί  άξιολογωτάτων  καθ'  όλου.  Συμπληρόνουσι 
δ'  αυτήν  αϊ  άλλαι  συλλογαΐ  κωδίκων  έν  Αθήναις,  ή  της  Βιβλιοθήκης 
της  Βουλής,  της  Ιστορικής  και  εθνολογικής  εταιρείας,  της  Χριστια- 
νικής  εταιρείας  καί  τίνες  άλλαι  ΐδιωτικαί'. 

Και  δημοσίων  δε  γραμμάτων  καί  ιδιογράφων  ήρξατο  άπό  τίνων 
ήδη  ετών  ή  περισυναγωγή.  Έχομεν  δε  ήδη  τρεις  τοιαύτας  άζίας 
λόγου  συλλογάς,  τήν  τής  Ιστορικής  καί  εθνολογικής  εταιρείας, — εις 
ην  περιήλθον  καί  τάρχεϊα  τής  μητροπόλεως  Αθηνών  επί  τουρκοκρα- 
τίας, διάφορα  συμβολαιογραφικά  αρχεία  τών  Κυκλάδων,  ή  συλλογή 
τών  έν  τω  Έλεγκτικώ  συνεδρίω  πρότερον  άποκειμένων  πολυαρίθμων 
έγγραφων  τοΰ  αγώνος,  τό  άρχεϊον  τών  Σπετσών,  τα  έγγραφα  του 
Κωλέττη  καί  άλλα  πολλά, — τήν  τής  Εθνικής  Βιβλιοθήκης,  εις  ην 
κατετέθη  καί  τό  ΰπό  του  μακαρίτου  Ιωάννου  Φιλήμονος  περισυλλε- 
χθέν  πλούσιον  άρχεϊον  έγγραφων  τής  επαναστάσεως,  καί  τήν  τής 
Βιβλιοθήκης  τής  Βουλής.  Ώς  είκός  δ'  ένεκα  τών  κατά  τους  μέσους 
αιώνας  καί  ιδίως  έπΐ  τής  δουλείας  περιπετειών  τοΰ  έθνους  αί  συλλογαΐ 
αύται  περιορίζονται  εις  έγγραφα  τών  χρόνων  τής  τουρκοκρατίας  και 
τής  μεγάλης   επαναστάσεως. 

Πολύ  δε  πλουσιώτερα  καί  αρχαιότερα  εΐνε  τάρχεϊα  τών  Ιονίων 
νήσων,  αίτινες,  επιεικεστέρας  ύποστάσαι  τύχας  έν  οίς  χρόνοις  αί  λοι- 
παί  έλληνικαί  χώραι  έστέναζον  υπό  στυγνήν  δουλείαν,  διεφύλαξαν 
καί  πληρεστέρας  καί  είς  αρχαιότερους  χρόνους  άναγομένας  τάς  σειράς 
τών  έν  αύτοϊς  άποκειμένων  έγγραφων.  Άλλ'  όμως  ούτε  ή  δέουσα 
περί  αυτών  κατεβλήθη  μέριμνα  υπό  τών  κυβερνήσεων,  ούτε  προεκά- 
λεσαν  αξίας  λόγους  δημοσιεύσεις,  ούτ'  έχρησίμευσαν  καν  ώς  σχολεϊον 
άρχειοφυλάκων  ειδικών,  δυναμένων  να  παράσχωσιν  υπηρεσίας  ού  μό- 
νον είς  τάς  ίστορικάς  μελετάς,  άλλα  καί  είς  τήν  πολιτείαν. 

*)  "Ιδε  Νέου  Έλληνομνήμονος  Τομ.  Α'  σ.  112.  Έν  τω  Νέω  Έλληνομνήμονι  θά 
δημοσιεύσω  τους  κατάλογου;  τών  χειρογράφων  τών  έν  Αθήναις  βιβλιοθηκών  πλην  τής 
Εθνικής.  Ήρξάμην  δε  ήδη  άπό  τών  τής  Βιβλιοθήκης  τής  Βουλής. 


—  47  — 

Ουκ  άνάξιαι  δε  μνείας  εΐνε  αϊ  συλλογαί  μονογραφιών  περί  του  εθνι- 
κού αγώνος  αί  έναποτ=τααιευμέναι  κυρίως  τούτο  μεν  εν  τή  Βιβλιο- 
θήκη της  Βουλής,  τούτο  δ'  έν  τη  της  Ιστορικής  και  εθνολογικής 
εταιρείας,  τούτο  δ'  έν  τη  της  ενταύθα  Αγγλικής  αρχαιολογικής  στο- 
λής, είς  ην  περιήλθον  τα  βιβλία  του  πολλού  Ρίηΐίΐγ. 

Άναμετροϋντες  δε  τα  δαπανηθέντα  άπό  της  ιδρύσεως  του  ελληνι- 
κού βασιλείου  προς  έ'κδοσιν  πηγών  και  ύποστήριξιν  τών  ιστορικών 
μελετών,  όσαι  οεν  αναφέρονται  εις  τους  αρχαίους  χρόνους,  όμολογοϋ- 
μεν,  ότι  ταύτα  δεν  ανταποκρίνονται  προς  το  μέγεθος  της  επιβολής. 
Έξαίρεσιν  έποιήσατο  ή  ελληνική  πολιτεία  μίαν  και  μόνην,  χάριν  τών 
ερευνών  και  δημοσιεύσεων  του  Κωνσταντίνου  Σάθα,  υπέρ  ου  έψηφί- 
σθησαν  καϊ  άνεγράφησαν  έν  τοις  προϋπολογισμούς  τών  ετών  1870- 
1888  και  σποράδην  κατόπιν  περί  τάς  εκατόν  τεσσαράκοντα  χιλιάδες 
δρανμών  Άλλα  πλην  τών  γενναίων  τούτων  κονδυλίων  ώς  έπίσημον 
δαπάνην  τής  πολιτείας  προς  ΰποστήριξιν  τών  είς  τάς  πηγάς  της  αε- 
σοχρονίου  ιστορίας  αναγομένων  μελετών  μβνον  την  ΰπό  του  αειμνή- 
στου Τρικούπη  -/ορηγίαν  τριςχιλίων  δραχμών  χάριν  τών  δαπανών 
τής  μετά  τριών  βοηθών  και  τοϋ  καλλιτέχνου  κ.  ΟΪΙΙίβΓΟΠ  πρώτης 
μου  εις  το  Άγιον  "Ορος  αποστολής  έν  έτει  1880  εγώ  τουλάχιστον 
γινώσκω.  Άν  δε  προςθέσωμεν  είς  ταύτας  τάς  χορηγίας  χ-.λιας  διακό- 
σια; δραχμάς  ορισθείσας  δια  του  έν  έτει  1855  προϋπολογισμού  τής 
Βουλής  και  ίσάριθμον  ποσόν  ψηφισθέν  τω  186*2  προς  έ'κδοσιν  τών  δύο 
τόμων  τών  Αρχείων  τής  ελληνικής  παλιγγενεσίας,  διςχιλίας  δραχ- 
μάς χορηγηθείσας  τω  1873  υπό  του  δήμου  Σύρου  προς  άμοιβήν 
Ιστορίας  τής  νήσου  και  ετέρας  δωδεκακιςχιλίας  περίπου  δαπανηθείσας 
υπό  του  δήμου  Αθηναίων  χάριν  εκδόσεως  τών  έ'ργων  του  Ακομινά- 
του, διαγωνισμού  προς  συγγραφήν  ιστορίας  τών  Αθηνών  μετά  Χρι- 
στόν  και  υποστηρίξεως  μελετών  και  δημοσιεύσεων  αναγομένων  εις  τήν 
κατά  τους  μέσους  αιώνας  καϊ  έπϊ  τουρκοκρατίας  ίστορίαν  τής  πόλεως, 
εξαντλείται,  όσον  έγώ  γινώσκω,  ό  κατάλογος  τών  δαπανών,  άς  ή  επί- 
σημος Έλλχς  και  οί  δήμοι  κατέβαλον  προς  ύποστήριζιν  ιστορικών 
ερευνών  παρ '  ήμϊν.  Ανέρχεται  δε  τό  όλον  ποσόν  άπό  τοϋ  1855  μέ- 
χρι τής  σήμερον  μόλις  είς   160000  δραχμών. 

Ούδ'  έχομεν  νά  έπιδείξωμεν  ιστορικούς  διαγωνισμούς  άλλους  η 
υποτροφίας  και  άποστολάς  επιστημόνων  ή  άλλας    χορηγίας   σχετιζο- 


—  48  — 

[Λένας  προς  τήν  προαγωγήν  της  ιστορίας,  εξαιρουμένων  ϊσως  ψιχίων 
τινών,  άτινα  είςήνεγκον  άπό  καιρού  εις  καιρόν  τα  διάφορα  υπουργεία 
η  οΐ  δήμοι  έκ  γλίσχρων  ταμείων  προς  άγοράν  ολίγων  αντιτύπων  ιστο- 
ρικών δημοσιεύσεων. 

Πολύ  δε  γενναιότεροι  υπήρξαν  σχετικώς  ίδιώταί  τίνες  προκαλέσαν- 
τες  η  ύποστηρίξαντες  την  έ'κδοσιν  ιστορικών  πηγών  η  συγγραφών,  έν 
οϊς  έξέχουσιν  ό  Θεόδωρος  Μαυρογορδάτος  ό  χορηγός  της  άτελοϋς 
ατυχώς  μεινάσης  Μαυρογορδατείου  βιβλιοθήκης  τοΰ  Αθανασίου  Πα- 
παδοπούλου Κεραμέως,  ό  φιλόμουσος  προστάτης  τών  έργων  τοΰ  Σάθα 
και  του  Γάλλου  ί»6§Γαη(Ι  Γεώργιος  Μαυροκορδάτος  και  ό  μεγαλό- 
δωρος  Γρηγόριος  Μαρασλής.  Τούτου  ή  φερώνυμος  Βιβλιοθήκη  ου  μόνον 
εις  την  παρ'  ήμΐν  μετοχέτευσιν  αξίων  λόγου  ιστορικών  έργων  επιφανών 
της  ξένης  ιστοριογράφων  συνετέλεσεν,  άλλα  καϊ  έστέγασεν  άξιας  λό- 
γου πρωτοτύπους  εργασίας  μεγάλως  επικουρούσας  είς  τ/)ν  μελέτην 
τών  πατρίων,  οίαι  αί  τών  συναδέλφων  κυρίων  Γεωργίου  Χατζιδάκι  και 
Νικολάου  Πολίτου. 

Και  άλλως  δε  μικρά  απέβη,  ούτως  απροστάτευτος  μείνασα,  ή 
παρ'  ήμΐν  ιστορική  κίνησις.  Είς  τους  δακτύλους  μετρούνται  αί  παρ' 
ήμΐν  περί  το  ιστορικόν  παρελθόν  τοΰ  έθνους  διατρίβουσαι  έταιρεϊαι. 
Πράγματι,  και  αν  ευρύτατα  συμπεριλάβωμεν  είς  αύτάς  πλην  της  μόνης 
φερούσης  δνομα  παράγωγον  άπό  της  ιστορίας,  λέγω  της  Ιστορικής 
και  εθνολογικής  εταιρείας,  και  την  Άρχαιολογικήν  και  τήν  Χριστια- 
νικών άρχαιολογικήν  και  τήν  Άρχαιολογικήν  έταιρείαν  "Οθρυν,  τέσ- 
σαρες έν  όλω  και  μόναι  έταιρεϊαι  εργάζονται  όπωςδήποτε  περί  τήν 
μελέτην  και  γνώσιν  τών  τε  ιστορικών  τυχών  τοΰ  έ'θνους  και  τών  καλ- 
λιτεχνικών αυτού  δημιουργημάτων  έν  ταΐς  διαφόροις  περιόδοις.  Άλλ  ' 
όμως  κατά  δεκάδας  και  εκατοντάδας  αριθμούνται  αί  τοιαυται  έται- 
ρεϊαι έν  ταϊς  χώραις  τοϋ  λοιπού  πεπολιτισμένου  κόσμου. 

Κατ'  άναλογίαν  δ'  ελάχιστα  εΐνε  και  τά  περιοδικά  συγγράμματα 
τά  ένδιατρίβοντα  ειδικώς  περί  τάς  ίστορικάς  έρευνας  και  τήν  έκδοσιν 
πηγών.  Είνε  δε  ταύτα  εξ  έν  όλω,  αν  είς  το  Δελτίον  της  Ιστορικής 
και  εθνολογικής  εταιρείας  καϊ  τον  έμόν  Νέον  Έλληνομνήμονα  θελή- 
σωμεν  νά  προςθέσωμεν  τήν  Άρχαιολογικήν  εφημερίδα,  τά  δύο  αραιό- 
τατα εκδιδόμενα  Δελτία,  τό  τής  Χριστιανικής  αρχαιολογικής  εταιρείας 
και    τό   τής    Αρχαιολογικής    εταιρείας   "Οθρυος,    και    αυτήν   δε   τήν 


—  49  — 

Επετηρίδα  του  Παρνασσού,  £ν  ή  κατ'  έπικράτησιν  δημοσιεύονται  δια- 
τριβαί  σχετιζόμεναι  προς  την  πάτριον  ίστορίαν  η  κατάλογοι  χειρο- 
γράφων και  άλλαι  ίστορικαϊ  πηγαί. 

Πτωχά,  πτωχότατα  είνε,  βλέπετε,  τα  στοιχεία,  εξ  ων  συναπαρ- 
τίζεται η  παρ'  ήμΐν  ιστορική  κίνησις,  και  καταφανής  ή  ανεπάρκεια 
της  προς  τάς  ίστορικάς  μελετάς  στοργής. 

Και  όμως  είνε  ανάγκη  να  κινηθώμεν,  να  κινηθώμεν  πολύ  δρ•/στη- 
ριώτερον  η  νυν.  Με'νει  έ'τι  ανεκμετάλλευτος  πλούσιος  άμητός  πηγών 
της  εθνικής  ημών  ιστορίας  μετά  τους  χρόνους  της  αρχαίας  ακμής. 
Είνε  άδικον  νά  βλέπωμεν  κατά  πολύ  ΰπερευδοκιμοΰντας  ήυ,άς  εν  τή 
μελέτη  τής  ιστορίας,  τών  θεσμών,  της  τέχνης  του  Βυζαντίου  τους 
αλλογενείς,  μάλιστα  δε  τους  Γερμανούς,  τους  'Ρώσους  και  αυτούς 
τούς  Γάλλους.  Όφείλομεν  νά  συντελέσωμεν  και  ήμεϊς  τι  άνάλογον 
προς  τάς  μεγάλας  επιχειρήσεις  άς  άνέλαβον  ξένοι  προς  προαγωγήν 
τών  βυζαντιακών  μελετών.  Ήδη  τω  1880  προ  τής  πρώτης  μου  εις 
το  "Αγιον  "Ορος  αποστολής  και  έπειτα  πάλιν  τω  1892  '  υπέδειξα  την 
ανάγκην  τής  εκδόσεως  τών  αυτοκρατορικών  χρυσοβούλλων  και  άλλων 
ελληνικών  εγγράφων  τών  αγιορείτικων  μονών,  και  εδέησε  νά  παρελ- 
θωσιν  έ'τη  μακρά  πριν  ή  άναλάβη  το  έργον  δχι  ή  επίσημος  ή  ή  ανε- 
πίσημος Ελλάς,  άλλ'  ή  ρωσική  επιστήμη.  "Ηδη  τω  1892  ύπεδειζα 
τήν  ανάγκην  την  εκδόσεως  Συντάγματος  τών  βυζαντιακών  επιγραφών  2 
και,  πριν  ή  κινηθή  τις  τών  παρ'  ήμΐν,  άνέλαβεν  ήδη  πρό  τίνων  ετών 
το  έργον  ή  γαλλική  Ακαδημία  τών  επιστημών  και  τών  γραμμάτων, 
είςηγουμένου  του  πρώην  διευθυντού  τής  ενταύθα  Γαλλικής  σχολής 
Ηοπίοΐΐβ,  όςτις  ρητήν  έν  τή  είςηγητική  αύτοϋ  προς  τήν  Άκαδημίαν 
εκθέσει  έποιήσατο  μνείαν  τής  έμής  υποδείξεως.  "Ηδη  τό  αυτό  έτος 
έφείλκυσα  τήν  προςοχήν  έπΐ  τήν  συστηματικήν  περισυναγωγην  και 
έ'κδοσιν  τών  μεσαιωνικών  ελληνικών  δημοσίων  γραμμάτων,  ην  άνέλα- 
βεν έπ'  εσχάτων  μόλις  δχι  και  ταύτην  ή  Ελλάς,  άλλ  έπΐ  τή  προτά- 
σει  του  ΚπΐΐΤΙ&αοΙίβΡ  ή  Εταιρεία  τών  ηνωμένων  ακαδημιών  τής 
Ευρώπης,  άναθεϊσα  τήν  προπαρασκευήν  του  έργου  εις  τήν  έν  Μονάχω 
Βαυαρικήν  άκαδημίαν  τών  επιστημών.  Θάφήσωμεν  και  εϊνε  πρέπον 
νάφήσωμεν,    όπως  πλείστα  όσα   άλλα    τών   κενών    έν   τή   μελέτη  του 

1  Β^ζ&ηΙίηϊδοΙιβ  ΏβδΐάβιαΙίΐ  έν  τί)  Β^ζίΐηΙΐηϊϋοΙιβ  ΖβίΙδοΙιπΙΊ  Τομ.  Λ'  υ.190. 

2  Αυτόθι  σ.   191. 

ΣΠΓΡ.    Π.    ΛΑΜΠΡΟΙ1,    ΜίΚΤΑΙ    ΣΕΛΙΔΕΕ  Ί 


—  50  — 

Βυζαντίου,  άτινα  υπέδειξα  προ  δεκατριών  ήδη  ετών  εν  τοϊς  έμοϊς  Βυ- 
ζαντιακοϊς  παραλειπόμενοι;,  άναληφθώσιν  ύπό  μόνων  τών  αλλογενών  ; 
Ή  βυζαντιακή  μοναστηριολογία,  ης  την  ανάγκην  υπέδειξα  τότε  και 
έπανέλαβον  έν  'Ρώμη  τω  1900  ενώπιον  του  διεθνούς  συνεδρίου  τών 
Άνατολιστών,  έν  ολομέλεια•  άποδεχθέντος  την  έμήν  πρότασιν,  ή  βυ- 
ζαντιακή εικονολογία,  ή  έ'κδοσις  νέου  Συντάγματος  τών  επισκοπικών 
καταλόγων  της  ελληνικής  ανατολής,  ή  μελέτη  τών  πολιτικών  και 
ιδιωτικών  αρχαιοτήτων  του  Βυζαντίου,  ή  έ'κδοσις  Λεξικού  τών  κυρί- 
ων ονομάτων  τής  βυζαντιακής  περιόδου,  ή  βυζαντιακή  ένδυμασιολο- 
γία  και  πλείστα  άλλα,  δεόμενα  πολλών  ομού  ερευνητών  και  εργασίας 
μακράς  και  χρήματος  πολλού,  δεν  θα  ήτο  έντιμότατον  να  έπιχειρη- 
θώσι  και  έκτελεσθώσιν  ύφ'  Ελλήνων,  υποστηριζόμενων  ύπό  τής  επι- 
σήμου Ελλάδος,  του  Πανεπιστημίου  και  Ελλήνων  μεγαλοπλούτων  ; 

Δεν  εναπόκειται  είς  ημάς,  κυρίως  είς  ημάς,  ή  συναγωγή  και  έ'κδο- 
σις  τής  Ιστορικής  ύλης  τής  αναφερομένης  είς  τους  μακρούς  αιώνας 
τής  φραγκοκρατίας  και  τής  τουρκοκρατίας,  ή  συστηματική  έρευνα 
τών  ιστορικών  πηγών,  έξ  ων  δύναται  νά  μελετηθή  ό  ιδιωτικός  και 
κοινοτικός  βίος  έν  τοις  χρόνοις  τής  δουλείας,  ή  κριτική  έξερευνησις 
τών  έγγραφων  έξ  ων  θα  συναποτελεσθή  ποτέ  τελεία  ή  εΐκών  τής  με- 
γαλουργίας  του  εθνικού  αγώνος  του  1821  ; 

Θάναμείνωμεν  άπό  τών  ξένων  νά  μελετήσωσι,  μόνον  άπό  τών  αλ- 
λογενών νά  ύποστηρίξωσι  τάς  άπαιτουμένας  ευρείας  εκδόσεις  τών 
ανέκδοτων,  τάς  συστηματικάς  συλλογάς  τών  πηγών,  τους  ανεξερεύ- 
νητους θησαυρούς  τών  ελληνικών  μοναστηριών  και  τών  βιβλιοθηκών 
και  αρχείων  τής  άρκτώας  και  εσπερίας  Ευρώπης  ; 

Θάπεκδυθώμεν  έν  αδιαφορία  και  έξ  αστοργίας  τών  δικαιωμάτων 
και  τών  καθηκόντων,  άτινα  επιβάλλει  ή  γνώσις  τών  περιπετειωδών 
τυχών  του  έθνους  μετά  τήν  αϊγλην  του  αρχαίου  παρελθόντος,  όπερ 
αποτελεί  το  διηνεκές  μελέτημα,  το  άληθινόν  προςκύνημα  σύμπαντος 
του  πεπολιτισμένου  κόσμου ;  Δεν  θα  πράξωμεν  κατ '  άναλογίαν  και 
περί  τών  κατόπιν  χρόνων  ό  τι  μετά  δικαίας  υπερηφάνειας  καϊ  έναμίλ- 
λως  προς  τους  λοιπούς  έν  τη  ξένη  θιασώτας  τής  αρχαιότητος  έπεχει- 
ρήσαμεν  και  επιτυχώς  διεξηγάγομεν  χάριν  τής  μελέτης  του  άρναίου 
κόσμου  ;  Είνε  ούτω  λοιπόν  άδοξα  τά  ύπερχιλιετή  έτη  τής  βυζαντια- 
κής  βασιλείας,    ώςτε  νά   μή   θελήσωμεν   νά  καταστήσωμεν  και  αυτά 


—  51    - 

άντικείμενον  εκτεταμένων  μελετών  ;  Και  προςήκει  νάποστρέψωι/.εν  διά 
παντός  το  πρόςωπον  άπό  της  μελέτης  των  χρόνων  της  δουλείας  μό- 
νον διότι  έπέσαμεν  και  έδουλεύσαμεν  και  έφάγομεν  άρτον  μεμαγμε'νον 
μέ  ίδρωτα  και  δάκρυ  ; 

Και  όμως  εις  τους  αιώνας  εκείνους  τους  μεσαιωνικούς  ανέρχονται  αί 
άρχαί  της  τελείας  ημών  εθνικής  ενώσεως  και  εις  τους  χρόνους  εκείνου; 
πρέπει  νάναδράμωμεν,  όπως  άνεύρωμεν  τάς  ρίζας,  την  δόξαν  και  τους 
αγώνας  της  εκκλησίας,  ήτις  ύπερεμάχησεν  αυτών  τών  εθνικών  δι- 
καίων αγωνιζομένη  υπέρ  τών  ίδιων  αυτής  δογμάτων  και  θεσμών.  Εις 
τους  χρόνους  εκείνους  ανάγονται  αί  άρχαΐ  του  διέποντος  ημάς  δικαίου• 
άπό  τών  χρόνων  εκείνων  διεσώθη  μέχρις  ημών  ή  γλώσσα  ην  λαλού- 
αεν,  το  άσμα  όπερ  ψάλλομεν,  ό  βίος  δν  ζώμεν.  Εις  τους  νρόνου: 
εκείνους  ανέρχεται  η  δικαιολογία  τών  εθνικών  ημών  αξιώσεων,  και 
κατ'  αυτούς  έπάλαισαν  μεγάλοι  βασιλείς  υπέρ  τών  δικαίων  του 
γένους  εναντίον  Σλάβων  και  Άβάοων.  Αράβων  και  Βουλγάρων, 
Φράγκων  και  Τούρκων.  Ή  πορφύρα  ή  σκέπουσα  τον  θρόνον  εύκλεών 
και  νικηφόρων  βασιλέων  όσον  και  η  άδοξία  η  επακολουθήσασα  εις 
τάς  ημέρας  του  κλέους,  αί  νϊκαι  όσον  και  αί  συμφοραί,  τό  μεγαλεΐον 
όσον  και  η  πτωσις  είνε  ουχ  ήττον  ιόικα  μας,  εινε  μέρος  της  ιοιας 
ημών  εθνικής    υπάρξεως,  είνε  τμήμα    του  ιδίου  ημών  ιστορικού  βίου. 

Όμοίως  δε  σαρξ  έκ  τής  σαρκός  ημών  και  όστοΰν  εκ  τών  οστέων 
είνε  οι  πικροί  αιώνες  τής  δουλείας.  Μη  περιφρονησωμεν  τής  μελέτης 
αυτών.  Ή  δια  μυρίων  περιπετειών  και  υπό  τάς  βαρυτάτας  τών  πιέ- 
σεων συντήρησις  τής  ιδίας  ημών  έθνότητος  και  θρησκείας  &αί  γλώσ- 
σης επί  μακρούς  αιώνας  μετά  προκληθεϊσαν  πολλαχοΰ  του  ελληνισμού 
καθυπόταξιν  υπό  τους  Φράγκους,  ή  έγκαταβίωσις  έν  μέσω  αγώνος 
διαρκούς  του  καθημερινού  βίου  ενέχει  και  αύτη  τό  μεγαλεϊόν  της, 
μεγαλεϊον  δχι  μικρότερον  τών  μεγαλοδοξων  χρονών  τής  εθνικής  ευη- 
μερίας. Δουλεία  οία  ή  του  ελληνικού  λάου,  παρασκευάσασα  την  άπε- 
λευθέρωσιν  αΰτου  ώς  παρεσκεύχσεν  αυτήν,  είνε  μεγαλοπραγία  άζί- 
ζουσα  νά  έφελκύση  εϊπερ  τις  και  άλλη  την  έρευναν  τοϋ  ιστορικού. 
Είνε  δε  και  δίδαγμα  πολιτικόν  ίκ  τών  υπέροχων  ή  ιστορική  έξετασις 
τοιαύτης  δουλείας,  δυνάμενον  νά  φωτίση  την  έλληνικήν  πολιτείαν  και 
την  έλληνικήν  φιλοπατρίαν,  όπως  ποδηγετήσωσι  δια  τής  άπό  του 
παρελθόντος    του    δεδουλωμενου    έθνους    διδασκαλίας   τους    ετι    όμοίως 


_  52  — 

και  πρότερον  δουλεύοντας  των  Ελλήνων  εις  εξανάστασιν  άνάλογον 
προς  έκείνην  ήτις  ήγαγεν  είς  άπελευθέρωσιν  μικράς  του  ελληνισμού 
γωνίας.  Και  τά  διδάγματα  οφείλει  τέλος  να  συμπλήρωση  ή  τελεία 
έξερεύνησις  των  ήμερων  της  τιτανομαχίας,  καθ'  ην  οί  Πυγμαίοι 
κατεπάλαισαν  τους  Τιτάνας,  οί  δοϋλοι  ώρθώθησαν  είς  ελευθέρους  και 
τα  Κρόνια  της  δουλείας  διεδέχθη  ή  ήμερα  της  ελευθερίας.  Ή  παρα- 
μέλησις  της  εν  πασι  λεπτομερούς  εξετάσεως  των  ηρωικών  εκείνων 
ήμερων  δεν  θα  ήτο  μόνον  ιστορική  παράλειψις,  θα  ήτο  καί  τι  χείρον, 
άσύγγνωστος  άγνωμοσύνη  προς  τους  έλευθερωτάς  καί  το  με'γα  αυτών 
έθνικόν  έ'ργον. 

Συμπληρώσωμεν  λοιπόν  τό  έθνικόν  οικοδόμημα  δια  της  μελέτης 
συμπάσης  της  εθνικής  ιστορίας.  Δεν  αρκεί  μόνον  τό  ώραϊον  πρόστυ- 
λον  του  αρχαίου  οικοδομήματος  καί  τό  υπό  της  σμίλης  των  μεγάλων 
τεχνιτών  της  αρχαιότητος  καλλιτεχνηθέν  αέτωμα.  Είςδύσωμεν  καί 
εις  τά  σκοτεινά  άδυτα  του  ιερού  όπερ  μετέπλασαν  οί  αιώνες  είς  τον 
χριστιανικόν  ναόν  του  έ'θνους.  Άνοίςωμεν  τό  έπί  της  αγίας  τραπέ- 
ζης κεκλεισμένον  βιβλίον,  ίν  ω  αναγράφονται  οί  άθλοι  του  μεσαιωνι- 
κού ελληνισμού  καί  οί  τίτλοι  τών  εθνικών  δικαίων  άναγνώσωμεν  τήν 
βίβλον  της  προθέσεως,  εν  ή  έσημειώθησαν  τά  ονόματα  τών  μαρτύ- 
ρων, ων  πρέπει  νά  μνημονεύη  τό  έθνος  καί  ή  εκκλησία. 

Τό  καθήκον  τούτο  είνε  έπιστημονικόν  άμα  καί  έθνικόν.  Ουδεμία 
άλλη  επιστήμη  δύναται  νά  διεκδίκηση  τό  όικαίωμα  νά  ΰπάρξτ)  θερα- 
παινίς  άμα  καί  υπέρμαχος  τών  εθνικών  δικαίων  όσον  ή  Ιστορία"  ου- 
δεμία άλλη  γραφίς  είνε  σχεδόν  ισοδύναμος  προς  όπλον  όσον  ή  του 
ιστορικού.  Καί  διά  τούτο  τά  έθνη,  ων  δεν  συνεπληρώθη  ό  υψηλός 
προορισμός  καί  δεν  συνετελέσθη  ή  εθνική  ένότης,  έπί  δύο  συγχρόνως 
άγκυρών  έδράζουσι  τό  παρασκευαζόμενον  έθνικόν  μεγαλεΐον,  έπί  της 
στρατιωτικής  διοργανώσεως  καί  της  προαγωγής  τών  ιστορικών  μελε- 
τών, ως  απαραιτήτων  εφοδίων  της  διεκδικήσεως  τών  εθνικών  δι- 
καίων. Δεν  είνε  δ'  απλή  σύμπτωσις,  ότι  έν  Γερμανί^  ό  αναδειχθείς 
κυριώτατος  προστάτης  τής  εκδόσεως  τών  ΜοΠϋΠΙβηΙα  ΟβΓΗίαηΪΗ,β 
ΗΪ810ΓΪ03.,  άτινα  έθεωρήθησαν  δικαίως  ως  έθνικόν  εγχείρημα  τών 
Γερμανών,  ύπήρξεν  αρχομένου  του  δέκατου  ένατου  αιώνος  ό  αΰτος 
Πρώσσος  βαρώνος  νοη  δίβΐη  ό  άναμορφώσας  τήν  ύπό  του  μεγάλου 
Ναπολέοντος  τεταπεινωμένην,  αλλά  μετ'  ολίγα  έ'τη  νικήτριαν  Πρωσ- 


—  53  — 

σίαν.  δαοβΓ  ΣΐΐϊΐΟΓ  ραΐΓίαβ  ά»1  αηΐηηιΐϊΏ  υπήρξε  το  έμβλημα  της  αε- 
γάλης  Ικβίνης  δημοσιεύσεως,  ουδέ  η  δυνατό  να  έκλεχθή  έμβλημα  μάλ- 
λον αληθές  και  πολυσήμαντον  προς  χαρακτηρισμόν  της  μεγάλης  συλ- 
λογής των  πατρίων  μνημείων  της  εθνικής  ιστορίας.  «Ό  ιερός  έρως 
της  πατρίδος  έμψυχόνει ))  αληθώς  τους  άπό  τής  μελε'της  των  ιστορι- 
κών τυχών  του  έθνους  έμφορουμένους  τοϋ  μεγαλείου  αυτής  και  πε- 
πεισμένους περί  των  εθνικών  δικαίων,  άτινα  μέλλει  να  διεκδίκηση 
δια  του  αίματος  αύτοΰ  ό  στρατιώτης  τής  πατρίδος  επί  του  πεδίου  τής 
τιμής.  Δεν  υπάρχει  πράγματι  αλληλεγγύη  μεγαλειτέρα  τής  μεταξύ 
του  γραφείου  του  ιστοριογράφου  και  τής  σκηνής  τοΰ  στρατοπέδου. 
Έπ  αμφοτέρων  μετεωρίζεται  μία  και  ή  αυτή  σημαία,  ή  σημαία 
τής    πατρίδος. 

Είμαι  ευτυχής,  δτι  μοι  έδοθη  σήμερον  ή  ευκαιρία  να  εκφράσω  τον 
πόνον  μου  έπι  τη  ανεπάρκεια  τή:  παρ'  ήμΐν  υποστηρίξεως  τών  ιστο- 
ρικών μελετών  κα»  διαγράψω  δι'  ολίγων  το  έπιβαλλόμενον  έθνικόν 
πρόγραμμ'  αυτών  επί  τή  έλπίδι  τής  ταχείας  αύτοΰ  αναλήψεως  υπό 
τής  πολιτείας  και  πάντων  τών  δυναμένων  και  τής  έπιτελέσεως  αύτοΰ. 
Είμαι  δ'  έ'τι  μάλλον  ευτυχής,  δτι  ή  ευκαιρία  αύτη  μοι  εδόθη  έν  τή 
πανηγυρική  ταύτη  τελετή  και  τή  σεμνοπρεπεΐ  ταύτη  αΐθούση  ενώ- 
πιον τής  επισήμου  Ελλάδος  και  ενώπιον  υμών  άμα,  ώ  φίλοι  όμιλη- 
ταί.  Δεν  αμφιβάλλω,  δτι  θα  καρποφορήσωσιν  έπ'  άγαθώ  τοΰ  έθνους 
οί  λόγοι  ούτοι  οι  άκουσθέντες  εν  τω  Έθνικώ  Πανεπιστημίω,  όπερ 
προς  τή  καλλιέργεια  τών  γραμμάτων  και  τών  επιστημών  συμβολίζει 
την  ίδέαν  του  ενιαίου  ελληνισμού  και  έν  ω  δίδει  τόν  γλυκύτατον 
τών  ασπασμών  ή  Ελλάς  ή  ελευθέρα  εις  την  Ελλάδα  τήν  άλύτρωτον. 
Χαρά  εις  τόν  Ιστορικόν  τόν  εύελπιστοΰντα,  δτι  τό  εαρ  τής  Ελλάδος 
τό  φοιτών  εις  τό  πανελλήνιον  τούτο  ιερόν  τών  Μουσών  θά  πεισθή, 
δτι  συμπλήρωμα  πάσης  έν  αύτώ  επιστημονικής  μελέτης  πρέπει  να 
θεωρήται  ή  παρακολούθησις  τής  ιστορικής  σταδιοδρομίας  τού  ελληνι- 
σμού. Χαρά  εις  τόν  πατριώτην  τόν  άναμένοντα,  δπως  έκ  τού  τεμέ- 
νους τούτου  τής  επιστήμης,  δπερ  εϊνε  και  τό  προτεμένισμα  τής  υπο- 
στηρίξεως τών  εθνικών  δικαίων,  έξέλθωσιν  αύριον  οί  πρόμαχοι  τής 
ελληνικής  ιδέας,  κρατούντες  δύο  σύμβολα  διά  τής  χειρός,  τό  εΰαγγέ- 
λιον  τής  εθνικής  Ιστορίας,  έν  ω  αναγράφονται  διά  χρυσού  και  αίμα- 
τος αί  σελίδες  τής  δόξης  και  τών  μαρτυρίων,  και  τό  ξίφος  τού  στρα- 
τιώτου, δι'  ου  θά  έμπεδωθή  τό  μέλλον  τής  ελληνικής  πατρίδος. 


ΕΠΙ  ΤΗ  ΑΜΦΪΕΤΗΡΙΔΙ 
ΤΗΣ    ΕΝΩΣΕΩΣ    ΤΗΣ    ΕΠΤΑΝΗΣΟΥ* 


Πρώτη  μου  σκέψις  ανταποκρινόμενου  εις  την  φιλόφρονα  πρόςκλησιν 
της  Κερκυραϊκής  Άδελφότητος,  άναθεσάσης  μοι  την  έκφώνησιν  του 
πανηγυρικού  της  ημέρας  ταύτης,  υπήρξε  να  ερωτήσω  έμαυτόν  «Δεν 
έχει  άρα  ή  Επτάνησος  ή  άναδείξασα  ρήτορας,  οίοι  ό  Ηλίας  Μη- 
νιάτης  και  6  Βικέντιος  Δαμωδός.  τον  δυνάμενον  να  μεγαλοφωνήση 
την  χαράν  των  Επτανησίων  επί  τη  άμφιετηρίδι  ταύτη  της  Ενώ- 
σεως ;  Δεν  εχουσιν  αί  άνθόσπαρτοι  νήσοι,  αίτινες  ειδον  γεννωμένους 
τον  Φώσκολον  και  τον  Σολωμόν,  τον  Κάλβον  και  τον  Βαλαωρίτην, 
τον  Λασκαρατον  και  τον  Μαρκοραν,  ποιητήν  δυνάμενον  να  στολίση 
την  σημερινήν  πανήγυριν  με  τα  άνθη  των  Μουσών;»  Και  μόνην  δι- 
καιολογίαν  της  εκλογής  σας  ευρίσκω,  ότι  ήθελήσατε  νάκούσητε  δια 
του  έμοΰ  στόματος  άπ'  αυτών  τών  ξηρών  σελίδων  της  Ιστορίας  ολί- 
γας γραμμάς  ύπομιμνησκούσας  υμάς  τε  και  το  Έλληνικόν,  ότι  ή 
Ένωσις  υπήρξε  τό  φυσικόν  έπακολούθημα  μακρών  πόθων  και  αγώ- 
νων του  Επτανησίου  λάου,  ότι  αί  Ιόνιοι  νήσοι  υπήρξαν  δια  παντός 
του  χρόνου  έλληνικαΐ,  ότι  ή  γλαυκή  θάλασσα  ή  χωρίζουσα  τάς  νή- 
σους άπό  της  ήπειρώτιδος  ελληνικής  γής  δέν  ήδυνήθη  ποτέ  νά  διά- 
σπαση την  ενότητα  τήν  ύφισταμένην  εντεύθεν  και  εκείθεν  του  Ιονίου 
και  ότι,  οίαοήποτε  σημαία  και  αν  έκυμάτισέ  ποτέ  έπΐ  τών  επάλξεων 
τών  φρουρίων  τών  επτά  νήσων,  τάς  καρδίας  τών  Επτανησίων  έδόνε 
εϊς  πάντοτε  και  ό  αυτός  μέγας  παλμός,  ό  παλμός  υπέρ  της  Ελλάδος. 

Πράγματι  είς  αυτούς  τους  αρχαιότατους  ήδη  χρόνους  τής  ελληνι- 
κής ιστορίας  άνατρέχοντες  εύρίσκομεν  έλληνικάς  τάς  νήσους,  και  τάς 
πλείστας  αυτών  περιβάλλει  δι'  αί'γλης  αυτόχρημα  ποιητικής  ή  Μούσα 

*  Έξεφιονήθη  τη  2 1  Μ  α!ου  1905  παντ,γυριζορε'νης  εν  τω  ίΐα&νασσω  της  άμφιετη- 
Ρ  ίδος  ταύτης  υπό  της  Κερκυραϊκής  άδελφότητος,  και  ;δημοσιεύ6η  έν  τη  ϊφημερίδι  Ά6ή- 
V  της  22  και  23  Μαίου  1905. 


—  55  — 

τοΰ  Όμηρου.  Τα  ομηρικά  έ'πη  γνωρίζουσιν  είς  ημάς  τάς  πρώτας  αύ- 
λάς  αρχαιοτάτων  βασιλέων  των  ομηρικών  χρόνων,  τοΰ  Αλκινόου  και 
του  Όδυσσέως.  έπεράστους  βασίλισσας  και  βασιλικάς  κόρας,  την 
Άρήτην.  την  Πηνελόπην,  την  Ναυσικάαν.  τους  αρχαιότατους  των 
ποιητών  του  ελληνισμού,   τον  Δημόδοκο  ν  και  τον  Φήμιον. 

Εξηγούσα  δε  και  συμπληρο  ΰσα  τον  "Ομηρον  η  σημερινή  επιστήμη 
ζητεί  και  θα  ζήτηση  να  λύση  αρχαιολογικά  και  τοπογραφικά  προ- 
βλήματα, ες  ων  θά  χυθή  νέον  φώς  ε!ζ  τους  παναρναίους  εκείνους 
χρόνους.  Άλλ '  εν  είνε  άπό  τούδε  σαφές,  σαφέστατον  ως  πόρισμα 
των  νεωτάτων  ερευνών,  ότι  ή  σκαπάνη  των  αρχαιολόγων  έρχεται  είς 
έπικουρίαν  και  βεβαίωσιν  των  ποιητικών  θρύλων,  συμμαρτυροΰσα, 
ότι  ήδη  κατά  το  λυκαυγές  της  ιστορίας  οί  αυτοί  ελληνικοί  λαοί  κατ- 
ωκουν  την  ήπειρωτικήν  Ελλάδα  και  τάς  νήσους  τών  ομηρικών  βα- 
σιλέων, ότι  μία  και  ή  αύτη  τέχνη  έκράτει  εντεύθεν  και  εκείθεν  της 
θαλάσσης  και  ότι  εις  και  ό  αυτός  μυκηναϊκός  πολιτισμός  ήτο  διακε- 
χυμένος  άνά  τάς  νήσους   έκείνας  και  επί  της  ελληνικής  ηπείρου. 

Τοιούτους  δ'  έκ  παλαιότατων  χρόνων  φυσικούς  δεσμούς  τών  νήσων 
εκείνων  μετά  τοΰ  ελληνικού  στοιχείου  δεν  ήδυνήθησαν,  ως  εικός,  νά 
διαλύσωσιν  οί  κατόπιν  έπελθόντες  χρόνοι,  οίαιδήποτε  και  αν  ύπήρζαν 
αϊ  ίστορικαί    περιπέτειαι  άς    βλέπομεν  διαδραματιζόμενα  ς    έν  αύταΐς. 

Δέν  είχον  ανάγκην  ή  Κέρκυρα  και  ή  Λευκάς  νά  γείνωσιν  έλληνικαΐ 
τό  πρώτον  διά  τοΰ  αποικισμού  τών  Κορινθίων,  και  μόνον  το  εκ  της 
έμπορικωτατης  και  μεγάλως  έν  τω  πολιτισμώ  προηγμένης  Κορίνθου 
δωοικόν  στοιχεϊον  το  έγκαθιστάμενον  έν  αύταϊς  χύνει  νέον  αίμα  είς 
τάς  νήσους  έκείνας  και  παρέχει  νέας  φάσεις  της  ιστορικής  εξελίξεως 
και  μεταβάλλει  αΰτάς  είς  σταθμούς  της  προς  την  Σικελίαν  και  την 
Ίταλίαν  εμπορίας,  έν  ω  συγχρόνως  διά  τοΰ  αποικισμού  εκείνου  γίνεται 
άμεσώτερος  ό  σύνδεσμος  τών  νήσων  τοΰ  Ιονίου  πελάγους  προς  την 
ανατολικήν    Έλλαδα. 

"Αλλως  δε  ή  ιστορία  τών  Ιονίων  νήσων  παρουσιάζει  έν  ταϊς  ήμε- 
ραις  της  ελληνικής  ακμή:  τους  αυτούς  χαρακτήρας,  ους  άνευρίσκομεν 
και  έν  ταϊς  λοιπαϊς  έλληνικαϊς  πολιτείαις.  Ή  αυτή  εναλλαγή  πολι- 
τευμάτων, ό  αυτός  ανταγωνισμός  τών  φατριών,  ή  αυτή  πάλη  της 
Ολιγαρχίας    και  του  δήμου,  ήτις    μάλιστα  έν    Κέρκυρα   προςλαμβανει 


—  56  — 

εν  ταϊς  ήμέραις  του  Πελοποννησιακοί;  πολέμου  διαστάσεις  αυτόχρημα 
εμφυλίου  πολέμου. 

"Οταν  δ'  έν  μΐ£  και  τη  αύτη  πόλει  βλέπωμεν  τοιαύτας  εμφυλίους 
συγκρούσεις,  δέν  πρέπει  νάπορώμεν  παρατηροΰντες  τάς  μεν  νήσους  μη 
συνδεομένας  προς  άλλήλας,  έκάστην  δ'  αυτών  διαιρουμένην  είς  πόλεις, 
ών  εκάστη  είνε  ίδια  πολιτεία.  Μετέχουσιν  έν  τούτω  αϊ  Ιόνιοι  νήσοι 
κατά  την  άρχαιότητ'  αυτού  του  χαρακτήρος  της  όλης  αρχαίας  ημών 
ιστορίας  καϊ  συμμερίζονται  τάς  τύχας  όλου  τού  Ελληνικού.  Άλλ' 
όμως  και  αύται,  ώς  αϊ  λοιπαΐ  μυριώνυμοι  πόλεις,  είς  ας  διηρεϊτο  καί 
διεσπάτο  ό  αρχαίος  ελληνισμός,  παρά  πάσας  αυτών  τάς  διαιρέσεις, 
παρά  πάσας  αυτών  τάς  συγκρούσεις  έ'χουσι  τελειοτάτην  συνείδησιν 
της  όμοφυλίας  και  κοινής  καταγωγής  καί  τείνουσιν  εις  άλλήλας  την 
δεξιάν  έν  ήμέραις  πανελληνίου  χαράς  καί  έν  ήμέραις  πανελληνίων 
κινδύνων.  Έν  τοις  μεγάλοις  πανελληνίοις  άγώσι,  παρά  την  Καστα- 
λίαν  καί  έν  τη  "Αλτει  της  Όλυμπίας,  ό  Κερκυραίος  καί  ό  Ιθακή- 
σιος, ό  Λευκάδιος  καί  ό  Κεφαλλήν,  ό  Ζακύνθιος  καί  ό  Κυθήριος  δέν 
είνε  γόνοι  ιδίων  πατρίδων  ξένων  προς  άλλήλας,  ενίοτε  αντιμαχομένων 
προς  άλλήλας  ή  προς  άλλους  τών  Ελλήνων  ή  προς  αΰτάς  τάς  μη- 
τροπόλεις, ών  είνε  άποικίαι,  άλλ'  είνε  τέκνα  μιας  κοινής  πατρίδος. 
Εκεί  προ  τών  ποδών  του  Πυθίου  Απόλλωνος  καί  τοϋ  ήρεμαίου 
"Ολυμπίου  Διός  λησμονοΰσι  τά  πάθη  τά  χωρίζοντα  τους  αστούς  μιας 
και  τής  αυτής  πόλεως,  τους  φραγμούς  τους  διασπώντας  την  έθνικήν 
ενότητα,  καί,  αγωνιζόμενοι  τον  καλόν  αγώνα  τής  σωματικής  εύμε- 
λείας,  αισθάνονται  εαυτούς  υιούς  μιας  καί  τής  αυτής  μεγάλης  καί 
ενιαίας  Ελλάδος,  καί  παρασκευάζονται  νά  σπεύσωσιν  έκ  τών  πεδίων 
τών  καλλινίκων  εκείνων  αγώνων  στεφηφόροι  είς  τους  μεγάλους  προς 
τους  πολεμίους  τής  Ελλάδος  αγώνας,  είς  ους  καλεί  αυτούς  ή  κοινή 
ελληνική  πατρίς.  Καί  πώς  δχι,  άφ'  ου  αϊ  πόλεις  αυτών  άναπέμπουσι 
θυμιάματα  είς  τους  αυτούς  κοινούς  θεούς,  καί  αϊ  άγοραί  αυτών  κο- 
σμούνται ύπό  τών  αριστοτεχνημάτων  ομοφύλου  τέχνης  καί  έν  ταϊς 
άγυιαΐς  αυτών  λαλείται  ή  αυτή  γλώσσα,  ή  γλώσσα  τών  Ελλήνων 
καί  τών  ελληνικών  θεών  ; 

"Ολην  αυτήν  τήν  ενότητα,  όλην  αυτήν  τών  πανελληνίων  εορτών 
τήν  χαράν  διαλύει  επερχόμενη  ή  πρώτη  ξένη  κατάκτησις,  ή  ύπό  τών 
'Ρωμαίων.  "Οσον  καί   αν   ύπεγλύκαναν  ούτοι  τά  δεινά  τής  βίς  ξένον 


—  57  — 

έθνος  υποταγής,  ώς  τοΰτο  συνέβη  προς  την  Κε'ρκυραν,  ην  προςεδέ- 
/θησαν  εις  την  φιλίαν  αυτών,  αϊ  πόλεις  των  Ιονίων  νήσων  ήσαν  ήδη 
τεταγμέναι  υπό  ξένους  κυριάρχους,  και  ήρχον  ήδη  αυτών  οί  στιβαροί 
π?ρά  τον  Τίβεριν  άνδρες  ώς  ξένοι  κατακτηταί.  "Ετι  δε  μάλλον  έδεί- 
νωσαν  την  κατάστασιν  τών  νήσων  έπελθουσαι  παρακμάζοντος  του 
ρωμαϊκού  κράτους  αϊ  βαρβαρικαΐ  έπιδρομαΐ,  αίτινες  και  ίξηκολούθη- 
σαν,  δτε  αί  νήσοι  πεοιήλθον  εις  τήν  κυριότητα  του  Βυζαντίου,  ένώ- 
σαντος  αΰτάς  ΰπό  το  θέμα  Πελοποννήσου,  πλην  τών  Κυθήρων,  ανη- 
κουσών εις  τό  θέμα  Κεφαλληνίας. 

Απετέλεσαν  λοιπόν  ούτως  αί  Ιόνιο•,  νήσοι  μέρος  του  ελληνικού 
κράτους  καϊ  τό  πρώτον  νυν  υπήχθησαν  είς  πολιτικήν  ενότητα  ΰπό 
τήν  αιγίδα  της  νέας  θρησκείας,  του  χριστιανισμού. 

Θα  ήτο  μακρά  ή  έ'κθεσις  τών  Ιστορικών  περιπετειών  τών  Ιονίων 
νήσων  κατά  τάς  ημέρας  της  βυζαντιακής  αυτοκρατορίας  ουχί  καθ' 
έαυτάς.  διότι  δυςτυχώς  περί  μεν  τών  πλείστων  έλάχισα  γινώσκομεν, 
περί  τίνων  δε  ουδέν,  χλλ'  εν  σχέσει  προς  τους  αγώνας  ους  συνυπέστη• 
σαν  μ^τά  τών  Βυζαντινών  αί  κυριώταται  αυτών,  ιδίως  δέ  ή  Κέρκυρα, 
εναντίον  τών  έκ  της  Εσπερίας  Επιδρομέων.  Αυτό  τό  σημερινόν  όνομα 
τής  Κερκύρας,  τό  Κορυφοί,  είνε  άνάμνησις  τη:  δικορύφου  ακροπόλεως 
της  νήσου,  ην  ώ/ύρωσε  τό  Βυζάντιον,  όπως  άντεπεςελθη  κατά  τών 
εποφθαλμιώντων  είς  τήν  κατάκτησιν  τής  νήσου,  σταθμού  έπικαιροτά- 
του  διά  τους  θέλοντας  υπό  τό  πρόσχημα  τής  υπέρ  τών  Αγίων  τόπων 
σταυροφορία;  νχ  θέσωσι  τον  πόδα  επί  τής  περιμαχήτου  πόλεως  τής 
δεσποζούσης  του  Βοςπορου.  Οί  έν  Κέρκυρα  και  χάριν  αυτής  διεςα- 
χθέντες  αγώνες  εναντίον  τών  Νορμαννών  δεν  καταλαμβάνουσι  μόνον 
άξιολογωτάτας  σελίδας  τ^ς  ιστορίας  του  Βυζαντίου,  άλλα  καϊ  οια- 
τρανουσι  τό  έθνικόν  πνεύΊχα  τών  Κερκυραίων  ώς  Ελλήνων  άντιπα- 
λαιοντων  υπέρ  τών  αυτοκρατόρων  και  τής  ελευθερίας  εναντίον  τών 
ζένων  επιδρομέων.  Και  δτε  δέ  τό  Βυζάντιον  έπεσε  τω  1204  υπό  τά 
πλήγματα  τών  σταυροφόρων,  και  κατά  τήν  διανομήν  του  βυζαντια- 
κού  κράτους  αί  Ιόνιοι  νήσοι  περιήλθον  εις  τήν  μερίδα  τών  Βενετών, 
έ/ρειάσθη  νά  καταστείλωσι  καρτερικήν  άντίστασιν  τών  Κερκυραίων, 
όπως  αναγκασωσι  την  γενναιαν  νησον  να  υποκυψη  εις  τον  ςενον  ,,υγον. 

Βραχεία  ΰπήρξεν  ή  πρώτη  αύτη  βενετική  κυριαρχία,  άνέτειλαν  δέ 
και  πάλιν  ήμέραι  ελευθερίας  ΰπό  τους  "Ελληνας  δέσποτας  τής    Ηπεί- 


—  58  — 

ρου"  άλλα  και  πάλιν  μετά  τάς  επιδρομάς  και  λεηλασίας  των  Άνδη- 
γαυών  έστήθη  επί  των  φρουρίων  της  Κερκύρας  η  σημαία  του  Αγίου 
Μάρκου  τω  1386.  Συν  τω  χρόνω  δε  κατε'λαβον  οι  Βενετοί  και  τάς 
λοιπά;  νήσους,  ων  ή  Κεφαλληνία  και  ή  Λευκά:  ύπήγοντο  έφ'  ίκανόν 
είς  ιδίους  άρχοντας  εκ  τοϋ  οϊκου  των  Τόκκων. 

Μακρά  ύπήρξεν  έκτοτε  ή  επί  των  Ιονίων  νήσων  βενετική  αρχή  μέ- 
χρι  τοϋ  1797,  ότε  κατόπιν  των  νικών  του  Βοναπάρτου  διά  της  εν 
Καμποφορμίω  συνθήκης  άνεγνωρίσθη  ή  έπ'  αυτών  γαλλική  κυριαρχία. 
Άλλα  βραχεία  ύπήρξεν  ή  έπί  τών  νήσων  αρχή  τών  Γάλλων.  Ή  είς 
τους  Γάλλους  ολέθρια  ναυμαχία  του  Άβουκϊρ  προεκάλεσε  τήν  σύμ- 
πραζιν  τών  'Ρώσων  και  Τούρκων,  οΐτινες.  συνεργοϋντο:  και  του 
Άλή  πασσά,  ήνάγκασαν  τους  Γάλλους  νάποχωρήσωσιν  έ/.  της  Κερ- 
κύρας και  τών  λοιπών  νήσων,  παραδόντες  αυτήν  τη  20  Φεβρουαρίου 
1799  εις  τους  συμμάχους. 

Άλλα  και  πάλιν  μετά  οκτώ  ετη,  τή  8  Ιουλίου  1807,  διά  της  έν 
Τιλσίτ  συνθήκης  μεταξύ  του  Ναπολέοντος  και  του  αύτοκράτορος  της 
'Ρωσίας  Αλεξάνδρου  ή  'Ρωσία  μετεβίβαζε  τά  έπί  της  Επτανήσου 
δικαιώματα  αυτής  είς  τήν  Γαλλίαν,  ήτις  ήναγκάζετο  μετά  επτά  ετη 
τη  26  Ιουνίου  1814  νά  έγκαταλίπτ)  αυτήν,  παραδίδουσα  είς  τήν 
άγγλικήν  προστασίαν,  ήτις  και  έ'ληξε  δια  της  εν  Λονδίνω  τή  2  Νοεμ- 
βρίου 1863  υπογραφείσης  συνθήκης,  ήτις  απέδιδε  τάς  Ιονίου:  νήσους 
είς  τήν  μητέρα   Ελλάδα. 

Προεΐπον  ήδη,  αρχόμενος  του  λόγου,  ότι  θάνασύρω  εκ  τών  δελτων 
της  ιστορίας  ολίγας  μόνον  ξηράς  γραμμάς.  Άλλ'  υπό  τάς  γραμμάς 
ταύτας  δύνασθε  νά  ϊδητε  όπόσας  ή  μακραίων  ιστορία  τών  νήσων 
κρύπτει  στυγνάς  ημέρας.  Ή  Επτάνησος  ηύτύχησεν  αληθώς  μή  τουρ- 
κοκρατηθεϊσα,  ως  ή  λοιπή  Ελλάς,  και  δυνηθεϊσα  ούτω  νά  μείνη 
άπηλλαγμένη  τών  βαρβαρικών  εκείνων  ερημώσεων,  της  εσχάτης  εκεί- 
νης ταπεινώσεως,  της  άφατου  εκείνης  είς  καθημερινών  θάνατον  κατα- 
δίκης, ην  υπέστησαν  έπί  αιώνας  μακρούς  αί  λοιπαΐ  έλληνικαί  χώραι. 

'Τπό  τοιαύτην  δ'  έ'ποψιν  αί  Ιόνιοι  νήσοι  υπήρξαν  εύτυχέστεραι 
τοϋ  λοιποϋ  ελληνισμού.  Δεν  ανετράπη  αυτών  αυτή  ή  γη  έκ  θεμελίων, 
δέν  άφτ,ρέθη  αυτών  αυτός  ό  άήρ,  δεν  μετεβλήθησαν  αί  πόλεις  αυτών 
είς  ερείπια,  αί  έκκλησίαι  αυτών  είς  αχυρώνας,  οι  τάφοι  αυτών  είς  κο- 
πρώνας.   Ήδυνήθησαν  άπ'  εναντίας  νά   στεγά  σωσι  τους  φυγάδας,  νά 


-  59  — 

ζενίσωσι  του;  διωκόμενους,  νάπομάξωσι  το  δάκρυ  των  τουρκοκρα- 
τούμενων. Είδον  λοιπόν  όπωςδήποτ'  ίκ  του  σύνεγγυς  τα  δεινά  της 
τουρκοκρατίας,  ή  δε  ΰπερφροσύνη  του  Όθωμανοΰ  κατακτητοΰ  και  ό 
αντίκτυπος  της  επί  τών  λοιπών  ελληνικών  χλωρών  τουρκικής  κυριαρ- 
χίας δεν  άφήκεν  άπερίσπαστον  και  την  Έπτάνησον  Δις  έπολιόρκησαν 
οι  Τούρκοι  την  Κε'οκυραν,  άλλα  ματαίως,  τω  1577  και  τω  1718" 
και  ό  άνδριάς  του  Σουλεμβούργου  ενθυμίζει  ακόμη  και  την  σήμερον 
την  υπό  του  γενναίου  εκείνου  στρατηγού  τής  βενετικής  πολιτείας  διά- 
σωσιν  τής  νήσου  άπό  τής  τουρκικής  επιδρομής,  ην  ή  πίστις  τών  Κερ- 
κυραίων άπέδωκεν  εκπαλαι  εις  θαΰμα  του  πολιούχου  τής  νήσου  άγιου 
Σπυρίδωνος,  και  ΰπ '  αύτοϋ  τοΰ  ναυάρχου  τών  Βενετών  Πιζάνη  άνα- 
γνωρισθέν. 

Έμάνθανον  και  ήσθάνοντο  καϊ  οι  Επτανήσιοι  τί  ητο  δια  τους 
άλλους  "Ελληνας  αδελφούς  ή  τουρκική  δουλεία.  Και  άνέβαινον  βε- 
βαίως οί  Ζακύνθιοι  μετά  τοΰ  Κολοκοτρώνη  ^ιατρίβοντος  έν  Ζακύνθω 
είς  τά  βουνά  τής  νήσου,  όπως  βλε'πωσι  συνδακρύοντες  μετ'  αΰτοΰ 
τάπέναντι  δρη  τής  οουλευούσης  Πελοποννήσου  και  συνεύ/ωνται  και 
συναναμένωσι  μετ'  αΰτοΰ  τήν  ώραν  τής  άπολυτρώσεω;.  Και  δτε  τω 
1801  ό  Άλής  επετέθη  κατά  τής  Λευκάδος,  έσπευσαν  δπό  τον  Ίωάν- 
νην  Καποδίστριχν  Λευκάδιο»  και  Κεφαλλήνες  καϊ  Ζακύνθιοι  καϊ  Ιθα- 
κήσιοι μετ'  άρματωλών  τή:  Στερεάς,  όπως  ύπεραμυνθώσι  τής  νήσου, 
ην  έσωσε  τέλος  όοιστικώς  από  τής  κινδυνώδου:  ΐπιδρομής  τοΰ  τυράν- 
νου τής  Ηπείρου  επελθούσα  ή  συνθήκη  τοΰ  Τιλσίτ. 

Και  δτε  εξερράγη  ό  μέγας  υπέρ  ελευθερίας  άγων,  οί  Επτανήσιοι 
παρά  τάς  μέχρι  διωγμοΰ  έξικνουμένας  παρακωλύσεις  τών  κατεχόντων 
τάς  νήσους  "Αγγλων  δεν  ηυχοντο  μόνον  υπέρ  επιτυχίας  τών  όπλων 
τών  μαχόμενων  αδελφών,  αλλά  και  συνέτρεχον  αυτούς  πάση  δυνά- 
μει, και  ετάχθησαν  συναγωνισταϊ  αυτών  είς  τό  Λάλα  6πό  τόν  Άν- 
δρέαν  Μεταςάν  εκείνον,  όςτις  ύπήρζε  και  άλλω;  μετά  του  εξάδελφου 
Κωνσταντίνου  τών  ευγενέστατων  συναγωνιστών  τοΰ  μεγάλου  αγώνος. 
Πανηγυρική  δε  ούτως  είπεϊν  έπίστεψις  τών  ΰ,τέρ  απελευθερώσεως  τοΰ 
οουλεύοντος  ύπό  τους  Τούρκους  γένους  πόθων  και  έργων  τών  Επτα- 
νησίων ύπήρξεν  ή  ώς  κυβερνήτου  τής  τέλος  άπελευθερωθεισης  Έλλχ- 
οος  άνάδειζις  τοΰ  μεγάλου  Κερκυραίου  όςτις  ονομάζεται  Ιωάννης 
Καποδίστριας. 


—  60  — 

Δεν  έδούλευεν  υπό  τους  Τούρκους  ή  πατρίς  του  Κυβερνήτου  της 
Ελλάδος"  δεν  ήσαν  όθωμανικαί  αϊ  επτά  νήσοι,  ότε  ή  ψήφος  των 
ισχυρών  της  γης  κατεδίκαζε  και  πάλιν  εις  την  δουλείαν  μέγα  μέρος 
των  Ελλήνων  των  συναγωνισθέντων  υπέρ  της  ελευθερίας  μετά  των 
ολίγων  έλευθερωθέντων.  Άλλ'  ούχ  ήττον  η  Επτάνησος,  καίπερ  ήπιων 
τυχούσα  ξένων  κατακτητών  και  εξ  ανάγκης  ύπείξασα  εις  τάς  ξένας 
κυριαρχίας,  ούδέποτ'  έλησμόνει,  δτι  συνανήκει  εις  το  Έλληνικόν  και 
ότι  ό  ξένος  είνε  πάντοτε  ξένο;  και  ό  δεσπότης  είνε  πάντοτε  δεσπότης. 
Και  ότε  ακόμη  έφαίνετο  στε'ργουσα  εκ  συνήθειας  τον  ξένον,  ήρκει  η 
κατάλυσις  της  κυριαρχίας  αύτοΰ  και  ή  άντικατάστασις  ύπ'  άλλων 
νέων  δεσποτών,  όπως  έπιδειχθή  πασιφανώς  το  κεκρυμμένον  μίσος 
εναντίον  του  πρώην  δεσπότου.  Οί  κάτοικοι  τών  Ιονίων  νήσων  μετ' 
αυτήν  την  μακροτάτην  τών  ξένων  κυριαρχιών,  τήν  βενετικήν,  εις  ην 
έφαίνοντο  οίκειότερον  πάσης  άλλης  έθισ^έντες,  και  κατά  τήν  έγκατά- 
στασιν  τών  γαλλικών  αρχών,  πυρπολοΰντες  έν  ταϊς  πλατείαις  τάς 
χρυσάς  βίβλους  τών  ευπατριδών  τών  νήσων  και  πανηγυρίζοντες  έν 
χαρμοσύνοις  δημοθοινίαις  τήν  κα-αβίβασιν  της  βενετικής  σημαίας 
απο  των  φρουρίων  και  εορταζ,οντες  περιχαρως,  οεν  ηγοντο  μόνον  υπο 
άντιδράσβως  εναντίον  τών  ύπό  τής  Βενετίας  αναγνωρισθέντων  και 
ύποστηριχθέντων  ολιγαρχικών,  άλλ'  ύπό  τάς  ευφημίας  τών  ίκ  Γαλ- 
λίας δημοκρατικών  ελευθερωτών  έκρύπτετο  συν  τη  χαρ&  επί  τη  απαλ- 
λαγή άπό  τής  μακραίωνος  ξενικής  κυριαρχίας  ή  ενδόμυχος  έλπίς,  ότι 
και  ή  τρίχρους  σημαία  έμελλε  νά  παρέλΟη  ,  ως  είχε  παρέλθει  και  ή 
σημαία  ή  φέρουσα  τον  λέοντα  του  άγιου  Μάρκου.  Διά  τούτον  τον  λό- 
γον  και  ή  ρωσική  επικυριαρχία  υπήρξε  παροδική,  οϋ  μόνον  ένεκα  τής 
αλληλουχίας  τών  καθ'  όλου  πολιτικών  πραγμάτων  τής  Ευρώπης, 
άλλα  και  διότι  δεν  ήδυνήθη  να  ριζωθή  ή  ύπό  τήν  προστασίαν  αυτής 
νεότευκτος  πολιτεία  τών  ηνωμένων  επτά  νήσων  ύφ'  ους  όρους 
είχεν  ίδρυθή. 

Ούτως  οιαδήποτε  ξένη  κυριαρχία  δεν  είχε  κατορθώσει  νάπαλείψη 
τον  έλληνικόν  χαρακτήρα  τών  νήσων  και  κατάπνιξη  τον  έ'μφυτον 
προς  τήν  αύτονομίαν  έρωτα  τών  Επτανησίων.  "Ισως  τινές  τών  ολι- 
γαρχικών τών  νήσων  ήσαν  ευγνώμονες  προς  τους  παρέχοντας  εις  αυ- 
τούς προνόμια  και  τιμάς  Άλλ'  £ν  τω  έθνικώ  ζητήματι  δεν  δύναται 
νά  γίίνη  διάκρισις  ευπατριδών  και  δήμου.  Δεν  ήδύναντο  οί  Έπτανή- 


—  61  — 

σιοι  οίαςδήποτε  νήσου  και  οιουδήποτε  γένους  να  λησμονήσωσι  τας 
έθνικάς  αυτών  υποχρεώσεις,  να  λησμονήσωσι  τήν  έθνικήν  αυτών  γλώσ- 
σαν,  νάποπτύσωσι  την  εις  την  όρθοδοξίαν  άφοσίωσιν,  νάποσβέσωσι  τον 
έθνικόν  αυτών  ζήλον.  *Ητο  τιμή  αυτών  και  δόξα,  δτι  μεγάλοι  ίεράρ- 
χαι  εΐχον  τιμήσει  τάς  νήσους  αυτών  δια  της  ορθοδοξίας1  εσεβον  ώς 
άγιους  πολιούχους  του:  εις  αυτήν  προςενεγκόντας  αλησμόνητους  υπη- 
ρεσίας, και  έν  τη  περισσή  πίστει  συνέδεον  τά  θαύματ'  αυτών  προς 
αυτούς  τους  υπέρ  της  πατρίδος  αγώνας  και  τήν  προστασίαν  και  διά- 
σωσιν  τών  χάριν  αυτής  διωκομένων. 

Δέν  έλησμόνουν,  δτι  το  έλληνικόν  δνομα  εΐχον  δοξάσει  δύο  Κεφαλ- 
λήνες,  ό  Ιωάννης  Φωκάς  δια  τών  ποντοποριών  αυτού  και  ανακαλύ- 
ψεων κατά  τά  βορειοδυτικά  παράλια  της  Αμερικής  και  ό  Μαρίνος 
Χαρβούρης  εκείνος  ό  έξεγείρας  τον  θαυμασμόν  τών  συγχρόνων  διά  τής 
περί  τήν  μηχανικήν  δεξιότητος,  δτε  κατώρθωσε  νά  μετακόμιση,  κατά 
χώραν  τον  τεράστιον  μονόλιθον,  Ιφ'  ου  έστήθη  έν  Πετρουπόλει  ό  κο- 
λοσσιαίος άνδριάς   Πέτρου  του  Μεγάλου. 

Δικαίως  δε  άνελογίζοντο  οί  "Ελληνες  τών  "Ιονίων  νήσων,  δτι  τήν 
έλληνικήν  καλλιεπούντες  εΐχον  τιμήσει  τήν  Έπτάνησον  έν  ταϊς  ήμέ- 
ραις  τής  ξενοκρατίας  πλην  άλλων  πολλών  ό  Μάξιμος  Μαργούνιος  και 
ό  Γεράσιμος  Βλάχος,  ό  Βικέντιος  Δαμωδός  και  ό  Ηλίας  Μηνιάτης, 
ό  Νικόλαος  Κούρσουλας  και  Ίωαννίκιος  Καρτάνος,  ό  Φραγκίσκος 
Ιΐροσαλέντης  και  ό  Δωρόθεος  Βουλισμας,  ό  Δημήτριος  Γουζέλης  και  ό 
Ιωάννης  Ζαμπέλιος  και  οι  πάντων  κορυφαίοι,  Ευγένιος  ό  Βούλγαρης 
και  Νικηφόρος  ό  Θεοτόκης.  Χαίροντες  δε  τέλος  απέστειλαν  τον  άόελ- 
φικόν  αυτών  άσπασμόν  από  τών  ακτών  του  Ιονίου  εις  τους  μετά 
μακρούς  αγώνας  άπελευθερωθέντας  αδελφούς  εκείνοι,  οϊτινες  ήδύναντο 
νά  καυχηθώσιν,  ότι  εις  τήν  μητέρα  Ελλάδα  άγωνιζομένην  μεν  έδω- 
καν τον  ύμνον  του  Ζακυνθίου  ψάλτου  εκείνον,  δςτις  έμελλε  νάποβή 
ό  εθνικός  ύμνος  τής  Ελλάδος  συμπάσης,  έλευθερουμένην  δε  τόν  πρώ- 
τον φιλόπατριν  Κυβερνήτην,  και  δτι  τούτο  μεν  έν  μέσω  αυτών  κατε- 
στάθϊ)  διά  τής  Ιονίου  πολιτείας  τό  πρώτον  πολίτευμα  αΰτονομουμέ- 
νης  ελληνικής  /ώρας  και  ή  πρώτη  ελληνική  διοίκησις  καϊ  είςήχθη  επι- 
σήμως ή  γλώσσα  ή  ελληνική,  τούτο  δε  ομοίως  εν  μέσω  αυτών  έν  Κέρ- 
κυρα ίδρυθη  τό  πρώτον  πανεπιστήμιον  τής  νέας  Ελλάδος,  ή  Ιόνιος 
Ακαδημία. 


—  62  — 

Ταΰτα  πάντ'  αναλογιζόμενους  τους  "Ελληνας  της  Επτανήσου  δεν 
ηόυνατο.  ως  εικός,  να  ευχαρίστηση  μετά  τους  Βένετους  και  τους 
Γάλλους  και  τους  Ρώσους  ούδ'  αύτη  ή  αγγλική  προστασία.  Οί  μεν 
Επτανήσιοι  μετά  τίνος  εθνικής  υπερηφάνειας  και  ζηλοτύπως  παρη- 
κολούθουν  τήν  έξέλιξιν  της  ελευθερίας  εν  τω  νεοπλάστω  έλληνικφ  βα- 
σιλείω,  και  εις  αυτό  άπέβλεπον  ώς  εις  τον  λιμένα  της  ίδιας  εαυτών 
σωτηρίας•  ή  δε  αγγλική  προστασία,  ώς  άπεδεικνύετο  εκ  τοΰ  συντά- 
γματος του  1817  μετεβάλλετο  κατά  μικρόν  και  όσημέραι  μ&λλον  εις 
απόλυτον  έξουσίαν  τοΰ  λόρδου  μεγάλου  άρμοστοϋ.  Ή  Επτάνησος 
ήρχισεν  άλγοΰσα  και  αΐσθανομένη  τα  αισθήματα  εκείνα,  άτινα  θαυ- 
μασίως  ένεχάραζεν  ό  Ζακύνθιος  υμνωδός  είς  τους  στίχους,  δι'ών  παο- 
έστησε  τήν  επί  τη  απελευθερώσει  της  Ελλάδος  χαράν  των  Επτα- 
νησίων" 

Έφωνάξανε  ώς  τάΟτέρια 

τοΰ  Ιονίου  και  τα  ντιΟιά, 

κ'  έΟτικώΟανε  τα  χέρια 

για  να  δείξουνε  χαρά, 

μ'  δλον  πούνε  άλυόωμένο 

το  καθένα  τεχνικά, 

κ'  είς  τό  μέτωπο  γραμμένο 

έχει  Ψεΰτρα  ελευθέρια. 

Ό  ποιητής  προέδραμε  των  πολιτευτών.  Αϊ  πολιτικαϊ  αξιώσεις 
τών  προστατευομένων  δεν  ήργησαν  νά  φέρωσιν  αυτούς  εις  συγκρού- 
σεις προς  τον  προστάτην,  και  οι  Επτανήσιοι,  πριν  ή  παρέλθη.  μακρός 
χρόνος  ήσθάνοντο  τό  άλγος  όυναστευομένων,  και  τό  χάσμα  ήνοίγετο 
βαθύτερον  όσημέραι. 

"Ηδη  τω  1839  ΐ\  Επτάνησος  έρρήγνυε  κραυγήν  οδύνης  δια  στό- 
ματος του  Ανδρέου  Μουστοξύδου,  μεταβάντος  ώς  βουλευτού  της 
τέταρτης  βουλής  είς  Λονδϊνον,  όπως  ύπεραμυνθή  τών  υπό  τών  οργά- 
νων της  προστασίας  παραγνωριζομένων  δικαίων  τοΰ  Ιονίου  λαοΰ. 
αθά  άπήτουν»,  εγραφεν  ό  Κερκυραίος  σοφός  και  πατριώτης  έν  ύπο• 
μνήματι  άπευθυνθέντι  προς  τον  επί  τών  Αποικιών  ύπουργόν  της  Αγ- 
γλίας, αθά  άπήτουν  τήν  έθνικήν  άνεζαρτησίαν  της  έμής  πατρίδος, 
αν  μή  έθεώρουν  τοΰτο  σήμερον  άκατόρθωτον.  Άλλ'  αγαπών  αυτήν 
και  βλέπων  άσθενεστάτην,  ευχαριστώ  τον  θεόν,  ότι  ήζίωσεν  αυτήν 
της  βρεττανικής  προστασίας.  Άλλ'  όπως  ή  προστασία  αύτη  άποβή 
πράγματι   άγαθουργός  και  σωτήριος,    πρέπει  αί  Ίονιοι    νήσοι  νά   τύ- 


—  63  — 

χωσι  κρειττόνων  θεσμών,  προςηκόντων  εις  τα  δκαιώματ'  αυτών  και 
εις  αυτήν  την  τιμήν  τη:    Αγγλίας  » . 

Άπ '  εκείνης  της  ημέρας  δυνάμεθα  να  εϊπωμεν,  ότι  άρχεται  κυ- 
ρίως ό  άγων,  άγων  Οπερ  ελευθεριών,  επιταθείς  μάλιστ'  άπό  του 
1848,  ότε  τους  πατριώτας  της  Επτανήσου  ένεθάρρυνεν  ή  εν  Γαλ- 
λία καθίδρυσις  της  δημοκρατία:,  άγων,  όςτις  δεν  ήργησε  να  μετα- 
βληθή  εις  αγώνα  υπέρ  τη:  ενώσεως.  Και  λέγων  αγώνα  δεν  ομιλώ 
μεταφορικώς,  άλλα  κυριολεκτώ,  διότι  οί  φΐζοσ'πάσ'ταΐ  της  Επτανή- 
σου, ων  το  πολιτικόν  σθένος  και  το  έθνικόν  πρόγραμμα  χαρακτηρίζει 
αυτό  τό  όνομα  όπερ  περιεβλήθησαν,  δεν  περιωρίσθησαν  εις  την  κατά 
το  έτος  1849  έπίτευξιν  τών  ζητουμένων  ελευθεριών  κατά  την  έκλο- 
γήν  τών  βουλευτών  και  της  ελευθεροτυπίας,  οΰδ'  ήρκέσθησαν  εις  την 
διά  «.όνου  τοΰ  λόγου  και  του  καλάμου  έπιδίωξιν  τη:  εθνικής  αποκατα- 
στάσεως τών  Ιονίων  νήσων,  άλλα  άιεκινδύνευσαν  υπέρ  αυτής  και  τήν 
ιδίαν  εαυτών  ΰπαρξιν.  Άπ'  αυτής  της  συγκλήσεως  τής  πρώτης  έλευ- 
θέοας  βουλής,  τής  ένατης,  τής  τοΰ  1850,  μέχρι  τής  τελευταίας,  τής 
δεκάτης  τρίτης,  τής  τοΰ  1863,  μία  ομόθυμο;  έξεφράζετο  υπό  τής 
Βουλής  εΰνή,   εν   έκηρύσσετο  ψήφισμα,   τό  τής  ενώσεως. 

Έπϊ  δεκατρία  όλα  ετη  τήν  λέξιν  έκείνην  ίπανελάμβανεν  ή  ηχώ 
τών  νήσων  έπι  δεκατρία  όλα  ετη  αυτήν  ώνειροπόλουν  οϊ  πατριώται' 
έπϊ  δεκατρία  ετη  αύτη  άπετέλει  τό  κύριον  θέμα  συγκινητικών  άρθρων 
τών  πατριωτικών  εφημερίδων  τής  Επτανήσου.  Υπέρ  αυτής  δ'  έπά- 
λαισε  μετά  σθένους  αληθώς  ηρωικού  προς  τον  βρεττανικόν  λέοντα  ή 
ευσταθής  φάλαγς  τών  ριζοσπαστών  εκείνη,  ήτις,  απτόητος  μένουσα 
προς  άπειλάς  και  προς  κινδύνους,  ΰφίστατο  αγογγύστως  την  μήνιν 
τής  εξουσίας,  και  δεσμώτις  και  ύπερόριος  έπαναλαμβάνουσα  σθεναρώς 
τήν  λέξιν  'Ένωσις  και  μόνον   έκείνην. 

θά  ήγεν  ήμας  μακράν  ή  μνεία  τών  ονομάτων  απάντων  τών  ευγε- 
νών εκείνων  τέκνων  τής  Επτανήσου  τών  διά  τών  έργων  αυτών  και 
τών  λόγων  παρασκευασάντων  τήν  ποθητήν  ήμέραν.  Αλλά  θά  ήτο 
άδικον  να  μή  ΰπομνήσω  ΰμας  τους  πρωτοστάτας,  τον  Ιωσήφ  Μομ- 
φερρατον,  τόν  Ήλίαν  Ζερβόν,  τόν  Κωνσταντϊνον  Λομβάρδον. 

Και  πώς  νά  λησμονήσωμεν  πλησίον  αυτών,  άναμίζ  ώς  τυγνά- 
νουσιν  ερχόμενοι  εις  τά  /είλη,  ημών,  άνδρας  πατριωτικωτάτους.  εΐτί 
ώς  ριζοσπάστας  αυτό/ ρήμα,  εϊτε  άλλως  συντελέσαντας  οΰχ  ήττον  εις 


—  64  — 

τήν  ενωσιν,  τον  Γεράσιμον  Λιβαδάν.  τον  Σταμάτιον  Πυλαρινόν,  τον 
Γεώργιον  Τυπάλδον  Ίακωβάτον,  τόν  Στέφανον  Παδοβάν,  τον  Κανδι- 
άνον  'Ρώμαν,  τόν  Ναπολέοντα  Ζαμπέλην,  τον  Ιωάννων  Τυπάλδον 
Καπελέτον,  τόν  Γεράσιμον  Μεταξάν,  τόν  Άρβανιτάκην,  τόν  Δάν- 
δολον,  τόν  Βερύκιον,  τόν  Καλλίνικον,  τόν  Δαυή,  τόν  Γεράσιμον 
Σέρβον,  τόν  Άριστοτέλην  Βαλαωρίτην  και  πλην  άλλων  τους  Δομε- 
νεγίνας,  ων  ό  Ναθαναήλ  Ιπότισε  μέ  τό  αΐμά  του  τάς  ήπειρωτικάς 
δειράδας  ύπερμαχόμενος  της  απελευθερώσεως  της  Ηπείρου  τω   1854  ; 

Θεωρώ  χαράν  (Αου,  οτι  σήμερον  μοι  δίδεται  η  αφορμή  να  μνησθώ 
ονομάτων  τόσον  σεβαστών  εις  τους  Επτανησίους  και  τό  έ'θνος  και  τό- 
σον άμα  αγαπητών  εις  έμέ  άπ'  αυτών  τών  νεαρών  αου  χρόνων,  καθ' 
οΰς  ηΰτύχησα  να  γνωρίσω  παιδίον  ακόμη  Ιν  αύτω  τω  πατρικώ  μου 
οϊκω  εν  Κέρκυρα  τινάς  αυτών  και  θαυμάσω  την  φιλοπατρίαν  αυ- 
τών όνειρευομένων  και  παρασκευαζόντων  την  έ'νωσιν  της  Επτανήσου. 

Ευτυχή  τά  έθνη  τα  τυγχάνοντα  τοιούτων  προμάχων  τών  ελευθε- 
ριών αυτών.  Άλλ'  άξια  εγκωμίων  και  τά  ελεύθερα  εκείνα  κράτη,  εν 
οϊς  ακούεται  τέλος  και  κατισχύει  ή  φωνή  του  δικαίου  τών  λαών. 
Μάτην  έβρυχήθη  εκάστοτε  κατά  τών  Επτανησίων  ό  βρεττανικός 
λέων.  Ή  Μεγάλη  Βρεττανία  ανεγνώρισε  τέλος  τά  δίκαια  του  Ιονίου 
λαοΰ,  και  ό  προαιώνιος  πόθος  τών  Επτανησίων  έπληρώθη,  ότε  ή 
Αγγλία  δια  τών  ιδίων  εαυτής  χειρών  προςήρτησε  τόν  αδάμαντα  της 
Επτανήσου  είς  τό  νεότευκτον  στέμμα  του  βασιλέως  Γεωργίου. 

Αλησμόνητος  πρέπει  νά  μείνη  έν  τη  ιστορία  της  νέας  Ελλάδος  ή 
ήμερα  εκείνη  της  23  Σεπτεμβρίου  1863,  καθ1  ην,  κληθείς  εις  την 
Βουλήν  της  Επτανήσου  ό  μητροπολίτης  Κερκύρας  Αθανάσιος  ανέ- 
πεμψε προς  τόν  ύψιστον  τήν  δοξολογίαν  της  εκκλησίας  ώς  είςακού- 
σαντα  τών  ευχών  και  στέψαντα  τους  πολυετείς  αγώνας  τών  Επτα- 
νησίων. Άγιάσας  δε  τό  βουλευτήριον  συμπαρέστη  εις  τήν  άςιοση- 
μείωτον  έκείνην  λειτουργίαν  μάλλον  ή  συνεδρίαν,  καθ'  ην  ό  πρόεδρος 
της  Βουλής  Στέφανος  Παδοβάς,  άναστάς  έπϊ  της  προεδρικής  έδρας, 
παρ'ήν  είχε  στηθή  ή  ελληνική  σημαία,  είπε  συγκεκινημένος  τά  εξής" 
«Ή  ύποιχονή  καϊ  επιμονή,  ας  εντός  του  βουλευτηρίου  τούτου  προ 
»  ετών  άνεδείξαμεν  και  αϊ  έπανειλημμέναι  διακηρύξεις  ημών  έτελες- 
»  φόρησαν.  Ό  σπόρος,  ριφθείς  έπϊ  γής  γονίμου,  ποτισθείς  ^ιά  τών 
»  ίδρώτων    και    τών    δακρύων   του   λάου    και   καλλιεργηθείς    οιά    τών 


—  65  — 

»  προςπαθειών  των  άντιπροςώπων  αύτοΰ,  παρήγαγε  καρπόν  άγλαον, 
»  έγγυώμενον    άγαθήν   έν  τω  μέλλοντι  την    τύχην  της  Επτανήσου». 

Και  έξοκολούθησεν  έπειτα  έν  μέσω  βαθύτατης  συγκινήσεως  των 
παρισταμένων  άναγινώσκων  ό  πρόεδρος  το  έπόμενον  ψήφισμα" 

«Ή  Βουλή  της  Επτανήσου,  έκλεχθεΐσα  συνεπεία  προςκλήσεως 
» της  προστάτιοος  Δυνάμεως,  και  συνελθοΰσα  δπως  οριστικώς  άπο- 
υ φανθή  περί  της  εθνικής  αποκαταστάσεως  του  Ιονίου  λάου,  πιστώς 
»  δε  έκδηλοΰσα  τον  διάπυρον  πόθον  και  τήν  ανέκαθεν  σταθεράν  αύτοΰ 
«θέλησιν,  συμφώνως  προς  τάς  προκληθείσας  εύχάς  και  διακηρύξεις 
»  τών  ελευθέρων  Ιονίων  βουλών,  ψηφίζει" 

»Αϊ  νήσοι  Κέρκυρα,  Κεφαλληνία,  Ζάκυνθος,  Λεύκας,  Ιθάκη.  Κύ- 
«θηρα,  Παξοί  και  τα  εξαρτήματα  αυτών  ενοΰνται  μετά  του  βασιλείου 
» της  Ελλάδος,  δπως  έςαεί  άποτελώσιν  άναπόσπαστον  αύτοΰ  μέρος 
» έν  μια:  και  άδιαιρέτω  πολιτεία  υπό  τό  συνταγματικόν  σκήπτρον  της 
»  Αΰτου  Μεγαλειότητος  του  Βασιλέως  τών  Ελλήνων  Γεωργίου  του  Α' 
»  και  των  διαδόχων  Αύτοΰ». 

Δεν  θά  λησμονήσω  ποτέ,  παρατυχών  έν  Κέρκυρα,  τάς  πανηγύρεις 
έκείνας  έπί  τη  κηρύξει  της  Ενώσεως,  τά  δάκρυα  της  ατελεύτητου 
χαράς  και  τους  πατριωτικούς  λόγους  και  τήν  εορτάσιμον  δαφνηφο- 
ρίαν  τών  συλλογών  και  τάς  πασχαλινάς  περιβολάς  τών  εις  τήν  πόλιν 
εΐςρεόντων  νωρικών  και  τήν  πάνδημον  άγαλλίασιν  υιών  έπϊ  μακρούς 
αιώνας  ξενιτευμένων  και  επιστρεφόντων  εις  τους  κόλπους  της  μητρός. 
Ή  δε  χαρά  εκείνη  και  ή  άγαλλίασις  ήσαν  απλώς  πρόδρομοι  της  πα- 
τριωτικής μέθης  αυτόχρημα,  ήτις  συνεκλόνησε  και  κεφαλήν  και  νουν 
και  καρδίαν  τών  Επτανησίων  κατά  τήν  άλησμόνητον  έκείνην  ήμέραν 
του  άγιου  Κωνσταντίνου  τω  1864,  καθ '  ην  παρά  τήν  τάφρον  τής 
ακροπόλεως  τής  Κερκύρας  φρουρά  μικτή  Αγγλων  και  Ελλήνων 
στρατιωτών  απένειμε  τάς  νενομισμένας  τιμάς  εις  τον  Θρασύβουλον 
Ζαίμην  ώς  άντιπρόςωπον  τής  ελληνικής  Κυβερνήσεως,  παραλαμβά- 
νοντα  επισήμως  τάς  Ιονίους  νήσους,  καθ'  ην  ώραν  τήν  σημαιαν  τής 
μεγάλης  Βρεττανίας,  ΰποστελλομένην  άπό  τών  φρουρίων,  διεδέχετο 
ή  σημαία  τής  μικράς  Ελλάδος,  χαιρετιζομένη  ΰπό  τής  αγγλικής 
ναυαρχίδος,  έφ'  ης  άπέπλεε  μετ  '  ού  πολύ,  έγκαταλείπων  τήν  Έπτά- 
νησον,  ό  τελευταίος  τών  "Αγγλων  αρμοστών. 

ΙΙανηγυρίζοντες  δε  σήμερον,  ώ   Επτανήσιοι,  τήν  έπέτειον  τής  με- 

ΣΠΓΡ.    Π.    ΛΑΜΠΡΟΓ,    ΜΙΚΤΑί    ΣΕΛ1ΔΕΕ  5 


—  66  — 

γάλης  ταύτη;  ημέρας,  μη  λησμονείτε  ποτέ  τάς  υποχρεώσεις,  ας  επι- 
βάλλει ή  μετά  της  Ελλάδος  ενωσις,  και,  χαίροντες  έπί  τη  ελευθε- 
ρία, ην  έχετε  κοινήν  μετά  τών  Ελλήνων  του  ελευθέρου  βασιλείου, 
μη  παύεσθε  αναλογιζόμενοι,  ότι  άμφιετηρίδα,  οία  ή  σημερινή,  δι- 
ψώσι  νά  έορτάσωσι  τλήμονες  άλλοι  "Ελληνες,  οΐτινες  τήν  ιδίαν  εαυ- 
τών έλευθερίαν  είνε  δίκαιον  νάπεκδέχωνται  οχι  μόνον  άπό  της  μεγα- 
θυμίας προστάτιδων  δυνάμεων,  άλλα  και  άπό  της  συνέσεως  και  της 
συνδρομής  τών  νυν  ελευθέρων  Ελλήνων  εκείνων,  οΐτινες  ομοίως  καΐ 
οί  νυν  αλύτρωτοι  έδάκρυσαν  και  έ'παθον  και  ήγωνίσθησαν  χάριν  της 
ελευθερίας. 


ΥΠΕΡ  ΤΗΣ  ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ* 


Υπάρχει  /ώρα  μεγάλη  ελληνική,  ήτις  συνδέεται  άνασπάστως  προς 
την  Ελλάδα  δι*  αυτής  της  φύσεως,  δια  της  ιστορίας,  δια  της 
φωνής  των  νεκρών  και  της  βοής  των  ζώντων.  Εΐνε  ή  χώρα,  ης  το 
δνοαα  το  γλυκύ  έκάλεσεν  ημάς  ενταύθα  παμπληθεϊς  απόψε,  εΐνε  η 
καλλίτεκνος  εκείνη  γη,  ή  ταλαίπωρος  εκείνη  χώρα,  ης  τα  νότια 
κοάσπεδα  βρέχει  το  γλαυκόν  κύμα  τοΰ  Θερμαϊκού,  εΐνε  η  Μακεδονία. 

Ή  θαυμάσια  κοιλας  των  Τεμπών,  ην  διαρρέει  ό  Πηνειός  μεταςύ 
τοΰ  "Ολύμπου  και  της  "Οσσης,  ουδαμώς  δύναται  να  θεωρηθή  χωρί- 
ζουσα  δύο  χώρας  ζένας  άπ'  αλλήλων,  την  μίαν  προς  βορραν  και  την 
άλλην  προς  νότον,  τήν  μίαν  έλληνικήν  και  την  άλλην  βαρβαρικήν.  Ό 
"Ολυμπος  δςτις  ύψοΰται  κατά  τον  βορραν  εΐνε  ή  κατοικία  τών  θεών 
των  ρεΐα  ζωόντων,  άλλ'  οί  θεοί  εκείνοι  εΐνε  θεοί  και  τών  βορείων  και 
νοτίων,  εΐνε  θεοί  ελληνικοί,  και  άπό  τής  ύπερνεφέλου  άκρωρείας  του 
Όλύμπου  επισκοπεί  ό  οφθαλμός  και  προς  βορραν  και  προς  νότον 
/ώρας  έλληνικάς.  Ή  αύτη  διαμόρφωσις  ορέων  πολυκλάδων  και  κόλ- 
πων βαθέως  είς  τήν  γήν  εΐςχωρούντων  και  παρεχόντων  μεν  ευπρόςο- 
δον  τήν  ζωογόνον  ποντιάδα,  διευκολυνόντων  δέ  τήν  συγκοινωνίαν,  τά 
δύο  ταύτα  ίδιαίτατα  χαρακτηριστικά  τής  ελληνικής  φύσεως,  συναν- 
τώνται και  πέραν  τοΰ  Όλύμπου  προς  βορραν  ώς  και  προς  νότον  αΰ- 
τοΰ.  Μίαν  δέ  και  μόνην  διαφοράν  ουσιώδη  παρέχει  ή  πξετασις  τής 
βορειοτέρας  εκείνης  /ώρας  άπό  τών  νοτιωτέρων  ελληνικών,  την  κλι- 
ματολογικήν.  Τό  κλϊμα  τής  βορειοτέρας  Μακεδονίας  εΐνε,  ώς  εικός, 
τραχύτερον  τοΰ  κατά  τά  νοτιώτερα  τής  Ελλάδος,  τό  ψΰχος  δριμύ- 
τερον,  ή  βλάστησις    διάφορος.   Ή  έλαια    και    αί    λοιπαΐ    οπώραι   τοΰ 


*  Άνεγνώσθη  την  Ισπίραν  της  30  "Οκτωβρίου  1904  έν  τη  αίθούση  τοΰ  Φιλολογικού 
Συλλόγου  Παρνασσού  χάριν  εράνου  υπέρ  τών  έν  Μακεδονία  θυμάτων.  Συνελε'/θησαν 
δ'  εκ  τών  είςιτηρίων  της  έσπερίδος  ταύτης  δρ.  1779,20,  άποσταλεΐσαι  υπό  τοΰ  Συλλό- 
γου εις  τήν  Έπίκουρον  τών  Μακεδόνων  επιτροπών.  "Ιδε  αΰτης  Δελτίον  Γ  σ.  86. 


-  68  — 

νότου  εύδοκιμουσιν  έν  Μακεδονία  μόνον  έν  εϋκρατοτέραις  τισΐ  ζώναις, 
ιδίως  δέ  κατά  τα  ευήλια  παράλια,  ή  δε  μεσογαία.  διαιρούμενη  εις 
τάς  μεγάλα;  υπό  εύρυρρόων  ποταμών  διαρρεομένας  και  υπό  δασωδών 
και  υψηλών  ορέων  συγκλειομένας  κοιλάδας,  έχει  κλίμα,  δπερ.  παρα- 
βαλλόμενον  προς  το  της  νοτιωτέρας  Ελλάδος,  ήδύνατο  να  ύποληφθή 
διάφορόν  πως  και  άξενον.  Τοιούτος  δέ  σχηματισμός  της  χώρας  εδυς^έ- 
ραινε  την  έπικοινωνίαν  και  έπιμιξίαν  τών  κατοίκων  έν  τοις  άρχαιοτά- 
τοις  χρόνοις,  καθ'ούς  ό  άνθρωπος  εΰρίσκετο  εις  πολλώ  άμεσωτε'ραν 
έξάρτησιν  από  της  φύσεως  ή  νυν,  ότε  ή  τέχνη  κατεργάζεται  την  διά- 
λυσιν  τών  φυσικών  κωλυμάτων  και  την  ΐσοπέδωσιν  τών  εκ  φύσεως 
διαφορών.  Τοιαύτη  δέ  χώρα  και  τοιούτον  κλίμα  επέδρασαν  επί  τον 
χαρακτήρα  και  τον  βίον  τών  κατοίκων,  οϊτινες  διεμορφώθησαν  έν 
πολλοίς  διάφοροι  τών  πολλώ  εΰλυγιστοτέρων  και  εύκινητοτέρων  οϊκη- 
τόρων  του  νότου.  Ούτως  επί  μακρόν  ή  μακεδόνικη  χώρα  δέν  είχεν 
ίστορικήν  ενότητα,  και  αυτά  δέ  τά  ήθη  τών  Μακεδόνων  εφαίνοντο 
τοσούτον  διάφορα  του  λεπτότερου  πολιτισμού  τών  νοτιωτέρων  Ελ- 
λήνων, ώςτε  ήδύνατο  νά  νομισθή,  ότι  οι  Μακεδόνες  δέν  ήσαν  καν 
"Ελληνες.  Του  δέ  ισχυρισμού  τούτου  τήν  ύποστήριζιν  δχι  βέβαια  χά- 
ριν επιστημονικής  εξακριβώσεως  του  ζητήματος,  άλλα  πολύ  μάλλον 
χάριν  εξυπηρετήσεως  σκοπών  πολιτικών  τών  εχόντων  το  συμφέρον  νά 
παραστήσωσι  τήν  Μακεδονίαν  μή  ελληνικήν  άπ'  αυτών  ήδη  τών  αρ- 
χαιοτάτων χρόνων  άνέλαβον  και  τών  νεωτέρων  τινές.  Αλλ"  αυτά  τά 
πράγματα,  αυτή  ή  αμερόληπτος  μελέτη  της  ιστορίας,  αυτή  ή  έξακρί- 
βωσις  της  γλώσσης  τών  αρχαίων  Μακεδόνων  άποδεικνύουσι  τήν  άναμ- 
φήριστον  ελληνικήν  καταγωγήν  αυτών. 

Άλλα  θά  εϊπωσι-  λησμονείτε  λοιπόν  τους  λόγους  του  μεγίστου 
τών  Ελλήνων  ρήτορος,  του  Δημοσθένους,  όςτις  τους  Μακεδόνας  πολ- 
λαχού  και  πολλάκις  άπεκάλει  βαρβάρους,  ώμίλει  δέ  περί  του  βα- 
σιλέως Φιλίππου  ώς  ου  μόνον  ουχ  "Ελληνος  δντος  ουδέ  προςή- 
κοντος  ουδέν  τοις  Έλλησιν,  άλλ'  ουδέ  βαρβάρου  εντεύθεν 
όθεν  καλόν  είπεΐν,  άλλ'  ολέθρου  Μακεδόνος,  δθεν  ουδ'  άν- 
δράποδον  οπουδαΐον  ουδέν  τιν  πρότερον  ;  Υπάρχει  μεγαλει- 
τέρα  καταδίκη  της  μή  ελληνικής  τών  Μακεδόνων  καταγωγής  παρά 
ταύτην  τήν  έκφερομενην  παρά  του  μεγίστου  τών  Αθηναίων  ρη- 
τόρων ;    Άλλ'  ερωτήσατε    και    σεις,  αν  ώνόμασαν   ομοίως    βαρβάρους 


—  69  — 

τους  Μακεδόνας  δεν  λέγω  ό  Αισχίνης,  περί  ου  ήδύνατο  να  λεχθή,  ότι 
ήτο  αργυρώνητος  τοϋ  Φιλίππου,  άλλ'  ό  Ισοκράτης  και  ό  Υπερείδης. 
Και  όμως  τίς  δύναται  νάρνηθή  την  φιλοπατρίαν  του  Ισοκράτους, 
δςτις,  δτε  ό  Φίλιππος  ένίκησεν  ε'ν  Χαιρώνεια,  έν  μέσω  της  γενικής 
θλίύεως  των  Αθηναίων  ολίγας  μετά  την  μάχην  ημέρας  εκλινεν  ό 
έσχατόγηρως  την  κεφαλήν  έξ  εθελουσίου  ασιτίας  έν  ηλικία  ενενή- 
κοντα  και  οκτώ  ετών,  μή  θέλων  να  'ίοη  την  προς  την  ιδίαν  έαυτοΰ 
πατρίδα  σύγκρουσιν  τοϋ  νικηφόρου  των  Μακεδόνων  βασιλέως,  δν  είχε 
φαντασθή  ώς  έν  πανηγύρει  μέλλοντα  να  ένωση  τους  "Ελληνας  είς 
πολεμον  κατά  του  εθνικού  εχθρού,  των  Περσών  ;  Και  τίς  δύναται 
νά  μή  όμολογήσ•/),  δτι  εις  την  πρώτην  τάξιν  τών  Αθηναίων  ρη- 
τόρων άαα  και  πατριωτών  Ιτάσσετο  συν  τω  Δημοσθένει  και  ο 
'Τπερείδης,  ό  θερμός  πολέμιος  του  Φιλίππου,  ό  εκλεχθείς  υπό  του 
δήμου  τών  Αθηναίων,  δπως  έκφωνήστρ  τον  λαμπρόν  έπιτάφιον  τών 
πεσόντων  έν  τφ  άγώνι  κατά  τον  προς  τους  Μακεδόνας  λαμιακόν  πο- 
λεμον, ό  συμμαρτυρήσας  μετά  του  Δημοσθένους  έπί  του  Αντιπάτρου, 
προς  δν  σταλείς  υπό  του  Άρχίου  έκ  το-~  έν  Αΐγίνη  ίεροϋ  του  Αίακοϋ, 
είς  δ  είχε  καταφύγει  και  έξ  ου  άπεσπάσθη,  έθανατώθη  ώμώς  προς 
τιμωρίαν  τών  άντιμακεδονικών  φρονημάτων  ;  Και  όμως  ούτε  ό  Ισο- 
κράτης ούτε  ό  Υπερείδης  ειπόν  ποτέ  βαρβάρους  τους  Μακεδόνας  και 
τόν  Φίλιππον.  Δια  τί  δ'  έπραξε  τούτο  ό  Δημοσθένης;  Έν  Αθήναις 
ομιλών,  θα  ήμην  άγνώμων  προς  του  ρήτορος  την  μνήμην,  αν  απε- 
τόλμων  να  επιρρίψω  έ'στω  και  σκιάν  άμυδροτάτην  έπί  της  φιλοπα- 
τρίας του  μεγάλου  Αθηναίου,  φιλοπατρίας,  ήτις  έξεδηλώθη  δι'  όλου 
του  βίου,  ήτις  έδόξασε  τήν  άπολυθεΐσαν  άκράτητον  κατά  του  Φι- 
λίππου το  πρώτον  τραυλήν  έκείνην  γλώσσαν,  φιλοπατρίας,  ήτις  συνε- 
κίνησε  και  συνεδόνησε  βαθυτάτας  τάς  ψυχάς  τών  Αθηναίων  από  τής 
Πνυκός  και  έκλόνησε  πλέον  ή  άπαξ  τόν  πανίσχυρον  βασιλέα  τών 
Μακεδόνων  έπί  του  ύψηλοΰ  του  θρόνου.  Τίς  θά  ήδύνατό  ποτέ  νά 
διαμφισβητήση  τήν  αγνότητα  τών  πατριωτικών  αισθημάτων  του  αν- 
δρός, δςτις  άποβαλών  τόν  κάλαμον  έλαβε  τήν  ασπίδα,  και  έπιγράψας 
έπ'  αυτής  τάς  εύοιωνίστους  λέξεις  άγαθη  τνχη  έσπευσε  νάντιταχθή 
έν  Χαιρώνεια  μετά  τών  συμπολιτών  και  τών  Θηβαίων  προς  τάς  μα- 
κεδονικάς  σαρίσσας,  του  μάρτυρος,  δςτις,  δπως  μη  πέση  εις  χεί- 
ρας τών  οργάνων    του  Αντιπάτρου,  επεσεν    έν    Καλαυρεία  δακών  εκ 


— .  70  — 

του  καλάμου  το  δηλητήριον,  και  συγκαλυφθείς  άπέκλινε  την  άδούλω- 
τον  κεφαλήν  ;  Τίς  δεν  θα  όμολογήση  την  άλήθειαν  του  αρχαίου  επι- 
γράμματος 

Ε'ίπερ  'ίόην  ρώμην  γνώμη,,  Δτιμόόθενες,  είχες, 
οτίποτ1  αν  Ελλήνων  ήρξεν  "Αρης  Μακεδών ; 

Και  όμως  παρ'  δλα  ταύτα  άς  μη  θεωρηθή  ασέβεια  προς  την  μνήμην 
του  Δημοσθένους,  άν  λεχθή,  δτι  ό  πατριωτισμός  αύτου  εκείνος  ό 
ακοίμητος  και  άδολος  ήτο  πατριωτισμός  τοπικός,  ότι  ό  πολιτικός 
αύτοΰ  ορίζων  ήτο  στενός  και  δέν  έχαρακτήριζεν  αυτόν  πολιτική  με- 
γαλόνοια  ανάλογος  προς  τάς  περιστάσεις.  Ύπό  τοιούτους  δρους  δυ- 
νάμεθα να  εϊπωμεν,  δτι  ό  Δημοσθένης  υπήρξε  πολύ  μάλλον  ρήτωρ 
ή  πολιτικός,  πολύ  μάλλον  Αθηναίος  ή  "Ελλην,  πολύ  μάλλον  φιλό- 
πολις  ή  φιλόπατρις.  Παρ'  ανδρός  δε  τοιούτου  και  μόνον,  παροξυνο- 
μένου  ύπό  του  έξαλλου  αύτοΰ  φιλαθηναϊσμοΰ,  ήδύνατο  να  όνομασθή 
ό  Φίλιππος  βάρβαρος  και  όλεθρος  Μακεδών. 

Άλλα  τήν  γνώμην  ταύτην  περί  των  Μακεδόνων  δέν  συναπεδέχετο 
ό  λοιπός  ελληνισμός.  Αυτοί  οί  μΰθοι  περί  της  του  έθνους  εκείνου  κα- 
ταγωγής και  της  αρχής  του  βασιλικού  του  γένους,  δσον  διάφοροι  αλ- 
λήλων και  άν  ήσαν  περί  τα  καθ'  έκαστα,  συνέδεον  πάντως  Μακεδό- 
νας και  "Ελληνας.  Ό  Αισχύλος  παρίστανε  τον  φερόμενον  όμώνυμον 
γενάρ^ην  των  Πελασγών,  των  αρχαιοτάτων  κατοίκων  της  Ελλάδος, 
τον  βασιλέα  Πελασγόν,  άρχοντα  άπο  του  "Αργούς  μέχρι  και  του 
Στρυμόνος  και  της  περί  τήν  Δωδώνην  πεδινής  χώρας  ούτως,  ώςτε 
εις  τάς  πελασγικάς,  τάς  έπειτα  έλληνικάς,  χώρας  συμπεριελαμβάνετο 
ή  τε  Ήπειρος  και  ή  Μακεδονία  κατά  τήν  άντίληψιν  του  Αισχύλου. 
Ιδού  λοιπόν,  δτι  ό  μεναλορρήμων  ποιητής  του  Προμηθέως  ό  πυργώ- 
σας  ρήματα  σεμνά,  δτι  ό  Αθηναίος  μαχητές  ό  άντιτάξας  τά  πα- 
τριωτικά του  στήθη  εναντίον  των  Περσών  έν  Μαραθώνι  και  Σαλα- 
υ.ϊνι  οέν  άπεκάλει  τους  Μακεδόνας  βαρβάρους,  άλλ '  έθεώρει  τους  οί- 
κήτορας  τών  περί  τον  Αλιάκμονα  και  τόν  Άξιον  χωρών  όμαίμονας 
τών  Μαραθωνομάχων.  Οΰδ'  έ'χομεν  ταύτην  μόνην  τήν  βαρυσήμαν- 
τον  μαρτυρίαν  άλλ'  ό  μεν  Ηρόδοτος  ταυτίζει  Δωριείς  και  Μακεδό- 
νας, άλλοι  δε  λόγοι  παρίστανον  Άργεϊον  τόν  γενάρχην  τών  Μακεδό- 
νων, έρχόμενον  εις  τήν  μακεδονικήν  Όρέστειαν,  ήτοι  τήν  περί  τόν 
Αλιάκμονα  χώραν,  έκ  του  "Αργούς.  Και  άλλως  δε  παρίσταντο  οί  βα- 


—   71    — 

σιλεΐς  της  Μακεδονίας  ώς  Ήρακλεΐδαι  απόγονοι  του  Τημένου,  ώς 
Τημενίδαι  εξ  "Αργούς  μετοικήσαντες  είς  την  εύυδρον  Έδεσσαν,  τα 
σημερινά  Βοδενά. 

Άλλα  την  τρανοτάτην  άπάντησιν  περί  του  εθνισμού  των  Μακε- 
δόνων, περί  του  ακραιφνούς  αυτών  ελληνικού  χαρακτήρας  παρέχει  ή 
είς  Μακεδόνας  βασιλείς  και  ΐδιώτας  δοθείσα  άδεια  τη;  συμμετοχής 
είς  τους  ολυμπιακούς  αγώνας,  ών  "Ελληνες  και  μόνοι  συμμετεΐχον 
άπαραβάτω;  μέχρι  της  ρωμαϊκής  κυριαρχίας.  "Ηδη  πολύ  πρό  της 
μάχης  της  Χαιρώνειας  αυτό  το  έλληνικόν  έθνος,  άποδεχόμενον  τον 
βασιλέα  Άλέξανδρον  τον  υίόν  του  Άμύντου  ώς  άγωνιστήν  τών 
"Ολυμπίων,  άνεγνώριζεν  επισήμως  τους  Μακεδόνας  ώς  "Ελληνας. 
Και  ει:  μεν  τον  Άλέξανδρον,  άγωνισθέντα  ώς  σταδιοδρόμον,  δεν  έπε- 
φυλάσσετο  ή  νίκη.  Άλλα  μετ'  ολίγας  δεκαετηρίδας,  περί  τα  τέλη 
τοΰ  πέμπτου  πρό  Χρίστου  αιώνος,  ενίκα  λαμπρώς  εν  τοις  Όλυμπίοις 
το  τέθριππον  τοΰ  βασιλέως  της  Μακεδονίας  Αρχελάου,  ου  τάς  νίκας 
έπεσκίαζον  έπειτα  αϊ  του  Φιλίππου.  Και  επιφανούς  δέ  γυναικός  εκ 
Μακεδονίας,  της  ερωμένης  του  βασιλέως  τής  Αιγύπτου  Πτολεμαίου 
του  Φιλαδέλφου  Βελεστίχης,  ένίκησαν  έν  Όλυμπί^  οί  πώλοι  έν  άγώνι 
ίππικω. 

Αύτη  τέλος  ή  γλώσσα  ή  μακεδόνικη  δεν  είνέ  τις  ξένη  και  βάρβα- 
ρος, άλλ'  έλληνικωτάτη,  μία  τών  ελληνικών  διαλέκτων.  Πλείστα  όσα 
τών  τοπικών  ονομάτων,  όσων  κατενοήθη  μέχρι  τοΰδε  τό  έ'τυμον,  είνε 
ελληνικά,  ούδ'  αύτοϋ  τοΰ  ονόματος  Μακεδονία  εξαιρουμένου.  Μακε- 
δονία είνε  ή  μακρά,  ή  υψηλή,  ώς  μακεδνή  έκαλεΐτο  ή  αίγειρος  υπό 
τοΰ  Όμηρου.  Διά  τοΰτο  τους  Μακεδόνας  εΰρίσκομεν  λεγόμενους  αρ- 
χαιότατα και  Μακεδνούς,  τήν  δε  Μακεδονίαν  και  Μακετίαν.  Είνε  δέ 
ξένα  της  ελληνικής  ονόματα  βασιλέων  και  στρατηγών  Μακεδόνων, 
οία  τα  Αμύντας,  Περδίκκας,Άλκέτας,  Φίλιππος, Αλέξανδρος, Αντί- 
γονος, Κρατερός  ,  Πτολεμαίος  ,  Παρμενίων  ,  Βάλακρος  ,  Βερενίκη, 
Λάγος  καί  τόσα  άλλα  ;  *Η  μη  δεν  αποδεικνύεται  ώς  έλληνικωτάτη  ή 
ρίζα  τών  ολίγων  ειδικών  λέξεων  της  μακεδόνικης  διαλέκτου  όσαι  περι- 
εσώθησαν  μέχρις  ημών ;  Και  αυτή  δέ  ή  γλωσσολογική  έξέτασις  της 
μακεδόνικης  διαλέκτου  άγει  αναντιρρήτως  είς  τήν  άπόδειξιν,  ότι  οί 
Μακεδόνες  δεν  έλάλουν  γλώσσαν  απλώς  συγγενή  της  ελληνικής,  άλλ' 
αυτόχρημα  έλληνικωτάτην. 


—  72  — 

Άν  δε  άποβλέψωμεν  εις  τον  χαρακτήρα  του  έθνους  του  μακεδόνι- 
κου, θάνεύρωμεν  παρ'  αΰτοϊς  αληθώς  άρχαϊκόν  τι  και  τραχύ  έν  ταΐς 
συνηθείαις  του  βίου.  Γνωστά  τίνα  εις  ημάς  νόμιμα  των  Μακεδόνων 
δεικνύουσι  τό  παλαιότροπον  τοΰτο  των  μακεδόνικων  ηθών.  Κατά  πα- 
λαιόν  νόμον  ό  μηδένα  φονεύσας  πολέμιον  ήτο  ήναγκασμένος  να  φέρη 
περιεζωσμένην  φορβειάν,  ήτοι  περιστόμιον  ίππου"  της  συνήθειας  δε 
ταύτης  ανάλογους  εύρίσκομεν  παρά  τοις  Σκύθαις  και  τοις  "Ιβηρσι  και 
άλλοις  των  βαρβάρων.  Τών  δε  Μακεδόνων  κατακλινομένων  έν  τοις 
συμποσίοις,  ως  και  οι  λοιποί  "Ελληνες,  ή  κατάκλισις  δεν  έπετρέπετο 
εις  εκείνον,  όςτις  δεν  είχε  φονεύσει  συν  ώς  δεξιός  θηρατης,  αλλ '  ό 
τοιούτος  ήναγκάζετο  νά  δειπνή  καθήμενος.  Τό  δε  φιλόθηρον  τοϋτο 
τών  Μακεδόνων  εξηγεί  και  την  μέριμναν,  ην  πάντοτε  κατέβαλλον  οί 
βασιλείς  της  χώρας,  όπως  εχωσι  τόπους  περιπεφραγαένους  προς  κυ- 
νηγεσίαν.  Αρχαιοπρεπής  δε  ήτο  παρά  τοις  Μακεδόσι  και  ό  βίος  τών 
γυναικών,  αίτινες  ουδέποτε  συμπαρευρίσκοντο  έν  τοις  συμποσίοις  μετά 
τών  ανδρών.  Έκ  δέ  τών  περιέργων  εθίμων  του  μακεδόνικου  λαού"  ήτο 
και  ή  συνήθεια,  καθ'  ην  ή  θυγάτηρ  του  κηδευομένου  κατεσβέννυε  τήν 
πυράν  έφ'  ης  είχε  καη  τό  σώμα  του  πατρός. 

Τοιαύτα  τίνα  έθιμα  ένεϊχόν  τι  διά  τους  "Ελληνας  τό  όθνεΐον  και 
ίςενιζον  αυτούς.  Άλλα  δεν  πρέπει  νά  έξηγηθώσιν  ώς  βαρβαρικά, 
προήρχοντο  δέ  κατ'  άλήθειαν  έκ  του  ορεσιβίου  τών  Μακεδόνων,  έκ 
της  έμμονης  αυτών  εις  τα  παλαιά  και  πάτρια,  ώς  είνε  σύνηθες  πάρα 
λαοϊς  όρεινοΐς  και  άπομεμονωμένοις,  έκ  της  άνροικίας  ην  προεκάλουν 
οί  συχνοί  προς  αλλήλους  και  τους  περιοικουντας  αγώνες,  και  είνε  λεί- 
ψανα αρχαίου  πολεμικού  και  θηρατικοΰ  βίου.  Ή  δέ  διατήρησις  τοιού- 
των τινών  άναανήσεων  της  έπιχωρίου  πολιτείας  και  κοινωνίας  και  ό 
ένεκα  του  συγκλείστου  χαρακτήρος  της  μακεδόνικης  χώρας  άποσχοι- 
νισμός  τών  Μακεδόνων  άπό  τών  λεπτοφυεστέρων  ηθών  του  νοτιωτέρου 
ελληνισμού,  ου  υστερούν  κατά  τόν  πολιτισμόν,  ήδύνατο  νά  γέννηση 
τήν  έννοιαν  βαρβαρότητος  κατ'  αντίθεσιν  προς  τήν  εϋγένειαν,  τήν  λε- 
πτότητα, τήν  παίδευσιν  και  τόν  πεπολιτισμένον  χαρακτήρα  τών  νο- 
τίων Ελλήνων,  έν  χρόνοι;  καθ'  ους  τοιαύτην  τινά  έννοιαν  άπέδιδον 
οί  "Ελληνες  εις  το  όνομα  τοϋ  βαρβάρου,  έν  χρόνοις  καθ'  ους  ό  Ισο- 
κράτης ορθώς  έλεγεν,  ότι  ατό  τών  Ελλήνων  δνομα  πεποίηκε  μηκέτι 
του  γένους,  άλλα  της  διανοίας  δοκεϊν  είναι,  και  μάλλον  "Ελληνας  κα- 


—  73  — 

λεΐσθαι  τους  της  παιδεύσεως  της  ημετέρας  η  τους  της  κοινής  φύσεως 
μετέχοντας.  »  Ύπό  τοιούτον  δέ  πνεύμα  ήδυνήθησάν  τίνες  των  αρ- 
χαίων να  όνομάσωσιν  ώμοφάγους  η  μη  Έλληνας  η  αυτόχρημα  βαρ- 
βάρους τους  Εΰρυτάνας,  τους  Αιτωλούς,  τους  Ήπειρώτας,  ους  αϊ  τε 
περισωζόμεναι  επιγραφαί  και  ό  βίος  και  ή  ιστορία  άποδεικνύουσιν 
άλλως  τόσον  Έλληνας,  ώςτε  ουδείς  ποτέ  των  νεωτέρων  έφαντάσθη 
να  διαμφισβητήση  τον  γνήσιον  αυτών  έλληνικόν  χαρακτήρα. 

Τρανότατον  δε  τέλος  δείγμα  του  γνησίου  ελληνισμού"  των  Μακεδό- 
νων παρέχει  αύτη  αυτών  η  ιστορία.  Λαοί  τό  πλείστον  πελασγικοί  και 
ελληνικοί  υπήρξαν  οι  εν  άρχαιοτάτοις  χρόνοις  οίκήσαντες  την  χώραν, 
οΐτινες  έζησαν  τό  κατ'  αρχάς  μεμονωμένοι  είς  τά  καθ'  έαυτά  μονήρη 
τμήματα  της  Μακεδονίας  και  ήγον  έν  ταϊς  κεχωρισμέναις  κοιλάσι 
των  μακεδόνικων  ορέων  επί  πολλούς  αιώνας  ϊδιον  βίον.  Τούτων  δε  οι 
είδικώτερον  λεγόμενοι  Μακεδόνες  ήδυνήθησαν  έκνικήσαντες  να  κατα- 
παλαίσωσι  τους  περιοίκους  και  αντιπάλους  λαούς  και  έπεκτείνωσι  την 
μακεδονικήν  άρνήν  δια  των  έμπειροπολέμων  της  χώρας  βασιλέων, 
ορμώμενων  από  της  πρώτης  αυτών  έδρας,  της  εΰύδρου  Εδέσσης. 
Ούτω  δε  άπό  της  πόλεως  ταύτης  ώς  άπό  κέντρου  τούτο  μεν  προςε- 
χώρησαν  βορείως  προς  τόν  Έριγώνα  ποταμόν,  τούτο  δε  κατήλθον 
μέχρι  των  Καμβουνίων  ορέων  και  τών  υπωρειών  τού  Όλύμπου,  κατα- 
λαβόντες  την  παραθαλασσίαν  Ήμαθίαν  και  προβάντες  σχεδόν  μέχρι 
τού   αιγιαλού. 

Δια  δέ  της  πλησιάσεως  ταύτης  τών  Μακεδόνων  προς  τάς  ύπό  τών 
Ελλήνων  οίκουμένας  χώρας  ηρχισε  και  ή  άμεσωτέρα  αυτών  προς 
τους  Έλληνας  σχέσις  και  ή  άνάμιξις  τών  βασιλέων  είς  τά  πράγματα 
της  Ελλάδος.  Ούτως  ό  πέμπτος  μετά  τόν  Περδίκκαν,  τόν  πρώτον 
της  χώρας  ανακτά,  βασιλεύς  Αμύντας  (540-498  π.  Χ.)  παρουσιά- 
ζεται προςφέρων  εις  τόν  τύραννον  τών  Αθηνών  Ίππίαν  καταφύγιον 
έν  Μακεδονία  μετά  την  έ'ξωσιν  αυτού"  άλλ'  ό  φυγάς  Πεισιστρατίδης 
απέκρουσε  τα  ς  προτάσεις,  έχων  έστραμμένα  τά  όμματα  είς  την  Περ- 
σίαν  και  έπιδιώκων  την  διά  τών  Περσών  άνάκτησιν  της  τυραννίδος. 
Και  δεν  επέζησε  μεν  ό  Αμύντας,  όπως  ί'δη  τόν  έ'κπτωτον  τύραννον 
τών  Αθηνών  άγοντα  κατά  της  πόλεως  την  στρατιάν  τών  βαρβάρων, 
άλλ'  έπ'  αυτού  έ'τι  ζώντος  βαρύηχον  ήσθάνθη  ή  Μακεδονία  τό  προ- 
ανάκρουσμα της  εναντίον  της  Ελλάδος  επιδρομής  τών  Περσών.  Μετά 


την  άτυχη  δήλα  δη  του  Δαρείου  κατά  των  Σκυθών  έκστρατείαν  ό 
στρατηγός  αΰτοϋ  Μεγάβαζος,  προχωρήσας  μέχρι  της  Μακεδονίας, 
ηνάγκασε  τον  Άμύνταν  να  ύποσχεθη  γήν  και  ύδωρ  είς  τους  σταλέν- 
τας  προς  αυτόν  πρέσβεις.  Έν  δέ  τω  ^άριν  αυτών  δοθέντι  συμ- 
ποσίω  ανεδείχθη  το  πρώτον  ή  ευγενής  φύσις  και  η  νεανική  τόλμη 
του  βασιλόπαιδος  Αλεξάνδρου,  δςτις  έτιμώρησε  δια  θανάτου  τους 
απεσταλμένους  του  Πέρσου,  ζητησαντας  μετά  τό  δεΐπνον  τάς  γυναί- 
κας του  βασιλικού  οϊκου  και  άσέμνως  προς  αύτάς  συμπεριφερόμενους. 
Η  πράξις  αύτη  Αλεξάνδρου  του  υίοΰ  του  Άμύντου  αναδεικνύει  αυ- 
τόν αυτόχρημα  έλληνικόν  βασιλόπουλον,  μεγάλα  ύποσχόμενον  ότ' 
έμελλε  ποτέ  νάνέλθη  έπϊ  τον  θρόνον  της  Μακεδονίας. 

Τό  άλγος  επί  τη  παρά  του  γηραιού  πατρός  αναγνωρίσει  της  περ- 
σικής επικυριαρχίας  ήτο  μέγα  εν  τη  ψυχή  του  νεανίου.  "Οτε  δέ, 
θανόντος  τοΰ  Αμύντου,  ό  Αλέξανδρος  παρέλαβε  τάς  ήνίας  τοΰ 
κράτους,  ό  νέος  βασιλεύς,  έπωφΑούμενος  την  άναρχίαν  εις  ην  είχε 
περιέλθει  τό  περσικόν  κράτος  ένεκα  της  επαναστάσεως  τών  Ιώνων, 
εί  μη  άπέσεισε  παντελώς  τον  περσικόν  ζυγόν,  άλλα  τουλάχιστον  επέ- 
δειξε μεγάλην  προς  τους  Πέρσας  άνεξαρτησίαν.  "Οτε  δέ  τω  480  π.  Χ. 
κατήλθε  δια  τοΰ  βορρά  ό  περσικός  χείμαρρος  εναντίον  της  Ελλάδος, 
ό  Αλέξανδρος,  καίπερ  μη  δυνάμενος  νάντισταθη  είς  τους  Πέρσας  και 
μετ'  αυτών  ταχθείς,  τοιαύτην  επέδειξε  προς  τους  "Ελληνας  άγάπην, 
διατρανωθεϊσαν  άλλαχοΰ  τε  και  μάλιστα  κατά  την  έν  Πλαταιαίς  μά- 
χην,  ώςτε  δικαίως  έπωνομάσθη  φιλέλλην.  Μηδ '  ύποθέση  τις,  ότι  κα- 
λέσαντες  φιλέλληνα  και  δχι  "Ελληνα  οί  "Ελληνες  Άλέξανδρον  τον 
πρώτον  ενόουν  νά  ύποδείξωσιν  αυτόν  διά  τούτου  του  επωνύμου  άλλό- 
φυλον,  απλώς  άγαπώντα  τους  "Ελληνας"  διότι  οί  αρχαίοι  δεν  έκά- 
λουν  ούτω  μόνον  τους  ξένους  τους  έχοντας  φιλίως  προς  τους  "Ελλη- 
νας, άλλ'  αυτών  τών  Ελλήνων  τους  μάλιστα  φιλογενεϊς  και  φιλοπά- 
τριδας.  "Αλλως  δέ  ρητώς  αυτός  ό  Αλέξανδρος  έμαρτύρησε  τον  γνή- 
σιον  έλληνικόν  αύτοϋ  χαρακτήρα,  ειπών  προς  τους  Αθηναίους  «Αυ- 
τός τε  γάρ  "Ελλην  γένος  ειμί  τώρχαΐον,  και  άντ'  ελεύθερης  δεδουλω- 
μένην  ουκ  αν  έθέλοιμι  όράν  την   Ελλάδα  » . 

Εν  τούτοις  δ'  ή  άνάπτυξις  της  ηγεμονίας  τών  Αθηναίων  έν  ταϊς 
έλληνικαΐς  θαλάσσαις  μετά  τά  περσικά  ηγαγεν  αυτούς  και  είς  τάς 
£κτάς  της   Μακεδονίας  και  προεκάλεσεν  ήδη  κατά  τά  τελευταία  έ'τη 


—  75  — 

της  μακράς  του  Αλεξάνδρου  βασιλείας  κνταγωνισμόν  μεταξύ  αυτών 
και  των  Μακεδόνων,  έτι  μάλλον  αύξηθέντα  έπί  των  διαδόχων  του 
φιλέλληνος. 

Άλλα  μεταξύ  τούτων  των  διαδόχων  βασιλεύει  περί  τους  χρόνους 
ήδη  του  πελοποννησιακού  πολέμου  ό  άνήρ  εκείνος,  όςτις  συνωδά  τη 
γνώμη  του  Θουκυδίδου  έπραξεν  υπέρ  της  Μακεδονίας  περισσότερα  η 
σύμπαντες  οί  πρό  αύτοΰ  οκτώ  βασιλείς  της  χώρας.  Ό  βασιλεύς  δ' 
εκείνος  ύπήρξεν  ό  Αρχέλαος,  όςτις  εΐπερ  τις  και  άλλος  των  επί  του 
θρόνου  της  Μακεδονίας  τέως  καθεσθέντων  ένόησεν,  ότι  η  δύνααις  του 
θρόνου  και  της  χώρας  ένέκειτο  έν  τη  συνενώσει  της  Μακεδονίας  και 
της  Ελλάδος  και  έν  τη  διαδόσει  του  ελληνικού  πολιτισμού  άνά  τα 
μακεδόνικα  δρη.  Έπ'  αύτοΰ  έδρα  της  μακεδόνικης  βασιλείας  εγεινεν 
αντί  της  Εδέσσης  ή  Πέλλα,  κειμένη  εν  τη  πεδινή  Ημαθία  παρά  την 
λίμνην  της  Γ;ανιτσάς,  εις  ην  είςρέων  ό  Λουδίας  εξέρχεται  αυτής 
έπειτα  σπεύδων  νά  έκβάλη  εις  τον  θερμαϊκόν  κόλπον.  Ούτω  δ'  έπλη- 
σίασεν  ό  Αρχέλαος  περισσότερον  προς  τον  έλληνικόν  κόσμον,  όςτις 
έπλήρου  το  πνεΰμά  του  και  έθελγε  την  ψυχήν  του.  'Τπό  του  πνεύ- 
ματος δ'  εκείνου  του  γείτονος  των  Ελλήνων  πολιτισμού  εμπνεόμενος 
ό  Αρχέλαος,  δια  παντός  μέσου  είργάσθη  κατά  την  είρηνικήν  αύτοΰ 
βασιλείαν,  όπως  είςαγάγη  εις  την  Μακεδονίαν  τάγαθά  αύτοΰ,  έξω- 
ραίζων  μεν  και  έξασφαλίζων  την  χώραν,  ιδρύων  άε  μ-ουσικούς  και  γυ- 
μνικούς αγώνας  όμοιους  προς  τους  τελούμενους  έν  Ελλάδι.  Και  έν  ω 
τά  τέθριππα  αύτοΰ  ένίκων  έν  Όλυμπία  και  Δελφοϊς,  τάνάκτορα  τού 
φιλοκάλου  βασιλέως  διεκοσμοΰντο  άδρα  δαπάνη  υπό  τοΰ  περιωνύμου 
ζωγράφου  Ζεύξιδος  και  ή  αυλή  αύτοΰ  έγίνετο  το  κέντρον  τών  εξ  Ελ- 
λάδος ποιητών,  μουσικών  και  σοφών.  Παρά  τω  Αρχελάω  έζησεν  έν 
τιμή  τάς  τελευταίας  αύτοΰ  ημέρας,  φυγών  έξ  Αθηνών,  ό  Εύριπώης* 
προς  αυτόν  ά'  έλέγετο  μεταβάς  και  αυτός  ό  Πλάτων,  και  μόνος  ό 
Σωκράτης,  κληθείς  εις  την  αύλήν  τοΰ  βασιλέως  έπί  τή  ύποσχέσει  με- 
γάλων δώρων,  άπεκρίθη,  ότι  τά  άλευρα  είνε  εύωνα  έν  Αθήναις  και 
άφθονον  τό  ύδωρ,  περιφρονών  ούτω  φιλοσοφικώτατα  τάς  προτάσεις 
τοΰ  ΐσνυροΰ  βασιλέως,  όν  οί  σύγχρονοι  διεθρύλουν  ώς  τόν  πλουσιωτα- 
τον  και  εύτυχέστατον  τών  θνητών. 

Εις  τοιαύτην  δόξαν  άνήλθεν  ό  μακεδόνικος  θρόνος  δια  της  προςπε- 
λάσεως  εις  τόν   πολιτισμόν   της  νοτιωτερας  Ελλάδος.    Αλλ '  ή  αντί- 


—  76  — 

ορασις  των  παλαιοτρότων  Μακεδόνων  και  ιδίως  των  ορεινών  Λυγκη- 
στών  περιήγαγε  την  χώραν  και  τον  θρόνον  εις  άνωμαλίαν  και  κίνδυ- 
νον,  άπο  του  όποιου  έσωσε  τέλος  αυτήν  ό  μέγας  Φίλιππος. 

Εϊνε  τόσον  γνωστή  ή  μεγάλη  άνόρθωσις  και  δόξα.  εις  ην  ανύψωσε 
και  πάλιν  την  Μακεδονίαν  ό  μέγας  υιός  τοϋ  Άμύντου,  ού  μόνον  άπο• 
καταστήσας  την  ενότητα  αυτής  και  την  δύναμιν,  άλλα  και  καθυπο- 
τάξας  οιά  της  διπλωματικής  αύτοϋ  τέχνης  και  των  πολεμικών  νικών 
την  Έλλάοα,  ώςτε  θεωρώ  όλως  περιττον  να  ενδιατρίψω  έκθετων  τα 
κατ'  αυτόν.  "Εν  δέ  μόνον  δεν  δύναμαι  να  παρίδω.  Τις  ύπήρζεν  ό 
καρπός  της  μεγάλης  εκείνης  ενισχύσεως  του  Φιλίππου  και  της  υπό 
τό  μακεοονικον  σκηπτρον  ενώσεως  τών  μακεδόνικων  χωρών ;  ΤΗτο 
ξένη  κυριαρχία,  ήτο  καταδυνάστευες  βάρβαρος  ή  αρχή  του  βασιλέως 
τών  Μακεδόνων  εκείνου,  οςτις  την  ύστεραίαν  τών  μεγάλων  του  νικών 
έψηφίζετο  εν  Κορίνθω  αρχιστράτηγος  τών  Ελλήνων  έπΐ  •τούς  βαρβά- 
ρους; Τί  άλλο  εϊνε  ό  Μακεδών  "Αρης  ό  τους  "Ελληνας  δια  της  νίκης 
ένώσας  υπό  τό  μακεδονικόν  σκηπτρον  η  ό  άντιπρόςωπος  αυτής  της 
εθνικής  ιδέας,  ό  εκτελεστής  του  προγράμματος  του  ψηφισθέντος  ύπό 
τών  Ελλήνων  τήν  ύστεραίαν  της  εν  Πλαταιαΐς  νίκης,  του  πολέμου 
της  έκδικήσεως  εναντίον  τών  Περσών  τών  πειραθέντων  τήν  κατάλυσιν 
της  αυτονομίας  τών  Ελλήνων  και  πυρπολησάντων  τά  ιερά  τών  ελ- 
ληνικών θεών;  Εϊνε  όλεθρος  Μακεδών  ό  νικηφόρος  βασιλεύς  ό  άναλα- 
βών  νά  εκτέλεση  τό  πρόγραμμα,  όπερ  ηθέλησαν  νά  συνε/ίσωσιν  ό 
Κίμων  και  ό  Περικλής,  ό  Αγησίλαος  και  ό  Φεραίος  Ιάσων,  άλλ' 
όπερ  είχε  μείνει  άσυντέλεστον  ύπό  της  εμφυλίου  διασπάσεως  τών 
Ελλήνων ; 

Πληγή  διαμπερής  της  δολοφόνου  μαχαίρας  του  σωματοφύλακος 
Παυσανίου  εκοψεν  αίφνης  τό  νήμα  τών  ήμερων  τοϋ  Φιλίππου  καθ '  ας 
ημέρας  έμελετατο  και  παρεσκευάζετο  ή  εναρζις  της  εκτελέσεως  τών 
δεδογμένων  τοις  Έλλησιν.  Άλλ'  ό  τι  δέν  ήδυνήθη  νά  πραγματο- 
ποίηση ό  μέγας  πατήρ  συνετέλεσε  θριαμβευτικώς  ό  μείζων  αύτοϋ  υιός. 
Ό  μεγαλεπήβολος  του  Φιλίππου  και  της  Όλυμπιάδος  γόνος,  ό  δα- 
μαστής του  Βουκεφάλα,  ό  στρατηλάτης  ό  απαράμιλλος,  ό  κατακτη- 
τής ό  εύτυ/έστατος  δεν  εϊνε  μόνον  ό  μέγιστος  τών  βασιλέων  της  Μα- 
κεδονίας, άλλ'  εϊνε  και  ό  επισημότατος  φορεύς  της  ελληνικής  Ιδέας, 
ό  επιφανέστατος   άντιποόςωπος   τοϋ   στρατευομένου  και  νικώντος  τήν 


βάρβαρον  Άσίαν  ελληνικοί  έθνους.  Έν  τω  προςώπω  αύτοϋ  Μακε- 
δονία και  Έλλά;  άδελφοΰνται  έν  τη  νίκη  καϊ  τω  μεγαλείω,  περι- 
στεφανούμεναι  ύπό  της  αλησμόνητου  αίγλης  της  επιτυχίας  τοΰ  με- 
γάλου  εθνικού  αγώνος,  δν  ανέλαβε  κατά  τοϋ  βαρβαρικού  κόσμου  της 
Ασίας  ό  ελληνισμός.  "Ισως  άνευ  του  ενός  εκείνου  μεγάλου  Μακεάόνος 
ή  ελληνική  ιδέα  δεν  ήθελε  καταγάγει  τον  έπισημότατον,  τον  πανηγυ- 
ρικώτατον  των  θριάμβων  αυτής.  Και  όταν  άναλογισθώμεν,  ότι  ό  Μα- 
κεδών εκείνος  περιέφερεν  εις  τα  στρατόπεδα  ύπό  το  προςκεφάλαιον 
αΰτοΰ  τον  "Ομηρον  καϊ  ότι  ιδεώδες  αύτοϋ  ήτο  ό  ξανθός  Άχιλλεύς, 
όταν  ένθυμηθώμεν,  ότι  διδάσκαλος  αύτοΰ  ύπήρξεν  ό  μέγας  Σταγει- 
ρίτης.  ό  Μακεδών  Αριστοτέλης,  ή  μεγίστη  διάνοια,  ην  έχει  να  επί- 
δειξη ή  πνευματική  ιστορία  τοΰ  ελληνισμού,  ή  πνευματική  ίστοοία 
του  κόσμου  όλου,  τότε  δεν  θά  κηρύξωμεν,  ότι  ό  Αλέξανδρος  ύπήρξεν 
ό  μέγιστος  τών  Ελλήνων  και  δεν  θάποδεχθώμεν,  ότι  ή  χώρα  ή  γεν- 
νήσασα  τον  μεγαλοφυέστατον  τών  διδασκάλων  και  τον  μεγαλεπηβο- 
λώτατον  τών  μαθητών  ύπήρξεν  ή  έλληνικωτάτη  τών  ελληνικών 
χωρών ; 

Άλλ  '  ή  δόξα  εις  ην  άνήλθεν  ή  Μακεδονία  και  ή  Ελλάς  έν  χρόνω 
βραχυτάτω  ήτο  τόσον  μεγάλη,  ώςτε  δεν  ήτο  δυνατόν  νά  διατηρηθή 
έπί  μακρόν.  Ή  παρακμή  άρχεται  διά  την  Μακεδονίαν  επί  τών  διά- 
δοχων τοΰ  Αλεξάνδρου.  Άλλ'  ή  δύναμις  αυτής  ήτο  ούχ  ήττον  τοι- 
αύτη, ώςτε  ήδυνήθη  νάντιστή  διά  τριών  μακρών  πολέμων  εις  τχ  όπλα 
της  νικηφόρου  'Ρώμης  και  μόνον  διά  της  έν  Πύδνη  μάχης  τοΰ  168 
π.  Χ.  και  της  έπειτα  καταπαλαίσεως  της  ύπό  τοΰ  Ψευδοφιλίππου 
Άνδρίσκου  ύποκινηθείσης  επαναστάσεως  ήδυνήθη  νά  μεταβάλη  ή 
"Ρώμη    τήν    Μακεδονίαν    εις    έπαρχίαν    ρωμαϊκήν. 

Θ?  ήτο  ύπερ  το  δέον  μακρά  ή  παρακολούθησις  τών  τυχών  της 
Μακεδονίας  άπό  τών  ήμερων  της  ρωμαιοκρατίας  μέχρι  τοΰ  νΰν. 
Άρκεΐ  νά  σας  ύπου.νήσω  τον  άπόστολον  [Ιαΰλον  ιδρύοντα  τάς  ίλλη- 
νικωτάτας  εκκλησίας  της  Θεσσαλονίκης  και  της  Βερροίας  ως  κέντρα 
της  διαδόσεως  της  νέας  θρησκείας,  ήτις  άνεμόρφωσε  τον  κόσμον.  ΙΙερι- 
τελλομένων  δ'  ένιαυτών,  ή  χριστιανική  Μακεδονία  γίνεται  αυτό- 
χρημα κειμήλιον  τοΰ  βυζαντιακοΰ  κράτους.  Εύφορος,  πλουσία,  οχυρά 
χώρα  εΐν»  ή  κατοικία  λαών  γενναίων,  οΐτινες  άποβαίνουσι  στήριγμα 
τοϋ  μεσαιωνικού  ελληνισμού,   ύπήρξίν  ή  κοιτίς  μιας  τών  μεγίστων  και 


—  78  — 

ενδοξότατων  δυναστειών  τού  Βυζαντίου,  της  ύπό  Βασιλείου  του  Μα- 
κεδόνος  ιδρυθείσης  και  άπό  της  πατρίδος  αυτού"  φερωνυμουμένης  μα- 
κεδόνικης δυναστείας,  γίνεται  άπό  του  ένατου  αιώνος  δια  μιας  τών 
χερσονήσων  αυτής,  της  αρχαίας  Ακτής,  ήτις  κορυφουται  είς  τον 
"Αθω,  μία  τών  επιφανέστατων  και  κυριωτάτων  εστιών  του  μεσαιω- 
νικού μοναχικού  βίου.  Άλλ '  αποβαίνει  ή  Μακεδονία  κατά  τους  μέ- 
σους  αιώνας  μετά  και  τών  βορείων  τής  Θράκης  ή  κονίστρα  αιματη- 
ρών αγώνων  προς  βαρβάρους  επιδρομείς,  παλαίοντας  υπέρ  τής  εν  αυτή 
έπικρατήσεως.  Σλάβοι  και  Βούλγαροι  επέρχονται  πολλάκις  βαρείς 
εναντίον  τής  ηϋλογημένης  χώρας,  και  ό  ελληνισμός  μαρτυρεί  εναλλάξ 
και  θριαμβεύει  αγωνιζόμενος  εναντίον  τών  επιδρομέων.  Άλλ'  ή  Μα- 
κεδονία διατηρεί  τον  ακραιφνή  αυτής  έλληνικόν  χαρακτήρα  έν  μέσω 
τών  βαρύτατων  περιπετειών.  Ή  Ιστορία  τών  προς  τους  Βουλγάρους 
αγώνων  του  μεσαιωνικού  ελληνισμού  δεν  δύναται  νά  λησμονηθή.  Δέν 
θά  λησμονηθή  ποτέ  ό  μαρτυρικός  θάνατος  του  Νικηφόρου  τό  έτος 
810  έν  τφ  μεγάλω  έκείνω  άγώνι  προς  τόν  Κροΰμμον,  ου  την  όρμήν 
εναντίον  του  γενναίου  βουλγαρομάχου  δεικνύει  ή  λύσσα,  ην  επέδειξε 
και  προς  αυτόν  τον  νεκρόν  τού  βασιλέως  ό  βάρβαρος  νικητής.  Ό 
Κροΰμμος,  έκτεμών  την  κεφαλήν  τού  Νικηφόρου,  τό  μεν  πρώτον 
έθεάτρισεν  αυτήν,  άνακρεμάσας  έπί  ξύλου  ημέρας  ίκανάς,  μετά  δέ 
ταύτα,  γυμνώσας  τό  όστοΰν  και  περιδέσας  δι'  αργύρου  έξωθεν,  ηύω- 
νεϊτο,  συμπίνων  μετά  τών  περί  αυτόν  Βουλγάρων  και  Σλάβων  αρ- 
χόντων τά  νικητήρια  εκ  τού  αγίου  εκείνου  ποτηριού.  Άλλα  δέν  ήρ- 
γησε  νά  έπέλθη  ή  άντίδρασις,  και  μετά  τέσσαρα  ετη  ό  Κροΰμμος 
ένικατο  προ  τής  Άδριανουπόλεως  οίκτρώς  τω  814  ύπό  τού  βασιλέως 
Λέοντος  τού  Αρμενίου,  και  μετ'  ολίγας  ημέρας  άπέθνησκεν  έκ  τών 
τραυμάτων  φυγάς.  Ή  νίκη  υπήρξε  τελεία,  ή  δ  '  άνάμνησις  τού  νικη- 
φόρου αύτοκράτορος  συνεδεθη  επί  μακρόν  προς  τόν  τόπον  τής  νίκης. 
Ό  βουνός  έφ'  ου  είχε  στήσει  τήν  κατά  τού  Κρούμμου  ένέδραν  εγεινε 
φερώνυμος  αυτού,  και  οι  Βούλγαροι  οί  διαβαίνοντες  πρό  τού  βοι/νοΰ 
τού  Λέοντος  ακόμη  ένα  αιώνα  και  ΰπερέκεινα  μετά  τόν  παρ '  αυτόν 
όλεθρον  τών  ύπό  τόν  Κροΰμμον  ομοεθνών  έσειον  περίφοβοι  τήν  κεφα- 
λήν και  έδείκνυον  διά  τού  δακτύλου  τόν  πλήρη  θλιβερών  δι'  αυτούς 
αναμνήσεων  τόπον.  Οΰδ'  υπήρξαν  όλιγώτερον  επιφανείς  τελευτώντος 
τοΰ  δεκάτου   αιώνος  αί  κατά   Βουλγάρων  νϊκαι  τών   γενναίων   βασι- 


—  79  — 

λέων  Νικηφόρου  του  Φωκά:  και  Ιωάννου  του  Τζιμισκή  και  του  μεγά- 
λου  στρατηγού  Νικηφόρου  του  Οΰρανοΰ.  Αλλά  γινώσκετε,  ότι  την 
αί'γλην  πάντων  των  λοιπών  βουλγαρομάχων  βασιλέων  και  στρατηγών 
τοΰ  Βυζαντίου  επισκιάζει  ή  δόξα  Βασιλείου  του  Βουλγαροκτόνου, 
κατανικήσαντος  έπιφανώς  και  όιαλύσαντος  το  άρχαιότερον  βουλγαρι- 
κόν  βασίλειον,  όπερ  καθυποταχθέν  μετεβλήθη  εις  κτήσιν  βυζαντιακήν. 
Ή  μεσαιωνική  ιστορία  της  Μακεδονίας  δεν  δυνάμεθα  να  εΐπωμεν 
ότι  τερματίζεται  δια  της  υπό  του  Βουλγαροκτόνου  καταλύσεως  τοΰ 
βουλγάρικου  κράτους.  Οι  Βούλγαροι  δέν  έπαυσαν  και  έν  τω  κατόπιν 
χρόνω  έποφθαλμιώντες  εις  τήν  άνάκτησιν  της  προτέρας  δυνάμεως  και 
ανεξαρτησίας  και  είς  τήν  κυριαρχίαν  εν  τοις  βορειοτέροις  της  Μακε- 
δονίας. Άλλ'  ούδ'  ή  βυζαντιακή  βασιλεία  ελησμόνησέ  ποτέ  τάς  υπο- 
χρεώσεις τάς  είς  αυτήν  έπιβαλλομένας  υπό  της  αρχαίας  της  χώρας 
ιστορίας  και  υπό  τών  αγώνων  και  νικών  τών  βασιλέων  και  στρα- 
τηγών τοΰ  Βυζαντίου  εναντίον  τών  επιδρομέων.  Έχρειάσθη  δε  ή 
παρακμή  εκείνη  ή  καταλήςασα  εις  τήν  υπό  τών  Λατίνων  άλωσιν  της 
Κωνσταντινουπόλεως,  όπως  ολίγα  ϊττ  προ  αυτής  δυνηθώσιν  οί  δύο 
αδελφοί  Πέτρος  καϊ  Άσάν  νά  ίδρύσωσι  και  πάλιν  νέον  βουλγαρικών 
αΰτόνομον  κράτος  πολύ  μάλλον  περιωρισμένον  ή  το  υπό  τοΰ  Βουλγα- 
ροκτόνου καταλυθέν,  άλλα  και  τοΰτο  μάτην  έγεϊρον  αξιώσεις  εΰρυτέ- 
ρας  επεκτάσεως  και  δεινώς  και  πάλιν  στενοχωρηθέν  ύπό  τών  Βυζαν- 
τινών μετά  τήν  ύπό  Μιχαήλ  τοΰ  Παλαιολόγου  άνάκτησιν  τοΰ  Βυ- 
ζαντίου. Ούτω  δε  ή  έξησθενημένη  Βουλγαρία,  έκπεσοΰσα  πολύ  πρό 
τοΰ  βυζαντιακοΰ  κράτους,  απέβη  ευάλωτος  εις  τους  Τούρκους,  οΐτι- 
νες  και  κατέλυσαν  τό  βουλγαρικόν  κράτος  τφ  1393  επί  τοΰ  σουλτά- 
νου Βαγιαζήτ  τοΰ  Α'.  Μόνον  δε  μετ'  ολίγας  δεκαετηρίδας  έπιπτε 
και  ή  ελληνική  Μακεδονία  εις  χείρας  τών  Τούρκων,  έκπολιορκουμένης 
τω  1430  ύπό  τοΰ  σουλτάνου  Μουράτ  τοΰ  Β'  της  Θεσσαλονίκης,  ην 
άπό  επτά  ήδη  ετών  κατεΐχον  οί  Βενετοί,  έξαγοράσαντες  από  τών 
Βυζαντινών.  Ούτως  έπιπτε  τό  προπύργιον  της  Μακεδονίας,  ή  ιερά 
πόλις  τοΰ  άγιου  Δημητρίου  του  μυροβλήτου,  εις  όν  οί  Θεσσαλονικείς 
άνέγραφον  τήν  σωτηρίαν  αυτών  άπό  τών  παντοίων  νικηφόρως  άπο- 
κρουσθεισών  επιδρομών  Σλάβων,  Άβάρων,  Βουλγάρων,  Πατζινακών. 
Ή  μεγάλη  πόλις,  ή  πρωτεύουσα  της  Μακεδονίας,  ή  δευτέρα  μετά 
τήν    Κωνσταντινούπολη  αυτήν,  δέν  ήδυνήθη  πλέον   νά  διασωθί),  και 


—  80  — 

ή  πολιορκία  αυτής  και  άλωσις,  ην  έξετραγφδησεν  Ιωάννης  ό  ανα- 
γνώστης, είνε  σελϊς  ιστορική  έκ  των  αλησμόνητων,  παράλληλο;  εν 
πολλοίς  προς  την  τελευταίαν  του  μεσαιωνικού  ελληνισμού"  τραγωδίαν, 
την  άλωσιν  της  βασιλευούσης. 

Ύπολαμβάνω,  δτι  μοι  επιτρέπεται  ταύτην  την  στιγμήν  να  παρ- 
έλθω την  θλιβεράν  ύπόμνησιν,  την  στυγεράν  άφήγησιν  της  ιστορίας  της 
Μακεδονίας  υπό  τους  Τούρκους.  'Ρίψατε  πέπλον  μελανόν  εις  τους  χρό- 
νους εκείνου;  και  επιγράψατε  απλώς  Μακεδονία  τουρκοκρατούμενη. 
Τούτο  αρκεί.  Άλλ'  άρκεϊ  και  να  προςτεθή,  δτι  η  τά  πάνδεινα  υφι- 
σταμένη χώρα  διετήρησεν  ακραιφνή  δια  μέσου  των  περιπετειών  της 
δουλείας  τον  ελληνικόν  αυτής  χαρακτήρα.  Ουδέ  περιωρίσθησαν  ε!; 
τούτο  οι  Μακεδόνες  τουρκοκρατούμενοι,  άλλα  δια  της  διατηρήσεως 
ελληνικών  σχολών,  προάγοντες  λογίου;  τών  τά  πρώτα  φερόντων  έν 
τω  πνευματικώ  βίω  τού  υποδούλου  ελληνισμού,  διά  τοΰ  εμπορικού 
αυτών  πνεύματος  γινόμενοι  σπουδαίοι  παράγοντες  τοΰ  μετά  της  Ανα- 
τολής εμπορίου  έν  ταϊς  άγοραϊς  της  Ευρώπης,  ιδίως  δ'  έν  Γερμανία 
και  Αυστρία,  διά  τού  έμφυτου  αυτών  προς  την  έλευθερίαν  έρωτος 
διακρινόμενοι  ώς  άρματωλοί,  μετέβαλον  την  Μακεδονίαν  εις  φυτώριον 
της  εθνική;  ιδέας  και  συμπαρεσκεύασαν  έν  ταΐς  μακεδονικαΐς  πόλεσι 
και  έπί  τών  μακεδόνικων  δειράδων  την  άνάστασιν  τού  γένους.  Τίς 
δεν  θά  ένθυμηθή,  Οτι  εκ  τών  μετά  τού  'Ρήγα  συμμαρτηρησάντων 
επτά  προσκόπων  της  άπελευθ£ρώσεως  τών  Ελλήνων  τρεϊ;,  οί  δύο 
αδελφοί  Εμμανουήλ  και  ό  Τορούντζιας,  ήσαν  Μακεδόνες;  Τίς  θά  λη- 
σμονήση  όσα  τούτων  ό  Ιωάννης  Εμμανουήλ,  άνακρινόμενος  έν  Βιέννη 
πριν  ή  μετά  τών  συμμαρτύρων  στραγγαλισθή  έν  Σεμλίνω,  μετά  παρ- 
ρησίας αληθούς  έλευθερωτοΰ  κατεθηκεν  εις  τον  Βιενναΐον  άνακριτήν ; 
Όμολογώ,  εϊπεν  αΰτολεξεί,  δτι  την  άπελευθέρωσιν  τήςΈλλά- 
δος  επιθυμώ  εκ  βάθους  της  καρδίας  μου,  καθ'  οτι  ή  πατρίς 
μου  διά  τόσων  αιώνων  στενάζει  υπό  τον  βαρβαρώτατον  και 
τυραννικώτατον  ζυγόν  τών  Τούρκων,  τοΰ  καθολικού  τών 
Ελλήνων  ασπόνδου  έχθροϋ.  Μετ'  ολίγα  δ'  έτη  ό  άρματωλικός 
βίο;  έλάμβανεν  ειπερ  ποτέ  και  άλλοτ'  έν  Μακεδονία  έξάπλωσιν  θαυ- 
μασίαν  άπό  τού  Όλύμπου  μέχρι  τη;  Χαλκιδικής  και  άπό  τών  Σερ- 
βίων  μέχρι  της   Άχρίδος. 

Τίνα  πρώτον  και  τίνα  ΰστατον  νάναφέρω  έκ  τού  μακρού    καταλό- 


—  81    — 

νου  τών  γενναίων  όπλαρ/ηγών,  ους  έφοβήθη  ή  Πύλη  η  έδολοφόνησεν 
ό  Άλής  η  εψαλεν  εμπνευσμένη  ή  ορεινή    Μοΰσα  ; 

Τίς  των  Μακεδόνων  του  Όλύμπου  δέν  ένθυμεϊται  τόν  Λάππαν, 
όςτις,  δτε  ό  πασσάς 

έκάλεόε  την  κ?.εφτουριά,  τα  δώδεκα  πρωτάτα, 
τόν  Λάππα  δεν  έκάλεόε,  το  μαϋρο  ψυχοπαϊδι, 
κι"  δλοι  πηγαίνουν  κέοαο*μα  κριάρια  μέ  κουδούνια 
κι'  ό  Λάππας  πάγ'  άκάλεύτος  μέ  ζωντανό  αλάφι ; 

Και  τίς  δεν  γινώσκει  δια  ποίων  λόγων  άπέκρουσεν  ό  Λιάκος  τάς 
μεγάλας  περί  αμοιβών  υποσχέσεις  του    Αλή  πασσά ; 

Προςκύνα,  Λιάκο,  τόν  παόϋά,  προςκΰνα  τό  βεζύρη 
πρώτος  να  εϊα'  άρματωλός,  Δερβέναγας  να  γείνης. 
Κι'  αύττίνος  αποκρίθηκε  μαντάτα  καί  του  ότέλνεν 
— "Ούο  'νε  ό  Λιάκος  ζίοντανός,  παοΌ*ά  δέν  προςκυνάεν 
παόΌά  'χει  ό  Λιάκος  τό  όπαθΐ,  βεζΰρη  τό  τουφέκι. 

Συγκορυφοΰται  δ'  έπειτα  έπί  της  μεγάλης  επαναστάσεως  η  εθνική 
δράσις  της  Μακεδονίας  δια  τών  θυσιών  και  τών  άθλων  της  Κασσάν- 
δρας και  της  Νιαοΰσης  και  της  γενναιότητος  τοϋ  Καρατάσσου  και 
του  Γάτσου,  του  Χάψα  καί  του  Δουμπιώτου,  του  Εμμανουήλ  Παπα" 
και  του  Δημητρίου  Σταγειρίτου,  του  Ζαφειράκη  καί  τοϋ  Τάσσου, 
όπως  αναφέρω  μόνον  τους  κυριωτάτους  τών  πρωταθλητών  τοΰ  ίεροϋ 
αγώνος.  Θυσία•,  μάταια•.,  άπολήξασαι  δυςτυχώς  πάσαι  εις  τον  άπο- 
κλεισμόν  της  Μακεδονίας  άπο  τοΰ  χορού  τών  ελευθέρων  ελληνικών 
χωρών. 

Ή  Μακεδονία  επανήλθε  καί  πάλιν  βαρυαλγής  εις  τα  δεσμά  της 
τουρκικής  δουλείας,  άλλα  δέν  λησμονεί  την  καταγωγήν  αυτής  καί  τα 
εθνικά  της  όνειρα  παρ'  όλας  τάς  αντιδράσεις,  παρ'  όλας  τάς  διαστρο- 
φάς  τοΰ  έν  αυτί)  έθνολογικοΰ  καθεστώτος.  Οι  γεωργοΰντες  την  ευφο- 
ρον  αυτής  γήν  αλλόφυλοι  θέλουσι  νάζιώσωσι  την  κυριαρχίαν  έπί  τών 
δ'.καιώματι  καταγωγής  καί  πνευματικής  τε  καί  οικονομικής  υπεροχής 
αληθών  κυρίων  τής  χώρας'  οι  έπήλυοες  άςιοΰσι  να  έπιβάλωσι  την 
θέλησιν  αυτών  εις  τους  γηγενείς"  τά  όργανα  τών  εζωθεν  έπιδρώντων 
πολιτικών  προςηλυτιστών  ζητοΰσι  νά  έπιβληθώσιν  εις  την  βοήν  τών 
νεκρών  καί  την  θέλησιν  τών  ζώντων  καί  νά  μεταβάλωσι  την  γήν  τοϋ 
Αλεξάνδρου  εις    κτήσιν   τών  απογόνων    τοΰ    Κρούμμου  και  τοΰ    Συ- 

ΣΠΓΡ.    Π.    ΛΛΜΠΡΟΓ,    ΜΙΚΤΑ!    ΣΕΛ.ΙΛΚΕ  ν 


—  82  — 

μεών.  Άλλ'  άπαντα  ή  Ιστορία,  άλλα  διαμαρτύρονται  αί  άπογραοαί 
των  σχολείων,  αλλ '  αντιστρατεύεται  ή  θέλησις  των  θεματοφυλάκων 
της  εθνικής  ιδέας  άντιπροςώπων  του  ελληνισμού  της  Μακεδονίας. 
Και  όταν  ύπετέθη  τέλος,  ότι  ετι  μάλλον  δύναται  να  διαστρέψη  την 
άλήθειαν  του  παρελθόντος  και  την  έπιβλητικήν  θέλησιν  του  παρόντος 
ή  έπιτετεχνημένη  εΐςβολή  ολιγάριθμων  Βουλγάρων  ανταρτών,  οί  συμ- 
πολϊται  και  απόγονοι  των  αρχαίων  άρματωλών  άνέλαβον  από  τίνος 
χρόνου  να  διεκδικήσωσι  νικηφόροι  και  δια  των  όπλων  τά  δικαιώματα 
της    ελληνικής    Μακεδονίας. 

Ναι,  ή  αλήθεια  διαστρέφεται,  παρατίθενται  εις  τά  όμματα  των 
ισχυρών  τής  Ευρώπης  αριθμοί  ψευδείς,  διαβιβάζονται  σκοπίμως  ειδή- 
σεις πεπλανημέναι  και  πλανώσαι.  Απόστολοι  συμφερόντων  όθνείων 
ή  έθελοτυφλουντες  περιηγηταί  παριστάνουσι  την  Μακεδονίαν  ίν  με- 
γάλη έκτάσει  οΐκουμένην  ύπό  Βουλγάρων,  Σέρβων  και  'Ρωμούνων 
και  λέγουσι  τόν  έλληνισμόν  έν  καταπληκτική  μειονοψηφία  οϊκούντα 
μόνον    τά    νοτιώτατα    τής   χώρας   καϊ    τά  παράλια. 

Άλλα  τά  χειροκλοπικά  τεχνάσματα  τών  Βουλγάρων  διαλύονται 
όσημεραι  προ  τής  γινωσκομένης  καϊ  διαδιδομένης  αληθείας  και  οί 
ψευδχριθμοι  αυτών  ύποχωροΰσιν  εις  την  καταπληκτικήν  δύναμιν  τών 
πραγμάτων.  Μάτην  διά  τών  διδακτικών  αυτών  βιβλίων  παριστά- 
νουσι Βούλγαρον  καϊ  αυτόν  τόν  Άλέξανδρον.  Καθίστανται  γελοίοι. 
Μάτην  αγωνίζονται  νά  παραστήσωσι  βουλγαρικόν  το  πλείστον  τής 
Μακεδονίας  τής  σήμερον.Άλλ  ως  ή  ιστορία  άπερικόσμως  επαναλαμ- 
βανόμενη άρκεΐ  νχ  διατρανώσγ,  τον  έλληνικόν  χαρακτήρα  τής  Μακε- 
δονίας έν  τω  παρελθόντι,  ούτως  απλή  άνασκοπησις  τών  κατά  την 
χώραν  δύναται  νά  διδάξη  όποιος  είνε  ό  χαρακτήρ  καϊ  όποιον  είνε  το 
έθνος  τών  Μακεδόνων  τής  σήμερον.  Διά  νά  μεταβληθή  εις  βουλγα- 
ρικήν  ή  Μακεδονία,  δεν  άρκεϊ  το  ξίφος  του  δολοφόνου,  ή  θρυαλλϊς 
τοϋ  καταστροφέως,  ή  αγχόνη  του  ληστου,  τό  φρύαγμα  του  έπιδρο- 
μέως.  Μένουσι  και  υ.ετά  την  πυρκαϊάν,  ύψοΰνται  και  μετά  την 
πλήμμυοαν  τών  αιμάτων,  εγείρονται  καϊ  ΰπερθεν  τών  συντριμμάτων 
τής  βίας  κα:  τής  έρηι/ώσεως  υπερήφανοι  οί  &όμοι  τών  ελληνικών  εκ- 
κλησιών, υψηλοί  οί  τοίχοι  τών  ελληνικών  μονών,  σωτήρια  τά  άσυλα 
-ώ  Ιλληνκών  νοσοκομείων,  λευκοί  καϊ  άγναϊ  αί  προςόψεις  τών  ελλη- 
νικών   σχολών    απανταχού    τής    Μακεδονίας.     Καϊ    άπό    μέσου    τοϋ 


-   83  -= 

καπνού  της  δυναμίτιδας  σας,  εν  μέσω  των  ώρυγών  των  Ιπιδρομικών 
σας  στιφών,  άφροντιστοΰσα  προς  τάς  άπειλάς  υμών  και  το  ξίφος 
υμών  και  τους  δαυλούς  ύαών  ήρθη  προ  ολίγων  μόλις  μηνών  μεγάλη 
και  τρανή  μέχρι  τών  καρήνων  του  ελληνικού  "Ολύμπου  και  μέχρι 
του  θρόνου  του  πλαστού  η  διαμαρτυρία  της  ελληνικής  Μακεδονίας 
φαεινή,  επιτακτική,  έκσπωμένη  άπ  αυτών  τών  σπλάγχνων  της  ελλη- 
νικωτάτης  χώρας,  ε'κρηγνυμε'νη  άπό  τών  χειλέων  μυριάδων  Ελλή- 
νων Μακεδόνων  και  οιονεί  ανερχομένη  συγχρόνως  άπό  τών  τάφων 
τριάκοντα  αιώνων.  Οί  διαδηλωταί  της  Θεσσαλονίκης,  οι  άντιπροςω- 
ποι  της  δλης  ελληνικής  Μακεδονίας  έβροντοφώνησαν  ενί  στόματι  προς 
την  πεπολιτισμένην  Εύρώπην,  ώς  άλλοτε  ποτέ  Αλέξανδρος  ό  φιλέλ- 
λην  α  αυτός  τε  γαρ  γένος  ειμή  τώρχαϊον,  και  άντ'  ελεύθερης  δεδουλω- 
μένην  ούκ  αν  έθελοιμι  όράν  την  Ελλάδα».  Τέλος  δε  προ  ολίγων  μό- 
λις ημερών  είς  τών  λογάδων  άντιπροςώπων  του  ελληνικού  στρατού, 
εϊς  τών  άριστέων  της  ελληνικής  νεολαίας  έπεσφράγισε  δια  τοϋ  μαρ- 
τυρικώς  χυθέντος  αίματος  του  την  άλληλεγγύην  μεταξύ  ημών  τών 
υπέρ  τής  Μακεδονίας  λεγόντων  μόνον  καϊ  γραφόντων  και  τών  εκεί  με 
την  θυσίαν  τής  περιουσίας,  τής  τιμής  και  του  αίματος  των  αγωνι- 
ζομένων υπέρ   τής  ελληνικής  ιδέας  εν  τ•/)  πολυποθήτω  γη. 

Θεωρήσατε  την  άποψινήν  ημών  συνέλευσιν  ώς  άπάντησιν  προς 
την  περυσινήν  έκείνην  διαδήλωσιν  τών  πέραν  του  Όλύμπου  Μακε- 
δόνων αδελφών,  ώς  τον  επίλογον  τών  μνημοσυνών  καθ  ά  έχυσε 
κατ'  αύτάς  ό  ελληνισμός  όλος  τό  δάκρυ  του  ραντίζων  το  νεοσκα- 
φές  χώμα  του  νέου  ήρωος  του  διατρανώσαντος  δια  του  θανά- 
του αύτοΰ  τους  προαιώνιους  πόθους  τού  ελληνισμού.  Πέμψατε  άπό 
τών  προποδων  τής  Ακροπόλεως  δια  τής  αύρας  του  Θερμαϊκού  εις 
τους  απογόνους  τών  συμμαχητών  του  Αλεξάνδρου  και  τών  ύποστη- 
ριχθέντων  είς  την  έθνικήν  πίστιν  ύπό  Βασιλείου  τού  Βουλγαροκτόνου 
τόν  άδελφικόν  άσπασμόν,  άλλα  και  την  ύπόσχεσιν,  ότι  ή  ελευθέρα 
Ελλάς,  μη  θέλουσα  νά  μείνη  ακέφαλος,  θα  έκλαβη  ώς  ίδιον  εαυτής 
αγώνα  τόν  αγώνα  υπέρ  τής  κεφαλής  της,  τής  Μακεδονίας,  καϊ  τόν 
αγώνα  τούτον  θα  διαπεράνη  δχι  δια  λόγων  μόνον  κενών,  άλλα  και 
δι'  έργων,  άνάγουσ'  αυτόν  εις  καθήκον  εαυτής  και  χαρμονήν  και 
αΰτοθυσίαν. 

"Οτε   οί  κάτοικοι  τού  αρχαίου  "Αργούς,  έξ   ού  άπέρρευσεν   ό  οίκος 


—  84  — 

των  Τηαενιδών  βασιλέων  της  Μακεδονίας,  άπέβαλόν  ποτέ  την  Θυ- 
ρεατιν,  κατακττ,θεϊσαν  ύπό  των  Σπαρτιατών,  εκείραντο  τάς  κεφά- 
λας και  έταξαν  να  [Λη  θρέψη  μηδεϊς  των  Άργείων  κόαην  [/.Υ,δ'  αί  γυ- 
ναίκες αυτών  να  χρυσοφορήσωσι  πριν  καταλάβωσι  πάλιν  την  Θυρεόέ- 
τίν.  Εις  όαοίαν  άπόφασιν  πρέπει  να  προβή  ή  Ελλάς,  όρκιζομένη 
να  ι/.η  αίσθανθη  τάς  απολαύσεις  της  χαράς  έφ'  όσον  δεν  άναγνωρισθη 
ό  ακραιφνώς  ελληνικός  χαρακτηρ  της  Μακεδονίας. 

Μη  λησμονήσωμεν,  ότι  ό  όβολος  δν  συνέλεξεν  απόψε  ό  Παρ- 
νασσός υπέρ  τών  εν  Μακεδονία  πασχόντων  αδελφών  επεσεν  επί  δί- 
σκου αίιιατοβρέκτου.  Εύχηθώμεν  .  όπως  έλθη  ημέρα  ευτυχεστέρα, 
καθ  ην  θα  δυνηθώμεν  νά  προτείνωοιεν  δχι  δισκον  υπέρ  νηρών  και  ορ- 
φανών άδίκω:  θανατουαένων  θυμάτων,  αλλά  δίσκον  εις  δν  νά  κατα- 
θέσητε  δάφνας  όπως  κοσμήσωσι  τά  μέτωπα  νικητών  πανηγυριζόντων 
έν  Μακεδονία  τά  ελευθέρια. 


επικήδειος  αποχαιρετισμός 

ΕΙΣ  ΝΙΚΟΛΑΟΝΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΝ* 


Νεκρός  λοιπόν  κείται  προ  ημών  ό  υΓ.ός  τοΰ  προέδρου  της  πρώτης 
έν  Έπιοχύρω  Εθνικής  Συννλεύσίωο  κα*  ύπερασπιστοΰ  του  Μεσολογ- 
γίου, νεκρός  ό  απόγονος  ηγεμόνων.  ΛΙ.  εΰπατρΐσου  γλυκϋ  πλα- 
νάται ακόμη  επί  τών  χειλέων  :  :  >»ω  ,  ων  •  •.;  νότατος  φθόγγος  ήτο 
η  λέξις  Πατρίς.  Νομίζεις,  δτι  πάλ}  η  νε  ιρωθεΐσα  καρδία  υπέρ 
μεγάλων  του  έθνους  ιδεωδών,  και  ίν  -  }  κείνη,  εφ'  ην  έπέ- 
χυσεν  ό  θάνατος  την  ωχρότητα  το-Γ  "Α  ου.  άνακυκλοΰνται  ακόμη  σκέ- 
ψεις περί  τοϋ  μεγάλου  έλληνισμο-Γ. 

Και  όμως   μετ'  ου  πολύ  η  ψυχρά  γη  0'    ΐίςσεχθη  εί<  5λπου,ς 

αυτής  το  θνητόν  σκήνωμα  του  τελευταίου  τών  Μαυρο/.ο: .Λ,.ων 

όλων    αιώνων  οίκος   μεγίστας    παράσχων    εις   το    \/  και 

έπειτα  εις  το  έπ'  αΐσίοις  έλευθερωθέν  βκσίλειον  υπηρεσίας  ακρι- 

βείς έπι  ευγενείς  ηθών  και  ύπερόχω  παιδεία:  και  Χπροςμάχω  ύπο 
αντίξοων  άνε'μων  φιλοπατρία  συνεκλείπει  εξ  άρρενογονίας  μετ'  αύτοΰ 
καταβαίνοντος  είς  τον  τάφον. 

Δια  ταύτα  και  άκων  ό  θρηνωδός  τοΰ  θανόντος  αναγκάζεται, 
λησμονών  προς  στιγμήν  το  πρόςφατον  πένθος,  νάναμετρήση  τάς 
υπέρ  τοΰ  γένους  μεγάλας  συμβολάς  σύμπαντος  τοΰ  οίκου  εκείνου. 
Δια  τριακοσίων  όλων  ετών  οί  Μαυροκορδάτοι  διέπρεψαν  ώς  μεγάλοι 
λογοθέται  και  μεγάλοι  διερμηνείς,  ώς  έξ  απορρήτων  και  πρεσβευταί, 
ώς  άγωνισταί  δια  τών  όπλων  και  μαχηταί  τοΰ  καλάμου,  ώς  πρόε- 
δροι τών  έθν.κών  συνελεύσεων  της  υπέρ  ελευθερίας  αγωνιζομένης  Ελ- 
λάδος και  υπουργοί  τοΰ  βασιλέως  καϊ  άντιπρόςωποι  αύτοΰ  εν  ξέναις 
αΰλαΐς   μετά   τήν  παλλιγγενεσίαν.  Καϊ  ό   μέν   δγκος   τών   αξιωμάτων 

*  Έξεφων^,θη  έν  τω  Μητροπολιτικά»  ναω  Αθηνών  τί;  2  Φεβρουαρίου  1903  *«ϊ 
ίδηίΑοσίϊΰθη  τί)  υστιραία  έν  τω  άρ.   4393  τοϋ  "Αοτιως. 


—  86  — 

προςέδωκεν  εις  τον  οίκον  εκείνον  εύπρέπειαν  ευπατριδών  και  αϊγλην 
αυτόχρημα  ηγεμονικην,  ή  δέ  πολύτιμος  κληροδοσία  μεγάλου  παρελ- 
θόντος άφοσιωθέντος  εις  την  πατρίδα  Ιμέστωσε  τους  φε'ροντας  το 
δνομα  των  Μαυροκορδάτων  φρονήματος  εθνικού  και  φιλοπατρίας 
ακοίμητου. 

Τοιούτον  υπήρξε  το  μέγα  οΐκόσημον,  όπερ  εΰλαβούμενος  είςήλθεν 
ό  Νικόλαος  Μαυροκορδάτος  εις  την  ύπηρεσίαν  της  ελληνικής  κοινω- 
νίας και  πολιτείας  Πατροπαράδοτος  άβρότης  και  προςηνεια  και  ευ- 
γένεια τρόπων,  δεδοκιμασμένη  και  άπαρασάλευτος'ηθους  άρετη,  παι- 
δεία άπό  πενταγονίας  είί  αυτόν  κληροδοτηθεΐσα  και  δια  μελέτης  αδιά- 
πτωτου τροφοδοτούμενη  άνεδείκνυον  αυτόν  άγαστόν  εις  τους  φίλους, 
έργάτην  πάσης  προόδου,  προστάτην  των  γραμμάτων  και  των  τεχνών. 
Αί  μεσίστιοι  και  μελαναί  σημαΐαι  αί  άνηρτημέναι  σήμερον  επί  τω 
ποοώρω  αυτού  θανάτω  έν  πολλοί:  παιοευτικοϊς  ίδρύμασ*.  της  πρω- 
τευούσης του  βασιλείου  δεικνύουσι  καταφανώς  τό  ειλικρινές  πένθος 
τών  αετ'  αυτού  συνεργασθεντων  προς  διάδοσιν  τών  γραμμάτων  έ'ν  τβ 
τω  έλευθέρω  βασιλείω  και  παρά  τοις  αλύτρωτο-.;.  Την  δέ  διαύγειαν 
του  πνεύματος  και  την  δραστηριότητα  της  ενεργείας  αυτοί  έν  τη 
προςηκούση  γενική  άντιλήψει  τών  παρ'  ήμΐν  αναγκών  της  παΐοεύ- 
σεως  αποδεικνύει  τρανότατα  ή  μέοιμνα.  ης  ηξίωσε  την  μόρφωσιν  του 
γυναικείου  φίλου  παρ'  ήμΐν,  έπϊ  πολλά  ετη  προεδρεύων  της  Φιλεκπαι- 
δευτικής εταιρείας,  κα•.  ή  ώθησις,  ην  έν  τοις  πρώτοις  εδωκεν  εις  την 
γυμναστικήν  ως  υπουργός  της  Παιδείας. 

'Αλλά  δέν  θρηνουσι  σήμερον  μόνον  τα  γράμματα  τον  συναντιλη- 
πτορα  και  προστάτην.  Ό  ελεύθερος  "Ελλην  δέν  δικαιούται  να  λη- 
σμονήση  τάς  υπηρεσίας  άς  παρέσχεν  ό  Μαυροκορδάτος  επί  ετη  μακρά 
ως  πρεσβευτής  άντιπροςωπεύσα;  τήν  κυβέρνησιν  της  πατρίδος  έν  ξέ- 
ναις  αύλαϊς,  ιδίως  δ'  έν  Κωνσταντινουπόλει.  Ό  δ'  αλύτρωτος  Ελ- 
λην  θα  ένθυμήτα•.  πάντοτε  μετά  πόνου  τόν  δεύτερον  εκείνον  παρά  τον 
Βόςπορον  πατριάρχην  του  γένους,  όςτις  την  μεγάλην  πόλιν  έθεώρει 
πρωτεύουσαν  τών  σουλτάνων  μόνον  ότε  ή  διπλωματική  υπηρεσία  έπέ- 
βαλλεν  εις  αυτόν  την  χρυσόπαστον  στολήν  του  πρεσβευτου,  άλλως  δ' 
έθεώρει  αυτήν  μέ  οφθαλμούς  Ιστορικού  καϊ  με  πόθους  ονειροπόλου 
πατριώτου  ώς  τό  αΐώνιον  κτίσμα  Κωνσταντίνου  τοΰ  μεγάλου,  ως  την 
καθέδραν  τών  αυτοκρατόρων  του  Βυζαντίου. 


—  87  — 

Εις  άλλους  εναπόκειται  να  εςιστορήσωσι  τίνας  παρέσχεν  υπηρεσίας 
εις  το  έθνος  ώς  διπλωμάτης,  τίνας  κατώρθωσε  νάπαμύνη  κινδύνους, 
τίνα  ήγωνίσθη  εν  ήμέραις  δειναϊς  να  έπικουφίση  αναπότρεπτα  δεινά. 
Άλλως  δε  η  ιστορία  της  δράσεως  του  Μαυροκορδάτου  ώς  πρεσβευ- 
τοΰ  συμπίπτει  εν  πολλοίς  προς  την  ίστορίαν  αύτου  του  έθνους  έν 
τοΊς  νεωτάτοις  χρόνοις,  και  το  έργον  αύτοΰ  θά  έκτιμηθή  δεόντως, 
όταν  μελετηθ/)  άμερολήπτως  ε'ν  σχέσει  προς  το  σύνολον  των  περιπε- 
τειών των  τελευταίων  ετών.  Αί  δ'  έπιτυχίαι  αύτου  θά  θεωρηθώσιν 
έτι  μεγαλείτεραι,  όταν  άναλογισθώμεν,  ότι  υπήρξαν  τα  πατριωτικά 
επιτηδεύματα  του  άντιπροςωπεύοντος  το  δίκαιον  τών  αδυνάτων,  και 
Οτι  ή  χαρά  εκάστης  αυτών  ήτο  το  άντισήκωμα  διηνεκούς  οδύνης  ψυ- 
χής αΐμασσούσης  ύπό  άλγούσης  φιλοπατρίας  Μειδίαμα  εύπατριδου 
είπον,  ότι  πλανάται  έπϊ  τών  χειλέων  αΰτοΰ  νεκρού.  Άλλα  μειδίαμα 
διπλωμάτου  άπατηλόν  ποσάκις  δεν  δ'.ε'στειλε  τα  χείλη  αϋτοϋ  ζώντος, 
έν  ω  την  καρδίαν  διηυλάκονε  το  πένθος  του  πατριώτου. 

Και  όμο>ς  το  άλγος  εκείνο  το  πατριωτικόν  δεν  κατεβαλεν  αυτόν, 
ώ:  δέν  έκεραύνωσαν  αυτόν  τα  ϊδνωτικ>  πένθη  τά  κατεοειπώσαντα  την 
ψυχην  αΰτοϋ  και  τον  οίκον.  Ό  ένθου;  -  ν  πατρίων  γνώστης  και  με- 
λετητής δεν  κατέθηκεν  άνάνδρως  τά  όπλα,  δέν  άπ?βαλε  πάσαν  αί- 
σιοδοξίαν.  'Ηθελεν  ακόμη  να  έργάσθη,  να  έ;γασθνί  υπέρ  του  έθνους. 
Δυνάμεθα  να  έπαναλάβωαεν  περί  αΰτοΰ  ό  τι  μεσαιωνικός 
φευ;  τ?5ς  Δύσεως  έλεγε  περί  λογίου  παιοευθεντος  τελείως  Γα  έλλη-ικα 
γράμματα,  ότι  εί^εν  απορροφήσει  έν  εαυτώ  όλας  τάς  ' Αθήνας.  Ώς 
εκείνος,  ούτω  και  ό  Μαυροκορδάτος  είχεν  απορροφήσει  έν  ίαυτω  όλην 
την  Ελλάδα.  Ό  ελληνισμός  έν  άπάσαις  αύτου  ταΐς  έκφάνσεσιν,  έν 
ολαις  αύτοΰ  ταϊς  προςδοκίαις,  εν  όλω  αύτοΰ  τω  πενθεί,  έν  όλη  αυτού* 
ττ,  αθανασία  ητο  το  ιδεώδες  της  ψ'->χήζ  αύτου,  και  δια  τόΰτο  ύπήρςε 
τόσον  αρμονικός  ό  βίος  του  και  τόσον  γλυκεία  ή  μορφή  του.  Δέν  απέ- 
θανε μόνον  ό  τελευταίος  τών  Μαυροκορδάτων*  κείται  νεκρός  εις  τών 
άριστέων  του  έλληνισμ.οΰ. 

Το  έθνος  όλον  θάνατρέψη  την  δάδα  του  έπϊ  του  τάφου  του  του  νεο- 
σκαφοΰς.  Και  όταν  μεθαύριον  ό  λιθοξόος  θά  έγκολάψη  έπϊ  της  επι- 
τύμβιου πλακός  το  νεκρώσιμον  επίγραμμα,  ας  μη  ληομονήσωσιν  οί 
οικείοι  νά  έπιγράψωσιν,  ότι  ύπήρξεν  άξιος  της  πέπλου.  Οι  αρ- 
χαίοι  Αθηναίοι  τάς  εικόνας   τών  μεγάλας  παρασχόντων  είς  την  πα- 


—  88  — 

τρίδα  υπηρεσίας  εθεώρουν  άςίας  να  ύφανθώσιν  επί  της  πέπλου,  ήτις 
προςηγετο  είς  την  θεον  κατά  την  έορτην  των  Παναθηναίων,  και  τους 
άνδρας  εκείνους  έκάλουν  άξίοΐ/ς  της  πέπλου.  Ό[Αθίως  του  Μαυ- 
ροκορδάτου το  άριστον  έγκώιχ'.ον  παρά  των  Πανελλήνων  είνε  νά  όνο- 
[χασθή  άξιος  της  πέπλον  άνθ'  ών  υπηρέτησε  τον  έλληνισμόν,  δς- 
τις  λείβει  επί  της  σοροΰ  αύτου  άνυπόκριτον    δάκρυ  πένθους  άληκτου. 


επικήδειος  αποχαιρετισμός 

ΕΙΣ  ΤΟΝ  ΝΕΚΡΟΝ  ΤΟΥ  ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΤ  ΤΑΜΠΑΚΟΠΟΤΛΟΤ 
(7  ΜΑΡΤΙΟΥ  1904)* 


Στυγνόν,  άλλ'  επιβαλλόμενον  καθήκον  με  αναγκάζει,  πίφιλημε'νε 
Παναγιωτάκη,  νχναστείλω  προς  ώραν  του  φιλικού  πένθους  το  άλ- 
γος ακριβώς  καθ' ην  στιγμήν  μας  είνε  επιτετραμμένη  το  ύστατον  ή 
θέα  της  γλυκείας  σου  μορφής,  όπως  εκπληρώσω  την  έντολήν  ην  μοι 
άνέθηκεν  ό  φιλολογικός  Σύλλογος  Παρνασσό:. 

Δεν  θα  θρηνήσω  επί  τω  θανάτω  σου  τον  τύπον  χρηστού  ανδρός 
και  αγαθού"  πολίτου,  εντίμου  και  ακούραστου  εκτελεστού  του  καθή- 
κοντος, πιστού  και  με/ ρις  αυτοθυσίας  άγαπώντος  φίλου,  εί  και  αύ- 
ται σου  αί  άρεται  καθ'  έαυτάς  και  μόνας  ήρκουν  να  ραντισθή  ό  τά- 
φος σου  με  δάκρυα  ειλικρινούς  στοργής  και  με  άνθη  αμάραντα  εν  ήυ,ε- 
ραις  καθ'  ας  δεν  ευρίσκεται  δυςτυχώς  άνά  πάν  βήμα  ή  ακήρατος 
χρηστότης  και  ή  άπαρασάλευτος  τιμή  και  ή  άδολος  φιλία. 

"Εν  θα  έπιτρέψτρς  μόνον,  πολυφίλη\ε  νεκρέ,  συ  ό  αθορύβως  εργα- 
σθείς και  άφιλεπιδείκτως  εύεργετήσας  εν  τη  ζωή  να  καταθέσω  είς 
της  σοροΰ  σου  τα  χείλη,  ω  άνυμε'ναιε  καϊ  άτεκνε,  την  βοήν  της  οδύ- 
νης μυριοπληθών  τέκνων,  άτινα  έσώρευσεν  επί  ετη  μακρά  είς  τους 
κόλπους  σου  ή  κοινωνική  υποστάθμη.  Ύπό  τήν  πατρικήν  σου  όοη- 
γίαν,  γαλήνιε  και  φιλόστοργε  κηδεμών  τών  ορφανών  και  τών  απο- 
βλήτων, οί  παίδες  τών  δρυμώνων  και  τών  άγυιών  εΰρισκον  σκε'πην 
φιλόξενον  έν  ταϊς  ώραις  της  νυκτερινής  σχολής,  ήξιοΰντο  θρησκευτι- 
κής και  εθνικής  διαπαιδαγωγήσεως  .  έδιδάσκοντο  να  γινώσκωσιν 
εαυτούς  και  τάς  προς  τον  πλησίον  υποχρεώσεις,  εβλεπον  καθαιρόμε- 
νον  τον  ρύπον  του  σώματος  και  λευκαινομένας  τάς  κηλίδας  της 
εσκοτισμε'νης  ψυχής  και  χαίροντες  εΰρισκον  εν  σοι  φίλον,  όδηγόν 
και  πάτερα.  Ή  εΰδοκίμησίς  των.  ή  άνύψωσίς  των  ητο  ή  χαρά  σου, 
απέβη  τοϋ  βίου  σου  ό  κυριώτατος  σκοπός.  Πάσα  των  πλάνη  καϊ  πάν 
ολίσθημα  αυτών  σε  πρώτον  επλησσε.  και  πάσα  τυχόν  αυτών  παρεκ- 
τροπή σε  πρώτον  έλύπει  δίκην  άλλου  γεννήτορος  θλιβομε'νου  επί  τοις 
άμαρτήμασιν  υίοΰ  σφαλλομένου,  ημέρας  δέ  και  νυκτός  τούτο  έμελέ- 
τας.    πώς  να  έπαναφέρης    τους  παϊδας  τών  τριό^ων  είς  τήν  όόόν  τή; 

*    Έδημοσιεύθη  έν  τω  Νέω  "Αιτεί  της  8  Μαρτίου  1904. 


—  90  — 

τιμής  και  του  καθήκοντος,  άτινα  υπήρξαν  τα  είδωλα  σου  δια  παντός 
του  βίου. 

Τοιαύτης  αντιλαμβανόμενος  της  Σχολής  των  άπορων  παίδων  μετ- 
έβαλες  αυτήν  ε'ις  ϊδιόν  σου  οίκον  και  τους  εις  αυτήν  φοιτώντας  είς 
ίδια  σου  τέκνα.  Μεθ'  όπόσης  χαράς  άνεγίνωσκες  τάς  έπιστολάς  ευ- 
γνωμόνων της  Σχολής  παλαιών  μαθητών  διαπεμπόντων  δια  σου  προς 
τον  Παρνασσόν  τον  φόρον  δικαίας  ευγνωμοσύνης  εξ  εστιών  απω- 
τάτων, οπού  αυξανόμενοι  ευτυχείς  ηύλόγουν  τους  εΰεργέτας.  Μεθ' 
οποίας  στοργής  χνεί,ητεις  τους  δυνάμενους  ναναγνωρισωσι  τας  κοι- 
νωνικά; και  έθνικάς  υπηρεσίας  του  παρά  σου  έφορευομένου  καθ- 
ιδρύματος.  Ιχνηλατείς  ούτως  ειπείν  τους  δυναμένους  νά  συγκινη- 
θώσιν,  έμάντευες  δσους  ήδύνασο  νά  έλκυσης  ως  χορηγούς,  και  χαίρων 
έπειτα  κατέθετες  τους  καρπούς  τών  τοιούτων  σου  αγώνων  είς  το  τα- 
μεϊον  του  Συλλόγου  ώς  είς  βωμόν  Ιερόν.  Τα  παιδικά  εκείνα  ακροα- 
τήρια, άτινα  ήσαν  είθισμένα  νά  σε  ύποδέχωνται  καθ'  έκάστην,  δυο- 
με'νου  τοΰ  ηλίου,  μειδιώντα  εναλλάξ  ή  συνοφρυούμενον  ώς  ότρηρόν 
έπόπτην  της  έν  αύτοϊς  τελουμε'νης  εργασίας  δέν  θά  σε  ϊδωσι  πλέον 
πατρικώς  μεριμνώντα  περί  αυτών.  Δέν  θάκουσθή  πλέον  κατά  τάς 
ετησία;  εξετάσεις  ή  φωνή  σου  διανέμοντος  τά  έπαθλα  της  έπιμελείαί 
και  τάς  χορηγίας,  ών  τάς  πλείστας  συ  διά  τών  ιδίων  σου  ενεργειών 
είχες  προςελκύσει.  Και  όταν  αντί  σου  αύριον  ό  Παρνασσός  έκλεξη 
άλλον  νά  συνέχιση  το  έργον  σου,  εν  βεβαίως  οφείλει  να  εΰχηθή  και  θά 
εύχηθή  είς  αυτόν, νά  έ'χη  πάντοτε  ζών  ενώπιον  εαυτού  τό  παράδειγμα 
σου,  νά  έμφορηθή  τοΰ  ιδικού  σου  ενθουσιασμού,  νά  μεστώση  τήν  καρ- 
δίαν  του  όμοιου  προς  τήν  σχολήν  πόνου  προς  εκείνον  όςτις  έπλήρου 
τήν  ίδικήν  σου  ψυχήν. 

"Εστω  τούτο  το  άριστον  τών  εγκωμίων  σου. "Εστω  τούτο  ό  άριστος 
τών  στεφάνων,  όν  δύναται  νά  επίθεση  ό  Παρνασσός  έπί  του  ψυχρού 
σου  νεκρού,  όςτις  φέρει  τώρα  έσταυρωμένας  τάς  χείρας  έκείνας,  αΐ- 
τινες  έθώπευσαν  χιλιάδας  παίδων  άγαπηθέντων  υπό  σοΰ,  τάς  χεί- 
ρας έκείνας  άς  τώρα  έπρεπε  νάσπασθώσι  χιλιάδες  έν  τω  μεταξύ 
αύξηθέντων  ανδρών,  εύγνωμονούντων  προς  τόν  εύεργέτην  και  θετόν 
πατέρα. 

Γαϊαν  εχοις  έλαφράν. 


ΛΟΓΟΣ  Ε11ΙΜΝΗΜΟΣΤΝΟΣ 
ΕΙΣ  ΠΑΤΛΟΝ  ΜΕΛΑΝ* 


Δεν  με  αναβιβάζει  επί  το  βήμα  τοΰτο  ή  ανάγκη  και  ή  επιθυμία 
να  σπείσω  και  εγώ  το  δάκρυ  μου  επί  τω  ήρωικώ  θανάτω  φίλου  αγα- 
πητού και  στρατιώτου  γενναίου,  όσον  και  άν  θεωρώ  μεγάλην  την 
άπώλειαν  του  νεαρού"  προμάχου  της  πατρίδος,  ου  άπό  μακρών  ετών 
εγγύθεν  παρηκολούθησα  και  έγνώρισα  την  άκοίμητον  φιλοπατρίαν  και 
την  άμετρον  είς  την  Ελλάδα  άφοσίωσιν,  ίεράν  κληρονομίαν  του  πα- 
τρικού του  ο'ίκου. 

*Αν  τοΰτο  μόνον  ήθελον,  η  άν  τοΰτό  μοι  άνετίθετο,  θά  προετίμων 
νά  σιγήσω  δια  να  μη  πνίξωσι  την  φωνήν  μου  τα  δάκρυα  μου,  άνα- 
πολοΰντος,  δτι  έ'σβεσε  δια  παντός  ό  θάνατος  το  μειδίαμα  τό  γλυκύ 
του  ωραίου  και  θαρραλέου  τέκνου  της  Ηπείρου,  μειοίχμα,  όπερ  άνέ- 
βαινεν  ακόμη  γλυκύτερον  ει;  τα  χείλη  του,  οσάκις  ώμίλει  περί  πα- 
τρίδος. 

'Αλλά  με  αναβιβάζει  άδακρυν  έπί  τοΰτο  το  βήμα,  όπερ  έστόλισαν 
υ.έ  νεκράνθεμχ  αϊ  /εϊρές  σας  αί  νεανικαί,  ή  φωνή  υμών  ή  επιτακτική, 
ώ  φιλόπατρις  νεολαία  τοϋ  Πανεπιστημίου"  επειδή  ένταΰθα  δεν  επι- 
τρέπεται νά  θρηνήσωμεν,  άλλ'  επιβάλλεται  νά  στεφανώσωμεν  με 
παριλίσσιον  δάφνην  εκείνον,  όςτις  διά  του  αίματος  του  προώριστο  νά 
ποτίση  άνά  τάς  μχκεδονιχάς  δειράδας  τάς  δάφνας,  αϊτινες  θά  κο- 
σμήσωσι  μίαν  ήμέραν  τά  μέτωπα  τών  άμυντόρων  τής  ελληνικής 
ιδέας  έν  Μακεδονία\ 

Τήν  πολύπαθη  πατρίδα  του  Αλεξάνδρου  δεν  στολίζει  ή  πορφύρα 
ή  β^.σίλειος  τοϋ  μεγάλου  έκδικητοΰ  τής  Ελλάδος  τοϋ  στήσαντο;  νι- 
κηφόρον  τήν  έλληνιχήν  σημαίαν    έπί  τών  επάλξεων    τών  Σούσων   και 

*  Έξεφωντίθη  τη  23  Όκτωβρίου  1904  έν  τω  Α  '  Νεκροταφείω  "Αθηνών,  τελουμένου 
μνημόσυνου  υπό  τών  φοιτητών,  και  εξεδόθη  τή  εσπέρα  τη;  αυτής  ημέρας  έν  τη  έφημε- 
ρίδι  "Αστραπή  και  τή  υστεοαία  εν  χπάσαις  σχεδόν  ταΐς  :'φημίρίσι  τών  Αθηνών. 


—  92  — 

των    Έκβατάνων,   άλλχ  καλύπτει  ό  νεκοώσι  χ.ος  μανδύας,   0ν  αελαίνει 
κ«θ'  ήμέραν  άσπλάγχνως  και  βχρβχρω:  ν^νομενον  άοικον     Ιαχ. 

Εις  την  σ*οτίαν  έκείνην  τη,  έρημώσεως,  εις  την  έπ•.αιωκοιιέ  <" 
δολοφονικήν  άποβχράθρωσιν  πχντος  δ  τι  ελληνίκον  έν  τη  γενέτειρα 
του  Αριστοτέλους,  εις  τ*  σεσωρευμένα  ερείπια  ναών  κχτεδχφ'τΟέν- 
των,  εις  την  τεφρχν  οικιών  πυρποληθεισών,  εις  χ>  κρτ;φύ-'ίτχ  τών 
διωκομένων,  εις  τους  πενθοϋντας  οίκους  τών  χηρών  και  τών  όρφχ-ών 
μυρίων  θυμάτων,  εις  τους  τάφους  σφαγιασθέντων  ιερέων,  εις  τα  βά- 
θρα ληστρικώς  έρημουαένων  σ/ολείων,  είς  τα  κελλία  άγρίως  λχφυρχ- 
γωγουμένων  μονών  ήλθε  να  φέοη  παρηγορίαν,  ένθάρρυνσιν,  ελπίδα 
και  φώς  έξ  άκτίνων  άπό  της  Ακροπόλεως  και  άπό  του  Ύμηττοΰ  ό 
στρατιώτης  του  καθήκοντος,  ό  εργάτης  της  ελληνικής  ιδέας.  Και  ό 
αβρός  νεανίας  ό  γενντ,θεΐς  επί  κλίνης  τριχάπτων  έν  Μασσαλία  έπεσε 
μαχόμενος  με  την  στολήν  αρματολού*  λεβέντη  και  μέ  το  δνομα  της 
Ελλάδος  ως  ύστερινήν  του  διαθήκην  έκεϊ  όπου  έκάλει  αυτόν  τό 
καθήκον,  έκεΐ  όπου  καλεί  τό  καθήκον  πάντα  "Ελληνα. 

Τοιούτοι  θάνατοι  είνε  λουτρόν  παλιγγενεσίας  δι'  ολόκληρα  έθνη. 
Και  έν  φ  ημείς  έδώ,  άποθαυμάζοντες  τόν  ήρωισμόν  του  πεσόντος, 
άναγνωρίζοντες  τό  μέγεθος  τής  προςωπικής  του  θυσίας,  σχεδόν  μεθυ- 
σκόμενοι  ύπό  του  νέκταρος  του  πατριωτισμού,  όπερ  ένέχυσεν  ό  αί- 
γλήεις,  ό  ποιητικός  του  θάνατος  εις  την  χέρσον  τών  καρδιών  μας, 
στρέφου,εν  όλοι  πλέον  του:  οφθαλμούς  ως  άπό  συνθήιχατος  αναμενό- 
μενου είς  την  επί  μακρόν  άόρατον,  είς  την  ύπό  πολλών  λησμονημένων 
Μακεδονίαν,  δι'  αυτούς  τους  ταλαιπωρουμένους  Μακεδόνας  ό  θάνατος 
του  ευγενούς  στρατιώτου  επ  αυτών  των  μακεδόνικων  πεδίων  εινε 
άναθάρρησις  και  παρηγοριά,  εΐνε  απαρχή  νέων  αγώνων,  εϊνε  ανατολή 
νέων  ελπίδων.  Δύνανται  πλέον  να  σκεφθώσιν,  ότι  υπάρχει  αλληλεγγύη 
μεταξύ  Αθηνών  και  Μακεδονίας,  αλληλεγγύη  σφραγιζομένη  δια  του 
εκλεκτότατου  αίματος,  όπερ  είχε  να  προςφέρη  ή  αθηναϊκή  κοινωνία, 
ό  ελληνικός  στρατός,  ή  νεολαία  τής  πατρίδος. 

Τό  δνομα  του  Παύλου  Μελά  θα  περιβάλλη  έν  ταϊς  μακεδονικαϊς 
χώραις  ή  αυτή  εκείνη  ποιητική  αίγλη  ην  εσκόρπισεν  ή  δημώδης  Μούσα 
περί  τό  δνομα  τών  παλαιών  άοματωλών.  Ό  δε  ναίσκος,  έν  φ  θνή- 
σκων  έξήνεγκε  τήν  αΐωνίαν  του  κατάραν  κατά  τών  θελόντων  ληστρι- 
,^ώς  νά  μεταβάλωσί  τό  έν  Μακεδονία  έθνολογικόν  καθεστώς,  θα  γείνη 


—  93  — 

μνημεϊον  άμα  του  ήρωος  και  μορμολύκειον  των  ληστών,  ώς  ποτέ  ό 
Βουνό;  του  Λέοντος  έκεΐνος,  προ  τοϋ  οποίου  διήρνοντο  εντοοαοι  οί 
Βούλγαροι. 

Πρό  τοιούτου  θανάτου  τοιαύτα  απαγγελλομένου  και  παρασκευά- 
ζοντος  δεν  ήδύνατο  να  μείνη  ασυγκίνητος  ιδιαζόντως  η  ακαδημαϊκή 
νεότης.  Προς  τοιούτου  νεκρού  την  μνήμην  ύπε'λαβε  δικαίως,  ότι  συν- 
δέει αυτήν  εϊπερ  τινά  και  άλλον  άρρηκτος  δεσμός.  'Ησθάνθητε  σεις 
πρώτοι,  οί  νεανίαι,  την  σημασίαν  της  θυσίας  του  νεανίου  Ένέβαλε 
κέντρον  εις  τάς  ψυχάς  υμών  πρώτων,  τών  στρατιωτών  της  αύοιον, 
το  μαρτύριον  του  στρατιώτου.  Υμάς,  τους  φοιτώντας  εις  τό  έθνικόν 
καθίδρυσα,  έν  ω  παρίσταται  το  ιερόν  εαρ  της  Ελλάδος  συμπάσης, 
της  Ελλάδος  της  ενιαίας,  της  Ελλάδος  της  μεγάλης,  ην  δεν  πεοιο- 
ρίζει  ό  "Ολυμπος  και  ή  Μαλε'α,  δεν  διέλαθε  και  δεν  ήδύνατο  νά  δια• 
λάθν)  ή  προς  την  μεγάλην  Ελλάδα  άφοσίωσις  του  στοατιώτου  του 
βασιλέως,  δςτις  άπέθανεν  ώς  στρατιώτης  της  όλης  Ελλάδος,  ην  από 
τών  παιδικών  του  ήμερων  άναπαρίστανον  είς  αυτόν  αί  παραδόσεις 
τοϋ  ηπειρωτικού  του  οίκου  καϊ  τα  διδάγματα  τοϋ  Γεροστάθη  τοϋ 
θείου  του.  'Τπό  τοιαύτην  δ'  έ'ποψιν  ό  Παύλος  Μέλας  υπήρξε  συμ- 
φοιτητής σας  έν  τω  πανελληνίω  διδακτηρίω,  όσον  καϊ  σεις  θέλετε  να 
δείξητε,  ότι  θάναδειχθήτε  έν  τω  μέλλοντι  αντάξιοι  συστρατιώται  του 
φιλοπατριδος  νεκροΰ. 

Αΰτάς  τάς  πατριωτικάς  συγκινήσεις  νομίζω,  ότι  διαγινώσκω  εις 
την  ωχρότητα  τοϋ  προςώπου  σας. 

Αυτούς  τους  ευγενείς  παλμούς  νομίζω,  ότι  ακούω  ταύτην  την 
ωραν  λακτιζοντας  τά  νεανικά  σας  στήθη. 

Καί  είς  τόν  νεκρώσιμον  βόμβον  τών  διςχιλίων  σας  στομάτων  νο- 
μίζω, ότι  αναγνωρίζω,  ώ  ακαδημαϊκοί  πολϊται  τοϋ  πανελληνίου  καθ- 
ώρύματος  τών  Μουσών,  την  εΰχήν  και  τόν  όρκον  διςχιλίων  στρατιω- 
τών της  αύριον,  οιτινες  έδώ,  εν  τώ  κοιμητηρίω  τούτω,  όπου  ύψούνται 
τά  μαυσωλεία  τών  έλ(υθερωτών  της  Ελλάδος,  άλγοϋσιν  ύποκάρδιον 
μη  δυνάμενοι  νάσπασθώσιν  εΰλαβώς  τό  μέτωπον  τοϋ  στρατιώτου 
τοϋ  θανόντος  υπέρ  πατρίδος,  εις  δν  δεν  έπεφυλάσσετο  νάναπαυθή 
έγγΰς  εκείνων  νικηφόρος,  άλλ'  όςτις  έπέπρωτο  να  πεση  μακράν,  ονει- 
ροπόλος λυτρωτής  τών  δεδουλωμένων. 

Κομίσατε    τους    στεφάνους  σας    εις    την    άριστοτόκον    μητέρα    τοϋ 


— Γ94  — 

ηρωος,  την  δίκην  αρχαίας  Λακαίνης  ύπερήφανον  επί  τφ  θανάτω  του. 
Κομίσατε  τους  στεφάνους  σας  εις  την  άρρενωπήν  σύντροφον  των  πα- 
τριωτικών του  ονείρων,  την  ευγενή  χήραν  του  μάρτυρος.  Ή  δέ  σε- 
μνή σας  επιμνημόσυνος  τελετή  ας  χρησιμεύση  ως  βάπτισμα  αναγνω- 
ρίσεως των  προς  τήν  πατρίδα  καθηκόντων,  ως  άρραβών  μέλλοντος 
ευτυχέστερου,  ώς  σιωπηρά  και  σοβαρά  καθομολόγησις  όρκου  υψηλού" 
και  μεγάλου. 

Μόνον  τότε  θά  έχη  άξίαν  το  δάκρυ  σας.  Μόνον  τότε  θάποβώσι 
βαρυσήμαντοι  οί  στέφανοι  σας.  Μόνον  τότε  εις  εκείνον,  δν  θρηνεί 
μεθ'  υμών  και  θαυμάζει  το  έθνος  όλον  τό  ελληνικών,  θα  ύπαρξη 
ελαφρά  ή  καλύψασα  τον  πολύτιμόν  του  νεκρόν  μακεδόνικη  γη. 


ΕΝΑΓΩΝΙΟΣ  ΕΝ  ΣΜΥΡΝΗ* 


Ό  χρυσούς  αετός,  έχετε  δίκαιον,  είνε  το  σύμβολον  υμών  άλλα  δε'- 
χθητε  νά  ειπώ.  δτι  είνε  και  τό  ηαέτερον  σύμβολον,  είνε  το  σύμβολον 
απάντων  των  εργαζομένων  υπέρ  της  ίοέας,  ήτις  συνεκέντοωσεν  απαν- 
τάς ημάς  ένταΰθα. 

*  Τό  λογίδριον  τούτο  έξεφωνήθη  έν  Σμύρνη  δημοσία  εν  τη  Λέσχη  των  Κυνηγών  την 
έσπέραν  της  17  Μαίου  1904  κατά  την  έκδρομήν  τού  Όμίλου  εκδρομών  μετά  τό 
πέρας  των  Πανιωνίων  αγώνων  ώς  άντιφώνησις  εις  τόν  λο'γον  τού  προέδρου  της  επιτρο- 
πείας κ.  Μ.  Σεϊζάνη,  έχοντα  ώδε• 

«Νεότης  του  Πανιωνίου  και  ή  μετ'  αυτής  σεμνή  χορεία  ή  πόρρωθεν  έλθοΰσα  μετ' 
αγαστής  προθυμίας  και  φιλαδελφίας,  Γνα  τόν  καλόν  συναγωνισθή  αγώνα  έν  τώ  Στα- 
δίω του"  Παραδείσου*  ή  από  τής  βυζαντινής  σκοπιάς  των  αρρενωπών  Ταταοόλων  τής 
οθωμανική;  πρωτευούσης  και  των  εΰσκίων  ακτών  τής  ευάνδρου  Σάμου,  μετά  τών  φι- 
λοπροόδων τέκνων  τών  γειτόνων  Βούρλων,  τών  ΐοστεφάνων'Αθηνών,τού  μεγάλου  Πει- 
ραϊκού επινείου,  τής  παλαιφήμου  -/ώρας  του  «Παναχαϊκού  συνδέσμου»,  κα'ι  σεΐς  οι 
διαπρεπείς  άντιπρο'ςωποι  τής  επιστήμης,  τής  εμπορίας  κα'ι  βιομηχανίας  τοϋ  ελληνικού 
άστεως,  μεταξύ  τών  οποίων  τόσοι  άνδρες  φήμης  πανελληνίου,  οιτινες  διά  τής  μέ/ρις 
ημών  εκδρομής  σας  τοσούτον  έλαμπρύνατε  τους  Πανιωνίους  αγώνας  τής  σήμερον,  πάν- 
τες ύμεΐς,  οί  και  προςωπικώς  άόελφωθέντες  σήμερον  έν  τώ  Σταδίω  τού  Πανιωνίου, 
δέχθητε  έν  σώματι  τόν  άρρήτως  έγκάρδιον  και  απείρως  γλυκύν  ασπασμόν  εκ  μέρους  τής 
ολομελείας  τής  «Λέσχης  τών   Κυνηγών»,  ώς  επίσης  και  τής  «Φιλαρμονικής». 

Δέν  θά  εκπληρώσω  την  έντολήν  μου,  έπιχειρών  νά  εκδηλώσω  την  -/αραν,  ουδέ  νά 
εκφράσω  τά  αισθήματα,  μεθ'  ών  ή  «Λέσχη  τών  Κυνηγών»  τής  Σμύρνης  προςφέρει 
ύμίν   επί  πενιχρού  πινακίου  τόν  άρτον  καί  τό  άλας  τής  οφειλομένης  φιλοξενίας. 

Δέν  θά  επιβαρύνω  τάς  άκοάς  σας,  κεκοπιακότων  μάλιστα  εκ  τών  έκτακτων  μόχθων 
και  ταλαιπωριών,  μηκύνων  τόν  λόγον,  χάριν  εύπ.οςηγορίας,  ής  ουδόλως  έχετε  '/ρείαν, 
όπως  άντιληφθήτε  τών  ημετέρων  ψ.>-/ών. 

Υπεράνω  τής  «Λέσχης  τών  Κυνηγών»  παρετηρήσατε  ίσως,  οτι  χρυσοΰς  αετός  εχει 
τεταμένας  τάς  πτέρυγας.  Είνε  τό  σύμβολον  τού  Σωματείου  ημών,  ούτινος  ό  ειδικός 
προορισμός  στενώς  συνδέεται  μετά  τής  επιδόσεως  τής  ημετέρας  νεότητος  εις  ο, τι  δύ- 
ναται νά  συντέλεση  εις  την  εΰρωστίαν,  την  ρωμαλεότητα  καί  τό  σωματικόν  έν  γένε{ 
σθένος  αυτής,  έφ'  ού  εδράζεται  τό  ψυ/ικόν  καί  πνευματικόν. 

'Τπό  τάς  πτέρυγας  αύτάς  τού  ημετέρου  Άετοΰ  άείποτε  ή  άλκιμος  καί  φίλαθλος  νεό- 
της  τού  Πανιωνίου  εύρε  και  θά  εύρίσκη  στοργήν  πατρικήν  καί  άδελφιχόν  ενδιαφέρον, 
τη  υψηλή  πάντοτε  προστασία  και  έπινεύσει  πατρικής  καί  φιλοπροόδου  Διοικήσεως. 

Καί  σήμερον  ιδού,  έν  ήμέ.α  ανδροπρεπούς  πανηγύρεως,  διεκοσμήσαμεν  '.ήν  καλύβην 
ημών  με  δάφνας  χαϊ  μύρτα,  ινα  ύποδε/Οή  τιμητικώς  τόν  εύσταλή  έσμόν  τών  έν  τω 
Σταδίω  του  Παραδείσου  φιλαόέλφως  συναντηθέντων    καί  φιλοτίμως    συναγωνισθέντων. 

Έκεϊ  διεκ-ίθησαν  οί  υπερτερήσαντες  τών  καθυστερησάντων  καί  άνεχηρύχθησα•/  με- 
ταξύ αυτών  νικηταί,  οίς  άπονεμηθήσονται  ανάλογα  βραβεία.  Ενταύθα  δμως  δέν  υπάρ- 
χει ουδεμία  διάκρισις.  Ύποδεχόμεθα  πάντας  έξ  Ίσου  ώς  νικητάς,  εις  οϋς  ανήκει  το 
άνώτατον  βραβεΐον  τής  συμμετοχής  καί  προαιρέσεως. 


—  96  — 

Έθεωρησαμεν  χαράν  ημών  άμα  και  καθήκον  να  έ'λθωμεν  έν  άοελ- 
φωσύνγ),  δπως  συνεορτάσωμεν  μεθ1  υμών,  πανηγυριζόντων  την  έορτην 
των  εύπαγών  μυώνων,  των  εύμελών  σωμάτων  και  των  ωραίων  ελλη- 
νικών ψυχών. 

Τις  αληθώς  χαρά  μεγαλειτε'ρα  του  να  θαυμάζωμεν  την  άριστείαν 
τών  δια.  της  γυμναστικής  ησκημένων  σωμάτων  και  την  εΰρυθμίαν  τών 
δια  τών  ελληνικών  γραμμάτων  ήρμοσμε'νων  ψυχών  ;  Τις  ήοονη  ανω- 
τέρα του  να  βλέπωμεν  έν  τη  φιλτάττ,  Σμύρνη,  έν  τω  προσχήματι 
τούτω  της  ωραίας  Ιωνίας,  συνηγμένους  ως  σθεναρούς  άντιπροςώπους 
της  σωματικής  ταύτης  άριστείας  της  προϋποθετούσης  η  προπαρα- 
σκευαζούσης  άριστείαν  κα:  της  ψυχής  τους  εϋσταλεΐς  νεανίας,  ους 
άπε'στειλεν    εις    τάς    δχθας    του    Μέλητος    το    ιερόν    πτολίεθρον    της 

Καθυστερήσαντες  και  ήττηθέντες  λογίζονται  μόνον  οι  μη  συμμετασχόντες  τών  ζωο- 
ποιών αγώνων,  οι  μη  άσπαζόμενοι  εκ  της  ήμετε'ρας  νεότητος  το  προ'γραμμα  της  σφυ- 
ρηλατήσεως  τών  σωμάτων  και  της  ϊσχυροποιήσεως  τών  ψυχών,  αντί  της  πλαδαρότη- 
τος  και  άποχαυνώσεω;  αυτών. 

Ή  νεότης  τοΰ  Πανιωνίου  άπό  πολλού  το  γνωρίζει.  Εινε  ήδη  οικεία  ήμΐν,  ουδέ  ανα- 
μένει σήμερον  νέας  προς  αυτήν  εκδηλώσεις. 

Δια  τών  στοίχων  αυτής,  τιμητικώς  παρατεταγμένης,  διελθέτω  μάλλον  προς  ήμας  ή 
άπό  της  χθες  και  προχθές  έν  τω  όίστει  ημών  φιλοξενούμενη  έξωθεν  νεοτης,  μεθ'  ής 
συμμερισθήτω  τήν  έκδήλωσιν  της  τιμής,  ήν  συμβολίζει  ή  δάφνη,  δι'  ής  έκοσμήσαμεν 
την  στέγην,  υφ'  ή* ν  τήν  υποδε/όμεθα,  και  έν  τω  άρώματι  αυτής  τήν  άγάπην,  ήτις  δια- 
χύνεται  άπό  του  βάθους  τών  ημετέρων  καρδιών. 

Οι  δ'  εκ  του  άστεως  της  Παλλάδος  πρεσβύτεροι  και  οί  έν  θαλερού  γήρατος  οΰδώ 
δίκην  συμβούλων  αγαθών  τήν  χρυσήν  αυτήν  παρακολουθήσαντες  νεο'τητα,  οϊ  τετιμημέ- 
νοι  και  άπό  πολλού  εστεμμένοι  έν  τοις  πνευματικοΐς  άγώσι,  δύνασθε  παντός  άλλου 
άσφαλέστερον  νά  συμπληρώσητε  τάς  ελλείψεις  του  ημετέρου  λο'γου,  οί  μεν  ώς  ιστορι- 
κής σελίδος  κενά,  οί  δε  ώς  κεκολοβωμένου  μνημείου  τεμά/ιον,  άντλοΰντες  τήν  δύναμιν 
άπό  τών  υμετέρων  καρδιών.  "Αφετε  δέ  νά  μαντεύσωμεν  τήν  ρητορείαν  τών  υμετέρων 
ψυχών,  χωρίς  νά  έπασχολήσητε  έπί  μακρόν  τά  μελίρρυτα  χείλη,  άπό  τής  αίγλης,  ήτις 
φωτίζει  τά  υμέτερα  πρόςωπα. 

Ή  πανηγυρική  λάμψις  τών  φώτων  τής  εσπέρας  ταύτης  συμβολίζει  τήν  λάμψιν  τής 
υμετέρας  διανοίας,  ήτις  έτίμησε  και  τίμα  τό  απανταχού  ελληνικόν.  Παρ'  υμών  μίαν 
μόνην  χάριν  ζητοΰμεν  επανερχομένων  εις  τά  ί'δια. 

Να  φανήτε  επιεικείς  κριταί  των  υπέρ  παντός  καλού  ημετέρων  αγώνων  και  νά  διαβε- 
βαιώσητε,  δτι  υπό  τό  σκήπτρον  φιλολάου  και  φιλοπροόδου  "Ανακτος  οί  έν  τη  Ανατολή 
Ομογενείς  υμών  και  ιδίως  οί  τής  Ιωνικής  πρωτευούσης,  μνήμονες  τής  καταγωγής  αυ- 
τών, πιστοί  εις  τάς  προγονικάς  παραδόσεις,  ευσεβείς  εις  τά  Ιερά  ορκια,  και  τής  τών 
σωματικών  ασκήσεων  και  αγώνων  πολυτίμου  παρακαταθήκης  φιλοτίμως  επιμελούνται 
και  θέλουσιν  εμμείνει  έν  τούτω 

τοΤς  'κείνων  ρήμασι  πειθόμενοι » . 


—  97  — 

Αθηνάς,  ό  προοδευτικός  Πειραιεύς,  ή  εύανδρος  Πελοπόννησος,  όπως; 
συναντηθώσιν  έν  εΰγενεϊ  άγώνι  ώ;  αντίπαλοι  μια:  στιγμής,  άλλα  μό- 
νιμοι συναθληταϊ  και  φίλοι  έν  τη  εύγενεΐ  άμίλλη  της  γυμνασίας  του 
σώματος  μετά  των  άλκίμων  νεανίσκων,  ους  έξέθρεψεν  ή  κορυφή  της 
Ιωνίας,  ή  μεστή  αναμνήσεων  Πέργαμος,  ή  γενναία  Σάμος,  και  εκεί- 
νων, ων  ήδρυνε  το  σώμα  ή  αύρα  του  Βοςπόρου  ; 

Έξ  όλων  αυτών  τών  συγγενών  ακτών,  ας  περιβρέχει  ή  γλαυκή 
θάλασσα,  ήλθεν  ή  γοργή  νεοτης  νάγωνισθή  ενώπιον  υμών  τόν  αγώνα 
της  σωματικής  αρετής.  Και  χαίροντες  ήλθομεν  ήμεϊς  Ενταύθα  έκ  του 
ΐοστεφάνου  άστεως,  φέροντες  μύρτους  έκ  τών  προπόοων  της  Ακρο- 
πόλεως καϊ  δάφνας  έκ  τών  βλαστανουσών  παρά  τήν  κοίτην  τοϋ  Ίλισ- 
σοΰ  και  τάς  κεοκίδας  τοϋ  Παναθηναϊκού  Σταδίου,  όπως  στέψωμεν 
μεθ'  υμών  το  μέτωπον  ομογενών  νικητών  του  Σταδίου  τοϋ  Παρα- 
δείσου. 

Έν  μέσω  δε  της  πανηγυρικής  ΐανής  θεατών  εμπνευσμένων  έκ  τοϋ 
καλλινίκου  θεάματος,  έν  ω  περιεβόμβει  τά  ώτα  ημών  τοϋ  έθνικοϋ 
ύμνου  τό  συγκινητικών  άκουσμα,  ήσθάν^ημεν  τήν  καρδίαν  ημών  παλ- 
λοαένην,  τήν  εννοιαν  τής  ομογένειας  συγκλονοϋσαν  τήν  καρδίαν  ημών, 
και  ή  βεβαίωσις  υμών,  ότι  οι  ομογενείς  τής  Ανατολής,  ιδίως  δε  τής 
πρωτευούσης  τής  Ιωνίας,  μνήμονες  τής  καταγωγής  αυτών,  πιστοί 
εις  τάς  προγονικάς  παραδόσεις,  ευσεβείς  εις  τά  ιερά  όρκια,  «.αϊ  τής 
τών  σωα,ατικών  ασκήσεων  καϊ  αγώνων  παρακαταθήκης  φιλοτίμως 
επιμελούνται  καϊ  θέλουσιν  εμμείνει  είς  αΰτάς,  έπλήρωσε  τήν  ψυχήν 
ημών  τής  άκρας  εκείνης  γαλήνης,  ην  εμπνέει  ή  συνάντησις  τών  ψυ- 
χών, ην  σκορπίζει  ή  συνεννόησις  τών  καρδιών.  Σόίς  άνταποδίοομεν 
δε  τήν  βεβαίωσιν,  ότι  αί  ?ν  τη  πρωτευούση  του  ελληνικού  βασιλείου 
γυμναστικαϊ  άρχαϊ,  ας  έ'χω  τήν  τιμήν  νάντιπροςωπεύω,  τόν  ιερόν  5ρ- 
κον  τής  έμμονης  είς  τήν  γυμνασίαν  τών  ελληνικών  σωμάτων,  όν  ηκού- 
σαμεν  από  τού  στόματος  υμών  παρά  τάς  δχθας  τοϋ  Μέλητος,  θά 
θεωρήσωσιν  ώς  εΰοίωνον  προανάκρουσμα  τής  υμετέρας  πανελληνίου 
νίκης  έν  τω  Παναθηναϊκοί  Σταδίω  τψ  παρά  τόν  Ίλισσόν,  και  ότι  σή- 
μερον έδώ  έν  τοις  Πανιωνίοις  άγώσιν  ετέθησαν  είπιρ  ποτέ  κραταιά  τά 
θεμέλια  τών  Πανελληνίων  αγώνων  έπ'  άγαθψ  τής  γυμναστικής,  ήτις 
μεγαλύνει  τά  σώματα  και  φρονηματίζει  τάς  ψυχάς. 


ΣΠΓΡ.     Π.     ΛΑΜΠΡΟΙ",     ΜΙΚΤΑ1    ΕΕΛ1ΑΚΕ 


ΕΠΙ  ΤΗ  ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ  ΠΕΝΤΗΚΟΝΤΑΕΤΗΡΙΔΙ 
ΑΓΓΕΛΟΥ  ΒΛΑΧΟΤ* 


Ό  άκούων,  ότι  σήμερον  εορτάζεται  ενταύθα  ή  πεντηκονταετηρις 
τοϋ  λογοτεχνικού  βίου  του  Αγγέλου  Βλάχου  και  μη  γινώσκων  έκ 
του  σύνεγγυς  τον  άνδρα,  θα  ήδύνατο  να  ύποθέση,  δτι  τιμάται  υπό 
των  φίλων  του  νέου  Έλληνος  λόγου  άνήρ  κεκυφώς  ύπό  τό  βάρος  των 
ετών,  άνηρ  δλος  όντίς  κατά  την  ώραίαν  έκφρασιν  Έλληνος  μυθι- 
στοριογράφου των  μέσων  αιώνων.  Αληθώς  έν  ταΐς  μεσημβριναϊς  ταύ- 
ταις  /ωραις,  έν  αις  γηράσκομεν  προώρως  και  λευκαινόμεθα  ταχέως, 
πενιήκοντα  έ'τη  παρερχόμενα  είνε  έφόλκιον  βαρύ,  συνεπιφέρον  ώς 
αναπόφευκτα  δώρα  ου  μόνον  λευκανθίζουσαν  πολιάν,  αλλά  και  πτύ- 
/ας  ρυσάς  και  κάματον  του  σώματος  καϊ  της  ψυχής.  Άλλα  ταϋτα 
πάντα  δεν  εφαρμόζονται  εϊς  τον  άνδρα,  ου  σήμερον  πανηγυρίζομεν 
την  πεντηκοστήν  άμφιετηρίδα.  Τπό  την  λευκήν  κόμην  τοϋ  πρεσβυ- 
του  προβαλλουσιν  οφθαλμοί  έκτοξευοντες  άκομη  της  νεοτητος  τάς 
φλόγας.  Εκείνον,  οΰ  τό  πρώτον  βιβλίον  είνε  συλλογή  λυρικών  ποιη- 
μάτων έπιγραφομενη  Ήώς,  δεν  ήλθεν  ακόμη  ευτυχώς  ή  ώρα  νά 
περικαλύψωσι  του  λυκόφωτος  αϊ  σκιαί,  φωτίζει  δ'  αυτόν  ακόμη 
άπλετον  τό  φώς  της  ζωής,  και  αί  πέντε  δεκαετηρίδες  έκεϊναι,  ας 
ήμεϊς  άναμετροϋμεν  σήμερον,  όπως  συλλέςωμεν  ές  αυτών  άνθη  διά  νά 
στέψωμεν  τους  κροτάφους  του  διά  τών  ετών  εκείνων  αισίως  δολιχο- 
δρομησαντος,  δεν  άφήρεσαν  άπό  τής  ψυχής  του  συγγραφέως  το  σθέ- 
νος, ούδ'  άπό  τής  γραφίδος  αϋτου  τήν  γλυκύτητα,  ήτις  έτερψε  δυο 
ήδη  γενεάς. 

Πενήντα  χρόνια  έηέραόαν  'ςάν  νά  ήτανε  μια  ήμερα 

θά  ήδύνατο  νά  ίπαναλάβη  ό  πανηγυριζομενος.  Άλλα  τό  αυτό  δυνά- 

*  'Ανεγνώσθη  έν  τω  Παρνασσω  τί]  21  Δεκεμβρίου  1902  κα\  έοημοσιεύθη  έν  τη  δε- 
κχπενθημέρω  γενική  επιθεωρήσει  «Πρωτευούση»  της  1  Ιανουαρίου  1903,  αρ.  15  σ.  3 
κ.  έ.  καϊ  έν  τω  3  τεύ/ει  «Αγγέλου  Βλάχου  Πεντηκονταετηρί;.  1852- 1902. Έν  Αθή- 
ναις 1903»  σ.  6  κ.  έ. 


—  99  — 

μέθα  να  έπαναλάβωμεν  και  ήμεϊς,  εκείνοι  τουλάχιστον  εξ  ήαών,  Οσοι 
επί  μέγα  μέρος  των  πεντήκοντα  τούτων  ταχέως  διελθόντων  ένιαυτών 
ήγωνίσθημεν  τον  αυτόν  και  εκείνος  αγώνα,  στρέφοντες  τον  κάλααον 
άνά  χείρας. 

Παρήλθον  βεβαίως  τα/έα  τα  πεντήκοντα  εκείνα  ετη,  διότι  6  "Αγ- 
γελος Βλάχος  δέν  άφήκεν  αυτά  να  σταματήσωσί  που  ΰπό  αργίας. 
Είνε  τών  ολίγων  εκείνων  ανδρών  της  νέας  Ελλάδος,  οΐτινες  δύνανται 
να  καυχηθώσιν,  δτι  έν  τη  χώρα  ταύτη  τών  πολλών  ματαιοσ^όλων 
και  αργών  είργάσθησαν  διά  παντός  του  βίου.  Εΐργάσθη  αληθώς  άπό 
απαλών  ονύχων.  Έν  ηλικία,  έν  ή  πολλάκις  άλλοι  άρχονται  μόλις 
τών  επιστημονικών  μελετών,  εί^εν  ήδη,  το  είκοστόν  και  πρώτον  άγων 
έτος,  το  πτυχίον  του  διδάκτορος  της  νομικής.  "Αμα  δε  τη  αποπερα- 
τώσει τών  ένταΰθα  και  έν  Γερμανία  ακαδημαϊκών  αύτοΰ  σπουδών  άρ- 
χεται το  μακρόν  στάδιον  εργασίας  ποικιλωτάτης,  άφοσιωθείσης  μετά 
πίστεως  εις  την  ύπηρεσίαν  της  πατρίδος.  Άλλ'  ό  θέλων  νά  έςιστορήση 
τάς  υπηρεσίας  ταύτας  ήθελε  κουρασθή.  παρακολουθών  αυτόν  άπό  τοϋ 
Υπουργείου  τών  Εσωτερικών  ώς  γραμματέα  εις  το  της  Παιδείας 
ώς  τμηματάρχην,  άπό  του  Υπουργείου  τών  Εξωτερικών  ώς  γενικόν 
γραμματέα  εις  την  αϊθουσαν  της  Βουλής  ώς  βουλευτήν,  άπό  τοΰ 
Κοινοβουλίου  εις  τό  Βερολΐνον  ώς  πρεσβευτήν,  άπό  τών  οχθών  της 
Σπρέας  είς  την  νήσον  τών  Φαιάκων  ώς  νομάρχην.  Συγκορυφοΰται 
δε  ό  πολιτικός  αύτοΰ  βίος  διά  της  εις  αυτόν  προ  επταετίας  αναθέσεως 
τοΰ  υπουργικού  χαρτοφυλακίου  της   "Εκπαιδεύσεως. 

Είς  άλλους  εναπόκειται  να  έξάρωσι  τάς  υπηρεσίας,  όσας  παρέσχεν 
ό  Βλάχος  έν  ταϊς  ποικιλωνύμοις^ταύταις  πολιτικαϊς  άρχαϊς.  Περιορι- 
ζόμενος δ'  έγώ  είς  τό  λογοτε/νικόν  αύτοΰ  έργον,  ουδαμώς  άξιώ,  δτι 
δύναμαι  νά  χαρακτηρίσω  έν  ώρα  όλίγη,  προς  κλεψύδραν  μεμετρη- 
μένη,  όσα  εκείνος  έφιλοτέχνησε  διά  πεντήκοντα  μακρών  ένιαυτών 
ώς  μεταφραστής  και  λεξικογράφος,  ώς  φιλόλογος  και  κριτικός,  ώς 
λογογράφος  και  ποιητής.  "Ηδη  δε  ή  μνεία  τών  κλάδων  τούτων,  περί 
ους  ήσχολήθη,  δεικνύει  την  ποικιλίαν  τών  πνευματικών  αύτοΰ  ασχο- 
λιών, τήν  εΰρεϊαν  γλωσσομάθειαν,  τήν  εΰχέρειαν  τοΰ  καλάμου  και 
την  χαράν  έκείνην  περί  τό  γράφειν,  ήτις  έ'γεινε  παρ'  αύτώ  δευτέρα 
φύσις.   Σπανίως  πράγματι  εύρίσκομεν  συνεζευγμένας  παρ    ένϊ   και  τώ 


—  100  — 

αύτω  άνδρϊ  τάσεις  ούτω  ποικίλας,  ού  μήν  άλλα  και  κατά  το  φαινό- 
μενον  ένίοτ'  εκ  διαμέτρου  αντιθέτους. 

Άνήρ  ύπέροχον  έ'χων  την  καλαισθησίαν,  έζαιρέτως  δε  μεμουσωμέ- 
νην  την  ψυχήν  υποτίθεται  συνήθως  παρ1  ήμϊν,  ότι  δεν  έχει  προςφυώς 
προς  το  βαρύ  έργον  της  περισυλλογής  λεξιδίων,  προς  την  έπίμονον 
και  ιχεθοδικήν  φιλολογικήν  έργασίαν.  Άλλ'  ό  Βλάχος  απέδειξε  δια 
της  περί  του  Όμηρικού  ζητήματος  μελέτης  αυτού,  εν  ή  άνεκεφα- 
λαίωσε  μετά  νάριτος  και  σαφήνειας  την  ίστορίαν  των  ομηρικών  έπων 
και  ήτις  έβραβεύθη  έν  τω  ροδοκανακείω  φιλολογικώ  διαγωνισμψ  του 
1865,  ότι  έπίσταται  την  άκριβολογον  έκείνην  μέθοδον  της  έρεύνης, 
ην  απαιτεί  ή  φιλολογική  επιστήμη,  ης  χάριν  φαίνεται  όλως  λησμονή- 
σας  τήν  τρυτάνην  της  Θέμιδος.  Πολύ  δε  μάλλον  καρτερικός  απεδείχθη 
ώς  λεξικογράφος.  Έν  τω  Έλληνογαλλικω  λεξικώ  αύτοϋ  άπεθησαύρισε 
πλοΟτον  λεκτικόν,  και  συνεσώρευσε  φρασεολογίας,  δι'  ών  άπέδωκε 
τήν  πολυμυθίαν  καϊ  τας  λεπτότητας  της  πατρίου  γλώσσης  δια  τών 
περικόμψων,  άλλα  και  πολλάκις  γλωσσηματικών  εκφράσεων  της  γαλ- 
λικής. Ήδυνήθη  δε  νά  κατορθώση  τούτο  επιτυχώς,  διότι  οΰ  μόνον 
τής  ελληνικής  γλώσσης  ύπήρςε  μελετητής  έντρεχής  και  φιλόκαλος, 
άλλα  και  τής  γαλλικής  τα  μυστήρια  απεκαλύφθησαν  εις  αύτον  ενωρίς 
άπο  νεοτητος  όσον  είς  ολίγους  τών  Ελλήνων,  έπιπολής  μόνον  γινω- 
σκό,των  συνήθως  τήν  γλώσσαν  έκείνην,  ήτις  απετέλεσε  τό  διά  βίου 
μέλημα  Γαλατών  ερευνητών,  οίοι  ό  ί<ίΐΐΓβ  και  οί  λόγιοι  τής  γαλλι- 
κής ακαδημίας. 

Διετρανωσε  δε  τήν  βαθεϊαν  ταύτην  γνώσιν  τής  γαλλικής  διά  τών 
μεταφράσεων  ένίων  ποιημάτων  του  Βίκτωρος  Ούγγώ,  τών  Ποιητικών 
μελετών  του  Λαμαρτίνου,  του  Λεωνίδα  έν  Θερμοπύλαις  του  ΡίοΙίΒ,Ι, 
τών  Μαθημάτων  δραματολογίας  τού  8βίηΙ  -  ΜβγΟ  ΟΪΓ£ΙΓ(1ΐη  καϊ 
πολλών  άλλων  έργων  τής  γαλατικής  λογοτεχνίας,  δημοσιευθέντων  έν 
έφημερίσι  και  περιοδικοϊς  συγγράμμασιν  ή  διδαχθεντων  άπό  τής  δρα- 
ματικής σκηνής. 

Ούδ'  ανεδείχθη  ό  Βλάχος  μόνης  τής  γαλλικής  γλώσσης  και  λογο- 
τεχνίας άριστος  γνώστης,  άλλα  καϊ  ή  γερμανική  γλώσσα  καϊ  φιλολο- 
γία εϊλκυσαν  αύτον  όχι  όλιγώτερον.  Ό  Άντίνοος  του  Ηβ^δθ,  ό 
Κλαβίγιος  τοϋ  Οοίΐΐβ,  Νάθαν  ό  σοφός  του  1,68δίη§,  τά  Τραγούδια 
τοϋ    Ηβϊηβ,  ό  Βιβλιοθηκάριος   του  Μθ86Γ,   ό    Εκφυλισμός   του    Μαχ 


—  101   — 

ΝθΓ(ΐ3ϋ    πρόκεινται    περιφανή     δείγματα     της   γερμανομαθείας     του 
μεταφραστού*. 

Άλλα  και  ή  αγγλικά  λογοτεχνία  δεν  άφήκεν  αύτον  άδιάφορον. 
Και  νεαρός  μέν  ετι  ών  έπειράθη  τη:  μεταφράσεως  ποιηαάτων  τοϋ"  Βύ- 
ρωνος, του  (ιΓ&γ  και  του  ΟοννρβΓ.  Αϊ  ό  έπ'  =  σ/άτων  ίπι/ειρη- 
θεϊσαι  ΰπ  αΰτοΰ  μεταφράσεις  οραμάτων  του  Σαικσπείρου  χάριν  της 
σκηνής  τού  Βασιλικού  θεάτρου  θα  προςέθετον  νέας  μεταφραστικάς 
δάφνας  εις  τον  Βλάχον  και  ασφαλείς  επιτυχίας  εις  το  Βασιλικόν  θεχ- 
τρον,   άν  δεν  άπεσύρετο  προώρως  από  της  διευθύνσεως  αΰτοΰ. 

Ή  <^έ  μεταφραστική  ενέργεια  του  Βλάχου  δεν  συναπαρτίζει  μόνον 
όγκον  εργασίας  έκπληκτικόν  αληθώς,  άλλ'  είνε  των  κυριωτάτων  και 
χαρακτηριστικωτάτων  υπηρεσιών,  ά,ς  παρέσχεν  εις  την  νέαν  έλληνι- 
κήν  φιλολογίαν.  Σήμερον  ή  γλωσσομάθεια  διαδίδεται  αισθητώς  παρά 
τω  έθνει,  σήμερον  ό  προαχθείς  καθημερινό:  τύπος,  σήμερον  αϊ  αύξη- 
θίΤται  ίπιστημονικαί  άνάγκαι,  σήμερον  ή  έπιτεινομένη  δίψα  της  ανα- 
γνώσεως έπολλαπλασίασαν  τεραστίως  τάς  μεταφράσεις  παρ'  ήμϊν. 
Άλλα,  ποιούμενοι  λογον  περί  τών  σημερινών  μεταφράσεων,  καίπερ 
πολλάκις  χειρωνακτικώ;  αυτοσχεδιαζόμενων,  πρέπει  να  μετατεθώμεν 
οιά  της  φαντασίας  εις  τους  προ  τ:σσαρακονταπενταετίας  χρόνους,  δτε 
ηρχισαν  δημοσιευόμεναι  αϊ  μεταφράσεις  του  Βλάχου.  Τότε  Ιπ•  τών 
δακτύλων  εμετροΰντο  οι  γινώσκοντες  τήν  γαλλικήν  κατά  βάθος,  αραιό- 
τατοι δε  ήσαν  οι  μύσται  τη:  γερμανικής  και  αγγλικής.  Οί  δε  πολύ 
όλιγώτεροι  ή  σήμερον  άναγνώσται  τών  χρόνων  εκείνων  εϊχον  ενώ- 
πιον εαυτών  μόνους  τους  πτερυγισμούς  νεα^,ούσης  ελληνικής  λογοτε- 
χνίας, ήτις  δεν  εϊχεν  ακόμη  εύρει  τον  δρομον  της,  περιοριζόμενη  εις 
την  επι  αιας  και  μονής  άγκυρας  στηριί,ομενην  ιόιοφυιαν  των  απο  αν- 
επαρκών εφοδίων  εργαζομένων,  οΐτινες  ώς  το  πλείστον  ουδέ  καν  εις 
τάθάνατα  άρχαϊα  πρότυπα  ή  ει:  τους  θησαυρούς  τής  δημώδους  μού- 
σης  προςεϊχον  τον  νουν.  Διό  εις  τόν  Βλάχον  οφείλεται  ευγνωμοσύνη 
αληθώς,  ονι,  έπιχειρήσας  ενωρίς  τήν  μεταγλώττισιν  λογοτεχνικών 
αριστοτεχνημάτων  δαφ^ηφορων  τής  Εσπερίας  κορυφών,  ηύρυνε  τους 
ορίζοντας  τών  παρ'  ήμϊν  νεομύστων  τής  τέχνης.  Τπήρζεν  υπό  ταυ- 
την  τήν  έ'ποψιν  εν  μέρει  μεν  σύγχρονος,  έν  μέρει  δε  διάδοχος  τής  άρ- 
χαιοτέρας  εκείνης  γενεάς  τών  λογίων,  έν  ή  έξεχουσιν  άνδρες,  οίοι  ό 
Ευστάθιος  Σϊμος,  ό  Νικόλαος  Δραγούμης,  ό  Ισίδωρος  Σκυλίτσης  και 


—   102  — 

ό  Αλέξανδρος  'Ραγκαβής  εκείνος,  όςτι:  εί'περ  τις  και  άλλος  έχει  τάς 
μεγίστας  των  ομοιοτήτων  προς  τον  Βλάχον  εν  τε  τη  αφιερώσει  του 
βίου  ει;  αμφότερα,  τόν  τε  πολιτικόν  βίον  και  την  λογοτεχνίαν  και 
έν  τη  ευρυμάθεια  κα;  άγχιστροφία:  τοϋ  πνεύματος.  Άλλ'  υπερβαίνει  ό 
Βλάνος  τους  άνδρας  εκείνους  έν  τω  μεταφραστικώ  έργω  πολύ  κατά 
τοΰτο,  δτι  το  έ'ργον  αύτοΰ  υπήρξε  τοΰτο  μεν  πιστότερον  και  έμμονώ- 
τερον,  τούτο  δε  φυσικώτερον  και  φιλοκαλώτερον.  Ό  Βλάχος  οέν  έ'κρι- 
νεν  άξιον  έαυτοΰ  να  παράκαμψη  τάς  μεταφραστικάς  δυςχερείας,  έμεινε 
δε  πιστός  εϊς  τε  το  νόημα  κα!  την  έ'κφρασιν  των  πρωτοτύπων  Ηγω- 
νίσθη  να  είςδύση  εις  την  ένδομυχοΰσαν  |ν  τοις  πρωτοτύποις  έκείνοις 
έννοιαν,  νά  κατανόηση  την  ψυχήν  των  γραφόντων  και  νά  μεταδώση 
τα  ξένα  αριστοτεχνήματα  εις  τους  "Ελληνας  άναγνώστας  ύπό  τύπον 
έλληνικόν,  μη  προδίδοντα  έν  τη  διατυπώσει  την  ξένην  αυτών  κατα- 
γωγήν. 

Ό  μέγιστος  των  φιλολόγων  του  λήξαντος  αιώνος,  ό  ΒδοΙίΙΐ, 
είπε  περί  τών  μεταφράσεων,  ότι  όμοιάζουσι  συνήθως  προς  τήν  άνά- 
στροφον  δψιν  τών  ταπήτων.  Είνε,  λέγει,  τα  αυτά  υφάδια,  ταύτα 
νήματα,  άλλα  δεν  άποτελοΰσι  τήν  αυτήν  εικόνα.  Ή  παρομοίωσις 
αύτη  τοϋ  μεγάλου  Γερμανού  φιλολόγου  δεν  θά  έφηρμόζετο  εις  τάς 
μεταφράσεις  του  Βλάχου.  Παρ"  αύτώ  δεν  παρουσιάζεται  αναστροφή 
τοϋ  αρχικού"  διαγράμματος,  άλλ  έχομεν  αυτά  τά  άνθέμια  τών  τα- 
πήτων, μόνον  μεταβεβαμμένα  διά  χρωμάτων  άπεσταγμένων  έξ  ελλη- 
νικών ανθέων.  Και  έν  μεν  αρχαιότεροι;  χρόνοις  αί  μεταφραστικαϊ  έρ• 
γασίαι  του  Βλάχου  ήδύναντο  νά  θεωρηθώσι  κα»  έχρησίμευον  ώς  πρό- 
τυπα, άλλα  και  τήν  σήμερον  ακόμη  δύνανται  νά  πορισθώσι  διδάγματα 
εκ  της  ευσυνειδησίας  και  φιλοκαλίας  αύτοΰ  πολλοί  τών  εύκολων  εκεί- 
νων μεταφραστών  τών  πληρούντων  τάς  στήλας  τών  εφημερίδων  και 
περιοδικών,  περί  ών  ευκαιρον  ειπείν  το  τών  Ιταλών  ίΓαάαΙΙΟΓβ  1Γ3.- 
(ΙίΐΟΓβ. 

Έν  δέ  μόνον  ας  έπιτραπη  νά  εκφράσω  έν  μέσω  του  αίνου  τούτου 
της  μεταφραστικής  εργασίας  του  Βλάχου  παράπονον,  ότι  ό  δεξιός 
του  λόγου  χειριστής  και  καλλιτέχνης  μεταφραστής  δεν  επεδίωξε  νά 
φιλοδωρήση  εις  τό  έθνος  έν  άφθονίιχ  επιτυχείς  μεταφράσεις  τών  αρι- 
στουργημάτων της  αρχαίας  ελληνικής  ποιήσεως.  Είνε  δέ  τό  παράπονον 
τούτο  τοσούτω  μάλλον  δεδικαιολογημένον,  καθ'  όσον  ό  Βλάχος  άπε- 


—   103  — 

δείξε  δια  τής  μεταφράσεως  των  δύο  Οίδιποδων  τοΰ  Σοφοκλέους,  δτι 
|κ  του  ριλοκάλου  αύτοΰ  καλάμου  και  της  εύφυοΰς  μελέτης  των  αρ- 
χαίων Ελλήνων  συγγραφέων  ήδύνατο  νχ  επιχείρηση  μετά  θάρρους 
κα;.  επιτυχία:  ως  εογον  την  εις  την  καθαρεύουσαν  μεταγλώττισιν  των 
κα>λιστευμάτο)ν  των  στεφανηφόρων  εκείνων  του  αρχαίου  ελληνικού 
κόσμου  —ο'.τ,τών.  ων  το  άφθιτον  κάλλος  δύνανται  νάποθαυμάζωσι 
και  εν  τη  ιδία  αυτών  γλώστη  άπαντα  τά  πεπολιτισμένα  έ'θνη  πλην 
ημών  των  απογόνων  αΰτώ;. 

Άλλ'  ό  Βλάχος  δεν  είνε  μόνον  μεταφραστής.  Δεν  έχάρισεν  εις  τήν 
νεαράν  ημών  φιλολογίαν  μόνον  στίχους  αλλογενών  ποιητών,  ουδέ 
αετεκοίνωσε  μόνον  κρίσεις  ξένων  περί  ξένων.  "Εμφυτος  μουσική  διά- 
θεσις  της  ψυχής,  έκδηλουμένη  και  δι'  αυτής  αυτόχρημα  της  περί  την 
αουσικήν  διατριβής  έν  ώραις  σχολής,  ήγαγεν  αυτόν  από  νεότητος  εις 
την  ποίησιν  ευγενής  δε  παρατηρητικότης  και  προδιάθεσις  προς  τήν 
ι/.ελ«'την  ώθησεν  εις  τήν  κριτικήν.  έν  μέρει  δέ  και  εις  τήν  είρωνείαν. 
Τοιούτος  παρουσιάζεται  ήδη  έν  τη  πρώτιρ  του  ποιητική  συλλογή.  Ή 
Ήώς  τοΰ  1857  περιέχω,  άναμίξ  στίχους  πρωτοτύπους  και  μετάφρα- 
σε1.:, άποαιυιήσείς  Ιταλικών  σοννέτων  και  απηχήσεις  ασμάτων  μελο- 
δραματικών, έρωτικας  εξομολογήσεις  ουκ  άνευ  ειρωνείας  προς  τον 
έρωτα,  και  έν  τω  προοιμιω  φιλόμαχον  συζήτησιν  προς  τους  κριτάς 
του   διαγωνισμού,  εις  δν  είχεν   υποβάλει  μέρος    τών    στίχων   εκείνων. 

Ή  συλλογή  εκείνη  είνε  αληθώς  ή  Ήώς  τοΰ  μέλλοντος  μεταφρα- 
στοΰ,  τοΰ  μέλλοντος  ποιητοΰ,  τοΰ  μέλλοντος  κριτικού.  Αλλ'  ήδη  έν 
τή  νεανική  εκείνη  απόπειρα  βλέπομεν  ως  τήν  μεταφραστικήν  εΰχέ- 
οειαν,  ως  τα:  συζητητικάς  και  κριτικάς  προδιαθέσεις,  ούτω  και  τα 
σπέρματα  τής  ποιητικής  ιδιορρυθμίας  τοΰ  Βλάχου.  Ενυπάρχει  ηδη 
έν  τοϊς  στιχουργήμασιν  εκείνοι:  ό  λυρισμός,  όςτις  έμελλε  να  κατα- 
δει/θή  έν  τοις  υ.εταγενεστέροις  αύτοΰ  ποιητικοϊς  εργοις,  τψ  Φειδία 
κάί  Περικλεΐ,  τοις  Στίχοις,  τή  συλλογή  Έκ  τών  ενόντων.  Ένδει- 
κνύονται  ήδη  έν  τοις  πρώτοις  έκείνοις  δοκιμίοις  τά  χαρακτηριστικά 
τοΰ  Βλάχου  ώς  ποιητοΰ.  Οιονεί  κατέχων  εαυτόν,  οιονεί  θέλων  νά  δε- 
σπόση  έαυτοΰ.  οιονεί  πειρωμενος  νάποδείξη  δύναμιν  θελήσεως,  δεν 
άναρριχάται  εις  τολμηράς  εξάρσεις,  δεν  βυθίζεται  εις  βάθος  φιλοσο- 
φικών σκέψεων  και  εις  πλήμμυραν  πάθους  συγκλονοΰσαν.  Αποφεύγει 
"■ον  Γλιγγον,  πτοείται  προς  τόν  κίνδυνον   τής  πτώσεως.    Προτιμά  τήν 


—   104  — 

ασφαλή  πορείαν  δι'  αγρών  άνθοσπάρτων,  και  δρέπει  φιλότεχνος  τά 
έντυγχάνοντα  κατά  την  όδόν  του  άνθη.  Άλλ'  είνε  εράσμιος  αληθώς 
άνθοτλόκος,  κομψευτής  του  στίχου  και  σμιλευτής  τών  ομοιοκαταλη- 
ξιών. Οί  στίχοι  αύτοΰ  ρέουσιν  άρμονικώς,  αϊ  λέξεις  αύτοΰ  είνε  έκλε- 
κταί,  τά  όμοιοτέλευτα  αβίαστα,  και  σπάνια  όταν  είνε'  τά  ποιητικά 
του  έργα  εφιλοτεχνήθησαν  μετά  προςοχής.  δεν  έξεβράσθησαν  άπό  ψυ- 
χής κυμαινόμενης  και  ανυπότακτου,  ήτις  δεν  έχει  καιρόν,  δεν  έχει 
διάθεσιν  νά  ΰποκύψη  εις  τον  καταλογισμόν  και  ΰποτανθή  εις  τους 
κανόνας  προδιαγεγραμμένης  τέχνης.  Ό  Βλάχος  δεν  δάκνει  ακάθεκτος 
τους  χαλινούς,  αλλά  τους  θωπεύει.  Πειθήνιος  αυτός  καθιστάνει  πειθή- 
νιον  την  τέχνην.  Εντεύθεν  ή  αρμονία,  ή  όμαλότης,  ή  ευρυθμία  τών 
στίχων  αύτοΰ,  προςόντα,  άτινα  πληροΰσιν  εύαρεστήσεως  τον  άνα- 
γνώστην,  τέρποντα  και  αυτούς  εκείνους,  οΐτινες  άλλας  έχουσι  περί  της 
ποιήσεως  γνώμας,  άλλα  έπιδιώκουσιν  ιδεώδη. 

Έν  συνόλω  η  ποίησίς  του  έχει  τι  το  συντηρητικόν.  Είνε  φοιβόλη- 
πτος  τών  ημερών  καθ'  άς  έκυριάρνει  έν  τη  εθνική  συνειδήσει  ή  ποίη- 
σις  τών  Σούτσων,  του  Καρασούτσα,  του  Ζαλοκώστα,  οϊτινες  προς 
τφ  Γεωργίω  Τερτζέτη  απετέλεσαν  άλλως  το  θέμα  αξιόλογων  αύτοΰ 
περί  της  νεωτέρας  ελληνικής  ποιήσεως  κριτικών  μελετών.  Οί  ακμαιό- 
τατοι αύτοΰ  χρόνοι  φέρουσιν  αυτόν  προς  το  μόλις  που  άπώτερον  παρ- 
ελθόν, και  δυςχεραίνει  νά  χωρισθή  άπ'  αύτοϋ.  Αί  ήμέραι  καθ' άς  έζησε 
την  ζωήν  τοϋ  νεανίου  και  του  ανδρός  ήσαν  ήμέραι  μεταβατικαί.  Ό 
νέος  ελληνικός  κόσμος  έζήρχετο  μόλις  άπό  τής  αίγλης,  αλλά  και  της 
άπλότητος  του  παρελθόντος. 

Είδε  ζώντας  ακόμη  και  τιμωμένους  τους  ήρωας  του  αγώνος,  είδε 
διατηρούμενον  ετι  τον  πατριαρχικόν  βίον  τών  χθες  και  πρότριτα 
ήμερων.  Άλλα  και  παρέστη  εις  τήν  έπανάστασιν  την  κρημνίσασαν 
τόν  πρώτον  τής  Ελλάδος  θρόνον.  Είδε  νέα  ήθη  είςελαύνοντα  εις  τήν 
πόλιν  τής  Αθηνάς,  είδε  τόν  χρηματισμον  μεταπλάσσοντα  τόν  βίον, 
οψιπλούτους  άζιοΰντας  το  πάν  υπέρ  εαυτών  και  περιφρονοϋντας  ενίοτε 
τους  έπιοεεΐς  οίκους  τών  τά  πάντα  θυσιασάντων  υπέρ  τής  παλινορθώ- 
σεως  τής  πατρίοος,  εκλαμβάνοντας  τό  [ίαλάντιον  αυτών  ύπέρτερον 
της  άριστείας  του  π/ίυματος,  είδε  καινά  γλωσσικά  δαιμόνια  άςι- 
οΰντα  νάναταράςωσι  τήν  κόνιν  τοϋ  Κοραή.  Τότε  ή  συντηρητικότης 
αύτοΰ   ήσθάνθη   τήν    ανάγκην    νά   τραπιρ    εις  είρωνείαν    προς    τό  νέον 


—  105  — 

καθεστώς.  Αϊ  ΰπερβολαί  του  νέου  χρηματισμού,  ή  ύπερφροσύνη  των 
όψιπλούτων,  αϊ  ΰπερβασίαι  της  πολιτικής  επαναστάσεως,  αϊ  παρα- 
πλανήσεις της  νέας  κοινωνικής  ανατροπής  ώξυναν  τον  κάλαμόν  του. 
Ώς  κωμωδοποιός  και  λογογράφος  επελήφθη  τής  καυτηριάσεως  των 
επικινδύνων  κακών  τής  κοινωνίας  και  τής  πολιτείας  εγγύς  και  μα- 
κράν. "Ηρχιζε  νά  κακίζη  το  νέον  εν  τε  τη  πάτριοι  και  εν  τη  ζένη,  δχι 
μόνον  έξ  απαρέσκειας,   άλλα  και  έκ  φόβου. 

Επήλθε  δριμύς  εναντίον  τής  φυσιογραφικής  σχολής  του  Ζολά  κατά 
τόν  αυτόν  τρόπον,  καθ  δν  έ'σκωπτε  την  νεοφανή  μουσικήν  του  Βά- 
γνιρ  ώς  ώουγάς  γαλών  εις  τους  ορόφους,  κατά  τόν  αυτόν  τρό- 
πον, καθ'  όν  έμηκτύρισε  μετά  σθένους  και  δυνάμεως  λόγου,  άλλα  και 
μετά  χάριτος  και  γλαφυρίας  πάν  ό  τι  έθεώρει  δυνάμενον  νά  έπικρε- 
μάση  κινδύνους  είς  την  κοινωνίαν  και  την  πολιτείαν.  Πολλάκις  διά 
των  επικαίρων  του  χρονογραφημάτων,  διά  των  άνέτως  άναγινωσκο- 
μένων  χαριτολογιών  του  διδάσκει,  και,  χωρίς  νά  φαίνηται  παθαινό- 
μενος,  άλγεϊ,  καίπερ  διατηρών  και  έν  αύτη  τη  απαισιοδοξία  του  και 
έν  αύτη  τη  πικροχόλψ  του  άλγηδόνι  τό  μειδίαμα  τής  θυμηδίας. 
Ενίοτε  συμπαρέσυρεν  ή  ορμή  τής  συντηρητικής  αύτοΟ  γνώμης  ώς 
τόν  Βάγνερ  ούτω  και  άλλους,  ανθρώπους  ή  θεσμούς,  δικαίους  μετ'  άδι- 
κων. Ενίοτε  ϊσως  ήδίκησεν.  άλλ'  ουδείς  δικαιούται  νά  παραπονεθή. 
Δεν  ύπήρςε  βεβαίως  προθεσις  μνησικακίας  έν  αύτω.  Σύστημα  πεποι- 
θήσεων ακλόνητων  δεν  κατέστησεν  αυτόν  εύμάλακτον  προς  τάς  μετα- 
βολάς  τής  ημέρας.  Προγράμματα  μόνιμα  και  άπό  άγαθοΰ  συνειδότος 
προερχόμενα  έν  χώρα,  έν  ή  δυςτυνώς  τά  προγράμματα  μεταβάλ- 
λονται καθ'  έκάστην,  όφειλουσι  νά  εΐνε  πάντοτε  σεβαστά. 

Τό  κατ'  έμέ  νομίζω,  ότι  ό  μακρός  έπί  πεντηκονταετίαν  όλην  λο- 
γοτεχνικός βίος  ανδρός,  οίος  ό  Βλάχος,  όπως  έννοηθή,  δέν  πρέπει 
νάποσπααθή  άπό  τής  μελέτης  τών  χρόνων,  έν  οίς  έζησε  καϊ  έδρασε 
και  έγραψε.  Μάτην  διά  σοφών  επιχειρημάτων  αντεπεξήλθε  προς  τόν 
'Ροίδην  εν  τω  πολυθρυλήτω  άγώνι  περί  του  αν  ό  ποιητής  είνε  γέν- 
νημα ιδίας  μόνον  εμπνεύσεως,  ή  υφίσταται  τήν  έπίδρασιν  τών  χρό- 
νων  καθ  ου;  έ'ζησε.  Τό  κατ'  έμέ  νομίζω  περί  του  Βλάχου,  ότι  αναν- 
τιρρήτως έπε^ρασεν  έπ  αυτόν  τό  περιβάλλον.  Είμεθα  δ  ευγνώμονες, 
Οτι  υπέστη  τήν  έπίδρασιν   του  περιβάλλοντος    τούτου,  διότι  άνευ  αύ" 


—  106  — 

της  δέν  εινε  άπίθανον  να  έστερούμεθα  των  αρίστων  αύτοΰ  σελίδων  ώς 
λογογράφου,   δημοσιογράφου,  ποιητοΰ  και  κριτικού. 

"Ανευ  χρόνων  ίν  πολλοίς  ψυχρών  προς  τα  έθνικκ  ϊδιώδη,  καΟ'  ους 
παγετώδης  ενίοτε  επιδεικνύεται  αδιαφορία  προς  τους  έργάτας  του 
πνεύματος,  8έν  θα  έγραφε  ν  ί'σως  ό  Βλάχος  τον  εξής  ώραΐον  ίπίλογόν 
του  εις  το  περί  τοϋ  Γεωργίου  Τερτζε'τη  ανάγνωσμα  του,  δν  επιτρέ- 
ψατε νάναγνώσω  ενταύθα  αΰτολεζεί  άπό  του  βήαατος  του  αύτοϋ 
τούτου  Παρνασσού,   εν  ώ  έζεφωνήθη  προ  ετών  εικοσιπέντε. 

«Καταστρεφων  νυν  τον  λόγον,  άκαίρως  ίσως  και  κατόπιν  εορτής, 
αναλογίζομαι  πιθανόν  τίνα  δισταγμον  ~ολλών  εκ  τών  ακροατών  μου, 
ον  εν  αρχή  μάλλον  του  αναγνώσματος  τούτου  έπρεπε  προςφορωτερον 
να  σκεφθώ.  Είνε  αρά  γε  πρέπων  —  λέγουσιν  ίσως  προς  εαυτούς  εξ 
υμών  πολλοί  —  είνε  πρέπων  και  εύθετος  έν  τοις  σήμερον  καιροΐς  ό 
περί  ποιητών  και  περί  ποιήσεως  κριτικός  λόγος;  Δεν  όμοιάζομεν  ϊσως, 
και  εγώ  ο  λαλών  και  ΰμεϊς  οί  άκούοντες  περί  τοιούτων  πραγμάτων  έν 
μέσω  τών  σημερινών  καιρών,  προς  τους  κοχλίας  εκείνους  του  Αισώ- 
που, οΐτινες,  τών  οικιών  αυτών  έμπιπραμενων,  αυτοί  ήδον  ;  Λεν  είνε 
άρά  γε  άπρος&ιονυσος  άλλοτριολογία  ή  περί  ποιήσεως  σήμερον  μέλε- 
τη, και  όεν  εινε  μονονου  κωμικον,  ελλείποντος  ημιν  του  άρτου,  να 
τυρβάζωμεν  περί  τρωγάλια  και  επιδόρπια  ; 

«Ουχί,  κύριοι"  ώς  και  άλλοτε  άπό  του  βήματος  τούτου  έ'σχον  την 
τιμήν  να  εϊπω,  δεν  είνε  ούτε  πρέπει  νά  ήνε  τρωγάλια  και  επιδόρπια 
οι'  ημάς  ό  περί  της  εθνικής  ημών  ποιήσεως  λόγος*  άρτος  δε  μάλλον 
επιούσιος  δια  τας  ψυχάς  ημών  πρέπει  νάνομολογήται  και  νά  κηρύσ- 
σηται  ή  έπ'  αυτής  ενδελεχής  μελέτη.  Και  σήμερον  μάλιστα,  ότε  εϊ- 
περ  ποτέ  ανάγκην  έ'χομεν  νά  άναστομώσωμεν  τάς  καρδίας  ημών  έν 
αύτω  τω  καθαρφ  νάματι  του  εθνικού  ημών  βίου,  ότε  αί  ψυχαί  ημών, 
περικοπτόμεναι  τάς  πτέρυγας  ύπό  ψαλίδος  βαρείας,  ανάγκην  εχουσι 
νά  μετεωρισθώσιν  εις  αιθέρα  καθαρώτερον,  δυνάμεις  εκείθεν  άντλοΰ- 
σαι  και  ελπίδας  και  παρηγορίαν,  έστω  ήμΐν  ουχί  μόνον  εύάρεστον 
όδοϋ  πάρεργον,  άλλ'  έργον  αληθές  και  άσχόλημα  άδιάπτωτον  ή  άνα- 
πόλησις  του  βίου  εκείνου  του  εθνικού,  εν  οιαδήποτε  αϋτοϋ  εκδηλώ- 
σει, και  μάλιστα  τη  αγνότατη  πασών,  έ'στω  ήμΐν  ή  ιερά  αύτη  θεω- 
ρία οιονεί  προςκύνημα,   οιονεί  αόρατος  τις  Κρανίου  τόπος». 

'Η  πυκνή    υμών    συρροή   δεικνύει,    ότι  τό  καλολογικόν    ενδιαφέρον 


—   107  - 

αυξάνει  όσημέραι  έν  ήμΐν,  ότι  αί  κοινωνικαί  άμαρτάδες  και  αϊ  πολι- 
τικά; άτασθαλίαι  δεν  άπέπνιςαν  έν  τη  γη  ταύτη  των  μεγάλων  λογο- 
γράφων  και  ποιητιύν  πάν  αίσθημα  και  πασαν  άγάπην  προς  τους  έρ- 
γάτας  των  γραμμάτων,  οέν  άπέσβεσαν  τήν  τιμήν  την  όφειλομε'νην 
προς  τους  στρατιώτα;  του  καλάμου.  Δαπανώσι  τον  βίον  δλον  έν  τω 
ήσύχω  των  έρημητηρίω  ύπο  το  φως  της  λυ/νίας  έν  μέσω  μυρίων  πολ- 
λάκις βιωτικών  περισπασμών  με  την  καρ&ίαν  παλλομένην  υπό  της 
λατρείας  προς  τάθάνατα  πρότυπα  του  λόγου  και  της  τέχνης,  με 
την  ψυχην  ένθουσιώσαν  υπέρ  του  καθήκοντος  νά  διδάξωσι  και  ποδη- 
γετήσωσι,  νά  ύψώσωσι  και  φρονηματίσω^•,  τό  έθνος.  Χαρά  εις  εκεί- 
νους, εις  ους  επιφυλάσσεται  τουλάχιστον  ή  εΰτυνί> ,  στρέφοντες  οπίσω 
προς  το  παρελθόν  του:  οφθαλμούς,  νά  ϊοωσιν,  ότι  πέντε  ετών  δεκά- 
δες έσώρευσαν  μεν  επί  του  κροτάφου  των  κόμην  λευκήν  και  έπί  του 
προςώπου  των  τάς  ρυτίδας  του  γήρατος,  άλλα  διεφύλαξαν  έν  τη 
καρδία  των  θέρμην,  ίκανήν  ακόμη,  όπω:  συγκινηθή  έπί  τω  θεχματ1 
των  τιμώντων  την  πνευματικήν  αυτών  έργασίαν,  και  διετήρησαν  θερ- 
μουργον  άκομ/)  τήν  κεφαλήν,  εις  ην  χ,αταθέτουσι  μετ'  αγάπης  καϊ 
άμνησικάκως  δύο  όλαι  γενεαϊ  ειλικρινούς  αγάπης  καϊ  τιμής  ανυπό- 
κριτου τόν  δίκαιον  στέφανον. 


Β'. 


Ε  Π  1  Σ  Τ  Ο  Λ  Α  Ι 


ΕΠΙΣΤΟΛΑΙ 

ΠΕΡΙ  ΤΟΥ  ΕΝ  ΡΩΜΗ  ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ  ΤΩΝ  ΑΝΑΤΟΛΙΣΤΩΝ 
ΕΝ  ΕΤΕΙ  1899. 


Επιστολή  Α.' .    * 

Έ•κ  'Ρώμτις,  4    "Οκτωβρίου 

Μόνον  αί  ταχέως  διαδεχόμεναι  άλλήλας  σκηναί  του  κινηματογρά- 
φου θα  ήδύναντο  να  δώσωσιν  έ'ννοιάν  τίνα  της  ζωής  και  της  κινήσεως, 
ήτις  έπεκράτησεν  έν  τω  δωδεκάτω  συνεδρίω  των  Άνατολιστών,  τω 
συγκροτηθεντι  έν  'Ρώμη  άπό  της  21  Σεπτεμβρίου  μέχρι  και  της  3 
Οκτωβρίου.  "Αρχομαι  δε  των  ές  Ιταλίας  επιστολών,  ας  ύπεσχέθην 
πρό  πολλού  εις  το  «"Αστυ»,  άπό  της  εκθέσεως  των  κατά  τό  συνέ- 
δριον  τούτο  αντί  νά  καταλήξω  εις  τά  κατ'  αυτό,  καθ'  ά  πρό  μηνών 
προετιθέμην.  Άλλ'  ούχ  ήττον  θα  προςπαθήσω  νάπαλλάξω  τους  άνα- 
γνώστας  παντός  φόρτου  αδιάφορων  δια  τους  πολλούς  πραγμάτων  και 
μεταβιβάσω  κατά  μικρόν  εκ  τών  αιθουσών  τών  συνεδριών  και  τών 
ακροατηρίων  της  επιστήμης  εις  τήν  κίνησιν  και  τόν  θόρυβον  της  "Ρώ- 
μης, οϊαν  έπανεϊδον  μετά  δεκαεννέα  έ'τη  πολύ  διάφορον  της  τότε. 

Αληθώς  τω  1880,  ότβ  τό  τρίτον  έπεσκεπτόμην  τήν  'Ρώμην,  ή 
πρωτεύουσα  της  Ιταλίας  είχε  πληθυσμόν  μεν  πολύ  κατώτερον  του 
νύν,  όςτις  λέγεται  προςεγγίζων  εϊς  τας  πεντακόσιας  χιλιάδας  κατοί- 
κων, όψιν  δε  πόλεως  κληρικών  άκομη.  Ή  ρΟΓία  Ρίϋ,  δι'  ης  τήν 
8/20  Σεπτεμβρίου  1870  είςήλασεν  ή  στρατιά  του  Βίκτωρος  Εμμα- 
νουήλ εις  τήν  πολιν,  ήτο  σχεδόν  τό  οριον  της  ' Ρώμης  προς  τα  βο- 
ρειοανατολικά. Σήμερον  δε  νεαι  μεγαλοπρεπείς  συνοικίαι  ύψούνται 
περί  τήν  πυλην  έκείνην,  ή  αυτή  δε  αύξησις  παρατηρείται  και  κατά 
τάς  πλείστας  τών  λοιπών  διευθύνσεων. 

Ή  κοσμική    'Ρώμη    έπνιξε  τήν    'Ρώμην    τών  παπών,  ήτις  έξακο- 

Έδηιι,οσίίύθη  έν  τω  "Λστει  της  13  "Οκτωβρίου  1899. 


—  112  — 

λουθεΐ  να  μένη  αιωνία,  ώ:  ή  αρχαία  111*1)8  δβΙβΓΠα,  εντεύθεν  μέν  του 
Τιβέρεως  κυρίως  μόνον  περί  το  Λατερανόν,  -έραν  δε  του  πόταμου  έν 
τω  μεγαλόπρεπε*  Άγίω  Πέτρω  και  τω  λαβυρινθώδει  Βατικανω  μετά 
των  λαμπρών  αύτοΰ  συλλογών  και  αξιοθέατων  μνημείων,  άντιπροςω- 
πεύεται  δ'  έν  τη  λοιπή  πόλει  δια  των  καλλιτε/ νικών  εκκλησιών,  ών 
εκάστη  είνε  αυτόχρημα  μουσεΐον.  Άλλως  μεταξύ  της  'Ρώμης  του 
1880  και  της  τοϋ  1899  υφίσταται  μεγίστη  διαφορά  ώς  προς  την 
λοιπήν  έπίδρασιν  του  παπισμού.  Ό  έσχατόγηρως  αιχμάλωτος  τοϋ 
Βατικανού,  Λέων  ό  ΙΓ',  δεν  έπαυσεν  αληθώς  άποστέλλων  τάς  ευλο- 
γίας και  τα  δόγματα  του  έκ  τών  μονήρων  δόμων  του  μεγάλου  κτι- 
ρίου, όπερ  εγκλείει  την  ίστορίαν  αιώνων  όλων.  Άλλ'  ό  διατρέχων  σή- 
μερον τάς  οδούς  της  'Ρώμης  δεν  προςκρούει  ώ;  άλλοτε  άνά  π&ν  βή- 
μα εις  στίφη  μοναχών  και  καλογραιών  παντός  τάγματος  και  παν- 
τός χρώματος.  Τό  θέαμα  καλογήρων  έπαιτούντων,  καπουκίνων  αν- 
υπόδητων, έρυθροφόρων  μαθητών  τών  κολλεγίων  σοβούντων  άνά  τάς 
οδούς  είνε  πολύ  σπανιώτερον  ή  άλλοτε  και  σχεδόν  ασύνηθες. 

Ή  'Ρώμη  έξελαϊκεύθη,  και  οί  Ελβετοί  οί  φρουροΰντες  τάς  πύλας 
τοΰ  Βατικανού  με  τήν  μεσαιωνικήν,  παράδοξον  και  πολύχρωμον  αυ- 
τών στολήν  παρουσιάζονται  εις  τά  όμματα  του  έπισκεπτου  αυτόχρημα 
ώς  αναχρονισμός  έν  τη  πόλει  ταύτη,  ήτις  δύναται  σήμερον  νά  καυ- 
/ηθή,  ότι  είς  τήν'Ρώμην  τοΰ'Ρωμύλου,  τών  υπάτων,  τών  αυτοκρα- 
τόρων, εις  τήν'Ρώμην  τών  παπών  προςετέθη  ουκ  άνευ  ίσων  δικαιω- 
μάτων ή  νέα  'Ρώμη  του  Βίκτωρος  Εμμανουήλ  και  τοΰ  Οΰμβέρτου. 
Και  διά  ταΰτα  υπερήφανος  ή  νέα  πολιτεία  της  ηνωμένης  Ιταλίας 
έγκαθιδρύθη  δίκην  δεσποίνης  εντός  τών  λειψάνων  τοΰ  καταρρέοντος 
παρελθόντος  της  κοσμικής  εξουσίας  τών  παπών,  δημόσια  δε  κατα- 
στήματα, υπουργεία,  ταχυδρομεία,  μουσεία  εγκατέστησαν  εντός  τών 
διαλελυμένων  μονών.  Ύπό  δε  τους  θόλους  τών  ύπό  της  μεσαιωνικής 
τέχνης  κεκοσμημένων  άλλοτε  ήοέμων  μοναστηριών  αντηχεί  τώρα  βαρύ 
τό  βήμα  τών  σπευδόντων  αστών  και  ξένων,  μόλις  που  αναλογιζόμε- 
νων, ότι  έκεϊ  ένθα  άγει  αυτούς  τώρα  έν  βία  ή  υπηρεσία  έγκατεβίω- 
σαν  έν  τω  παρελθόντι  γενεαί  όλαι  μοναχών  ΐσχναινομένων  ύπό  τής 
μελέτης  ή  παχυνομένων  ύπό  τής  αργίας. 

Και    όμως    ό  κλήρος    τής  'Ρώμης    φαίνεται    μη  αίσθανόμενος   τήν    Ι 
μίταβληθεϊσαν  αύτοΰ  θέσιν.    Αποδεικνύεται   δε  τοΰτο  τρανώς   και  έκ 


—   113  — 

της  αντιδράσεως,  ην  άντέταςεν  εις  την  έπιτυχίαν  του  συνεδρίου  των 
Άνατολιστών  εν  'Ρώμη  η  μάλλον  εις  την  εις  αυτό  συμμετονήν  των 
κληρικών.  Ύπήρχον  πλείστοι  όσοι  των  κατά  την  Άνατολην  Ίτα- 
λών  ιεραποστόλων,  άριστα  γινωσκοντες  ώς  έκ  τοϋ  έργου  αυτών  και 
τών  έν  τη  Ανατολή  περιοδειών  τα  κατά  τάς  γλώσσας  και  τάς  θρη- 
σκείας τών  απωτέρων  ανατολικών  λαών  και  έφιέμενοι  να  μετάσχωσι 
του  συνεδρίου.  Άλλ'  ή  εφεσις  αυτών  δεν  έτελεςφόρησεν.  Ή  υπό  την 
σημαίαν  της  ιταλικής  πολιτείας  και  την  προστασίαν  τοϋ  βασιλέως 
της  Ιταλίας  τέλεσις  του  συνεδρίου  άπήρεσκεν  εις  τους  περιστοιχίζον- 
τας τον  άλλως  αγαθόν  Λέοντα  ΙΓ'.  οίτινες  έφαντάσθησαν,  ότι  συνέ- 
οριον  Άνατολιστών  συνερχόμενον  έν  'Ρώμη  έπρεπε  πάντως  να  τεθή 
υπό  την  αιγίδα  της  Προπαγάνδας  και  τοϋ  υψίστου  ποντίφικος  τών 
καθολικών. 

Και  δεν  έτολμησε  μέν  ή  παπική  αυλή  να  κηρύξη  φανεράν  σταυ- 
ροφορίαν  κατά  τοϋ  συνεδρίου,  άλλ'  έκίνησεν  όμως  πάντα  λίθον,  όπως 
παρεμπόδιση  την  τέλεσιν  τοϋ  συνεδρίου  έν  'Ρώμη  η  άγάγη  αυτό  εις 
ναυάγιον.  Άλλα  πάσαι  αϊ  προςπάθειαι  αύται  άπέτυχον.  Οΰχ  ήττον 
δια  τών  παντοίων  εκείνων  μέσων,  άτινα  κατέχει  και  μεταχειρίζεται 
θαυμασίως  ή  ιησουίτικη  σοφιστεία,  κατωρθώθη  τουλάχιστον  τοϋτο, 
να  μη  μετάσχωσι  τοϋ  συνεδρίου  καθολικοί  μοναχοί. 

Δια  μακρών  δε  διηγείται  του;  τρόπους  τούτους  ό  πρόεδρο;  τοϋ 
συνεδρίου  Γουβερνάτης  έν  άρθρω  δημοσιευθέντι  κατά  τάς  παραμονάς 
αύτοΰ  έν  τω  άρίστω  τών  ιταλικών  περιοδικών,  τη  Νέα  Ανθολο- 
γία, έν  τω  φύλλω  της  1  *)«  "Οκτωβρίου.  Ό  Γουβερνάτης,  επιστρέ- 
φων έκ  περιοδείας  ανά  την  Άνατολην,  είχε  πεισθή,  ότι  πολλοί  καθο- 
λικοί μοναχοί,  ιερείς,  επίσκοποι,  έν  οίς  και  Ίησουΐται,  ήσαν  πρό- 
θυμοι νά  παραστώσιν  εις  το  συνεδριον.  ηρκει  νά  δοθή  ει;  αυτούς  παρά 
της  Προπαγάνδας  ή  άδεια  νά  ελθωτιν  εις  'Ρώμην.  Άλλ  οποία  ΰπήρ- 
ξεν  ή  άπάντησις  τοϋ  καρδιναλίου  τοϋ  γραμματεύοντος  της  Προπα- 
γάνδας; «Μεταθέσατε  το  συνεδριον  εις  Καπύην,  ει;  Άρρήτιον,άδιά- 
φορον  οπουδήποτε,  άρκεϊ  ή  έδρα  αύτη  νά  είνε  έκτος  της  παπική;  πο- 
λιτείας, και  δεν  θά  ΰπάρξωσι  δυςκολίαι'  άλλ'  έν  'Ρώμη  προβλέπω 
ήδη,  ότι  τοϋτο  δεν  θά  είνε  δυνατόν  » .  Πράγματι  ούτε  ή  θέλησις  τών 
λογίων  κληρικών  τών  θελοντων  χάριν  επιστημονικών  λόγων  νά  μετζ- 
σχωσι  του  συνεδρίου,   ούτε  αϊ  ένέργειαι   τής  διοργανωτικής    τοϋ  συνε- 

ΪΠΓΡ.    α.    λΑΜΠΡΟΓ,    ΜΙΚΤΑ!    ΗΛΙΑΚΕ 


-  114  — 

δρίου  επιτροπείας  ίσχυσαν  το  παραμικρόν.  Αύτη  δε  ή  αναφορά,  την 
ή  Προπαγάνδα  εξευτελιστικά»;  έπέβαλεν  είς  τόν  πρόεδρον,  ούάεμι&ς 
ετυχεν  απαντήσεως.  "Ηρκεσε  δε  ή  δΓ  ιησουίτικων  τρόπων  διαδιδο- 
μένη  ΰπόδειξι;,  ότι  ή  παπική  αυλή  δεν  θά  έπεδοκίμαζε  την  εις  'Ρώ- 
μην  μετάβασιν  κληρικών  συνεδριαστών,  δπως  το  συνέοριον  μείνη  εν- 
τελώς όρφανόν  πάσης  εκ  βέρους  τοΰ  καθολικού  κλήρου  συμμετοχή;. 

Άλλα  παρά  πάσας  ταύτα;  τάς  αντιδράσεις  τα  τοϋ  συνεδρίου  παρ- 
εσκευάσθησαν  προςηκόντως,  και  ή  είς  αυτό  συρροή  υπήρξε  πολύ  με- 
γαλειτέρα  ή  κατά  πάσας  τάς  προηγουμένας  αύτοΰ  έν  διαφόροις  της 
Ευρώπης  πόλεσιν  ένδεκα  συνόδοις.  Ουκ  ολίγον  δε  συνετέλεσεν  εις 
τοΰτο,  ώς  εικός,  ή  γοητεία  ην  εξασκεί  ίπί  πάντα  πεπολιτισμένον  τό 
δνοαα  της  Ρώμης,  ή  επίσκεψις  τών  αρχαίων  και  μεσαιωνικών  αυτής 
υ.νημείων  και  ή  θεα  τής  ωραίας  Ιταλίας  έν  φθινοπώρω  μετά  τους  θε- 
ρινούς καύσωνας  τους  αποτρέποντας  άπ'  αυτής  πάντα  προτιμώντα 
νά  θαυαάζη  τόν  Απόλλωνα  λίθινον  μ&λλον  ίν  τοις  μουσείοις  ή  άκτι- 
νοβολον  έπΐ  τής  ράχεώς  του  Έπηύξησαν  δ'  έ'τι  μάλλον  τόν  αριθμόν 
τών  έπ'  εύκαιοία  τοϋ  συνεδρίου  μεταβάντων  εις  την  'Ρώμην  αί  υπό 
τής  διοργανωσάσης  αυτό  επιτροπείας  διενεργηθείσα»,  εΰκολίαι  και  εκ- 
πτώσεις ναύλων,  αίτινες  έπεξετάθησαν  και  εις  αΰτάς  τάς  οικογενείας 
τών  αετασχόντων  τοΰ  συνεδρίου. 

Άναμφίλεκτοι  δε  είνε  αί  ύπηρεσίαι,  ας  παρέσχεν  έν  τη  παρασκευή 
τών  κατά  τό  συνέδριον  ό  καθηγητής  τής  σανσκριτικής  έν  τω  πανεπι- 
στήμιο) τής  'Ρώμης  και  πρόεδρος  τής  διοργανωτικής  τοϋ  συνεδρίου 
επιτροπείας  Άγγελος  Γουβερνάτης.  Άνήρ  πολυμαθής  και  πολυπρα- 
γμονέστατος,  περί  πλείστα  ασχολούμενος,  δεν  είνε,  ώς  εικός,  άπηλ- 
λαγαένος  επικριτών,  οϊτινες  είνε  ϊσως  περισσότεροι  τών  θαυμαζόντων 
αΰτον,  ει  καϊ  άπαντες  όμολογοΰσι  την  έ'μφυτον  αγαθότητα  και  την  έξ 
ειλικρινούς  ψυχικής  ορμής  προςήνειαν  του  άνδρος.  Ουδέ  τή;  πολιτική; 
δε  μείνας  παντελώς  αμέτοχος,  έδειξε  και  έν  αυτή  εύκινησίαν  προβαί- 
νουσαν  μέχρις  άστασίας'  τό  δ'  εϋμετάβθλον  τούτο  καϊ  ή  έπίόρασις 
τών  εντυπώσεων  τής  στιγμής  συνετέλεσαν  οΰχ  ήττον  εις  έπαύξησιν 
τής  φάλαγγος  τών  κακοθελητών  αΰτοϋ.  Λιοτι  πράγματι  κακοθελητάς 
μάλλον  ή  εχθρούς  δυνάμεθα  νά  εϊπωμεν.  ότι  έχει  ό  Γουβερνάτης, 
οϋδ'  είνε  δυνατόν  νά  έξεγείρη  μίσος  φανατικόν  άνήρ  τών  πάντων 
άπτόαενος,    ΰπερ   πάντων    ενδιαφερόμενος,    άλλα   όι    αυτό   τούτο  μη 


- — ρΐ  15  — - 

έξικνούμενος  μέχρι  φανατισμού  αδιάπτωτου  υπέρ  μιας  και  της  αυτής 
δοξασίας,  υπέρ  ένος  και  του  αύτοΰ  αντικειμένου.  Όπόσον  δ'  δμως 
είνε  ευρύς  ό  κύκλος  των  γνώσεων  και  όπόσον  μεγάλη  η  ποικιλία  των 
ασχολιών  αΰτοΰ  δύναται  νάποδείςη  επαρκώς  ή  μνεία  τών  σχεδόν 
συγχρόνως  δημοσιευθέντων  τελευταίων  αύτοΰ  έργων.  Έν  αίς  ήμέραις 
συνεδρίαζεν  εν  τω  πανεπιστημίψ  της  'Ρώμης  το  δωδέκατον  <τυν- 
έδριον  των  Άνατολιστών,  έν  ταϊς  προθήκαις  των  βιβλιοπωλείων  της 
βασιλευούσης  της  Ιταλίας  ήσαν  έκτεθειμέναι  άρτιφανεϊς  συγγραφαί 
του  Γουβεονάτη  περί  Βουλγαρίας  και  Βουλγάρων  γαλλιστί,  περί  Πα- 
λαιστίνης, ή  'Ρώμη  καϊ  ή  Ανατολή  έν  τη  ιστορία  καϊ  τη  παραδόσει 
καϊ  συγχρόνως  συλλογή  τριών  αύτοΰ  δραμάτων,  εχόντων  ύπόθειιν 
ρωμαϊκήν,  τοϋ  "Ρωμύλου,  του  θανάτου  τοΰ  Κάτωνος  καϊ  του  "Ρω- 
μύλου Αύγουστύλου. 

Τούτων  ό  'Ρωμύλος,  ποιηθείς  τω  1870  επί  τη  εις  την  'Ρώμην 
είςελεύσει  τών  ρωμαϊκών  στρατευμάτων,  έδιδάχθη  το  πρώτον  εφέτος 
έπί  τη  λήξει  τοϋ  συνεδρίου  έν  τώ  θεάτρω  ν&11β.  Το  δράμα,  ού  κύριος 
σκοπός  εΐνε  ή  συμβολική  άποθαυμάστωσις  τοΰ  λατινικού  στοιχείου  έν 
τω  νέω  κόσμω,  απέσπασε  τ»ς  επευφημίας  τοΰ  διεθνοΰς  ακροατηρίου. 
άλλα  καϊ  έπεκρίθη,  χωρίς  ή  έπίκρισις  νάποβάλη  τόν  μειλίχιον  εκείνον 
χαρακτήρα,  όν  επιβάλλει  πλην  τής  έπί  μέρους  επιδοκιμασίας  ή  άνα- 
γνώρισις  της  φιλοξενίας. 

Τοιούτος  ύπήρςεν  ό  άνήρ,  εις  ού  τάς  χείρας  εύρίσκετο  κυρίως  έμπε- 
πιστευμένη  ή  παρασκευή  τών  κατά  τό  συνέδριον.  "Αλλως  δε  ό  Γου- 
βερνάτης  δεν  ήτο  άγευστος  τών  αγώνων  καϊ  τών  δυςχερειών  τών 
απαιτουμένων  προς  εύοδωσιν  τοιούτου  έργου,  άτε  χρηματίσας  γενικός 
γραμματεύς  τή;  επιτροπείας  της  διοργανωσάσης  τό  τρίτον  ουνεδριον 
τό  συνελθόν  έν  Φλωρεντία  τφ  1878  Μετά  πολλής  δε  δεξιοτητος  τό 
έργον  τοΰτο  τοΰ  γενικού  γραμματέως  τής  διοργανωτικής  τοΰ  συνεδρίου 
τής  'Ρώμης  επιτροπείας  έπετέλεσεν  ό  κ.  Φραγκίσκος  Ραΐΐβ,  αντι- 
πρόεδρος τής  ιταλικής  Ασιατικής  εταιρείας  καϊ  καθηγητής  τής  σαν- 
σκριτικής καϊ  τής  συγκριτικής  γραμματικής  έν  τω  πανεπιστημίω 
τής    Πίσης. 

Εις  τους  άναγνώστας  τοΰ  "Αστεως  παρουσίασα  τους  δύο  τούτους 
κυρίους  μοχλούς  τής  οργανωτικής  τοϋ  συνεδρίου  επιτροπείας,  οϊτινες 
καϊ    ήξιώθησαν     παρά    τής    γενικής    συνελεύσεως    τών    μελών     αυτού 


—  116  — 

τής  οριστικής  προεδρείας  και  γενικής  γραμματείας  κατ  αυτό,  ώς 
άπλοΰς  θνητούς,  η  μάλλον  έχαρακτήρισα  δια  των  επιστημονικών 
αυτών  προςωνυμιών.  Άλλα  δεν  είνε  περιττόν  να  προςθέσω,  δτι  έν  τη 
γείτονι  ημών  Ιταλία,  ήτις  διατηρεί  προς  πολλοίς  άλλοις  ακμαίας 
τας  μεσαιωνικας  περί  τους  τίτλους  της  ευγένειας  παραδόσεις,  εινε 
αμφότεροι  εύπατρίδαι,  αμφότεροι  κόμιτες.Ό  κ.  Γουβερνάτης  έπ'  αυ- 
τού του  επισκεπτηρίου  του  αρκείται  εις  τον  τίτλον  του  κόμιτος,  άπο- 
σιωπών  την  προςωνυμίαν  καθηγητού. 

Έν  δέ  τω  συνεδρίω  και  ταϊς  παρομαρτούσαις  εις  αυτό  δεξιώσεσι 
και  έορταϊς  έπέχαιρε  μεν  προφανώς  προςφωνούμενος  κόμις,  άλλ  ήτο 
προ  πάντων  καθηγητής  Ιταλός  και  λόγιο;  ούτως  ειπείν  διεθνής. 
Όμιλών  μετ'  ευχέρειας  τήν  γαλλικήν,  τήν  γερμανικήν  και  την  άγ- 
γλικήν,  ήτο  προςηνέστατος  προς  πάντας,  διαλεγόμενος  ένεκα  της  πο- 
λυγλωσσίας και  του  εγκυκλοπαιδικού  χαρακτήρος  τών  γνώσεων  αυτού 
«.ετά  πολλής  ευχέρειας   προς  πάντα  ξένον   και   περί   παντός  θε'ματος. 

Τήν  αυτήν  δε  διεθνή  όψιν  είχε  καθ'  όλον  τον  χρόνον  του  συνεδρίου 
και  ό  φιλόξενος  αυτού  οίκος,  έν  ω  ή  κόμισσα  Γουβερνάτη,  ή  φιλο- 
μειδής  θυγάτηρ  καϊ  ό  υίός  έδεξιοΰντο  καθ'  έκάστην  έσπέραν  κύκλον 
λογάδων  επιστημόνων  έκ  πάσης  γωνίας  της  γης.  ΤΗτο  δέ  περιεργό- 
τατον  το  άκουσμα  τής  πολυγλωσσίας  εκείνης,  μικροσκοπικού  απαυ- 
γάσματος της  γλωσσικής  βαβυλώνιας  του  συνεδρίου,  έν  τώ  οΐ'κω  του 
προέδρου.  "Οτ'  εσχον  τήν  εΰχαρίστησιν  νά  ξενισθώ  παρ'  αύτώ,  υπήρξα 
ομοτράπεζος  δύο  Γερμανών  καθηγητών,  δύο  "Αγγλων,  ενός  Ιταλού, 
ενός  Αλβανού"  και  ενός  καθηγητού  έκ  Φιλλανοίας.  Έπικρατέστεραι 
δέ  τών  γλωσσών,  έν  αίς  συνδιελέγοντο  και  αί  παριστάμεναι  κυρίαι, 
υπήρξαν  ή  ιταλική  και  ή  γερμανική  τήν  έσπέραν  έκείνην.  "Αλλως  δέ 
δύναμαι  νά  είπω  μετά  πολλής  εΰχαριστήσεως,  ότι  καθ'  όλου  μεταξύ 
τών  παραστάντων  εις  τό  συνέδριον,  έν  οίς  επιφανής  ήτο  ή  έπικράτησις 
τών  Γάλλων,  "Αγγλων  και  Γερμανών,  διεθνής  ούτως  ειπείν  γλώσσα 
υπήρξαν,  πλην  τής  έπιχωρίου  ιταλικής,  τής  γαλλικής  και  τής  γερ- 
μανικής,  τα  ελληνικά. 

Άλλα  περί  τής  διαδόσεως  καϊ  τής  σημασίας  τής  ελληνικής  γλώσ- 
σης έν  τή  επομένη  επιστολή. 


—   117  — 

'Κτκστολή   **'.  * 

Έκ  '  Ρώμης,  9  Όκτωβρίου 

Ό  παριστάμενος  έν'Ρώμη  κατά  τάς  συνεδρίας  του  δωδεκάτου  συνε- 
δρίου των  Ανατολιστών  η  όπωςδήποτε  αναστρεφόμενος  αετά  των 
μετεχόντων  αύτοΰ  ήκουε  βεβαίως  πολλαχώς  την  ΐταλικήν.  ΤΗτο  ή 
γλώσσα  της  /ώρας.  ης  τα  δικαιώματα  ήσαν  αναμφισβήτητα  και  ήτις 
εΐπερ  τις  και  άλλη  έχρησίμευεν  ώς  όργανον  της  διεθνούς  τών  συνέ- 
δρων επικοινωνίας  Άλλ'  ολίγοι,  πολΰ  ολίγοι  τών  εκ  πάσης  γωνίας 
γης  έλθόντων  εις  την  'Ρώμην  καθηγητών  και  άλλων  λογίων  ήδύναντο 
νά  καυχηθώσιν,  ότι  έλάλουν  την  ίταλικήν  απταίστως,  πολΰ  δε  όλι- 
γώτερον  ότι  μετεϊχον  της  μουσικής  εκείνης  αρμονίας,  ην  έμποιεϊ  κατα- 
κηλοΰσα  τά  ώτα  ή  ωραία  γλώσσα  του  Δάντη  και  τοϋ  Άριόστου,  έκ• 
φερομένη  άπό  χειλέων  πεπαιδευμένων  Ιταλών.  Τό  παροιμιώδες  έκεϊνο 
ίιΐη^υα  Τθ80αηα  ίη  βοοοα  ΚοπίαηΕ  ήκιστα  ήδύνατο  νά  έφαρμοσθή 
είς  τους  πλείστους  ημών  τών  ξένων  τών  διαστρεφόντων  τά  ιταλικά 
χάριν  της  προς  ώραν  ανάγκης.  Ό  χρυσός  της  ωραίας  τών  Ιταλών 
γλώσσης  έμενε  χρυσός,  και  μάλιστα  καλλιτεχνικώς  διαμεμορφωμένος, 
ότ '  έχειρίζοντο  αυτόν  οί  έν  ήμϊν  έπιχώριοι  συνάδελφοι  τοΰ  συνεδρίου" 
άλλ'  οί  ξένοι,  ειρήσθω  ή  αλήθεια,  κατεκερματίζομεν  αυτόν  εις  άδρο- 
μερή  και  άτεχνα  τεμάχια,  και  έτυγχάνομεν  όπωςδήποτε  τοΰ  σκοπου- 
μένου μόνον  διά  τον  άπλούστατον  λόγον,  ότι  ό  χρυσός  εΐνε  πάντοτε 
χρυσός. 

Άλλ '  έν  ταϊς  συνελεύσεσι  του  συνεδρίου  και  έν  τη  προς  αλλήλους 
ανάστροφη  τών  συνέδρων  ήκιστα  έγίνετο  χρήσις  της  ιταλικής,  διότι 
άλλως  οί  παριστάμενοι  "Ιταλοί  ήσαν  δυςαναλόγως  ολίγοι,  εις  ολίγας 
ανερχόμενοι  δεκάδας,  και  αΰτοϊ  δέ  ήσαν  διεσκορπισμένοι  είς  τά  διά- 
φορα τμήματα  του  συνεδρίου,  ώςτε  εϊς  τιν '  αυτών  μόλις  που  ήκούετο 
ή  ιταλική,  άφ'  ου  μάλιστα  και  τών  Ιταλών  τίνες  προετίμων  νά  λα- 
λώσι  τήν  γαλλικήν  ή  τήν  γερμανικήν. 

Αληθώς  ή  γαλλική  και  ή  γερμανική  υπήρξαν  αϊ  έπικρατέστεραι 
έν  τω  συνεδρίω  γλώσσαι.  Προήλθε  δε  τοΰτο  οΰ  μόνον  έκ  τοΰ  μεγάλου 

Έδηρ-οσιεύθη  έν  τω  "Αστει  της   14    Οκτωβρίου  1899. 


—   118  — 

αριθμού  των  παρισταμένων  Γάλλων  και  Γερμανών,  άλλα  και  ένεκα 
της  μεγάλης  διαδόσεως,  ης  προς  τη  γαλλική  ηρχισεν  άξιουμένη  ή 
γερμανική  παρά  τοις  έπιστήμοσι.  Δέν  δύναμαι  βεβαίως  νάναφέρω 
ενταύθα  προς  κυρωσιν  του  ε,αου  ισχυρισμού  τον  γνωστοτατον  και  οια- 
κεκριμε'νον  Άσσυριολόγον  των  Παρισίων  ΟρρβΡί,  όςτις,  άλσατικής  ών 
καταγωγής,  ομιλεί  την  γερμανικην  δίκην  άλλης  πατρίου  γλώσσης. 
Άλλ'  εξαίρετα  ήσαν  τα  γερμανικά  πολλών  άλλων  Γάλλων  εν  τω 
συνεδρίω,  εν  οϊς  έξεϊχεν  ό  των  άντιπροςώπων  τη:  γαλλικής  κυβερνή- 
σεως κ  Εμμανουήλ  δθΠ&Γΐ,  μέλος  του  ΙηδίίίαΙ  (Ιβ  ΡΓ8Π06  και  αν- 
τιπρόεδρος της  γαλλικής  Ασιατικής  εταιρείας,  επιφανή  κατέχων  θέσιν 
μεταξύ  των  Σινολόγων,  και  ό  γνωστότατος  παρ'  ημϊν,  άντιπρόςωπος 
δε  του  έν  Παρισίοις  Συλλόγου  προς  ένθάρρυνσιν  των  ελληνικών  σπου- 
δών κ.  Θεόδωρος  ΒβίηβοΗ,  ού  τα  γεραανικά  ήσαν  ου  μόνον  άπται- 
στα, άλλα  και  γλαφυρά.  Έν  τοιαύτη  δε  ίσοτιμί<£  της  γερμανικής  και 
της  γαλλικής  εν  τφ  συνεδρίφ  κατ'  αντίθεσιν  προς  την  άγγλικην,  ης 
μόνον  οι  "Αγγλοι  και  οί  Αμερικανοί  έποιουντο  χρησιν,  δέν  θα  φανή 
παράδοζον,  ότι  και  οί  άντιπρόςωποι  του  Έθνικοΰ  πανεπιστημίου  την 
γερμανικην  ώς  το  πλείστον  μετεχειρίσθησαν  έν  ταΐς  άνακοινώσεσιν 
αυτών,  η  μάλλον  αμφοτέρων  τών  διεθνών  γλωσσών  έποιησαντο  χρη* 
σιν.  καθ'  ότι  ή  γαλλική  ήτο  πολύ  μάλλον  απαραίτητος  έν  τοΐς  κοιναϊς 
τών  τμημάτων  πάντων  συνεδρίαις  καϊ  ητο  ούτως  ειπείν  η  υπηρεσιακή 
γλώσσα,  έν  ή  και  τα  πρακτικά  του  συνεδρίου  έτηροΰντο.  Αλλ  ύπήρ- 
χόν  τίνα  τμήματα,  περί  ών  δυνάμεθα  νά  είπωμεν,  ότι  κρατούσα  γλώσ- 
σα ήτο  ή  γερμανική.  Τοιούτο  δ'  ύπήρςε  μάλιστα  τό  τμήμα  Ελλάς 
και  Ανατολή,  τό  και  τάς  βυζαντιακάς  περιλαμβάνον  μελετάς  και 
μάλιστα  πάντων  ενδιαφέρον  ημάς  τους  "Ελληνας,  περί  ού  θέλω  κά- 
μει ϊδιον  λογον   ;ν  άλλη  επιστολή. 

Και  ταϋτα  μεν  έπισήαως  ούτως  είπεϊν.  Αλλ'  οί  "Ελληνες  άντιπρός- 
ωποι  έ'σχον  τήν  εύχαρίστησιν  νά  πεισθώσιν,  έστω  και  ανεπισήμως  έν 
τω  συνεδρίω  ή  εκ  της  έπ'  ευκαιρία  αύτοΰ  διαμονής  έν  'Ρώμη,  περ' 
της  μεγάλη;  διαδόσεως  τής  ελληνικής  άνχ  τους  κύκλους  τών  επιστη- 
μόνων έν  τή  έσπερίο*  και  άρκτώα  Ευρώπη. 

Αυτός  ό  ΟρρβΓΐ,  περί  ού  είπον  ανωτέρω,  μή  περιοριζόμενος  εις 
τας  είοικας  αύτοϋ  άσσυριολογικάς  μελετάς,  αλλά  περί  παντοία  δια- 
τριβών, εινε  γνώστης   τής  νέας  ελληνικής,  ην  έννοεϊ,  βραδέως  προφε- 


—   119  — 

ρομένην,  και  εν  ή  δύναται  νά  οιαλεχθτί,  ε!  και  αετά  δυςχερείας.  Ή 
τραχύτης  της  προφοράς  εΐνε  αληθές,  ότι  καθιστά  δυςνόητα  τα  λεγό- 
μενα ύπ'  αϋτοΰ  ελληνιστί,  άλλ'  όμολογητέον,  ότι  ού/  ήττον  ακατάλη- 
πτος εΐνε  λαλών  γερμανιστί  ή  γαλλιστί  δια  το  υπό  -του  γήρατα:  νω- 
ον,  την  τανυτητα  περί  το  λέγειν  και  την  νευρικην  ταρανην,  ήτις 
συνοδεύει  πάσαν  αύτοΰ  λεζιν.  Άλλα.  καίπερ  έννοών  κα•  όαιλών  την 
νέαν  έλληνικήν,  ό  ΟρρβΓΐ,  δςτις  έν  πολλοίς  εΐνε  παράδοξος,  άλλως  δέ 
δέν  πολυαγαπά  την  Ελλάδα,  6έν  παραδέχεται,  δτι  ή  ύπ'  αύτοΰ  λα- 
λουμένη  εΐνε  ή  ελληνική.  Μοϋ  λέγουσι,  μοϊ  έλεγεν,  ενίοτε  οί  "Ελληνες 
των  Παρισίων,  δτι  ομιλώ  ελληνικά  εγώ  δέ  τους  λέγω,  δτι  δέν  εΐνε  ελ- 
ληνικά, άλλα  όωυ,αϊ'Κίί.  Ουδέ  θέλει  νά  εϊπη  ταύτα  λέγων,  δτι  ομιλεί 
^ωμαίϊκα,  άλλα,  βαίνων  υπέρ  τά  έσκαμμενα,  φρονεί,  δτι  τοιαΰται 
εΐνε  αί  ει;  την  γλώσσαν  ημών  διά  τών  αιώνων  έπελθοΰσαι  μεταβολαί, 
ώςτε  εΐνε  άλλη  γλώσσα.  Ευτυχώς  έλεγε  προς  με  τά  τοιαύτα  έν  τω 
συμποσίω  τω  έπιστέψαντι  τάς  πολυημέρους  εργασίας  του  συνεδρίου. 
Μεταζύ  δέ  δύο  ποτηριών  οϊνου  το  παράδοξον  άπέβαλλε  μέγα  μέρος 
της  σοβαρότητος,  ην  θά  είν/εν  έκφερόμενον  έν  συνεδρία  τμήματος  μεταζύ 
δύο  γραμματέων. 

Μετά  πολύ  δέ  μείζονος  εΰνερείας  ή  ό  ΟρρβΓΐ  έλάλουν  την  έλληνι- 
κήν έκ  τών  έν  τω  συνεδρίω  ό  Άραβολόγος  και  περί  τάς  λοιπάς  σημι- 
τικάς  γλώσσας  ούχ  ήττον  έμβριθώς  ασχολούμενος  γηραιός  καθηγητής 
τοϋ  έν  Στρασβούργω  Πανεπιστημίου  Εαΐίΐΐφ  και  ό  έν  Έϊδελβέργη 
καθηγητής  ΜβΓΧ. Τούτων  ό  ΕυΙΪΓψ  έπεσκέφθη  πλην  της  λοιπής  Ανα- 
τολής πολλάκις  και  τήν  Ελλάδα  και  ποικίλα  διηγεϊτο  περί  τών  Αθη- 
νών έν  ταϊς  ήμέραις  τοϋ  βασιλέως  "Οθωνος,  δτε  ή  πόλις  και  ή  αθη- 
ναϊκή κοινωνία  δέν  είχον  ην  σήμερον  δψιν.Έτι  δέ  μείζονα  γνώσιν  της 
νέας  ελληνικής  εΐχεν  ό  έν  Πέστη  καθηγητής  Βάΐΐηΐ  και  αυτή  δέ  ή 
σύζυγος  αύτοϋ.  Και  εΐχον  μεν  αποβάλει  τήν  άσκησιν  τοϋ  ελληνιστί 
διαλέγεσθαι,  άλλ'  οΰχ  ήττον  ήδύναντο  ευκόλως  νά  συνεννοηθώσι  διά 
τών  λειψάνων  της  περί  τήν  νέαν  έλληνικήν  εζεως  αυτών  ένεκα  της 
προ  ετών  αα/.οάς  αυτών  έν  Αθήναις  διαμονής.  Ταύτα  δέ  δυναμαι  νά 
εϊπω  περί  τοϋ  φίλου  έν  Ογβζ  καθηγητού  κ.  Ιωσήφ  Στρυγόφσκη,  ενός 
τών  άριστων  τήν  σήμερον  γνωστών  της  βυζαντιακής  τέχνης,  ης  ή  με- 
γάλη αγάπη  ήγαγεν  αυτόν  δις  εις  τάς  Αθήνας,  ένθα  είχε  διατρίψ$ι 
8<ρ'  ικανούς  μήνας. 


—  150  — 

Και  περί  πάντων  μέν  τούτων  δύναται  να  λεχθη,  ότι  και  νέα  ελ- 
ληνικά βιβλία  και  εφημερίδας  άναγινώσκουσιν  άνευ  ουδεμιάς  δυςχε- 
ρείας  και  να  διαλεχθώσιν  ελληνιστί  δύνανται  κατά  τό  μάλλον  η  ήτ- 
τον. Άλλα  και  άλλοι  πολλοί  των  παραστάντων  εις  το  συνέδριον  ξέ- 
νων,  μάλιστα  των  Γερμανών,  δεν  είνε  εντελώς  αδαείς  της  νέας  ελλη- 
νικής ένεκα  τών  μ,ικρών  αυτής  διαφορών  άπό  της  αρχαίας,  μάλιστα 
δε  αν  συνέπεσε  νά  παρακάμψωσι  τάς  έ'νεκα  της  περί  την  προφοράν 
διαφοράς  και  του  αναλυτικού  τρόπου  της  νέας  ημών  γλώσσης  δυςχε- 
ρείας  διά  διατριβής  εν  Ελλάδι,  έστω  και  βραχείας. 

Άλλα  πλην  τών  ούτως  όπωςδήποτε  γινωσκόντων  την  νέαν  ελληνι- 
κή ν  υπήρξαν  εν  τω  συνεδρίω  και  αυτόχρημα  άριστοι  αΰτης  γνώσται. 
Ενταύθα  δε  οφείλω  νά  εξάρω  ιδίως  δύο,  τον  φίλον  κ  Κ^ϋΠ1^^^^^16ί, 
και  τον  νεαρόν  Ίταλόν  διδάκτορα  κ.  Πασ^κλην  ίιβίοπδ.  Ό  κ.  Κ.Π1ΙΏ 
1)3.θΙΐβΓ,  δν  είχον  την  εΰχαρίστησιν  >>ά  έπανίδω  μετά  πολλά  έ'τη, 
κατελθόντα  έκ  Μονάχου,  ομιλεί  την  ελληνική  ν  όχι  μόνον  απταίστως, 
αλλά  και  μετά  χαράς  και  προθυμίας.  Ομολογώ,  οτι  ή-ϊθανόμην  ίδια- 
ζουσαν  εΰχαρίστησιν,  ότ'  έπί  του  προεδρείου  του  βυζαντιακού  τμή- 
ματος, έφ'  ου  έκαθήμεθα  συμπάρεδροι  μετ'  αΰτοΰ  και  του  Στρυγόφ- 

^     .      *  « 

σκη,  πάσα  συνεννοησις  περ*.   των    συνεοριων  η  περί    παρεμπιπτόντων 

έπειςοδίων  διεξήγετο  ελληνιστί  ως  τό  πλείστον.  Ό  δέ  κ.  ίιβίΌηδ 
έπ'  ί'σης  ομιλεί  την  νέαν  έλληνικήν  ευχερέστατα  τούτο  μεν  ένεκεν  ειδι- 
κής αυτής  μελέτης,  τούτο  δ'  ένεκα  τών  πατρίων  αναμνήσεων  της  ιτα- 
λικής χώρας  εξ  ης  κατάγεται.  Είνε  δήλα  δη  αύτη  ή  Απουλία,  έν  ή 
ύπάρχουσιν  ακόμη  ού  μακράν  του  ίιβΟΟβ,  τού  αρχαίου  Αλητίου,  οκτώ 
χωρία,  έν  οις  λαλείται  ή  ελληνική,  ελληνική  παρεφθαρμένη  και  μή 
μελετηθείσα  ακόμη  επαρκώς  παρ'  όλα  τά  περί  αυτής  γραφέντα  υπό 
τοϋ  ΜθΓ081  και  τοϋ   Ρ&1αΐΤΐΐ30. 

Οί  άπό  Ελλήνων  καταγόμενοι  εκείνοι  Ιταλοί  έ'χουσιν  έγκαταμε- 
μιγμένας  έν  τω  ΐδιώματι  αυτών  και  έν  τοις  άσμασι  λέξεις  έλληνικάς. 
και  αυτών  δε  τών  χωρίων  τά  πλείστα  ονόματα  είνε  ελληνικά.  Ούτω 
τό  πάτριον  χωρίον  τοϋ  κ.   ί,βίοΠδ  ονομάζεται  Καλημέρα. 

Άλλα  δυςτυχώς  δεν  εχουσι  πλέον  ούτε  οί  Καλημεριάνοι,  ούτε  οι 
γείτονες  αυτών  ομόφυλοι  τήν  συναίσθητιν  της  συγγενείας  αυτών  προς 
τον  έλληνικόν  κόσμον,  καθ'  ά  μετά  λύπης  μ'  έβεβαίωσεν  ό  κ.  ίιβίοηδ. 
Είνε  άρα  οί  Ίταλοέλληνες  εκείνοι,  ων  διά  παντός  τρόπου  πρέπει  να 


—  121   — 

ύπεκκαύσωμεν  τάς  έλληνικάς  αναμνήσεις,  λείψανα  των  Βυζαντινών 
κατακτητών  της  νοτίου  Ιταλίας,  η  μάλλον,  ώς  ΐσχυρίσθη  πρό  τίνων 
ε'τών  ό  "Αγγλος  ΤοζβΓ,  απόγονοι  Ελλήνων  αποίκων  του  δεκάτου 
εβδόμου  αιώνος;  Ιδού  ζήτημα,  όπερ  δέν  δύναται  ακόμη  να  θεωοηθή 
λελυμένον. 

Ό  κ.  Ι^βίΌπδ,  όςτις  μετά  ζήλου  ασχολείται  περί  τά  ελληνικά 
στοιχεία  της  πατρίου  γλώσσης  και  εΐνε  νεαρός  ερευνητής  έχων  εύελπι 
το  μέλλον,  άνεκοίνωσεν  έν  τω  βυζαντιακώ  τμήματι  του  συνεδοίου 
κατάλογον  ελληνικών  λέξεων  της  Καλημέρας  μη  άναγεγρααμένων  μέ- 
χρι τοΰδε.  Οί  άναγνώσται  του  "Αστεως  θάναγνωρίσωσιν  εΰνερώς  υπό 
τάς  ίταλιστ:  γεγραμμένας  λέξεις  τό  έλληνικόν  αυτών  άντίστοινον, 
όπερ  και  παραθέτω  έν  παρενθέσει.  ί/ίταΐπΐ  (λίμνη),  οππίία  (ομιλία), 
386Γ3,  (άθέρας,  αΐθήρ),  οαΐ£ΙΓΓΩ&  (κάθαρμα ),  νθΐθ(βώλος),  νπκίαϋ 
(βοΰρλον),  οίΐΪΓΠΟ  (όψιμος),  ρΐΌίΏΠΐίο  ( πρώιμος ),  ΠΠ1Π13,  (ρήγμα), 
1»(1άθ  (θαλλός).  ΐΓαίΌδ  (τράφος,  τάφρος),  11ΠΤ10  (ούρμος,  ώς  ίν 
Έπτανήσω  =  ώριμο;),  οαΙεφΙΠΟ  (καταπίνω),  ρΟΓΟ  (πόρος),  ΟΓθ1)θίεΐ 
(κοπριά),  ΙίΟΠΙίΙα  (κονίδα),  ρϊΐέ  (πηλίς),  ίΐΟΕΠ  (φηκάρι),  άβΐΏΒΙ 
(δεμάτι),  (]α80  (δάσος ),  13,000  (λάκκος),  ΙαδΙϋΠα  (  βλάστη  ),  Η^Ο 
(λύγος),   Προ  (λίπος). 

νΑριστα  δε  σχετικώς  ώμίλει  τήν  νέαν  έλληνικήν  έκ  τών  εν  τφ 
συνεδρίω  πλην  τών  κ.  κ  ΚπΐΙΏΟΕΙθΙΐ6Γ  και  ίβίοηδ  ό  εν  Φλωρεντία 
καθηγητής  κ.  ΡϋνοΙΙίπί,  καίπερ  μή  καταγόμενος  έξ  Ελλήνων,  ούδ' 
έλθών  ποτέ  -εις  τήν  Ελλάδα.  Όλιγώτερα  δε  είνε  τά  ελληνικά  του  έν 
Κρήτη  διατρίψαντος  φυσιοδίφου  ΒαΙ(1α00Ϊ,  γνωστού  και  παρ'  ήμϊν 
έκ  δημοσιεύσεων  έν  τη  Έπετηρίδι  του  Παρνασσού.  Έκ  δέ  τών  έιι- 
μέσως  προς  τό  συνέοριον  συνδεομένων  αναφέρω  τόν  έν  'Ρώμη  καθη- 
γητήν  της  αρχαιολογίας  κ.  Μαριάνην.  όςτις,  ει  και  παρήλθον  ικανά 
έτη  άπό  της  έν  Αθήναις  και  Κρήτη  διαμονής  αΰτοϋ,  λαλεϊ  τήν  καθ" 
ημάς  μετά  πλείστης  όσης  ευχέρειας.  Υπήρξε  δέ  δι'  έμέ  ιδιαιτέρα 
όλως  εύχαρίστησις  ή  προθυμία,  μεθ'  ης  ό  κ.  Μαριάνη;  έπεζήτησε  νχ 
σχηματίση  περί  εαυτόν  έλληνικόν  όμιλον  έν  τω  ΡοΓϋΠΙ  ΒοΐϊΙ&ηϋΠΙ, 
όπως  έρμηνεύση  ελληνιστί  τα  κατά  τάς  νέας  νϋν  τελουμένας  άξιολο- 
γωτάτας  άνασκαφάς  τήν  ήμέραν,  καθ'  ην  Ιταλοί  αρχαιολόγοι  χνέ- 
λαοον  το  έργον  τούτο  χάριν  τών  έν  τω  συνεδρίω  ξένων  Εΐνε  αληθές, 
οτι    ό   υπουργός    της    παιδείας    Βαοοβίΐΐ,  όςτις    ομοίως    έπετέλει    τήν 


—  \η  — 

ήι/.έραν  έκείνην  το  έργον  ερ  μην  έως  έν  τη  αρχαία  ρωμαϊκή  άγορ^,  εΐ- 
χεν  εΰρύτερον  περί  εαυτόν  κύκλον  και  ότι  ούχ  ήττον  παμπληθείς  ήσαν 
οί  όμιλοι  των  συνέδρων  οί  περί  τους  Ιταλούς  αρχαιολόγους  τους  ερ- 
μηνεύοντας τα  μνημεία  ίταλιστί,  γερμανιστϊ,  γαλλιστΐ  η  άγγλιστί. 
Άλλ'  ό  ι/,ικρός  και  σχεδόν  οικογενειακός  Ομιλος  ό  μετά  του  κ.  Μα- 
ριάνη  έπί  της  ρωμαϊκής  αγοράς  συνδέων  έν  τη  ήμερα  εκείνη  τάς  ανα- 
μνήσεις της  Ελλάδος  κα:  της  Ιταλίας,  των  Αθηνών  και  της  'Ρώ- 
μης,  θά  διατήρηση  πιθανώς  μακρότερον  χρόνον  τάς  ωραίας  εκ  τήζ 
ελληνικής  διδασκαλίας  τοΰ  Ιταλού  καθηγητού  εντυπώσεις. 

Άπό  της  ρωμαϊκής  αγοράς  μέχρι  της  έν  'Ρώμη  ρωσικής  πρεσβείας 
ή  άπόστασις  εϊνε  μακρά.  Και  όμως  ή  αύτη  ευχάριστος  συναίσθησις 
της  διαδόσεως  της  ελληνικής  γλώσσης  με  παρηκολούθησε  και  εκεί, 
ότε  εΐςήχθην  υπό  τοΰ  ευγενούς  κόμιτος  Στρογανώφ.  ου  είχον  ήδη 
θαυμάσει  τους  καλλιτεχνικούς  θησαυρούς  και  τα  βυζαντιακά  κειμή- 
λια. Ό  αυτός  σκοπός  της  επισκέψεως  τών  έν  τη  πλουσιωτάτη  συλ- 
λονή  του  πρεσβευτοϋ  κ.  Νελίδωφ  ελληνικών  καϊ  Ιδίως  βυζαντιακών 
αριστοτεχνημάτων  με  ήγαγεν  εις  τό  μέγαρον  της  ρωσικής  πρεσβείας 
μετά  τοΰ  Γάλλου  διευθυντού  τών  ανασκαφών  και  του  μουσείου  της 
Τύνιδο:  κ.  ΟουΙίΙβΓ.  Άλλ'  οποία  ύπήρζεν  ή  εύχαρίστησις  και  έ'κ- 
πληζίς  μου,  οτε  αμέσως  μετά  τήν  ύπό  του  κ  Στρογανώφ  παρου- 
σίασιν  ημών  ό  κ  Νελίδωφ  με  προςεφώνησεν  έν  αρίστη  ελληνική 
γλώσση.  και,  συστήσας  μοι  τους  δύο  αύτοϋ  υιούς,  προςεθηκε'  Και 
αυτοί  ομιλούν  ελληνικά. 

Τίς  οίδε  πόσοι  άλλοι  ακόμη  τών  εν  τω  συνεδρίω  παραστάντων 
όμιλοΰσι  τήν  ελληνικήν.  Τούτο  πάντως  ί>έον  νά  ΰποτεθή  περί  τίνων, 
αν  μή  περί  πολλών,  τών  αποτελούντων  τόν  έν  τω  συνεδρίω  ρωμανικόν 
όμιλον,  όςτις  πολύν  έπεζήτησε  νά  προκαλέση  θόρυβον  έν  'Ρώμη  και 
περί  οΰ  θά  γράψω  διά  μακρών  έν  άλλη  μου  επιστολή  Εις  τών  κυρίων 
τούτων  μοΐ  συνεστήθη  ύπό  δνομα  ρωμανικόν  αληθώς,  αλλά  νομίζω 
οτι  ανεγνώρισα  τό  δνομα  αυτού  ύπό  τον  έλληνικόν  του  τύπον  γεγραμ- 
μένον  διά  μολυβδίδος  άνευλαβώς  Ιπΐ  της  βάσεως  τοΰ  λεγομένου  Απο- 
λυομένου τοΰ  Λυσίππου  έν  τω  Βγ£ΙΟΟΪΟ  ηυονο  τοΰ  Βατικανού.  Ή 
αή  ό  Νεορρωαάνος  ούτος  έπανήλθεν  εις  τό  έλληνικόν  του  ονοαα  μόνον 
ίκεΐ.  δια  να  νομισθή,   ότι  μόνον  "Ελλην  ήάύνατο  νά  παραβή  τάς  ρη- 


—   1?3   — 

τάς  απαγορεύσεις  των  ρωμαϊκών  μουσείων,  και  ίπιρρίψϊ)  την  ευθύνην 
επ'.  την  αρχαιαν  του  πατριοα  ; 

Το  συμπέρασμα,  όπερ  ηδύνατο  να  έξαχθή  εκ  των  λεχθέντων  ανω- 
τέρω περί  της  μεγάλης,  ει  και  αφανούς  διαδόσεως  της  ελληνικής. 
είνε  ίσως  τολμηρόν.  άλλ'  οχι  καϊ  πρωτοφανές.  "Ηδη  ό  αΈΐοιίΙηείΙ 
και  ό  ΕβββΓ  προ  ετών  προέτειναν  έν  Παρισίοις  την  χρησιν  της  νέας 
ελληνικής  ώς  γλώσσης  τών  λογίων  διεθνούς.  Είνε  παρά  την  γνώμην 
του  ΟρρβΓΐ  ή  γνήσια  απόγονος  της  αρχαίας  τών  Ελλήνων  γλώσσης, 
ην  διδάσκονται  καϊ  θά  διδάσκωνται,  έφ'  δσον  υπάρχει,  μυριάοες  δλαι 
έν  τοις  σχολείοις  της  υφηλίου. 

Αϊ  διαφοραϊ  αύτης  από  της  αρχαίας  γλώσσης  είνε  μικραϊ,  τουλά- 
χιστον ώς  προς  την  γραφομένην  κοινώς,  ώς  προς  την  συνήθη  γλώσσαν 
τών  βιβλίων  και  τών  εφημερίδων  Είνε  δ'  επί  πλέον  γλώσσα  άληθης 
και  ζώσα,  γλώσσα  λαοϋ  εκατομμύρια  όλα  άριθαοΰντος  και  όχι  νεκρά, 
ώς  ή  λατινική,  ήτις  έχρησίμευεν  ώς  γλώσσα  διεθνής  έν  τοϊς  μέσοις 
αΐώσι  και  ακόμη  μέχρι  τη:  παρελθούσης  έκατονταετηρίοος,  οχι  πλά- 
στη δημιουργία,  ώς  το  νοίίΐρϋΐί.  Υποδεικνύω  απλώς  τό  θέμα.  χωρίς 
νά  θελήσω  νά  συζητήσω  αυτό  ενταύθα  διά  μακροτέοων. 

Ίσως  Γλθη  ή  ώρα  να  συζητηθη  ευρέως  έν  σχέσει  και  προς  την 
πρακτικην,  οχι  δε  βεβαίως  και  έπιστημονικ,ην  δψιν  του  ^ητηματος 
της  προφορά;  της  αρχαίας  ελληνικής  γλώσσης.  Ή  ώρα  δε  αΰτη  οεν 
θάργήση  πιστεύω  να  παραστή.  όταν  μετ'  ολίγα  ετη  κατόπιν  του 
Αμβούργου  τό  δεκατον  τέταρτον  συνέδριον  τών  Ανατολιστών  συνέλθη 
έν  Αθήναις,  καθ'  ά  πιστεύουσιν  ότι  κατώρθωσαν  οί  άντιπροςωπεύ- 
σαντες  την  Ελλάδα  έν  τω  συνεδρίω  της   'Ρώμης. 


Έπ&ατολή   Γ'. 

Έκ  'Ρώμτις,   18  Όκτωβρΐον. 

Συνεχίζων    τας    περί    του    συνεδρίου    τών    Ανατολιστών    έπιστολάς 
μου,  αναγκάζομαι  να  μη  τηρήσω  σειράν  χρονολογικήν.  Τούτο  δέ  τοσω 

*  'ϊ£δϊ|[Αοσιενθη  |ν  τώ  "Αν.ν.  τη;  30  Όχτωζρίου   1899, 


—  124  — 

μάλλον  καθ'  όσον  δεν  σκοπώ  να  συμπεριλάβω  εις  την  έμήν  διήγησιν 
πάντα  τα  κατά  το  συνέδριον.  Δεν  ενδιαφέρει  δνςτυχώς  τους  "Ελλη- 
νας αναγνώστας  μέγα  αέρος  των  επιστημονικών  εργασιών  των  έν 
αύτω  τελεσθεισών,  ουδέ  θα  ήτο  σκόπιμος  ή  έν  ελληνική  έφημερίδι 
αναγραφή  ανακοινώσεων,  αναφερομένων  εις  τάς  γλώσσας  και  τους 
λαούς  της  απώτατης  Ανατολής  ύπο  τών  άντιπροςώπων  της  Ινδικής 
και  του  Μεξικού,  της  Ιαπωνίας  και  της  Σινικής,  της  Περσίας  και 
του  Αφγανιστάν,  της  Παραγουάης  και  του  Μπουένος  "Αέρες.  Τούτων 
τινές,  φέροντες  την  παράδοξον  ίπιχώριον  ένδυμασίαν,  έκίνουν  την  περι- 
έργειαν  ου  μόνον  τών  αστών  της  'Ρώμης  άνά  τάς  οδούς,  άλλα  και 
αυτών  τών  έν  τω  συνεδρίω  Άνατολιστών.  Ουκ  ολίγοι  δε  είνε  οί  σπεύ- 
ί^οντες  νά  κάμωσι  την  προςωπικήν  γνωριμίαν  του  πολυτελή  μετάξι• 
νην  έσθήτα  φορούντος  άντιπροςώπου  ιής  Σινικής  «Ιν&η  ΟΗθΠ,  δπως 
άκούσωσι  μεν  αϋτοϋ  ευχερέστατα  λαλοΰντος.  .  .  οχι  την  όλως  άκατα- 
νόητον  σινικήν,  άλλα  την  άγγλικήν,  λάβωσι  δε  το  μέγα  κόκκινον  αυ- 
τού έπισκεπτήριον,  όπερ  έξήγεν  έκ  του  μεγάλου  χαρτοφυλακίου,  του 
κρυπτομένου  έν  τω  έτέρω  τών  υψηλών  και  όμοιων  προς  κυνηγετικάς 
ένδρομίδας  υποδημάτων  του  Κινέζου  γλωσσολόγου. 

Επαναλαμβάνω,  ότι  δΐ/ςτυ^ώς  παρά  τω  έλληνικώ  έθνει,  όπερ 
δεκάδας  μόνον  ελευθέρου  βίου  άριθμεϊ  και  κυμαίνεται  μετέωρον  υπό 
παντοίων  αναγκών  έν  τω  υπέρ  υπάρξεως  άγώνι  και  &έν  έχει  άμεσον 
έπικοινωνίαν  προς  τους  πλείστους  τών  απωτάτων  ανατολικών  λαών, 
αϊ  άνατολικαΐ  μελέται  ευρίσκονται  μόλις  που  έν  τω  άλφα  και  περιο- 
ρίζονται εις  ολίγας  μόνον  γλώσσας  και  ολίγους  λαούς.  Εις  τά  δά- 
κτυλα δε  μετρούνται  παρ'  ήμϊν  οί  γινώσκοντες,  έστω  και  πρακτικώς 
μόνον,  αύτάς  τάς  προς  τό  ήμέτερον  έθνος  αμέσως  σχετιζομένας  τών 
ανατολικών  γλωσσών,  την  τουρκικην,  την  άλβανικην  και  τάς  τών 
συνοίκων  λαών  τών  περί  τον  Αίμον  χωρών.  Έν  αυτή  τη  στρατιωτική 
σχολή  τώρα  μόλις  έπ'  έσχατων  εγεινε  λόγος  νά  μελετηθή  τό  ζήτημα 
περί  είςαγωγής  της  τουρκική;  γλώσσης.  Περί  δε  της  σανσκριτικής  έν 
αύτω  τω  Πανεπιστήμιο)  γίνεται  λόγος  μόνον  άπό  τίνων  ετών  χάρις 
εις  τον  συνάδελφον  κ.  Χατζιδάκιν.  Ό  δε  κ.  Καρολίδης,  όςτις  ευτυχεί 
νά  γινώστη  άνατολικάς  τινας  γλώσσας,  δεν  έ'χει  και  την  εύκαιρίαν, 
άτε  άλλην  έχων  δημοσίαν  έντολήν,  νά  μεταδώση  τάς  γλωσσικάς  αυ- 
τού γνώσεις  εις  τους  ακαδημαϊκούς  πολίτας. 


—   Γ>5  — 

Και  βεβαίως  μέν  πολυτέλεια  θα  ήτο  διά  την  πτωχήν  ημών  πολι- 
τείαν  ή  έγκατάστασις  εδρών  ανατολικών  γλωσσών  έν  τω  Πανεπιστη- 
μίω.  Άλλ'  εΐνε  ήδη  καιρός  να  γείνη  μέν  ώριμο;  σκέψις  περί  άζιοπρε- 
ποΰς  άντιπροςωπεύσεω;  της  εβραϊκής  τουλάχιστον  γλώσσης  έν  τω 
Νανεπιστηαίω,  να  είςανθώσι  δε  ή  τουρκική  και  αλβανική  εις  την 
σν/ολήν  τών  Ευελπίδων  και  εις  την  Ναυτικήν,  να  ίδρυθή  δε  ιδία  σχο- 
λή ανατολικών  γλωσσών  προς  διδασκαλίαν  τη;  τουρκικής,  αλβανικής, 
ρωμανικής,  σερβικής  βουλγαρικής  και  αραβικής  χάριν  τών  έν  τή  Ανα- 
τολή μελλόντων  Ελλήνων  προξένων  και  τών  εμπόρων  κατά  το  υπό- 
δειγμα τής  έν  Παρισίοις  Εοοίβ  άβδ  ΐ3Π£ϋ6δ  ΟΠβηΙ&Ιβδ  νίναπίβδ  και 
τών  αναλόγων  σχολών  έν  Βιέννη,  Βερολίνω  και  Νεαπόλει.  Ταΰτα  θα 
ήρκουν  να  πληρώσωσι  μεν  αίσθητάς  παρ  ήμϊν  άνάγκας,  να  προαγάγωσι 
δε  όπωςδήποτε  τάς  ανατολικά;  μελέτα;  ή  τουλάχιστον  τό  περί  τών  ανα- 
τολικών γλωσσών  ενδιαφέρον  παρά  τοις  "Ελλησι.  Μέχρις  ότου  δε  συν- 
τελεσθή  τοιαύτη  τις  παρ'  ήμϊν  πρόοδος,  αναπολόγητοι  θά  μένωσι  και 
έν  τφ  μέλλοντι  οί  άντιπροςωπεύοντες  την  Ελλάδα  έν  τοις  συνεδρίοι; 
τών  Άνατολιστών,  όταν  ποτέ  ερωτώνται  αν  πράγματι  αϊ  τοιαϋται 
μελέται  εϊλκυσαν  μέχρι  τούδε  την  προςο/ήν  τών  Ελλήνων  λογίων 
και    τής    ελληνική;   πολιτείας. 

Δια  τούτους  τους  λόγους  και  εγώ  έν  ταύταις  ταΐς  έπιστολαϊς  θά 
περιορισθώ  εις  μόνα  τά  δυνάμενα  νά  έ'χωσι  γενικόν  ενδιαφέρον  δια 
του;  άναγνώστας  του  "Αστεως.  Τοιαύτα  δε  εΐνε  μάλιστα  τάνακοι- 
νωθέντα  και  συζητηθέντα  έν  τω  τμήματι  Ελλάς  και  Ανατολή,  τω 
ένδεκάτω  τών  του  συνεδρίου,  καϊ  όσα  έν  γένει  έ'χουσι  σχέσιν  προς 
την  Ελλάδα,  τους  "Ελληνας  άντιπροςώπους  έν  τω  συνεδρίω,  τους 
συνοίκους  ή  αντιζήλους  ημών  λαού;  και  τα  κατά  τήν  συζήτησιν  περί 
τής  έδρας  του  προςεχους  δεκάτου  τρίτου  συνεδρίου  τών   Ανατολιστών. 

'Αλλά  πριν  ή  εκθέσω  τά  κατά  τό  κυρίως  ενδιαφέρον  τους  "Ελλη- 
νας άναγνώστας  τμήμα  και  ανακοινώσω  τά  κατά  τήν  έπιστημονικήν 
συμβολήν  τών  Ελλήνων  άντιπροςώπων,  θεωρώ  έπάναγκες  νά  ενδια- 
τρίψω περί  δύο  ζητήματα,  περί  ων  σποράδην  έ'γεινε  λόγος  και  έν 
έλληνικαΐς  έφημερίσι,  και  δη  και  έν  αΰτώ  τω  "Αστει,  κυρίως  έκ 
τηλεγραφημάτων,  φερόντων  ώς  τόπον  αποστολής  τό  Μόναχον,  άλλ' 
έν  οίς  διεστρέφετο  παραδόξως  ή  αλήθεια.  Τά  δύο  ταύτα  ζητήματα 
εΐνε   τά    κατά  τους   'Ρωμάνους   και  τους  Αλβανούς    έν  τφ  συνεδρίω. 


—  126  — 

Και  πρώτον  περί  των  'Ρωμάνων. 

Ουδείς  δύναται  νάρνηθή,  ότι  ή  "Ρωμανία  έ'χει  επιστήμονας. 
Άλλ'  εις  άλλους  άφίνω  να  κρίνωσιν  άν  έ'χη  καί  Άνατολιστάς.  Οΰχ 
ήττον  ήδύνατο  βεβαίως  ή  "Ρωμανία  νάποστείλγ)  άντιπροςώπους  εις 
συνε'δριον  εν  ω  περιελαμβάνοντο  καί  θέματα  έκ  των  άπασχολούντων 
τους  'Ρωμάνους  λογίους.  Άλλ  ότι  οί  "Ρωμάνοι  καί  αυτά  τα  επι- 
στημονικά θέματα  πραγματεύονται  κατά  το  πολιτικόν  αυτών  συμφέ- 
ρον συνήθως  αποδεικνύεται  έκ  του  τρόπου,  καθ'  δν  έξεικονίζουσι  τήν 
ιδίαν  εαυτών  ίστορίαν  έν  τοις  χρόνοις  τών  Ελλήνων.  Οί  μεγάλοι 
εκείνοι  Φαναριώται,  εις  ούς  ή  Μολδαυία  καί  ή  Βλαχία  έπί  δύο  όλους 
αιώνας  έ/ρεώστουν  διοίκησιν  καί  νομοθεσίαν, γράμματα  καί  έπικοινω- 
νίαν,  τάς  βρύσεις  τών  πόλεων  καί  τάς  λεωφόρους  τών  αγρών,  κακί- 
ζονται  ώς  τύραννοι.  Μάσ"Γΐγα  τοΰ  διαβόλου  ώνόμασεν  ή  έκ  "Ρω- 
μανίας δημοσιογράφος  καί  ποιήτρια  κυρία  Σμάρρα  έ'να  τών  Μαυρο- 
κορδάτων.  Άλλα  δεν  είνε  ή  μόνη  ούτω  φρονούσα  περί  τών  Φαναριω- 
τών.  Υπάρχει  ολόκληρος  ιστορική  σχολή  διαστρεφουσα  τά  κατά  τους 
χρόνους  εκείνους,  ής  φανατικώτατος  άντιπρόςωπος  είνε  ό  ΧβΠΟροΙ. 
'Τπό  της  σχολής  ταύτης  πάν  ό  τι  έλληνικόν  έν  ταϊς  παριστρίοις  ήγε- 
μονίαις  κακίζεται  καί  κατασυκοφαντείται,  ή  δε  φαναριωτική  αρχή 
παρουσιάζεται  αυτόχρημα  ώς  τυραννίς. 

Άλλ'  ή  αλήθεια  είνε.  ότι  δεν  εχονται  τοιούτων  ιδεών  άπαντες  οί 
'Ρωμάνοι.  Άντίθετον  όλως  γνώμην  'ίγζι  καί  πολύ  δικαιοτέρων  κρί- 
σεων άντιπρόςωπο;  είνε  εϊς  τών  επιφανέστερων  καθηγητών  του  έν 
Βουκουρεστίω  πανεπιστημίου,  ό  ΕΓθίθ63,ηα.  Ούτος  ου  μόνον  αυτός 
εκτιμά  καί  δικαίως  κρίνει  τήν  έποχήν  ιής  ελληνικής  ηγεμονίας,  άλλα 
καί  τους  μαθητάς  αυτού  παρορμά  πρό;  όμοιας  μελετάς.  Τοιαύτη  είνε 
ή  καθ  '  ΰπόδειξιν  αυτού  πρό  ολίγων  μηνών  έν  Αθήναις  εκδοθείσα  υπό 
τού 'Ρωμάνου  καί  έν  τη  θεολογική  σχολή  τού  Εθνικού  Πανεπιστημίου 
σπουδάσαντος  πρωθιερέως  κ.  Αθανασίου  περί  τών  έν  "Ρωμανίιχ  κατά 
τους  παρελθόντας  αιώνας  ελληνικών  σχολών  καί  της  έπί  τήν  πνευμα- 
τική ν  άνάπτυξιν  τών   'Ρωμάνων  επιδράσεως  αυτών. 

Αλλ'  οί  'Ρωμάνοι  οί  έλθοντες  εις  τό  συνεδριον  δεν  ήσαν  οίοι  οί 
κ.  κ.  ΙΐΤϋΐϋβαηΐι  καί  Αθανασίου.  'Απ'  εναντίας  δε  οί  έν  "Ρώμη 
άντιπροςωπεύοντες  τήν  ρωμανικήν  κυβέρνησιν  καί  έπιστήμην  καί  τό 
ρωμανικόν    έθνος    προς   μεν    τους    "Ελληνας    ήσαν    ήκιστα    εΰνοϊκώς 


—   127  — 

όιατεθειμένσι.  δευτέρου  οέ  λόγου  έθεώρουν  την  έπιστήμην  έν  τω  ίυν- 
εορίω.  Οι  σκοποί  αυτών  ήσαν  άλλοι,  σκοποί  αυτό/ ρήμα  πολιτικοί. 
Ό  (χέν  κ.  Μιχαήλ  ΗοΙΒαΐΊ  ,  άλλοτε  πρόξενος  της  "Ρωμανίας  έν 
Γενεύη,  ό  έτερος  των  άντιπροςωπευόντων  το  ρωμανικόν  ύπουργεϊον 
της  Παιδείας,  ήσχολεΐτο  περί  επιδεικτικά  συμπόσια  προπαγάνδας  έν 
τω  μεγάλω  ξενοδοχείω  τοΰ  Κυριναλίου  μάλλον  η  περί  ανακοινώσεις, 
ό  δέ  κ.  Οΰρέκκια  την  έπιστήμην  έ'σχεν  ώς  πρόσχημα  τών  εθνολογικών 
και  πολιτικών   αυτού  εντολών. 

Ούτω  δέ  μόνον  ηδύνατό  τις  να  ένθυμηθή,  ότι  είνε  και  καθηγητής 
τοΰ  Πανεπιστημίου  τοϋ  Βουκουρεστίου,  έν  ω  παρ  ημϊν  είνε  πολύ  γνω- 
στότερος ό  άλλοτε  υπουργός  της  Εκπαιδεύσεως  και  αντιπρόεδρος  της 
ρωμανικής  γερουσίας  ώς  άνήρ  πολιτικός,  ου  τα  ρωμανικά  ιδεώδη  ου- 
δαμώς βεβαίως  συμπίπτουσι  προς  τά  ελληνικά  δίκαια  και  συμφέροντα. 

Τοϋ  δέ  τρίτου  τών  κυρίως  άντιπροςωπευόντων  την  'Ρωμανίαν, 
του  καθηγητού  κ.  ΤοοίΙθδΟΐΐ,  η  στάσις  υπήρξε  πάντως  έπιστημονι- 
κωτερα,  αλλά  και  τούτον  μία  άπερροφα  κυρίως  σκέψις,  ή  χάριν  πο- 
λιτικών συμφερόντων  συναδελφωσι;  τήε  'Ρωαανίας  και  της  Ιταλίας, 
περί  ης  γενησεται  λόγος  κατόπιν. 

Άλλα  δεν  πρέπει  να  νομισθή.  ότι  ή  "Ρωμανία  άντεπροςωπεύετο 
μόνον  ύπό  τών  τριών  τούτων  επιφανών.  Ούτε  άντιπρόςωποι  της  Μα- 
κεδονορρωμανικης  εταιρείας  έλειπον.  ούτε  ολίγοι  υπήρξαν  οι  άποτε- 
λέσαντες  την  πολυπληθή,  έ'στω  και  αφανή,  φάλαγγα  τών  έλθοντων 
είς  το  συνεδριον  εκ  "Ρωμανίας  περί  την  τριάδα  τών  επιφανών.  Άλ- 
λοτε ό  Νέρων,  έλθών  είς  την  Ελλάδα,  όπως  αποκόμιση  στεφάνους 
έκ  τών  ελληνικών  αγώνων,  περιεστοιχίζετο  ύπο  στρατιάς  Αύγου- 
στείων,  ών  μονός  σκοπός  ήτο  τό  ίπευφημεΐν  τον  αυτοκράτορα,  έ'στω 
και  σφαλλόμενον  και  πίπτοντα  άπό  τοϋ  άρματος.  Άνάλογον  σκο- 
πόν  είχε  τό  περιστοιχίζον  τους  "Ρωμάνους  γερουσιαστάς  τοϋ  συνε- 
δρίου σμήνος,  νά  έπευφημή,  νά  συμπανηγυρίζη,  νά  προηγήται  και 
έπηται,  νά  είςορμα  εις  τά  τμήματα  μόνον  δταν  έμελλε  νάναγνωσθή 
ρωμανική  άνακοίνωσις.  Ή  αόνη  διαφορά  άπό  τών  νερώνειων  Αΰγου- 
στείων  εϊνε.  ότι  εκείνοι  ήλθον  είς  τήν  "Ελλάδα,  όπως  βοηθήσωσι  τον 
καίσαρα  νά  συγκοαίση  στεφάνους,  οί  δέ  "Ρωμάνοι  Αΰγουστειοι  τών 
γερουσιαστών  συνώδευσαν  αυτούς  είς  τήν  "Ρώμην,  όπως  κομίσωσιν  είς 
τήν  αίωνίαν  πολιν  τους  στεφάνους,  ους  ή  "Ρωμανία  έστελλεν  ίίς  τους 


—  128  — 

νεκρούς   τοΰ    Βίκτωρος   Εμμανουήλ    και   τοϋ    Γαριβάλδη  και  είς  την 
μακαρίαν  μνήμην  του  "Ρωμαίου  αύτοκράτορος  Τραϊανού. 

Είπον  ανωτέρω  σμήνος*  άλλ  έπρεπε  νά  εϊπω  μάλλον  θίασον.  Διότι 
οι  "Ρωμανοι  άπετέλουν  αυτόχρημα  θίασον  εις  θεαματικάς  άποσκο- 
ποΰντα  παραστάσεις.  Και  η  μέν  άντιπρόςωπος  της  εν  Βουκουρεστίω 
εταιρείας  τοΰ  τύπου  κυρία  Σμάρρα  εϊνε  ποιήτρια  και  δημοσιογράφος, 
άλλ'  έπετηδεύετο  και  την  ιστορικόν.  Άλλ' ή  κυρία  ί<6ΠΕΙ  ουδέν  άλλο 
έπεδίωκεν  ή  νά  επίδειξη  ως  αοιδός  της  βασιλίσσης  της  "Ρωμανίας  εν 
τινι  αϊθούση  συναυλιών  προ  των  συνηγμένων  συνέδρων  την  αληθώς 
έζαίρετον  μουσικήν  αυτής  τέχνην.  "Αλλως  έ'χουσι  τα  κατά  τον  'Ρω- 
μάνον  βοσκόν,  όςτις,  πεζός  έλθών  έκ  "Ρωμανίας,  καθ'  ά  τουλάχιστον 
άνεκοίνουν  αϊ  εφημερίδες  της  'Ρώμης,  αΐτινες  και  αυτό  το  όνομα  του 
παρέδωκαν  εις  την  άθανασίαν,  έφερε  την  έπιχώριον  ένδυμασίαν  τών 
'Ρωμάνων  ποιμένων,  έκόμιζε  τους  φακέλους  τών  ρωμανικών  ανακοι- 
νώσεων, ήκολούθει  τους  άντιπροςώπους  τοΰ  έθνους  αύτοΰ  άπανταχοΰ 
και  είχε  κεκρυμμένα  ως  έγκολπιον  τα  ποιήματα  τοΰ  Όρατίου  !  Ούτω 
διά  τοΰ  βωβοΰ  τούτου  προςώπου  τοΰ  ρωμανικού  θιάσου  ή  "Ρωμανία 
συνεδέετο  αμέσως  προς  την  'Ρώμην,  αν  δχι  προς  το  συνέδριον,  και 
τοΰτο  ήτο  θεατρικόν  τέχνασμα  συμπληροΰν  την  επί  το  Καπιτώλιον 
άπό  τοΰ  Βουκουρεστίου  σκηνοβασίαν.  Παρηκολούθει  δε  τέλος  και  ωδι- 
κός χορός,  προωρισμένος  νά  ψάλη  κατά  την  κατάθεσιν  τοΰ  στεφάνου 
παρά  τους  πόδας  τοΰ  Τραϊανείου  στύλου 

Τό  Ολον,  παρεσκευασμένον  άπό  μακροΰ,  μετά  πολλάς  βεβαίως  έν 
Βουκουρεστίω  συσκέψεις,  και  ουκ  άνευ  συνεννοήσεων  προς  την  έν  'Ρώ- 
μγ)  προπαρασκευάζουσαν  τά  τοΰ  συνεδρίου  έπιτροπείαν,  ητο  άνάξιον 
τοΰ  συνεδρίου,  προς  δ  ήτο  άσχετον.  Τι  κοινόν  μεταξύ  επιστήμης 
και  τοιούτων  επιδείξεων  ;  Και  όμως  ό  ρωμανικός  θίασος  τό  κατ1  αρ- 
χάς συμπαρέσυρε  τα  πνεύματα  τών  ι,ωηρών  Ιταλών.  Αί  εφημερίδες 
της  'Ρώμης  άνέγραφον  έν  λεπτομέρεια  καθ'  έκάστην  τα  γεύματα  τοΰ 
κ.  ΙΙοΙΙκιπ  και  τάς  κινήσεις  τοΰ  βοσκοΰ,  τά  άσματα  της  κυρίας  ίιβ- 
Π3,  και  τας  εΰφυολογίας  της  κυρίας  Σμάρρα.  Άλλ'  ή  παρρωμανική 
εκείνη  επιδημία,  ήτις  έν  ταϊς  πρώταις  ήμέραις  εϊχεν  αρχίσει  διαδιδο- 
μένη  και  εις  τάς  τάζεις  τοΰ  συνεδρίου,  εκίνησε  τέλος  τήν  άηδίαν  διά 
την  ΰπερβολήν  τοΰ  γελοίου  και  τοΰ  σκανδάλου.  Ούτω  δε  και  τό  σχέ- 
διον   τών   'Ρωμάνων,   θελόντων    νά    μεταγάγωσι   τήν    προςεχή  εδραν 


—   129  — 

τοϋ  συνεδρίου  εις  το  Βουκουρέστιον,  έναυάγησε  τέλος  οΐκτρώς.  Μά- 
την εφημερίδες  εντελώς  ρωμανίζουσαι.  οίος  ό  Ρ&ηΓϋΙΙα,  άνέγραφον. 
ότι,  καθ'  ά  μανθάνουσιν  ίκ  θετικής  πηγής,  έδρα  του  προςεχοϋς 
συνεδρίου  όρισθήσεται  το  Βουκουρέστιον.  Την  ύστεραίαν  εν  γενική 
συνελεύσει  των  συνέδρων  έξελέγετο  το  Άμβοϋργον,  έλααβάνετο  δε, 
ως  θα  ϊδωμεν,  εύφημότατα  υπό  σημείωσιν  ή  πρότασις  των  "Ελλήνων 
άντιπροςώπων  περί  συγκροτήσεως  τοϋ  κατόπιν  συνεδρίου  έν  Αθήναις 
όλίγην  ώραν  μετά  την  πανηγυρικήν  άπόρριψιν  της  ποοτάσεως  του 
κ.  Οΰρέκκια  περί  εθνολογικού  χάρτου  της  βαλκανικής  χερσονήσου  και 
μετά  την  όμόφωνον  άποδοχήν  άπασών  των  προτάσεων  του  ενταύθα 
υπογραφόμενου.  Διελύθησαν  λοιπόν  τελείως  αϊ  ρωμανικαί  πλεκτάναι, 
και,  ότε  την  ύστεραίαν  έν  τω  αποχαιρετιστήρια)  συμποσίω  παοουσιά- 
ζετο  άναγεγραμμένον  έπί  του  πολύχρωμου  έδεσματολογίου  και  τό 
ΡΐΐηοΙΐ  α  Ια  ΟαΐΊΏβη  δ^ΐνεΐ,  ήδύνατο  πας  τις  να  έννοηση,  δτι  τό 
ποτον  είχεν  όνομασθή  οΰτω  χάριν  τιμής  της  βασιλίσσης  των  'Ρωμά- 
νων  προ  πολλού,  ότε  ή  επιτροπεία  του  συνεδρίου  έρρωμάνιζεν,  άλλ' 
ή  ονομασία  αύτη  μετείχε  πλέον  ειρωνείας  τινός  την  ώραν  καθ'  ην 
συνεκρούοντο  τα  κύπελλα  των  αποχωρισμένων  συνέδρων. 


Επιστολή   Α'.   * 

Έκ  'Ρώμης,  20  Οκτωβρίου  1899. 

Ή  μεγάλη  έν  'Ρώμιτ)  θεατρική  παράστασις  τών  'Ρωμάνων  του 
συνεδρίου  τών  Άνατολιστών  είχεν  όρισθή  να  τελεσθή  έν  τη  άγορα 
τοϋ  Τραϊανού  (ΡοΓϋΙΏ  ΤΓθ|»ηΐ).  Τών  κατά  τους  αυτοκρατορικούς 
χρόνου;  έν  'Ρώμ•/)  ίδρυθεισών  αγορών  είνε  αύτη  ή  άριστα  σωζόμενη 
και  περικαλλέστερον  τών  άλλων  αυτοκρατορικών,  της  του  Αύγουστου 
και  τοϋ  Νέρβα,  κοσμουμένη  διά  τοϋ  μαρμάρινου  Τραϊανείου  κίονος, 
οςτις,  αίρόμενος  είς  ύψος  είκοσι  και  επτά  μέτρων,  είνε  νΰν  τό  άριστον 
τών  κοσμημάτων  της  άλλοτε  οιά  λαμπρών  κτιρίων  τοϋ  Δαμασκηνού 
άρχιτέκτονος  Απολλοδώρου  κοσμουμένης  άγορας  εκείνης. 

1   Έδημ,οαιεύθη  έν  τω'Αατίΐ  της  28  Όχτωβρίου   1899. 

«ΠΓΡ.    Π.    λΑΜΠΡΟΓ,    ΜΙΚΤΑ!    ΣΕΛΙΔΕΕ  9 


—  130  — 

Άλλα  τους  'Ρωμάνους  δεν  ήγεν  εις  την  άγοράν  έκείνην  η  Ιδέα  τοΰ 
θαυμασμού  των  άπολωλότων  έργων  του  Έλληνος  άρχιτέκτονος.  "Ηρ- 
κει  δι'  αυτούς  ή  σκέψις,  ότι  εν  τοις  έρειπίοις  ύψοΰται  ακόμη  περιφα- 
νής ό  κίων  τοΰ  "Ρωμαίου  αύτοκράτορος,  ου  ό  νεκρός  ήτο  τεθαμμένος 
ύπό  τον  κίονα  εκείνον.  Άλλ'  ή  σκέψις  αυτών  ητο  αληθώς  παράδοζος. 
"Ηρχοντο  να  καταθέσωσι  περίκομψον  χαλκοΰν  στέφανον  εις  τους  πό- 
δας τοΰ  κίονος  εκείνου,  δςτις  κοσμείται  δλος  σπειροειδούς  δια  παρα- 
στάσεων τοΰ  δακικοΰ  πολέμου  τοΰ  Τραϊανού,  έπί  τοΰ  τάφου  τοΰ  καί- 
σαρος  εκείνου,  ού  εν  τών  κυριωτάτων  καυχημάτων  ήτο  ή  καθυπότα- 
ξις  της  Δακίας.  Περίεργος  μεταστροφή  τών  ιστορικών  βλέψεων  έ'νεκα 
πολιτικοΰ  συμφέροντος.  Οι  απόγονοι  τών  Δακών  στεφανοΰσι  τον  τά- 
φον  τοΰ  κατακτητοΰ  και  ψάλλουσιν  έπινικίους  παλλατανικούς  ύμνους 
κάτωθεν  τοΰ  κίονος,  έφ'  ού  ή  ρωμαϊκή  ύπερφροσυνη  έγλυψε  τάς  πο- 
λιορκίας τών  δακικών  πόλεων,  τας  νίκας  τών  ρωμαϊκών  αετών,  τάς 
ήττας  τών  άρναίων  Δακών.  Άλλα  τι  προς  τους  'Ρωμάνους  οί  Δά- 
κοι; Είνε  δόξα  αυτών,  έσκέφθησαν,  ότι  απαρνούνται  τους  ηττημέ- 
νους προγόνους,  τους  λησμονημένους,  τους  προ  αιώνων,  και  έκφρά- 
ζουσι  δια  τών  ύμνων  τοΰ  ρωμανικού  χοροΰ  και  της  φλογέρας  τοΰ 
άγροδιαίτου  βοσκοΰ  των  τήν  εύγνωμοσύνην  αυτών  είς  τήν  μνήμην 
τοΰ  μεγάλου  νικητοΰ,  όςτις,  έξαλείψας  από  προςώπου  της  γης  εν  άρ- 
χαΐον  έθνος,  έδημιούργησε  δια  τοΰ  έκρωμαϊσμοΰ  τών  συντετριμμένων 
Δακών  εν  μικρόν  τμήμα  της  νέας  λατινικής  όμοφυλίας. 

Οί  'Ρωμάνοι  άπέδειςαν  πρό  πολλοΰ,  ότι  απαρνούνται  ίστοριαν  αυ- 
τών πρόςφατον  ακόμη,  λακπατούντες  τάς  αναμνήσεις  τών  φαναριω- 
τικών χρονών.  Άπό  της  τοιαύτης  αστοργίας  εις  τήν  άπάρνησιν  τοΰ 
απωτάτου  δακικοΰ  παρελθόντος  τό  βήμα  είνε  παράτολμον,  άλλα  μι- 
κρόν. Και  έτελέσθη  έν  'Ρώμτ).  Άλλ'  έπρεπε  να  τελεσθή  όσον  τό  δυ- 
νατόν έπιφανώς,  να  έπιδοκιμασθή  ού  μόνον  πάρα  τών  Ιταλών  τής 
έπισήαου  και  τής  όημοσιογραφούσης  Ιταλίας,  ού  μόνον  πάρα  τών 
συνέδρων  απάντων, όσοι  είχον  διάθεσιν  να  παρίστανται  είς  θεαματικας 
επιδείξεις,  άλλα  μάλιστα  πάρα  τών  έγγύτερον  γειτνιαζόντων  προς 
τους  'Ρωμάνους.  Σκοπιμωτάτη  θά  ήτο  προς  τούτο  ή  άνάμιςις  τοΰ 
τμήματος  εκείνου  τοΰ  συνεδρίου,  όπερ  έφερε  τό  όνομα  Ελλάς  κα. 
Ανατολή.  Ό  γερουσιαστής  και  καθηγητής  κ.  Τοοίΐβδοα,  μεθ' ού  εί- 
χον  τήν  τιμήν   να   συμπροεορευσω    τοΰ    τμήματος  εκείνου    μετά   τών 


—   131   — 

κ. κ.  ΚπίΠίβΕΙοΙίβΓ  και  Στρυγόφσκη,  ηθέλησε  πράγματι  νά^αμίξη  το 
τμήμα  εις  την  έορτήν  της  στέψεως  τοϋ  Τραϊανείου  στύλου.  Άλλ'  εις 
την  σθεναράν  άντίστασιν  των  συμπροέδρων  μου  «κείνων  οφείλεται  το 
κατόρθωμα,  ότι  ήουνήθημεν  ρητώς  νάντιταχθώμεν  εις  πΧσαν  τοιαύτην 
καταβίβασιν  του  τμήματος  ιχέχρι  τοιούτων  όχλαγωγικών  και  πολιτι- 
κών επιδείξεων. 

Άλλ  ή  ρωμανική  τριανδρία  είχεν  ήδη  σαγηνεύσει  υπέρ  της  πανη- 
γύρεως  το  γενικόν  προεδρεϊον  τοΰ  συνεδρίου,  τάς  άρνάς  της  'Ρώυ,ης 
και  την  δημοσιογραφίαν  της  πόλεως.  "Οπως  δ'  επισημότερον  <ι>ανώσι 
συμμετέχοντες  της  εορτής  και  οί  σύνεδροι,  διεπέμφθη  εις  τα  ταήμα- 
τα  παραγγελία  να  μή  συνεδριάσωσι  την  πρωίαν,  καθ '  ην  έμελλε  να 
κατατεθή  ό  στέφανος  τών  'Ρωμάνων  εν  τη  άγορα  τοΰ  Τραϊανού. 
Άλλα  τοΰτο  δεν  ήμπόδισε  το  ενδέκατον  τμήμα,  το  της  Ελλάδος 
κα!  Ανατολής,  να  εξακολούθηση  έν  πάση  ησυχία1  την  συνεδρίαν  αυ- 
τού.Ούδ'  υπήρξε  το  μόνον,  άλλα  και  τρία  άλλα  τμήματα  είργάσθησαν 
μετά  της  αυτής  αταραξίας,  αμέτοχα  τής  κινήσεως  τών  πανηγυριστών. 

Άλλα  τούτο  δεν  παρεκώλυσε  τους  κ.  κ.  Ούρέκκια  και  ΤοοΐΙβδΟϋ 
να  τελέσωσι  την  πανήγυριν  αυτών  έν  τω  ΡΟΠΙΙΏ  Τγο]3ΕΠ.  Ή  δια- 
φορά είνε,  δτι  ή  παράστασις  έμεινε  μετά  την  ήμετέραν  άρνησιν  εν- 
τελώς χωριστή  άπό  τών  έργων  τοϋ  συνεδρίου,  και  το  θέαμα  έμεινε 
θέαμα,  ου  μετέσχον  εκ  περιέργειας  οί  φίλοι  τής  ακροάσεως  λόγων  έν 
ύπαίθρω  έκφωνουμένων,  ύμνων  ςενοφώνως  άπηχούντων,  περιφοράς 
στεφάνων  άπό  μνημείου  εις  μνημεΐον. 

Έν  ταϊς  μεγάλαις  πόλεσι  δεν  λείπουσι  βεβαίως  θεαταΐ  άπό  τοιού- 
των θεαμάτων,  ουδέ  πευθήνες  εφημερίδων  εύρισκουσών  ΰλην  προς 
μετάδοσιν  περιέργων  νέων  εις  τους  άναγνώστας.  Αλλ'  όμολογητέον, 
ότι  ή  εορτή  δεν  ΰπήρξεν  εορτή  τοϋ  συνεδρίου,  οί  δε  ρήτορες  τής  ημέ- 
ρας έπανηγύριζον  έν  τη  Τραϊανείω  άγορα  και  περιεστεφάνουν  άρχαϊα 
και  νέα  μνημεία  καθ*  όν  χρόνον  οί  σχολάζοντες  τών  συνέδρων,  διερ- 
χόμενοι οί  πλείστοι  αδιάφοροι  εκ  τής  Τραϊανείου  άγορας,  έσπευδαν 
εις  το  ΡοΓϋΐΉ  Κοπίίΐηυΐΐΐ,  έν  ω  την  αυτήν  έκείνην  περίπου  ώραν 
"Ρωμαίοι  αρχαιολόγοι  ήρμήνευον  εις  τους  συνέδρους  τά  κατά  τας 
νέας  τής    ρωμαϊκής    αγοράς    άνασκαφάς. 

Άλλα  δια  π£σαν  θεατρικήν  παράστασιν,  και  αν  ακόμη  προώρισται 
νάποτύχη,    είνε  ανάγκη  γενικών  δοκιμών.    Και   τοιαΰται   δεν  έλειψαν 


—   132  — 

παραδόξως  και  διά  την  ρωμανικήν  έπίδειςιν  εν  τη  Τραϊανείω  άγο- 
ρ&.  Αύτη  είχεν  όρισθή  δια  την  πρωίαν  της  "29  Σεπτεμβρίου.  Και  δή 
κατά  την  τεταγμένην  ήμέραν  και  ώραν  παρέστησαν  εις  τόν  προς  δν 
δρον  αστυφύλακες  και  φρουροί,  ό  δημοτικός  /ορός,  αϊ  άρχαί,  ό  δή- 
μαρχος, ό  υπουργός  της  Παιδείας,  δςτις  και  έμελλε  να  εκφώνηση 
λόγον.  Άλλ  ουδέ  σκιά  'Ρωμάνου  ενεφανίσθη,  ουδέ  εις  σύνεδρος 
παρέστη.  Τί  είχε  συμβή ;  Οί'Ρωμάνοι  είχον  εν  τω  μεταξύ  αποφασίσει 
νάναβάλωσι  την  έορτήν  διά  την  ύστεραίαν,  και  έγνώρισαν  την  άπό- 
φασιν  αυτών  ταύτην  εις  τόν  πρόεδρον  του  συνεδοίου  κ.  Γουβεονάτην 
άλλ  ένεκα  της  προκεχωρημένης  ώρας,  καθ'  ην  άνεκοινώθη  ή  άπόφα- 
σις,  ούτος  δεν  προέφθασε  νά  γνωρίση  εγκαίρως  την  μετάγνωσιν  των 
'Ρωμάνων  εις  τάς  αρχάς,  αΐτινες  και  παρέστησαν  μάτην. 

Αλλά  τούτο  δεν  ήμπόδισεν  ούτε  τόν  δημαρχεύοντα  κ.  Γαλλούππην 
ούτε  τόν  ύττουργόν  κ.  Β&ΟΟβΙΙί  νά  μεταβώσι  την  ύστεραίαν  και  πάλιν 
εις  την  Τραϊάνειον  άγοράν.'Ίσως  δεν  ήδύναντο  νά  πράζωσι  και  άλλως, 
άφ'  ού  ή  'Ρώμη  και  ή  επίσημος  Ιταλία  προέκειτο  νά  δεχθώσι  την  όμο- 
λογίαν  των  'Ρωμάνων  περί  της  λατινικής  των  πίστεως.  "Αλλως  τά 
προκηρυχθέντα  παταγωδώς  παρά  των  άντιπροςώπων  της  "Ρωμανίας 
αισθήματα  συναδελφώσεως  αυτής  μετά  τής  Ιταλίας  υπέβαλλαν  κατ' 
ανάγκην  τους  Ιταλούς  άρχοντας  εις  υποχρεώσεις  αδιέξοδους. 

Εν  τη  τοιαύτη  επιδείξει  ή  κατάθεσις  στεφάνων  εις  τον  εν  τω  Ιΐαν- 
θέω  τάφον  του  Βίκτωρος  Εμμανουήλ  και  εις  τα  μνημεία  του  Γαρι- 
βάλόη  και  του  Καβούρ  ήτο  ένδειξις  συμπαθείας  προς  τους  μεγάλους 
τούτους  ίάρυτάς  τής  νέας  Ιταλίας,  ήτις  ουδέν  θά  είχε  το  ψεκτόν,  άν 
δεν  συνεδέετο  προς  τά  ειρηνικά  και  καθαρώς  επιστημονικά  έργα  του 
συνεδρίου.  'Αλλά  το  κύριον  μέρος  τής  εορτής  δεν  ήτο  τούτο.  Ή  παν- 
ηγύρι; έτελέσθη  κυρίως  έν  τη  Τραϊανείω  άγορα.  Περί  τήν  ρωμανι- 
κήν  σημαίαν  τεταγμένος  ό  χορός  τών  'Ρωμάνων  έψαλε  τόν  ύπό  του 
'Ρωμάνου  ποιητοΰ  Αΐβδδϋΐΐιΐΐ'ϊ  ποιηθεντα  ύμνον  δΐΪΓρβ  Ιαΐΐηεΐ,  έν- 
δεικνύοντα  δι'  αυτής  του  τής  επιγραφής  τήν  ίόέαν  τής  ίζυμνήσεως 
τής  νεολατινικής  όμοφυλίας.  Έπί  τούτοις  όέ  ό  χαλκούς  στέφανος  ό 
κατασκευασθείς  διά  συλλογής  εράνων  ρωμανικών,  προκληθείσης  ύπό 
τοΰ  κ.  Οΰρέκκια,  παρεδόθη  ύπ'αύτοΰ  εις  τόν  δήμαρχον  τής  Ρώμης,  ην 
ό  ρήτωρ  έκάλεσε  μητέρα  τής  ρωμανικής  πατρίδος.  Αι  απαντήσεις 
τοϋ    υπουργού  Β&ΟΟβΙΗ  και   τού  δημαρχεύοντος   Γαλλούππη  υπήρξαν 


—    133  — 

αί  απηχήσει:  του  λόγου  τοΰ  'Ρωμάνου  γερουσιαστοΰ.  αΤΩ  σεις, 
"Ρουμάνοι,  είπεν  ό  υπουργός,  οΐτινες  εν  εΰσεβεϊ  προςκυνήσει  ηλθετε 
να  κλίνητε  την  κεφαλήν  προ  του  μνημείου  τούτου,  έφ'  ου  εϊνε  γε- 
γλυμμένοι  οι  ένδοξοι  άθλοι  εκείνου,  δςτις  έ'δωκεν  ΰμΐν  πατρίδα  και 
πολιτισμόν,  έν  ταϊς  ύμετέραις  καρδίαις  άνανεοΰται  άπό  αιώνων  ή 
μνήμη  της  ευεργεσίας  μετά  τοιαύτης  ακμής  και  ζωηρότητος,  ώςτε 
ουδέν  εϊνε  προς  την  τοιαύτην  άλησμοσύνην  παραβαλλομένη  ή  αΐωνι- 
ότης  του  μαρμάρου  »  . 

Οι  Ιταλοί  ρήτορες  έκάλεσαν  τους  'Ρωμάνους  θεματοφύλακας  της 
λατινικής  ιδέας ,  άξιωτάτους  πάντων  έκγόνους  του  ρωμαϊκού  μεγα- 
λείου, υπέμνησαν  την  έμμονήν.  μεθ'  ης  δια  των  αιώνων  ένεκαρτέρη- 
σαν  εις  τον  πόθον  της  διατηρήσεως  της  λατινικής  γλώσσης  και  του 
ρωμαϊκού  πολιτισμού.  Άλλα  βεβαίως  ουδεμία  φιλοφροσύνη  των  φι- 
λορρωμάνων  ρητόρων,  ουδεμία  έ'νδειξις  ομοφύλου  συμπαθείας,  ουδέ 
αύτη  ή  μνεία  του  ηρωικού  θανάτου,  του  ρωμαϊκού  θανάτου,  του  ποι- 
μένος  της  Τρανσυλβανίας  ΗθΠ3  τοϋ  έν  ετει  1874  άπό  τού  δάσους 
της  ΚθΓΟδ1)3ησ3.  προκηρυξαντος  εαυτόν,  δίκην  άλλου  Τραϊανού, 
αυτοκράτορα  της  Δακίας  και  παρορμήσαντος  εις  πόλεμον  υπέρ  ανεξ- 
αρτησίας, ουδέν  τούτων  πάντων  θα  ηΰχαρίστησε  τους  'Ρωμάνους 
την  ήμέραν  έκείνην,  όσον  ή  δύςφημος  μνεία  των  Φαναριωτών. 

Ουδείς  θα  ήδύνατο  να  φαντασθη,  ότι  οι  Ιταλοί  ρήτορες  της  ημέ- 
ρας εκείνης  ηθελον  έν  μέσω  των  ενδείξεων  της  αμοιβαίας  φιλοφροσύ- 
νης  των  άντιπροςώπων  των  δύο  λαών  συγκαταβή  μέχρι  τοσούτου  εις 
τάς  επιθυμίας  των  'Ρωμάνων,  ώςτε  να  μνησθώσι  και  της  έποψης 
της  φαναριωτοκρατίας  έν  Μολδαυία  και  Βλαχία  ώς  σημείου  σκοτει- 
νού της  ρωμανικής  ιστορίας,  ώς  τυραννίδος  αυτόχρημα  και  δουλείας, 
οίαν  παριστάνουσιν  αυτήν  οί   'Ρωμάνοι  πατριώται. 

Και  όμως  έ'γεινε  και  τούτο. 

«θαυμάσια  αληθώς,  είπεν  ό  δημαρχεύων  δικηγόρος  Γαλλούππης, 
ύπήρξεν  έν  τη  ιστορία  ή  καρτερία  του  ρωμανικού  λαού  έν  τη  διατη- 
ρήσει του  ονόματος,  τών  παραδόσεων  και  της  υπερηφάνειας  του  λα- 
τινικού γένους,  άνθισταμένου  εις  την  όρμήν  τών  επιδρομών  και  δια- 
λύοντος  τάς  επίβουλους  σκευωρίας  ιών  έχθρων,  τών  Φαναριωτών  εκεί- 
νων, οΐτινες  έπειρώντο  να  ποδοπατήσωσι  την  ίεράν  παρακαταθήκην 
της  γλώσσης  και  της  εθνικής  ιδέας». 


—    134  — 

Ή  όλη  ιστορική  άντίληψις  τής  εορτής,  η  παρά  των  'Ρωμάνων 
καύχησις,  δτι  δεν  είνε  Δάκοι  ηττημένοι  υπό  του  Τραϊανού,  άλλ'  ευ- 
γνώμονες υιοί  των  υπ  αΰτου  εις  τάς  παριστρίους  χώρας  εγκαταστα- 
θέντων 'Ρωμαίων  στρατιωτικών  άποικων,  τών  εΐςαγαγόντων  τον  ρω- 
μαϊκών πολιτισμών  και  την  λατινικήν  γλώσσαν,  ταϋτα  πάντα  ήσαν 
τόσον  διάστροφα  και  μετεΐχον  τοσαύτης  πολιτικής  χροιάς,  ώςτε  φυ- 
σικόν  ήτο  νά  έξαρθή  εν  πάσι  το  λατινικών  στοιχεΐον  κα•.  να  καν.ισθή 
πάσα  άνάμνησις  τών  'Ρωμάνων  μή  σχετιζόμενη  προς  την  'Ρώμην. 
Έν  μέσφ  τοιούτου  ενθουσιασμού  αμοιβαίου  θα  ήτο  παράχορδος  πάσα 
φωνή  άναμιμνήσκουσα  την  περί  τών  Φαναριωτών  άλήθειαν.  Άλλ' 
είνε  ανάγκη  νά  γείνη  καϊ  τούτο  και  θα  γείνη  βεβαίως  εν  τη  προς- 
ηκούση  ώρα  και  έν  τω  προςήκοντι  τόπω.  Τά  πολιτικά  συμφέροντα 
δεν  είνε  δίκαιον  νάποπνίγωσι  τάς  ίστορικάς  αληθείας. 

Τοιαύτη  ή  εορτή  εν  τη  Τραϊανείω  άγορα,  ήτις  ϊσως  μεν  συνετέλε- 
σεν  εις  στενωτέραν  σύσφιγξιν  των  μεταξύ  Ιταλίας  και  'Ρωμανίας 
δεσμών,, άλλα  δεν  έπεδοκιμάσθη  όμως,  πολλού  γε  και  δει,  παρά  τών 
αλλογενών  συνέδρων,  οΐτινες  ηύχοντο  καϊ  ενήργησαν  και  κατώρθο)- 
σαν  τέλος  την  έπαναφοράν  του  συνεδρίου  άπό  τών  τοιούτων  διθυ- 
ράμβων και  ίερεμιάδων  εις  το  αληθές  καϊ  εΐρηναΐον  επιστημονικών 
αύτοϋ  έργον. 


Έπ&βτολή  Ε'.* 

Έκ  Νεαπόλεως,  23   Όκτωθρίου. 

Τών  ανακοινώσεων  τών  'Ρωαανων  άντιπροςώπων  εν  τφ  συνεορίω 
τών  Άνατολιστών  επιστημονικών  χαρακτήρα  δυνάμεθα  νά  εϊπωμεν 
ότι  είχον  μόνον  αί  του  καθηγητού  κ.  ΤοοίΙβδΟϋ.  Υπήρξαν  δε  αύται 
δυο,  μία  μεν  έν  τω  τμήματι  τής  Ελλάδος  και  τής  Ανατολής,  μία 
δ'  ίν  τή  γενική  συνελευσει  τών  συνέδρων  τής  26  Σεπτεμβρίου.  Ό  κ. 
Τοοϊΐβδοα  είνε  διακεκριμένος  αρχαιολόγος  και  διευθυντής  του  μου- 
σείου του  Βουκουρεστίου    και  εργάζεται    άκαταπονήτως    προς  έξερεύ- 

*   Έδημοσιεύθη  έν  τω  "Αστει  της  4  Νοεμβρίου  1899. 


—  135  — 

νησιν  των  Ιν  "Ρωμανία  αρχαιολογικών  λειψάνων  των  ρωμαϊκών  χρό- 
νων. Διό  αί  ανακοινώσεις  περί  τών  ύπ'  αΰτοΰ  διεξαχθεισών  ανασκα- 
φών και  τών  γενομένων  ευρημάτων,  ή  έπίοειξις  τών  χαρτών,  οΰς 
παρεσκεύασε,  τών  φωτογραφιών  και  σχεδιογραφημάτων  τών  μνη- 
μείων, άτινα  άνεκάλυψε  και  διεφώτισεν,  ηκούσθησαν  μετά  πολλής 
προςοχης. 

Ή  τοπογραφία  της  αρχαίας  Δακίας  και  της  κάτω  Μοισίας  διε- 
λευκάνθη  κατά  μέγα  μέρος  δια  τών  ανασκαφών  τούτων  και  ερευνών. 
Αί  άρχαϊαι  οδοί,  ό  περίβολος  τών  έν  τοις  ρωμαϊκοϊς  χρόνοις  παρα- 
μεθορίων τειχών  της  επαρχίας,  τα  ρωμαϊκά  φρούρια  και  τάρχαΐα 
ερείπια  εκατέρωθεν  τών  όχθων  του  κάτω  Δουνάβεως  και  κατά  μήκος 
τών  ακτών  τοΰ  Εύξεινου  υπήρξαν  αντικείμενα  μακρών  μελετών  και 
αρχαιολογικών  εργασιών.  Ερείπια  αρχαίων  πόλεων,  έν  οίς  έξέχουσι 
τα  τών  Τόμων,  τοΰ  ΤίΌραβυΓϊΙ  ΤΓ3.)αηΐ  και  της  Άξιοπόλεως,  ίξη- 
ρευνηθησαν,  μνημεία  πάμπολλα  και  έπιγραφαί  άνεκαλύφθησαν  και 
έξεδόθησαν.  Και  αί  μεν  άρχαϊαι  τοποθεσίαι,  όσαι  άπεκαλύφθησαν 
και  έμελετήθησαν  κατά  χώραν,  ανέρχονται  εις  εκατόν,  αί  δε  πόλεις 
και  τα  ρωμαϊκά  φρούρια,  έν  οίς  εγειναν  άνασκαφαί,  υπήρξαν  είκοσι" 
μέγα  δε  είνε  το  πλήθος  τών  αγαλμάτων,  ανάγλυφων  και  αρχιτεκτο- 
νικών μελών,  οσα  εκ  τών  ανασκαφών  τούτων  έπλούτισαν  το  μουσεϊον 
του  Βουκουρεστίου  πλην  οκτακοσίων  και  ύπερέκεινα  επιγραφών,  λα- 
τινικών και  ελληνικών. 

Αί  δε  τελευταϊαι  άνασκαφαί  τοΰ  κ.  ΤοοϊΙβδΟα  εγειναν  τοϋτο  μεν 
έν  τώ  Άδαμκιλεσσί,  τοΰτο  δ'  έν  τή  λοιπή  Δοβρούτσα.  Έν  Άδαμ- 
κιλεσσϊ  απεκαλύφθη  πόλις  ολόκληρος  κτισθεΐσα  υπό  τοΰ  Τραϊανού 
ύπό  τό  όνομα  ΜαηίοίρίυΠΙ  ΤΐΌραβΙΠΉ  ΤΓα]£ΐηί,  άνοικοδομηθεϊσα 
δ'  έπειτα  ύπό  Κωνσταντίνου  τοΰ  μεγάλου  ύπό  τό  όνομα  ΤΓ0ρ3.ββΠ- 
δΐΐΐΐϊΐ  ΟΪνίΐΒδ.  Είνε  ή  ΙΙομπηία  της  Δοβρούτσας  κατά  την  υπερβο- 
λικών εκφρασιν  τοΰ  ενθέρμου  'Ρωμάνου  αρχαιολόγου.  Μεταξύ  τών 
έν  αύτη  γενομένων  ευρημάτων  έξέχουσι  τέσσαρες  βασιλικαί,  ων  μία 
ι».έν,  ανερχομένη  εις  τους  χρόνους  τοΰ  Τραϊανού,  ενθυμίζει  την  Ίου- 
λίαν  βασιλικήν  της  'Ρώμης,  μία  δε  είνε  τών  βυζαντιακών  χρόνων. 
Γών  ό'  έν  τη  λοιπή  Δοβρούτσα  μνημείων  δύο  κυρίως  επιφανή  άπη- 
σχόλησαν  τόν  κ.  Τοοϊΐβδοα,  τό  θριαμβικόν  και  πλουσίως  διά  γλυφών 
κεκοσμημένον  μνημεΐον,  όπερ  κατ'  αντίθεσιν  προς  Γερμανούς  άρχαιο- 


—   136  — 

λόγους  αναβιβάζει  εις  τους  χρόνους  του  Τραϊανού,  και  πυραμιδοειδές 
μαυσωλείο  ν  έ'χον  ύψος  τριάκοντα  περίπου  μέτρων  και  κτισθέν  ΰπό  τοΰ 
αύτοΰ  αύτοκράτορος,  εφ  ου  μνημονεύονται  ονόματα  πραιτωριανών, 
λεγεωνάριων  και  επικούρων  πεσόντων  εν  τινι  μάχη.  Κατά  τον  ρή- 
τορα τό  μνημεΐον  τοΰτο  πάντως  άνηγέρθη  έπ'  αύτοΰ  τοΰ  τόπου  της 
μάχης"  διό  θεωρεί  και  τοΰτο  ώς  νέαν  βεβαίωσιν  της  γνώμης  αύτοΰ, 
καθ'  ην  ό  κατά  των  Δακών  πόλεμος  τοΰ  Τραΐανοΰ  δεν  έπολεμηθη 
αονον  έν  τω  Βανάτω  και  τη  Τρανσυλβανία,  άλλα  και  πέοαν  τοΰ 
Δουνάβεως. 

*Αν  έξαιρέσωμεν  τάς  ανακοινώσεις  ταύτας  τοΰ  κ.  ΤοοίΙβδΟϋ,  δέν 
δυνάμεθα  βίβαίως  να  εϊπωμεν,  ότι  οί  'Ρωμάνοι  διεκρίθησαν  επί  τη 
έπιστηαοσύνη  αυτών  έν  τω  συνεδρίω.  Ουδαμώς  δε  θέλω  ταΰτα  λέ- 
γων να  ισχυρισθώ,  ότι  ή  'Ρωαανία  δέν  κέκτηται  επιστήμονας  άξιους 
λόγου.  Λέγω  δέ  μόνον,  ότι  οί  άντιπροςωπεύσαντες  αυτήν  πλην  τοΰ  κ. 
Τθθί1β8θα  έν  τω  συνεδρίω  ή  δέν  ήσαν  οί  κατάλληλοι  ή  είχον  εν  και 
μόνον  κυρίως  ύπ'  όψιν,  πλην  της  έν  τω  Τραϊανείω  φόρω  επιδείξεως, 
νά  έπιδιώξωσι  πολιτικούς  σκοπούς,  να  κάμωσι  πολιτικήν  κατά  την 
γαλλικήν  και  ίταλικήν  εκφρασιν. 

Ό  αναγνώστης  θα  δυνηθή  νά  κρίνη  αυτός  περί  της  άξιας  τών 
λοιπών  ρωμανικών  συμβολών,  αανθάνων  άπαθώς  εκτιθέμενα  τά  κατά 
τάς  ανακοινώσεις  τοΰ  κ.  ΒΐΐΓΕί(1&  και  της  κ.  Σμάρρα  έν  τω  ήμετέρω 
τμήματι. 

Ό  κ.  ΒΐΙΠΪ,άίΙ  ίσνυοίσθη,  ότι  άνευρε  'Ρωμάνους  έν  τη  Μικρά  Ασία, 
καϊ  δη  έν  εννέα  χωρίοις  της  Βιθυνίας,  κειμένοις  περί  τό  Σούμπασι 
καί  Κιρμικίρ.  Ό  πληθυσμός  τών  χωρίων  τούτων  υπερβαίνει  τους 
πεντακιςχιλίους.  Όποιον  δέ  τό  δνομα  τών  μικρασιατικών  τούτων 
'Ρωμάνων;  ΡίδΙΪΙίΟδοΐΊβδ.  Πρέπει  νά  γραφή  ούτω  τό  όνομα  τοΰτο 
καί  νά  δοθή  εις  αύτο,  ώς  έδοθη  ύπό  τοΰ  ποιούμενου  τήν  άνακοί- 
νωσιν,  ξενόφωνος,  όωμανίζουσα  προφορά  διά  νά  νομισθή  μη  έλλη- 
νικον. 

Άλλα  τό  δήθεν  έθνολογικόν  τοΰτο  όνομα  τών  νεοφανών  'Ρωμά- 
νων τής  Μικράς  Ασίας  αναγνωρίζεται  δα  τόσον  ευκόλως,  ότι  είνε  τό 
έλληνικόν  όνομα  ΓΓ.στικό;,  το  δηλοΰν  τον  ποιμένα.  Καί  πράγματι, 
ότε  άντιπαρετήρησα  τοΰτο  εις  τόν  κ.  Βΐ1Γϋ(1&  και  ότε  ήρωτήθη  αν 
δύναται  νά  παράσχη  φράσεις  ή  άσματα  ένδεικνύοντα   τόν  ρωμανικόν 


—  137  — 

χαρακτήρα    των  ύπ'  αϋτου  δήθεν  άνακαλυφθέντων    'Ρωμάνων,  ώμο- 
λόγησεν,  δτι  λαλοϋοΊ  πάντες  την  έλληννκήν.  Ή  φλογέρα  και 
όλίγαι  άλλαι  ποιμενικαί  λέξεις  ας  άνέφερεν  ήσαν  ουδέν  άλλο  η  λέξεις 
έθάδες  και   πάρα   τοις  βοσκοϊς   της   Ελλάδος.  "Οτε   δε   άνέφερεν    ώς 
ιδιάζοντα  αυτών  χορόν  τον  συρτό  ν,  όσον  και  αν  προέφερε  την  λέξιν 
ξενοφώνως,    ό   συρτός  εκείνος  ήρκει   νάποδείςη  προς  πολλοίς   άλλοις, 
δτι  οί  Βιθυνοί  εκείνοι  βοσκοί  ουδέν  εχουσι  το  κοινόν  προς  την  'Ρωμα- 
νίαν.    Που  λοιπόν   η  μακεδονορρωμανίκη  καταγωγή   των    Ελλή- 
νων τούτων  της  Μικρας  Ασίας;    Εις  πάσας  ταύτας  τάς  άντιπαρα- 
τηρήσεις    ουδέ   λε'ξιν    μίαν    αυτόχρημα   ήδυνήθη    νάντιτά;η    6    ίν    ετει 
1  892  κατά  την  ιδίαν  όμολογίαν  πρώτος  αυτός  άνακαλύψας  τους  Βι- 
θυνούς   'Ρωμάνους,   ούδ'  ήδυνήθη   έστω    και   δια   μιας   λέξεως    να   εξ- 
ήγηση   που    ενέκειτο    ή    διαφορά    τών   νωρίων    εκείνων   άπό  τών  τών 
περιοίκων    Ελλήνων.    Ταΰτα   πάντα  δεν   ήμπόδισαν   τον   κ.    ΒαΓ&α3. 
νά  όρίση    και  τον  χρόνον  τη;   εις  την   Άσίαν   εκ    της  Μακεδονίας,    £κ 
τών    προτέρων   βέβαια    έκλαμβανομένης   και   ταύτης    ώς    "Ρωμανίας, 
μετάβασιν    τών    ΡϊδΙΪΙίΟδοΙίβδ    επί    τών    ήμερων    του    αΰτοκράτορος 
Ανδρόνικου  Παλαιολόγου  (1282-  1328). — Τις  ή  ταύτα  μαρτυρούσα 
πηγή  και  τις  ό  λόγος  της  μεταναστάσεως  ;  Ουδεμία  άπάντησις. 

Καθ'  όμοιον  τρόπον  δεν  θά  ήτο  βεβαίως  δύςκολον  νά  εύρεθώσ*. 
'Ρωμανοι  και  έν  Μεξικώ  και  νά  έρμηνευθή  ώς  ρωμανικός  αυτός  ο 
μυκηναίος  πολιτισμός. 

Παρά  δε  της  άντιπροςώπου  του  ρωμανικού  τύπου  κ.  Σμάρρα  ηού- 
νατό  τις  νάναμένη  ποιήματα  τήν  ήμέραν  της  στέψεως  του  Τραϊανείου 
κίονος  και  εΰφυα  στωμύλματα  Ιν  ταϊς  ώραις  της  θυμηδίας  τών  συνέ- 
δρων, άλλα  βεβαίως  δχι  και  ίστορικήν  κριτικήν,  ότ  έν  τω  τμήματι 
υπεβλήθησαν  παρά  τών  κ.  κ.  ΟρρβΓΐ  και  ΚηΐΠίβαοΙίβΓ  εις  βάσανον 
αϊ  ανακοινώσεις  αυτής  περί  της  αρχαίας  πρωτευούσης  της  Ρωμα- 
νίας ΤαΓ^ονίδΙβ.  Λιά  κριτικής  αναλόγου  προς  τήν  του  κ.  ΒαΓΒάα 
ανεζήτησε  τα;  άρ/άς  της  πρωτευούσης  ταύτης  «και  τήν  ενδοξον  αυ- 
τής ίστορίαν  μέχρι  του  1710,  δτε  Νικόλαος  Μαυροκορδάτο;  ό  Φχ- 
ναριώτης  τήν  κατέστρεψε  τελείως  και  μετήνεγκε  τήν  εδραν  τής  κυ- 
βερνήσεως εις  τό  Βουκουρέστιον  »  . 

—  Πώς  ώνοαάζετο  λοιπόν  τό  κράτος  εκείνο,  ου  πρωτεύουσα  ήτο 
ή  ΤαΓ^ΟνίδΙβ  ;  ήρώτησεν  ό  κ.    ΟρρβΓί. 


—  138  — 

—  'Ρωμανία,  άπήντησεν  ή  κ.  Σμάρρα. 

- —  Άλλ'  εγώ  τούλανιστον  δεν  γινώσ:'.ω  προ  των  τελευταίων  χρό- 
νων τοιούτο  κράτος  έν  τη  ιστορία,  άνταπήντησεν  οργίλως  ό  εΰκόλωί 
έξαπτόμενος  γηραιός  καθηγητής. 

—  Και  πότε  και  υπό  τίνων  έκτίσθη  ή  μεγαλοπρεπής  αύτη  πρω- 
τεύουσα κράτους  ανυπάρκτου  ;  ήρώτησεν  ό  κ.   ΚπίΠίΒείοΙίβΓ. 

—  Δεν  ενθυμούμαι  καλώς.  Τα  ευρίσκετε  όλα  γεγραμμένα  έν  τω 
τετραδίω  του  αναγνώσματος  μου,  όπερ  κατέθηκα  προ  υμών  έπΐ  του 
προεδρείου  μετά  την  άνάγνωσιν. 

—  Και  τίνας  έχετε  πηγάς  βεβαιούσας  όσα  ίσχυρίσθητε; 

—  Τον  Φωτεινόν,  τον  κ.   ΤοοίΙβδΟϋ,  τον  κύριον  .  .  . 

—  Άλλ'  ούτοι  είνε  νε'οι  συγγραφείς.  Δεν  πρόκειται  περί  τοιούτων 
διηγήσεων.  Τίνες  τούτων  αί  πηγαί ;  Ζητουμεν  αρχαίας  και  αναμφι- 
σβήτητους μαρτυρίας.  Αύται  μόνον  λέγονται  πηγαί  έν  ταϊς  ίστορικαϊς 
μελέταις. 

Άλλα  μάτην  αί  ερωτήσεις  του  κ.  ΚπίΠίβείοΙίβΓ.  Ή  'Ρωμανίς 
δημοσιογράφος  δεν  είχεν  άλλα  γεγραμμένα  έν  τω  τετραδίω  της.  Οΰδ' 
έ'τυχον  πλειοτέρων  διασαφήσεων  και  έγώ,  ειπών — Το  Τβ,Γ^ονίδΙβ 
αυτό  τό  αναγνωρίζω  έγώ  έν  τω  Τυργοβύστω  των  ελληνικών  έντυπων, 
των  φαναριωτικών  εγγράφων.  Εϊπετε  περί  πνευματικού  βίου  και  εκ- 
τυπώσεως εκκλησιαστικών  ρωμανικών  βιβλίων  έν  τω  Τυργοβύστω 
τούτω.  Τις  ό  χρόνος  της  τοιαύτης  πνευματικής  αναπτύξεως;  Ποίον 
τό  τυπογραφεϊον  έν  ω  έξετυπώθησαν  τα  βιβλία  ων  ποιεΐσθε  μνείαν  ; 
Μη  είνε  αυτό  εκείνο,  έν  ω  έξετυποΰντο  τα  ελληνικά  βιβλία  του  Τυρ- 
γοβύστου  έπί  τών  Φαναριωτών  τών  καταστρεψάντων  τό  Τέτ^ονίδΙβ 
χάριν  του'  Βουκουρεστίου; — Δεν  γινώσκω.  ύπήρξεν  ή  μονή  άπάντησις. 

Όμολογώ,  ότι  δεν  ύπήρξαμεν  πολύ  ευγενείς  την  ήμέραν  έκείνην  έν 
τω  τμήματι  προς  την  κ.  Σμάρρα  ώς  κυρίαν.Άλλά  βέβαιον  είνε,  ότι 
ένεθαρρυνόμεθά  πως  έν  τη  ημετέρα  σκαιότητι,  αν  υπήρξε  σκαιότης. 
βλέποντες,  ότι  ή  άντιπρόςωπος  τοΰ  ρωμανικού  τύπου  υπήρξε  πολύ 
άνευλαβεστέρα  προς  άλλην  πρεσβυτέραν  αυτής  κυρίαν,  την  Κλειώ. 

Άλλ'  ό  κ  Ούρέκκια;  Όποϊαι  υπήρξαν  αί  ανακοινώσεις  αύτοΰ ; 
Κατά  τι  ή  παρουσία  αυτού  έν  'Ρώμη  συνεβάλετο  εις  προαγωγήν  τής 
επιστήμης ; 

Ό  κ.  Ούρέκκια  ύπέβαλεν  έν  τω  όγδόω  τμήματι  άνακοίνωσιν  περί  τών 


—   139  — 

κατά  τον  δέκατον  εβδου,ον  αιώνα  έν  'Ρωμανία  έκτυπωθέντων  αραβικών 
βιβλίων,  και  άνεκοίνωσε  χειρόγραφον  κατάλογον  κωδίκων  αραβικών, 
περσικών  και  τουρκικών  άποκειμένων  έν  τω  ρωμανικφ  'Αθηναίω  του 
Βουκουρεστίου.  Ή  επιβολή  υπήρξε  βεβαίως  επιστημονική-  άλλα 
ταύτα  έποίησεν  ό  πρώην  υπουργός  της  Παιδείας  οιονεί  παρέργως, 
επειδή  το  κύριον  αύτοΰ  στάδιον  έπεζήτησεν  έν  άλλω  τμήματι,  τω 
δευτέρω.  "Εφερε  δε  τοΰτο  τήν  έπιγραφήν  Γεωγραφία  και  εθνογραφία 
της  Ανατολής.  Ή  επιγραφή  δ'  αύτη,  ούτω  γενικώς  διατετυπω- 
μένη,  παν  άλλο  έφαίνετο  ένδεικνύουσα  ή  τα  δρασθέντα  έν  τφ  τμή- 
ματι τούτω.  Ήδύνατό  τις  να  φαντασθή.  ότι  έμελλε  να  γείνη  έν  αϋτώ 
λόγος  περί  του  "Ωξου  και  τών  Ήμωδών  ορέων,  περί  τών  λαών  της 
Περσίας  και  της  Ιαπωνίας  πολϋ  μάλλον  ή  περί  της  χερσονήσου  του 
Αίμου,  καθ '  δν  λόγον  έν  τφ  τρίτω  τμήματι  τω  περιλαμβάνοντι  τάς 
θρησκείας  και  τήν  μυθολογίαν  τής  Ανατολής  εγεινε,  συμφώνως  τφ 
προγράμματι  του  τμήματος,  λόγος  περί  του  Θιβέτ  και  περί  Βούδδα 
και  περί  Κομφουκίου.  "Αλλως  όμως  εδοξεν  εις  τους  ολίγους  άποτε- 
λέσαντες  το  δεύτερον  τμήμα,  'Ρωμάνους  ώς  το  πλείστον  και  Αλβα- 
νούς, ώς  αυτοί  άπεκάλουν  εαυτούς.  Λεληθότως  και  ανεπαισθήτως  το 
τμήμα  τούτο  μετεπήδησεν  εις  τήν  γεωγραφίαν  και  έθνολογίαν  της 
χερσονήσου  του  Αίμου,  συν  δε  τοις  άλλοις  συνεζητήθησαν  έν  αύτφ  ή 
μάλλον  δογματικώς  εξετέθησαν  αϊ  παραδοξόταται  τών  γνωμών  περί 
της  ελληνικής  Ανατολής  κατά  τρόπον  ούτως  άλλόκοτον,  ώςτε  τέλος 
έξηγέρθη  ή  απορία  και  ή  άγανάκτησις  αυτών  τών  αποτελούντων  οι- 
κογενειακώς τό  τμήμα  εκείνο.  Πράγματι  το  τμήμα  εκείνο  συνηδρία- 
ζεν  οικογενειακώς,  αν  λάβωμεν  ύπ'  δψιν  ου  μόνον  τόν  έζ  ομοφύλων 
οΰτως  ειπείν  τό  πλείστον  καταρτισμόν  αύτοΰ,  άλλα  και  τόν  μικρόν 
αριθμόν  τών  αποτελούντων  αυτό.  "Απαξ  μόνον  ούτοι  άνήλθον  εις 
είκοσι  και  πλέον,  συνήθως  δε  δεν  ύπερέβαινον  τους  δέκα.  Αέγων  δε 
συνήθως,  έπρεπε  να  εϊπω  μάλλον  ώς  τό  πλείστον,  διότι  το  τμήμα 
τούτο,  τό  άλλως  αμελέστατα  πάντων  έργασθέν  έν  τφ  συνεδρίω,  τε- 
τράκις  μόνον  έν  ολω  συνήλθε  μετά  τόν  καταρτισμόν  του  προεδρείου, 
και  μέγα  μέρος  τών  συνεδριών  αυτού  διήλθεν  έν  συζητήσεσιν  άγό- 
νοις  περί  τών  πρακτικών  και  διαπληκτισμοίς.  'Αλλά  τά  περί  τού 
τμήματος  τούτου  έν  σχέσει  προς  τά  καθ*  ημάς  πρέπει  να  έκτεθώσί 
πως  δια  μακροτέρων  έν  τή  προςεχεΐ  μου  επιστολή. 


—   140  — 

Έπ&στολή   ζ"* 

Έκ  Νεαπό?*,εως,  24  "Οκτωβρίου. 

Το  δεύτερον  τμήμα  τοϋ  συνεδρίου  των  Άνατολιστών,  όπερ  λίαν 
άτόπως  εφερωνυμεϊτο  άπό  τη;  Γεωγραφίας  και  εθνογραφίας  της 
Ανατολής,  άτε  ιδίως  εκ  'Ρωμάνων  και  δήθεν  Αλβανών  άποτελού- 
μενον,  ήσχολήθη  ιδίως  εις  ζητήματα  σχετιζόμενα  προς  την  'Ρωμα- 
νίαν  και  την  Άλβανίαν.  Άλλ'  αϊ  ανακοινώσεις  αύται  ουδεμίας  μετ- 
εϊχον  το  πλείστον  επιστημονικής  άξιας,  ολίγα  δε  πλην  αυτών  συνε- 
ζητήθησαν  θέματα,  ων  μόνον  ενδιαφέρον  τους  "Ελληνας  είνε  το  υπό 
του  άββα  Τονδίνη  ύποκινηθέν  περί  ενοποιήσεως  τοΰ  ημερολογίου 
δι»  τής  αποδοχής  του  γρηγοριανου  και  παρά  τών  ορθοδόξων,  ζήτημα 
άξιον  αληθώς  ειδικής  εξετάσεως. 

Πλην  .του  ζητήματος  τούτου  το  τμήμα  άπησχόλησαν  εφ '  ίκ,ανόν 
αί  περί  τών  'Ρωμάνων  τής  Ίστρίας  ανακοινώσεις  του  Μαυροβουνίου 
αντιπροσώπου  κ.  Πόποβιτς  και  του  κ.  ΒαΓΕ^Ε.  Αμφότεροι  παρι- 
στάνουσι  την  είς  τά  πάτρια  έμμονήν  τής  μικρας  ταύτης  και  άρχχίας 
ρωμανικής  αποικίας,  έκτεθειμ-ένης  είς  τάς  επιθέσεις  τής  κροατικής 
προπαγάνδας  άνευ  σχολείων  και  άνευ  μέσων. 

Και  ό  μεν  κ.  ΒΐΐΓ&ίΙα  προτείνει  την  παρά  τών  Ιταλών  βοήθειαν 
τών  'Ρωμάνων  εκείνων  τής  Ίστρίας  δι'  αποστολής  ιερέων  και  ιδρύ- 
σεως σχολείων,  ό  δε  κ.  Πόποβιτς  κακίζει  την  ρωμανικήν  εταιρείαν  του 
Βουκουρεστίου  επί  τη  παραμελήσει  τής  αποικίας  εκείνης  τών  ομοφύ- 
λων. Άλλ'  αί  περί  αυτών  προτάσεις  καϊ  εύχαί  τοΰ  Μαυροβουνίου 
άντιπροςώπου  έρεθίζουσι  τον  άντιπρόςωπον  τής  ρωμανικής  κυβερνή- 
σεως κ.  Ηοΐβίΐη.  Ούτος  ομολογεί  μεν,  οτι  οί  λαοί  εκείνοι  είνε  πάντως 
άξιοι  τών  συμπαθειών  τών  'Ρωμάνων,  άλλα  προςθέτει,  ότι  εν  συνε- 
δρία) έπιστημονικώ,  οίον  το  προκείυιενον,  όφείλομ.εν  νά  προςέχωμεν 
απέχοντες  άπό  πάσης  αναμίξεως  είς  την  πολιτικήν.  Και  ορθά  μέν  εΐ- 
πεν  ό  κ.  ΗοΙβ&Π,  άλλ'  έλησμόνει,  ότι  άλλη  τις  υπήρξε  καθ'  όλου  ή 
έν  τω  συνεδρίω  πολιτεία  τών  'Ρωμάνων.  Άλλα  πολύ  ριζοσπαστικώ- 
τερος  αϋτοϋ  απεδείχθη  ό  κ.   Οϋρέκκια,  ρητώς  όμολογήσας,  Οτι  ήλθεν 

*  Έδηαοσιεΰθη  έν  τω  "Αστει  τής  13  Νοεμβρίου  1899. 


—   141    — 

εις    το    συνέδριον    τής    'Ρώαης    αυτόχρημα    όπως    επιδίωξη    σκοπούς 
πολιτικούς. 

Πράγματι  δε  ό  κ.  Ούρέκκια  είπεν,  ότι  εννοεί  μέν  τάς  επιφυλάξεις 
του  κ.  Ηθ11)3η,  άτε  μετέχοντος  της  διπλωματίας,  άλλ  '  ουδέν  εύοίσκει 
το  πολιτικόν  έν  τοις  λεχθεΐσι  περί  των  'Ρωμάνων  και  των  Αλβανών, 
περί  ων  έπ1  ίσης  είχε  γείνει  λόγος  την  ήμέραν  έκείνην.  «Είνε  αδύνατον, 
προςέθηκε,  και  κατ*  αυτήν  την  τύπωσιν  ενός  άπλοϋ  αλφαβηταρίου 
να  μή  προςκρούση  τις  εϊ;  ο  τι  συνήθως  καλείται  πολιτική.  "Αλλως  δέ 
άφ'  ου  τό  συνέδριον  ασχολείται  περί  τάς  γλώσσας,  χρειάζεται  άναγ- 
καίως  ποια  τις  πολιτική.  Εξακολουθήσατε,  κύριοι,  μετερχόυ•.ενοι  τοι- 
αύτην  πολιτικήν,  άιότι  τό  ύπεραμύνεσθαι  των  γλωσσών  και  σέβεσθαι 
αύτάς  ένδεικνύει  σεβασμόν  προς  τό  έ'ργον  του  θεού». 

Και  πράγματι  ό  κ.  Ούρέκκια  έθεώρησε  πρέπον  να  έκμεταλλευθή 
τό  συνέδριον  τών  Ανατολιστών  χάριν  της  ρωμανικής  πολιτικής.  Εις 
τούτο  δέ  άπεσκοπει  ή  πρότασις  αυτού  περί  συντάξεως  οριστικού  εθνο- 
γραφικού χάρτου  της  βαλκανικής  χερσονήσου.  Και  προςέθετε  μέν  ό 
κ.  Ούρέκκια  έν  τη  προτάσει  αυτού,  ότι  πρέπει  να  ληφθή  φροντϊς, 
όπως  ή  εργασία  αύτη  μή  ύποστή  την  έπίδρασιν  τής  έν  ταΐς  πολυε- 
θνικαϊς  χώραις  κρατούσης  πολιτικής,  πολυεθνικάς  χώρας  έννοών  τάς 
πολυμιγεϊς,  άλλ'  ήδη  ό  ασαφής  ούτος  χαρακτηρισμός  καϊ  ό  όλος  τρό- 
πος, καθ'  όν  έξεθηκε  και  υπεστήριξε  τήν  πρότασιν  αυτού  έν  τε  τω 
δευτέρω  τμήματι  και  έν  τη  γενική  συνελεύσει  τών  συνέδρων,  δεικνύει 
τους  ύποκεκρυμμένους  εις  τήν  πρότασιν  ταύτην  σκοπούς.  Άλλα  διά 
τής  πανηγυρικής  παρ'  όλας  τάς  ενστάσεις  τού  κ.  Ούρέκκια  έν  τη  γε- 
νική συνελεύσει  απορρίψεως  τή;  προτάσεως  αυτού  ό  μεν  εΐςηγητής 
τής  προτάσεως  απηλλάγη  τής  δαπάνης  τών  πεντακοσίων  φράγκων, 
άτινα  προςέφερε  γενναίως  ώς  άμοιβήν  δια  τήν  συνταζιν  τού  ορι- 
στικού εθνογραφικού  χάρτου  τής  χερσονήσου  τού  Αίμου,  τό  δε  μέλ- 
λον συνέδριον  δεν  θα  έ'χη  τήν  εύκαιρίαν  να  παραστή  εις  τό  θέαμα 
τοιούτου  χάρτου  φέροντος  πάντως  άπ '  άκρου  είς  άκρον  τά  ρωμανικά 
χρώματα. 

Πράγματι  όποια  ή  εθνογραφία  τής  χερσονήσου  κατά  τάς  άζιώσεις 
τών  Ρωμκνων  άποδεικνύουσι  τά  ΰπ'  αυτών  έν  τω  δευτέρω  τμήματι 
λεχθέντα  περί  τού  αριθμού  τού  παρ'  αυτών  δημιουργηθενεος  νέου 
έθνους  τών  Μακεδονορρωμάνων.  Και  δή  ό  Ιταλός  καθηγητής  κ.  Β&Ι- 


— "142  — 

(13001,  ποιούμενος  λόγον  περί  της  εθνογραφίας  του  Μαυροβουνίου,  της 
Αλβανίας  και  της  Ηπείρου,  άνεβίβασεν  εις  250000  τους  Μακεδο- 
νορρωμάνους.  Αλλ  ό  κ.  Ούρέκκια  ΰπολαβών  είπεν  Ύπάρχουσι 
500000  Μακεδονορρωμάνοι  και  όχι  μόνον  250000.  ώς  είπεν  ό  κ. 
Β&1(1α00Ϊ.  Άλλ'  οί  λεγόμενοι  Μακεδονορρωμάνοι  είχον  και  είδικόν 
άντιπρόςωπον  εν  τω  δευτέρω  τμήματι,  τον  κ.  ΜΐΙβδΟϋ,  δςτις  μετ ' 
απαρέσκειας  ήκουσε  και  αύτάς  τάς  500000  του  κ.  Ούρέκκια,  και 
προβαίνων  ίτι  περαιτέρω  άνεβίβασε  τους  Μακεδονορρωμάνους  είς 
1000000,  υποσχόμενος  να  έπανέλθη  είς  το  ζήτημα  τοΰτο  και  ύπο- 
βάλη  είς  το  τμήμα  σημειώσεις  καϊ  απογραφικούς  πίνακας.  Ή  αλή- 
θεια εΐνε,  ότι  ούτε  ό  κ.  Μΐ1θ80ϋ  ώμίλησε  πλέον  περί  τούτου  του  θέ- 
ματος, ούτε  αί  άπογραφαί,  ας  ύπεσχέθη,  υπεβλήθησαν  είς  τό  τμήμα. 

Ό  τοιούτος  ύπεοθεματισμό:  επί  του  αριθμού  των  εν  Μακεδονία 
δήθεν  'Ρωμάνων,  ούτως  άνεζελέγκτως  γενόμενος,  είνε  αληθώς  θαύμα 
πώς  έσταμάτησεν  είς  τό  εν  εκατομμύριον.  Αλλά,  θα  έρωτήση  ό  "Ελ- 
λην  αναγνώστης,  πώς  δεν  ευρέθη  τις  νάντιτάξη  τα  προςήκοντα  είς 
τάς  τοιαύτας  φληναφίας;  Άλλα  τις  έμελλε  να  είνε  ούτος;  Ευρέθησαν 
παρ'ήμίν  οί  άπορήσαντες  έπί  τη  σιγή  τών  Ελλήνων  άντιπροςώπων. 
Τούτο  δεν  είνε  αληθές.  Σιγκ  ό  παρών  και  μη  άντικρούων.  Άλλα  δεν 
δύναται  νά  λεχθή,  ότι  (σίγησαν  οί  "Ελληνες  άντιπρόςωποι,  άφ'  ου  ούτε 
παρέστησαν  καν  είς  τό  τμήμα  εκείνο,  ούτε  ήδύναντο  να  γινώσκωσι 
τα  μέλλοντα  να  λεχθώσιν  ίν  αΰτώ.  "Οτε  δε  μετά  ημέρας  έκτυπωθέν- 
των  τών  επισήμων  πρακτικών,  εγνώσθησαν  τα  λενθέντα,  τό  τμήμα 
είχεν  ήδη  περατώσει  τάς  άλλως  βραχείας  και  ολίγας  αύτοϋ  συνε- 
δρίας. Άλλα  και  αν  εγκαίρως  ήθελον  λάβει  γνώσιν,  δεν  έπετρέπετο 
βεβαίως  είς  αυτούς  νά  μετάσχωσι  συζητήσεων  όλως  ξένων  του  σκο- 
πού τοΰ  συνεδρίου,  έστερημένων  πάσης  επιστημονικής  βάσεως  και  εν 
τι  και  μόνον  έπιδιωκουσών,  τό  σκάνδαλον.  Ήμεϊς  άπ'  εναντίας  χαί- 
ρομεν,  ότι  συνεπώς  άπεφύγομεν  νά  γείνωμεν  κοινωνοί  τβΰ  σκανδάλου, 
και  κατωρθώσαμεν  μάλιστα  όπως  τό  σκάνδαλον,  περιοριζόμενον  εντός 
τοΰ  στενού  κύκλου  τοΰ  δευτέρου  τμήματος,  γελωτοποιηθή  άφ'  έαυτοΰ 
καϊ  έζεγείρη  τήν  άγανάκτησιν  τών  συνέδρων,  οία  έξεδηλώθη  έν  τή 
γενική  συνελεύσει  διά  τής  απορρίψεως  τής  περί  εθνογραφικού  χάρτου 
προτάσεως  τοΰ  κ.  Ούρέκκια. 

Ώς  δ'  έπεζητήθη  ή  γέννησις   τοΰ  σκανδάλου  διά  τής  άνακινήσεως 


—   143  — 

του    ζητήματος    περί    τών    έν    Μακεδονία   'Ρωμάνων    ΰπ'  αυτών  των 
'Ρωμάνων,  ούτως  άλλο  σκάνδαλον  έπεδιώχθη   δια  της  ύποδαυλίσεως 
ζητήματος  αλβανικού.  Οί  δε  σκανδαλοποιοί  δεν  ήσαν  την  φοράν  ταύ 
την  γνήσιοι    'Λλβανοί    ές  αυτής   τή:  Αλβανίας,   άλλ'    Ιταλοί    κατα- 
γωγής άλβαν.χ.ής  έκ  τών  κατά  την  νότιον    Ίταλίαν. 

Ήδη  κατά  τον  δέκατον  πέμπτον  αιώνα  περί  τους  χρόνους,  καθ' 
ους  μετά  την  πρώτην  έπί  τών  Καντακουζηνών  του  Μυστρά  έγκατά- 
στασιν  τών  Αλβανών  εν  Πελοποννήσω,  οί  Αλβανοί  ήρχισαν  έκ  της 
Ηπείρου  και  τής  Θεσσαλίας  καταβαίνοντες  μάλλον  άθροοι  εις  την 
Άττικήν,  την  Εύβοιαν,  την  Πελοποννησον  και  τινας  τών  ελληνικών 
νήσων,  ομόφυλοι  αυτών,  έγκαταμεμιγμένοι  μεθ'  Ελλήνων  έκ.  Πελο- 
ποννήσου, ήρχισαν  τασσόμενοι  εις  τους  σ'τοατίΐύτας  εκείνους  τους 
ύπηρετούντας  εις  ξένας  στρατιάς  άνά  τήν  Εύρώπην.  Τούτων  ήταν 
και  οι  επί  Άλφόνσου  Α'  του  Άραγωνικου  ύπηρετήσαντες  έν  τω  βα- 
σιλεία) τής  Νεαπόλεως  ΰπο  τήν  άρχηγίαν  του  συγγενούς  του  Σκενδερ- 
βεη  Δημητρίου  'Ρέρες.  Μετά  δε  τας  στρατιωτικάς  υπηρεσίας,  ας  οί 
Αλβανοί  ούτοι  παρέσχον  εις  τόν  'Αλφόνσον,  έγκατεστάθησαν  έν  τή 
κάτω  Καλαβρία,  ης  διοικητής  διωρίσθη  ό  Ρερες  τω  1448•  "Εκτοτε 
ό  ένεκα  τής  αγαθής  δεζιώσεως  και  τών  έν  Ίταλια  ωφελημάτων  τής 
πρώτης  εκείνης  αλβανικής  αποικίας  έπηκολούθησαν  και  άλλαι  εις  τάς 
προς  νοτον  τής  Νεαπόλεως  χώρας  και  εις  τήν  Σικελίαν  μέχρις  αυτού 
τοϋ  τέλους  τοϋ  δεκάτου  ογδόου  αιώνος. 

Και  έζιταλίσθησαν  μεν  οί  απόγονοι  ούτοι  τών  Αλβανών  συν  τω 
χρονω  μετά  πλείονος  ευχέρειας  ή  οί  πολύ  υπολειπόμενοι  έν  τή  νοτίω 
Ίταλια  απόγονοι  Ελλήνων  άποικων,  ων  εί'χομεν  ήδη  τήν  εύκαιρίαν 
να  ϊδωαεν  τήν  είς  τήν  έλληνι/.ήν  γλώσσαν  έμμονήν.  Άλλα  χάριν 
λόγων  πολιτικών  ύπάρχουσι  μεταζύ  αυτών  τών  Ιταλών  οί  άναρρι- 
πίζοντες  τάς  άλβανικάς  αναμνήσεις  τών  απογόνων  εκείνων  τών  συγ- 
γενών *αί  ομοφύλων  του  Σκενδέρβεη,  εις  ού  τό  όνομα  πολλάκις  ανα- 
φέρονται, και  δεν  λείπουσιν  οί  ύπονομευοντες  υπό  τό  πρόσχημα  τής 
όμοφυλίας  τους  αλβανικούς  λκούς.  Αϊ  έλληνικαί  εφημερίδες  έ'σ/ον 
πολλάκις  άφορμήν  νάναγράψωσι  τά  κατά  τους  αλβανικούς  συλλό- 
γους τής  νοτίου  Ιταλίας  και  τάς  έκ  τής  Καλαβρίας  ή  άλλοθεν 
έκπεμπομένας  προς  τους  Αλβανούς  εγκυκλίους,  έν  αίς  οχι  σπανίως 
κακίζονται    οί  "Ελληνες    ώς  πολλά  μεν  όφείλοντες  εις  τους    Αλβανούς 


—  144  — 

και  δια.  των  Αλβανών  αυτόχρημα  έλευθερωθέντες,  άλλ'  ώς  άστοργοι 
προς  αύτοϋς  και  μονονουχί  έχθρικώς  διατεθειμένοι.  Χάσμα  και  σείσμα 
μεταξύ  Αλβανών  και  Ελλήνων,  συμμαχία  και  έπιμαχία  μεταξύ 
Αλβανών  και  Ιταλών,  ιδού  το  πρόγραμμα  και  ό  σκοπός  τών  τοι- 
ούτων κατά  μέγα  μέρος  ευτυχώς  άγονων  ιταλικών  ενεργειών. 

Τοιούτοι  ήσαν  πλην  ενός  πράγματι  Αλβανού",  του  κ.  ϋβΓαίοΙΐ 
ΗΪΠίεΐ,  και  τίνων  ολίγων  άλβανοφίλων  οι  δήθεν  Αλβανοί  τοϋ  δευ- 
τέρου τμήματος.  Άλλ  ή  μικρά  ήχώ  ής  έ'τυχεν  έν  τω  άψύχω  έκείνω 
τμήματι  ή  άνάγνωσις  άσημων  τινών  ανακοινώσεων  περί  Αλβανίας, 
επεισεν  αυτούς,  ότι  έπρεπε  νά  έπιζητήσωσι  στάδιον  εύρύτερον  και 
άκροατάς  περισσοτέρους.  Διό  έπειράθησαν  νά  πήξωσι  τήν  σκηνήν  αυ- 
τών εν  τω  ένδεκάτω  τμήματι,  τω  τής  Ελλάδος  και  Ανατολής,  έν 
ω  ή  παρουσία  επιφανών  Βυζαντινολόγων  και  μελετητών  τών  κατά 
τον  νέον  έλληνικόν  κόσμον  ώς  και  τών  Ελλήνων  άντιπροςώπων  έ'πει- 
θεν  αυτούς,  ότι  ήδύνατο  νά  διεζαχθή  κρατερός  ό  ύπερ  τής  Αλβα- 
νίας άγων. 

Προίστατο  δέ  τών  μαχητών  ό  κ.  Άνσέλμος  Λορέκκιος,  εκδότης 
εφημερίδος  δις  του  μηνός  εκδιδομένης  εν  Παλλαγορίω  τής  νοτίου 
Ιταλίας  ύπό  τήν  έπιγραφήν  Το  άλβανικόν  έθνος  (ίι£ΐ  ΠΕίΖίοηβ 
Αίβεΐηβδβ).  Ή  έφημερΐς  αύτη  φέρει  ώς  σύμβολον  δικέφαλον  άετόν, 
ου  πέριξ  εΰρηνται  δύο  ταινίαι  μετά  τών  ονομάτων  τής  Ιλλυρίας,  τής 
Μακεδονίας,  τής  Θεσσαλίας  και  τής  Ηπείρου.  Αι  ταινίαι  αύται  δει- 
κνύουσι  τήν  ευρύτητα  του  προγράμματος  τής  εφημερίδος  ταύτης, 
ήτις  κηρύσσει  έαυτήν  φύλλον  παναλβανικόν  (  Ορ^ΕΠΟ  υηίίαπο  ηα- 
ζΐοηαΐβ).  Μεταξύ  τών  συνεογατών  του  φύλλου  τής  18/30  Σεπτεμ- 
βρίου εύρίσκομεν  τόν  κ.  ΡταηΟβδΟΟ  ΟΗΐηΐ§5  (  Κυνηγόν  ;  )  και  τον  έν 
Βουκουρεστίω  κ.  Γεώργιον  Ε.  Μέζην.  Το  φύλλον  εκείνο  άπασχολοΰσι 
τά  κατά  τό  συνέδριον  τών  Άλβανολόγων,  όπερ  έμελλε  μετ'  ολίγας 
ημέρας  νά  συνέλθη,  και  ό  Φραγκίσκος  Κρίσπης,  ό  «  μέγιστος  τών 
νέων  Αλβανών»,  ου  τήν  όγδοηκονταετηρίδα  έώρταζε  περί  τάς  αύ- 
τάς  ημέρας  ή    Ιταλία. 

'ΑρΟρα  περί  αλβανικής  γλώσσης  του  έν  Κωνσταντινουπόλει  μηχανι- 
κού κ.  Έδ.  δθΙΐηβί(1βΓ  έν  τφ  αύτώ  φύλλω  δημοσιευόμενα  δεν  είνε  δυς- 
τυχώς  προωρισμένα  νά  πείσωσι  τόν  άναγνώστην,  ότι  μία  και  ή  αυτή 
μέθοδος  δύναται    νά  έφαρμοσθή    εις    τήν  μηχανικήν  και  τήν  γλο>σσο- 


—   145  — 

λογίαν.  Κα!  φθόνος  μεν  ουδείς,  δτ•.  οΐ  Αλβανοί  ζητουσι  τήν  ιδίαν 
εαυτών  προαγωγήν.  Πάρα  τοις  "Ελλησι  δεν  θα  εύρωσι  βεβαίως  ούτε 
την  δύναμιν,  άλλ'ούτε  και  την  θέλησιν  νά  έμποδίσωσιν  ει  τι  υπάρχει 
δίκαιον  και  αληθώς  συμφέρον  έν  τοις  πόθοις  αυτών.  Άλλ'  άφ'  έτε- 
ρου ούτε  δίκαιον  βεβαίως  ούτε  συμφέρον  είνε  δια  τους  Αλβανούς  να 
διαβουκολώνται  παρά  τών  θελόντων  νάποσχίσωσιν  αυτούς  τέλεον  άπό 
τών  Ελλήνων.  Χαίρομεν  δ'  ΐδόντες,  ότι  παρ'  δλην  την  σχισματικήν 
τάσιν  της  εφημερίδος  αύτου  ό  κ.  Λορέκκιος  δεν  άπώκνησε  να  δημο- 
σίευση την  συνέντευζιν  του  έν  Μπουένος  "Αέρες  ανταποκριτού  αύτοΰ, 
έπ'  ίσης  Αλβανού  εκ  τών  της  νοτίου  Ιταλίας,  Όρατίου  Ίριάννη, 
μετά  του  στρατηγού  'Ριτσιώτη  Γαριβάλδη.  ευρισκομένου  έπ'  έσ/ά- 
των  έν  τη  νοτίω  Αμερική  χάριν  επιδιώξεως  της  δι'  Ιταλών  έποικί- 
σεως  της  Παταγονίας. 

Ό  διάλογος  ούτος  είνε  άξιον  νά  περιέλθη  εις  γνώσιν  τών  αναγνω- 
στών του  "Αστεως,  πριν  η  ΐδωμεν  τον  τρόπον,  καθ'  δ  ό  κ.  Λορέκ- 
κιος  επεδίωξε  νά  προστατεύση  τά  συμφέροντα  τών  Αλβανών  έν  τω 
συνεδοίω    τών  Άνατολιστών    και  την  έ'κβασιν  της  προτάσεως  αύτοΰ. 


Έπ&ατολή  Ζ'. 

Έκ  Νεαπόλεως,  26   Όκτο^βρίου. 

—  Πρέπει  νά  ύπερνικηθώσι  πολλά  εμπόδια  πριν  η  κατορθωθη  νάγεί- 
νη  δημοφιλής  ό  υπέρ  τών  Αλβανών  άγων,  είπεν  ό  στρατηγός  'Ριτσιώ- 
της  Γαριβάλδης  ίν  Μπουένος  "Αέρες  προς  τον  Ίταλοαλβανόν  Ίριάννην. 

—  Και  διά  τί  ;  ήρώτησεν  ό  Ίριάννης.  Είνε  πολλά  έθνη  έν  τω  κο- 
σμώ δυνάμενα  νά  έπιδείςωσιν  όσας  ή  Αλβανία  υπηρεσίας  παρασχεθεί- 
σας εις  τον  υπέρ  της  ανθρωπινής  ελευθερίας  αγώνα  ; 

—  Δεν  εννοώ  νά  κάμω  λόγον  περί  τούτου.  Άλλ  υπάρχει  λόγος 
όλως  πρόςφατος,  καθιστάνων  ψυχρούς  τους  ημετέρους  έν  Ιταλία  και 
Αγγλία  φίλους  προς  τον  αγώνα  τών  Αλβανών. 

—  Και  τίς  ; 

*  Έδημοσιεύθη  έν  τώ  Άστει  της  14  Νοεμβρίου  1899. 

10 

ΣΠΓΡ.    Π.    ΛΑΜΠΡΟΙ",   ΜΙΚΤΑΙ    ΣΕΛΙΔΕΣ:.  '  « 


—  146  — 

—  Θέλετε  νά  μάθητε  αυτόν  ;  Ή  προςήλωσις  ην  επαγγέλλονται  οί 
Αλβανοί  εις  την  όθωμανικήν  αύτοκρατορίαν. 

—  "Ω!  στρατηγέ.  Και  πώς  θέλετε  να  μη  έ'χωσιν  ούτω  τα  πρά- 
γματα, άφ'  ου  η  συντήρησις  της  οθωμανικής  αυτοκρατορίας  είνε  των 
δρων  της  διασώσεως  της  εδαφικής  άκεραιότητος  της  Αλβανίας;  Άλλ 
ούχ  ήττον  οί  Αλβανοί  θέλουσι  προ  παντός  να  ύπάρξωσιν  ώς  έθνος, 
καθ'  δν  τρόπον  άνεφάνησαν  ώς  έ'θνη  οί  άλλοι  λαοί  της  χερσονήσου 
του  Αίμου.  Σήμερον  δε  άξιοΰσι  παρά  της  εν  Κωνσταντινουπόλει  κυ- 
βερνήσεως αΰτόνομον  διοίκησιν  διά  τα  πέντε  βιλαέτια,  το  του  Σκου- 
τάρεως,  το  του  Κοσσυφοπεδίου,  το  τοϋ  Μοναστηρίου,  το  της  Θεσ- 
σαλονίκης και  το  των  Ιωαννίνων,  ύπό  την  διεύθυνσιν  γενικού  επι- 
τρόπου Άλβανοΰ  χάριν  προοδοποιήσεως  της  οριστικής  συντάξεως 
της  χώρας. 

—  "Εχει  καλώς,  άνταπήντησεν  ό  Γαριβάλδης.'  Αλλά  θά  ήτο  ανάγ- 
κη συγχρόνως  νά  φροντίσωσιν  όπως  έκλίπη  το  βαθύ  μίσος,  όπερ 
παρετήρησα  παρά  πάσι  τοις  Άλβανοϊς,  περιλαμβανομένων  και  αυτών 
τών  φίλων  Λορέκκιου  και  Νατόκκιου,  εναντίον  τών  Ελλήνων. 

—  Και  πώς  να  λησμονήσωσι  και  συγχωρήσωσιν  οί  Αλβανοί  τους 
δόλους  και  τάς  προδοσίας  ας  έπεβούλευσαν  πάντοτε  οί  "Ελληνες  εναν- 
τίον τών  ιστορικών  δικαιωμάτων  του  αλβανικού  έ'θνους  ;  Οί  "Ελλη- 
νες χρεωστουσιν  εις  τήν  εύφυίαν  και  τον  ήρωισμόν  τών  τέκνων  της 
Ηπείρου  τήν  ιδίαν  εαυτών  πολιτικήν  άνεξαρτησίαν.  Οί  είςηγηταί 
και  κύριοι  πρωτουργοί  του  πολέμου  του  1821  υπήρξαν  Αλβανοί,  και 
οί  "Ελληνες  περιεβλήθησαν  πτερά  ταώ,  παριστάνοντες  ώς  ιδίαν  δόξαν 
τήν  δόξαν  ανδρών,  οίοι  ό  Βοτσαρης,  ό  Τζαβέλλας,  ό  Μιαούλης,  ό 
Νικήτας  και  άλλοι,  και  τά  θαύματα  τών  γυναικών  τοϋ  Σουλίου. 
Και  κατά  τίνα  τρόπον  οί  "Ελληνες  απέκτησαν  τήν  Θεσσαλίαν,  ης  ό 
πληθυσμός  είνε  κατά  μέγα  μέρος  αλβανικός,  ει  μή  διά  της  προδο- 
σίας του  1881  ; 

—  "Εστωσαν    αληθή    όσα   λέγετε.    Και    όμως    είνε    άναγκαϊον    νά 
έπέλθη  συνεννόησις  μεταξύ  Ελλήνων  και  Αλβανών,  επειδή  άλλως  θά 
καθίστατο  δυςχερής  έν  Ίταλί^  και   Άγγλί^    ενέργεια  προςηλυτιστική  Ι 
υπέρ    της  Αλβανίας.  Παρ'  ήμϊν    αί  υπέρ  τών  Ελλήνων    συμπάθειαι 
είνε  ίσχυραί. 

—  Άλλ'  υπέρ  τίνος  Ελλάδος,    της   αρχαίας   ή    της  νέας;    Υπέρ 


—   147  — 

της  πρώτης,  προ  της  όποιας  και  αποκαλύπτομαι.  Άλλ'  ώς  προς  την 
δευτέραν  δεν  ευρίσκω  δεδικαιολογημένας  τάς  συμπαθείας,  και,  αν  δεν 
έφοβούμην  μή  δυςαρεστήσω  υμάς.  στρατηγέ,  θά  ελεγον,  ότι  ή  νέα 
Ελλάς  είνε  εκφρασις  φητορνκή. 

—  Ό  ιδεαλισμός  ( δεν  πειρώμαι  νά  μεταβάλω  και  φθείρω  την 
ώραίαν  εκφρασιν  του  φιλέλληνος  στρατηγού)  δεν  παύει  ποτέ  να  είνε 
δύναμις. 

Ψυχρολουσίαι  ώς  η  του  Γαριβάλδη  δεν  άποθαρρύνουσιν  έν  τούτοις 
τους  Ίταλοαλβανούς,  τους  πειρωμένους  έπϊ  διαστροφή  των  πραγμά- 
των και  της  ιστορίας  να  χωρίσωσιν  εις  δύο  αντίμαχα  στρατόπεδα  δύο 
λαούς  άπό  αιώνων  άδελφικώς  συζώντας  έν  τη  ελληνική  Ανατολή, 
κοινή  φαγόντας  τον  υπό  τών  δακρύων  της  δουλείας  βρεχόμενον  άρτον 
και  κοινή  κατά  γήν  και  θάλασσαν  συναγωνισθέντας  και  συνανδραγαθή- 
σαντας.  Διά  ταϋτα  ορθώς  ελέχθη  έν  ταϊς  ήμέραις  του  συνεδρίου,  ότι, 
ώς  οι  Τουρκαλβανοΐ  είνε  τουρκικώτεροι  τών  Τούρκων,  ούτως  οι  Ίτα- 
λοαλβανοί  πειρώνται  νά  φανώσιν  άλβανικώτεροι  τών  Αλβανών  της 
ελληνικής    Ανατολής. 

Είνε  δε  άπορον  άμα  καϊ  κρίμα  πώς  ό  κ.  Λορέκκιος  ολίγας  ημέρας 
μετά  την  δημοσίευσιν  της  έκ  Μπουένος  "Αέρες  ανταποκρίσεως  εΐςεπή- 
δησεν  έκ  του  δευτέρου  τμήματος  τοΰ  συνεδρίου  εις  τό  ένδέκατον  δνι 
άγγελος  ειρήνης,  άλλα  σπορεύς  ζιζανίων.  Περιστοιχιζόμενος  ΰπό  ολί- 
γων όμοφρόνων,  έν  οίς  και  ό  γηραιός  Ιερώνυμος  <ίβ  Βα(1&,  ον  οί 
Ίταλαλβανοΐ  καλοΰσιν  "Ομηρον  της  Αλβανίας,  κατέλαβε  μετά  τών 
περί  αυτόν  έδρας  χωριστά:  άπό  τών  λοιπών  συνέδρων.  ΤΗτο  ή  πρώτη 
καϊ  μόνη  ημέρα,  καθ  ην,  άποσχοινιζόμενοι  τών  ήρεμων  ημών  περί 
βυζαντιακής  ιστορίας,  φιλολογίας  και  τέχνης  ακροαμάτων,  παρέστη- 
μεν προ  συζητήσεως  θορυβώδους,  έ'χοντες  εΰσύντακτον  άριστεράν,  χω- 
ρίς νά  δυνάμεθα  νά  εϊπωμεν,  ότι  είχε  ληφθή  οιαδήποτε  φροντίς  περί 
δεξιάς. 

Ό  κ.  Λορέκκιος  υπέμνησε  τά  δικαιώματα  τής  Αλβανίας,  άνυ- 
ψώθη  μέχρι  τών  Πελασγών  και  είςέδυσε  μέχρι  τών  άδυτων  τοϋ  λα- 
βυρινθώδους  απωτάτου  παρελθόντος,  άξιων  όπως  τό  τμήμα  του  συν- 
εδρίου τό  φέρον  τήν  όνομασίαν  Ελλάς  και  Ανατολή  μετονομασθή 
Αλβανία,    Ελλάς  καϊ   Ανατολή. 

Δικαίως  τότε  οί  κ.  κ.   ΚπίΠίβ&οΙίβΓ  και  Στρυγόφσκης  παρέστησαν 


—    148  — 

τους  λόγους  της  σημερινής  ονομασίας  του  τμήματος,  έξέθηκαν  τα 
της  σχέσεως  της  Ελλάδος  προς  τους  ανατολικούς  λαούς  και  την  ση- 
μασίαν  ην  έχει  η  εξερεύνησις  αυτών.  Έν  τη  μνεία  της  Ελλάδος, 
καΟ'  ά  νυν  έχει  η  επιγραφή  του  τμήματος,  ΰπάρχουσι,  προςέθηκαν, 
λόγοι  απλώς  ιστορικοί  Ουδείς  πρέπει  δια  τούτο  να  ζηλεύση  την  Ελ- 
λάδα, ώς  ουδείς  έχει  το  δικαίωμα  να  διαμφισβητήτη  τα  ιστορικά 
αυτής  ταύτα  δικαιώματα.  Παντός  άλλου  έθνους  η  μνεία  ήθελε 
παρέλκει. 

Άλλ  6  κ.  Λορέκκιος  και  οί  πεοί  αυτόν  οέν  Ιπείθοντο.  Και  έποι- 
οΰντο  μέν  ποτέ  λόγον  περί  πιέσεως,  περί  αδικίας,  περί  καταπατησεως 
δικαιωμάτων,  άλλ'  άφ'  ετέρου  ύπεχώρουν  μέχρι  τινός,  και  τούτο  πά- 
λιν μόνον  όπως  άντεπεζέλθωσι  και  πάλιν  μετά  πλείονος  επίμονης. 

Εις  τό  σθένος  του  προεδρεύοντος  του  τμήματος  κατ'  =  κείνην  την 
ήμέραν  κ.  ΚΓΙΠϊϊβαοΗβΓ  χρεωστεϊται.  ότι  κατωρθώθη  τέλος  ή  άπο- 
περατωσις  της  άγονου  συζητήσεως.  Ή  δέ  διεξαχθεϊσα  ψηφοφορία 
ήγαγεν  εις  άπορριψιν  της  προτάσεως  του  κ.  Λορέκ/.ιου. 

Τοιαύτη  ή  ιστορία  της  συζητήσεως  ταύτης,  ήτις  παραδόξως  εις 
τά  ελληνικά  φύλλα  διεβιβάσθη  όλως  διαστρόφως.  Έν  αύτω  τφ  "Αστει 
άνέγνων  τηλεγράφημα  έκ  Μονάχου,  καθ'  ο  της  συνεδρίας  εκείνης 
προήορευον  εγώ  και  ότι  ηθέλησα  νά  διακόψω  τον  ρήτορα,  άλλ'  ούτος 
δεν  εδέχθη  την  διακοπήν,  ειπών,  ότι  δεν  εχομεν  το  δικαίωμα  νά  δια- 
γράψωμεν  τόν  άλβανικόν  λαόν  έκ  τών  ζώντων,  και  ότι  ό  καθηγητής 
κ.  'Ράδος  αντέκρουσε  τους  λόγους  του  Λορέκκιου,  ότι  δε  τέλος  ή 
πρότασις  αυτού,  τεθείσα  ΰπ'  έμοΰ  εις  ψηφοφορίαν,  απερρίφθη,  άλλα 
τό  τμήμα  εψήφισε  πρότασιν  άλλην,  περί  ιδρύσεως  έδρας  αλβανικής 
γλώσσης  έν  τω  Πανεπιστημίω  Νεαπόλεως. 

Ο1  681  αίηδί  ηα'  οη  θογιΙ  Γ  βίδΙοίΓβ! 

Άλλ'  απλούστατα  ούτ'  εγώ  προήδρευον  τότε  του  τμήματος,  ούτε 
ό  προεδρεύσας  κ.  ΚπΐΙΏΒ&οΙίβΓ  έπειράθη  να  διακοψη  τόν  κ.  Λορεκ- 
κιον,  ούτε  τούτου  προτασις,  αλλά  του  κ.  Β&ΐάαοοΐ,  ύπήρξεν  ή  περί 
έδρας  της  αλβανικής, και  δή  Ιν  άλλω  τμήματι,  και  αύτη  άποτυνουσα 
ούχ  ήττον  της  περί  μετονομασίας  του  ενδεκάτου  τμήματος.  Αστειό- 
τατος δέ  πάντων  είνε  εν  τη  γενική  ταύτη  συγχύσει  ό  τόν  κ.  Λορέκ- 
κιον  άντικρούων  ανύπαρκτος  έν  τω  συνεδρίω  "Ελλην  καθηγητής  'Ρά- 


—   149   — 

δος ,  ό  λαμβάνων  τήν  θέσιν  του  όμόφρονος  τω  Λορέκκιω  Ίταλοαλβανοΰ 
Όμηρου,    άβ  Β»ά»  ! 

Έγώ  δε  ου  μόνον  δεν  προήδρευον,  καθ"  ά  είπον,  ουδέ  διέκοψα 
προεδρικώ  δ'.καιώματι  χοώμενος  τον  ρήτορα,  άλλ'  έθεώρησα  δια  πολ- 
λούς λόγους  περιττόν  τε  άμα  και  άπρεπες  νάντεπεξέλθω  δια  τοϋ  λό- 
γου εις  την  γενομένην  πρότασιν,  άφ'  ου  υπήρχον  άλλοι  ξένοι  προς  το 
έλληνικόν  έθνος  οι  σθεναρώς  υπεραμυνόμενοι  των  ορθών  και  δικαίων. 
Δια  ταϋτα  δέ,  ουδέ  γρΟ  ειπών,  ήρκέσθην  να  ψηφίζω  κατά  της  προ- 
τάσεως, ότε  ήλθεν  η  ώρα  της  ψηφοφορίας. 

Βραχέα  δέ  τίνα  ήναγκάσθην  νά  εί'πω  όλίγω  πρότερον  κατά  την 
αυτήν  συνεδρίαν  περί  άλλου  ζητήματος,  έν  φ  δεν  έπετρέπετο  ή  αφα- 
σία εις  "Ελληνα  άντιπρόςωπον. 

Κύριος  τις  καλούμενος  μεν  Ισίδωρος  (ίβ  Οαηη,  επιλεγόμενος  δέ 
δημοσιογράφος.  μή  μετέχων  δέ  του  συνεδρίου,  ούδ'  ανήκων  εις  τι 
τών  τμημάτων,  ύπέβαλεν  εις  το  προεδρεΐον  του  ημετέρου  τμήμα- 
τος έπιστολήν,  ην,  καίπερ  δυςανασχετών,  ήναγκάσθη  νάναγνώση  προ 
αύτου  ό  προεδρεύων  κ.  ΚΓϋΠίΒ&οΙίβΓ.  Ό  έπιστέλλων  προέτεινεν, 
όπως  χάριν  της  προαγωγής  της  ιδέας  της  αυτονομίας  τών  λαών  της 
χερσονήσου  του  Αίμου  ψηφισθη  ή  αποστολή  ευχαριστηρίου  προς  τον 
ιταλικών  τύπον  έπΐ  τοις  παρ'  αΰτοΰ  κατά  τόν  ελληνοτουρκικών  πόλε- 
μον  έπιδειχθεΐσιν  αίσθήμασι  και  ή  κατάθεσις  αναμνηστικού  στεφάνου 
υπέρ  τών  Ιταλών  νέων  τών  πεσόντων  κατά  τόν  αυτόν  πόλεμον  επί 
του  πεδίου  της  μάχης. 

Ή  αποδοχή  τοιαύτη:  προτάσεως,  όλως  ξένης  προς  τά  έργα  του 
συνεδρίου,  ήθελε  δώσει  άφορμήν  προκλήσεως  ελληνικού  σκανδάλου 
αναλόγου  προς  το  ρωμανικών  και  το  άλβανικόν,  τά  κινήσαντα  τέλος 
τήν  άγανάκτησιν  τών  συνέδρων.  "Αλλως  συνέδριον  όλως  επιστημονι- 
κών και  διεθνές  είνε  τόπος  ειρήνης,  εις  ον  δέν  χωροΰσιν  αναμνήσεις 
πολέμων.  Τοιαϋτα  ψηφίσματα  εμελλον  νάγάγωσιν  εις  τό  άδιέξοδον, 
νάναρριπίσωσι  πάθη  και  τέλος  θάττον  ή  βράδιον  νά  καταστρέψωσι 
τό  ειρηνικών  έργον  του  συνεδρίου  τών  Άνατολιστών. 

'Τπό  τοιούτο  δέ  πνεύμα  ώμίλησαν  οι  κ.  κ.  ΟρρβΓί,  ΚηΐΠΐΙ)£ί- 
0Ι16Γ,  Στρυγόφσκης,  άντιτασσόμενοι  εις  τήν  πρότασιν  του  κ.  (1β 
Οαηη,  ήτις  και  απερρίφθη  υπό  τοϋ  τμήματος.  Και  έγώ  δ'έθεώρησα 
χρέος    μου    διά    τους    προταχθέντας    λόγους    νάπορρίψω    αυτήν,   άλλ' 


—  150  — 

επειδή  ή  θέσις  μου  ώς  "Ελληνος  ήτο  λίαν  λεπτή,  έ'γνων  να  δικαιολο- 
γήσω την  άπόρριψιν,  ειπών,  δτ ι  ώς  "Ελλην  προθύμως  θχ  έψήφιζον 
πάσαν  έκδήλωσιν  ευγνωμοσύνης  προς  τε  τούς'Ιταλούς  και  προς  πάντα 
άλλον  λαόν  έπιδείξαντα  συμπάθειαν  προς  την  Ελλάδα  και  συναγω- 
νισθέντα  υπέρ  απελευθερώσεως  των  αλυτρώτων  Ελλήνων.  Άλλ'  ώς 
μέλος  του  συνεδρίου  και  πρόεδρος  τμήματος  είμαι  ήναγκασμένος  να 
συμφωνήσω  προς  τους  υπέρ  της  απορρίψεως  της  προτάσεως  έκτεθέν- 
τας  λόγους.  Προςέθηκα  δ'  όμως,  ότι  ή  τοιαύτη  μου  έν  τω  συνεδρίω 
ψήφος  ουδαμώς  εμποδίζει  την  παρά  των  Ελλήνων  άντιπροςώπων 
εκτός  αϋτοΰ  έπ'  ευκαιρία  της  έν  'Ρώμη  παρουσίας  αυτών  έπίδειξιν 
τών  συμπαθειών  τών  Ελλήνων  προς  τους  μετ'  αυτών  συμπράξαντας 
και  συναγωνισθέντας.  Άλλα  πάσα  τυχόν  τοιαύτη  ενέργεια  ουδέν  θα 
είχε  το  κοινόν  προς  τα  έ'ργα  του  συνεδρίου  και  την  έν  αύτώ  έντολήν 
αυτών. 

Και  τι  μέν  ένόουν  ταΰτα  ειπών  και  τι  έπράχθη  σχετικώς  προς  τα 
ρηθέντα  έκ  συνεννοήσεως  μετά  του  συναδέλφου  μου  κ.  Καρολίδου  τοϋ 
συναντιπροςωπεύοντος  το  Πανεπιστήμιον  δεν  επέστη  ετι  καιρός  να 
γνωσθή  Βέβαιον  δε  είνε,  ότι  ή  τηρηθεϊσα  έ'ν  τε  τφ  άλβανικφ  ζητή- 
ματι  και  έπ'  ευκαιρία  της  προτάσεως  του  κ.  άβ  Οάώώ  επιφυλακτική 
και  αμερόληπτος  στάσις  δέν  εΰηρέστησε  τους  ταραχωδεστέρους  τών 
θβλόντων  να  προκαλέσωσι  σκάνδαλα.  Διό  έν  δύο  φύλλοις  της  Ιΐαΐία, 
φύλλου  δημοκρατικού,  όπερ  δέν  πρέπει  να  συγχέωμεν  προς  την  γαλ- 
λιστί  γραφομένην  Ιΐ&ΐΐβ,  ό  κ.  άβ  Οαηη  και  ό  Ίταλοαλβανός  0Γ0ρρ& 
ίοημοσίευσαν  δύο  έπιστολάς,  έν  αίς,  ποιούμενοι  λόγον  περί  της  απορ- 
ρίψεως τών  δύο  προτάσεων  έν  τω  τμήματι  και  κακίζοντες  τους  άντ- 
ειποντας,  ιδίως  έθεώρησαν  πρέπον  να  έπιτεθώσι  κατ'  έμοΰ,  υβρίζοντες 
σκαιώς  και  την  Ελλάδα  ώς  ήττηθεϊσαν  έν  τω  τελευταίω  ατυχεί  πο- 
λεμώ υπό  τών  γενναίων  Αλβανών  και  μη  δυναμένην  δια  τούτο  να 
λησμονηση  το  τραύμα  και  ώς  αγνώμονα  προς  τους  υπέρ  αυτής  άγω- 
νισθεντας. 

Σημειωτέον,  ότι  οί  υβρίζοντες,  καθ'  α  πολλοί  μοι  έδήλωσαν,  ούτε 
τών  άγωνισθεντων  υπέρ  τών  αλυτρώτων  Ελλήνων  ήσαν,  ούτε  τών 
δικαιουμένων  νάντιπροςωπεύσωσι  τήν  ΐταλικήν  νεότητα  και  τον  τύ- 
πον τής  Ιταλίας.  Διό  εϋσχήμως  έτήρησα  τήν  παρά  πάντων  τών 
λαβόντων  γνώσιν   του   έπειςοδίου,  έν  οίς   και  Ιταλοί   καθηγηταΐ    και 


—  151   — 

δημοσιογράφοι  μετάσχοντες  του  ημετέρου  πολέμου,  δοθεϊσάν  μοι  γνώ- 
μην  μηδεμιά;  προςονης  νάξιώσω  τα  γραφέντα  και  μηδεμίαν  να  έπι- 
στείλω  άπάντησιν  εις  αυτά.  Πόσον  δε  δίκαιον  είχον  οί  τοιαύτα  συμ- 
βουλεύσαντες  άπέδειξεν  ή  προς  τό  έπειςόδιον  τελεία  αδιαφορία  τοΰ 
τύπου  της  Τώμης.  ούδ'  αυτής  της  Ιΐαΐΐα  εξαιρουμένης,  ήτις  ως 
άπλας  καταχωρίσεις  άνευ  ουδεμιάς  ιδίας  συμμέτοχης  εδέχθη  συμφώ- 
νως  προς  τάς  ευρείας  αυτής  αρχάς,  καθ'  ας  αί  στήλαι  αυτής  εΐνε 
άνοικταί  εις  πάσαν  γνώμην,  τάς  δύο  έκείνας  έπιστολάς  των  υβριστών 
της  Ελλάδος.  Και  αί  μεν  άλλαι  εφημερίδες  ουδεμίας  ήξίωσαν  προςο- 
χής  την  ζωηρότητα  των  νεανίσκων,  ό  δε  ϋοη  ΟΙΐίδΟΪΟί,Ιβ  έν  τω 
φύλλω  της  1 4  Όκτωβρίου  άνευ  μνείας  ονομάτων  άπό  ύψηλοτέρας 
σκοπιάς  και  μετά  πολλής  αληθώς  λεπτότητος  παρέστησε  τό  άπρος- 
διόνυσον  της  προτάσεως  τών  σκανδαλοποιών,  και  έ'ψεξεν  αυτούς  διά 
τάς  πίκρας  αυτών  δημοσιεύσεις  μετά  θερμής  αγάπης  προς  τον  έλλη- 
νικόν  λαόν,  άξιον  ού  μόνον  της  συμπαθείας  τών  «αγαθών,  αλλά  καϊ 
του  θαυμασμού  απάντων  όσοι  εχουσιν  έν  τη  ψυχή  ζωηοόν  τό  γόνιμον 
αίσθημα  της  άνθοωπίνης  αμοιβαιότητας » .  Προςέθηκε  δε,  ότι  λίαν 
άτόπως  υπό  τών  εχόντων  ηκιστα  δικαίωμα  προς  τούτο  προεβλήθη  έν 
οϋ  δέοντι  ή  ηρωική  θυσία  ολίγων  Ιταλών  άναγεννησάντων  την  ώραιο- 
τάτην  τών  γαριβαλδινών  παραδόσεων,  και  ταύτα  χάριν  απλού  σκαν- 
δάλου καϊ  όπως  σκοπίμως  δυςφημηθη  έθνος  φίλον. 

Άλλα  τά  τοιαύτα  ήσαν  αληθώς  οί  τελευταίοι  σπασμοί  τών  ήττη- 
θέντων  έν  τω  συνεδρίω,  όπερ  δεν  ήδυνήθησαν  να  συμπαρασύρωσιν  είς 
τάς  πολιτικάς  αυτών  προθέσεις.  Και  δεν  άπηλπίσθησαν  μεν  ό  κ.  Λο- 
ρέκκιος  και  οί  περί  αυτόν,  έπανέφερον  δε  τό  περί  μετονομασίας  τοΰ 
ενδεκάτου  τμήματος  ζήτημα  είς  τό  δεύτερον  τμήμα,  άλλα  και  τούτο, 
βαρυνθέν  τέλος  τάς  τοιαύτας  πλεκτάνας.  απέρριψε  την  πρότασιν,  άτε 
ήδη  άποκρουσθεϊσαν   έν  άλλω  τμήματι. 


—   152  — 

Επιστολή   II '.  * 

Έκ  Νεαπόλεως,  27  "Οκτωβρίου. 

Αί  περί  του  εν  'Ρώμη  συνεδρίου  των  Άνατολιστών  έπιστολαί  μου 
ηθελον  άποβή  πο>ύ  βραχύτεραι,  αν  δεν  παρίστατο  ανάγκη  να  εκθέσω, 
ως  ηδη  έπραξα,  τα  προς  αυτό  έστω  και  έμαέσως  συνδεόμενα  έπειςό- 
δ'.α  και  σκάνδαλα  δσα  έ'δει  να  γνωσθώσι  παρά  των  Ελλήνων  ανα- 
γνωστών. 

Έπιλαμβανόμενος  δε  νυν  της  εκθέσεως  των  επιστημονικών  καρ- 
πών του  συνεδρίου,  θα  περιορισθώ  εις  μόνα  τά  τελεσθέντα  εν  τω  έν- 
δεκάτω  τμήματι,  τω  κυρίως  ένδιαφέροντι  τους  "Ελληνας.  Τό  ενδια- 
φέρον τοϊν  αναγνωστών  του  "Αστεως  δεν  επεκτείνεται  βεβαίως  μέχρι 
της  γνώσεως  τών  περί  του  νέου  γαμικοΰ  δικαίου  παρά  τοις  Ίάπωσι  η 
περί  της  έντοιχίου  επιγραφής  της  παγόδας  του  Οηάβ^ρΟΓβ,  η  της  εννό- 
μου θέσεως  τών  ηβΙΤΙ Ηϊ  11  (απόρων)  έν  τω  άρχαίω  αίγυπτιακώ  δικαίω, 
η  περί  τών  γλωσσών  του  Αλικουλοΰφ  έν  τη  νήσω  του  πυρός,  η  περί 
τοΰ  ϊνδι/.οϋ  μύθου  περί  τοΰ  άνθρωπου  του  τρώγοντος  την  τίγριν  και 
τών  τοιούτων  θεμάτων,  άτινα  άλλως  ε'ίλκυσαν  δικαίως  την  προςοχήν 
τών  περί  τά  τοιαύτα  ειδικώς  διατριβόντων  συνέδρων  έν  τοις  διαφό- 
ροις  τμήμασι  του  συνεδρίου.  "Αλλως  όμως  εν  ει  τό  πράγμα  προκειμέ- 
νου περί  της  άρ/αίας  ελληνικής  τέχνης  έν  ταϊς  σ/έσεσιν  αυτής  προς 
την  Άνατολην  η  περί  βυζαντιακής  γραμματείας,  ιστορίας,  γεωγρα- 
φίας και  τέχνης. 

Ή  αρχαία  ελληνική  τέχνη  άντεπροςωπεύθη  έν  τω  Ιλληνικω  τμη- 
ματι  λίαν  αξιοπρεπώς  παρά  δύο  τών  γνωστότατων  Γερμανών  αρχαιο- 
λόγων, τοϋ  έν  'Ρώμη  κ.  Ηβ15ΐ2  καϊ  τοΰ  έν  Μονάχψ  καθηγητού  κ. 
ΡυιΊ\νϋη§Ιθΐ\ 

Ό  κ.  ΗθΙβί^  έπειράθη  νάποκαταστήση  την  άρχαιοτάτην  διήγη- 
σιν  περί  τών  μνηστήρων  της  Πηνελόπης  συνωδά  τη  Όδυσσεία  (Ξ,  281 
-298  και  Ρ.  4-13).  Κατά  την  ύπ'  αΰτοΰ  του  άνακοινώσαντος  έπι- 
δοθεϊσαν  περίληψιν  τά  χωρία  ταΰτα,  αναφερόμενα  εις  την  άρπαγήν 
τών  όπλων  τών   ευρισκομένων  έν  τω  μεγάρω  τοϋ  Όδυσσέως.   φαίνον- 

*  Έδημοσιεύθη  έν  τω  "Αστει  της  15  Νοεμβρίου  1899. 


—   153  — 

ται  άποδεικνύοντα  την  ύπαρξιν  άλλης  διηγήσεως,  καθ"  ην  οι  μνηστή- 
ρες έφονεύθησαν  έν  ή  στιγμή  εύρίσκοντο  άοπλοι.  Ό  δε  κ.  Ηβ15ί§ 
φρονεί,  ότι  η  τοιαύτη  παράδοσις  εινε  εντελώς  σύμφωνος  προς  το  σύνο- 
λον της  εποποιίας,  της  περιλαμβανούσης  την  άρχαιοτάτην  διήγησιν 
περί  τού  θανάτου  των  μνηστήρων.  Έν  δε  τω  Χ  της  "Οδύσσειας  εύρί- 
σκομεν  παράστασιν  νεωτέραν  ,  καθ'  ην  ό  ποιητής  παρειςάγει  τους 
μνηστήρας  εις  το  άνάκτορον  του  Όδυσσε'ως  φέροντας  τα  όπλα  αυ- 
τών. Κατά  ταύτα  ό  ποιησας  το  άσμα  ίκεϊνο  της  Όδυσσείας  φαίνε- 
ται θεωρήσας  σκαιάν  και  άπάνθρωπον  την  τέλεσιν  του  φόνου  νεαν.ών 
αόπλων  και  στερουμένων  τών  μέσων  της  αμύνης.  Άλλως  δε  ό  ποιη- 
τής, όπλίζων  τους  μνηστήρας,  έλάμβανεν  εύ/.αιρίαν  νά  περιγράψη 
σειράν  συγκινητικών  αγώνων,  τούθ'  όπερ  άπετέλει  θέμα  έκλεκτον  και 
άρεστόν   εις  το   άρχαΐον   έπος. 

Ό  δέ  κ.  ΡϋΓΐ\ναη§1βΓ  έποιήσατο  λόγον  περί  της  δακτυλιογλυ- 
φίας  τών  μυκηναίων  χρόνων.  Και  ήρνήθη  μεν  τον  άνατολικόν  αύτη: 
χαρακτήρα,  άλλα  παρετηρησεν,  ότι  ή  έν  ταΐς  ελληνικαϊ:  χώραις  τη:  νο- 
τίου Ευρώπης  άκμάσασα  τέχνη  αύτη  δεν  δύναται  να  εννοηθεί  άνευ 
τοϋ  συσχετισμού  προς  την  γλυπτικήν  της  Ανατολής.  Προςπελάζει  δέ 
η  μυκηναία  δακτυλιογλυφία  προς  την  έν  τη  Ανατολή  περί  το  διςχι- 
λιοστόν  προ  Χρίστου  έτος  άκμάσασαν,  ήτις  διακρίνεται  της  άρχαιο- 
τέρας  δι'  όλως  διάφορου  τεχνικής  εκτελέσεως.  Ώμίλησε  δέ  ό  κ.  ΡαΓί- 
\ν£Ϊη§1βΓ  και  περί  τών  αρχαιοτάτων  σχέσεων  μεταξύ  Ινδικής  και 
Ελλάδος.  Έκδηλούνται  δέ  αύται  τούτο  μεν  διά  γλυπτών  τίνων  δα- 
κτυλίων ελληνικής  τέχνης,  ευρεθέντων  έν  τη  Πενταποτομία  και  ανα- 
φερομένων εις  τόν  εβδομον  προ  Χριστού  αιώνα,  τούτο  δέ  δι'  ευρημά- 
των γενομένων  ύπό  του  κ.  Νθβΐ1ΐη°'  έν  τω  Βελουχιστάν  έν  τη  γειτο- 
νευούση  προς  τόν  Ίνδόν  ποταμόν  χώρα.  Και  οι  μέν  δακτύλιοι  έκεϊνοι 
της  Πενταποταμίας  μαρτυρούσι  ποιάν  τίνα  έπικοινωνίαν  μεταζύ  Ιν- 
δικής και  Ελλάδος  και  στηρίζουσι  την  γνώμην  τών  θελόντων  νάναγά- 
γωσιν  εις  την  Ίνδικήν  την  αρχήν  της  πυθαγορείου  περί  μετεμψυ- 
χώσεως  &όζης.  Έν  δέ  τοΤς  εύρημασι  τού  Βελουχιστάν.  συνισταμε'νοις 
εις  λείψανα  οικήσεων  λαού  ανερχομένου  εις  τόν  πρώτον  χαλκούν  αιώνα, 
καθ  όν  δέν  είχεν  ακόμη  παύσει  ή  χρήσις  τών  έκ  λίθου  εργαλείων, 
περιέχονται  και  όστρακα  πήλινα  μεγάλως  ομοιάζοντα  προς  τά  της 
πρώτης  έν  Ελλάδι  μυκηναίας  περιόδου.   Περί  τών  άξιων  λόγου  τού- 


—   154  — 

των  ευρημάτων  παραπέμπω  τους  "Ελληνας  αρχαιολόγους  εις  τάς 
νβΓίιαηάΙϋη^βη  <3βΓ  ΒβΓϋηβΓ  αηΐΗΓορο1ο§ΐδΙιβη  ΟβδβΙΙδοΙιαίΊ 
του  1898,  ένθα  δημοσιεύονται  και  εικόνες  των  μυκηναιοτρόπων  τού- 
των οστράκων  του  Βελουχιστάν,  ών  εκλογή  απόκειται  νυν  εν  τω  μου• 
σείω  της  Βρουνσβίγης. 

Αξία  &έ  λόγου  εΐνε  και  η  συζήτησις  ή  συναφθείσα  προς  τάς  σπου- 
δαίας ταύτας  ανακοινώσεις  τοϋ  κ.  ΡΐιΐΊΛν&Π^ΙβΓ  μεταξύ  αύτοΰ  και 
του  κ.  Θεοδώρου  ΚβίΠ3θΙΐ,  άντιπροςώπου  τοϋ  έν  Παρισίοις  Συλλό- 
γου προς  διάδοσιν  των  ελληνικών  γραμμάτων.  Ό  κ.  Ββίη&οΙΐ  εζή- 
τησε  παρά  του  Γερμανού  καθηγητού  άκριβέστερον  καθορισμόν  του 
έθνους  του  τεχνουργήσαντος  τους  μυκηναίους  δακτυλίους,  και  ηρώ- 
τησεν,  άν  πράγματι  ούτος  φρονή.  ότι  οί  γλύψαντες  αυτούς  υπήρξαν 
Ελληνες,  προςθείς  ,  ότι  είνέ  πως  επισφαλής  η  χρήαις  του  ονόματος 
των  Ελλήνων  κατά  τρόπον  έπ'  ίσης  αόριστον  ώς  ή  χρησις  τοΰ  όρου 
ανατολικής  τέχνης.  Εις  ταύτα  δ'  άνταπήντησεν  ό  κ.  ΕαΓΐ\ναη§ΙβΓ, 
οτι  <ί  κατά  την  γνώμην  αυτού  οί  λαοί  των  νήσων  του  Αιγαίου,  έν  οΐς 
ευρίσκονται  οί  ύπό  τών  αρχαιολόγων  λεγόμενοι  νησιωτικοί  δακτύ- 
λιοι (Ιηδβίδίβΐηβ),  πρέπει  νά  καλώνται  "Ελληνες  και  έν  ή  περιπτώ- 
σει άποδεχθώμεν  ότι  ήσαν  λαός  σύμμικτος.  έν  ώ  το  άρ/αιότερον  έθνι- 
κόν  στοιχεϊον  έκέκτητο  έν  μείζονι  λόγω  δεξιότητας  καλλιτέχνιδας  ». 
Περί  δε  λεπτομερεστέρας  αναλύσεως  και  αποδείξεως  τοϋ  ισχυρισμού 
τούτου  παρέπεμψεν  εις  την  προςεχώς  ύπ'αύτοΰ  έκδιδομένην  Ίστορίαν 
της  γλυπτικής. 

Εύρύταται  δέ  υπήρξαν  έν  τε  τω  έλληνικώ  τμήματι  και  έν  τω  αΐ- 
γυπτιακω  αί  περί  της  αλεξανδρινής  τέχνης  και  αρχαιολογίας  ανακοι- 
νώσεις τοϋ  έκ  Μυτίνης  (Μοίίθηα)  Ίταλοϋ  διδάκτορος  κ.  Ιωσήφ 
Βόττη,  διευθυντού  του  έν  Αλεξάνδρεια:  έλληνορρωμαϊκοϋ  μουσείου. 
Μέχρι  προ  ολίγων  ακόμη  ετών  το  ενδιαφέρον  τών  Αίγυπτιολόγων 
περιωρίζετο  εις  μόνας  τάς  αρχαιότητας  τής  πανάρχαιας  Αιγύπτου 
τών  Φαραώ,  αλεξανδρινή  δέ  αρχαιολογία  σχεδόν  δεν  ύπήρχεν. 'Αλλά 
διά  τής  δραστηριωτάτης  εργασίας  τοΰ  κ.  Βόττη,  μόνους  προδρόμους 
έχοντος  τον  Αίγύπτιον  αρχιτέκτονα  Μαχμούδ-έλ-Φαλάκη  και  τον 
ήμέτερον  Τάσσον  Νεροϋτσον,  σήμερον  τά  πράγματα  μετεβλήθησαν 
αισθητώς.  Σήμερον  υφίσταται  έν  Αλεξάνδρεια  ίδιον  μουσεΐον  τών 
ελληνικών,  ρωμαϊκών   και   βυζαντιακών   αρχαιοτήτων  τής  Αιγύπτου, 


-   155  - 

ενόν  προςηρτημένον  π^ούσιον  νομισματικόν  μουσεΐον,  διευθυνόμενον 
υπό  του  Γάλλου  κ.  ΟΐΐίίΗΙ.  Ή  νέα  Αλεξάνδρεια  απέβη  κέντρον 
μελετών  αναφερομένων  εις  την  τοπογραφίαν  τοΰ  κτίσματος  του  Αλε- 
ξάνδρου και  της  μεγάλης  πρωτευούσης  των  Πτολεμαίων.  Αναγνώ- 
σματα αρχαιολογικά  διαφωτίζουσι  τάποκαλυπτόμενα  μνημεία,  άνα- 
σκαφαί  καθορίζουσι  τους  αρχαίους  τόπους  και  πλουτίζουσι  το  μου- 
σεϊον,  κατάλογοι  εκδίδονται,  δημοσιεύσεις  άρχαιολογικαϊ  διαδέχονται 
άλλήλας. 

Εΐνε  δ'  ετι  θαυμασιωτέρα  ή  εν  Αλεξάνδρεια  αρχαιολογική  αύτη 
κίνησις,  όταν  άναλογισθώμεν,  δτι  εΐνε  έργον  εξαετίας  μέχρι  τοΰδε 
μόνον  και  ότι  χρεωστεΐται  εις  ένέργειαν  μόνον  ίδιωτικήν  και  δημοτι- 
κην.  Αληθώς  δχι  εις  την  αΐγυπτιακην  κυβέρνησιν,  άλλ'  είς  την  δη- 
μαρχίαν  της  Αλεξανδρείας  και  την  δραστηριότητα  τοΰ  διευθυντού 
τοΰ  μουσείου  χρεωστοΰνται  πάντα  τα  έπιτευχθέντα.  Άλλα  παρήγο- 
ρον  εΐνε  το  μανθάνειν,  ότι  ούτε  ή  υπέρ  της  αρχαιολογίας  προθυμία 
τοΰ  δημάρχου  κ.  Σακούρ  βέη,  ούτε  ό  ακαταπόνητος  ζήλος  του  κ. 
Βόττη  θα  επήρκουν  κατά  την  ρητην  αμφοτέρων  όμολογίαν,  αν  δεν 
έπήρχοντο  συνεπίκουροι  οί  "Ελληνες  της  Αλεξανδρείας.  Ό  αρχαιο- 
λογικός σύλλογος  της  πόλεως  και  το  Αθήναιον  εΐνε  τα  δύο  κέν- 
τρα, εν  οις  μάλιστα  διατρανοΰται  ή  τοιαύτη  φιλομουσία  και  γενναιο- 
δωρία τών  διακεκριμένων  φιλαρχαίων  της  έν  Αλεξάνδρεια  ελληνι- 
κής παροικίας.  "Ελληνες  πρόεδροι  τοΰ  αρχαιολογικού  συλλόγου,  ίν 
οίς  άρκεΐ  να  μνημονεύσωμεν  τοΰ  αλησμόνητου  Γεωργίου  Γουσίου  και 
τοΰ  διαδεχθέντος  αυτόν  Αμβροσίου  'Ράλλη,  "Ελληνες  εταίροι  της 
επιτροπείας  τοΰ  μουσείου,  γενναίοι  "Ελληνες  δωρηταί  τοΰ  μουσείου 
συντελοΰσιν  άξιεπαίνως  είς  προαγωγήν  τών  αρχαιολογικών  έργων  εν 
"Αλεξάνδρεια. 

Διά  τοΰτο  δε  προθύμως  τό  ήμέτερον  τμήμα  απεδέχθη  και  ή  γενική 
συνέλευσις  τών  συνέδρων  επεκύρωσε  τήν  έμήν  πρότασιν  περί  απονομής 
τών  προςηκόντων  εγκωμίων  εις  τήν  δημοτικήν  αρχήν  της  Αλεξαν- 
δρείας, τον  άρχαιολογικόν  σύλλογον,  τό  Αθήναιον  και  τόν  κ.  Βότ- 
την  διά  τήν  ζωηράν  ταύτην  άρχαιολογικήν  κίνησιν  της  Αλεξαν- 
δρείας,   οία   απεκαλύφθη    προ   ημών. 

Νέοι  δε  αρχαιολογικοί  ορίζοντες  θάνοιχθώσιν,  αν  πραγματωθώσιν 
αί  ευχαί    τών    κ.    ΙΙόποβιτς,    άντιπροςώπου    τοΰ    Μαυροβουνίου,    και 


—   156  — 

ΒαΙαΕΟοί  περί  εκτελέσεως  αρχαιολογικών  ανασκαφών  έν  Μαυροβου- 
νίω  και  Αλβανία.  Τό  δε  υπό  τοΰ  φιλοκάλου  ήγεμόνος  του  Μαυρο- 
βουνίου ΐπιάεικνυόμενον  ενδιαφέρον  υπέρ  τη:  αρχαιολογίας  παρέχει 
χρωστάς  ελπίδας,  δτι  μετ'  οΰ  πολύ  θα  εΐνε  κατορθωτή  η  εναρξις  ανα- 
σκαφών έν  Διοκλεία,  δΓ  ών,  διεξαγόμενων  κατά  τον  έκφρασθέντα 
παρά  τών  Μαυροβουνίων  ποθον  ύπό  Ιταλών  αρχαιολόγων,  θά  επι- 
τευχθώ, ή  διαφώτισις  τών  κατά  τον  άρχαΐον  βίον  επί  των  δειράδων 
του  Μέλανος  δρους. 

Και  τοιαύτα  μέν  προς  ταϊς  άνακοινώσεσι  τοϋ  κ.  Τθθί1β80ϋ  περί 
τών  έν  'Ρωμανία  ανασκαφών,  περί  ών  εγεινεν  ήδη  λόγος  έν  πρότερα 
επιστολή,  τά  πορίσματα  τών  έν  τω  συνεδρίω  εργασιών  περί  της  αρ- 
χαίας τέχνης  και  του  αρχαίου  βίου  έν  ταϊς  έλληνικαΐς  χώραις  και 
ταΐς  τών  συνοίκων  λαών  της  χερσονήσου  τοΰ  Αίμου. 

Αλλά  τό  κυριώτατον  άσχόλημα  τοΰ  ενδεκάτου  τμήματος  ύπήρζεν 
οχι  ή  άρχαιότης,  αλλά  τό  Βυζάντιον.  Ή  προςθήκη  τών  βυζαντιακών 
μελετών  είς  τό  συνέδριον  είνε  πάντη  νέα.  Μόλις  εις  τό  εν  Γενεύη 
συνελθόν  δέκατον  συνέδριον  προςετέθη  ίδιον  τμήμα  περιλαμβάνον  και 
ταύτας•  γενναιότερον  δ'  άντεπροςωπεύθη  έπειτα  τό  Βυζάντιον  έν  τω 
ένόεκάτω  συνεδρίω,  τω  πρό  δύο  ετών  συγκροτηθέντι  έν  Παρισίοις. 
Πολύ  δε  μείζων  ύπήρζεν  ή  πρόοδος  ή  έτιτελεσθεΐσα  έν  τω  δωδεκάτω 
συνεδρίω,  τω  της  "Ρωμιός  Ούτως  είχε  πληρέστατα  δίκαιον  ό  κ. 
Κραηη1)Εθ1ΐθΓ,  όςτις,  άνακεφαλαιόνων  κατά  την  τελευταίαν  τοΰ 
τμήματος  συνεδρίαν  τά  περί  τών  έργων  αύτοΰ,  είπεν.  ότι  τό  τμήμα 
Ελλάς  και  Ανατολή,  όπερ  ήτο  νήπιον  μεν  έν  τω  συνεδρίω  της  Γε- 
νεύης, παιδίον  δ'  έν  τω  τών  Παρισίων,  άνήλθεν  εις  άκμαίαν  νεότητα 
έν   'Ρώμη. 

Οφείλεται  δε  ή  τοιαύτη  ακμή  είς  τήν  προϊοΰσαν  προαγωγήν  τών 
βυζαντιακών  μελετών  καθ'  όλου  τήν  παρατηρουαένην  από  έτους  είς 
έτος  έν  τη  τελευταία  μάλιστα  δεκαετία.  Έν  ταύτη  δε  τη  προόδω 
ιδίαν  θέσιν  κατέχει  ό  κ.  ΚταΐΏ^αοΙίβΓ,  ό  σοφός  συγγραφεύς  της  Βυ- 
.,αντιακής  γραμματολογίας  και  έκδοτης  και  έρμηνεύς  πλείστων  όσων 
βυζαντιακών  και  νεοελληνικών  κειμένων,  ό  πρώτος  άναβιβάσας  τάς 
βυ^,αντιακας  μελετάς  είς  εδραν  πανεπιστημιακήν  και  μεταβαλών  τό 
γραφεϊον  αύτοΰ  έν  Μονάχω  από  τής  ενάρξεως  τής  δημοσιεύσεως  της 
ΒγΖ3ηΙϊηίδθ1ΐβ    ΖβίΐδοΙίπίΊ,    ώς    δικαίως    ειπον    περί   αυτού    ίν    τω 


—   157  — 

τμήματι,  εις    κέντρον,  εις   ο   συρρέουσιν   άπανταχόθεν  του   κόσμου   αϊ 
βυζαντιακαϊ  μελέται  έκδεδομέναι  τε  και  ανέκδοτοι. 

Ή  περί  τό  Βυζάντιον  άσχολουαένη  έρευνα  τών  'Ρώσοον,  ή  τε- 
λούμενη εν  Γαλλία  και  Αγγλία  και  ή  πολύ  μικρότερα  παρ'  ήμϊν  κί- 
νησις  δεν  δύνανται  βεβαίως  να  παραβληθώσι,  πολλού  γε  και  δεΐ,  προς 
την  άπορρέουσαν  άπό  του  Μονάχου  ώς  άπό  κέντρου,  εν  ω  έχει  στήσει 
την  έ'οραν    αυτού  ό   ακατάβλητος    πρωτόθρονος   τών  Βυζαντινολόγων. 


Έπεστολή  Ο'.  * 

Έκ  Νεαπόλεως,  28  "Οκτωβρίου. 

Εις  τον  κ.  ΚπΐΠΐ1)3(3}ΐ6ί\  τόν  τοσαύτα:  προς  έπέκτασιν  και  διά- 
δοσιν  των  βυζαντιακών  μελετών  παράσχοντα  υπηρεσίας,  έναπέκειτο 
ευλόγως  ή  έν  τω  συνεδρίω  της  'Ρώμης  άνακεφαλαίωσις  και  ίπιθεω- 
ρησις  τών  κατά  την  τελευταίαν  διετίαν  άπό  του  χρόνου  του  έν  Πα- 
ρισίοις  συνεδρίου  γενομένων    εργασιών  και  έπιτελεσθεισών  προόδων. 

Ή  άνακεφαλαίωσις  αύτη,  ης  ή  μακρά  άνάλυσις  ηθελεν  ύπερβή  τά 
στενά  όρια  τών  στηλών  του  "Αστεως,  κατέδειξεν  όπόσον  εΰρύτεοαι 
άποβαίνουσιν  όσημέραι  αί  βυζαντιακαϊ  μελέται  και  αί  περί  τών  νεοελ- 
ληνικών κείμενων  τών  παρελθόντων  αιώνων  ερευναι,  όπόσον  οέ  ηύξήθη 
ό  κύκλος  τών  περί  τάς  τοιαύτας  μελετάς  ασχολουμένων.  Αί  γενόμεναι 
κατά  την  τελευταίαν  διετίαν  νέαι  εκδόσεις  Βυζαντινών  συγγραφέων, 
γνωστών  ηδη,  η  το  πρώτον  γινωσκομένων,  του  'Ιουλιανοΰ.  της  Ευ- 
δοκίας, του  Ιωάννου  Λυδοΰ,  του  Προκοπίου,  της  Κασσίας,  Κοσαά 
τού  Ινοικοπλεύστου,  του  Εΰαγρίου,  του  Ζωναρά\  μέχρι  Θεοδώρου 
του  Λασκάρεως  και  Δημητρίου  τού  Κυδώνη,  δεικνύουσι  καταφανώς 
την  μεγάλην  ταύτην  κίνησιν,  ης  μετέσχον  Γερμανοί  και  Γάλλοι,  Βέλ- 
γοι καϊ  Ιταλοί,  "Αγγλοι  και  'Ρώσοι  Βυζαντινολόγοι.  Λυπηρόν  δε 
εϊνε,  ότι  ή  μονή  κατά  την  διετίαν  ταύτην  ΰπό  "Ελληνος  γενομένη 
νέα  έ'κόοσις  Βυζαντινού  συγγραφέως,  ή  του  Ψελλού  έν  τη  Νεα  Βυ- 
ζαντίδι    τη  ΰπό  την  διεύθυνσιν   του  κ.   ΒΐΙΓ^    εκδιδομένη  έν  Λονδίνω, 

*   Έδημ,οσίίύθη  ΐν  τω  "Αστίΐ  της  16  Νοεμβρίου  1899. 


—  158  — 

ού  μόνον  δεν  εινε  ισότιμος  προς  τα  λοιπά  έργα,  τα  τυχόντα  αμέρι- 
στων επαίνων  παρά  του  κ.  Κ.ΓΐΐΠΐΙ)εΐθ1ΐ6ΐ\  άλλα  καϊ  ούδεμίαν  εμφαί- 
νει πρόοδον  έν  τη  κριτική.  «Ουδέ  εις  των  τόμων  της  παλαιάς  εκδό- 
σεως των  Βυζαντινών  ιστορικών  έν  Βόννη  είνε  ούτω  κακώς  έκδεδομέ- 
νος  όσον  ό  το  δεύτερον  εκδοθείς  υπό  τοΰ  κ.   Σάθα  Ψελλός». 

Εκτενής  δε  μνεία  εγεινεν  εν  τη  ανασκοπήσει  τοΰ  κ.  ΚπΐΐΙιβίΙοΙίβΓ 
και  τών  κατά  την  τελευταίαν  διετίαν  εις  την  δημώδη  φιλολογίαν  τών 
αέσων  αιώνων  καϊ  της  τουρκοκρατίας  αναγομένων  δημοσιεύσεων  και 
μελετών  περί  τοΰ  Άκριτα,  τοΰ  Σπανία,  τοΰ  Πτωχοπροδρόμου,  τοΰ 
Φυσιολόγου,  ως  και  τών  λαογραφικών  εργασιών.  Τά  ονόματα  τών 
κ.  κ.  Χατζιδάκι,  Παππαδοπούλου  Κεραμε'ως,  Συνοδίου  Παππαδη- 
μητρίου  ηκούσθησαν  εύφήμως  μνημονευόμενα  εν  τη  αναθεωρήσει  ταύ- 
τη, εις  ην  δεν  συμπεριελήφθη  ή  μόλις  έν  ταϊς  ήμέραις  καθ'  άς  συν- 
ήλθε το  συνεδριον  γενομένη  εκδοσις  τοΰ  πρώτου  τόμου  τών  Παροι- 
μιών τοΰ  κ.  Πολίτου,  ήτις  μέλλει  νά  καταλάβη  επιφανή  θέσιν  έν  ταΐς 
λαογραφικαϊς  μελέταις. 

Οΰχ  ήττον  άξια  λόγου  ύπήρξεν  ή  έπιθεώρησις  τών  δημοσιευθέντων 
καταλόγων  ελληνικών  χειρογράφων.  Και  κατά  την  τελευταίαν  διετίαν 
προήχθη  ή  συλλογή  τών  τοιούτων  καταλόγων  κωδίκων  ελληνικών 
άποκειμένων  έν  βιβλιοθήκαις  της  Ιταλίας  ή  δημοσιευομένη  άπό  εξαε- 
τίας ήδη  έν  τω  αξιολογώ  περιοδικω  δΐϋάΐ  Ηαΐίαηί  (1ΐ  αηΐίοΐΐϊΐίϊ.  ΰΐ£18- 
δίο&.'Εν  Ελλάδι  δ'  έδημοσιεύθησαν  δύο  κατάλογοι  τών  έν  ταΐς  μο- 
ναϊς  "Ανδρου  και  τη  ελληνική  σχολή  Κορθίου  χειρογράφων  υπό  τοΰ 
γράφοντος  τήν  παροΰσαν  έ'κθεσιν. 

Μεταβαίνων  δε  εις  τήν  έξέτασιν  τών  κατά  τον  τελευταΐον  χρόνον 
γλωσσικών  μελετών  ύπερεξήρεν  ό  κ.  Κ.ΓΐΐΠΐΙ)Εΐ(ϊ1ΐ6Γ  και  πάλιν  τον 
επιστημονικών  τρόπον  της  εργασίας  τοΰ  κ.  Χατζιδάκι,  δν  έκάλεσε  τον 
δημιουργόν  τη;  νέας  ελληνικής  γραμματικής,  καθ'  δν  τρόπον  ό  Φρει- 
δερίκος *Ιτς  ύπήρξεν  ό  είςηγητής  ομοίων  μελετών  διά  τάς  νεολατινι- 
κάς  γλώσσας. 

Είτα  δ'  έξητάσθοσαν  τά  κατά  τήν  βυζαντιακήν  μουσικήν,  τάς 
δημοσιεύσεις  βίων  αγίων,  θεολογικών  συγγραφών.  Μετά  ιδίας  δ'  εΰ- 
χαριστήσεως  εγεινε  μνεία  τής  άρξαμένης  ασχολίας  περί  τήν  μετά 
τήν  άλωσιν  έλληνικήν  θεολογίαν,   έν  ή  έρεύνη  διακρίνεται  ό  Φίλιππος 


—   159  — 

ΜβγβΓ  δια  των  έν  τφ  δεκάτω  εκτω  τόμω  της  ΤΗβθ1θ§Ϊ8θΗβ  ί.ΐΐβ- 
ΓείΙυΓΖβίΐυη^  δημοσιεύσεων  αΰτοΰ. 

Παραδόξως  όλίγαι  υπήρξαν  κατά  την  διετίαν  ταύτην  αϊ  ίστορικαί 
δημοσιεύσεις  αί  άναφερόμεναι  εις  την  βυζαντιακην  ίστορίαν,  και  αν 
ακόμη  συμπεριλάβωμεν  εις  αϋτάς  τάς  συνδεομένας  προς  την  τετάρτην 
σταυροφορίαν  και  τόν  βορραν. 

Έτι  δέ  όλιγώτεραι  μελέται  έ'γειναν  περί  της  εσωτερικής  Ιστορίας, 
ήτοι  των  θεσμών,  του  ιδιωτικού  και  πολιτικού  βίου  τοΰ  Βυζαντίου. 
Ιδίως  δέ  αξιομνημόνευτοι  είνε  αί  έργασίαι  του  δίοΐίθΐ ,  έξετάσαντος 
ΰπό  νομικην  εποψιν  το  παρά  τοις  Βυζαντίνοις  δίκαιον  της  στέψεως, 
και  του  ΝβαΐϊΙ&ΠΠ  περί  τοΰ  βυζαντιακού  στόλου. 

Ή  βυζαντιακη  χρονολογία  έφείλκυσε  την  προςοχην  της  εν  Πε- 
τρουπόλει  ακαδημίας,  ήτις  προέβη  εις  τάς  αναγκαίας  προκαταρκτι- 
κάς  εργασίας  προς  έ'κδοσιν  νέας  συγγραφής,  μελλούσης  νάντικατα- 
στήση  την  προ  πεντηκονταετίας  έν  Πετρουπόλει  βραβευθεΐσαν  και 
έκδοθεΐσαν  01ΐΓοηο1ο§ΐβ  βγζαηΐίιΐ6  τοΰ  ΜιίΓαΙί. 

Άξια  λόγου  είνε  η  έν  Παλαιστίνη  έπί  τοΰ  εδάφους  εκκλησίας  τι- 
νός εύρεσις  έγγεγλυμμένου  χάρτου  τοπογραφικού,  πλουτίζοντος  τάς 
ολίγας  ημών  γνώσεις  περί  της  παρά  τοις   Βυζαντίνοις    χαρτογραφίας. 

Ποιησάμενος  δ'  είτα  λόγον  ό  κ.  Κ.ΓυπΐΙ)3θ1ΐβΡ  περί  τών  κατά  την 
διετίαν  ταύτην  θανόντων  Βυζαντινολόγων,  έν  οίς  οι  'Ρώσοι  Κούνικ. 
και  Κρασνοσέλτσεφ,  προςεθηκέ  τίνα  περί  της  βυζαντιακης  επιγραφι- 
κής. Ή  περί  αΰτην  ασχολία  είχε  μεγάλως  άμεληθή'  έν  τοις  τελευ- 
ταίοις  χρόνοις  ουδεμία  έπήλθεν  εις  αΰτην  πρόοδος.  Άλλ'  ιδού  αίφνης 
ή  έν  Παρισίοις  Άκαδημ-ία  τών  επιγραφών  και  τών  γραμμάτων  ανέ- 
λαβε την  έ'κδοσιν  Συντάγματος  τών  βυζαντιακών  επιγραφών,  καθ' 
ην  εΰχήν  είχεν  εκφράσει  ό  γράφων  την  έπιστολην  ταύτην  έν  τω  άρθρω 
αυτού  Βυζαντιακά  παραλειπόμενα  τω  δημοσιευθέντι  έν  τω  πρώτω 
τόμω  τοΰ  περιοδικού  του  κ.  ΚΓϋΠΐ1)αο1ΐβΓ  *. 

Τέλος  δ'  ό  κ.  ΚπίΠίβαοΙίβΡ  έπεράτωσε  την  άνακεφαλαίωσιν  τών 
ουζαντιακών  μελετών  της  τελευταίας  διετίας  ποιησάμενος  μνείαν  τών 
προόδων  τού  έν  Μονάχω  εις  τόν  μεσαιωνικόν  έλληνισμόν  αναγομέ- 
νου φροντιστηρίου.  Προςεθηκε  δ'  οτι  έν  φ  μέχρι  τούδε  μία  μόνη  παν- 
επιστημιακή  έ'δρα   ήτο    αφιερωμένη    εις  τάς  βυζαντιακάς    και  νεοελ- 

*  "Ιδε  το  άρθρον  τοΰτο  δημοσιευόμενον  ελληνιστί  κατωτέρω. 


—  160  — ■ 

ληνικάς  έρευνας,  σήμερον  και  το  Πανεπιστήμιον  της  Λειψίας  ήσθάνθη 
την  τοιαύτην  ανάγκην,  άποδεχθέν  ως  ύφηγητήν  τον  ' Αμερικανών  κ. 
.ίοΗπ  δϋΐΐπΐίΐΐ,  γνωστόν  και  παρ'  ήμϊν  ένεκα  των  περί  το  Χρονικόν 
του  Μορέως  πολυχρονίων  αύτοΰ  μελετών  και  της  εν  Κέρκυρα  μα- 
κράς διαμονής.  Τό  αΰξομενον  δε  υπέρ  του  βυζαντιακοΰ  κόσμου 
ενδιαφέρον  και  παρ'  αύτοΐς  τοις  πολλοίς  εν  Γερμανία  δεικνύει  και  ή 
του  κ.  Καρόλου  ΝβϋΠΙΣίηη  εναρξις  δημοσίων  περί  βυζαντιακών  θε- 
μάτων διαλέξεων  έν  Φραγκοφορτίω. 

Ό  κ.  Θεόδωρος  Βθίηαοΐΐ  μετ'  εύχαριστήσεως  άγγέλλει,  ότι  και 
ή  Γαλλία  ηρξατο  συμμετέχουσα  επισήμως  τοϋ  περί  του  Βυζαντίου 
ενδιαφέροντος,  ανατεθείσης  συμπληρωτικής  διδασκαλίας  (ΟΟΙΙΓ  ΟΟΠ1- 
ρΐ6ΐΏ6ηΐ31Γ6)  των  κατά  τό  Βυζάντιον  έν  τη  ΡαΟϋΙΐβ  άβδ  ΙβΙΐΓθδ 
εις  τον  κ.  Κάρολον  Οΐβΐΐΐ,  άρχαϊον  έταΐρον  τής  Γαλλικής  σχολής, 
γνωστότατον  επί  διαφόροις  άξιολόγοις  εργοις,  άναφερομένοις  εις  τον 
πολιτικον  βίον  και  την  τέχνην  των  βυζαντιακών  χρόνων. 

Τό  δ?  έν  Γαλλία  ενδιαφέρον  υπέρ  τής  βυζαντιακής  τέχνης  δεικνύει 
και  ή  εις  τό  ένδέκατον  τμήμα  ανακοινωθείσα  επιστολή  του  έν  Παρι- 
σίοις  εκδότου  ί,ΘΓΟϋΧ  περί  τής  ύπ'  αύτοΰ  αναληφθείσης  εκδόσεως 
μνημείων  τής  βυζαντιακής  τέχνης.  Πρώτος  τόμος  τών  τοιούτων  δη- 
μοσιεύσεων εσται  ό  περιλαμβάνων  τα  κατά  την  μονήν  Δαφνιού,  όςτις, 
βραδύνας  ένεκα  μακράς  ασθενείας  του  εταίρου  τής  Γαλλικής  σχολής 
κ.  ΜίΙΙβΙ,  εργασθέντος  οΰ  μόνον  έν  Δαφνίω,  άλλα  και  έν  Μυστρί  και 
έν  Άγίω  "Ορει,  έμελλε  να  έκδοθή  τον  Νοέμβριον  του  λήγοντος  έτους. 
Δεύτερος  δε  τόμος,  δημοσιευθησόμενος  τό  προσεχές  έτος,  θέλει  περι- 
λάβει περιγραφήν  και  ΐστορίαν  τής  μονής  του  Όσιου  Λουκά  έν  Φω- 
κίδι.  Οι  δε  λοιποί  τόαοι,  ών  άντικείμενον  έ'σονται  αί  λοιπαί  βυζαν- 
τιακαί  έκκλησίαι  τών  ελληνικών  χωρών,  θά  έκδοθώσι  κατόπιν  κατά 
διαλείμματα  εξ  μηνών.  Έπ'  ίσης  δε  θέλει  συνεχίσει  ό  αυτός  έκδοτης 
κ.  ί<βΓθαΧ  και  τήν  σειράν  τών  είς  την  λατινοκρατίαν  έν  τη  ελληνική 
Ανατολή  αναφερομένων  δημοσιεύσεων,  άς  είχεν  έγκαινίσει  ό  προώρως 
θανών  κόμης  άβ  βίαηΐ. 

Μετά  πολλής  λεπτότητος  άνέλυσεν  έν  τφ  τμήματι  ό  κ.  Ββίηαοΐΐ 
τά  κείμενα  τάναφερόμενα  εις  την  δήθεν  έπί  τών  αυτοκρατόρων  Κων- 
σταντίνου   και    Ειρήνης    εύρεσιν    τάφου    φέροντος    δήθεν    μαγικά    και 


—   161    — 

ήμιεσβεσμένα  γράμματα  ΧΜΓ,   ών    ή  ορθή   ερμηνεία   είνε    ΧρίΟτον 
Μαρία  γέννα. 

Κατά  δέ  τι  σημείωμα  έν  τω  περιθεωρίω  του  κυριωτάτου  των  χει- 
ρογράφων του  Βυζαντινού  χρονογράφου  Θεοφάνους,  ό  κείμενος  ύπό 
τον  ευρεθέντα  τάφον  νεκρός  ήτο  ό  του  φιλοσόφου  Διοςκορί&ου,  όςτις 
άγνωστον  άν  εΐνε  ό  έτερος  των  δύο  το  όνομα  τούτο  φερόντων  διασή- 
μων ιατρών  η  αστρολόγος  τις,  ου  ποιείται  μνείαν  ό  'Ρωμαϊος  Οΰάρ- 
ρων.  Τής  διηγήσεως  δέ  ταύτης  περί  της  ευρέσεως  του  τάφου  εΰρηται 
μνεία  και  εν  άποσπάσματί  τινι  δημοσιευθέντι  ύπό  του  (]ΐ*ΕΙΏ6Γ  εν 
τοις  ΑηβοάοΙα  Οχθηΐβη81&,  ένθα  εσφαλμένως  αντί  του  εν  τω  χειρό- 
γραφα) ευρισκομένου  έπι  Κωνσταντίνου  άνεγνώσθη  επί  κουροπα- 
λάτου.  Το  περίεργον  δε  εΐνε,  ότι  έπειτα  ό  Κουροπαλάτης  ούτος  ένο- 
μίσθη  ελληνικός  θεός,  ένεθρονίσθη  δ'  ως  τοιούτος  και  εν  τω  μεγάλω 
λεξικώ  της  ελληνικής  μυθολογίας  του   Κθ8θ1ΐβΓ. 

Αξιόλογος  υπήρξε  και  ή  άνακοίνωσις  του  έν  Έϊδελβέργη  καθηγη- 
τού κ.  Α.  Β&ΐΐΐϊΙδΙαίΊί  περί  τής  γενέσεως  τής  αραβικής  θεολογίας  του 
Αριστοτέλους.  Ό  Γερμανός  καθηγητής  έπειραθη  να  δείξη,  ότι  το 
σύγγραμμα  τούτο,  ου  μεγίστη  είνε  ή  τημασία  έν  τη  φιλοσοφία  τού 
Ισλάμ,  προήλθεν  αμέσως  έκ  συριακής  τίνος  συγγραφής,  γραφείσης 
τον  έκτον  αιώνα  ύπό  μονάχου  Μονοφυσίτου,  καλουμένου  Ιωάννου 
Εύφημιανοΰ;  όςτις  άλλως  την  ΰλην  αυτού  ήντλησεν  εκ  τών  Έννεάδων 
τοϋ  Πλωτίνου.  Ή  άνακοίνωσις  δ'  αύτη  παρέσχεν  άφορμήν  εις  τον  κ. 
ΒααΐΏ8ΐαΓΐί  να  επισύναψη  παρατηρήσεις  περί  διαφόρων  αποσπασμά- 
των "Ελλήνων  συγγραφέων  τών  χρόνων  τής  παρακμής  και  τών  βυ- 
ζαντιακών,  άνευρισκομένων  έν  μεταφράσει  παρά  συγγραφεύσι  Σύροις. 

Ώς  γνωστόν,  οι  Σύροι  και  οι  "Αραβες,  καλλιεργήσαντες  μετ'  επι- 
μελείας τήν  έλληνικήν  φιλολογίαν,  διέσωσαν  συγγραφά;  όλας  ή  τεμά- 
χια Ελλήνων  συγγραφέων,  οϋδ'  αύτοΰ  τού  Αριστοτέλους  εξαιρου- 
μένου, έν  μεταφράσει.  Τά  δε  νέα  αποσπάσματα,  περί  ών  εγεινε  λό- 
γος, εΐνε  Σεβήρου  τού  Αντιοχείας,  Ιωάννου  τού  Φιλόπονου,  τού 
Πορφυρίου,  τού  Ιουλιανού,  Ιουλίου  του  Αφρικανού,  Εύσεβίου  τού 
Καισαρείας,  Θεοδώρου  του  Μοψουεστίας  και  Ψευδοδιονυσίου  τού 
Αρεοπαγίτου.  Ό  κ.  Β3ϋΠΤ18ΐ£ΐΓΐί  προέτεινεν,  όπως  το  τμήμα  έκ- 
φραση τήν  εύχήν  τής  ταχείας  εκδόσεως  τών  τοιούτων  έν  συριακή 
μεταφράσει  σωζόμενων  βυζαντιακών    κειμένων.  Το  δε  τμήμα   άπεδέ- 

ΪΠΓΡ.    Π.    ΛΑΜΠΡΟΤ,    ΜΙΚΤΑΙ    ΓΚΛΙΛΕζ  1  1 


—   162  — 

χθη  τήν  πρότασιν  ταύτην,  προςτεθείσης  κατ'  έμήν  είςήγησιν  και  της 
ευχής  της  εκδόσεως  των  έν  αραβική  μεταφράσει  σωζου-ενων  ελληνικών 
κειμένων. 

Εις  το  Βυζάντιον  δ'  άνεφέροντο  και  δύο  ένόιαφέρουσαι  ανακοινώ- 
σεις του  έν  Φλωρεντία  καθηγητού  κ.  Ρθ8ΐ3..  "Ηδη  τον  Ίούνιον  του 
λήγοντος  έτους  έδημοσίευσεν  ό  άπό  τίνος  χρόνου  μετά  ζήλου  περί  την 
βυζαντιακήν  ίστορίαν  και  φιλολογίαν  ασχολούμενος  Ιταλός  καθηγη- 
τής έν  τώ  περιοδικώ  Βησσαρίωνι  τω  έκοιδομενω  έν  'Ρώμη  ΰπο  του 
ΐΏ0η8Ϊ§η0Γ6  Μ&ΠΠΪ  έκ  χειρογράφου  ελληνικού  της  έν  Βιέννη  Αυτο- 
κρατορικής βιβλιοθήκης  έπιστολήν  σταλεϊσαν  ύπο  του  αύτοκράτορος 
Μιχαήλ  του  Παλαιολόγου  προς  τον  πάπαν  Κλήμεντα  τον  Δ '.  Έγράφη 
δ'  ή  επιστολή  αύτη  αρχομένου  του  1267.  ολίγα  δήλα  δή  έ'τη  μετά 
τήν  κάθοδον  τής  ελληνικής  βασιλείας  εις  Κωνσταντινούπολη  και  τήν 
έν  αυτή  έγκατάστασιν  του  Μιχαήλ  Παλαιολόγου  μετά  τήν  κατάλυσιν 
τής  λατινοκρατίας,  και  περιστρέφεται  εις  τήν  ενωσιν  τών  εκκλησιών. 
Εις  τήν  έπιστολήν  ταύτην  άνεφέρετο  ή  ετέρα  τών  ανακοινώσεων  του 
κ.  Ρβ8ΐ3..  καταδείξαντος  τάς  έν  τή  επιστολή  ανακρίβειας  περί  τών 
σχέσεων  του  Μιχαήλ  Παλαιολόγου  προς  τους  πάπας  Άλέξανδρον  Λ' 
και  Οΰρβανόν  Δ',  έζ  αυτών  δε  και  άλλων  τεκμηρίων  εΐκάσαντος,  ότι 
ή  επιστολή  έγράφη  υπό  του  γνωστού  ρήτορος  Μανουήλ  του  Όλο- 
βώλου  καθ'  όν  χρόνον  εζη  μακράν  τής  αυλής.  Ή  δ'  ετέρα  άνακοίνω- 
σις  περιεστράφη  εις  περιγραφήν  του  άξιολογωτάτου  βιενναίου  κωδικός 
τοΰ  περιέχοντος  τήν  έπιστολήν  έκείνην,  έν  η  καϊ  πλεϊσται  άλλαι  ευ- 
ρίσκονται άξιαι  δημοσιεύσεως  ανέκδοτοι  έπιστολαί  και  πραγματεϊαι, 
ιδίως  Γεωργίου  τού  Τορνίκη,  ανήκοντος  εις  ενα  τών  μεγάλων  βυζαν- 
τιακών  οϊκων,   έξ  ου  πολλοί  κατάγονται  επιφανείς. 


Έτκατολή  Ι'.  * 

Έκ  Νεαπόλεως,  30   "Οκτωβρίου. 

Αϊ  ανακοινώσεις,    ας  άνελύσαμεν   ήδη,    εις  ας    έπιφυλασσόμεθα   νά 
προςθέσωμεν    και  τάς    τών    Ελλήνων    άντιπροςώπων,   ΰπήρςαν    άλη- 

*    Έδημοσιεύθη  έν  τω  "Αστει  της  17  Νοεμβρίου  1899. 


—  163  — 

θώς  άξια»,  λόγου  συμβολαί  εις  την  βυζαντιακην  γραμματολογίαν  καϊ 
ίστορίχν  έν  τω  ένδεκάτω  τμήματι  του  συνεδρίου  των  Άνατολιστών. 
Άλλ'  έν  τω  αύτω  έκείνω  τμήματι  εν  πλήρει  αυτής  τη  αϊγλη  παρου- 
σιασθώ ή  ασχολία  περί  την  βυζαντιακην  τέχνην. 

Ουδεμία  χλλη  έκφανσις  τοϋ  βυζαντιακοϋ  κόσμου  είχεν  §πί  μακρόν 
χρόνον  άμεληθή  και  παραγνωρισθή  όσον  ή  τέχνη.  Αύτη  υπήρξε  πρά- 
γματι ή  έν  τη  παρακμή  κατ  ευθείαν  απόγονος  της  αρχαίας  τέχνης,  η 
διατηρήσασα  όχι  μεν  τό  κάλλος  έκείντης,  άλλα  μέγα  μέρος  των  συμ- 
βόλων και  την  τεχνοτροπίαν  αυτής,  ήδυνήθη  δ'  άφ'  ετέρου  δια  τή; 
είς  τους  λαούς  της  Δύσεως  μεταδόσεως  τής  τοιαύτης  κληρονομιάς  έν 
τοις  μέσοις  αΐώσι  να  συντέλεση  εϊπερ  τις  και  άλλη  εις  την  εν  τοις 
νέοις  χρόνοις  άναγέννησιν  τής  τέχνης.  Και  όμως  αί  λανθάνουσαι  αύ- 
ται άρεταϊ  τής  βυζαντιακής  τέχνης  ήργησαν  μεγάλως  να  έλκύσωσι 
την  προςοχήν  των  ιστορικών  και  κριτικών  τής  τέχνης.  Συνέβαινε  και 
περί  τα  δημιουργήματα  τών  Βυζαντινών  καλλιτεχνών  ό  τι  περί  τα 
έργα  τοϋ  βυζαντιακοϋ  καλάμου.  Τό  έ'κπαγλον  κάλλος  τής  αρχαίας 
δημιουργίας  έπεσκίαζεν,  ώς  εικός,  τα  βυζαντιακά  τεχνουργήματα. 
και  οί  θαυμασταί  τοΰ  Φειδίου  και  Πραξιτέλους  άντιπαρήρχοντο  αδιά- 
φοροι προ  τών  άριστων  ψηφιδωτών  και  τών  λεπτοτεχνημάτων  τής 
βυζαντιακής  έλεφαντουργίας  και  ιστορίας,  ήτοι  γραφικής  τών  χειρο- 
γράφων, όπως  περιορισθώμεν  εις  τά  τρία  τών  κυριωτάτων  ειδών  τής 
τέχνης,  έν  οϊς  διέπρεψαν  οί  Βυζαντινοί.  Δια  ταύτα  όχι  παρά  τοις  άρ- 
χαιολόγοις  τό  πρώτον,  άλλα  παρά  τοις  μελετώσι  την  μεσαιων.κήν  τέ- 
χνην τής  Δύσεως  μάλιστα  εγεινεν  αισθητή  ή  ανάγκη  τή;  έξερευνήσεως 
τών  κατά  την  βυζαντιακην  τέχνην.  Ώς  δε  ή  βυζαντιακή  αρχιτεκτονική 
έφείλκυσεν  έπ'  εσχάτων  ιδιαζόντως  την  προςοχήν,  ούτω  τών  τελευταίων 
μάλιστα  χρόνων  άσχόλημα  ύπήρχεν  ή  μελέτη  τών  βυζαντιακών  λε- 
πτοτεχνημάτων. "Εγκειται  δε  ή  διαφορά  προς  την  τοιαύτην  έν  πα- 
λαιοτέροις  χρόνοις  άσχολίαν  οΰ  μόνον  έν  τή  καθολικωτέρα  περισυλ- 
λογή και  συστηματικωτέρα  εξετάσει  τών  λειψάνων  τής  τοιαύτης  τέ- 
χνης, άλλα  και  έν  τή  ακριβεστέρα  μεθόδω  κατ'  άποδοχήν  τής  κρα- 
τούσης έν  τή  εξερευνήσει  τών  κατά  την  άρχαίαν  τέχνην. 

Εν  τή  τοιαύτη  καϊ  κατά  τοιούτον  τρόπον  μελέτη  τής  βυζαντια- 
κής  τέχνης  έξέχουσιν  έν  τοις  νέοις  χρόνοις  πλην  τοϋ  'Ρώσου  Κονδα- 
κώφ   ό  έν   0γ3Ζ   καθηγητής  κ.  Στρυγόφσκη;,  ό   άπό  τίνος   χρόνου   έν 


—   164  — 

'Ρώμη  διατριβών  Γερμανό:  κ.  Ηαηδ  0Γ3βνβη  και  ό  έν  'Ρώμη  καθη- 
γητής της  αρχαιολογίας  και  διευθυντής  της  Πινακοθήκης  Κορσίνη  κ. 
Αδόλφος  Βεντούρης.  Ή  εις  το  συνέοριον  κατ'  άγαθήν  σύμπτωσιν 
συαμετοχή  τριών  των  άριστων  τούτων  ερευνητών  της  βυζαντιακής 
τέ/νης  επέδειξε  την  περί  αυτής  άσχολίαν  έν  όλη  αυτής  τη  νεωτάτη 
φάσει,  άγαστήν  αληθώς  δια  την  έπιστημονικήν  πολυμάθειαν,  την  αΐ- 
σθησιν  του  κάλου  και  την  άκρίβειαν  της  μεθόδου.  Και  υπό  τοιαύτην 
εποψιν  εΐχον  πληρέστατον  δίκαιον  ειπών  εν  τω  έλληνικώ  τμήματι  του 
συνεδρίου,  οτι  ό  τρόπος  καθ*  δν  εγειναν  έν  αΰτώ  αϊ  περί  της  βυζαν- 
τιακής  τέχνης  ανακοινώσεις  άπεκάλυψεν  ήμΐν  μεγάλην  πρόοδον  |ν 
τη  εξετάσει  τών  κατ'  αυτήν.  Ή  βυζαντιακή  τέχνη,  προςέθηκα,  ερευ- 
νάται την  σήμερον  μετά  τοιαύτης  επιστημοσύνης  περί  την  μέθοδον 
και  λεπτομερούς  μελέτης  τών  καθ'  εκαστον,  καθ'δν  τρόπον  εργάζεται 
και  ή  κλασική  αρχαιολογία,  ώςτε  δυνάμεθα  ήδη  να  εΐ'πωμεν,  ότι  κε- 
κτήμεθα  πλέον  βυζαντιακήν  άρχαιολογίαν. 

Καθ'ον  τρόπον  ό  κ.  ΚπίΠίβείοΙίβΓ  ήτο  κεκλημένος  νάνακεφαλαιώ- 
ση  έν  τψ  τμήματι  τάς  περί  βυζαντιακής  γραμματολογίας  και  φιλο- 
λογίας έρευνας,  ούτως  εις  τον  κ.  Στρυγόφσκην  ελαχεν  ευλόγως  ό  κλή- 
ρος νάναλάβη  τήν  έπιθεώρησιν  τών  κατά  τήν  τελευταίαν  διετίαν  περί 
της  τέχνης  δημοσιεύσεων  και  μελετών.  Ή  δε  άνακεφαλαίωσις  αύτη, 
έν  η  δικαίως  έμνήσθη  τών  εργασιών  τών  'Ρώσων  τεχνοκριτών,  τών 
μελετών  τών  Γάλλων  κ.  κ.  ΜΪΙΙβΙ  και  ίιΕαΓβηΙ,  του  Γερμανού  κ. 
(ιΓ&βνβη  και  τών  Ιταλών  κ.  κ.  Βεντούρη  και  Κορράδου  ΒΪΟΟΪ,  κατ- 
έδειξε τήν  μεγάλην  έπέκτασιν  του  κύκλου  τών  ερευνητών  έν  τω  στα- 
δίω  τούτω  της  επιστημονικής  ζητήσεως. 

Έν  τοις  εργοις  δε  τούτοις  εξέχει  το  πρόςφατον  δημοσίευμα  αυτού 
του  κ.  Στρυγόφτκη,  όπερ,  εκδοθέν  έν  τω  ΒνζαηΙΐηΐδθ1ΐβ8  Αΐ'οΙίΐν  τού 
κ.  ΚπΐΐϊΐΙ)ΕίθΙΐ6Γ,  έ'γεινεν  άσπασίως  δεκτόν  ύπό  του  τμήματος,  εις  δ 
υπεβλήθη.    Επιγράφεται    δε    τό    περισπούδαστον    τούτο    έργον    ϋβΐ* 

Βϊ1(1βΓΐίΓβΪ8  (1β8  ^πβοΙιίδοΗβη  Ρΐι^δΐοίοσαδ  άβδ  Κοδίτι&δ  ΙηάίΙίο- 
ρΐβαδίβδ  υηά  ΟΙίΙαΙβαοΙι  ηαοΐι  ΗαηάδοΙιΐίΊβη  (Ιθγ  ΒίΜΐοΐΙιβΙί  ζιι 
δηΐ^Γηα,  και  αναφέρεται  εις  ένίστορα  χειρόγραφα  της  έν  Σμύρνη 
Ευαγγελικής  σχολής  περιλαμβάνοντα  τον  άλλως  πολλα/ώς  άνευ  εικό- 
νων διαδεδομένον  Φυσιολόγον,  τήν  περιήγησιν  Κοσμά  του  Ίνδικο- 
πλεύστου  και  εΐκονογραφημένην  Όκτάτευ^ον,γραφεϊσαν  πρό  7θύ  1255 


—   165  — 

και  άνηκουσαν  άλλοτε  είς  την  μητροπολιτικών  βιβλιοθήκην  της  Άγιας 
Φωτεινής.  Ό  πλούσιος  των  χειρογράφων  τούτων  κόσμος  έ'δωκεν  άφορ- 
μήν  εις  τον  κ.  Στρυγόφσκην  να  περιγράψη  δια  μακρών  τάς  έν  τεσσα- 
ράκοντα  έξαιρέτοις  φωτοτυπικοί;  πίναξιν  έκδιδομένας  αυτών  εικόνας 
και  έξετάση  διά  μακρών  τάς  διαφόρους  αυτών  παραστάσεις  και  τους 
τύπους  εν  σχέσει  προς  τάς  λοιπάς  ανάλογους  εν  τη  μεσαιωνική  τέχνη. 

Περαιτέρω  δ'  εξαίρετοι  συμβολαί  εις  την  βυζαντιακήν  τέχνην  υπήρ- 
ξαν αί  ανακοινώσεις  του  αύτοΰ  περί  χειρογράφου  τινός  ελληνικού  της 
βιβλιοθήκης  του  Βατικανού  και  περί  βυζαντιακών  τίνων  έλεφαντουρ- 
γημάτων.  Και  το  μεν  χειρόγραφον  του  Βατικανού  είνε  άξιον  πολλού 
λόγου  διά  τε  το  κείμενον  και  τάς  κοσμούσας  αυτό  εικόνας.  Το  κείμε- 
νον  εϊνε  έπιθαλάμιον  έν  τη  δημώδει  τών  μέσων  αιώνων  γεγραμμένον 
γλώσση,  άναφερόμενον  δ'  εις  τον  γάμον  Βυζαντινού  βασιλόπαιδος  μετά 
της  θυγατρός  ξένου  ρηγός.  Λειπούσης  δυςτυχώς  της  άρχης  έν  τώ  άκε- 
φάλω  κώδικι.  ούτε  ό  ποιητής  είνε  γνωστός,  ούτε  οι  γάμοι,  εις  ους  ανα- 
φέρεται το  έπιθαλάμιον.  Άλλ  ότε  προ  ετών  ό  κ.  Στρυγόφσκης  μοί 
άνεκοίνωσε  τάς  φωτογραφίας  του  κειμένου  προς  μεταγραφην  αυτών 
και  μετάφρασιν  εις  την  γερμανικην,  ανεγνώρισα  τους  στίχους  εκείνους 
ως  έργον  Θεοδώρου  του  Προδρόμου,  άναφερόμενον  εις  τους  χρόνους 
τών  Κομνηνών.  Πλουσιώτατος  δέ  είνε  ό  κόσμος  τών  εικόνων,  αΐτινες 
εχουσι  μεγίστην  σημασίαν  διά  την  έν  τη  αύλη  τών  Κομνηνών  έθιμο- 
τυπίαν  και  τάς  αύλικάς  ενδυμασίας  τών  χρόνων  εκείνων.  Ή  σπου- 
δαιοτης  της  ανακοινώσεως  ταύτης  άνωμολογήθη  υπό  του  τμήματος, 
όπερ  όμοψήφως  απεδέχθη  την  εύχην  ταχείας  δι'  έγχρωμων  φωτογρα- 
φιών δημοσιεύσεως  τών  εικόνων  τούτων  μετά  και  του  κειμένου"  την 
ο'  εύχην  ταύτην  ένέκρινεν  ή  γενική  συνέλευσις  τών  συνέδρων*. 

Τών  δέ   ύπό  του  κ.  Στρυγόφσκη    έρμηνευθέντων   έλεφαντουργημά- 
των    το   άξιολογώτατον    υπήρξε    μικρά   πυξίς    βυζαντιακή,  ανήκουσα 
είς  τον  έν   'Ρώμη  'Ρώσον  κόμιτα    κ.   Γρηγόριον    Στρογανώφ,    κεκτη 
μένον  άξίαν  πολλού  λόγου  συλλογήν   βυζαντιακών  καλλιτεχνημάτων. 
Εϊνε  δέ   περίεργος  ή   έπ'  αύτης  παράστασις,  έν  ή  βλέπομεν  δις  παρ- 

Ό    χ.  Στρυγόφσχης  έξέδωχεν    ήδη  άχρωμους    τάς  εΐχ.ονας,   αναφερών   τό  ποίημα 
παρά  τήν  έμήν  γνώμην  είς  τους  γάμους  Ανδρόνικου  Β'  του  Παλαιολόγου  ( ϋίΐδ  Ερί- 

ΙΙΐίΐΙίίΠΗοη  ι1βί>   Ραΐαοΐο^οβ  ΑηϋΓοηίουδ  II   έν  τη   Βνζ&ηΙϊηΐ8θ1ιβ.  ΖβΗ«οΙιπΓΐ 
Τό>.  Γ  (1901)  σ.  546  χ.£ς\). 


—  166  — 

ουσιαζομένας  τρεις  αΰτοκρατορικάς  μορφάς,  ών  η  εν  τφ  μέσψ  φέρει 
το  δνομα  Ανδρόνικου,  π;θανώτατα  του  Παλαιολόγου.  Δυςτυχώς  δεν 
ήρμηνεύθη  ακόμη  το  άντικείμενον  της  παραστάσεως,  αξίας  είδικωτέ- 
ρας  έν  τφ  μέλλοντι  εξετάσεως*. 

Εις  τα  βυζαντιακά  δ'  έλεφαντουργήματα  άνεφέρετο  και  άνακοί- 
νωσις  του  κ.  ΟΓ&βνβΠ ,  δςτις  έπ'  εσχάτων  έδημοσίευσεν  έν  τφ  ύπό  του 
κ.  Βεντούρη  διευθυνομένω  καλλιτεχνικφ  περιοδικφ  α  Ή  τέχνη»  (ίί' 
αΓίβ)  άξιολογωτάτην  μελέτην  περί  του  Αδάμ  και  της  Εύας  έν  τοις 
εξ  έλέφαντος  βυζαντιακοϊς  λαρνικιδίοις.  Αϊ  δε  καθ' δλου  μελέται  αΰτοΰ 
άποδεικνύουσιν,  δτι  ή  βυζαντιακη  έλεφαντουργία  διετήρησε  τρολλαχώς 
εν  τε  τω  συστήματι  της  διακοσμήσεως  και  έν  ταΐς  παραστάσεσι  τάς 
αρχαίας  παραδόσεις"  πολλοί  τύποι  αυτής  ανέρχονται  εις  τον  τέταρτον 
αιώνα,  τα  δ'  αρχαιότατα  των  μετ'  εικόνων  ελληνικών  χειρογράφων, 
έν  οίς  η  περιώνυμος  Γένεσις  της  Βιέννης  και  ό  κώδιξ  του  Βθ883,Ι)0 
(Οθ(1βΧ  ΒοδδαηβΠδΐδ),  παρέχουσι  πολλάς  αναλογίας  προς  την  τεχνο- 
τροπίαν  τής  έλεφαντουργίας. 

Την  δε  δραστηρίαν  έν  Ιταλία  τβλουμένην  έργασίαν  περί  της  βυ- 
ζαντιακής  τέχνης  κατέδειξαν  έπιφανώς  αί  έν  τφ  τμήματι  ανακοινώ- 
σεις του  κ.  Βεντούρη  κα;  τών  μαθητών  αύτοΰ.  Αληθώς  δραστηριω- 
τάτη  είνε  ή  ενέργεια  αΰτου  εν  τε  τη  διδασκαλία  και  ταϊς  δημοσιεύσε- 
σιν  έν  τοις  περιοδικοΐς,  άτινα  διευθύνει.  Αυτός  δ'  άνεκεφαλαίωσε  το 
έργον  αύτοϋ,  έκθέσας  τά  κυριώτατα  ζητήματα,  ών  επιλαμβάνεται 
και  ών  την  λύσιν  προβάλλει  εις  τους  άκροατάς.  Και  πρώτον  μέν  πρό- 
βλημα είνε  ή  εύρεσις  τών  στοιχείων  της  τέχνης  έν  Ελλάδι,  Θράκη, 
'Ρώμη  και  έν  τοϊς  παραλίοις  του  Βοςπόρου,  όσα  διετηρήθησαν  έν  τη 
τέχνη  της  Δύσεως,  καθ'  δ  ^ρόνον  ό  χριστιανισμός  συντασσόμενος 
προεβάλετο  ως  πρότυπον  έαυτου  την  σύνταξιν  της  ρωμαϊκής  αυτο- 
κρατορίας. Δεύτερον  δε  πρόβλημα  είνε  ή  άπόδειξις,  δτι  έν  τοις  χρό- 
νοι; τών  Καρολιδών  προήλθεν  ή  βυζαντιακη  τέχνη  εκ  της  συγχωνεύ- 
σεως  της  ανατολικής  τέχνης  μετά  της  Δύσεως"  ο  χρόνος  οε  ούτος  εινε  η 
αφετηρία  προς  μελέτην  της  ιστορίας  της  τέχνης  έν  τοις  μέσοις  αΐώσιν. 

Τέλος   δ'  έκ   τών   ερευνών   αΰτου   έπείσθη,    ότι   προς   εύόδωσιν   τών 

*  Ό  κ.  Στρυγόφσκης  έδημοσίευσεν  έν  τϊ)  Βνζ31ΐ1πΐϊδ<ϊ1ΐ6  ΖβϊΙδοΗπίΙ  Τομ..  Η' 
(1899)  σ.  262  την  εικόνα  του  έλεφαντουργήματος  τούτου,  έξαιτούμενος  τάς  γνώμας 
τών  επαϊόντων,   άλλ'  όσον  γινώσκω    τούτο  δέν    ήρμηνεύθη  μέχρι  τούδε. 


—   167   — 

μελετών  περί  της  έν  Ιταλία  τέ/νης  αναγκαία  παρίσταται  ή  κατά 
τόν  ένδέκατον  και  δωδέχ,ατον  αιώνα  διάκρισις  της  βυζαντιακής  τε- 
χνοτροπίας άπό  της  έπιχωρίου.  Ουδέ  περιωρίσθη  ό  κ.  Βεντούρης  μό- 
νον  ε!ς  την  θέσιν  των  ζητημάτων  τούτων,  άλλ'  έξέθηκεν  ως  έν  παρα- 
δείγματι και  τα  της  μεθόδου,  ης  δέον  να  γίνηται  χρήσις  προς  έπίλυ- 
σιν  των  προβλημάτων  τούτων.  Ουκ  ολίγον  δε  συντελοΰσιν  είς  τελες- 
φόρον  έπιτυχίαν  των  τοιούτων  ερευνών  και  της  τοιαύτης  διδασκα- 
λίας οί  εξαίρετοι  φωτοτυπικοί  πίνακες,  ών  πλουσιωτάτην  συλλογην 
χάριν  των  μαθημάτων  αυτού  κατήρτισεν  ό  κ.  Βεντούρης,  πίνακες, 
περί  ών  δικαίως  έςέφρασεν  ό  κ.  Στρυγόφσκης  την  εΰχήν,  δπως  δημο- 
σιευθώσι  προς  χρήσιν  απάντων  τών  πανεπιστημιακών  φροντιστηρίων, 
έν  οίς  μελετάται  ή   βυζαντιακή  τέχνη. 

Όποιοι  δε  οί  καρποί  της  διδασκαλίας  και  του  φροντιστηρίου  τοΰ 
κ.  Βεντούρη,  απεδείχθη  έκ  τών  έν  τω  τμήματι  εις  διάφορα  βυζαν- 
τιακά  καλλιτεχνήματα  αναφερομένων  ανακοινώσεων  τών  μαθητών 
αύτοΰ,  τών  διδακτόρων  κ.  κ.  ΡβοΙβΓΪΟΪ,  ΗβΠΏΒΓίίη,  Μοάί^Πο,ηί  και 
Βαποΐεΐ.  ενόντων  οΰ  μόνον  μέθοδον  έρεύνης  έξαίρετον,  αλλά  και  με- 
γίστην  εϋχέρειαν  περί  το  άνακοινόνειν  και  διδάσκειν  παρά  το  νεαρόν 
της  ηλικίας. 

Εις  άλλο  δε  στάδιον  ερευνών  περί  της  βυζαντιακής  τέχνης  μετή- 
γαγεν  ημάς  ή  άνακοίνωσις  τού  Γάλλου  κ.  Ο&ΐΐΙίΙβΓ,  διευθυντού  του 
μουσείου  της  Τύνιδος.  Διά  τών  ανασκαφών  αύτοΰ  συμπληρούνται  αι- 
σθητώς αί  περί  τού  πολιτισμού  έν  τή  αρχαία  Καρχηδόνιο•  ήμέτεραι 
γνώσεις.  Άλλ'  αί  άνασκαφαί  και  μελέται  αύτοΰ  δεν  περιορίζονται  εις 
τους  αρχαίους  Καρχηδονίους.  Μετά  την  ύπο  τών  'Ρωμαίων  κατα- 
στροφην  της  αρχαίας  Καρχηδόνος  και  την  έπειτα  έν  τη  Καρχηδονία 
έγκατάστασιν  τών  Βανδήλων  ή  Καρχηδών  γίνεται,  ώς  γνωστόν,  βυ- 
ζαντιακή δ•.ά  τοΰ  Βελισαοίου  έπϊ  τών  ενδόξων  ήμερων  του  Ιουστι- 
νιανού. Εις  την  βυζαντιακήν  δε  ταύτην  Καρχηδόνα  άνεφέρετο  ή  άνα- 
κοίνωσις  τού  κ.  ΟααΙίΙβΡ,  περιστραφεΐσα  είς  την  ύπ'  αυτού  γενομέ- 
νην  εςερεύνησιν  βασιλικής  βυζαντια/.ής  τών  άρχων  τοΰ  έκτου  αιώνος, 
άνακαλυοθείσης  έν  ΟβΓίΤΙβοΙΐ,  έν  αύτω  τω  κέντρω  της  αρχαίας  Καρ- 
χηδόνος. Ή  μεγάλη  αύτη  βασιλική,  ης  τό  έδαφος  ίϊνε  έπεστρωμένον 
οιά  πλουσίων  ψηφιδιοτών,  παρέχει  διάγραμμα  παραδόξως  έ'ν  τισι 
οιαφέρον  τοΰ  συνήθους  τών  όμοιων  κτισμάτων  άλλ'  αί  διαφοραί  αύ- 


—   168  — 

ται  εξηγούνται  εκ  λόγων  τοπικών.  Έχει  δε  ή  βασιλική  προς  βορράν 
παραρτήματα  άριστα  διατηρούμενα,  εν  οΐς  παρατηρούνται  έξάγωνον 
βαπτιστήριον,  εύκτήριον  μάρτυρος  τίνος,  θησαυροφυλάκια  και  Ιμάτιο- 
φυλάκια.  Το  χξιόλογον  τοΰτο  βυζαντιακόν  κτίριον  έπυρπολήθη  κατά 
την  υπό  των  Αράβων  άλωσιν  της  Καρχηδόνος,  καθ'  ά  έμφαίνουσι 
τά  σωζόμενα  ί'χνη  πυρκαϊάς,  την  δε  καταστροφήν  συνεπλήρωσε  κατά 
τους  μέσους  αιώνας  ή  έξ  αύτου  απαγωγή  αρχιτεκτονικών  μελών  χά- 
ριν τών  έν  Άμάλφη  και  Πίση  της  Ιταλίας  κτιρίων  και  χάριν  τών 
αραβικών  τζαμιών  του  Καϊρουάν. 

Τοιαΰται  διά  μεγάλων  γραμμών  αί  πλεϊσται  λόγου  άξιαι  ανακοι- 
νώσεις αί  έχουσαι  υπόθεσιν  τήν  βυζαντιακήν  τέχνην.  Ή  πρόοδος 
τών  τοιούτων  μελετών  εΐνε  σαφής  εις  πάντας.  Επέστη  λοιπόν  ό  χρό- 
νος να  γείνη.  φροντίς  και  περί  εξευρέσεως  και  ερμηνείας  τών  εις  τήν 
καλλιτεχνίαν  αναφερομένων  βυζαντιακών  όρων.  Εις  τούτο  δ'  επέ- 
στησα τήν  προςοχήν  τών  εν  τφ  τμήματι  τεχνοκριτών,  ειπών,  ότι  το 
έργον  τόυτο  δύναται  πάντως  νά  νείνη  ήδη,  διότι  πλείστοι  τοιούτοι 
όροι  εύρηνται  μάλιστα  έν  ταϊς  λεγομέναις  £κφρά(ίεθΊ,  δι'  ων  περι- 
γράφονται βυζαντιακά  μνημεία,  παρά  Κωνσταντίνω  τω  Πορφυρογέν- 
νητα) και  έν  τοις  επιγράμμασιν,  οία  ιδίως  πλην  πολλών  έν  τη  Ανθο- 
λογία τχ  του  Θεοδώρου  του  Προδρόμου  και  του  Μανουηλ  Φιλή,  έκεί- 
νοις  όσα  έ/ουσιν  άντικείμενον  έ'ργα  της  τέχνης.  Παρά  6έ  τών  παρι 
σταμένων  ώμολογήθη  το  όρθον  της  γνώμης  ταύτης,  και  παρετηρήθη, 
ότι  ή  ανάγκη  αύτη  εγεινεν  ήδη  αισθητή  παρά  τοις  άσχολουμένοις 
περί  τήν  βυζαντιακήν  τέχνην,  άλλ'  ότι  μετά  λύπης  ένεκα  του  πλή- 
θους της  ύλης  και  τών  θεμάτων  αναγκάζονται  νάναμένωσι  το  έργον 
τοϋτο  παρά  τών  φιλολόγων. 

Εις  τα  ρηθεντα  δ  '  ανωτέρω  περί  της  βυζαντιακής  τέχνης  έν  τφ 
τμήματι  πρέπει  νά  προςθεσω  ώς  έν  επιμετρώ,  ότι  υπήρξε  και  μία  άνα- 
κοινωσις  περί  μουσικής.  Είνε  δέ  αΰτη  ή  τοϋ  κ.  Οοηδοΐο,  έπιγραφο- 
μενη  « Συγκριτική  μελέτη  περί  τών  μουσικών  μασσορετικών  και 
ελληνικών  τόνων  και  της  λατινικής  νευματικής».  Είμαι  ήκιστα  αρ- 
μόδιος νάναλύσω  τήν  νέαν  ταύτην  άπόπειραν  προς  άνάπλασιν  της 
αρχαία,  και  της  |ίυζαννιχ.κής  μελοποιίας.  Βέβαιον  είνε,  ότι  πειστικώ- 
τερα  τών  επιχειρημάτων  του  λέγοντος  ήσαν  τά  ωραία  μέλη  τά  εξερ- 
χόμενα  άπο   του  βιολιού,  δι '  ου  συνώδευσε    το   ανάγνωσμα.  Τό   κατ' 


—   169  — 

έαέ  θα  ήδυνάμην  νάποδε/θώ,  ότι  ό  κ.  Οοπδοΐο  εΐνε  Όρφεΰς,  άλλα 
δεν  δύναται  νχ  βεβαιώσω,  αν  είνε  πράγματι  και  ό  Οιδίπους  ό  λύσας 
το  αίνιγμα  της    μουσικής   Σφιγγός. 


Έπ&στολή  ΙΑ'.  * 

Έκ  Νεαπόλεως,  2  Νοεμβρίου. 

Εις  τα  μέχρι  τοΰδε  γραφέντα  περί  του  συνεδρίου  των  Άνατολι- 
στών  επίτηδες  δεν  συμπεριέλαβον  τάς  ανακοινώσεις  των  έν  αύτώ 
παραστάντων  Ελλήνων,  δπως  εκθέσω  τα  κατ'  αΰτάς  δια  μ,ακοοτέ- 
ρων  ιδία,  άφίνων  τας  περί  αυτών  κρίσεις  εις  τον  άναγνώστην.  Έκ 
τών  προτε'ρων  δε  μόνον  λε'γω,  δτι  ευχάριστος  ύπήρξεν  ή  έν  τώ  συν- 
εδρία) παρουσία  πλειόνων  του  ενός  Ελλήνων  ευχής  δ'  έ'ργον  είνε, 
δπως  έν  τω  μέλλοντι  έ'τι  μείζων  ύπαρξη  ή  συμμετοχή  εις  τε  τούτο 
το  συνέδριον  και  άλλα  τών  συντελούντων  είς  προαγωγήν  της  επι- 
στήμης. 

Μή  φειδϋ>αεθα  να  προςφέρωμεν  εις  το  διεθνές  τών  γνώσεων  ταμεΐον 
εϊ  τι  έ'χομεν  να  προςφέρωμεν.  ΔόσΊς  όλίγη  τε  φίλη  τε  έ'στω  το 
πρόγραμμα  της  νεαζούσης  παρ'  ήμϊν  επιστήμης.  Μή  περιοριζώμεθα 
πλέον  μεταλαμβάνοντες  τών  έξωθεν  αγαθών,  άλλα  φιλοτιμώμεθα  να 
παρέχωμεν  και  ήμεΐς  τι  έκ  τών  ίδιων.  "Αριστα  δέ  κέντρα  επικοινω- 
νίας προς  άφθονον  μεν  έκ  της  ξένης  συγκομιδήν,  επίκαιρον  δ'  επίδει- 
ζιν  της  εθνικής  προόδου  είνε  τα  επιστημονικά  συνέδρια. 

"Οτι  δέ  και  οι  ξένοι  άσπασίως  άπεκδέ/ονται  τήν  τοιαύτην  παρά 
της  μικράς  Ελλάδος  συμμετοχήν  εις  τήν  διεθνή  πνευματικήν  παν- 
δαισίαν  άπέδειξεν  ή  είς  τον  έτερον  τών  άντιπροςώπων  τοΰ  Εθνικού 
πανεπιστημίου  άπονεμηθεΐσα  τιμή  της  μετά  κλεινών  συνεργατών  έν 
τη  επιστήμη  συμπροεδρείας  του  ελληνικού  τμήματος  και  ή  προςοχή 
μεθ'  ης  τήν  ήμέραν  της  πανηγυρικής  ενάρξεως  τών  εργασιών  του  συν- 
εδρίου ήκοΰσθη  ή  έκ  μέρους  του  Πανεπιστημίου  και  της  Ελλάδος 
προςφώνησις  τών  συνέδρων  παρά  τοΰ  ετέρου  άντιπροςώπου  του  ελλη- 
νικού πανδιδακτηρίου,   του  κ.    Καρολίδου. 

*    Έοτ,^υαίίύΟτί  έν  ιώ  "Αοτει  ττ,ς  "ν'•")  Νοεμβρίου    1899, 


—   170  — 

Άλλ'  οι  άντιπρόςωποι  του  Πανεπιστημίου  δεν  περιωρίσθησαν,  ώς 
εικός,  εις  ταύτα  και  μόνα,  άλλ'  ηθέλησαν  και  διά  τών  ανακοινώσεων 
αυτών  και  της  είς  τάς  συζητήσεις  συμμετοχής  να  παράσχωσι  μικρόν 
δείγμα  της  έν   Ελλάδι  τελούμενης  επιστημονική:  εργασίας. 

Δύο  υπήρξαν  αί  έν  τω  ένδεκάτω  τμήματι  ανακοινώσεις  τού  κ. 
Καρολίδου.  Ή  πρώτη  αυτών  άνεφε'ρετο  είς  το  δνομα  Άμούρια,  δπερ 
παρά  τω  Πέρση  ποιητή  Φιρδουση  εύρίσκομεν  δηλούν  την  πρωτεύου- 
σαν  τών  'Ρούμ,  ήτοι  της  βυ,,αντιακής  αυτοκρατορίας,  ήτις  παρά  τε 
τοις  Πέρσαις  εθεωρείτο  ώς  ρωμαϊκή  και  παρ'  αύτοϊς  δε  τοϊς  Βυζαν- 
τίνοις  ούτως  έκαλεϊτο  Είνε  άέ  Άμούρια  ό  ανατολικός  τύπος  του 
ονόματος  του  φρυγικού  Αμορίου,  δπερ  πολλάκις  αναγράφεται  έν  τή 
Ιστορία  τών  βυζαντιακών  χρόνων  και  υπήρξε  το  κε'ντρον  μεγάλων  καί 
μακρών  πολέμων  αεταξύ  Βυζαντινών  και  Αράβων.  Άλλα  κατά  τίνα 
παράδοξον  τρόπον  τό  όνομα  τής  μικρασιατικής  πόλεως  έθεωρήθη  ώς 
το  τής  πρωτευούσης  του  βυζαντιακού  κράτους  ;  Ό  κ.  Καρολίδης  διά 
μελέτης  άξιας  πολλού  λόγου  συνήθροισεν  έκ  τών  Βυζαντινών  και 
Αράβων  συγγραφέων  τα  ιστορικά  εκείνα  γεγονότα,  δι'  ων  εξηγείται 
ό  περίεργος  εκείνος  συνδυασμός,  καθ'  δν  ένεκα  του  έν  τω  όγδόω  μάλι- 
στα αΐώνι  δεινού  παρά  τών  Αράβων  πολέμου  τού  έχοντος  κέντρον  τό 
Άμόριον,  μέγα  μέρος  τών  Μουσουλμάνων,  άκούον  τά  περί  τής  αί- 
γλης και  τού  δυςπορθήτου  τής  όχυράς  πόλεως  καϊ  έπί  μακρόν  περι- 
βομβούμενον  υπό  τής  άπηχήσεως  τών  περί  αυτήν  δ-.εξαχθέντων  αι- 
ματηρών αγώνων,  κατήντησε  τέλος  νά  έκλάβη  το  Άμόριον  ώς  αυ- 
τήν τήν  πρωτεύουσαν   τού  βυζαντιακού  κράτους. 

"Εν  δε  βήμα  έπειτα  περαιτέρω  προβαίνων  ό  Φιρδούσης  και  ετι 
μάλλον  συγχέων  τά  πράγματα  παρέστησε  τό  Άμόριον  ώς  πατρίδα 
του  Φιλίππου  καϊ    Αλεξάνδρου  τού  Μεγάλου. 

Ή  δε  περί  τού  Αμορίου  υπό  τον  άραβικόν  τύπον  Άμούρια  με- 
λέτη ήγαγε  τέλος  τόν  κ.  Καρολί^ην  και  εις  σκέψεις  περί  συσχετι- 
σμού τού  ονόματος  τούτου  όπωςδήποτε  προς  τό  δνομα  τού  Μορέως, 
προςτεθείσης  ούτω  νέας  άπό  άλλης  απόψεως  συμβολής  εις  τό  πολυ- 
θρύλητον  ζήτημα  περί  τού  μεσαιωνικού  ονόματος  τής  Πελοποννήσου. 

Γλωσσολογική  δε  και  λαογραφική  άμα  ΰπήρξεν  ή  δευτέρα  έν  τω 
τμήματι  άνακοίνωσις  του  κ.  Καρολίδου,  ης  θέμα  ήσαν  τά  'Ρουσά- 
λια.  ή  πλείστα    όσα    στοιχεία   ειδωλολατρικά  ένέχουσα    λαϊκή    εκείνη 


—   171    — 

εορτή  των  βυζαντιακών  χρόνων,  η  δια  τοΰτο  καταδικαζομένη  υπό 
της  εκκλησίας,  περί  ης  κυριωτάτην  πηγήν  έ'χομεν  τάς  συγγραφάς  του 
επισκόπου  Βουλγαρίας  Δημητρίου  του  Χωματιανοΰ.  Τα  κατά  το 
όνομα  και  την  ούσίαν  της  εορτής  ταύτης  έξήτασεν  ό  κ.  Καρολίοης 
εν  συγκρίσει  προς  τ'  Ανθοφορία,  τον  'Ροδισμόν  και  Άνθισμόν  παρά 
τοις  Έλλησι,  τ'  Ανθεστήρια  της  ελληνικής  αρχαιότητος,  τα  ΚοδαΙία 
παρά  τοις  άρχαίοις  Ίταλοΐς,  τά  Βακτουβάρια  της  Μικράς  Ασίας 
και  τά  Πουρεϊμ  της  Γραφής. 

Και  έν  άλλω  δε  τμήματι,  τω  πρώτω,  περιλαμβάνοντι  την  καθ  όλου 
γλωσσολογίαν  -ης  ινδοευρωπαϊκής  όμοφυλίας,  άνεκοίνωσεν  ό  κ.  Κα- 
ρολίδης  τάς  γνώμας  αύτοΰ  περί  τής  γλώσσης  των  Φρυγών.  Οί  Φρύ- 
γες  εινε  κατά  τά  μέχρι  τοϋδε  άποδεδεγμένα  παρά  τής  επιστήμης  ό 
λαός  εκείνος  τής  Μικρας  Ασίας  ό  φαινόμενος  εϊπερ  τις  και  άλλος  συγ- 
γενε'στατος  προς  τους  "Ελληνας.  Αί  δε  περισωθεΐσαι  φρυγικά!  έπι- 
γραφαί,  έν  αϊς  εξέχει  ή  έπί  του  τάφου  ενός  των  βασιλέων  των  φερόν- 
των το  έν  τη  δυναστεία  τής  Φρυγίας  σύνηθες  όνομα  Μίοας,  περιέ- 
χουσι  τύπους  γραμματικώς  συγγενέστατους  προς  τους  ελληνικούς. 
Άλλ'  όποια  τις  ήτο  ή  γλώσσα  των  Φρυγών  ;  Κατά  την  άνακοίνωσιν 
του  κ.  Καρολίδου,  στηριζομένην  εις  την  μελέτην  τών  φρυγικών  επι- 
γραφών, μόνη  ορθή  μέθοδος  προς  έρμηνείαν  αυτών  είνβ  ή  σύγκρισις 
προς  την  άρμενικήν  γλώσσαν. 

Ούτως  εξηγεί  πολλάς  "Χέζεις  τών  φρυγικών  επιτύμβιων  επιγραφών 
τών  ρωμαϊκών  χρόνων  και  την  έν  τη  επιγραφή  του  Μίδα  λέξιν  Σΐ- 
κεμ,αν,  ην  ερμηνεύει  ως  σημαίνουσαν  ήρώον,  βασιλικον  τάφον,  έκ 
παραβολής  προς  το  άρμενικόν  δΐ§3ν,  δί£3νίθΓΐ,  θεωρών  ώς  συγγενή 
την   ρίζαν  τών  ονομάτων  Σίγειον,  Σκάμανδρος,  ΣκαιαΛ  πνλαι- 

Ό  δ'  ενταύθα  υπογραφόμενος  πλην  τής  συμμετοχής  εις  τάς  περί 
τής  βυζαντιακής  τέχνης  και  άλλας  συζητήσεις,  τής  συμπληρώσεως 
τής  παρά  τοϋ  κ.  ΚΐΊ1Π)1)8θ1ΐβΓ  γενομένης  άνακεφαλαιώτεως  τών 
κατά  τήν  -^ελευταίαν  διετίαν  βυζαντια*ών  μελετημάτων  και  τών 
διαφόρων  προτάσεων,  περί  ών  ήδη  έγεινε  λόγος,  τό  έλληνικόν  τμήμα 
του  συνεορίου  έθεώρησεν  ώς  τον  προςφορώτατον  τόπον  προς  άνακοί- 
νωσιν τών  ύπ'  αΰτοΰ  άνακαλυφθε'ντων  νέων  αποσπασμάτων  Ιωάννου 
του    Αντιοχεως. 

Ιωάννης  ό    Άντιοχεύς  είνε  ιστορικός  του  έβδομου  πιθανώς  αιώνος. 


—  172  — 

διατηρών  τάς  καλάς  παραδόσεις  της  μεγάλης  βυζαντιακής  Ιστοριο- 
γραφίας των  προτέρων  χρόνων,  ης  κυριώτατοι  άντιπρόςωποι  εΐνε  ό 
Άγαθίας  και  ό  Προκόπιος.  Αϊ  πηγαί,  ών  έποιήσατο  χρήσιν,  και  το 
θέμα  της  συγγραφής  αυτού,  ή  ρωμαϊκή  ιστορία,  άναδεικνύουσιν  αυτόν 
πολύτιμον  συγγραφέα"  διό  αίσθητοτάτη  εΐνε  η  απώλεια  της  ιστορίας 
αυτού .  Εΐκότως  λοιπόν  τα  περισωθέντα,  ως  το  πλείστον  βραχέα,  αυ- 
τού αποσπάσματα  είλκυσαν  άπό  εικοσιπενταετίας  μάλιστα  μεγάλως 
την  προςοχήν  των  ιστορικών,  εΐςηγουμένου  αύτοϋ  του  ΜθΠ1Π186η, 
περί  δν  ετάχθη  φάλαγζ  όλη  ερευνητών,  ιδίως  Γερμανών.  Τών  δε  ημε- 
τέρων μόνος  περί  αυτόν  ασχοληθείς  προ  ετών  έμβριθώς  ύπήρξεν  ό  κ. 
Γεώργιος  Σωτηριάδης.  Και  προχωρεί  μέν  ή  έρευνα  όσημέραι,  άλλα 
νέα  γεννώνται  καθ'  εκάστην  περί  Ιωάννου  του  Άντιοχέως  προβλή- 
ματα, ών  και  αύτη  ή    απλή  μνεία  ήθελεν  υπάρξει   έκτοπος  ενταύθα. 

Ούτως  εχόντων  τών  κατά  Ίωάννην  τον  Άντιοχέα,  καθίστατο 
προβληματικών  κατά  πόσον  ή  νέα  επιστήμη  θα  ήδύνατο,  χρωμένη  τφ 
άνεπαρκεϊ  ύλικώ,  όπερ  έχει  ύπ'  δψιν,  να  προβη  εις  την  λύσιν  τών 
προκειμένων  πλείστων  ζητημάτων,  ότε  διά  της  ύπ'  εμού  άνακαλύ- 
ψεως  νέων  μεγάλων  αποσπασμάτων  διαχέεται  αίφνης  φώς  εν  πολλοίς. 
Και  γεννώνται  μεν  και  μετά  την  άνακάλυψιν  ταύτην  νέα  πάλιν  προ- 
βλήματα, άλλ'  οΰχ  ήττον  οΰ  μόνον  πλουτίζεται  σχεδόν  διπλασιαζό- 
μενος  ό  αριθμός  τών  γνωστών  αποσπασμάτων,  άλλα  και  ανατρέπον- 
ται διαρρήδην  πεπλανημέναι  δόξαι  και  διανοίγεται  ή  οδός  προς  εύρε- 
σιν  της  αμφισβητούμενης  αληθείας. 

Τάποσπάσματα  ταΰτα  άνεκάλυψα  πρό  ετών,  λανθάνοντα  εν  χει- 
ρογράφω  του  δεκάτου  τετάρτου  αιώνος,  άποκειμένω  εν  τη  κατά  τό 
"Αγιον  "Ορος  μονή  τών  Ιβήρων,  κέκτημαι  δε  πιστόν  αυτών  άντί- 
γραφον  γενόμενον  κατά  τάς  εμάς  υποδείξεις  υπό  του  παλαιού  μου 
μαθητού  και  νυν  γενικού  επιθεωρητού  της  δημοτικής  εκπαιδεύσεως 
κ.  Φιλίππου  Γεωρναντα.  Τά  φύλλα  εν  οίς  εύρηνται  τάποσπάσματα 
του  Ιωάννου  εύρηνται  αναμεμιγμένα  και  συγκεχυμένα  μετά  φύλλων 
της  ΰπό  του  Παιανίου  ελληνικής  μεταφράσεως  του  Εΰτροπίου,  έν  οίς 
ευρέθησαν  και  τα  εν  τω  μόνω  πλην  του  αθωνικού  σωζομένω  απο- 
γοάφω  τοΰ  Ιίαιανίου  έν  τη  βιβλιοθήκη  του  Μονάχου  λείποντα  μέρη 
τοΰ  συγγραφέως  εκείνου,  άτινα  και  έξέδωκα  τω  1897  έν  τη  01&8- 
δΐοαΐ  Ββνίβ\ν. 


—   173   — 

Τα  νέα  άποσπάσι/,ατα  τοΰ  Άντιο/έως  είνβ  διηρημένα  κατά  λόγους 
υπάτων,  ών  εύοον  το  τέλος  τοϋ  τρίτου  όλόκληρον,  το  τέταρτον  και 
την  αρχήν  τοϋ  πέμπτου.  Αναφέρονται  δ'  είς  τους  χρόνους  της  ελευ- 
θέρας ρωμαϊκής  πολιτείας  και  περιλαμβάνουσιν  ιδίως  τα  κατά  τον 
Σύλλαν  δια  μακρών.  Περίεργος  είνε  η  βεβαίωσις  ευφυέστατης  εικα- 
σίας τοΰ  ΜοίΙΙΐΏδβη,  καθ"  ην  ό  Ίωχννης  τον  Εΰτρόπιον,  όςτις  είνε 
αία  των  κυριωτάτων  αύτου  πηγών,  μεταχειρίζεται  δχι  κατά  την 
μετάφρασιν  του  Παιανίου,  άλλα  κατά  την  άπολεσθεΐσαν  τοΰ  Καπίτωνος. 

Μεταξύ  δέ  τών  άλλων  τά  νέα  αποσπάσματα  λύουιιν  οριστικώς  και 
το  ζήτημα  της  σχέσεως  του  λεξικογράφου  Σουίδα  προς  τον  Άντιο- 
νέα,  διότι  αποδεικνύεται,  ότι  πράγματι  ό  Σουίδας  είνεν  εν  πολλοίς 
τών  Ιστοοικών  χρ^ρω^  του  λεζικοΰ  αύτου  ώς  πηγήν  τον  έζ  Αντιο- 
χείας ιστορικόν  Δύο  δέ  τοιαύτα  αποσπάσματα  τοΰ  Σουίοα  και  εν 
άπόσπασαα  τοΰ  Πασχαλίου  Χρονικού  μοί  ήρκεσαν  όπως  αποκατα- 
στήσω το  κατά  το  πλείστον  μέρος  κατεστραμμένον  τέλος  τοΰ  τρίτου 
βιβλίου  τοΰ  Ιωάννου,  τοΰθ'  όπερ  καϊ  έπραγματεύθην  ενώπιον  τών 
συνέδρων  διά  μακροτέρων,  δεικνύων  έν  μικρώ  τον  τρόπον  καθ'  δν  μέλ 
λω  νά  προβώ  είς  την  δημοσίευσιν  τών  ανέκδοτων.  Έκ  τοΰ  πρώτου 
τούτου  αποσπάσματος  διδασκόμεθα,  ότι  κατά  τον  Ίωάννην  Νικομή- 
δης  Β'  ό  βασιλεύς  της  Βιθυνίας  έπωνομάζετο  Μονόδοΐ/ς  και  ότι 
περιέστη  είς  πόλεμον  προς  "Ατταλον  Β'  βασιλέα  τοΰ  Περγάμου. 
Έπ'  ίσης  δέ  φαίνεται,  ότι  δυνάμεθα  ναποκαταστήσωμεν  εις  κενόν  χώ• 
ρον  τοΰ  κειμένου  το  δνομα  τοΰ  Μεγαλϊΐσίοΐ;  τοΰ  Περγάμου,  τοϋ 
μεγάλου  ναοΰ  της  'Ρέας,  ου  το  έλληνικόν  δνομα  μόνον  παρά  τω  Ούάρ- 
ρωνι  έφέρετο  μέχρι  τοΰδε,  αν  μη  νεωτέρα  παραβολή  τοΰ  χειρογράφου 
μέ  μεταπείση  περί  της  τοιαύτης  συμπληρώσεως*. 

Ό  κ.  Ββΐηβοΐΐ  έν  άλλη  τοΰ  τμήματος  συνεδρία  ήθέλησεν,  ευγενώς 
άναγνωρίζων  τήν  σημασίαν  της  έμής  άνακαλύψεως,  νά  με  βοηθήση  εις 
άποκατάστασιν  τοΰ  κειμένου  δι'  ιδίων  τινών  προτάσεων,  και  διημφι- 
σβήτησέ  τινας  τών  μαρτυριών  Ιωάννου  τοΰ  Άντιοχέως  ύπό  ίστορικήν 
εποψιν.  Έγώ  δ'  ευχαρίστως  άπεδέχθην  τάς  συμβολάς  αύτοΰ,  επιφυ- 
λαχθείς νά  εξετάσω  αΰτάς  άκριβέστερον  κατά  τήν  όριστικήν  χάριν 
εκδόσεως   έπεξεργασίαν    τοΰ    κειμένου. 

*  Πράγματι,  ώς  απέδειξε  νεωτέρα  άντι6ολή  τοΰ  κωδικοί,  ή  εικασία  μου  αϋτη  έξηλέγ 
/6η  πεπλανημένη. 


—  174  — 

Ελπίζω  δε  να  δυνηθώ  όσον  έ'νεστι  ταχέως  νά  προβώ  εις  την  έν 
τω  βυζαντιακώ  περιοδικώ  τοϋ  Μονάχου  εκδοσιν  τών  νε'ων  άποσπα- 
αάτων  του  Ιωάννου,  όπως  συν  τοις  άλλοις  αναπαυτώ  την  άνυπομο- 
νησίαν,  μεθ'  ης  άναμένουσι  την  6ημοσίευσιν  τούτων  έν  τοις  πρώτοις  ό 
ΜοίΏίϊΙδβη,  ό  ϋβ  ΒθΟΓ,  ό  Κπΐΐϊΐβ&οΙίβΓ  και  ό  Οΐβ^β.  Και  είνε  μέν 
αληθές  το  γραφέν  μοι  προ  δύο  ήδη  ίτών  ΰπό  του  Μοίϊΐίϊΐδβη,  δτι 
Βίδ  ά&Ι  ψΐΐ  οίίο  (1&1,  άλλ'  ούχ  ήττον  ομολογώ,  ότι  δεν  ήδυνάμην 
να  σπεύσω   δια   το   βαρύ   τοϋ  έργου*. 

Πλην  της  ανακοινώσεως  μου  ταύτης  έθεώρησ'  άναγκαϊον  να  επι- 
στήσω την  προςοχήν  του  τμήματος  είς  την  σημασίαν,  ην  θα  είχεν  ή 
παρασκευή  και  εκδοσις  Μοναστηριολογίας  της  ελληνικής  Ανατολής 
από  τών  βυζαντιακών  χρόνων.  Ή  σπουδαιότης  τών  μονών  κατά  τε 
τους  χρόνους  της  ακμής  της  βυζαντιακής  αυτοκρατορίας  και  επί  της 
τουρκοκρατίας  είνε  άπαραγνωρίστως  μεγάλη  υπό  τε  θρησκευτικήν, 
καλλιτεχνικήν  και  φιλολογικήν  εποψιν.  Αϊ  βυζαντιακαϊ  μοναί  είνε  ή 
εστία  του  θρησκευτικού  βίου,  πολλάκις  δε  το  καταφύγιον  τών  επιφα- 
νών και  το  άσυλον  έκπτωτων  αυτοκρατόρων  του  Βυζαντίου.  Έν  αύ- 
ταϊς  ακμάζει  ή  φυγαδεύεται  ή  τέχνη"  έν  αύταϊς  διασώζεται  ή  φιλο- 
λογική παράδοσις  της  αρχαιότητος  ή  συνεχίζεται  ή  περί  τα  γράμματα 
ασχολία.  Και  έν  τοις  δυςμοίροις  δε  χρόνοις  της  τουρκοκρατίας  ή  μονή 
είνε  δια  τό  δουλεΰον  έθνος  άσυλον  άμα  της  εκκλησίας  και  φυτώριον 
παιδείας,  σχολεϊον  και  οπλοθήκη  του  αλυτρώτου  "Ελληνος. 

Άλλα  παρά  τήν  τοιαύτην  σημασίαν  τών  ελληνικών  μονών  μικρα£ 
είνε  αί  περί  αυτών  γενόμεναι  έργασίαι.  "Οταν  δέ  πλην  τών  σποράδων 
άνά  τήν  έλληνικήν  Άνατολήν  μονών  μελετηθώσιν  επαρκώς  ή  γεω- 
γραφία, ή  ιστορία,  ή  τέχνη,  αί  βιβλιοθήκαι,  ό  οργανισμός  τών  με- 
γάλων συμπλεγμάτων  μονών,  οία  τά  έν  Άγίω  Όρει,  Μετεώροις**, 
Σίνα,  Θηβαίδι  άπό  τών  πρώτων  χρόνων  της  εμφανίσεως  τοϋ  μοναχι- 
κού βίου  μέχρι  τουλάχιστον  τών  αρχών  του  καθ '  ημάς  αιώνος,  τότε 
βεβαίως  θα  έκτυλιχθή  ενώπιον  ημών  μεγάλη,  άγνωστος  έν  τοις  πλεί- 
στοις  μέχρι  τούδε  εΐκών  τού  εθνικού  βίου  και  της  καθολικής  Ιστορίας. 

*  Έξέδωκα  ταΰτα  υπό  τήν  επιγραφήν  Άνέκδοτον  απόσπασμα  Ιωάννου  χο«  Άντιο- 
χέως  εν  τω  εμώ  περιοδιχω  συγγράμματι  Νέος  Έλληνομνήμων  Τόμ.  Α'  (1904)  σ.  7  -31 

**  "Ιδε  νυν  όσα  έγραψα  περ'ι  τών  Μετεώρων  ΰπό  τήν  επιγραφήν  Συμβολαί  είς  τήν 
ίστορίαν  τών  Μετεώρων  έν  τω  Νε'ω  Έλληνομνήμονι  Τόμ.  Β'  (1905)  σ.  49-156. 


—   175  — 

Τοιούτοι  οί  λόγοι,  δι'  ών  έοικαιολόγησα  εν  τω  τμ.ήαατι  την  ποό- 
τασίν  {/ου,  όπως  το  συνέοριον  έπιδείξη  το  ενδιαφέρον  αύτοϋ  και  την 
προστασίαν  προς  παρασκευήν  και  δημοσίευσιν  τοιαύτης  Μοναστηριο- 
λογίας  της  ελληνικής  Ανατολής.  Ή  πρότασις  αύτη,  ομοφώνως  γενο- 
μένη δεκτή  υπό  τοϋ  τμήματος,  ενεκρίθη  ομοίως  άνευ  αντιρρήσεως 
και  υπό  τής  γενικής  συνελεύσεως  των  συνέδρων.  Εναπόκειται  δε  ίΐς 
περαιτέρω  διαβήματα  και  εις  όριστικήν  έν  τω  προςεχεΐ  συνεδρίω  δια• 
τυπωσιν  ή  παρασκευή  έργου,  όπερ,  υπερβαίνον  τας  δυνάμεις  ενός  αν- 
δρός, δέον  νά  προςλάβη  χαρακτήρα  διεθνή,  μέλλει  δ'  όπωςδήποτε 
νάποβή  υπό  τ'  έπιστημονικήν  και  Ιθνικήν  εποψιν  χρησιμώτατον  είς 
τήν   Ελλάδα. 


Επιστολή   ΙΒ'* 

Έκ  Νεαπόλεως,  5  Νοεμβρίου. 

Πλην  των  άντιπροςώπων  του  Πανεπιστημίου  "Ελληνες  παρί- 
σταντο  έν  τω  συνεορίω  των  Άνατολιστών  οί  κ  κ.  Λάζαρος  Βελέ>ης 
έκ  Κερκύρας  και  Αλέξανδρος  Σφοίνης,  διδάκτωρ  των  νομικών  έκ 
Λαυρίου. 

Τούτων  ό  Έβραιολόγος  κ.  Βελελης  ύπερήσπισε  δι '  ανακοινώσεως 
έν  τφ  όγδόω  τμήματι,  τω  των  σημιτικών  γλωσσών,  τήν  γνησιότητα 
τών  εβραϊκών  αποσπασμάτων  του  Έκκλησιαστοΰ,  και  συμμετέσχε  τής 
συζητήσεως,  ην  προεκάλεσεν  ή  ά/ακοίνωσις  αυτού  και  άλλη  έπΐ  του 
αυτού  θέματος  του  κ.   Ισραήλ  Λέβυ. 

Έν  δέ  τω  έλληνικφ  τμήματι  ώμίλησε  περί  έκδεδομένων  και  ανεκ- 
δότων ελληνικών  κειμένων  έν  χρήσει  κατά  τους  μέσους  αιώνας  έν  ταϊς 
έβραϊκαϊς  συναγωγαϊς  τής  Ανατολής.  Έζήτασε  δέ  ταύτα  υπό  επο- 
ψιν λεκτικήν  και  γραμματικήν,  ανέπτυξε  δέ  τήν  θεωρίαν  αύτοϋ,  καθ ' 
ην  ώς  προς  τήν  σύνταξιν  πρέπει  πάντοτε  νά  λαμβάνηται  υπ '  όψιν  τό 
έβραϊκόν  πρωτότυπον,  έξ  ου  εγειναν  αϊ  μεταφράσεις.  Άνέγνω  δέ  και 
ήρμήνευσε    γραμματικώς    τό    πρώτον    κεφάλαιον    του     Ίωνά    συνωδά 

*   ΐδημοσίίύθΓ,  έν  τω  "Αστει  τής  26  Νοεμβρίου  1899. 


—  176  — 

προς  χειρόγραφον  της  πανεπιστημιακής  βιβλιοθήκης  της  Βονωνίας, 
μνησθείς  και  άλλου  απογράφου  του  αύτοΰ  κειμένου  εν  τη  βιβλιοθήκη 
του  Όξωνίου  έν  Αγγλία,  ου  την  ύπαρξιν  πρώτος  ανέγραψε  προ  δε- 
καεννέα ετών  ό  γράφων  ταύτας  τάς  έπιστολάς. 

Ούτως  εύχάριστον  είνε,  ότι  διά  τών  ανακοινώσεων  του  κ.  Βελέλη 
άντεπροςωπεύθη  έν  τω  συνεδρίω  παρ'  Έλληνος  και  ή  εβραϊκή  φιλο- 
λογία. "Απορον  δέ  είνε  μόνον,  πώς  ό  Κερκυραίος  Σημιτολόγος  δεν 
έθεώρησεν  άπάδουσαν  προς  τε  τήν  ΐί^ίαν  έπιστημονικήν  άξιοπρέπειαν 
και  προς  τήν  έθνικήν  φιλοτιμίαν  τήν  εν  τω  σημιτικφ  τμήματι  διανο- 
μήν  φυλλαδίου,  εν  ω  αντιστρατεύεται  προς  άλλους  "Ελληνας  έβραϊ- 
στάς,  και  ^ή  έκ  τών  άνταγωνισθέντων  προς  κατάληψιν  της  χηρευούσης 
έν  τω  Πανεπιστήμιο)  έδρας  της  εβραϊκής,  ης  και  αυτός  ό  κ.  Βελέλης 
υπήρξε  ποτέ  μνηστήρ. 

Ό  δέ  κ.  Αλέξανδρος  Σφοίνης  άνέγνω  έν  τφ  έλληνικφ  τμήματι 
σώφρονα  και  μεμετρημένην  άνακεφαλαίωσιν  τών  περί  τών  Αλβανών 
της  Ελλάδος  γνώσεων,  ήτις  άνευ  επιστημονικών  αξιώσεων  άπεσκό- 
πει  είς  τον  σύνδεσμον  τών  δύο  λαών,  ους  προςεπάθησαν  και  έν  αύτώ 
τφ  συνεδρίω,  καθ'  ά  εϊδομεν,  να  χωρίσωσιν  άπ'  αλλήλων  πολιτικοί 
κερδοσκόποι. 

Τέλος  δέ  δεν  πρέπει  να  παρέλθη  αμνημόνευτος  ενταύθα  ή  είς  το 
συνέδριον  συμμετοχή  και  άλλου  "Ελληνος,  καίπερ  μή  παρισταμένου 
ώς  τοιούτου,  άτε  διατελούντος  έν  τουρκική  υπηρεσία.  Εννοώ  τον  κ. 
Α.  Πιτζιπιον,  διερμηνέα  τής  έν  'Ρώμη  τουρκικής  πρεσβείας,  όςτις 
και  άνέγνω  έν  τω  τρίτω  τμήματι  άνακοίνωσιν  περί  του  συμβιβασμού 
τών  έν  χρήσει  ημερολογίων,  μεταδούς  και  ειδήσεις  περί  τών  εις  το 
ζήτημα  τοΰτο  αναφερομένων  διαπραγματεύσεων  μεταξύ  του  μεγάλου 
λογοθέτου  Σταυράκη  Άριστάρχη  και  του  άββά"  Τονδίνη,  του  ένθερ- 
μοτάτου  τών  περί  τον  πάπαν  Λέοντα  ΙΓ'  άντιπροςωπευόντων  τήν 
ΐδέαν  της  ενώσεως  ταύτης,  ήτις  ού  μόνον  ανώδυνος  είνε,  άλλα  και 
αναγκαία  δύναται  νά  θεωρηθή. 

Τοιαΰται  αϊ  έν  τφ  συνεδρίω  έλληνικαί  ανακοινώσεις  και  τοιαΰται 
καθ'  όλου  αί  έργασίαι  αύτοΰ  οσαι  ήδύναντο  νά  κινήσωσι  το  ενδιαφέ- 
ρον τών  Ελλήνων  αναγνωστών,  ων  χάριν  και  συνώψισα  αυτά;  έν 
τφ  "Αστει.  *Αν  έξαιρέσωμεν  τάς  όλως  άκαιρους  πολιτικάς  επιδείξεις 
τών   'Ρωμάνων    και  τών  δήθεν   Αλβανών,    περί  ων  έγραψα   διά  μα- 


— ^  1  77    — 

κρών  τα  δέοντα,  πνεύμα  ειρήνης  και  διεθνούς  συναδελφώσεως  τών 
λαών  έπεκράτησεν  εν  τω  συνεδρίω  άπο  τη;  ημέρας  της  πανηγυρικής 
;νάρςεως  των  συνεδριών  αύτοΰ  έν  τω  Καπιτωλίω,  έν  τ  ή  μεγάλη  αΐ- 
θούστρ  τή  από  τών  κοσμουσών  αυτήν  εικόνων  φερούση  το  όνομα  τών 
Όρατίων  και  Κουριατίων,  μέχρι  της  επισήμου  κηρύξεως  της  λήξεως 
του  συνεδρίου  και  αναγγελίας  της  έκλεχθείσης  έδρας  του  προςεχοΰς 
δεκάτου  τρίτου  έν  τη  αυτή  αίθούση  ή  μάλλον  μέχρις  αυτής  της  ώρας 
τών  διεθνών  προπόσεων  έν  τω  άποχαιρετιστηρίω  συμποσίω. 

Δύναται  τις  να  φρονή  περί  τών  συνεδρίων  ο  τι  άν  θέλη.  Βεβαίως 
μεταξύ  τών  πολλών  κλητών  δέν  είνε  πάντες  εκλεκτοί.  Τοιαύτη  ΐσο- 
πέδωσις  πνευμάτων  δέν  εΐνε  τι  ανθρωπίνως  δυνατόν,  ϊσως  δέ  ουδέ  εΰ- 
κτόν.  Ώς  έν  τω  πολιτικφ  και  κοινωνικώ  βίω  τών  εθνών,  ως  έν  ταϊς 
τέχναις,  οΰτω  και  εν  τή  επιστήμη  ύπάρχουσι  και  δέν  είνε  δυνατόν 
παρά  νά  ύπάρχωσιν  οί  κορυφαίοι,  περί  οΰς  και  ύφ'  ούς  ϊστανται  ώς 
επί  διαφόρων  βαθμίδων  οί  λοιποί  έργάται  της  προόδου.  Δέν  είνε  λοι- 
πόν ευφρόσυνοι,  δέν  είνε  έξαιρέτως  προαγωγικαί  δια  την  έπιστήμην 
αϊ  άμφιετηρικαί  έκεΐναι  συνελεύσεις  της  ανά  τήν  γήν  σύμπασαν  δια- 
κλαδουμένης  άμφικτυονίας  τών  επιστημόνων,  ήτις  δίηβ  1Γ3.  βΐ  8ΐϋ- 
αίθ,  άνευ  τών  χωριζόντων  τους  λαούς  σκανδάλων,  μακράν  παντός 
συμφέροντος  και  παντός  πάθους  μακράν,  εν  έχει  μόνον  σύμβολον,  το 
Εμπρός  :  Δέν  είνε  χαρά  διά  τους  μεγάλους,  ών  τό  πνεύμα  συγκεν- 
τρώνει έπϊ  τό  αυτό  και  ανάγει  εις  σύστημα  τάς  επί  μέρους  έρευνας, 
τό  σφίγγειν  έκ  του  πλησίον  τήν  δεξιάν  τών  ότρηρών  εκείνων  ίργατών, 
οϊτινες  διά  της  επιμονής  αυτών  άποκαλύπτουσιν  έστω  και  μίαν  γω- 
νίαν  του  πέπλου  του  καλύπτοντος  τήν  μεγάλην  άλήθειαν  της  επιστή- 
μης ;  Και  δέν  είνε  τιμή  και  ένθάρρυνσις  διά  τους  έργάτας  τους  προς- 
κοχίζοντας  έστω  και  μικρόν  λίθον  εις  τό  οικοδόμημα  της  επιστήμης 
τό  βλέπειν  και  θαυμάζειν  έκ  του  πλησίον  τους  μεγάλους  οικοδόμους 
του  περιφανούς  αυτής  ναοΰ  ;  Και  δέν  είνε  τιμή  και  πανήγυρις  και 
συμφέρον  διά  τάς  πόλεις  τό  δεξιοΰσθαι  τους  άριστεϊς  τής  διανοίας,  τό 
άνοίγειν  τους  κόλπους  αυτών  εις  τους  μεγάλους  έρευνητάς  του  παρ- 
ελθόντος, τους  περιδόξους  σκαπανείς  του  μέλλοντος,  εις  τους  στρατη- 
γούς άμα  και  τους  στρατιώτας  τής  ειρηνικής  εκείνης  στρατιάς  τών 
μελετητών  ; 

Τοιαύτην  τιμήν    και  πανηγύρι/    θά   ήτο  ευχής    έργον   αν  ήδύναντο 

ΪΠΓΡ.    Π.    ΛΑΜΙ1ΙΌΓ,    ΜΙΚΤΑ!    ΣΕΛΙΔΕΣ  '  <■ 


—  178  — 

νάπολαύσωσιν  ήμέραν  τινά  και  αϊ  Αθήναι.  Θα  ήτο  προς  τοις  άλλοις 
ώραϊον  κα-ϊ  γλυκύ  και  παρήγορον  να  φαντασθώμεν,  ©τι  ήδυνάμεθα  να 
έπιδείξωαεν  εις  τους  άποθεν  μόνον  γινώσκοντας  τον  έλληνικόν  κόσμον, 
ότι  υπάρχει  πλην  της  αρχαίας  Ελλάδος,  πλην  της  Ελλάδος  των 
ι/ινημείων  και  των  βιβλίων,  ης  είνε  πάντες  θαυμαστά!,  και  Ελλάς 
νέα,  ην  άγνοοΰσιν  η  παραγνωρίζουσιν  οι  πλείστοι. 

Άλλ'  ήξιζεν  αληθώς  ποτέ  να  πεισθώσιν  δχι  περιηγηταϊ  και  έρευ- 
νηταί  σποράδην  επιφαινόμενοι,  άλλα  σύνεδροι  αθρόοι  όμοΰ  έπιφοιτών- 
τες  άπο  πάντων  των  εθνών,  ότι  ύπό  την  σκιάν  της  Ακροπόλεως  και 
παοά  τους  τάφους  τών  ωραίων  αρχαίων  νεκρών  του  Κεραμεικοΰ  υπάρ- 
χει λαός  ζών  και  παλλόμενος,  πολλά  διά  τών  αιώνων  παθών,  άλλ' 
άναστάς  τέλος  ίκ  νεκρών  καϊ  θέλων  νά  ζήση,  άξιος  δε  νά  γνωσθή  και 
άγαπηθη. 

Ποό  ετών  είχε  γείνει  λόγος  περί  συγκλήσεως  Ιν  Αθήναις  αρχαιολο- 
γικού συνεδρίου,  άλλα  το  σχέδιον  είχε  ναυαγήσει,  άντιταχθείσης  ΐσχυ- 
ράς  γνώμης,  καθ'  ην  προς  τοις  άλλοις  ή  μεν  νεαρά  ημών  επιστήμη 
δέν  ήδύνατο  νά  παραστη  εύπρόςωπος,  ή  δε  πόλις  τών  Αθηνών  δεν 
ήδύνατο  νά  παράσχη  εις  τους  κληθησομένους  την  άναγκαίαν  εύμά- 
οειαν  και  ψυχαγωγίαν,  ή  δ'  ελληνική  πολιτεία  δέν  ήδύνατο  νά  ύπο- 
στή  τάς  προςηκούσας  δαπανάς  της  ςενίας.  Άλλα  πάντες  ούτοι  οί  λό- 
γοι δέν  είνε  άκαταπολέμητοι.  Ή  μέν  επιστήμη  ημών  προκειμένου 
περί  αρχαιολογίας  ουδαμώς  είνε,  όσον  πολλοί  τήν  φαντάζονται,  νή- 
πιος.  Και  καθ'  όλου  δε  ή  ελληνική  επιστήμη  δεν  άςίζει  νά  διασύρηται 
όσον  εκ  συστήματος  πολλάκις  γίνεται  έ'ν  τισι  φύλλοις.Τό  κάτω  κάτω 
της  γραφής  είνε  καλλίτερα  της  παρ' ήμϊν  διοικήσεως,  της  πολιτικής 
και  της  διπλωματίας,  δέν  είνε  δε  βεβαίως  κατωτέρα  του  κλήρου, 
του  στρατού  και  του  στόλου.  Ή  δε  πολις  τών  Αθηνών,  ή  άλλως  ύπό 
τών  αθανάτων  της  αρχαιότητος  μνημείων  κοσμουμένη,  άριστα  και 
άςιοποεπεστατα  δύναται,  συντελούσης  της  ελληνικής  πολιτείας  και 
έπικουρούντων  τών  επιστημονικών  και  καλλιτεχνικών  σωματείων,  νά 
καταστήση  ου  μόνον  άνεκτήν,  αλλά  και  διδακτικήν  και  εύφρόσυνον 
τήν  εν  αυτή  διαμονήν  συνέδρων,  συνερχομένων  χάριν  της  επιστήμης  και 
ύπό  τάς  εντυπώσεις  και  τάς  αναμνήσεις  του  μεγάλου  παρελθόντος,  θά 
συνεπλήρονε  δε  τέλος  τάς  ελλείψεις  ή   έν  τοις  καιρίοις  πάντοτε  παρ- 


—   179  — 

ουσιαζομένη  ελληνική    φιλοτιμία  και   φιλοξενία.    Τρανότατον  δε    τού- 
των πάντων  παράδειγμα  εστωσαν  οι  Όλυμπιακοί  αγώνες. 

'Τπό  τοιούτων  αγόμενοι  σκέψεων  οι  άντιπροςωπεύσαντες  έν  'Ρώμη 
το  έλληνικόν  Πχνεπιστήμιον  μεγάλως  έπόθουν  να  ύποδείξωσι  τάς 
Αθήνας  ως  εδραν  του  δεκάτου  τρίτου  συνεδρίου  των  Άνατολιστών 
Άλλα  δεν  εϊχον  προς  τούτο  έπίσημον  έντολήν  κατά  τα  έν  τοις  συνε- 
δρίοις  έθιζόμενα,  ήτοι  δεν  είχον  άνά  χείρας  ρητήν  προς  τους  συνέ- 
δρους προςκλησιν  της  κυβερνήσεως.  Άλλ'  ούχ  ήττον  δτε  εϊδον,  ότι  οι 
'Ρωμάνοι  έβυσσοδόμευον  την  εις  Βουκουρέστιον  πρόςκλησιν  του  συνε- 
δρίου, έθεώρησαν  καθήκον  αυτών  νάντιταχθώσι  προς  τοιαύτην  ένέρ- 
γειαν,  ής  ή  επιτυχία  ήθελε  καταπατήσει  δικαιώματα  πολύ  λογικώ- 
τερα  της  πόλεως  των  Αθηνών.  "Αλλως  δε  τό  όνομα  των  Αθηνών  εί- 
χεν  ήδη  ψιθυρισθή  και  έν  τω  ένδεκάτω  συνεδρίω,  τω  έν  Παρισίοις, 
χάρις   εις   τάς   ενεργείας  του  κ.   Δημητρίου    Βικέλα. 

Διό  ήρξάμεθα  ποιούμενοι  μετά  τίνος  επιφυλάξεως  λόγον  περί  τών 
Αθηνών,  ενώ  συγχρόνως  άνεμένομεν  οδηγίας  και  έξ  Ελλάδος.  Άλλ' 
έν  τούτω  τω  μεταξύ  ή  προς  τους  'Ρωμάνους  άντίδρασις  έξεδηλώθη 
παρά  τοις  Γερμανοΐς,  οίτινες,  άμεσον  λαβόντες  τηλεγραφικήν  έξ  Αμ- 
βούργου άποδοχήν  τών  προτάσεων  αυτών,  μετά  θάρρους  ήδύναντο  νά 
προτείνωσι  την  πόλιν  έκείνην  ώς  εδραν  του  προςεχοϋς  συνεδρίου  κα£ 
προςηκόντως  έν  σχολή  παρασκευάσωσι  τα  πνεύματα  προς  τούτο. 

Έστήριζον  δε  οι  Γερμανοί  τά  δικαιώματα  αυτών  εις  τόν  λόγον, 
ότι  έπί  δεκαοκτώ  ήδη  έ'τη  τό  συνέδριον  συνήλθε  πάντοτε  έκτος  της 
Γερμανίας  μετά  τήν  έν  Βερολίνω  τφ  1881  σύγκλησιν  αύτοϋ,  έν  ω 
μεγισται  είνε  αϊ  εις  αυτό  συμβολαί  της  γερμανικής  επιστήμης.  Τό  δε 
Άμβοΰργον,  όπερ  προέτεινον,  δεν  είνε  μεν  πόλις  πανεπιστημιακή, 
άλλ'  οϋχ  ήττον  είνε  άρμοδιώτατον  ώς  έδρα  συνεδρίου  Άνατολιστών 
ένεκα  του  μεγέθους  τής  πόλεως  και  του  πλούτου,  τών  μεγάλων  αυτής 
σχέσεων  προς  τήν  Άνατολήν,  τών  έν  αυτή  επιστημόνων  και  τής  γει- 
τονίας πόλεων  πανεπιστημιακών,  οίαι  τό  Κίελον,  ή  Γρεϊφσβαλδη,  ή 
Γοτιγγη  και  τό  Βερολϊνον,  ών  τά  πανεπιστήμια  θά  συνεργήσωσι  μετά 
και  τής  γερμανικής  Ανατολικής  εταιρείας  εις  άρίστην  παρασκευήν 
τών  κατά  τό  συνέδριον.  Ύπελάνθανε  δέ  και  ό  πόθος  νά  έπιδειχθή 
έπί  τή  ευκαιρία  τής  εις  Άμβοΰργον  μεταβάσεως  τών  συνέδρων  ή 
εμπορική   και  ναυτική    πρόοδος    τών    Γερμανών    έν   τή  μετά   τό    Λον- 


—   180  — 

δΐνον  ΐμπορικωτάτη  των  πόλεων   της  Ευρώπης,  ώς    έλέγετο  εν  ιδίοις 
κύκλοις. 

Και  οί  μεν  λόγοι  ούτοι  ήσαν  ισχυροί,  άλλ '  οΰχ  ήττον  ήμεϊς  δέν 
ήθέλοαεν  να  λησμονηθή  τέλεον  το  δνομα  των  Αθηνών,  ότε  μάλιστα, 
έστω  και  αργά  πλέον,  ένεθαρρύνθημεν,  πεισθέντες,  ότι  και  ή  ελληνική 
κυβέρνησις  ευχαρίστως  θά  εβλεπεν  άπόφασιν  αύτου  του  συνεδρίου, 
ορίζοντος  ώς  έ'δραν  τής  προςενοΰς  αύτου  συνόδου  τάς  Αθήνας.  Επει- 
δή δε  τούτο  θά  ήτο  άνεπίτευκτον  κατά  τύπους,  άπείδομεν  τουλάχι- 
στον εις  τήν  ουσία  ν,  ποοςπαθοΰντες  νά  κερδήσωμέν  τι,  έ'στω  και  διά 
προςε/ές  μέλλον. 

Πράγματι  δ'  έν  τή  τελευταίος  γενική  συνελεύσει.  έν  ή  προέκειτο  το 
ζήτημα  περί  καθορισμού  της  έδρας  του  δεκάτου  τρίτου  συνεδρίου,  ό 
μεν  Γερμανός  κ.  Κ&ΐΐΙΖ8θ1ΐ  διά  μακρών  υπεστήριξε  τήν  περί  Αμ- 
βούργου πρότασιν,  εγώ  δέ  μετά  του  κ.  Καρολίδου  δι'  εγγράφου  ση- 
μειώματος ύπεμνήσαμεν  άνευ  αμέσων  αξιώσεων  και  τάς  Αθήνας. 
"Οτε  δέ  εϊδομεν,  ότι  έκρίνοντο  ισχυρά  τα  δικαιώματα  προτεραιότη- 
τος  του  Αμβούργου,  ουδαμώς  Ισκέφθημεν,  ότι  έπρεπε  δι'  αμφισβη- 
τήσεων και  ψηφοφορίας  νά  φυλοκρινηθή  ζήτημα,  έν  ω  δέν  έπρεπε 
διά  παραβόλου  επιμονής  περί  του  παρόντος  νά  διακινδυνεύσωμεν 
σχεδόν   ασφαλή    περί   του    μέλλοντος    έπιτυχίαν. 

Ειπον  τότε  τά  έξης'  «Χωρίς  μη^αμώς  νά  θελήσωσι  νά  διαμφι- 
σβητήσωσι  τά  δικαιώματα  τής  πόλεως  του  Αμβούργου  και  νά  πάρα 
κωλύσωσι  τήν  άποδοχήν  τής  συμπαθούς  προτάσεως  του  κ.  ΚίΐαΙΖ8θ1ΐ, 
οί  άντιπρόςωποι  του  Πανεπιστημίου  τών  Αθηνών  πιστεύουσιν,  ότι 
έ'χουσι  το  δικαίωμα  νά  κάμωσι  μνείαν  και  του  ονόματος  τών  Αθη- 
νών ώς  έδρας  μέλλοντος  συνεδρίου.  Ή  ημετέρα  πόλις  δέν  δύναται  νά 
προςφέρη  τήν  εΰμάρειαν  και  τήν  α'ίγλην  τών  άλλων  νέων  πρωτευου- 
σών, ή  ημετέρα  πολιτεία  δέν  είνε  πλούσια,  ή  επιστήμη  ημών  ευρί- 
σκεται εν  τω  γεννάσθαι.  Άλλ'  οΰχ  ήττον  πιστεύομεν  και  ημείς,  μα- 
θηταί  τής  γερμανικής  επιστήμης,  ήτις  εθρεψεν  ήμας  ώς  ή  τών  άλλων 
πεπολιτισμένων  λαών  τοΰ  νέου  κόσμου,  ότι,  άν  δέν  επέστη  ηδη  σή- 
μερον ό  χρόνος,  είνε  όμως  δίκαιον,  όπως  ή  πόλις  τών  Αθηνών  προς- 
ελκύση  τήν  προςοχήν  τών  συνέδρων  μετά  το   Άμβοϋργον». 

Αληθώς   δέ    τά  ρηθέντα,  γενόμενα   δεκτά   μετά   πολλής  προςοχής 
και   επιδοκιμασίας,    κατέδειξαν   τάς    υπάρχουσας    άγαθάς  διαθέσεις, 


—    181    — 

ή  δε  συνέλευσις  απεδέχθη  την  πρότασιν  του  προεδρεύοντος  αυτής 
κ.  Γουβερνκτη,  όπως  σημειωθή  ή  πρότασις  τών  αντιπροσώπων  του 
Πανεπιστημίου  Αθηνών  και  ή  πρόςκλησις  της  ελληνικής  κυβερνή- 
σεως και  λτ,φθώσιν  ύπ'  όψιν  αί  Αθήναι  ώς  έ'δρα  του  μέλλοντος  συνε- 
δρίου τών    Άνατολιστών  μετά  τό  συγκληθησόμενον  έν    Άμβούργω. 

Ούτω  τό  περί  Αθηνών  ζήτημα  προεχώρησεν  ήδη  μεγάλως.  Δι' 
ανάλογων  μακρών  προςπαθειών  είχε  κατορθωθή,  καθ"  ά  μοι  όιηγεϊτο 
6  κ.  Γουβερνάτης,  ή  εκλογή  της  "Ρώμη;.  *Ας  έλπίσωμεν,  ότι  δια 
τών  προςπαθειών  τών  Ελλήνων  άντιπροςώπων  έν  τω  συνεδρίω  του 
1902  και  της  δραστήριας  ενεργείας  της  ελληνικής  κυβερνήσεως  θα 
κατορθωθή,  όπως  τω  1904  ή  1905  ή  διεθνής  άμφικτυονία  τών  συν- 
έδρων συνέλθη  έν  ταϊς  αϊθούσαις  του  Εθνικού  πανεπιστημίου  τών 
Αθηνών.  Τότε  και  τό  "Αστυ  δεν  θα  εχη  ανάγκην  Επιστολών  έξ 
"Ιταλίας. 


ΤΡΕΙΣ    ΕΠΙΣΤΟΛΑΙ 

ΠΕΡΙ  ΤΟΥ  ΕΝ  ΡΩΜΗ  ΔΙΕΘΝΟΥΣ  ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ  ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ 

ΤΕΛΕΥΤΩΝΤΟΣ  ΤΟΥ  ΜΑΡΤΙΟΥ  1903 


Έπ&στολή  ΑΛ  * 

Έκ  'Ρώμης,  2  Απριλίου. 

Εις  χίλιους  εξακόσιους  συνεποσώθησαν  οί  συμμετασχόντες  του  διε- 
θνοΰ:  έν  'Ρώμη  Ιστορικού  συνεδρίου,  εις  εκατόν  δεκαπέντε  συνήλθον 
συνεδρίας  τα  διάφορα  αυτού  τμήματα,  πεντήκοντα  και  ες  διάφορα 
ψηφίσματα  και  εύχαί  εξεφράσθησαν  έν  ταΐς  συνεδρίαις,  και  έζ  εκατον- 
τάδων όλων  σύγκειται  ό  άριθαό:  των  γενομένων  ανακοινώσεων. 

Τοιαύτη  ύπήρξεν  ή  βραβεία  άνακεφαλαίωσις  των  οκταήμερων  ερ- 
γασιών του  συνεδρίου,  ήν  έςήνεγκεν  έν  τη  τελευταί<κ  καθολική  και 
έπισήμω  συνεδρία  ό  τακτικός  αυτού  πρόεδρος  Πασχάλης  Βίλλαρης,  ό 
διακεκριμένος  ιστορικός  της  Ιταλίας.  Έκ  δε  των  συγκεφαλαιωτικών 
τούτων  αριθμών  δύναται  π&ς  τις  να  κρίνη,  ότι  ή  γενομένη  εργασία 
δεν  ύπήρξεν  αληθώς  μικρά  τις.  Τά  δ'  έκ  τών  υστέρων  πορίσματα 
πάρα  τάς  παρατηρήσεις,  ας  δύναται  τις  νά  εξενέγκη  περί  τών  γενο- 
μένων και  έπιτευχθέντων,  δεν  καθυστεροΰσι  πράγματι  έν  τω  συνόλω 
τών  έκ  τών  προτέρων  προςδοκιών. 

Ή  'Ρώμη  είχεν  ηδη  άπό  τοϋ  1900  έν  Παρισίοις  όρισθή  ώς  έ'δρα 
τοϋ  προςενοΰς  διεθνούς  συνεδρίου  τών  ιστορικών  επιστημών.  Κατά 
ταύτα  τό  συνελθόν  συνέδριον  δύναται  νά  θεωρηθή  το  δεύτερον  μετά  τό 
συγκροτηθέν  έν  τή  πρωτευούση  της  Γαλλίας.  Άλλα  τό  παρισιακόν 
εκείνο  συνέόριον,  εν  τών  πολλών  τών  συνελθόντων  κατά  τον  χρόνον  της 
τελευταίας  έν   Παρισίοις  διεθνούς  Εκθέσεως,  είχε   διοργανωθή  εκ  τού 

*   'Εδημοσιεύθη  έν  τω  "Αστει  της  10  Απριλίου  1903. 


—    183  — 

προχείρου  και  άνευ  σαφούς  διαχαράξεως  των  ορίων  αύτοΰ,  ολίγοι  δε 
υπήρξαν  οΐ  εν  αύτω  παραστάντες  ειδικοί  Ιστορικοί.  Δια  τούτο  δέ  διέ- 
λαθε τους  πολλούς,  και  το  έν  Ρώμη  συγκληθέν,  άτε  επί  ευρύτερων 
βάσεων  ιδρυθέν  και  συστηματικώτερον  διοργανωθέν,  δεν  παρουσιάσθη 
ώς  δεύτεοον  διεθνές   Ιστορικόν  συνέδριον,  άλλ'  άνευ  άριθμοΰ. 

Αυτοτελές  δε  και  άνεξάρτητον  έθεώρησαν  αυτό  οι  πλείστοι  των 
συμμετασχόντων  αύτοΰ  και  εις  αύτο  προςδραμοντες.  Και  κίνδυνον  δε 
ναυαγίου  διέτοεξε  το  συνέδριον  τούτο,  διότι,  προκηρυχθέν  να  τελεσθή 
τον  Άπρίλιον  του  1902,  έπειτα  δέ  το  φθινόπωρον  του  παρελθόντος 
έτους,  άνεβλήθη  βιαίως  ένεκα  λόγων  μη  γνωσθε'ντων  επαρκώς,  και 
ΰπετίθετο  ματαιωθέν,  έ'ως  άνέλαβεν  επισήμως  την  προστασίαν  αύτοΰ 
ή  ιταλική  κυβέρνησις  και  ό  βασιλεύς  της  Ιταλίας. 

Ύπό  τοιούτους  δέ  όρους  η  επιτυχία  του  συνεόρίου  υπήρξε  πλήρης. 
Διςχίλιοι  τετρακόσιοι  υπήρξαν  οί  εγγραφέντες,  ων  εϊδομεν  παραστάν" 
τας  χίλιους  εξακόσιους.  Και  ήδη  μέν  ό  αριθμός  ούτος  θα  ήδύνατο  να 
ύποτεθή  δεικνύων  μεγάλην  του  εγχειρήματος  εύόδωσιν.  Ιδού  χίλιοι 
εξακόσιοι  ιστορικοί  και  ίστοριοδϊφαι,  δεκαέξ  εκατοντάδες  ερευνητών, 
φάλαγξ  όλη  ύποφητών  της  Κλειους,  προςδραμόντες  επ1  ονόματι  της 
μούσης  της  ιστορίας  εις  τους  βωμούς  αυτής,  θα  έλεγε  πας  τις.  Άλλα 
θα  ηπατατο  ό  νομίζων,  ότι  πάς  ό  εφοδιασθείς  με  το  είςιτήριον  του 
συνεδρίου  και  το  μετάλλιον  του  συνέδρου  τό  ύπό  τύπον  αρχαίου  ρω- 
μαϊκού νομίσματος  φέρον  έπικεχαραγμένην  την  Άθηνάν  και  την  λέ- 
ξιν  ΗθΠ13  προςήρχετο  εις  τό  Οθ11β§ίθ  Κοπίαηο,  έν  ω  εγειναν  αί 
συνεδρίαι  ,  φέρων  υπό  μάλης  χαρτοφυλάκιον  σοφών  υπομνημάτων, 
συντελούντων    εις    διαφώτισιν    της    ιστορικής   αληθείας. 

Πολλοί  τών  συνέδρων  εφερον  απλώς  αντί  πάσης  ιστορικής  ανακοι- 
νώσεως τον  ερυθρόδετον  ΒαάβΙίβΓ  του  περιηγητοΰ.  Λόγιαι  ή  και  μό- 
νον φιλαπόδημοι  κυρίαι  εφερον  αντί  άλλης  πόρπης  ώς  κόσμον  άπλοΰν 
τό  έπίχρυσον  μετάλλιον  του  συνεδρίου,  φοιτώσαι  πού  και  που  εις  τάς 
ριας  η  και  όλως  αφισταμεναι  αυτών  και  «πισκεπτομεναι  τα  αρ- 
χαία και  μεσαιωνικά  μνημεία  της  "Ρώμης,  καθ'  όν  χρόνον  αί  αί'θουσαι 
του  ΟοΙΙβ^ΐΟ  Κοπίαηο  αντηχούν  εκ  του  πλήθους  τών  ανακοινώσεων 
η  τών  έν  αύταΐς  γινομένων  σοβαρών  συζητήσεων.  Συνέβη  δήλα  δη 
και  έν  τούτω  τω  συνεδρίω  ο  τι  συμβαίνει  καθ'  όλα  τα  συνέδρια.  Δεν 
μετέχουσιν    αυτών    μόνον   οί   επαΐοντες,   οί   ειδικώς    οιατρίβοντες   περί 


—   184   — 

την  έπιστήμην,  είς  ην  αναφέρονται  τα  συνέδρια,  άλλα  και  αϊ  σύζυγοι 
και  θυγατέρες  πολλών  των  συνέδρων,  άλλα  και  απλώς  περίεργοι  και 
περιηγηταΐ,  επωφελούμενοι  τάς  εκπτώσεις  ναύλων,  την  είς  τάς  συλλο- 
γάς  και  τα  μουσεία  έλευθέραν  ε'ίςοδον  και  τάς  διαφόρους  άλλας  ευκολίας 
και  διασκεδάσεις  τάς  παρεχομένας  είς  τους  συμμετέχοντας  τών  συνε- 
δρίων. Άλλα  παρά  πάντα  ταΰτα  και  την  μεταξύ  αυτών  τών  Ιταλών 
έπελθοΰσαν  διχόνοιαν,  ή;  ένεκεν  άπέστη  εντελώς  του  συνεδρίου  μετά 
τών  φίλων  αυτού  εις  τών  πρωτεργατών  αΰτοΰ,  ό  Ρ&Ϊ8,  ό  διευθυντής 
του  έν  Νεαπολει  μουσείου  ό  πολύν  έγείρας  σάλον  διά  της  αναδιοργα- 
νώσεως αΰτοΰ,  πλείστοι  όσοι  παρέστησαν  επιφανείς  Ιταλοί  τε  και 
ξένοι.  Δικαίως  δε  προςφωνών  τους  συνέδρους  ό  δήμαρχος  της  'Ρώμης 
πρίγκιψ  Κολόννας  ήδυνήθη  νάποκαλέση  αυτούς  λογάδας  πρεοβεν- 
τάς  της  ανθρωπινής  διανοίας. 

Δεν  θά  διατρίψω  περί  την  άναγραφήν  τών  ιστορικών,  φιλολογικών, 
και  αρχαιολογικών  επισημοτήτων,  αΐτινες  παρεϊχον  ίδιαιτέραν  δύνα- 
αιν  είς  τά  τμήματα  και  περί  ας  έστρέφετο  ιδιαζόντως  ή  προςοχή, 
ότε  ό  δγκος  της  επιφανείας  και  του  ονόματος  αυτών  έφώτιζε  διά 
της  αίγλης  της  επιστήμης  τά  προεδρεία,  είς  ά  άνεβίβασεν  αυτούς  ή 
κοινή  ψήφος  τών  συνέδρων.  Άλλα  δεν  δύναμαι  νά  μη  μνημονεύσω 
ένταΰθα  ίδια  του  γενικού  προέδρου  του  συνεδρίου,  του  Πασχάλη  Βίλ- 
λαρη,  εις  ου  το  βραχύ  σωμάτιον  έ'διδεν  έξαίρετον  ζωήν  ή  λάμψις  τοϋ 
αεικίνητου  οφθαλμού  ύπό  τήν  λευκανθίζουσαν  κόμην.  Άπό  τών  εύ- 
στόμων  αΰτοΰ  χειλέων  έξήρχετο  διάτορος  ή  φωνή,  διαψεύδουσα  το 
γήρας  το  σώρευσαν  είς  αυτόν  έ'τη  και  τιμάς,  φωνή  μελωδική  έκπη- 
δώσα  γοργή  άπό  της  1)00021  ΤοδΟΕΠΗ,  τοΰ  ιστορικού  τοΰ  διαφωτίσαν- 
τος  τήν  μεσαιωνικήν  ίστορίαν  της  ωραίας  Φλωρεντίας.  Πλην  αΰτοΰ 
δε  ίδιας  μνείας  είνε  άξιος  ό  ήδυλάλος  καθηγητής  της  θεολογίας  έν  τφ 
Πανεπιστήμιο)  της  Βερολίνου  Παύλος  Η&ΓΠ&οΙί,  έχων  όψιν  δραγόνου 
μάλλον  ή  θεολόγου  και  συνδυάζων  τήν  βαθεΐαν  γνώσιν  της  Γραφής 
προς  τήν  γλαφυρίαν  στωμύλου  όμιλητοΰ.  Γνωστότατα  δε  τέλος  είς 
τους  "Έλληνας  ονόματα  αναφέρω  όνομάζων  τον  \νΐ1αΐϊ10\νίΐΖ,  τον 
δεινόν  φιλόλογον,  όςτις  έλαλει  ίν  τφ  φιλολογικφ  τμήματι  τήν  λατι- 
νικήν  μετ'  ευχέρειας  τοιαύτης  ώς  ει  ήτο  γλώσσα  ού  μόνον  ζώσα, 
άλλα  και  ίδια  έαυτοΰ  και  καταπλήσσων  και  αυτούς  τους  Ιταλούς, 
οΐτινες   δεν  έχειρίζοντο   μετ'  ϊσης  ευκολίας   τήν  προγονικήν   γλώσσαν, 


—   185  — 

τόν  ΚΓϋΠίΒείοΙίβΓ,  όςτις  έπωφελεϊτο  πάσαν  παρατυγχάνουσαν  εύκαι- 
ρίαν,  όπως  άνακαλή  εις  τήν  μνήμην  τοΰ  συνεδρίου  τό  προςφιλές  αυτώ 
Βυζάντιον  και  ένασμενίζει  ομιλών  τήν  νέαν  έλληνικήν  μετ'  ευχέρειας 
εκπληκτικής,  τόν  Στρυγόφσκην,  όςτις  δεν  παύεται  μελετών  την  βυ- 
ζαντιακήν  τε'ννην  μετά  λατρείας  και  άνευρίσκων  εν  αυτή  τα  περισω- 
θε'ντα  ίχνη  της  αρχαίας,  τους  ελληνομαθείς  και  φιλέλληνας  Ιταλούς 
αρχαιολόγους  Σαβινιόνην  και  Μαριάνην,  γνωστότατους  έκ  της  εν 
Αθήναις  προ  ετών  μακράς  διατριβής,  και  άλλους.  Εΰχάριστον  δε 
ήτο  δια  τους  άντιπροςωπεύοντας  την  νεάζουσαν  έλληνικήν  έπιστήμην 
έν  τω  παγκοσμίω  τούτω  συνεδρίω,  έξ  ού  δεν  ελειπον  άντιπρόςωποι 
της  Αργεντινής  και  της  Βρασιλίας.  τής  Χιλής,  τοΰ  Μεξικού  και  της 
Περουβίας,  τής  Βενεζουέλας  και  τής  Ούραγουάης,  άλλ'  ουδέ  τής  Σι- 
νικής και  τής  Ιαπωνίας,  το  να  ϊδωμεν  παρακαθημένους  μεθ'  ημών 
και  πληρεξουσίους  τών  μικρών  κρατών  τοΰ  Αίμου. 

Ό  κ.  Νικόλαος  Υαΐίο,  καθηγητής  τοΰ  Πανεπιστημίου  τοΰ  Βελι- 
γραδίου, ό  κ.  Ευγένιος  Πόποβιτς,  γενικός  πρόξενος  τοΰ  Μαυροβουνίου 
έν  'Ρώμη  και  ό  Δημήτριος  Α§ΟϋΓ£1,  καθηγητής  τοΰ  Πανεπιστημίου 
της  Σοφίας,  υπήρξαν  οί  άντιπρόςωποι  τής  ιλλυρικής  χερσονήσου  πλην 
ημών  τών  δυο  Ελλήνων,  τοΰ  συναδέλφου  κ.  Καρολίδου,  άντιπροςω- 
πεύοντος  το  Έθνικόν  πανεπιστήμιον,  την  Άρχαιολογικήν  έταιρείαν 
και  τόν  Φιλολογικόν  σύλλογον  Κωνσταντινουπόλεως  και  έμοΰ,  άντι- 
προςωπεύοντος  την  έλληνικήν  κυβέρνησιν,  τό  Έθνικόν  πανεπιστήμιον 
και  την  Ίστορικήν  και  έθνολογικήν  έταιρείαν. 

Άξίαν  όέ  ίδιας  μνείας  θεωρώ  τήν  φιλοφροσύνην  τοΰ  Βουλγάρου 
συναδέλφου,  όςτις  εν  τω  άνακτορικω  γεύματι  τω  δοθέντι  προς  τιμήν 
τοΰ  προεδρείου  τοΰ  συνεδρίου  και  τών  άντιπροςωπευόντων  ξένας  κυ- 
βερνήσεις, προςελθών  προς  με  συνέστησεν  εαυτόν  και  μοι  ανήγγειλε 
γαλλιστί,  ότι  μετά  τό  πέρας  τοΰ  συνεδρίου  κατέρχεται  εις  Αθήνας 
προς  μελέτην  τοΰ  εκπαιδευτικού  ημών  συστήματος  και  ίπίσκεψιν  τών 
κυριωτέρων  παιδευτηρίων  τής  μέσης  εκπαιδεύσεως,  ώς  και  τοΰ  Αρ- 
σακείου. Περιττόν  δε  να  προςθέσω,  ότι  προθύμως  άνταπεκρίθην  εις 
τήν  παράκλησιν  αύτοΰ  να  εφοδιάσω  αυτόν  δια  τελεςφόρων  συστατι- 
κών γραμμάτων. 

Εύχομαι  δε,  όπως  ό  έκ  Βουλγαρίας  συνάδελφος,  άποκομίζων,  ώ; 
ουδαμώς  αμφιβάλλω,  άγαθάς  εντυπώσεις  έκ  τής  επισκέψεως  τών  ήμε- 


—  186  — 

τί'ρων  εκπαιδευτηρίων,  γείνη  είςηγητής  ειρηνικής  πνευματικής  επι- 
κοινωνίας μεταξύ  Αθηνών  και  Σοφίας.  Ευελπιστώ  οέ,  ότι  θα  διδάξη 
συν  τοϊς  άλλοις  τους  τροφίμου:  της  εν  τη  πρωτευούση  τής  Βουλγα- 
ρίας άνωτε'ρας  σχολής,  δτι  ή  ελληνική  παιδεία  είνε  έν  τω  υπέρ  τής 
Μακεδονίας  άνταγωνισμψ  δπλον  εύγενέστερον  τής  δολοφονικής  μα- 
χαίρας τών  βουλγαρικών  κομιτάτων,  ων  τα  δργια  δεν  έπιδοκιμάζουσι 
βεβαίως  οι  προϊστάμενοι  τής  πνευματικής  αναγεννήσεως  τής  Βουλ- 
γαρίας. 

Τέλος  δε  ή  Τουρκία,  καίπερ  μή  στερούμενη  δλως  ιστορικών,  άντ- 
επροςωπεύετο  μόνον  διπλωματικώς  δια  του  έν  'Ρώμη  πρεσβευτου 
Μουσταφά  'Ρεσιδ  βέη.  Ούδένα  δ'  άντι  τρόςωπον  εΐχεν  ή  'Ρωμανία, 
έν  ω  έχει  ιστορικούς  άξιους  λόγου,  ων  αρκούμαι  αναφερών  ενταύθα 
τον  Εΐ*1)ίθ6£ΐηυ  και  τον  ΧβΠΟροΙ  και  τον  γνωστότατον  έν  Αθήναις 
άρχαιολόγον  κ.  ΤοοίΙθδΟϋ.  Τίς  δε  ό  λόγος  τής  έκ  του  συνεδρίου  απου- 
σίας 'Ρωμάνων  συναδέλφων  οέν  γινώσκω.  "Ισως  οέ  προήλθεν  αύτη 
ένεκα  τή.ς  προθυμοτέρας  συμμετοχής  του  κ.  ΤοοΐΙθδΟΐΐ  εις  το  αμέ- 
σως μετά  τό  Ιστορικόν  συνελθδν  έν  'Ρώμη  ύπό  την  προεδρείαν  του 
κ.  Γουβερνάτη  Λατινικόν  συνέδριον.  Ό  κ.  Τοοίΐβδοα  κατήλθεν 
είς  την  'Ρώμην  αληθώς  ως  ηγέτης  εκδρομής  δλης  'Ρωμάνων  και 
'Ρωμανίδων  με  δλην  έκείνην  την  ΐϊΐΐδβ  βΠ  806Π6,  ην  γινώσκομεν  έκ 
τής    έν   Αθήναις  προ  ενός  και  ήμίσεος  έ'τους  καθόδου. 

Ορό;  τοιαύτην  δ '  έμφάνισιν  ήτο  προςφορώτερον  τό  έδαφος  τοϋ 
Λατινικού  συνεδρίου  ή  τό  Ιστορικόν,  άφ'ού  έ'μεινεν  ευτυχώς  δλω;  ζένη 
ή  πολιτική.  Και  ένθα  δ'  ύπεδηλώθη  τοιαύτη  τάσις,  ώς  ή  έκ  μέρους 
'Ρώσων  τινών  καθηγητών,  θελησάντων  νάντεπεξέλθωσιν  εί'ς  τίνα 
τών  ύπ'  έμοϋ"  γενομένων  ανακοινώσεων,  δι'  ων  έπειράθην  νάποδείξω, 
δτι  ουδέποτε  έζεσλαβίσθησαν  ή  Όλυμπία  και  αϊ  Μυκήναι,  οί  Δελφοί 
καϊ  ή  Έλευσίς,  ό  οργανισμός  του  συνεδρίου,  άπαγορεύων  την  έπί 
ανακοινώσεων  συζήτησιν,  έπιτρεπομένην  μόνον  έπι  ώρισμένων  θεμά- 
των, προεφύλαζεν  από  παντός  σκανδάλου  άσχετου  προς  τήν  άγνήν 
έπιστήμην. 

Συνέδριον  δ'  έπιστημονικόν  ιστορικών,  έμπεφορημένων  τής  κριτι- 
κής και  τής  μεθόδου,  δι'  ής  προεβιβασθη  και  ένεπεδώθη  κατά  τόν  τε• 
λευταϊον  χρόνον  ή  ιστορική  έρευνα,  δεν  ήδύνατο  έν  αυτή  τη  πρώτη 
αΰτοϋ  γενική  συνοδω  να  μή  άπονείμη  την  προςήκουσαν   έξαίρετον  τι- 


—   187  — 

μην  εις  τον  παλαιμαχον  της  επιστήμης  εκείνον,  εις  ον  το  γήρας  οεν 
επέτρεψε  να  καταβή  άπδ  των  όχθων  της  Σπρέας  εις  τάς  δχθας  του 
ξανθοΰ  Τιβε'ρεως.  Αληθώς  οί  σύνεδροι  άνεκήρυξαν  τρεις  επίτιμους 
προέδρους,  τον  ΰπουργόν  της  Παιδείας  έν  Ιταλία  κ.  Νάζην,  τον  δή- 
μαρ/ον  της  'Ρώαην  πρίγκιπα  Κολόνναν  και  τον  Θεόδωρον  ΜοΓΠΠΙδβη. 

Άλλα  των  μέν  δύο  πρώτων  ή  επίτιμος  προεδρεία  ήτο  φιλόφρων 
άνταπόδοσις  των  υπέρ  παρασκευής  του  συνεδρίου  αγώνων  της  ευγε- 
νούς δεξιώσεως  τών  συνέδρων  παρά  της  ιταλικής  κυβερνήσεως  και 
της  πόλεως  'Ρώμη:.  Τοϋ  δε  ΜοίΏΓΠδβη  ή  άνακήρυζις  ώς  επιτίμου 
προέδρου,  και  μακράν  απόντος,  ήτο  έ'νδειξις  της  υπέροχου  τιμής  τών 
έν  τω  Καπιτωλίω  συνελθόντων  μυστών  της  Κλειοΰ;  προς  τον  ύπερ- 
ενενηκοντούτη  πρεσβύτην,  δςτις  ύπήρξεν  ό  επιφανέστατος  τών  κατά 
τον  τελευτήσαντα  δέκατον  έ'νατον  αίώνα  διφητόρων  τών  ρωμαϊκών 
πραγμάτων. 

Όρθώς  ήδη  προ  πολλών  ετών  ελέχθη  περί  τοϋ  ΜθΠ1Π186η,  ότι  δέν 
ΰπάρ/ει  ιστορικός,  όςτις  να  εϊνε  τόσον  έξοχος  νομικός  όσον  εκείνος, 
/.αϊ  δεν  υπάρχει  νομομαθής  όσον  εκείνος  υπέροχος  Ιστορικός.  "Ολη  δ' 
εκείνη  ή  άρχαιομάθεια  και  νομομάθεια,  όλη  εκείνη  ή  ιστορική  εύμε- 
θοδία  και  κριτική  άφιερώθησαν  εις  τήν  αίωνίαν  πόλιν,  έξ  ης  δια  του 
τηλεγραφικού  σύρματος  μετέδωκαν  εις  αυτόν  ευλαβείς  και  συγκεκινη- 
μένοι  τόν  δίκαιον  αυτών  σεβασμόν  οί  έν  'Ρώμη  άπανταχόθεν  της 
υφηλίου  συνελθόντες  μελετηταί  της  ιστορίας. 

Οΰν  ήττον  δε  δικαία  ύπήρξεν  ή  απονομή  της  άντιπροεδρείας  τών 
τμημάτων  του  συνεδρίου  είς  επιφανείς  έργάτας  της  επιστήμης  παγ- 
κόσμιον  κεκτημένους  φήμην.  Προήδρευον  δέ  τών  διαφόρων  συνεδριών 
τών  τμημάτων  εναλλάξ  οι  τ  ε  μόνιμοι  εκείνοι  αντιπρόεδροι,  ώς  πρόε- 
δροι ειδικοί  έκαστης  συνεδρίας,  και  άλλοι  διακεκριμένοι  άνδρες  είς  τήν 
προεδρείαν  τών  συνεδριών  χάριν  τιμή:  άναβιβαζόμενοι  κοινή  ψήφω 
τών  συνέδρων  ή  καλούμενοι  υπό  τών  μονίμων  αντιπροέδρων  τών  τμη- 
μάτων. 

Και  έγώ  μεν  ό  ελάχιστος  οΰδεμι&ς  έθεώρησα  έμαυτόν  άντάξιον 
ιδίας  διακρίσεως,  αρκούσαν  θεωρών  τιμήν,  ότι  ηύτύχησα  νά  συμπαρ• 
εδρεύσω  μετά  τοσούτων  και  τοιούτων  κορυφαίων  της  επιστήμης. 
Άλλ'  όμως  μέγα  έχάρην,  κληθείς  νά  συμπαρακαθήσω  έν  τω  προε- 
δρείω    του  φιλολογικού    τμήματος   υπό    τήν  προεδρείαν    τοϋ  "Αγγλου 


—   188  — 

ΜϋΠΓΟ    μετά    του    \νί1βπΐ0\νίΐζ,  του    ΒϋοΙίβΙβΓ    και  του    νίΐβΐΐί, 

άναρρηθεις  οέ  πρόεδρος  μιας  μεν  των  συνεδριών  του  τμήματος  της 
ιστορίας  της  μεσαιωνικής  τέχνης,  ετέρας  δε  του  τμήματος  της  ιστο- 
ρικής γεωγραφίας. 

Την  δέ  χαράν  μου  ταύτην  εδικαιολόγει  ή  συναίσθησις,  δτι  αϊ  μι- 
κραϊ  έργασίαι,  ά;  ήρξάμεθα  έπιτελούντες  εν  Ελλάδι,  δέν  μένουσιν 
άγνωστοι  έν  τη  ξένη,  και  δτι  ή  παγκόσμιος  επιστήμη  δέν  αποδοκι- 
μάζει καϊ  ημάς  τους  αφανείς  ως  συμπαρέδρους  της  καθολικής  ομο- 
φωνίας του  πνεύματος. 


Έποστολή  Β'     * 

Ό  θέλων  να  συνοψίση  είς  ολίγας  και  μόνον  λέξεις  τον  κυριώτατον 
καρπόν  του  εν  'Ρώμη  συνελθόντος  διεθνούς  Ιστορικού  συνεδρίου  θά 
ελεγεν,  ότι  μία  των  κυριωτάτων  εργασιών  αΰτοΰ  ύπήρξεν  έν  άπασι 
τοις  τμήμασιν  ή  διατύπωσις  ευχών  αναφερομένων  εις  την  βιβλιογρα- 
φίαν  τών  μέχρι  τοΰδε  γενομένων  ερευνών,  ή  συζήτησις  περί  της  ανάγ- 
κης της  συντάξεως  αναγραφών  και  καταλόγων  παντοίων. 

Δέν  έλειψαν  βεβαίως  έν  τω  συνεδρίω  ανακοινώσεις  μερικαΐ,  δι1  ων 
διεφωτίζοντο  άξια  λόγου  ιστορικά  ζητήματα,  δι'  ων  έλύοντο  επιστη- 
μονικά! άπορίαι,  δι  ων  ήρετο  ενίοτε  ό  πέπλος  ό  επικαλύπτων  σκο- 
τεινάς  γωνίας  του  παρελθόντος  της  άνθρωπότητος.  Άλλα  περί  ολί- 
γων, περί  ελαχίστων  ανακοινώσεων  δύναται  να  λεχθή,  ότι  έπελαμ- 
βάνοντο  της  επιλύσεως  μεγάλων  προβλημάτων,  ότι  ως  δι'  άλλου 
τινός  ηλεκτρικού  προβολέως  έπεχύνετο  δι'  αυτών  άπλετον  φως  είς 
περιόδους  όλας,  έσαφηνίζοντο  αί  σχέσεις  εθνών  όλων,  άπεκαλύπτον- 
το  νέοι  ορίζοντες  άγνωστων   χωρών   και  χρόνων. 

Έφερον  δ'  άπ'  εναντίας  αί  πλεϊσται  τών  ανακοινώσεων  τους  δύο 
επικρατείς  χαρακτήρας  τής  σημερινής  ιστορικής  έρεύνης,  τήν  αυστη- 
ρότητα τής  μεθόδου,  άλλα  και  την  έφαρμογήν  αυτής  είς  άκριβολό- 
γον,  ού  μην  άλλα  και  μικρολόγον  ένίοτ'  έξέτασιν  τών  καθ1  εκαστον. 
Ή  γενεά   τών    μεγαλοτεχνών    τής    ιστορίας    φαίνεται   παροιχομένη. 

Έοημοσιεύθη  έν  τω  "Αστει  τής  16  Αύγουστου   1903. 


—   189  — 

Αστέρες  πρώτης  δυνάμεως,  οίοι  οι  καταλάμψαντες  τόν  ιστορικόν  ορί- 
ζοντα του  δεκάτου  ενάτου  αιώνος  προ  τών  τελευταίων  δεκαετηρίδων, 
άνδρες  οίοι  ό  Μ&οαιιΐ&γ.  ό  ΝίββιιΗι\  ό  ΒΒΐιΙίβ.  ό  Μοπυιΐδβη,  ό 
Τ&ΐηβ,  ό  ΟείτΙ^Ιβ,  θα  εϊνε  ϊσως  δύςκολον  να  παρανθώσιν  υπό  τους 
όρου;  της  ιστορικής  εργασίας,  ους  έκληροδότησεν  ό  δέκατος  ένατος 
αιών  ε!ς  τον  είκοστόν. 

Πράγματι  δύναμαι  να  εϊπω,  παρωδών  γνωστήν  γεραανικην  παροι- 
αίαν,  ότι  ε/ομεν  μεν  προ  ημών  πλήθος  δένδρων,  άλλ'  όμως  δέν  βλέ- 
ποιχεν  το  δάσος.  Εις  τοιαύτην  μυωπίαν  κχταβιβάζει  ημάς,  ϊσως  επι- 
τρέπεται νά  εϊπω.  καταδικάζει  ήμ«ς,  ή  ίστοριοδιφική  τών  καθ'  ημάς 
χρόνων.  Λεπτολογοΰμεν  μετά  περισσής  ακριβείας  περί  τα  καθ'  έκα- 
στα, ίξονυχίζομεν  τά  σμικρότατα  τών  πραγμάτων,  διατρίβομεν  τερϊ 
τάς  έσχάτας  τών  λεπτομερειών.  Ή  έςακρίβωσις  μιδς  /ρονολογίας,  ό 
καθορισμός  ενός  στρατοπέδου,  η  εΰρεσις  ενός  άριθμοϋ,  ή  άνακάλυψις 
μικρού  τμήματος  λανθανούσης  αληθείας  έν  άποκεκρουσμένη  αρχαία 
επιγραφή  η  έν  εϋρωτιώντι  μεσαιωνικώ  χειρογράφω  εΐνε  το  χάρμα 
ημών,  ή  εϊδικωτάτη  ημών  ασχολία. 

Ή  επιστήμη  έξειδ'.κεύθη  μέχρι  τοΰ  απροχώρητου,  αϊ  ερευναι  γί- 
νονται όσημέραι  μάλλον  σποράδες  και  άποβαίνουσι  δυςπαρακολούθη- 
τοι.  Τών  μακρών  μελετών  πολλαί  ούδ'  άγουσι  καν  εις  τό  ποθούμενον 
τέρμα,  άλλα  προ  τών  τελικών  πορισμάτων  οί  έρευνηταΐ,  έζονυχίζοντές 
τίνα  ολίγα  τών  έπειςοδίων,  συντελέσαντες  μικρόν  τι  τμήμα  τών  έρευ- 
νωμένων  κα!  οιονεί  άποβάλλοντες  έν  τή  παρασκευή  πολυμόχθου  συγ- 
γραφής μέρος  τοΰ  βαρύνοντος  αυτούς  μόχθου,  δια^έουσι  τά  ούτως 
άποπερατωθέντα  ή  προπαρασκευασθέντα  τεμά/ια  τοΰ  όλου  εις  αονο- 
γραφίας,  θαπτομένας  πολλάκις  έν  ταΐς  κατακόμβαις  είδικωτάτων  και 
μόλις  που  γνωστών  ή  όλίγης  διαδόσεως  τυγχανόντων  περιοδικών  συγ- 
γραμμάτων ή  ενίοτε  και  τοπικών  εφημερίδων,  μη  εξερχόμενων  του 
στενού  ορίζοντος  της  πατρίου  γής.  Κατά  ταύτα  ή  λεπτολογία  και  ή 
διασπορά  εΐνε  οί  κυριώτατοι  χαρακτήρες  τών  σημερινών  Ιστορικών 
ερευνών.  Παρίσταται  δ'  εμφανώς  ανάγκη  αντιδράσεως,  εΐνε  αΐσθητο- 
τάτη  ή  χρεία  συγκεντρώσεως. 

Της  συγκεντρώσεως  δε  ταύτης  ή  ανάγκη  καταδηλοτάτη  έξεδ*-,- 
λώθη  έν  τω  διεθνεϊ  Ίστορικώ  συνεδρίω  τής  'Ρώμης.  Δέν  έλειψαν  μεν 
έν  τοις  τμήμασιν   έκάστοις  σοφώταται  ανακοινώσεις  έπιλύουσαι  ίστο- 


—   190  — 

ρικά  προβλήματα  η  προάγουσαι  την  έπιστήμην,  έπιφανώς  δ'  έν  αύ- 
τοϊς  άντεπροςωπεύθη  υπό  διαπρεπών  ίεροφαντών  της  Κλειοΰς  η  Ιστο- 
ρική επιστήμη.  Άλλ'  έν  πάσι  τοϊς  τμήμασιν,  έν  πάσι  τοις  κλάδοις, 
άπό  πασών  τών  χωρών  οιονεί  μυριόστομος  κραυγή  ήκούσθη,  ζητούσα 
την  άπό  της  διασποράς  έπάνοδον  εις  το  ένιαΐον,  την  άμοιβαίαν  γνω- 
ριμιαν  των  ερευνητών  και  των  εςηρευνημενων,  την  συγκεντρωσιν  αντί 
της  αποκεντρώσεως.  Διπλούς  δε  ύπήρςεν  ό  τύπος,  ΰφ'  δν  έξεφάνθη  ό 
τοιούτος  πόθος  τών  ιστορικών,  ύφ'  δν  έξεδηλώθη  ή  τοιαύτη  ανάγκη 
της  ιστορικής  επιστήμης.  "Η  δήλα  δη  υπεβλήθησαν  προτάσεις  περί 
βιβλιογραφικής  συγκεντρώσεως  τών  διεσπαρμένων  ειδικών  εργασιών 
/άριν  κοινής  γνώσεως  και  άνακεφαλαιώσεως  τών  έζηρευνημένων,  ή 
προετάθησαν  εΰχαί  περί  ιδρύσεως  επιστημονικών  κέντρων  ή  αναλή- 
ψεως κοινών  επιχειρήσεων  άποσκοπουσών  εις  την  προαγωγήν  ειδικού 
ή  ευρύτερου  τινός  κλάδου  τής  επιστήμης.  Ουκ  όλίγαι  δε  τούτων  ανα- 
φέρονται εις  την  δια  τών  εκπαιδευτηρίων  τής  με'σης  μάλιστα  και 
ανωτέρας  εκπαιδεύσεως  δημοποίησιν  τών  πορισμάτων  τής  έρεύνης, 
ήτις  εκρίθη  άναγκαΐον  να  μη  περιορίζηται  εις  την  ψυχράν  πολλάκις 
αυτής  γωνίαν,  άλλα  να  κατέρχηται  μέχρι  του  πλήθους,  κόπτουσα  εις 
κέρματα  τον  έκμεταλλευθέντα  ^ρυσόν  και  γονιμοποιούσα  την  έκπαί- 
δευσιν  και  άγωγήν  τών  εθνών. 

Άρκεΐ  δε  νά  καταδείζη  τήν  σημασίαν  τών  τοιούτων  προτάσεων 
και  ευχών  ό  αριθμός  τών  γενομένων  δεκτών  ύπό  τών  τμημάτων,  άν- 
ελθουσών  έν  δλω  εις  πεντήκοντα  και  1ς,  ων  τίνες  περιλαμβάνουσι 
πλείονας  τής  μιας.  Πλείσται  δε  άλλαι  απερρίφθησαν  μεν,  άτε  μη  ού- 
σαι  γενικού  ενδιαφέροντος,  άλλ' ύπό  του  αυτού  διεπνέοντο  πνεύματος. 

Αί  πλείσται  τών  ευχών  διετυπώθησαν  ύπό  του  τμήματος  τής  ιστο- 
ρίας τής  τέχνης,  μεσαιωνικής  και  νεωτέρας,  ενός  τών  δραστηριώτατα 
και  άριστα  εργασθέντων  ύπό  τήν  κραταιάν  διεύθυνσιν  τοϋ  έν  'Ρώμη 
καθηγητού  και  διευθυντού  τής  πινακοθήκης  Κορσίνη  κ.  Α.  Βεντούρη. 
"Οχι  δ'  όλιγώτερον  γόνιμον  απέβη  και  το  εύχολόγιον  τοΰ  τμήματος 
τής  ιστορίας  τής  μουσικής  και  τής  δραματικής  τέχνης.  Άλλα  και 
τάλλα  τμήματα  δεν  ύπελείφθησαν. 

Τών  ευχών  τούτων  και  προτάσεων  εκλέγω  τάς  γενικωτέρας  και  εκεί- 
να; αΐτινες  παρέχουσι  μείζον  ενδιαφέρον  εις  τον  Έλληνα  άναγνώστην. 

"Αζιαι   πολλού    λόγου   ίίνε    αί    εύχαί    τού   φιλολογικού    τμ.ήματος. 


—    191    — 

Και  δη  πρώτο:  υπέδειξε  την  ανάγκην  της  συντάξεως  καθολικού  λα- 
τινικού ονομαστικού  ό  ιταλός  καθηγητής  κ.  ΒαπίΟΠηο.  Μετά  δε  την 
συζήτησιν  της  γενομένης  ύπ'αύτοϋ  προτάσεως  Οβ  ΟΠΟΤΙΐαδίίοΟ  Ι^ΕϋΠΟ 
βΙαβΟΓίίηάο  τό  τμήμα  απεδέχθη  κατ'  αρχήν,  ότι  αναγνωρίζει,  ότι 
πλείστη  ύλη  δέον  ακόμη  να  προπαρασκευασθεί  προ  της  εκτελέσεως 
του  μεγίστου  τούτου  την  έπιβολήν  έ'ργου.  και  ηύχήθη,  δπως  αί  παρ' 
Ικάστω  εθνει  άκαδημίαι  και  άπαντες  οί  κατ'  ιδίαν  έρευνηταΐ  έπιλη- 
φθώσι  σθεναρώς  του  έ'ργου  και  μηδεμίαν  παραμελώσιν  εύκαιρίαν  προς 
συναγωγην  και  έπεξεργασίαν  οίαςδήποτε,  έ'στω  και  μικράς,  ύλης,  δυ• 
νααένης  νά  συντέλεση  είς  τον  σκοπόν.  "Αλλη  δ'  ευχή,  αναφερομένη 
εις  την  αίσθητήν  ανάγκην  της  επιστημονικής  ενότητος  είνε  ή  εκδηλω- 
θεΐσα  δια  της  επιθυμίας,  δπως  ληφθώσι  τα  κατάλληλα  διεθνή  μέτρα, 
ίνα  εκαστον  έθνος  γνωρίζη  εις  τα  λοιπά  τα  παρ'  έαυτώ  ετησίως  γι- 
νόμενα φιλολογικά  δημοσιεύματα  περί  εκάστου  των  αρχαίων  συγγρα- 
φέων και  συντέλεση  μεν  εις  την  συμπλήρωσιν  των  ΰπαρχουσών  ήδη 
βιβλιογραφιών,  προαγάγη  δε  την  σύνταξιν   νέων. 

Ώς  εικός  δε,  τό  φιλολογικόν  τμήμα  οέν  ηδύνατο  να  μη  εκδήλωση 
την  ύφισταμένην  ανάγκην  της  γνώσεως  τών  απανταχού  γης  περισω- 
ζομένων  χειρογράφων.  "Οσοι  κατέτριψαν  τόν  βίον  περί  τα  τοιαΰτ' 
ασχολούμενοι  γινώσκουσιν  όποια  προσκόμματα  παρεμβάλλει  είς  τάς 
μελετάς  αυτών  πολλάκις  η  ελλειψις  τοιούτων  καταλόγων.  Ύπάρχουσι 
βιβλιοθήκαι  εύρωπαϊκαί,  ών  εχομεν  κατάλογους  παλαιότατους  και 
ανεπαρκείς,  άλλαι,  ών  τά  χειρογραφ'  αγνοούνται  τελείως.  Είνε  μεν 
αληθές,  ότι  άπό  τίνων  ετών  μετά  δραστηριωτάτης  ενεργείας  κατεγρά- 
φησαν τά  ελληνικά  χειρόγραφα  της  Ιταλίας  ΰπό  του  έν  Φλωρεντία 
καθηγητού  νίΐβΐΐί  και  του  διευθυντού  της  έν  Νεαπόλει  Εθνικής  Βι- 
βλιοθήκης ΜαΐΊ,ίηί  και  τών  περί  αυτούς  και  ότι  δια  του  ακαταπόνη- 
του ζήλου  του  αποθανόντος  καθηγητού  τών  Παρισίων  Εμμανουήλ 
ΜίΙΙθΓ,  τοΰ  μακαρίτου  Ογ3,11Χ  και  του  φίλου  επιμελητού  τών  ελλη- 
νικών χειρογράφων  της  Εθνικής  βιβλιοθήκης  τών  Παρισίων  κ.  ΟΐΙΙΟΠΐ 
κατεγράφησαν  τά  ελληνικά  χειρόγραφα  της  Γαλλίας,  Ισπανίας,  Ελ- 
βετίας, Σουηδίας  και  τών  Κάτω  χωρών.  Ικανούς  δ  '  εχομεν  ήδη  κα- 
ταλόγους τών  βιβλιοθηκών  της  Γερμανίας  και  της  'Ρωσίας.  Άλλα 
μένει  πολλή  ακόμη  εργασία  άλλαχοΰ  τε  και  μάλιστα  έν  τη  ελληνική 
Ανατολή  παρά  τήν   γονιμωτάτην   έργασίαν  τοϋ  μακαρίτου  Ιωάννου 


—    !9<>  — 

Σακελλίωνος,  Αθανασίου  Παπαδοπούλου  Κεραμέως  και  Ιμοΰ.Ύπήρ• 
ξε  λοιπόν  δικαιότατη  η  ευχή  του  φιλολογικοί)  τμήματος  του  συνεδοίου, 
όπως  πρώτον  μέν  ληφθή  όσον  ενεστι  ταχίστη  φροντίς  περί  συντάξεως 
τελείων  καταλόγων  των  ελληνικών  και  λατινικών  κωδίκων  των  βι 
βλιοθηκών  εκάστων,  δεύτερον  δε  δημοσιευθώσιν  όσον  τάχιστα  τέλειοι 
κατάλογοι  τών  χειρογράφων  εκείνων  τών  συγγραφέων,  οΐτινες  συνετέ- 
λεσαν θεμελιωδώς  είς  τον  πολιτισμόν  τών  ιιέσων  αιώνων. 

Οϋο'  ή^υνήθη  τό  φιλολογικόν  τμήμα  να  μείνη  άδιάφορον  προς 
την  νέαν  ζωήν  ην  μετέδωκεν  είς  την  φιλολογίαν  το  πλήθος  τών  εν 
Αίγύπτω  κατά  τας  τελευταίας  δεκαετηρίδας,  μάλιστα  δε  κατά  τα 
τελευταία  έ'τη  άνακαλυφθέντων  ελληνικών  παπύρων.  Διό  έξεφράσθη 
ή  εύ^ή,  δπως  τών  παπύρων  τών  περιεχόντων  "Ελληνας  συγγραφείς 
και  άλλους  περισωθέντας  εν  μεσαιωνικοΐς  κώδιξιν  ,  ιδίως  δέ  τών  ομη- 
ρικών, γείνη  εκδοσις,  έν  η  πάν  τό  άναγινωσκόμενον  να  μεταγραφή 
ακριβώς  γράμμα  προς  γράμμα,  μηδενός  παραλειπομένου  του  δυναμέ- 
νου να  συντέλεση  ου  μόνον  είς  την  κριτικήν  τών  κειμένων,  άλλα  και 
είς  την  ίστορίαν  της  γραφής  και  είς  την  γνώσιν  τών  περί  την  γραφήν 
συνηθειών. 

Προςετέθη  δ  είς  την  εΰχήν  ταύτην  η  επιθυμία,  όπως  έν  τω  μέλ- 
λοντι  οι  έκδόται  τών  είρημένων  παπύρων  συμμορφωθώσι  κατά  τό 
ενόν  είς  τους  κανόνας,  ους  θάκολουθήση  έν  τη  έκδόσει  τών  παπύ- 
ρων τών  εγκρίτων  Ελλήνων  συγγραφέων  ή  ακαδημία  του  Βερολίνου. 
Τους  κανόνας  τούτους  έζέθηκε  προ  του  τμήματος  ό  δεινός  του  Βε- 
ρολίνου φιλόλογος  κ.  \νϋαπΐθ\νίΐ;ζ  νοη  ΜδΙΙβηάοΓί.  Ελέχθη  δέ  συν 
τοις  άλλοις  και  τοϋτο,  ότι  θα  τυπωθώσι  τά  κείμενα  κατά  τά  μεταξύ 
αυτού*  και  του  ακαδημαϊκού  Οίβίδ  μελετηθέντα  δι '  ιδίων  τυπογραφι- 
κών στοιχείων,  κατασκευασθησομένων  επίτηδες  προςομοίων  προς  τά 
κεφαλαία  γράμματα  τών  παπύρων  κατά  τους  όιαφόρους  αιώνας  και 
άνευ  πνευμάτων  και  τόνων,  ενβα  τοιαύτα  οεν  υπαρχουσιν  εν  τοις 
κώδιξιν. 

Είνε  ανάγκη,  προςέθηκε,  νά  καθάρωμεν  τά  αρχαία  ελληνικά  κεί- 
μενα άπό  τοΰ  τρόπου  τής  γραφής,  είς  δν  κατεδίκασαν  αυτά  οί  Βυ- 
ζαντινοί βιβλιογράφοι,  και  Ιπαναφέρωμεν  είς  τό  άρχαΐον  γνήσιον  σχή- 
μα, καθ  ά  τούτο  γίνεται  και  έν  τη  έκοόσει  τών  επιγραφών. 

Ερωτηθείς   δέ  ύπ'  εμού,  αν  ό  τοιούτος  τυπογραφικός  νεωτερισμός 


—   193  — 

θα  έπεκταθή  τυχόν  έν  τφ  μέλλοντι  και  εις  τάς  στερεοτύπους  εκδόσεις 
των  Ελλήνων  συγγραφέων,  ύπεδειξεν,  δτι  και  τούτο  δεν  εΐνε  άδύνκ• 
τον  να  γείνη.  Όμολογώ  δε,  δτι  απεύχομαι  το  τοιούτον,  ουδέ  θεωρώ 
αυτό  συντελούν  εις  την  έν  ένότητι  γνώσιν  τών  ελληνικών  γραι/μάτων. 
Θα  εχωμεν  λοιπόν  άλλην  γραφήν  δια  τον  άρχαϊον  έλληνικόν  κόσμον 
και  άλλην  διά  τον  μεταγενέστερον  και  μεσαιωνικόν  ;  Τοιούτος  νεωτε- 
ρισμός ήθελεν  αντιστοιχήσει  προς  τήν  είςαγωγήν  της  έρασμιακής  προ 
φοράς  έν  τη  αναγνώσει  των  ελληνιστί  γεγραμμενων. 

Ό  διχασμός  θα  ηύξάνετο,  το  κακόν  θα  έπεδεινοΰτο.  ή  ίνότης  θά 
διεσπάτο.  Και  εθνικώς  μεν  δεν  συμφέρει  εις  ημάς  τους  "Ελληνας  ή 
τοιαύτη  εΐςαγωγή  αρχαϊκής  γραφής  εις  τα  έν  τω  σχολείω  άναγινω- 
σκόμενα  κείμενα,  όσον  και  άν  έ'πρεπε  να  θεωρηθή  επιστημονικώς  ορ- 
θός ό  νεωτερισμός.  Τοιαύτης  δε  γνώμης  εινε  και  ό  φίλος  κ.  Κρυΐϊΐ- 
ΙκίοΙίβΓ,  μεθ'  ου  άντηλλάξαμεν  τάς  Ιπϊ  τού  προκειμένου  σκέψεις  ημών. 

Και  όμως  φοβούμαι  μη  ύπερισχύσϊ)  ποτέ  έν  τω  μέλλοντι  ή  γνώμη 
του  κ.  \νΐ1απΐΟ\νίΐΖ.  Μή  προ  ολίγων  ετών  τα  χυτήρια  τού  ΤθΙίβηβΓ 
όεν  έχυσαν  νεα  τυπογραφικά  στοιχεία  ομοιότερα  προς  τα  των  μεσαι- 
ωνικών χειρογράφων  χάριν  τών  στερεοτυπών  εκδόσεων  τών  Ελλήνων 
συγγραφέων,  δεν  εΐςήχθησαν  δε  τα  στοιχεία  ταύτα  και  εις  τα  παρ' 
ήμϊν  τυπογραφεία  υπό  το  εϊδικόν  όνομα  στοιχείων  της  Λειψίας ; 
Δια  τι  τάχα  να  μη  γείνη  και  ή  τολμηρότερα  εις  τήν  άπωτέραν  αρ- 
χαιότητα αναδρομή;  Ιδού  ό  λόγος,  οΥ  δν  φοβούμαι  τήν  έπικοάτησιν 
της  επιστημονικώς  ορθής  κοινοτομίας  και  έν  τη  κοινή  ί'σως  χρήσει  ουκ 
άνευ  ζημίας  της  ευχερεστέρας  διαδόσεως  τών  ελληνικών   γραμμάτων. 

Κατά  πρότασιν  δ'  έμήν,  ολίγον  μεταρρυθμισθεϊσαν  ύπό  τού  κ.  VI- 
Ιβΐΐί  και  γενομένην  δεκτήν  ύπό  του  τμήματος,  έψηφίσθη,  όπως  οί 
έκδόται  τών  ελληνικών  παπύρων  τών  μή  περιεχόντων  κείμεν'  αρχαίων 
συγγραφέων,  άλλ'  έγγραφα  δημοσίων  αρχών  τών  πτολεμαϊκών  χρό- 
νων ή  ιδιόγραφα  προαγάγωσι  κατά  τό  ενόν  αΰτοϊς  τήν  σύνταξιν  τε- 
λείου ευρετηρίου  λέξεων  και  πραγμάτων.  Τοιούτο  καθολικόν  εύρετή- 
ριον  θά  είνε  μεγίστης  σημασίας,  καθ  ότι  οί  αιγυπτιακοί  πάπυροι  παρ- 
ουσιάζουσι  πλείστας  απόψεις  τού  δημοσίου  και  ιδιωτικού  βίου  τών 
μετ'  '  Αλέξανδρον  χρόνων  έν  Αΐγύπτω.  Αδυνάτου  δ'  έπί  τού  παρόν- 
τος ούσης  της  συντάξεως  τοιούτου  ευρετηρίου,  έφ'  όσον  καθ'  έκν.στην 
προςρέει  νέα  ΰλη  διά  της  ευρέσεως  και  εκδόσεως  όσημέραι  νέων  πα- 
εατρ.   α.  λαμπροί-,  μικται  ςελιαβς  1* 


—  194  — 

πύρων,  η  παρασκευή  αΰτοΰ  δύναται  να  γείνη,  καθ'ά  προετάθη,  λαμ- 
βανομένης φροντίδος,  όπως  οί  ειδικοί  πίνακες  τών  τόμων  η  μερών  τό- 
μων, εν  οίς  εκδίδονται  τοιούτοι  πάπυροι,  συντελώσι  και  συμμορφών- 
ται  προς  γενικούς  πίνακας  εκάστης  μεγάλης  συλλογής  τοιούτων  πα- 
πύρων  μη   φιλολογικών. 

Τέλος  δε  λατινιστί  ύπό  του  εζαιρέτως  λατινομαθοΰς  κ.  \νϊΐΗΠΐΟ- 
νίίζ  διετυπώθη  η  ευχή:  «Έδοζε  τω  τμήματι  τούτω  του  συνεδρίου, 
όπως  άπαντες  οί  έκμαθάνοντες  οπουδήποτε  την  λατινικήν  γλώσσαν 
διδαχθώσι  να  ποιώνται  χρήσιν  ενός  και  του  αΰτοΰ  τρόπου  προφορόές». 
Προεκάλεσε  δε  το  δόγμα  τούτο  ή  δυςχέρεια,  ην  βεβαίως  επιφέρει  εις 
την  λατινομάθειαν  ή  διάφορος  εκαστα/ου  προφορά  της  λατινικής, 
ήτις  άλλως  έχει  έν  Ιταλία,  άλλως  δ'  εν  Γερμανία,  Γαλλίικ  και 
Αγγλία. 

Και  τοιαύτα  μεν  εΐνε  τα  έν  τω  φιλολογικοί  τμήματι  ψηφισθέντα. 
Έτι  δε  διδακτικώτεραι  είνε  και  άμεσώτερον  προς  τά  καθ'  ημάς  συν- 
δέονται.αί  εύχαί  και  τά  δόγματα  άλλων  τμημάτων,  περί  ων  εν  τη 
προςεχεΐ  μου  επιστολή. 


Έπ&στολή   Γ'.* 

Τών  ευχών  του  έν  'Ρώμη  διεθνούς  Ιστορικού  συνεδρίου  μία  τών 
κυριωτάτων  ύπήρξεν  ή  ψηφισθεΐσα  ύπό  του  τμήματος  της  μεσαιωνι- 
κής και  νεωτέρας  ιστορίας  και  αποσκοπούσα  εις  τήν  κατά  το  ενόν 
μείζονα  ελευθεριότητα  περί  τήν  χρήσιν  τών  δημοσίων  αρχείων  χάριν 
της  ιστορίας  τών  νεωτέρων  χρόνων.  Και  εΐνε  μεν  αληθές,  ότι,  προ- 
ϊόντος τοΰ  χρόνου,  απέβη  πολύ  έλευθεριωτέρα  ή  χρήσις  τών  αρχείων 
έν  τοις  πλείστοις  κράτεσιν.  Άλλα  τά  πλείστα  δι'  ευνόητους  πολιτι- 
κούς λόγους  δεν  έπιτρέπουσι  τήν  μελέτην  τών  δημοσίων  εγγράφων 
πέοαν  τοΰ  έτους  1815.  Γενναΐον  λοιπόν  βήμα  προς  τά  πρόσω  επε- 
δίωξε το  τμήμα,  εΰχηθέν  τήν  έλευθέραν  χρήσιν  τών  μέχρι  τοΰ  1847 
εγγράφων.    Άλλα  χαρακτηριστικόν  είνε,   ότι,   έν  ω  αί  λοιπαϊ  δια  της 

*    Έδημοσιεύθη  έν  τω  Άστίΐ  της  17  Αυγούστου  1903. 


—    195  — 

ευχής  ταύτης  έπιζητηθεΐσαι  εύκολίαι  περί  τάς  άρχειακάς  μελετάς 
έψηφίσθησαν  υπό  του  τμήματος  ομοφώνως  ή  κα!  δι'  επευφημιών,  ό 
περί  της  εύρύνσεως  του  χρονολογικού  ορίου  όρο:  έψηφίσθη  μόνον  δια 
πλειονοψηφίας.  'Γπάρχουσιν  ακόμη  δυςτυχώς  προλήψεις  και  συμφέ- 
ροντα,  και  τίνες  των  Ιστορικών  δουλεύουσιν  έν  έπιγνώσει  η  ανεπαι- 
σθήτως είς  την  πολιτικήν. 

Εις  διευκόλυνσιν  δέ  τών  ιστορικών  μελετών  αποσκοπεί  και  ή  υπό 
τοϋ  αύτοΰ  τμήματος  εκφρασθείσα  ευχή,  όπως  ό  διεθνής  δανεισμός 
χειρογράφων,  όςτις  μέχρι  τούδε  γίνεται  δια  της  διπλωματικής  οδού, 
τελήται  το  έξης  άπ'  ευθείας  δια  τών  οικείων  βιβλιοθηκών,  ήτοι  της 
δανειζούσης  και  της  χάριν  τοϋ  ερευνητού  αποδεχόμενες  το  δάνειον. 

Τήν  αυτήν  δ'  εύχήν  διετύπωσε  και  άλλο  τμήμα,  τό  της  ιστορίας 
τών  φιλολογιών.  Ή  ευχή  αΰτη  δεικνύει  τήν  άιαφοράν  τών  ευκολιών 
αΐτινες  παρέχονται  εις  τους  έρευνητάς  εν  τη  Εσπερία  άπό  του  παρ' 
ήμΐν  καθεστώτος.  Έν  τη  Εσπερία  δύναται  σήμερον  ό  ερευνητής  νά 
μελετήση  εν  τινι  δημοσία  βιβλιοθήκη  οιουδήποτε  κράτους  χειρόγραφα 
δανειζόμενα  εξ  οιωνδήποτε  βιβλιοθηκών  τοϋ  αύτοϋ  κράτους  ή  και 
άλλων.  Όλίγισται  δ'  εΐνε  αϊ  βιβλιοθήκαι  αϊ  κατ'  ούδένα  λόγον  έπι- 
τρέπουσαι  τήν  Ιζαγωγήν  τών  έν  αϋταϊς  κωδίκων  εκτός  τών  ίδιων  τοί- 
χων. Αρκούμαι  αναφερών  τό  Βατικανόν,  τήν  Άμβροσιακήν  βιβλιοθή- 
κην,  τήν  τήςΜοδένης,  τό  Βρεττανικόν  Μουσεΐον,  τάς  βιβλιοθήκας  της 
Μαδρίτης  και  τοϋ  Έσκουριάλου.  Άλλως  δ'  αϊ  πλεϊσται  τών  λοιπών 
δανείζουσι  χειρόγραφα,  άποστέλλουσαι  εις  άλλας  βιβλιοθήκας  μετά 
της  μεγίστης  ελευθεριότητας.  Έν  δέ  μόνον  άπαιτοϋσι,  τήν  αμοιβαιό- 
τητα μετά  της  βιβλιοθήκης,  είς  ην  παρακαλούνται  νά  δανείσωσιν. 
Άλλα  πάσαι  αύται  αί  εύκολίαι  λείπουσι  παρ'  ήμϊν  ένεκα  της  έν  τω 
καταστατικώ  νόμω  περί  της  Εθνικής  βιβλιοθήκης  διατάξεως  της 
άπαγορευούσης  τήν  έξ  αυτής  έξαγωγήν  χειρογράφων.  Και  διεγνώσθη 
μεν  προ  ετών  επί  τοϋ  μακαρίτου  Τρικούπη  ή  έντεϋθεν  επερχόμενη 
παρακώλυσις  πολλών  επιστημονικών  εργασιών,  της  ημετέρας  βιβλιο- 
θήκης στερούμενης  ούτω  τοϋ  ευεργετήματος  τοϋ  αμοιβαίου  δανει- 
σμού, υπεβλήθη  δέ  και  νομοσχέδιον  είς  τήν  Βουλήν,  δι*  ου  έπετρέ- 
πετο  ή  εξαγωγή  χειρογράφων,  άλλα  δεν  ενθυμούμαι  τίνες  κωλυσιερ- 
γίαι  προεκάλεσαν  και  τούτου  τοΰ  νομοσχεδίου  τήν  είς  τους  άποθέτας 
άπόρριψιν. 


—  196  — 

"Εκτοτε  δέ  δεν  έγεινε  σκέψις  περί  της  επιστημονικής  ταύτης  ευκο- 
λίας. Οΰδ  '  επιτρέπεται  δισταγμός.  Ή  διαπόντιος  εις  το  έξωτερικόν 
αποστολή  των  χειρογράφων  δεν  εινε  σοβαρός  λόγος  έμποδίζων  την 
ψήφισιν  τοιούτου  ευεργετικού  νόμου.  Άλλως  δε  των  χειρογράφων  της 
Εθνικής  ήαών  βιβλιοθήκης  ελάχιστα  είνε  τοιαύτης  σημασίας,  ώςτε 
νά  ζητηθώσί  ποτέ  προς  δανεισμόν,  έν  ώ  ήμεϊς,  παρέχοντες  έν  μέρει  εΐ- 
κονικόν  δικαίωμα,  θα  τύχωμεν  ανταλλάγματος  γενναίου  και  εύεργετι- 
κωτάτου,  δυνάμενοι  νά  μελετώμεν  έν  αύταϊς  ταϊς  Αθήναις  τά  χειρό- 
γραφα πλείστων  όσων  βιβλιοθηκών.  Είνε  οέ  τούτο  τόσω  μάλλον  άναγ- 
καιότερον,  καθ'  όσον  συνήθως  ου  μόνον  άπορώτεροι  των  άλλαχοΰ 
είνε  οι  παρ'ήμϊν  επιστημονικώς  εργαζόμενοι,  άλλα  καϊ  δεν  έχουσι 
τάς  ευκαιρίας  τών  κυβερνητικών  εκείνων  χορηγιών  και  τών  άλλων 
αποστολών,  αϊτινες  είς  τους  Έσπερίους  έρευνητας  άνοίγουσι  την  όδον 
την  άγουσαν  εις  την  ξένην. 

Ή  δέ  μεγάλη  διάδοσις  τών  έκ  της  μελέτης  τών  έργων  της  μεσαιω- 
νικής και  νεωτέρας  τέχνης  διδαγμάτων  καϊ  ωφελειών  ήγαγε  το  οί- 
κειον  τμήμα  εις  την  εκφρασιν  της  ευχής,  όπως  οια  ποικίλων  μέσων 
έπεκταθή  ή  διδασκαλία  της  ιστορίας  αυτής  εις  τά  εκπαιδευτήρια  της 
μέσης  εκπαιδεύσεως,  ώς  και  εις  τάς  τεχνικάς  σ/ολάς,  τχ  σχολεία  τών 
μηχανικών  και  τά  πανεπιστήμια.  Προετάθησαν  δέ  και  οι  τρόποι  της 
αναγκαίας  έν  εκάστη  τάξει  εκπαιδεύσεως  διδασκαλίας.  "Ημείς  δέ  δυς- 
τυχώς  είμεθα  πολύ  μακράν  από  της  συμμορφώσεως"  προς  την  τοιαύ- 
την  εΰνήν,  άφ'  ου  οϋδ'  αυτής  της  διά  πολλούς  λόγους  προςεχεστέρας 
ήμϊν  διδασκαλίας  της  ιστορίας  τής  αρχαίας  τέχνης  έν  τοϊς  ήμετέροις 
έκπαιδευτηρίοις  έπελήφθημεν,  οΰ  μήν  άλλα  καϊ  έν  αΰτώ  τω  Έθνικώ 
πανεπιστήμιο)  μένει  έπϊ  έν  ήδη  έτος  κενή  ή  έδρα  τής  ιστορίας  τής 
αρχαίας  τέχνης. 

Καϊ  δύο  δέ  άλλαι  εύχαϊ  του  αΰτοΰ  τμήματος  δεν  στερούνται 
ενδιαφέροντος  δι'  ημάς,  και  θεωρώ  χρέος  μου  νά  γνωρίσω  αύτάς  είς 
τους  παρ'  ήμϊν  ενδιατρίβοντας  περί  τάντικείμενα  τής  τέχνης,  ώς  και 
τήν  έλληνικήν  κυβέρνησιν.  Τό  τμήμα,  ((  λαμβάνον  ύπ'  όψιν,  ότι  τά 
έργα  τής  τέχνης  έν  τφ  τόπω  τής  εαυτών  καταγωγής  έχουσιν  εΐδικήν 
καλλιτεχνικήν  και  ίστορικήν  σπουδαιότητα,  ιδίαν  τινά  καϊ  μεγάλην 
σημασίαν,  έλαττουμένην,  όταν  άπομακρύνωνται  έκ  τής  κατά  χώραν 
θέσεως  αυτών,    εκφράζει  τήν  εΰχήν,  όπως  αϊ  κυβερνήσεις  τών  πεπολι- 


—   197  — 

τισμένων  κρατών  προβώσιν  ομοφώνως  εις  κοινήν  και  ενιαίαν  ενέργειαν 
προς  οιάσωσιν  τών  δημοσία  εκτεθειμένων  έργων  της  τέχνης  εκείνων, 
άτινα  ώς  έκ  του  προορισμού  αυτών  δύνανται  να  θεωρηθώσιν  αφιερω- 
μένα εις  το  πάτριον  έδαφος,  προκαλουμένων,  οσάκις  θεωρήται  τούτο 
άναγκαϊον,  προςφόρων  νομοθετημάτων,  δι'  ων  τά  τοιαύτα  τεχνουρ- 
γήματα νά  κηρύσσωνται  άμετασάλευτα  και  μη  έπιν/ειρώνται  οιαδή- 
ποτε περί  αύτα  έργα  άνευ  της  άδειας  τών  άρχων».  Ό  ημέτερος  αρ- 
χαιολογικός νόμος  και  ό  της  κρητικής  πολιτείας  ειρήσθω,  δτι  έ'χουσι 
διατάξεις  τινάς  συμφωνούσας  προς  την  κατακλείδα  της  άνωτέοω  ευ- 
χής. Άλλ'  ή  ευχή  αύτη  είνε  γενικωτέρα,  ήδύνατο  δε  και  παρ'  ήμϊν 
νάγάγη  εις  γενναιοτέρας  και  καθολικωτέρας  σκέψεις  περί  τε  τών  κατά 
χώραν  έ'ργων  τής  αρχαίας  τέχνης  ώς  και  περί  τών  μέχρι  τοΰδε  σχε- 
δόν έν  Καρός  μοίρα  τιθεμένων  κατασκευασμάτων  και  τεχνουργημά- 
των τής  μεσοχρονίου  και  νεωτέρας  τέχνης.  "Οσον  και  άν  είνε  άπε- 
σχοινισμένη  αύτη  τής  δόξης  τοϋ  αρχαίου  κόσμου,  όσον  και  αν  αφί- 
σταται τής  ακμής,  εις  ην  προήλασεν  ή  τέχνη  κατά  τους  μέσους  αιώ- 
νας έν  Ιταλία  μάλιστα,  Γερμανία  και  Όλλανδία,  δεν  πρέπει  νάμελή- 
ται  έπί  τοσούτον  όσον  σήμερον  αμελείται  εν  Ελλάδι,  όπου  αόλις  επ' 
έσχατων  παρετηρήθη  ποιόν  τι  ενδιαφέρον  διά  μόνον  ολίγα  τινά  επι- 
φανή μνημεία  τής  βυζαντιακής   τέχνης. 

Άλλα  και  τά  μ.νημεϊα  και  τεχνουργήματα  τών  φραγκικών  και  βε- 
νετικών χρόνων  και  αυτά  δέ  τά  τής  τουρκοκρατίας  πρέπει  νά  έπισπά- 
σωσι  τέλος  την  ήμετέραν  προςοχήν.  Έκκλησίαι,  φρούρια,  πυλώνες, 
μέγαρα,  γέφυραι,  έπιγραφαί  τών  μακρών  εκείνων  χρόνων  έπρεπε  νά 
γείνωσιν  άπό  πολλού  άντικείμενον  μελετών.  Διά  την  συντήρησιν,  έκ- 
σκαφήν  και  άνακάθαρσιν  και  ύποστήριξιν,  φωτογράφησιν  και  δημοσί- 
ευσιν  τών  μνημείων  τών  χρόνων  εκείνων  έ'πρεπε  νά  δαπανάται  μέρος 
του  χρήματος,  όπερ  δικαίως  αλλά  και  περισσώς  συρρέει  εις  το  τα- 
μεϊον  τής  Αρχαιολογικής  εταιρείας.  Και  αύτη  δέ  ή  πολιτεία  έπρεπε 
νά  φροντίζη  περί  τών  τοιούτων.  Άλλ'  αντί  τούτων  πάντων  τά  μνη- 
μεία ταύτα  καταστρέφονται  όσημέραι,  έρημουνται  και  έκλείπουσι  μετά 
και  πάντων  τών  δευτερευόντων  τήν  άζίαν  κατασκευασμάτων  τών  βυ• 
ζαντιακών  χρόνων. 

Και  ή  μεν  ελληνική  πολιτεία  άνευ  άνασκοπής  ουδεμιάς  έκαυτηρίασε 
πάν    ο   τι    δεν    είνε    άρχαϊον,   έπιγράψασα    έν    τω    Κεντρικώ    μουσείω 


—   1 98   — 

"Εργα,  της  παρακμής  τό  αίθουσάριον  εν  φ  ήσαν  μέχρι  προ  μικρού 
έστοιβασμένα  ολίγα  και  μόνα  βυζαντιακά  γλυπτά,  έκβληθέντα  τέλος 
τέλειον  και  ταύτα,  όπως  ύπο/ωρήσωσιν  εις  τάς  αύξανομένας  άνάγκας 
της  αρχαιότητος.  Οί  δε  σύμβουλοι  της  Αρχαιολογικής  εταιρείας  ϊσως 
και  θα  έγέλων,  άν  προετείνετο  εις  αυτούς  μέριμνα  τις  η  δαπάνη  περί 
οιουδήποτε  μεσαιωνικού  η  μεταγενεστέρου  μνημείου  πλην  της  μονής  του 
Δαφνίου  η  του  Όσιου  Λουκά  η  τό  πολύ  των  εκκλησιών  του  Μυστρά.  Το 
Χλειιούτζιον  και  η  Ανδραβίδα  ούδενός  έφείλκυσαν  την  προςοχήν  μετά 
τους  χρόνους  του  ΒΐΐοΗοη,  τά  τείχη  του  Ναυπλίου  και  της  Χαλκί- 
δος κατεστράφησαν  σχεδόν  έξ  ολοκλήρου,  ή  Βασιλική  πύλη  της  Κερ- 
κύρας ϊσοπεδώθη  ένεκα  των  νέων  αναγκών  της  επεκτεινόμενης  νέας  πό- 
λεως, και  ή  κατεδάφισις  του  έπί  της  Ακροπόλεως  υψηλού  βενετικού 
ή  τουρκικού  πύργου  τοΰ  συνδεομένου  άλλως  προς  πλείστας  ίστορικάς 
αναμνήσεις  συνετελέσθη  μονονουχϊ  υπό  τους  ήχους  αύλητρίδων, 
πάντων  ημών  συνεπευδοκούντων,  και  μόνος  εις  αλλογενής,  ό  Ργ66- 
Πίεΐη,  έ'ρρηξε   κραυγήν   διαμαρτυρίας. 

Άλλ'  εις  τήν  παραμέλησιν  ταύτην  και  περιφρόνησιν  της  παρα- 
κμής και  του  όθνείου  πρέπει  τέλος  νά  τεθή  φραγμός,  καθ'  α  ετέθη 
ήδη  έν  Κρήτη.  "Ίσως  και  οί  Κρήτες  ήκολούθουν  ποτέ  συν  τώ  χρόνω 
τά  ημέτερα  κακά  διδάγματα  ως  προς  τό  μεσαιωνικόν  παρελθόν. 
Άλλ'  άπό  πάσης  υπερφιάλου  προς  μόνην  τήν  άπωτάτην  αρχαιότητα 
στοργής,  άπό  πάσης  περιφρονήσεως  του  νεωτέρου  παρελθόντος  προ- 
εφύλαζεν  αυτούς  ευτυχώς  ή  έγκαιρος  μέριμνα  τών  Ιταλών  περί  με- 
λέτης και  κατά  τό  ενόν  διασώσεως  τών  μεσαιωνικών  της  νήσου  μνη- 
μείων τών  ίδρυθέντων  έπί  τη:  ^ενετοκρατίας.  Μετ'  ιδιαζούσης  δε 
στοργής  έπελήφθησαν  τούτου  του  έργου  οί  ιδίως  υπέρ  αυτού  ενδιαφε- 
ρόμενοι Βενετοί,  τυνόντες  προφρόνως  τής  νοήμονος  υποστηρίξεως  της 
κρητικής  πολιτείας.  Ή  αποστολή  τής  βενετικής  ϋβρϋίαζίοηβ  άΐ 
δΙθΠ3  ραΐΓία  προέβη  |ν  Κρήτη  εις  μελετάς  θαυμαστάς  αληθώς, 
περί  ων  θά  έχω  εΰκαιρίαν  νά  κάμω  λόγον  άλλοτε.  Τά  δε  χαρτοφυλά- 
κια του  έπόάκτορος  Ιωσήφ  ΟβΓοΙδί,  τοΰ  έπ'  εσχάτων  άξίως  διο- 
ρισθέντος διευθυντού  τοΰ  έν  Βασσάνω  τής  Ιταλίας  μουσείου,  «ίνε 
κατάμεστα  μεσαιωνικών  επιγραφών,  φωτογραφιών  βυζαντιακών  και 
βενετικών  κτιρίων  και  συσχετίζονται  προς  τό  ύπερόχως  πλούσιον  ύλι- 
κόν  τών  αρχείων  τής  Βενετίας. 


Ι 


—   199  — 

Ή  δέ  γνώσις  τών  εξαίρετων  τούτων  πορισμάτων  ή  επελθούσα  διά 
τε  διαφόρων  προκαταρκτικών  δημοσιεύσεων  και  της  προ  τοϋ  συνε- 
δρίου εκθέσεως  αυτών  έπεισε  τους  συνέδρους  του  τμήματος  της  με- 
σαιωνικής και  νεωτέρας  ιστορίας  να  προβώσιν  εις  άποδοχήν  ευχής 
αξίας  πολλού  λόγου.  Αποσκοπεί  δέ  αύτη  εις  την  έπέκτασιν  τών  έν 
Κρήτη  άρξαμένων  μελετών  τών  βενετικών  μνημείων  και  εις  τάς  αλ- 
λάς χώρας  της  Ανατολής,  έν  αίς  έδέσποσεν  ή  Βενετία,  και  την  έν  τη 
πόλει  ταύτη  ΐδρυσιν  ανατολικού  βενετικού  μουσείου,  προωρισμένου  να 
περιλάβη  άπάσας  τάς  αναμνήσεις  της  πατρίου  τέχνης  τάς  διεσπαρ- 
μένας έν  ταϊς  ύπερποντίοις  κτήσεσι  της  βενετικής  πολιτείας.  Έπε- 
καλέσθησαν  δε  προς  τούτο  τήν  ύποστήριξιν  της  ιταλικής  κυβερνή- 
σεως και  τών  διαφόρων  εθνικών  κέντρων  τής   Ιταλίας. 

Ανάλογος  δέ  υπήρξε  και  ή  πρότασις  τού  καθηγητού  κ.  Βεντούρη  ή 
άγαγοΰσα  εις  τήν  υπό  τού  τμήματος  τής  ιστορίας  τής  μεσαιωνικής 
και  νεωτέρας  τέχνης  άποδοχήν  τής  αποφάσεως  περί  ιδρύσεως  διεθνούς 
εταιρείας  περιλαμβανούσης  τους  έρευνητάς  τής  ιστορίας  τής  μεσαιωνι- 
κής και  νεωτέρας  τέχνης.  Άνέθηκε  δέ  το  τμήμα  εις  το  προεδρεϊον 
αυτού  τήν  έντολήν  τού  διορισμού  προςωρινής  επιτροπείας,  ήτις  νά 
θέση  τάς  βάσεις  τής  εΐρημένης  εταιρείας  και  διατύπωση  σχέδιον  κατα- 
στατικού άποδεκτέου  υπό  πάντων  τών  προθυμουμένων  νά  προςχωρή- 
σωσιν  εις  τήν  έταιρείαν  ταύτην.  Προεκάλεσε  δε  τήν  γενικωτέραν  ταύ- 
την  άπόφασιν  ή  πρότασις  τού  'Ρωμαίου  καθηγητού  περί  αποστολών 
εις  Δαλματίαν,  Ίστρίαν  και  τάς  Ιονίους  νήσους  προς  μελέτην  τών 
έργων  τής  βενετικής  τέχνης  και  άλλων  ιταλικών  μνημείων  τών  μέ- 
σων αιώνων.  Υπέδειξα  δέ  τότε  τήν  ανάγκην  τής  επεκτάσεως  τής 
έρεύνης  και  εις  τήν  Πελοπόννησον,  τάς  Κυκλάδας  και  άλλας  τών  νή- 
σων τού  Αιγαίου,  εξέφρασα  δέ  και  τήν  ελπίδα,  ότι  ή  τε  ελληνική 
κυβέρνησις  κα!  ή  Αρχαιολογική  εταιρεία  θά  ήδύναντο  κατά  καθήκον 
νά  προςέλθωσιν  αρωγοί  εις  τάς  τοιαύτας  άποστολάς. 

Ούτω  δ'  έθεωρήθη  άναγκαϊον,  όπως  ή  πρότασις  τού  κ.  Βεντούρη 
μεταβληθή  εις  τήν  άπόφασιν  ην  διετύπωσ'  ανωτέρω. "Εκτοτε  δέ  συν- 
ετάχθη  ήδη  το  σχέδιον  τού  καταστατικού  τής  εταιρείας  και  ήρξαντο 
αί  ει;  αυτήν  προςχωρήσεις  τών  ιδρυτών,  εις  ους  έ'λαβον  τήν  τιμήν  νά 
κληθώ  και  έγώ.  Ευελπιστώ  δέ,  ότι  ού  μετά  μακρόν  χρόνον  θάρχίση 
λειτουργούσα  ή  εταιρεία  αύτη. 


—  200  — 

Αϊ  τοιαΰται  δ'  εΰχαί  και  αποφάσεις  τοϋ  συνεδρίου  δεικνύουσιν,  ότι 
παρίσταται  πλέον  ανάγκη  να  έπιληφθώμεν  και  παρ'  ήμΐν  της  μελέ- 
της των  μεσαιωνικών  κτιρίων  και  συντελέσωμεν  και  ήμεΐς  το  κατά 
δύναμιν  εις  την  προπαρασκευήν  του  εδάφους  των  οικείων  διεθνών  με- 
λετών. 'Αρμοδιωτάτη  οέ  προς  τοΰτο  είνε  ή  Ιστορική  και  εθνολογική 
εταιρεία  της  Ελλάδος.  Και  το  μέν  συμ.βούλιον  αυτής  πολλάκις  επε- 
λήφθη του  θέματος  τούτου  και  έδειξε  την  διάθεσιν  να  έργασθή  καταλ- 
λήλως. Άλλ'  οι  πόροι  ημών  είνε  ανεπαρκείς.  Εταιρεία  μέγαν  προ- 
βαλλόμενη έθν.κόν  σκοπόν  και  κατοοθώσασα  να  συμπήζη,  πριν  συμ- 
ττληρωθή  ή  πρώτη  άπό  της  συστάσεως  αυτής  εικοσιπενταετία,  μου- 
σεϊον  και  άρχεΐον  άξιολογώτατον  και  περισυναγάγη  πλείστα  δσα 
εθνικά  μνημεία,  άποβάντα  προςκύνημα  τών  Πανελλήνων,  διατηρεί- 
ται, σκληρον  ειπείν,  διά  τών  πενιχρών  είςφορών  σχεδόν  μόνον  τών  έν 
Αθήναις  εταίρων  και  γλισχροτάτης  χορηγίας  της  κυβερνήσεως  και 
του  δήμου   Αθηναίων. 

Και  -όμως  επρεπεν  οΰ  μόνον  ή  συνδρομή  της  κυβερνήσεως  νά  ήτο 
γενναιότατη,  άλλα  και  νά  ύπεστηρίζετο  ή  εταιρεία  υπό  πάντων  τών 
εϋπορούντων  δήμων  του  κράτους.  Κατ '  επανάληψιν  ύπεδείζαμεν  τήν 
ανάγκην,  όπως  χάριν  του  ευρύτατου  σκοπού  της  εταιρείας  έπιτραπή 
εις  αυτήν  διά  νόμου  ή  εκδοσ-.ς  λαχείου  αναλόγου  προς  το  της  Αρ- 
χαιολογικής εταιρείας  ή  τουλάχιστον  κατά  τήν  μελετηθεϊσαν  έπαύ- 
ξησιν  αΰτοΰ  διατεθή  ετησίως  άζιον  λόγου  μέρος  και  υπέρ  της  Ιστορι- 
κής εταιρείας.  Άλλ'  ουδέν  ατυχώς  επετεύχθη  μέχρι  τούδε,  και  έζακο- 
λουθοϋμεν  προάγοντες  τήν  έθνικήν  έντολήν,  ην  αύτοΐ  έπεβάλομεν  εις 
ήμας  αυτούς,  διά  του  δεκαδράχμου  τών  φιλογενών  εταίρων.  'Αλλά 
δέν  θά  βελτιώσωσι  τέλος  ημών  τε  και  τών  μεσαιωνικών  και  νεωτέρων 
ιστορικών  μνημείων  τήν  τύχην  τά  έκ  της  ζένης  τουλάχιστον  διδά- 
γματα, άφ'  ου  αί  οίκοθεν  παραστάσεις  άντιπαρέρχονται  άνευ  ακροά- 
σεως και   άνωφέλητοι ; 

Και  άλλη  δ'  ευχή  τοΰ  τμήματος  της  ιστορίας  της  μεσαιωνικής 
τέχνης  δέον  νά  μή  παρελθη  απαρατήρητος  παρά  τών  επιτετραμμένων 
εν  ημιν  την  φροντιοα  της  οιασωσεως  των  τε  χρχαιων  και  των  με- 
σαιωνικών μνημείων.  Ιίαρετηρήθη  δήλα  δή,  ότι  οΰ  μ,ικραι  επέρχονται 
ι,ημ.ίαι  έκ  της  άνεπιτηδειότητος,  μεθ'  ή:  ενάγονται  έκ  τών  τοίχων 
και  μεταφέρονται  παλαιαί  έντοίχιοι  γραφαί.   Δικαίως  δ'  άπεκλήθησαν 


—  <201   — 

αύται  σελίδες  της  ιστορίας  διεσπαρμέναι  εν  κτιρίοις  έτοιμορρόποις  και 
διατρέχουσαι  τον  κίνδυνον  απώλειας  ανεπανόρθωτου  έν  τή  ευχή  ην 
εξέφρασε  το  οίκεΐον  τμήαχ,  όπως.  λαμβανομένης  ύπ'  δψιν  της  ανεπ- 
αρκείας ειδικών  τεχνιτών  επιτηδείων  περί  τα  τοιαύτα  έργα,  άπαντα 
τά  ευρωπαϊκά  κράτη  συνεπιληφθώσι  κοινή  της  τέχνης  της  αποσπά- 
σεως τών  τοιχογραφιών.  Επειδή  δ'  έν  Ιταλία  μάλιστ'  άφθονοΰσιν 
αί  τοιαυται  μεσαιωνικαί  τοινογραφίαι,  έξεφράσθη  προςθέτως  και  ή 
επιθυμία,  όπως  έν  τη  χώρα  ταύτη  ή  τέχνη  αύτη  είςαχθή  υποχρεω- 
τικώς εις  τάς  τεχνικάς  και  βιομηχανικά:  σχολάς. 

Και  ευχή  δέ  τις  του  γεωγραφικού  τμήματος  εΐνε  αξία  να  έφελκύση 
την  ήμετέραν  προςοχήν.  Αναφέρεται  δέ  αύτη  εις  την  ανάγκην  της 
συντάξεως  Γλωσσάριου  τών  ιταλικών  τοπωνυμιών,  μελετωμένων  καί 
έξηγουμένων  κατά  την  γένεσιν  αυτών  και  την  σημασίαν  και  παρα- 
κολουθούμενων έν  τη  Ιστορία  καί  τοις  φυσικοϊς  αυτών  όροις  από  της 
αρχής  τών  μέσων  αιώνων  μέχρι  τών  καθ    ημάς  χρόνων. 

*Αν  δέ  η  τοιαύτη  ανάγκη  έ'γεινεν  αισθητή  Ιν  τη  Ιταλία,  ήτις 
αφθονεί  ιστορικών  πηγών,  πολύ  μάλλον  άναγκαϊον  είνε  το  πράγμα 
παρ'ήμίν,  έ'νθα  δια  την  σπάνιν  τών  ιστορικών  μαρτυριών  τα  γεω- 
γραφικά ονόματα  παρέχουσι  πολλάκις  αλάνθαστα  διδάγματα  περί  του 
παρελθόντος  της  χώρας.  Έν  τη  μελέτη  μου  περί  τών  τοπωνυμιών 
της  Αττικής  καί  της  εις  την  χώραν  ταύτην  έποικήσεως  τών  Αλβα- 
νών έδειζα  τον  τρόπον,  καθ'  ον  έκ  της  μελέτης  :ών  γεωγραφικών 
ονομάτων    δύνανται  να  έζαχθώσιν  ιστορικά  πορίσματα  άζια  λόγου. 

Πλείστα  δέ  όσα  διδάσκει  η  ορθή  διάγνωσις  της  κατά  γενικήν  εκ- 
φορά; πλείστων  όσων  παρ  '  ήμΐν  τοπωνυμιών.  Οί  μεγάλοι  βυζαντια- 
κοί  καί  πελοποννησιακοί  οίκοι  "Ισαρη,  Λεοντάρη.  Μελιγαλά,  Παλού- 
μπα  καί  άλλοι  άφήκαν  άνεξάλειπτα  ίχνη  της  έν  τη  Πελοποννήσω 
κραταιάς  αυτών  κατά  τους  μέσους  αιώνας  ισχύος  έν  ταϊς  τοπωνυ- 
μίαις  τών  άπ '  αυτών  έ'τι  καί  σήμερον  ονομαζόμενων  χωρίων  καί 
κωμοπόλεων  της  χερσονήσου. 

Καί  άλλως  δέ  πολυτιαότατα  ΰπο  πάσαν  έ'ποψιν  είνε  τα  έκ  της  με- 
λέτης τών  γεωγραφικών  ονομάτων  παρ'  ήμϊν  ιστορικά  διδάγματα, 
καθ  '  ά  καί  διά  τίνος  ανακοινώσεως  μου  έν  τω  γεωγραφικώ  τμήματι 
του  συνεδρίου  έπειράθην  νάποδείζω. 

Τά   βραχέα   ταύτα   περί    τών  έκ  του  διεθνούς  Ιστορικού   συνεδρίου 


—  202  — 

της  "Ρώμης  διδαγμάτων  πείθουσιν,  ότι  ήμεϊς  ευρισκόμεθα  ακόμη  εν 
τω  νΑλφα   της  έρεύνης. 

Έχομεν  ανάγκην  ερευνητών,  χρειάζονται  άποστολαί,  απαιτείται 
αέθοοος  και  ζήλος  και  χρήμα,  δέον  νά  συντελέσωσιν  οι  ίδιώται  κα' 
αϊ  εταιρεϊαι  και  ή  κυβε'ρνησις  ,  δπως  προαχθώσι  τέλος  και  παρ '  ήμϊν 
αί  ίστορικαί  μελέται  είς  σημεϊον  άξιον  λόγου. 

Μόνον  ούτω  και  τότε  μόνον  δυνάμεθα  νά  έλπίσωμεν,  Οτι  θά  ϊδωμέν 
ποτέ  ύψούμενον  εκ  νέου  τό  καλλιμάρμαρον  άνάκτορον  της  Κλειούς  εν 
τη  γη  του  Ηροδότου  και  του  Θουκυδίδου,  του  Ξενοφώντος  και  τον 
Πολυβίου. 


Γ'• 


Μ  Ε  Λ  Ε  Τ  Α  Ι 


Ο  ΑΝΘΡΩΠΟΣ  ΕΚΤΟΣ  ΤΗΣ  ΙΣΤΟΡΙΑΣ* 


Ή  Ιστορία  ούτε  δύναται,  ώς  εικός,  ούτ'  επιχειρεί  νά  περιλάβη 
την  γνώσιν  του  βίου  παντός  άτομου.  Το  τοιούτο  δέν  εΐνε  δυνατόν  δια 
το  όλως  δυςπερίληπτον  πλήθος  της  ΰλης'  άλλ'  ούτε  έ'ργον  αυτής  εΐνε 
τοΰτο.  Και  αύτη  ή  βιογραφία  δεν  επιλαμβάνεται  του  βίου  παντός 
ανδρός  η  πάσης  γυναικός.  Τό  εγχείρημα  δέν  θα  είχε  σημασίαν.  Μόνον 
επιφανούς  τίνος  οι'  οιονδήποτε  λόγον  υποκειμένου  ένδιαφερόμεθα  νά 
μάθωμεν  τάς  πράξεις  και  τάς  περιπέτειας,  και  πάλιν  δέ  προς  χαρα- 
κτήρισαν αυτού  και  γνώσιν  τών  κατ'  αυτόν  δέν  εΐνε  αναγκαία  άπαντα 
τα  φαινόμενα  του  βίου  αΰτοΰ.  Οι  &έ  λοιποί  άνθρωποι  δέν  είνε  μεν 
βεβαίως  παντελώς  αδιάφοροι  εις  τόν  έρευνητήν,  αλλά  δέν  έλκύουσι 
την  ήμετέραν  προςοχήν  ώς  άτομα,  άλλ  έν  τω  συνόλω  καθ'  όσον  άπο- 
τελουσιν  ομάδας  τινάς,  ων  ό  βίος  είνε  άντικείμενον  της  ιστορίας" 
ΰπάρχουσι  δέ  και  τοιαϋται  ομάδες  μη  άνερχόμεναι  εις  ίστορικήν  ση- 
μασίαν  πλην  η  όταν  έρχωνται  εις  συνάφειαν  προς  λαούς  ιστορικούς. 
Γίνεται  δέ  ό  άνθρωπος  άντικείμενον  της  ιστορίας  οΰχϊ  καθ'  εαυτόν, 
άλλ'  ώς  μέρος  κοινωνικής  τίνος  ή  πολιτικής  ολομελείας,  άτε  ων  φύσει 
πολιτικόν  ζώον  κατά  την  έ'κφρασιν  του  Αριστοτέλους.  Και  όμως  ό 
άνθρωπος  δέν  άπετέλεσεν  αμέσως  και  ές  αρχής  τοιαύτας  κοινωνικάς 
και  πολιτικας  ομάδας.  Ή  δέ  τοιαύτη  κατάστασις  του  άνθρωπου  δέν 
ανήκει  εις  την  έξέτασιν  της  ιστορίας,  άλλ'  είνε  άντικείμενον  τής  αν- 
θρωπολογίας. 'Αλλά  και  ομάδες  ολόκληροι  ύπάρχουσι  μη  έ'χουσαι 
ιστορικόν  βίον,  ήτοι  μη  συμμετασχοΰσαι  ή  μή  συμμετέχουσαι  τής 
αναπτύξεως  τής  άνθρωπότητος,  αϊτινες  διά  ταϋτα  δέν  είνε  θέμα  τής 
ιστορίας,  άλλ'  άντικείμενον  τής  εθνολογίας. 

Αλλά  πολύ  πριν  μορφωθώσι  λαοί  ιστορικοί,  οϊτινες  νάποτελώσι  το 

Έοη[Αθαΐϊΰθτ(  τό  πρώτον  έν  τϊ|  Ποικίλη  Στοά  τοϋ  ΐ'τους  1889,  σ.  314  χ.  έ. 


—  206  — 

αντικείμενον  της  μελέτης  των  φιλοσόφων,  πολύ  δήλα  δη  πριν  άρχίση 
το  έ'ργον  της  ιστορίας,  ήτοι  ή  έξέτασις  της  έν  τη  κοινωνία  και  πολι- 
τεία προόδου  τοϋ  άνθρωπου,  παρουσιάζεται  εις  ημάς  ό  άνθρωπος  έκ 
της  πρώτης  αυτού  καταστάσεως  βαίνων  προς  τάς  αρχάς  ταύτης  της 
αναπτύξεως.  Ώς  έν  τη  ιστορία  παρουσιάζεται  καθ '  ομάδας  μετ'  άλ- 
λων όμοιων  εργαζόμενος  έν  ταΐς  τέχναις,  παλαιών  έν  άγώσιν  υπέρ 
έπικρατήσεως  ισχύος  υλικής  η  ιδεών,  ούτω  και  τότε  έν  τω  πρώτω 
;κείνω  σταοίω  βλέπομεν  αυτόν  άγωνιζόμενον,  άλλ'  ό  άγων  του  είνε 
κυρίως  κατά  της  φύσεως  και  των  θηρίων,  αϊ  δε  τέχναι  του  εινε  τέχναι 
βασιζόμενα»,  ούτως  ειπείν  είς  το  ενστικτον  και  σκοποϋσαι  την  συντή- 
ρησιν  εαυτού  και  των  περί  εαυτόν,  ταπεινην  άρα  έχουσαι  την  γένεσιν 
και  περιωρισμένον  τόν  σκοπόν. 

Ό  τοιούτος  άνθρωπος  δέν  είνε  ό  άνθρωπος  της  ιστορίας,  άλλ' 
ό  της  ανθρωπολογίας  και  της  εθνολογίας.  Ή  δε  διάκρισις  των  δύο 
τούτων  ανθρώπων,  όπως  εκφρασθώ  ούτω,  δεν  είνέ  τις  χρονική,  άλλ' 
είνε  διάκρισις  έχουσα  άλλην  βάσιν,  τον  βαθμον  της  αναπτύξεως  τών 
ανθρωπίνων  δυνάμεων  έν  τόποις  και  χρόνοις  διαφόροις.  Δέν  δυνάμεθα 
δήλα  δή  νά  εϊπωμεν,  Οτι  μέχρι  της  τοιαύτης  η  τοιαύτης  εποχής  ό 
άνθρωπος  ανήκει  είς  την  άνθρωπολογίαν  ή  έθνολογίαν,  έπειτα  δ'  άρ- 
χεται ό  ιστορικός  άνθρωπος.  Ακόμη  καϊ  την  σήμερον  έ'χομεν  λαούς 
μη  ανήκοντας  είς  την  ίστορίαν,  άλλ'  οίτινες  είνε  τό  άντικείαενον  της 
εξετάσεως  τών  ανθρωπολόγων  και  εθνολόγων  καϊ  κινοϋσι  τό  διά- 
φορον  του  ιστορικού  μόνον  καθ"  όσον  έρχονται  είς  συνάφειαν  ή  σχέ- 
σιν  προς  τους  λαούς  τους  ορώντας  έν  πνεύματι  ίστορικώ,  προς  τους 
λαούς  τους  δεσπόζοντας  πνευματικώς,  προς  τους  λαούς,  ων  ή  πορεία 
και  ό  βίος  έχει  σημασίαν  διά  τήν  καθ'  όλου  ανθρωπότητα. 

Οί  λαοί,  ών  τόν  βίον  καθ'  εκάστους  ή  τήν  άμοιβαίαν  σύγκρουσιν 
και  σχέσιν  παρακολουθοϋμεν  έν  τη  ιστορίας  δεν  έχουσι  μεν  πάντες  τόν 
αυτόν  βαθμόν  προόδου,  ούτε  τάς  αύτάς  τάσεις,  ουδέ  ταύτα  ιδεώδη, 
άλλ  έχουσιν  όμως  άνάπτυξίν  τίνα  ην  παρουσιάζουσι  προοδοποιοΰντες 
βαθμηδόν  το  τάλαντον  τών  προγενεστέρων.  Καϊ  οι  κατώτατοι  αυτών 
ποιούνται  χρήσιν  ευχερή  τής  ιδίας  αυτών  όπωςδήποτε  ανεπτυγμένης 
γλώσσης,  έχουσι  γραφήν,  μεταχειρίζονται  τα  μέταλλα,  έχουσι  τέλος 
τουλάχιστον  τά  στοιχεία  εκείνα,  έπΐ  τών  οποίων  βασίζεται  ή  πρόο- 
δος  του  άνθρωπου.   Ήμεϊς    σήμερον    δέν    δυνάμεθα  να   φαντασθώαεν 


—  207   — 

τον  άνθρωπον  άνευ  αυτών,  τα  θεωροΰμεν  φυσικά  και  ούτως  ειπείν 
αχώριστα  άπό  της  ιδέας  του  ανθρώπου.  Και  είνε  αληθώς  τοιαύτα, 
όταν  έχωμεν  κατά  νουν  τον  άνθρωπον  της  Ιστορίας.  Άλλα  δεν  είνε 
τοιαύτα,  όταν  πρόκειται  περί  του  ανθρώπου  του  εκτός  της  ιστορίας. 
Και  σημειωθήτω  καλώς,  ότι  οέν  λέγω  του  προ  της  ιστορίας,  άλλα 
του  έκτος  της  ιστορίας,  καθ  ότι,  ώς  προεϊπον,  και  την  σήμερον  ακόμη 
πλην  λαών  ίστορικωτάτων  ύπάρχουσι  λαοί  μη  ιστορικοί  υπό  τοιαύτην 
Ιννοιαν,  άτε  στερούμενοι  και  αυτών  τών  στοιχείων,  άτινα  είνε  ό  βα- 
τηρ  πάσης  έν  τη  Ιστορία  προόδου,  στερούμενοι  και  αυτών  τών  άρχων 
άφ'  ων  απελύθη  και  προεχώρησεν  ό  πολιτισμός,  ου  τάς  διαφόρους 
εξελίξεις,  τάς  ποικίλας  φάσεις  παρακολουθούμεν  έν  τη  ιστορία. 

Ύπάρχουσι  και  την  σήμερον  άγριοι,  ων  ή  γλώσσα  είνε  ούτως  ατε- 
λής, ώςτ'  ευρέθησαν  Ιρευνηταϊ  διισχυρισθέντες,  ότι  οί  τοιούτοι  λαοί 
ούδεμίαν  έ'χουσι  γλώσσαν.  Άλλ'  οί  προςεκτικώτεροι  τών  ανθρωπο- 
λόγων θεωρούσι  τάς  τοιαύτας  διηγήσεις  τών  περιηγητών  ΰπερβολι- 
κάς.  και  κατέληξαν  εις  το  συμπέρασμα,  ότι  και  αϊ  κατώταται  τών 
γνωστών  φυλών  κέκτηνται  γλώσσάν  τίνα,  ατελή  μεν  και  πολλαχώς 
ύποβοηθουμένην  ύπό  νευμάτων  και  σημείων,  άλλ'  όμως  έ'ναρθρον. 
Και  αυτή  δε  ή  ατέλεια  ή  έκδηλουμένη  ύπό  της  χρήσεως  τών  πολλα- 
πλών νευμάτων  δεν  εξηγείται  εκ  της  αδυναμίας  περί  τήν  άρθρωσιν 
λέξεων  προς  εκφρασιν  τών  ένδιαθέτων  εννοιών,  άλλ  αποδίδεται  έν 
μέρει  εις  τήν  πληθΰν  τών  λαών  τών  κατοικούντων  τάς  χώρας  τών 
άγριων  και  εις  τήν  ώς  εκ  τούτου  χάριν  ευκολίας  της  συννενοήσεως 
τών  πολυφθόγγων  εκείνων  λαών  προς  αλλήλους  έπικρατήσασαν  συνή- 
θειαν  της  χρήσεως  σημείων  ή  νευμάτων,  ήτις  κατέστη  δευτέρα  φύ- 
σις. Και  ήμεϊς  γινώσκομεν  άριστα  τάς  λέξεις  τάς  σημαίνουσας  τήν 
κατάφασιν  ή  τήν  άπόφασιν,  αϊτινες  είνε  συνηθέσταται  έν  τη  γλώσση, 
είνε  μάλιστα  τών  πρώτων  ας  μανθάνει  νάρθρόνη  το  παιδίον,  και 
ςμως  καθ'  έ'ξιν  ποιούμεθα  χρήσιν,  αντί  του  ναι  και  του  Ο^ςΐ,  άνα- 
κλίσεων  ή  κατακλίσεων  της  κεφαλής  ή  κινήσεων  της  χειρός  ή  ιδιορ- 
ρύθμων τινών  πλαταγημάτων  τών  χειλέων.  Ή  δε  γλώσσα  αύτη  των 
σημείων  και  τών  νευμάτων,  ης  μικράν  τίνα  χρήσιν  ποιούνται  και  οί 
μάλιστα  πεπολιτισμένοι  τών  λαών,  είνε  πολύ  συνηθεστέρα  παρά  λαοϊς 
στερουμένοις  αναπτύξεως  μεγάλης,  οΐτινες  δεν  εχουσι  νά  έκφράσωσι 
πολλάς   και  ποικίλας   ιδέας.    Άν  ήθίλεν  ό  Περικλής    νάπαγγίίλη   τον 


—  208  — 

Έπιτάφιον  αυτού  εϊς  τίνα  των  άγριων  φυλών  της  Αυστραλίας  δια 
σημείων  και  νευμάτων,  βεβαίως  δεν  θά  ήθελε  κατορθώσει  να  έκφραση 
δια  μέσων  απλών  και  εξωτερικών  τα  πυκνά  και  υψηλά  νοήματα  τα 
οιατυπωθέντα  υπό  του  Θουκυοίοου.  Άλλ  οι  Ίνοοί  συνεννοούνται,  και 
εις  φυλάς  διαφόρους  αν  άνήκωσι,  πολύ  καλώς  αναμεταξύ  των  διά 
νευμάτων  και  σημείων,  οιότι  εχουσι  νά  έκφρασωσι  πράγματα  άπλα 
και  του  καθ'  ήμέραν  βίου  ανάλογα  προς  την  μικράν  άνάπτυξιν  του 
πνεύματος  των.  "Οσω  μικρότερα  είνε  ή  άνάπτυξις  αύτη,  τοσω  πτω- 
χότερα η  γλώσσα  τών  έναρθρων  φωνών  και  τόσω  περισσότερα  τά  νεύ- 
ματα και  σημεία  Υπάρχει  φυλή  της  βορείου  Αμερικής,  ο'ι  λεγόμενοι 
Άραπάχος,  οίτινες  ούτω  μεγάλην  ποιούνται  χρήσιν  νευμάτων  εν  τω 
λέγειν  η  μάλλον  έν  τω  μη  λέγειν,  ώςτε  δεν  δύνανται  νά  συνεννοηθώσι 
προς  αλλήλους  έν  τω  σκότει,  και  αναγκάζονται,  όπως  συνδιαλεχΟώσι 
μετά  τίνος  ξένου  η,  δια  νά  εϊπω  όρθότερον,  όπως  έκφράσωσιν  εις  αυ- 
τόν τά  διανοήματα  των,  νά  προςέλθωσι  μετ'  αυτού  πλησίον  του  πυρός 
της  εστίας,  ίνα  γείνωσι  καταφανείς  αί  κινήσεις  τών  χειρών  καϊ  οι  μορ- 
φασμοί τού  προςώπου    αυτών. 

Άλλ'  ό  κατώτερος  βαθμός  της  νοημοσύνης  οία  έκδηλοΰται  έν  τη 
γλώσση,  ήτις  είνε  εν  τών  ιστορικών  δημιουργημάτων  του  άνθρωπου. 
οϋδαμοϋ  καταδεικνύεται  σαφέστερον  ή  έν  τη  εκφράσει  τών  αριθμών. 
Ύπάρχουσι  λαοί  μή  δυνάμενοι  νάριθμήσωσι  πέρα  του  αριθμού  δύο. 
Ύπάρχουσιν  άλλοι  παρ'  οίς  ό  αριθμός  πε'ντε  σημαίνει  ηδη  το  πολύ. 
"Αλλοι  δε  πάλιν  εχουσι  λέξεις  μόνον  διά  το  εν  και  το  δύο,  είτα  δ' 
έκφράζουσι  τό  πέντε  διά  τών  λέξεων  αΐτινες  σημαίνουσι  μία  χειρ  και 
τό  δέκα  διά  της  περιφράσεως  δύο  χείρες.  "Αλλοι  τέλος,  ως  οι  Εσκι- 
μώοι της  Γροιλανδίας,  όπως  έκφρασωσι  το  είκοσι  λέγουσιν  είς  άνθρω- 
πος, καθ'  ότι  ό  μεν  άνθρωπος  έχει  εϊκοσιν  έν  ολω  δακτύλους,  οι  δε 
δάκτυλοι  είνε  σημαντικοί  έν  τ9)  αριθμήσει  παρά  πάσι  τοις  λαοϊς,  οΰδ' 
αυτών  τών  πεπολιτισμένων  εξαιρουμένων,  ώς  γνωστόν.  Περιεργοτατον 
δε  είνε  τό  μέτρημα  τών  φυλών  της  Ινδικής  αιτινες  καλούνται  Ζα- 
μουκα  και  Μουύσκα.  Παρ'  αΰτοϊς  τό  μεν  πέντε  καλείται  χειρ  τελειω- 
μένη, τό  δ'  'έξ  ονομάζεται  'έν  της  άλλης  χειρός,  τοΰθ'  όπερ  δηλοϊ  την 
παραλαβήν  ενός  δακτύλου  εκ  της  ετέρας  χειρός  μετά  την  τελείαν 
άπαριθμησιν  τών  της  πρώτης.  Μετά  δε  τήν  τελείωσιν  και  τών  της 
δευτέρας   χειρός    δακτύλων    άρχεται    τό    μέτρημα   τών    δακτύλων  τού 


—  509  — 

ποδός.  Ούτω  το  ένδεκα  καλείται  πούς-εν,  ήτοι  πρώτη  μονάς  εκ  των 
δακτύλων  του  ποδός  μετά  την  συμπλήρωσιν  της  δεκάδας  των  χειρών. 
Τέλος  δε  τό  είκοσι  καλείται  παρ'  αύτοΐς  πόδες  τελειωμένοι  η  άν- 
θρωπος. 

"Ο  τι  συμβαίνει  περί  τό  λέγειν  συμβαίνει  κατά  μείζονα  λογον  πεοί 
τό  γράφειν.  Γαφήν  δεν  εν/ουσι  πασαι  αί  φυλαί,  αλλά  μόνον  οι  Ιστο- 
ρικοί λαοί.  Ή  άνάπτυξις  της  γραφής  εϊνε  ιστορικόν  έργον  του  άνθρω- 
που, έχρειάσθησαν  δ  αιώνες  πολλοί,  έ'ως  φθάσωσιν  οι  ιστορικοί  λαοί 
είς  τά  βραχέα  και  συνθηματικά  σημεία,  τά  όποια  μεταχειριζόμεθα 
σήμερον  οι  πολλοί  τών  ανθρώπων  και  τά  όποια  βάσιν  εχουσι  την  εκ- 
φρασιν  τών  καθ  έκαστον  φθόγγων,  τών  φωνών.  Ό  άγων  της  άνθρω- 
πότητος  υπήρξε  μακρός  και  μέγας  μέχρις  ού  κατάληξη  αύτη  είς  την 
φωνογραφικήν  μετάδοσιν  τών  ένδιαθέτων  νοημάτων,  και  μάλιστα  είς 
την  τελειοτάτην  του  συστήματος  τούτου  άνάπτυζιν,  την  γραφήν  την 
άλφαβητικήν,  δΓ  ης  δηλοΰται  έκαστος  φθόγγος  χωριστά  και  ουχί 
συλλαβαί  ολόκληροι  δΓ  ενός  σημείου.  Έπί  μακρόν  δε,  μακρότατον 
χρόνον  οί  άνθρωποι,  αίσθανθέντες  ποτέ  την  ανάγκην  της  μεταδό- 
σεως ή  της  μονιμοποιήσεως  τών  εγνωσμένων  ή  διανενοημένων  διά 
σημείων  ΰποπιπτόντων  είς  τάς  αισθήσεις,  περιωρίζοντο  εις  την  ζω- 
γράφησιν,  εις  την  παράστασιν  αυτών  τών  πραγμάτων  τά  όποια  ήθε- 
λον  νά  έκφράσωσιν  ή  «ίς  την  συμβολικήν  αυτών  έξεικόνισιν,  ήτοι 
είς  την  κληθεΐσαν  ΐδεογραφίαν  Παράδειγμα  τών  πρώτων  τούτων 
αποπειρών  τοΰ  άνθρωπου  καταφανέστατον  δυνάμεθα  νά  λάβωμεν 
εκ  τών  συγχρόνων  ήμϊν  ιθαγενών  της  Αμερικής,  επειδή  τόν  άνθρω- 
πον  έν  ταΤς  πρώταις  αυτού  καταστάσεσι  δυνάμεθα  νάναπαραστήσω- 
μιν  και  μελετήσωμεν  κατ'  άναλογίαν  έν  τω  σημερινώ  άγρίω,  όςτις, 
μένων  εκτός  της  προόδου  τοΰ  πολιτισμού,  διαφυλάσσει  τάς  παραδό- 
σεις του  προϊστορικού  άνθρωπου  και  παρουσιάζει  την  κατωτέραν  πνευ- 
ματικήν  βαθμίδα  τοΰ  έκτος  της  ιστορίας  άνθρωπου  ούχ  ήττον  ή  ό  πρό 
της  ιστορίας.  Οί  Ινδοί  ιθαγενείς  της  Αμερικής,  περί  ών  ό  λόγος  εν- 
ταύθα, δεν  είνε  μεν  παντελώς  έστερημένοι  γραφής,  άλλ  ή  γραφή  αυ- 
τών ούτε  αλφαβητική  είνε,  ώς  ή  ημετέρα,  ούτε  συλλαβική,  ώς  ή  τών 
Φοινίκων  και  Εβραίων,  άλλ'  ιδεογραφική,  και  δή  έκ  τών  στοιχειω- 
δέστατων. Θέλοντές  ποτέ  νά  δηλώσωσιν  είς  τόν  πρόεόρον  τών  Ηνω- 
μένων  πολιτειών   της  Αμερικής  τήν  έπιθυμίαν   αυτών   περί   κτήσεως 

ΣΠΙ*Ρ.    Π.    ΛΑΜΠΡΟΙ*,    ΜΙΚΤΑΙ    ΣΕΛΙΔΕΣ.  1  *» 


—  210  — 

τίνων   λιμνών,   έστειλαν    εις   αυτόν  άναφοράν,   δι'ής   άνευ   γραφής    τό 
αϊτημ'  αυτών    έξεφράσθη,   ως  παρ '  αύτοΐς  είθισται,  δι'  εικόνος. 

Ή  είκών  αύτη  παρίστανε  διάφορα  ζώα,  κατά  μεν  τάλλα  απλώς 
έσχεδιασμένα,  έχοντα  δέ  σαφώς  δεδηλωμένων  την  καρδίαν  και  τους 
οφθαλμούς.  Αί  δε  καρδίαι  πδσαι  και  οί  οφθαλμοί  ήσαν  συνδεδεμένοι 
δια  γραμμής  προς  την  καρδίαν  και  τον  όφθαλμον  τοΰ  πρώτου  ζώου 
τοΰ  έπί  της  εικόνος  έσχεδιασμένου,  δπερ  ήτο  γερανός.  Άπό  της  καρ- 
δίας δέ  τούτου  του  γερανού  άλλη  γραμμή,  διήκουσα  δια  τοΰ  οφθαλ- 
μού του.  προεξείχε,  διευθυνομένη  προς  τα  άνω.  Έτερα  δέ  γραμμή 
συνήνονε  στοιχειώδη  τινά  έζεικόνισιν  τών  λιμνών,  ών  έζητεΐτο  ή  έκ- 
^ώρησις,  προς  τον  όφθαλμον  του  γερανού. 

Τοιαύτη  αναφορά  θά  ήτο  δι' ημάς  ουδέν  άλλο  ή  γρίφος.  Και  δμως 
οί  Ινδοί  εκείνοι  σαφώς  τό  καθ*  εαυτούς  έδήλουν  δ  τι  έζήτουν.  Τα 
ζώα  εκείνα  άντεπροςώπευον  τους  υποβάλλοντας  τήν  αϊτησιν,  επειδή 
έδήλουν  τό  τοτέμ,  ήτοι  τό  οίκογενειακόν  έμβλημα  τών  Ινδών  αρχη- 
γών. Ό  δέ  γερανός  ήτο  τό  σύμβολον  τοΰ  αρχηγού  τών  αιτουμένων. 
Ή  δέ  διά  γραμμής  σύνδεσις  τών  οφθαλμών  τών  άλλων  ζώων  προς  τόν 
τοΰ  γερανού  έσήμαινεν,  ότι  πάντες  άποβλέπουσιν  εις  τό  αυτό  αίτημα, 
ώς  ήσαν  συνηνωμέναι  διά  γραμμής  και  αί  καρδίαι  προς  δήλωσιν  της 
τών  αναφερομένων  σύμπνοιας  προς  τε  εαυτούς  και  προς  τόν  άρ^ηγον, 
Που  δέ  τείνουσι  πάντβς ;  Είς  τάς  λίμνας,  άς  είδομεν  συνενουμενας  έπ' 
ίσης  μετά  τοΰ  οφθαλμού  του  άρχηγοΰ.  Και  προς  τίν'  αναφέρονται  ; 
Προς  τόν  πρόεδρον  τών  Ηνωμένων  πολιτειών,  προς  δν  απευθύνεται 
ου  μόνον  ή  σταλεΐσα  αναφορά,  άλλα  και  ή  γραμμή  ή  προς  τάνω 
ανερχομένη  εκ  τοΰ  τάς  βλέψεις  απάντων  τών  ζώων  συγκεντροΰντος 
οφθαλμού  τοΰ   γερανού,   όςτις  δηλοϊ   τόν   άρχηγόν   τών    άγριων. 

Άφ'  ού  δέ  οί  απολίτιστοι  της  Αμερικής  ούτω  περίπλοκους  σχέσεις 
κατορθονουσι  νά  έκφράζωσι  διά  της  γριφοειδοΰς  αυτών  ζωγραφικής 
άνευ  γραμμάτων,  εΰνόητον  είνε,  δτι  ό  συμβολικός  εκείνος  και  ιδεογρα- 
φικός τρόπος  τής  παραστάσεως  ήρκεσεν  έπί  μακρούς  αιώνας  και  άρκεΐ 
σήμερον  εν  πολλαϊς  χώραις  είς  έκφρασιν  εννοιών  απλούστερων  είς 
λαούς  μή  αςιοΰντας  να  έχωσι  φιλολογίαν,  άλλ  '  άρκουμένους  «ίς  τήν 
έζοικονόμησιν  τών  πρακτικών  αναγκών  τοΰ  καθ  '  ήμέραν  ανιστόρητου 
αυτών  βίαυ. 

Ώς  δέ   ή  γλώσσα  και  ή  γραφή,  ούτω  και   ή  τέχνη   και  ή  διακό- 


—  211    — 

σμησις  του  σώματος  τών  ανθρώπων  ϊ'χει  στάδια  πολλά  αναπτύξεως 
άπό  τοΰ  ποώτου  άνθρωπου  του  έκτος  της  ιστορίας,  όν  αναπαριστάνει 
ό  σημερινός  άνθρωπος  των  έθνογοαφικών  ερευνών,  μέχρι  του  άνθρω- 
που τοΰ  ανήκοντος  εις  λαούς   ιστορικούς. 

Έπ'ισης  δ'  ή  μεταλλουργία  δεν  παρουσιάζεται  ευθύς  έν  ταϊς  πρώταις 
άρχαϊς  της  εμφανίσεως  τοΰ  άνθρωπου  έπΐ  της  γης,  άλλ'  είνε  ιστορι- 
κόν προϊόν  αναπτύξεως  βαθμιαίας.  Πολύ  δε  πριν  η  ό  άνθρωπος  μετα- 
χειρισθη  τόν  χαλκόν  η  τόν  σίδηρον,  έχει  άνά  χείρας  ως  όργανον  προς 
τάς  διαφόρους  αυτού  χρείας  τον  λίθον.  οίον  ευρίσκει  εν  τη  ©ύσει  η  οίον 
κατεργάζεται  οι"  άλλων  λίθων  προςφυέστερον  προς  τάς  ποικίλας  εαυ- 
τού άνάγκας. 

Έκ  των  στοιχειωδέστατων  τούτων,  της  γλώσση,,  της  γραφής. 
των  πρώτων  τεχνών,  της  μεταλλουργίας,  καταφαίνεται,  οποίαν  κλη - 
ρονομίαν  δυςυπολογιστον  παρέλαβεν  ο  άνθρωπος  έκ  τών  αιώνων,  όπό- 
σον  μακρά  και  Βαθμιαία  ύπήρξεν  ή  άνάπτυζις  αυτών  τών  απλούστα- 
των στοιχείων,  άτινα  ένδεικνύουσι  τόν  άνθρωπον  της  ιστορίας  τόν 
δράσαντα  έν  άγώνι  και  μεγαλουργήσαντα,  τόν  διακριθε'ντα  έν  τοις 
γράμμασι  καϊ  ταϊς  τέχναις,  τω  έμποοίω  και  τη  πολιτική  έπιδόσει. 
Ή  οδός  ΰπήρζεν  ούτω  δυςχερης  και  μακραίων,  ώςτε  ακόμη  και  την 
σήμερον  πλείστοι  λαοί  ύπάρχουσιν  οί  σταματήσαντες  έν  τη  κατωτάτη 
πρώτη  βαθμϊδι. 

Ή  δε  ιστορία  παραλαμβάνει  τόν  άνθρωπον  μακράν  απέχοντα  της 
νηπιώδους  εκείνης  καταστάσεως,  άλλα  δεν  δύναται  καθ  ολοκληρίαν 
νάφροντήση  περί  τών  πρώτων  σταδίων  της  αναπτύξεως  αύτοϋ,  και 
δια  τοΰτο  πολλάκις  άναγκαζόμεθα,  πριν  η  έξετάσωμεν  τόν  άνθρωπον 
της  ιστορίας,  να  μελετήσωμεν   την  ίστορίαν  τοΰ  άνθρωπου. 


Η  ΔΩΔΩΝΗ  ΚΑΙ  Η  ΔΩΔΩΝΑΙΑ  ΣΥΛΛΟΓΗ  * 


Α' 


Το  Δωδωναϊον  χαλκίον  είχε  παύσει  ήχοΰν  από  αιώνων  μακρών, 
άλλ'  ή  έρευνα  δεν  άπηύδα  αναζητούσα  τον  χώρον  εκείνον  εν  φ  έλα- 
τρεύετο  ό  Ζευς  ό  Νάϊος  και  ή  Διώνη,  τον  χώρον  όθεν  έζεπέμποντο 
χρησμοί  καθ'  άπασαν  την  Ελλάδα,  τον  χώρον,  προς  δν  συνεδέοντο 
αυτά  τάρχαιότατα  ονόματα  του  ελληνικού  έθνους.  Αληθώς  εις  τους 
περί  την  Δωδώνην  τόπους  μετέθετεν  ό  Αριστοτέλης  την  άρχαίαν 
Ελλάδα  και  την  εδραν  του  Δευκαλίωνος,  λέγων  και  γαρ  ούτος 
(ό  επί  Δευκαλίωνος  κατακλυσμός)  περί  τον  έλλτινικόν  έγένετο 
μάλιστα  τόπον  και  τούτου  περί  την  Ελλάδα  την  άρχαίαν 
αυτή  δ'  έοτιν  ή  περί  την  Δωδώνην  και  τον  Αχελώο  ν  ού- 
τος γαρ  πολλαχού  το  ρεύμα  μεταβέβληκεν  ώκοι/ν  γαρ  οι 
Σελλοί  ενταύθα  και  οι  καλούμενοι  τότε  μέν  Γραικοί  νύν  δ' 
"Ελληνες.  Εκεί  λοιπόν  εύρίσκομεν  το  άρχαιοτατον  δνομα  τών  Γραι- 
κών, όπερ  εξέλιπε  μεν  έπειτα  έν  τη  αρχαία  Ελλάδι  προς  δήλωσιν 
τών  Ελλήνων,  παρέλαβον  δ'  οι  Λατίνοι  και  έζ  αυτών  οί  νεώτεροι 
προς  χαρακτηρισμόν  του  ημετέρου  έθνους  και  ημείς  δ'  ένεθυμήθημεν 
και  πάλιν  έν  ταΐς  ήμέραις  της  δουλείας.  'Αλλά  και  αυτό  το  δνομα 
τών  άνιπτοπόδων  και  χαμαιευνών  Σελλών,  όπερ  ό  μεν  "Αριστοτέλης 
αναφέρει  περί  της  ηπειρωτικής  Δωδώνης,  ή  δε  Ίλιάς  περί  της  έν  τη 
θεσσαλική  Πελασγιώτιδι  Δωδώνης,  ήν  ύπάρχουσιν  οί  θεωροΰντες  άλ- 
λην  παρά  την  ήπειρωτικήν,  είνε  αυτό  το  δνομα  τών  Ελλήνων,  όπερ 
οί  νεώτεροι  θεωρουσι  προελθόν  έκ  του  τών  Σελλών  διό  ρητώς,  ώς  εΐ- 
δομεν,  άρχαίαν  Ελλάδα  καλεί  ό  Σταγειρίτης  τήν  περί  την  Δωδώ- 
νην χώραν. 

*  Έδημ,οσιεύθη  τδ  πρώτον  έν  τη  έφημερίδι  Κράτος  της  23  Ιουνίου   και  4  Ιουλίου 
1902. 


—  213  — 

Όδηγός  δε  των  αναζητούντων  την  έν  τη  φορά  των  αιώνων  κατα- 
στραφεΐσαν  και  άγνοουμένην  πλέον  Δωδώνην  ήούνατο  να  ύπαρξη 
ό  γεωγράφο:  Στράβων,  ρητώς  αναγραφών,  δτι  τό  ιερόν  της  Δωδώνης 
εκείτο  ύπό  τό  δρος  τον  Τόμαρον  η  Τμάρον.  Και  όμως  έπί  μακρόν 
κατά  τους  νεωτέρους  χρόνους  τό  ίερόν  της  Δωδώνης  άνεζητεϊτο  υπό 
τών  αρχαιολόγων  ματαίως  έν  διαφόροις  μέρεσι  της  Ηπείρου,  μετατι- 
θέμενον  κατά  τό  δοκούν,  α  ΤΩ  Δωδώνη,  έ'ψαλλεν  ό  Βύρων  εν  τω 
Οΐίΐά  Η&Γθ1(1,  που  είνε  ό  αρχαίος  σου  δρυμών  και  η  Ιερά  σου  πηγή; 
πού  εϊνε  οι  θεϊοι  σου  χρησμοί  ;  Ποία  κοιλάς  επαναλαμβάνει  ακόμη 
τους  λόγους  του  υπάτου  τών  θεών;  Που  είνε  τά  ίχνη  του  ιερού  Βρον- 
ταίου  Διός;  Τά  πάντα,  τά  πάντα  έλησμονήθησαν.  Ό  Ρου^ΐΐθνΐΐΐβ, 
ό  Εβ&ΐίθ.  ο  ΗαΙίΠ,  ό  ΑΐΊΙβί,Ιΐ,  ό  ΒϋΓδίαη  εκ  τών  ξένων,  ό  Σεμιτέ- 
λος,  ό  Άραβαντινός,  ό  Α.  Πάλλης,  ό  Άθαν.  Πετρίδης,  ό  Γεώργ. 
Χασιώτης  έκ  τών  ήαετέρων  ήσχολήθησαν  περί  τό  τοπογραφικόν  τοΰτο 
ζήτημα  κατά  καιρούς  μετά  ζήλου  μέν  πολλού,  άλλ'  άνευ  λύσεως  αυ- 
τού. Πράγματι  αύτη  ή  ποικιλία  τών  προταθέντων  χωρίων  προς  το- 
ποθέτησιν  της  αρχαίας  Δωδώνης  και  ή  ασυμφωνία  τών  ερευνητών 
άπεδείκνυον,  Οτι  τό  ζήτημα  έπρεπε  νά  έξετασθη  εκ  νέου.  Σχεδόν 
πανταχού  της  Ηπείρου  έ'νθα  έ'κειντο  όπωςδήποτε  άξια  λόγου  ερείπια, 
περί  τά  Ιωάννινα  μάλιστα,  έδίδετο  εις  αυτά  τό  δνομα  της  Δωδώνης. 
Και  τίνες  μεν  εθετον  αυτήν  εις  τό  Γαρδίκιον,  την  Βελτσίσταν  ή  τους 
Δραμισιούς,  άλλοι  δε,  ώς  ό  ίιβίΐΐίβ,  έπ'αύτοϋ  του  εις  την  λίμνην  τών 
Ιωαννίνων  προεκβάλλοντος  χερσονησίζοντος  βράχου,  εφ'  ου  κείται 
και  τό  φρούριον  της  πόλεως.  Τπ'  άλλων  άνεζητεϊτο  ή  Δωδώνη  κατά 
την  θέσιν  Προςκύνησιν  ή  κατά  τό  Πέραμα  ή  έν  Βονδίτζη.  Οί  πλεί- 
στοι δ'  άπεδέχοντο  τόν  λόφον  Καστρίτσαν.  Τέλος  δ'  ό  ημέτερος  Χα- 
σιώτης. αποδεχόμενος  την  ύπαρξιν  της  Δωδώνης  έν  Ίωαννίνοις,  ώρι- 
σεν  αυτήν  κειμ5'νην  ένθα  νϋν  ή  εκκλησία  του  Παντοκράτορος  Χρίστου. 
Έπεράτονε  δε  ό  Χασιώτης  την  άλλως  πολλάς  αξιόλογους  παρατηρή- 
σεις περιέχουσαν  πραγματείαν  αυτού"  έκείνην  Περί  Δωδώνης  τήν  έκ- 
δοθεΐσαν  τω   1867  διά  τών  έξής' 

«Ούτω  λοιπόν  και  ύπό  τοπογραφικήν  έ'ποψιν  τό  της  Δωδώνης  ζή 
τημα   φαίνεται    ουχί  πάση;    λύσεως    άμοιρον.   Τοσαύτας   δε    ύποστάν 
περιπέτειας    τελευτών    κατέστη    εις   σταθερόν  τι    σημεϊον   πέραν   του 
όποιου    διστάζει  τις  να  προβί,.    Άπό  χώρας  εις  χώραν    της  Ηπείρου 


—  214  — 

μεθισταμένη  κ,ατά  το  δοκούν  έκάστω  πρότερον  ή  Δωδώνη  νυν  ορίζε- 
ται έν  τη  κοιλάδι  των  Ιωαννίνων,  χάριτας  δ'  όμολογουντες  τοϊς  ούτω 
δη  ύφηγησαμένοις  των  ξένων  περιηγητών  έτολμήσαμεν  τω  άληθεϊ 
μάλλον  θύοντες  ουχί  καθόλου  όμοια  αύτοϊς  ν'  άποφανθώμεν  ώς  την 
Δωδώνην  τά  Ιωάννινα  δεχόμενο•,  έν  η  το  ιερόν.  Είθε  και  ή  πόλις 
αύτη  να  συγκαταλεχθη  εις  τον  κύκλον  εκείνον  των  αρχαιοτήτων,  ών 
ή  πράγματι  δψις  συνδυαζόμενη  με  την  των  λόγων  ήδονην  επισύρει 
ημών  τε  αυτών  και  των  ξε'νων  την  διαφέρουσαν  προςοχήν  εις  τους 
πρωταγωνιστάς  και  ήρωας  της  άνθρωπότητος,  τους  "Ελληνας  χ>. 

Ό  γράφων  τους  στίχους  τούτους  δέν  έχει  αδικον,  λέγων,  ότι  το 
της  Δωδώνης  ζήτημα  δεν  ήτο  άμοιρον  πάσης  λύσεως.  Πράγματι  δ' 
εννέα  έ'τη  μετά  την  εκδοσιν  της  άποπειρατηρίου  εκείνης  μονογραφίας, 
τω  1876,  ή  Δωδώνη  άπεκαλύπτετο  άλανθάστως  προ  τών  οφθαλμών 
τών  αρχαιολόγων. 

Οφείλεται  δ  ή  άνακάλυψις,  ώς  γνωστόν,  εις  τον  φιλάρχαιον  πο- 
λιτευτήν  κ.  Κ.  Καραπάνον.  Ιδού  πώς  αυτός  διηγείται  τά  της  άπο- 
καλύψεως  τω  1878.  α  Κατά  τάς  αποδημίας,  «ς  μοι  εδόθη  ευκαιρία 
νά  επιχειρήσω  κατά  τά  τελευταία  ταύτα  έτη  έν  Ήπείρω,  εΐχόμην 
διαρκώς  της  ίδέας  της  ευρέσεως  του  ίερου  της  Δωδώνης.  Είχον  δε 
μεγάλη  ν  έπιθυμίαν  νάνακαλύψω  το  ιερόν  τοϋτο,  όπερ,  πρώτον  φημι- 
σθέν  έν  τω  Έλληνικώ,  έπέμενεν  άποκρυπτόμενον  άπό  τών  ερευνών 
τών  περιηγητών  καϊ  τών  αρχαιολόγων.  Άνεζήτουν  δε  τεκμήρια  της 
θέσεως  αΰτοΰ  έν  άπασι  τοις  χώροις  τοις  περιέχουσιν  ερείπια,  άτινα 
είχον  την  εύκαιρίαν  νά  έπισκέπτωμαι.  Είχον  δε  ήδη  πολλαχοΰ  ανα- 
σκάψει, ότε  τό  θέρος  του  1875,  ευρισκόμενος  έν  Ίωαννίνοις,  εμαθον. 
ότι  οί  άγρόται  τη;  περιοχής  της  Τσαρακοβίτσης  άνεύρισκον  συχνό- 
τατα νομίσματ'  αρχαία  έν  τοις  έρειπίοις  έκείνοις,  άτινα  οί  πλείστοι 
τών  περιηγητών  έπίστευον  ώς  τά  της  Πασσαρώνος,  της  πρωτευού- 
σης της  Μολοττίδος.  Αϊ  ειδήσεις  δε  αύται  και  ή  εκτασις  τών  ερει- 
πίων τούτων,  περί  ών  είχον  ήδη  πολλάκις  ακούσει  νά  γίνηται  λόγος, 
μοί  παρέσχον  την  ίδέαν,  ότι,  αν  έγίνοντο  άνασκαφαί  αΰτόθ:,  θάπε- 
κάλυπτον  πιθανώς  άρχαϊα  μνημεία  δυνάμενα  νά  συντελέσωσιν  είς 
διαφώτισίν  τίνων  τών  σκοτεινών  ζητημάτων  της  τοπογραφίας  της 
Ηπείρου.  Αγόμενος  δ'  ύπό  ταύτης  της  ιδέας  και  Οπό  της  επιθυμίας 
της  ευρέσεως   της    Δωδώνης  έστειλα  έργάτας   εις  την  Τσαρακοβίτσαν 


—  215  — 

και    ενήργησα    οι'   αυτών    άνασκαφάς    έν    πολλοίς    μέρεσιν     αύτης » . 

Τοιαύτη  ύπηρξεν  η  αρχή  τη;  ζητήσεως,  ήτις  μετά  την  εκτέλεσιν 
συστηματικών  ανασκαφών,  δυνάμει  τακτικού  φιρμανίου  τοΰ  σουλτά- 
νου, ηγαγεν  εις  την  άνακάλυψιν  της  Δωδώνης.  Ό  αρχαίος  Στράβων 
είχε  δίκαιον.  Ή  Δωδώνη  εκείτο  πράγματι  εις  τους  πρόποδας  τοΰ 
Τομάρου,  δςτις  σήμερον  καλείται  Όλύτσικα  και  χωρίζει  την  κοιλάδα 
της  Τσαρακοβίτσης  από  του  Σουλίου.  "Αδικον  δε  εΐχον  εκείνοι  όσοι 
δεν  έπίστευον  εις  τό  χωρίον  έκεΐνο  τοΰ  "Ελληνος  γεωγράφου  η  διά 
διαφόρων  παρερμηνειών  έζητουν  να  έζαγάγωσιν  έξ  αΰτοΰ  εννοιαν 
συμβιβαζομε'νην  προς  τάς  ιδίας  εικασίας. 

Είνε  δε  ή  Τσαρακοβίτσα  κοιλάς  κειμε'νη  περί  τα  νοτιοδυτικά  τών 
Ιωαννίνων  και  σχεδόν  εν  τω  κέντρω  της  Ηπείρου  και  έχουσα  μή- 
κος μεν  περίπου  μιας  και  ημίσειας  ώρας,  πλάτος  δε  ποικίλον  μεταςΰ 
τριακοσίων  και  χιλίων  οκτακοσίων  με'τρων.  Διαρρέεται  δε  ή  κοιλάς 
αύτη  υπό  τοΰ  Δώδωνος,  μικρού  παραποτάμου  τοΰ  Θυάμιδος,  τοΰ 
Καλαμά  εκείνου,  ου  τό  δνομα  ενθυμίζει  τόσον  την  συνθήκην  τοΰ  Βε- 
ρολίνου. Σειρά  δε  γηλόφων  χωρίζει  αυτήν  εκ  τών  βορειοανατολικών 
άπό  της  κοιλάδος.  εν  ή  κείνται  τά  Ίωά.νινα.  Έν  τω  κάτω  οέ  μέ- 
ρει της  κοιλάδος  ταύτης  κειμένη  η  Δωδώνη  εις  ΰψος  πεντακοσίων 
περίπου  μέτρων  άπό  της  επιφανείας  της  θαλάσσης  και  περιβαλλόμενη 
υπό  ορέων  υψηλών,  άτινα  καλύπτει  ή  χιών  έπί  πολλούς  τοΰ  έτους 
μήνας,  είνε  αληθώς  δνς^είμερος,  ως  έκάλουν  αύτην  οί  αρχαίοι. 
Ή  δέ  βλάστησις  αύτης  είνε  ή  τών  ψυχρών  χωρών,  ουδέ  κοσμοΰσιν 
αύτην  οί  θαλλοϊ  της  έλαίας  και  τών  εσπεριδοειδών  δένδρων. 

Περιλαμβάνει  οέ  αύτη  η  κάτω  κοιλάς  πέντε  χωρία,  ήτοι  πλην  της 
Τσαρακοβίτσης,  ης  είνε  φερώνυμος,  τους  Μελιγγούς,  τό  Άλποχώρι, 
τους  Δραμισιούς  και  την  Πλέσσαν.  Ή  οέ  Δωδώνη  εκείτο  απέναντι  τοΰ 
Άλποχωρίου  έπί  παραφυάδος  της  σειράς  τών  προς  τά  Ιωάννινα  βαι- 
νόντων γηλόφων  προεκβαλλούσης  εις  την  κοιλάδα  δίκην  ακρωτηρίου. 
Έπί  της  άκρας  εκείνης  ευρέθησαν  τά  ερείπια  της  Δωδώνης. 

Αϊ  άνασκαφχί  άπέδειςαν,  ότι  πάσα  αμφιβολία  γεννηθεΐσα  παρά 
τοις  νεωτέρο-.ς  περί  υπάρξεως  πόλεως  Δωδώνης  πλην  τοΰ  Ίεροΰ  οΰδε- 
μίαν  είχεν  ύπόστασιν.  Έδικαιώθη  δ'  ή  γνώμη  εκείνων,  όσοι  ορθώς 
και  προ  τών  ανασκαφών  συνήγον  έκ  τών  αρχαίων  χωρίων  την  ύπαρ- 
ξιν  της  πόλεως. 


—  216  — 

"Εκείτο  δε  ή  πόλις  επί  της  κορυφής  του  εις  την  κοιλάδα  προεκ- 
βάλλοντος  εκείνου  γηλόφου  και  εις  ΰψος  τριάκοντα  μέτρων  υπέρ  αυ- 
τήν. Σώζονται  δ'  ακόμη  μέχρι  της  σήμερον  λείψανα  του  περιβόλου 
των  τειχών  αυτής,  οίος  είχε  κτισθή  εν  τοις  /ρόνοις  της  ακμής  της 
Ελλάδος  αλλά  το  ύψος  αυτών  ούδαμοΰ  υπερβαίνει  σήμερον  τα  τρία 
μέτρα.  Τά  τείχη  δε  ταΰτα  καθορίζουσι  το  σχήμα  της  αρχαίας  πόλεως, 
άκανόνιστον  τετράγωνον.  Παρηκολούθει  δε  τό  τείχος  τάς  ανωμαλίας 
τοϋ  εδάφους  και  ητο  έπιμελέστερον  μεν  έκτισμένον  δια  λίθων  τετρα- 
γώνων και  οχυρώτερον  όπου  στρατηγικοί  λόγοι  άπήτουν  μείζονα  εν- 
τασιν  της  προςοχής,  προχειρότερον  δε  δια  πολυγωνίων  λίθων  ένθα 
ητο  φυσική  η  οχυροτης  του  /ωριού,  βπτα  πύργοι  ήσαν  προωρισμε- 
νοι  εις  την  εν  ώρα  κινδύνου  άμυναν  τών  υπερασπιστών  της  πόλεως, 
ήτις  ητο  και  κατά  τούτο  δυςπρόσιτος,  ότι  είχε  μίαν  και  μόνην  πύ- 
λην.  Ό  δ'  έκ  της  πύλης  ταύτης  εΐςερχόμενος  εις  την  προ  αμνημονεύ- 
των χρόνων  έγκαταλελειμμένην  άρχαίαν  Δωδώνην  ευρίσκεται  ενώπιον 
σωροϋ  ερειπίων  κεχωρισμένων  υπό  διαφόρων  τοίχων  τών  ελληνικών 
χρόνων,  οΐτινες  παρουσιάζονται  εις  την  όψιν  ώς  εδάφη  κατασκευής 
αρχαίων  οικοδομών.  Τοιαύτη  είνε  ή  είκών  τών  ερειπίων,  οϊαν  παρι- 
στάνει ό  κ.  Καραπάνος,  όςτις  ολίγας  πειρατηρίους  μόνον  σκαφάς  έπε- 
/είρησεν  εντός  του  περιβόλου  της  πόλεως  και  άπέστη  περαιτέρω  ερευ- 
νών, άτε  μη  εύρων  άξια  λόγου  έρμαια.  Ή  δ'  εν  γένει  εργασία  αΰτου 
εν  τω  έρειπιώνι  της  πόλεως  υπήρξε  μικρά  και  εγεινεν  όλως  έπιπολής. 
Δικαιολογείται  δέ  πως  ή  σπουδή  αυτού  τούτο  μεν  ένεκα  της  πολύ 
μεγαλειτέρας  επιτυχίας  εν  ταΐ:  εκτός  τής  πόλεως  άνασκαφαϊς.  τούτο 
δ'  ένεκα  του  τρόπου,  καθ*  δν  και  τοϋ  σκοπού  δι'  όν  έτελούντο  αϊ 
άνασκαφαί  ακόμη  προ  εικοσιπενταετίας,  καθ  δν  χρόνον  εγεινεν  ή 
έξερεύνησις  τής  Δωδώνης.  Αληθώς  έν  τοις  άρχαιοτέροις  χρόνοις  αί 
αρχαιολογικά!  άνασκαφαί  έγίνοντο  /άριν  ευρέσεως  αρχαιοτήτων 
μάλλον  ή  χάριν  αυτής  τής  επιστήμης,  διό  άμελέστερον  διηκριβοΰντο 
και  έμελώντο  τάρχιτεκτονικά  λείψανα.  Αί  άνασκαφαί  τής  "Ολυμ- 
πίας, αΐτινες  υπήρξαν  ή  κολυμβήθρα.  έν  ή  ούτως  ειπείν  άνεβαπτίσθη 
ή  αρχαιολογική  επιστήμη,  και  τό  άνασκαφικόν  σχολεϊον  τής  άρχαιο- 
>ογίας,  υπήρξαν  όλίγω  προγενεστεραι  τών  ανασκαφών  τής  Δωδώνης, 
και  δεν  είχον  ακόμη  διαδοθή  ίκανώς  τά  έξ  αυτών  διδάγματα.  Ό  δέ 
μηχανικός    τοϋ  βιλαετίου  Ιωαννίνων   Μενέϊκος,  δν  είχε   θέσει   εις  την 


—  517  — 

διάθεσιν  του  κ.  Καραπάνου  ό  γενικός  διοικητής  Ιωαννίνων,  παρ  όλον 
τόν  ζήλον,  δν  δικαίως  επαινεί  ό  Ηπειρώτης  έρρυνητής,  δεν  είχε  την 
άναγκαίαν  έκείνην  άρχαιολογικήν  προπαιδείαν,  έφ'  ή  οιεκρίθησαν  οί 
αρχιτέκτονες   οί  εργασθέντες  έν  "Ολυμπία   και  ιδίως  ό  κ.   Δαΐρπφελδ. 

Εντεύθεν  όλως  ανεπαρκή  εϊνε  τα  πορίσματα  περί  των  ανασκαφών 
της  πόλεως  Δωδώνης,  ης  ουδέ  διάγραμμα  ουδέ  κάν  φωτογραφικόν 
αποτύπωμα  παρέχεται  έν  τη  ειδική  συγγραφή  τοϋ  κ.  Καραπάνου. 

Το  κακόν  είνε  όπωςδήποτε  μέγα  δια  τόν  λόγον.  ότι  ή  δόξα  του 
ονόματος  της  Δωδώνης  δεν  συνδέεται  προς  την  πόλιν,  άλλα  προς  τό 
μαντεΐον  και  ότι  ή  πόλις  αύτη  ητο  πολύ  μικρά.  Ό  όλος  περίβολος 
αυτής  έχει  περίμετρον  μόλις  επτακοσίων  μέτρων,  ήτοι  δέκα  λεπτά 
ηρκουν,  άν  τό  έδαφος  ήτο  απανταχού  όμαλόν,  δια  να  κάμη  πεζοπό- 
ρος κανονικώς  βαίνων  τόν  γυρον  αυτής.  Μοιράσατε  εις  τέσσαρα  μέρη 
έν  σχήματι  ακανόνιστου  τετραγώνου  την  όδόν  Σταδίου,  άφαιρούντες 
έξ  αυτής  εκατόν  μέτρα,  και  έχετε  εντός  τοΰ  τετραγώνου  τούτου  όλην 
την  άρχαίαν  Δωδώνην.*Η  άλλως,  έ'κτασις  ακανόνιστος,  περιοριζόμενη 
περίπου  έκ  των  οδών  Σταδίου  μέχρι  τής  Ακαδημίας  έξ  ενός  και  τών 
οδών  Άγχέσμου  και  Όμηρου  εξ  ετέρου,  ιδού  ή  περιοχή  τής  αρχαίας 
πόλεως  τών  Δωδωναίων.  Είνε  αληθές,  ότι  ήτο  λιλλιπούτειον  τό  ηπει- 
ρωτικόν  εκείνο  πόλισμα,  άλλ'  ήξιζε  νά  μελετηθή  άκριβέστερον,  και  θχ 
γείνη  βεβαίως  τούτο  μίαν  ήμέραν,  όταν  έλθη  ή  ώρα  να  εξερεύνηση  ή 
επιστήμη  ακριβώς  και  τους  λοιπούς  ερειπιώνας  τής   Ηπείρου. 

Πρέπει  λοιπόν  να  έξέλθωμεν  τής  πόλεως  δια  νά  παρακολουθήσωμεν 
τόν  κ.  Καραπάνον  έν  τω  σταδίω  τής  αληθούς  αυτού"  επιτυχίας.  Έζω 
τών  τειχών  εκείτο  τ;,  άριστα  διατηρουμενον  θεατρον,  ου  ή  ορχήστρα 
και  ή  σκηνή  έκαλλιεργούντο  ώς  αγροί,  ότε  άνέσκαψεν  ό  κ.  Καραπά- 
νος.  *Ητο  δε  τό  θεατρον  δυςαναλόγως  μέγα  παραβαλλομενον  προς 
τήν  μικρότητα  τής  πόλεως,  άτε  μή  προωρισμένον  είς  μόνους  τους 
ολίγους  κατοίκους  τής  Δωδώνης,  άλλα  περιλαμβάνον  και  τους  έπι- 
σκέπτας  τού  ίεροϋ  έν  ήμέραις  μάλιστ'  αγώνων.  Τοιούτοι  δε  αγώνες 
τής  Δωδώνης  ήσαν  τα  Νάϊα,  ούτω  καλούμενα  άπο  τοΰ  επωνύμου 
τού  Διός,  όςτις  έτιμ&το  έν  Δωδώνη  ώς  Νάϊος.  Διτιρεΐτο  δέ  τό  θεα- 
τρον είς  δύο  άνισα  μέρη  δια  διαζώματος  και  είχεν  έν  μεν  τω  κάτω 
μέρει  οκτώ  κερκίδας,   δεκαέξ  δ'  έν  τω  άνω. 

Άλλ'  ό    κυριώτατος   έν  Δωδώνη   χώρος  ήτο   ό   τού    Ιερού,  έχοντος 


\     _  918  — 

έ'κτασιν  πολύ  μείζονα  τής  πόλεως,  άν  συμπεριλάβωμεν  και  τον  χώ- 
ρον,  έν  φ  υποτίθεται,  δτι  ήτο  το  στάδιον.  Έν  τω  μέσω  δε  του  εύ- 
ρέος  τούτου  χώρου  εκείτο  έφ  υψηλού  ό  ναός  του  Να'ίου  Διός  και  της 
συννάου  Διώνης,  εν  ω  και  το  μαντεϊον.  Έλειτούργει  δέ  ό  ναός  και 
τό  χρηστήριον  άπο  των  αρχαιοτάτων  χρόνων  ιχέχρι  των  ημερών  Κων- 
σταντίνου του  μεγάλου,  δτ'  εξεδιώχθησαν  οι  εθνικοί  ιερείς  και  κατα- 
συνετρίβησαν  τα  είδωλα,  μετεβλήθη  δ'  ό  ναός  εις  χριστιανικών  έκκλη 
σίαν.  Και  επισκοπή  δ'  έγκατεστάθη  έν  Δωδώνγ)  κατά  τους  βυζαντια- 
κούς  χρόνους,  ήτις  έπειτα  περί  τον  θέκατον  αιώνα,  άν  μη  και  πρό- 
τερον.   συνεχωνεύθη  εις  την  άρχιεπισκοπήν    Ιωαννίνων. 

Μέρος  του  ναοΰ  εΐχεν  ανασκαφή  αρχομένου  του  καθ'  ημάς  αιώνος, 
της  ανασκαφής  δέ  ταύτης  ποιείται  μνείαν  ό  Ροα^αβνΐΐΐβ.  Άλλ' 
εννοείται,  οτι  οεν  εγειναν  αι  ανασκαφαι  εκειναι  εν  γνώσει,  οτι  προε- 
κειτο  περί  του  δωδωναίου  ναού,  οΰδ'  άπεσκόπουν  οι  άνασκάψαντες  εις 
άλλο  τι  η  εις  εΰρεσιν  αρχαίων  κειμηλίων.  Διό  έγκατελείφθη  τό  έργον. 
Συνετέλεσαν  δ'  αϊ  σκαφαί  έκεϊναι  μόνον  εις  ζημίαν  της  αρχαιολογίας, 
καθ'  α  ενάγεται  εκ  περιγραφής  τών  ερειπίων  εκείνων  ΰπό  του  Ι^β&ΐίβ , 
έξ  ης  γίνεται  δήλον,  ότι  εξέλιπον  έκτοτε  τίνα  τών  τότε  άποκαλυ- 
φθέντων  ερειπίων. 

Απεκάλυψε  δε  ό  κ.  Καραπάνος  πλην  τών  εδαφών  κατασκευής  τοϋ 
ναού  και  άλλα  τινά  οικοδομήματα  συναφή  προς  αυτόν,  κατοικίας  ιε- 
ρέων και  κτίρια  έχοντα  πιθανώς  σχέσιν  προς  τό  χρηστήριον.  Έν  δέ 
τω  εύρεϊ  περιβόλω  του  ίερου,  τω  τεμένει,  περιλαμβάνονται  και  ναί- 
σκος  τής  Αφροδίτης  και  δύο  σειραί  εικοσιπέντε  βάσεων  ανδριάντων 
και  άλλων  αναθημάτων.  "Αξιον  δε  παρατηρήσεως  εινε,  ότι  τών  δύο 
στρωμάτων  γης,  άτινα  έπεκάλυπτον  τό  άρχαΐον  τέμενος,  όπερ,  ότε 
άνέσκαψεν  ό  κ.  Καραπάνος,  έσπείρετο  και  έγεωργεΐτο,  τό  δεύτερον, 
τό  άρχόμενον  εις  βάθος  περίπου  ενός  μέτρου,  περιείχε  γήν  ι/ελανήν 
και  λείψανα  ξύλων  κεκαυμένων  και  κόνεως  ανθράκων.  Τα  οέ  προφανή 
τοΰτα  ϊχνη  πυρκαϊας,  συνδυαζόμενα  προς  οστά  ανθρώπων  και  ζώων, 
ένδεικνύουσι  καταστροφήν  έν  αγνώστω  χ'ρόνω  έπελθοϋσαν  μετ'  αντί- 
στασιν  τών  ύπερααυναμένων  του  ίερου. 

Τοιαύται  οι'  ολίγων  αί  άνχσκαφαϊ  του  κ.  Καραπάνου.  Ή  περι- 
γραφή &'  αυτών  και  τών  αρχιτεκτονικών  ευρημάτων  πείθει  τον  ανα- 
γνώστην  τής  περί  αυτών  συγγραφής  αύτοΰ,  ήτις   εξεδόθη  γαλλιστί  έν 


—  219  — 

Παρισίοις  τώ  1878,  ότι  είχε  δίκαιον  ό  Έλλην  ερευνητής  μη  θεωρών 
έξαντληθέν  δια  τών  ανασκαφών  εκείνων  εν  τε  τω  ίερώ  χώρω  της  Δω- 
δώνης και  περί  αυτόν  το  έργον  της  επιστήμης. 

Άλλ'  άν  ή  αρχιτεκτονική  έρευνα  πρέπη  να  επαναληφθη  και  συμ- 
πληρωθη,  πλούσιος  ύπηρξεν  ό  άμητός  τών  καλλιτεχνικών  και  επι- 
γραφικών εύοηίλχτων,  δι'  ών  διεφωτίσθησαν  μεν  τα  κατά  την  Δω- 
δώνην  και  την  ίστορίαν  τοΰ  μαντείου,  άπήρτισε  δ'  ό  κ.  Καραπάνος 
πλούσιον  αουσεΐον,  δπερ  ήτο  περιφανέστατον  κόσμημα  του  μεγάρου 
αΰτοΰ.  Τό  περιεχόμενον  και  ή  σημασία  τοϋ  δωδωναίου  τούτου  μου- 
σείου, δπερ  ή  δικαίως  ύμνηθεϊσα  γενναιοδωρία  τοΟ  κ.  Καραπάνου 
αετεβίβασεν  εις  την  κυριότητα  τοϋ  έθνους,  θε'λει  αποτελέσει  τό  θέμα 
τοΰ  δευτέοου  ημών  άρθρου. 

Β' 

Εϊδοαεν  την  άνεπάρκειαν  τών  ανασκαφών  τοϋ  κ.  Καραπάνου,  προ- 
κειμένου λόγου  περί  τών  αρχιτεκτονικών  μνημείων,  ιδίως  τών  εντός 
τών  τεινών  της  αρχαίας  πόλεως  Δωδώνης.  Αυτός  ό  άνασκάψας  (ομο- 
λόγησε την  ανάγκην  της  συμπληρώσεως  τοϋ  ίδιου  έργου  δια  περαιτέ- 
ρων  ζητήσεων  της  επιστήμης.  Τοϋτ'  αυτό  δέ  δύναται  νά  λεχθη  καϊ 
περί  της  δωδωναίας  συλλογής,  ην  άπήρτισε.  Καϊ  αύτη,  συγκροτη- 
θεΐσα  έκ  τών  ίδίων  κατά  τάς  άνασκαφάς  ευρημάτων  και  έξ  αγο- 
ρών αντικειμένων  πρότερον  η  μετά  ταϋτ'  αγορασθέντων,  δεν  δύναται 
νά  θεωρηθη  πλήρης  εφ  '  όσον  δέν  συμπεριληφθώσιν  εις  αΰτην  άπαντα 
τά  νενόμενα  ευρήματα  καϊ  δεν  ληφθη  φροντίς  νά  συμπληρωθώσι  ταύ- 
τα διά  τελείας  καϊ  συμφώνου  προς  τάς  σημερινά:  άνάγκας  της  επι- 
στήμης έκκαθάρσεο^ς  τοϋ  ίεροΰ  χώρου.  Τοϋτο  δ'  επιβάλλεται  τόσω 
μάλλον  καθ'  όσον  αυτά  τάρ/αιολογικά  μνημεία  τά  περιλαμβανόμενα 
έν  τη  δωδωναία  συλλογή,  οία  ;δωρηθη  εις  τό  έθνικόν  μουσεϊον,  δια- 
φωτίζουσιν  επαρκώς  τά  κατά  την  άρ^αίαν  Δωδώνην  καϊ  δεικνύουσιν, 
Οτι  η  λειτουργία  του  μαντείου  αυτής  συνόεεται  αναποσπαστως  προς 
την  ίστορίαν  ου  μόνον  της  Ηπείρου,  αλλά  καϊ  τοϋ  έλληνικοϋ  έθνους 
καθ'  όλου. 

Καϊ  πρώτον  τά  κατά  την  Ήπειρον  διαφωτίζονται  ΰπό  τών  ευρη- 
μάτων της  Δωδώνης  πολύ  εύρύτερον  η  όσον  τά  κατά  την  Φωκίδα 
ύπό    τών    ανασκαφών    τών   Δελφών.    Λόγος   δέ   της    διαφοράς  ταύτης 


—  220  — 

είνε,  ότι  τό  δελφικόν  μαντεϊον  απέβη  αύτό/ρημα  έθνικόν  καί  πανελ- 
λήνιον  καί  ή  δράσις  αΰτοϋ  ύπήρξεν  επί  τοσούτον  καθολική,  ώ;τε  ού- 
τως ειπείν  άπερροφήθη  ή  Φωκίς,  ήτις  άλλως  δεν  εύρίσκετ©  πάντοτε 
εις  όμαλάς  «χέζεις  προς  του:  Δελφούς.  Δια  τοϋτο  αϊ  άνασκαφαί  των 
Δελφών  δεν  έπλούτισαν  μεγάλως  τάς  ημετέρας  γνώσεις  περί  των  κατ' 
αυτήν  την  Φωκίδα.  "Αλλως  δ'  έ'/ει  τό  πραγαα  του  λόγου  δντος  περί 
Δωδώνης.  Ή  φήμη  και  ή  σημασία  τοϋ  μαντείου  αυτής  εξήλθε  αεν 
τών  στενών  ορίων  της  Ηπείρου  και  έπεζετάθη  χνά  πάσαν  την  Ελ- 
λάδα, άλλα  τοϋτο  μεν  ένεκα  της  ύπερευδοκιμήσεως  ύπο  τών  Δελφών, 
εν  μέρει  δε  καί  άλλων  πανελληνίων  μαντείων,  τοϋτο  δ'  ένεκα  τοϋ 
απόκεντρου  καί  δυςπροςίτου  της  θέσεως,  εν  ή  εκείτο,  έμεινε  κατ'  έπι- 
κράτησιν  χρηστήριον  τών  περιοικούντων,  καί  ή  σημασία  αύτοϋ  ύπήρςε 
μάλιστα  μεγάλη  δια  τάς  ήπειρωτικάς  χώρας. 

Καί  δεν  λείπει  μεν  επικοινωνία  τοϋ  δωδωναίου  μαντείου  προς  άλ- 
λα; έλληνικάς  ν-ώρας,  εύρίσκομεν  δέ  μεταξύ  τών  μαντευομένων  η  και 
όπωςδήποτε  εις  σχέσεις  προς  την  Δωδώνην  ερνομένων  καί  Αθηναίους 
καί  Κερκυραίους  καί  Ζακυνθίους  καί  Κεφαλλήνας  καί  'Ακαρνάνας  καί 
Ταραντίνους  καί  Βρεντεσίνους,  ήτοι  κατοίκους  τοϋ  ιταλικού  Βρεν- 
δησίου,  τοϋ  σημερινού  Βπίκΐίδί.  Άλλα  την  μερίδα  τοϋ  λέοντος  ν/α  η 
Ήπειρος.  Λαοί  ηπειρωτικοί  άγνωστοι  άλλοθεν  προβάλλουσιν  έκ  τών 
επιγραφών  τών  εύρεθεισών  έν  Δωδώνη,  οι  Ταλαιάνες,  οί  Όπούοι,  οΐ 
Κολπαΐοι,  οί  Εΰρώπιοι,  οί  "Ομφαλες,  οί  Χιμώλιοι,  οί  Ιίαρθαϊοι.  Πό- 
λεις, ών  ουδαμώς  η  ατελώς  γινώσκομεν  την  θέσιν,  πλουτίζουσι  την 
ηπειρωτικην  γεωγραφίαν.  Τοιαύτη  είνε  ή  Τια,  ή  Έλαια  της  Χαο- 
νίας,  ή  Λάρισσα  της  Θεσπρωτίας.  Οΰ  μικρός  δε  είνε  ό  έκ  τών  επι- 
γραφών προςφερόμενος  άμητός  ηπειρωτικών   ονομάτων  ανδρών. 

Καί  τίνα  μεν  τούτων  είνε  τών  γνωστών  καί  άλλαχοϋ  της  Ελ- 
λάδος διαδεδομένων,  άλλ'  ϋπάρχουσι  καί  πολλά  νέα,  εις  μόνην  την 
Ήπειρον  έπιχωριάζοντα. Τοιαύτα  είνε  τά  μολοσσικά  Άγιλαϊος,  Γάμι- 
θος,  Δέρκας,  Δραϊπος,  τά  θεσπρωτικά  Θοξουχάρης.  Κραϊνυς,  Όνο- 
περνος,  ίίειάνοφος,  τα  έκ  διαφόρων  ηπειρωτικών  ^ωρών  "Αγκασσος, 
Βοίσκος.  Δοεσστος,  Έπαθέριος,  Κάρωπος,  Κίλανθος,  Κλαθίατος,  Παρ 
κόπας,  Πείαλος,  Τειχέρμων,Τγχεστος.  Προφανής  δε  είνε  ό  ασυνήθης 
καί  ςενίζων  σχηματισμός  τίνων  τών  ονομάτων  τούτων,  άτινα  μόλις 
που  φαίνονται  έχοντα  έλληνικόν  χαρακτήρα  καί  δεικνύουσιν  ϊσω;  επί" 


—  η\  — 

δρασιν  τοϋ  γείτονος  ιλλυρικού  στοιχείου.  Και  η  διάλεκτος  δε  των  Ή- 
παιρωτών  ίκανώς  διαφωτίζεται  εκ  των  επιγραφών.  Δεν  είνε  δε  πάν- 
τως τυχαία  ή  οιά  διπλού  ΰϋ  γραφή  των  λέξεων  Δθέ(7σ"Γθς,  προ<7- 
(Ττάτης.  ίζεββτι,  ήτις  δεν  πρέπει  νάποδοθή  εις  λάθος  του  λιθοξόου, 
άλλ'  εμφαίνει  ίδιάζουσαν  προφοράν  τοϋ  (7  πρό  του  τ,  ως  ει  προεφέ- 
ρετο  θΗ,  καθ '  α  και  σήμερον  άκούομεν  πολλαχοϋ  της  Ελλάδος. 

Σπουδαιότατα  δ  '  «ΐνε  μάλιστα  τα  έκ  των  δωδωναίων  επιγραφών 
διδάγματα  τάναφερόμενα  εις  την  πολιτείαν  και  ίστορίαν  της  Ηπεί- 
ρου επί  τε  της  βασιλείας  τών  Αΐακιοών  και  μετά  την  κατάλυσιν  αυ- 
τής. Και  αληθώς  μεν  ή  ένδοξος  μορφή  τοϋ  Ιΐύρρου,  τοϋ  στηρίξαντος 
την  άπό  τοϋ  βασιλέως  Θαρύπα  άρξαμένην  έ'νωσιν  τών  τέως  ιδία  βα- 
σιλευομένων  ηπειρωτικών  ουλών  υπό  έν  σκηπτρον  με  πρωτεύουσαν 
την  Άμβρακίαν,  δεν  διαλευκαίνεται  δΓ  ιδίου  τινός  φωτός  έκπηγάσαν- 
τος  έκ  τών  ανασκαφών  της  Δωδώνης.  Μόνον  δ'  έξ  άπόπτου  δυνά- 
μεθα να  εΐπωμεν,  ότι  παριστάμεθα  εις  την  άπήχησιν  της  δόξης  τοϋ 
στρατηλάτου  βασιλέως  τών  ΆπεΚΗϋτάν  άνά  τάς  φάραγγας  της 
Ηπείρου,  οτε  κατέθηκεν  έν  τω  ίερώ  της  Δωδώνης  τάπό  τών  ιταλι- 
κών αύτοΰ  νικών  σκΰλα.  Άλλ  ου  μικρά  είνε  τά  έκ  των  επιγραφών 
διδάγματα  περί  της  ηπειρωτικής  πολιτείας  έπΐ  τοϋ  υίοϋ  τοϋ  Πυρρού 
Αλεξάνδρου  Β'  κχϊ  τών  διαδόχων  αύτοΰ  μέχρι  της  έπΐ  Δηιδαμείας 
της  διςεγγόνης  Αλεξάνδρου  Β'    καταλύσεως  της  βασιλείας. 

Βλέποντας  δε  τους  Μολοσσούς  έχοντας  έπΐ  της  βασιλείας  προ- 
(Κατας,  οϊτινες  έξακολουθοϋσιν  υφιστάμενοι  και  μετά  την  κατάλυσιν 
αυτής,  δυνάμεθα  ευλόγως  νά  είκάσωμεν,  ότι  πλην  τών  Μολοσσών 
είχον  προστάτας  καϊ  ο'ι  Θεσπρωτοί,  προς  δε  τούτοις  καϊ  οί  Χάονες, 
λαοί,  οϊτινες  πιθανώς  τά  ψηφίσματα  αυτών  δεν  έζέθετον  έν  Δωόώνη, 
άλλ'  έν  τη  ίδια  χώρα,  δι'  όν  λόγον  έπικρατοϋσιν  έν  Δωδώνη  τά  τών 
Μολοσσών.  Καϊ  δεν  εμφανίζεται  μεν  ό  τρίτος  ούτος  τών  μεγάλων 
ηπειρωτικών  λαών  έν  ταϊς  έπιγραφαϊς  της  Δωδώνης,  άλλα  την  παρ' 
αύτω  ΰπαρξιν  τής  αρχής  τών  προστατών  γινώσκομεν  ές  αρχαιοτέρων 
χρόνων  παρά  του  Θουκυδίδου.  Ήσαν  δ'  οί  προστάται  ετήσιοι  άρχον- 
τες, εγκατασταθέντες  το  πρώτον  έπΐ  Θαρύπα  και  έχοντες  παρεζευ- 
γμένην  την  έκκλησίαν  του  ιδίου  λαοΰ.  Κατά  ταΰτα  ή  ηπειρωτική  βα- 
σιλεία εμφανίζεται  έχουσα  μεμειωμένα  δικαιώματα,  και  τοϋτο  εξηγεί 
την  έπΐ  μακρόν    διατήρησιν    αυτής.  Μετά    δε   την    μεταξύ   τών   ετών 


—  222   — 

238-231  π.  Χ.  κατάλυσιν  χύτης  παρουσιάζεται  αντί  βασιλέως  των 
Ηπειρωτών  στρατηγός,  έχων  συμπαρισταμένους  ΐππαρχον,  γραμ- 
ματέα και  συνέδρους  κατά  τα  κρατούντα  έν  τη  αχαϊκή  συμπολιτεία- 
λειτουργοΰσι  δέ.  ώς  εικός,  και  επί  των  στρατηγών  τών  άντιπροςω- 
πευόντων  την  ενότητα  της  ηπειρωτικής  αρχής  οί  προστάται  και  τα 
ίδια  κοινά  τών  λαών.  Διέσωσαν  δ'  εις  ήμας  τα  ερείπια  της  Δωδώνης 
διάφορα  ψηφίσματα,  δι'  ων  παρέχεται  πολιτεία,  προξενιά,  ατέλεια 
ή  έπιγαμία*  παριστάμεθα  δέ  και  εις  αποφάσεις  του  ξενικού  δικαστη- 
ρίου καϊ  εις  απελευθερώσεις  δούλων  γενομένας  ενώπιον  μαρτύρων  άνευ 
λύτρων  η  έπί  λνοειτρίω. 

Και  ταύτα  μεν  τά  ευρήματα  αναφέρονται  εις  την  καθ'  δλου  ίστο- 
ρίαν  και  τον  πολιτικον  βίον  τής  Ηπείρου. Ιδιάζον  δ'  ενδιαφέρον  παρ- 
έχουσι  τά  μολύβδινα  ελάσματα,  έφ'  ων  οι  χρηστηριαζόμενοι  έπέγρα- 
φον  τάς  εις  το  μαντεϊον  ύποβαλλομένας  ερωτήσεις.  Έπερωτώσι  δέ 
τον  Νάϊον  Δία  και  την  Διώνην  ϊδ'.ώτα'.  και  πόλεις  περί  τε  δημο- 
σίων και  ιδιωτικών  υποθέσεων.  Το  πρώτον  δέ  κατά  τάς  άνασκαφάς 
τής  Δωδώνης  ευρέθησαν  τοιαύτα  ερωτήματα  έπί  μολύβδου.  Πρότερον 
δ'  έγινωσκοντο  μόνον  μολύβδινοι  κατάδει^Οΐ,  περιέχοντες  αράς  και 
ευρεθέντες  έν  τω  έν  Κνιδω  ίερώ  τής  Δήμητρος  καϊ  άλλαχοΰ. 

Τα  ερωτήματα  δέ  ταύτα  είνε  περιεργοτατα  πολλάκις.  Οί  Κερκυ- 
ραίοι έρωτώσιν  εις  τίνα  θεών  ή  ηρώων  θύοντες  και  παρέχοντες  ανα- 
θήματα ήθελον  τύχει  ομονοίας  άγούσης  εις  τάγαθόν.  Και  πάλιν  δ' 
έπειτα  οί  Κερκυραίοι  ζητοΰσι  νά  μάθωσιν  εις  τίνα  τών  θεών  ή  ηρώων 
θύοντες  ήθελον  τύχει  πολιτικής  ευημερίας  έν  τε  τω  παρόντι  και  τω 
μέλλοντι.  Γυνή,  ης  δέν  άναγινώσκεται  τό  όνομα,  επερωτά  ίίς  τίνα 
θεον  θυουσα  θά  ήδυνατο  νάπαλλαχθή  τής  κατεχούσης  αυτήν  νόσον. 
Περιεργοτέρα  είνε  ή  έρώτησις  χρηστηριαζομένου,  όςτις  έκαλεΐτο  *Αγις 
και  έζήτει  την  γνώμην  τών  θεών  τής  Δωδώνης  περί  τών  εκλιπόν- 
των αυτού  στρωμάτων  και  τών  προςκεφαλαίων,  ερωτών  αν  άπω- 
λωλεν  αυτός  ή  τών  έξο^θέν  τις  άν  έκλεβε.  Άλλ'  ό  Ζευς  και  ή 
Διώνη  ήδύναντο  να  προμαντεύσωσι  το  μέλλον  και  να  δώσωσιν  οδη- 
γίας παντοίας  περί  τού  συμφέροντος  τών  χρηστηριαζομενων.  Εις 
έρωτ£,  άν  είνε  συμφερώτερον  εις  έαυτον  νά  κατέχη  αυτός  τήν  έν  πό- 
λει  οΐκίαν  του  και  τό  χωρίον,  ήτοι  τόν  άγρόν'  άλλος  ζητεί  συμβου- 
λάς  περί  τού  εμπορίου  και  τής  τέχνης  του'  εις  ποιμήν  έρωτ$  άν  προ- 


—  523  — 

βατεύων  θα  ώφεληθή.  Ό  δέ  Ηρακλείδη:,  όςτις  έ'χεί  μίαν  και  μόνην 
θυγατέρα,  την  Αί'γλην,  άπεκδέχεται  παρά  τοΰ  μαντείου  τόν  χρησμόν, 
αν  θάποκτήση  και  άλλα  τέκνα  πλην  αυτής.  Άλλα  καϊ  μ&λλον  άμφί- 
φίβολα  ερωτήματα  πατρότητος  ύπεβάλλοντο  εις  το  μαντεϊον.  Ούτως 
ό  Λυσανίας  έρωτα  τους  θεούς,  αν  ήτο  έζ  αΰτου  το  παιοάριον,  όπερ 
εϊχεν  έν  γαστρϊ  ή  σύζυγος  Νύλα.  Δεν  γινώσκομεν  δυςτυχώς  την 
άπάντησιν  του  μαντείου,  διότι  μόνον  ερωτήσεις,  οχι  δε  και  απαντή- 
σεις ευρέθησαν  κατά  τάς  άνασκαφάς.  Άλλα  δυνάμεθα  να  ύποθέσω- 
μεν.  ότι,  αν  ό  Λυσανίας  προςήλθε  φέρων  άζιον  λόγου  ανάθημα,  οι 
ιερείς  οι  έρμηνεύοντες  εις  τους  πιστούς  τους  χρησμούς  της  δωδωναίας 
μάντιδος  δεν  θχ  έδυςκολεύθησαν  νά  καθυσυχάσωσι  τήν  τεταραγμένην 
συνείδησιν  τοΰ  δυςπίστου  πατρός,  κηρύττοντες  γνήσιον  τον  άναμενό- 
μενον    βλαστόν  της  Νύλας. 

Άλλα  πλην  των  παντοίων  επιγραφών  αϊ  άνασκαφαί  της  Δωδώνης 
καν  άλλως  υπήρξαν  κάρπιμοι  διά  της  ευρέσεως  παντοίων  αναθη- 
μάτων, αγαλματίων,  ανάγλυφων,  θρησκευτικών  ειδών,  όπλων  και 
νομισμάτων,  άτινα  δυνάμεθα  νά  θεωρήσωμεν  κατάλοιπον  τών  εις  το 
μαντεϊον  χρηματικών  προςφορών  τών  πιστών.  Ουδέ  πρέπει  νά  νομί- 
σωμεν,  ότι  μικρά  ήσαν  τά  προςφερόμενα  εις  το  ιερόν  χρηματικά  ποσά 
ένεκα  της  ευρέσεως  μόνον  χαλκών  νομισμάτων.  Ύπήρ/ον  πάντως  και 
οι  προςφέροντες  χρυσόν  καϊ  άργυρον,  άλλα  τά  χρυσά  ταύτα  και  αρ- 
γυρά νομίσματα  ώς  πολυτιμότερα  δεν  περιεσώθησαν  ή  άφηρέθησαν  έν 
άρχαιοτέροις  ή  νεωτέροις  χρόνοις.  "Οτι  δέ  δέν  ήσαν  φιλάργυροι  οι  προς- 
ερχόμενοι  εις  Δωδώνην  χάριν  χρηστηριασμοΰ  αποδεικνύεται  έκ  της  ποι- 
κιλίας καϊ  του  πλούτου  τών  αναθημάτων  της  δωδωναίας  συλλογής,  έν 
ή  έπικρατούσι  μεν  ό  λίθος,  ό  χαλκός  και  ό  μόλυβδος,  άλλα  δεν  λει- 
πουσιν  ό  άργυρος,  ό  χρυσός  και  ό  έλέφας. 

Αναφέρονται  δε  τάντικείμενα  ταύτα  της  ελληνικής  τέχνης  εις  διά- 
φορους χρόνους  και  τόπους  και  έμφαίνουσι  σύν  τοις  άλλοις  τήν  καλ- 
λιτεχνικήν  έξέλιζιν  τών  μακρών  αιώνων,  καθ'  ους  έχρησμοδοτουν  αί 
πέλειαι  και  οΐ  Ιερείς  τής  Δωδώνης  μέχρι  τών  ήμερων  Κωνσταντίνου 
του  μεγάλου  και  τοΰ  υίοϋ  αυτοΰ  Κρισπου,  ων  είνε  τά  τελευταία  τών 
ευρεθέντων  κατά  τάς  άνασκαφάς  νομισμάτων.  "Εκτοτε  σίγα  τό  μαν- 
τεϊον, τό  άρχαΐον  ιερόν  μεταβάλλεται  εις  έκκλησίαν,  ό  χριστιανισμός 
επεκτείνεται  καϊ  εις  τήν  "Ηπενρον,  καϊ  έν  τφ  χώρω,  άφ  ου  ήκούοντο  οί 


—  224  — 

χρησμοί  του  Διός  και  της  Διώνης,  εκηρυττον  οι  επίσκοποι  της  νέας 
χριστιανικής  Δωδώνης  τον  λόγον  του  θεοΰ  των  Χριστιανών.  Ταΰτα  όέ 
μέχρι  των  ημερών  καθ'  άς,  πιθανώς  περί  τόν  έκτον  αιώνα,  άγνωστΟί 
τ*)ί  ™•τηζ  τ^ί  Ηπείρου  μεταβολαί  ηρημωσαν  τόν  υπό  διπλην  εποψιν 
Ιερόν  χώρον,  και  το  άροτρον  του  άγρότου  ηρχισε  γεωργοΰν  το  χώμα 
τό  επικάλυψαν  τα  ερείπια  της  Δωδώνης. 


Η   ΔΕΣΠΟΙΝΙΣ  ΟΜΗΡΟΤ 


Τό  όμηρικόν  ζήτημα  εϊνε  έν  τη  ψυχολογία  ό  τι  το  άνατολικον 
εν  τη  πολιτική.  Φαίνεται  μεν  απλούν,  άλλ '  όμως  αποσχίζεται  είς 
πλείστα  όσα,  ών  εκαστον  έ'χει  τάς  παραφυάδας  αύτοΰ.  *Αν  εν  τω  έπ' 
εσχάτων  δημοσιευθέντι  πρώτω  τβύχει  του  καθ'  ύλην  Καταλόγου  της 
Βιβλιοθήκης  της  Βουλής  υπό  την  λέξιν  Άνατολικον  ζήτημα  εύρίσκο- 
μεν  άναγεγραμμένας  τετρακοσίας  έπιγραφάς  βιβλίων  και  μονογρα- 
φιών, είς  ας  βεβαίως  πρέπει  να  προςτεθώσι  και  πλεϊσται  άλλαι  συγ- 
γραφαί  λείπουσαι  έν  τη  είρημένη  Βιβλιοθήκη,  οΰχ  ήττον  δυςαρίθμη- 
τον  είνε  τό  πλήθος  των  περί  Όμηρου  γραφέντων.  Όρθώς  δε  δυνά- 
μεθα να  εϊπωμεν  μάλλον,  ότι  ύπάρχουσιν  ομηρικά  ζητήματα  και  δχι 
εν  μόνον  όμηρικόν  ζήτημα,  ώς  ύπάρχουσιν  ανατολικά  ζητήματα  και 
όχι  εν  μόνον  άνατολικον  ζήτημα. 

'Έν  δε  των  ζητημάτων  τούτων  άπ'  αυτής  της  αρχαιότητος  συζη- 
τηθέν  εϊνε  τό  της  προςωπικής  υπάρξεως  του  Όμηρου.  Τό  ζήτημα 
τούτο  συζητείται  παρά  πολύ  όλιγώτερον  έν  τοις  νεωτέροις  χρόνοις, 
καθ  ούς  έπεκράτησεν  ή  γνώμη,  ότι  τά  ομηρικά  έπη,  ώς  διδάσκει  άλ- 
λως ή  συγκριτική  μελέτη  τών  μεσαιωνικών  έπων,  συναπηοτίσθησαν  έκ 
δημωδών  έπυλλίων.  "Ο  τι  συνέβη  εις  τό  Νϊβ1)β1αη§βη1ΐβ(Ι  τών  Γερ- 
μανών, ό  τι  άποδεχόμεθα  περί  τοΰ  ημετέρου  έπους  τών  βυζαντιακών 
χρόνων,  του  Βασιλείου  Διγενούς  Άκριτα,  τούτο  συνέβη  και  εις  τά 
ομηρικά  επη. 

Άλλ  '  ώς  ύπήρχον  έν  τη  άρχαιότητι  οί  πιστεύοντες  είς  έ'να  Όμη- 
ρον,  και  μόνον  δεν  συνεφώνουν  περί  τοΰ  τόπου  της  γεννήσεως  αυτού, 
διότι  διημφισβήτουν,   ώς  γνωστόν,   αυτήν  επτά  πόλεις,   ούτω  και  σή- 

Έδηαοσιεύθη  τό  πρώτον  εν  τω  τού  Κ.  Σκόκου   Έθνικω  Ήμερολογίω    Γόμ.  Κ' 
(1905)  σ!200  χ.  έ. 

ΣΠΓΡ.    Π.    ΑΑΜΠΡΟΓ,    ΜΙΚΤΑΙ    ΣΕΛΙΔΕΣ  15 


—  226  — 

μερον  περισώζονται  αραιοί  τίνες  οί  αποδεχόμενοι  ενα  "()μη:ον.  Λεν 
λείπουσι  μάλιστα  και  οί  θέλοντες  αυτόν  τυφλόν  άοιδόν,  ως  ή  γνωστή 
αρχαία  παράδοσις.  Άλλα  και  οί  αρχαίοι  και  οί  νεώτεροι  λάτραι  τοΰ 
ενός  Όμηρου  άπεδέχθησαν  και  αποδέχονται  αυτόν  άνδρα,  καθ'  ά 
δηλοΐ  και  το  παραδεδομένον  αύτοΰ  δνομα'  εις  ούδενός  δε  τον  νουν 
επήλθε  να  φαντασθή  αυτόν  γυναίκα.  Κχϊ  όμως  και  τούτο  τό  παρά- 
δοξον  δεν  έλειψε"  προήλθε  δε,  ως  είκός,  εκ  της  χώρας  των  παραδόξων, 
της  Αγγλίας. 

Προ  εζ  ετών,    τω    1898,   έδημοσιεύθη  Ιν  Λονδίνω  υπό  τοΰ  κ.    Σα- 
μουήλ ΒϋΐΙβΓ   βιβλίον   φέρον   την   επιγραφήν  ΤΙΐβ   ΑυΐΗοΓβδδ  οί  ΐΐΐβ 

Οιίγδδεγ.  ννΐιβί'β  αηά  ννΐιβη  δΗθ  \νΓ0ΐθ,  \ν1ιο  δΐιβ  νν&δ,  ΐΗβ  αδβ 
δήβ  ίπαάβ  οΓ  ΐΗβ  Ι1Ϊ3.(3,  αηά  \ν!ιο  Ιΐιβ  ροβιη  £Γβ\ν  ιιηάβτ  ΙιβΓ 
Ιΐαηάδ.  Ή  επιγραφή  αύτη  εϊνε  λίαν  ενδεικτική  τοΰ  περιεχομένου,  λέ- 
γουσα τάδε'  α  Ή  συγγραφεύς  τη;  Όδυσσείας  Ποΰ  και  πότε  έγραψε, 
ποία  ητο,  τίς  η  ύπ'  αυτής  γενομένη  χρήσις  της  Ίλιάδος,  και  πώς  τό 
ποίημα  άνεπτύχθη  εις  τάς  χείρας  της»• 

Άλλα,  πριν  η  γνωρίσωμεν  εις  τον  ανχγνώστην  την  ποιήτριαν  της 
Όδυσσείας,  ί'δωμεν  τις  ό  συγγραφεύς  της  περί  αύτης  βίβλου.  Ό  κ. 
Βίΐί,ΙβΓ  είνε  πολυμήχανος  άνηρ,  ζωγράφος  άμα  και  συντάκτης  κει- 
μένων μελοδράματος,  ιστορικός  και  γεωγράφος  χωρών,  άς  εγνώρισε 
δια  μακρών  και  συχνών  αποδημιών,  φιλόσοφος  άμα  και  φιλόλογος. 
Αϊ  συγγραφαί  αύτοΰ  είνε  ώς  τό  πλείστον  έργα  ερασιτεχνικά,  μη 
προωρισμένα  βεβαίως  διά  την  αιωνιότητα.  Άλλα  τουλάχιστον  δια 
ταύτης  της  περί  της  δεσποινίδος  Όμηρου  συγγραφής  ό  ερασιτέχνης 
κατώρθωιε  νά  καταστήση  τό  όνομα  αύτοΰ  άθάνατον,  άλλα  μόνον 
ώς  παραδοξογράφου. 

Είτον  ανωτέρω  Δεσποινίς  Όμηρου.  Μάλιστα.  Δεσποινίς  είνε  η 
συγγράψασα  την  Όούσσειαν  κατά  τον  κ.  ΒϋίΙβΓ,  και  τό  δνομ  αυ- 
τής Ναυσικάα.  Άλλα  δεν  είνε  ή  γνωστή  κόρη  τοΰ  βασιλέως  της  νή- 
σοκ  των  Φαιάκων,  ουδέ  «ίνε  γέννημα  της  Σχερίας.  Ό  κόσμος  αυτής 
είνε  άλλος.  "Εζη  κατά  τά  δυτικά  παράλια  τής  Σικελίας,  έν  τω  ση- 
μερινοί ΤΓ3.ρ&ηί,  τφ  Δρεπάνω  τών  αρχαίων,  και  ό  πατήρ  αυτής 
ητο  δχι  άναξ,  άλλ'  απλώς  βουλευτής.  Πώς  και  διά  τι  μη  ερωτάτε, 
δνότι    ό   συγγραφεύς    είνε    πλούσιος   εις    εμπνεύσεις,  άλλ'  δχι    και    εις 


—  227  — 

αποδείξεις.  Μόνην   άπόδειξιν   των  νέων   αυτού   θεωριών    ύπολαμβάνει 
ώς  το  πλείστον  τους  ισχυρισμούς  του. 

Ό  κ.  ΒΐΐΐΙθΓ  εΐςάγει  ημάς  εις  τον  οίκον  της  ποιήτριας.  Ό  πα- 
τήρ ήτο  1)011  νίνβηΐ;,  μόνην  άπόλαυσιν  του  βίου  θεωρών  καλήν 
μερίδα  κρέατος  και  κύπελλον  αφρώδους  οϊνου.  "Ολως  διαφόρως  ή 
μήτηρ  ήτο  εξαίρετος  οικοκυρά,  εις  ην  ή  θυγάτηο  εχρεώστει  την 
έπιμεμελημένην  αυτής  άνατροφήν,  κχταστήσασαν  αυτήν  άξίαν  νάνα• 
στρέφηται  έν  τη  άριστη  κοινωνία.  Είχεν  χοχ  έν  τη  80θίβ1θ,  ης  ήτο 
άριστον  κόσμημα,  θέσιν  έξαίρετον.  *Ας  συγχωρηθώσιν  οί  γαλλισιιοί 
μου.  "Ανευ  αυτών  δύςκολον  θα  ήτο  να  γείνη  λόγος  περί  έ'ργου,  έν  ω 
εκλείπει  πάσα  ιδέα  του  αρχαίου  κόσμου  και  τα  πάντα  είνε  νεωτε- 
ρικά.  Ή  νεαρά  ποιήτρια,  ήτις  είνε  περίεργον  πώς  άέν  γράφει  τάς  εί- 
κοσιτέσσαρας  ραψωδίας  της  "Οδύσσειας  διά  γραφομηχανής  και  δέν 
καταβαίνει  εις  τον  αίγιαλόν  έπί  ποδηλάτου,  μόνον  άρχαϊκόν  έ'χει 
έν  εαυτή,  ότι  εγγράφει  τους  στίχους  αυτής  εις  πινακίδας,  ών  μίαν 
θραύει  ό  άρχαιότροπος  πατήρ,  άσχάλλων  έπί  τη  νεοτοοπια  της  θυ- 
γατρός.  *Αν  έξαιρέσωμεν  τους  φανταστικούς  τούτους  αρχαϊσμούς, 
ή  δεσποινίς  Ναυσικάα  του  κ.  Βαί,ΙβΓ  είνε  κατά  τάλλα  πολύ  μάλλον 
άμερικανίζουσα  νεάνις  τών  καθ'  ημάς  χρόνων  ή  γέννημα  και  θρέμμα 
εϊτε  του  βουλευτού  του  αρχαίου  Δρέπανου  είτε  του  άνακτος  της  ομη- 
ρικής Σχερίας.  Είνε  ου  μόνον  πρότυπον  τών  ονειροπόλων  τής  χειρα- 
φεσίας της  γυναικός,  άλλα  και  άξια  νά  δημηγορήση  έν  νεωτέρω  τινί 
συνεδρίω  εύλάλων  γυναικών  υπέρ  τών  δικαιωμάτων  τού  ωραίου  φύλου. 
Πράγματι  ή  Ναυσικάα,  προτρέχουσα  τού  πληρώματος  τού  χρόνου, 
έφρόντισεν  ήδη  άπό  αρχαιοτάτων  ήμερων  νά  υποστήριξη  τά  δικαιώ- 
ματα εκείνα  τής  γυναικός  διά  τών  ποιητικών  χαρισμάτων,  δι'  ών 
έπροίκισεν  αυτήν  ή  φύσις.  Είνε  λοιπόν  ή  "Οδύσσεια  αυτής  ύπεραπο- 
λογία  και  ποιητική  άνύψωσις  τής  γυναικός.  Εντεύθεν  εξηγούνται 
κατά  τον  κ.  ΒαίΙθΓ  αϊ  ώραϊαι  γυναικεϊαι  μορφαί  ας  άπαντώιχεν  έν 
αυτή,  πρότυπα  πίστεως,  άφοσιώσεως,  έρωτος,  άγνότητος.  Ή  Κα- 
λυψώ είνε  ό  τύπος  γυναικός  άφωσιωμένης,  ή  Κίρκη  ή  ευφυής  ΓβΐΏΠΐβ 
άα  ίϊΐοηάβ,  ή  Άρήτη  ή  αξιοπρεπής  οικοκυρά,  ή  Ευρύκλεια  ή  πιστή 
θεράπαινα,  ή  Άντίκλεια  ή  περίφροντις  μήτηρ.  Πάσας  δε  υπερβάλλει 
ή  Ναυσικάα,  ή  εράσμια,  ή  συνετή,  ή  αγνή.  Και  ή  Πηνελόπη  ;  Οί 
πολλοί  μνηστήρες  άποδεικνύουσι  τήν  φήμην  αυτής,  φήμην  ουχί  πάν- 


—  228  — 

τως  επ'  άγαθφ,  γυναικός  φιλάρεσκου  και  το  όλιγώτερον  έλαφράς. 
Άλλ'  ή  ποιήτρια,  ή  συνήγορος  του  γυναικείου  φύλου,  καί  ταύτης 
επιβάλλεται  τον  καθαρμόν  και  ταύτην  άπολυμαίνει  άπό  της  έρωτο- 
τροπίας  καί  άνυψόνει  εις  κανόνα  πίστεως  συζυγικής. 

Έν  ω  δε  οΰτως  ή  δεσποινίς  Όμηρου  ύπερεξαίρει  π&ν  το  γυναι- 
κεΐον,  προς  συμπλήρωσιν  τοϋ  αναμορφωτικού  αυτής  έργου  και  άνύ- 
ψωσιν  του  ίδιου  φύλου,  κατά  των  ανδρών  στρέφει  όλην  αυτής  τήν  μή- 
νιν  και  τήν  νλεύην.  Πρωτοστατεί  δ'  έν  τη  θλιβερά  είκόνι  του  ανδρι- 
κού φύλου,  οίον  παριστάνει  αυτό  εν  τη  Όδυσσεία  ή  ποιήτρια  Ναυ- 
σικάα,  αυτός  ό  ήρως  του  έ'πους,  ό  "Οδυσσεύς,  ήκιστα  γενναίος,  ήκι- 
στα βασιλικός,  ήκιστα  φιλαλήθης,  άλλα  προτιμών  τό  ψεύδος  και  τήν 
ύπόκρισιν  άντϊ  παντός  όπλου  και  μή  αΐδούμενος  μηδ'  αυτήν  τήν  άμ- 
φίεσιν  έπαίτου  άντϊ  της  σκευής  βασιλέως  και  συζύγου.  Οΰχ  ήττον  δε 
γελοίους  καί  άξιους  περιφρονήσεως  δι'  εν  ή  άλλο  ελάττωμα  παρέστη- 
σεν  ή  ποιήτρια  τους  άλλους  άνδρας  τοϋ  έπους,  τον  Τηλέμαχον,  τον 
Άλκίνοον,  τον  Πολύφημον,   τόν    Έλπήνορα,    τον  Μενέλαον. 

Τό  παράδοξον  είνε,  ότι  τόσην  ποιητικήν  εύφυίαν,  τόσην  δύναμιν 
πνεύματος  καί  θελήσεως  ή  κόρη  του  έκ  Δρέπανου  βουλευτού  απέκτησε 
χωρίς  ποτέ  να  έξέλθη  έκ  τοΰ  εδάφους  της  γενέτειρας.  Είχε  μόνον  προ 
αυτής  τελείαν,  οΐαν  έχομεν  ημείς  σήμερον,  τήν  Ίλιάδα,  ήτις  έν  μέ- 
ρει έπέδρασεν  επί  τήν  ποιητικήν  αυτής  παραγωγήν.  "Αλλως  δ' 
ή  Ναυσικάα  περιγράφει  έν  τη  Όδυσσεία:  έπειςόδια  καί  σκηνάς  έκ  μό- 
νης της  πατρίου  χώρας,  της  δυτικής  Σικελίας.  Καί  αύται  δ'  αϊ  περι- 
πλανήσεις του  "Οδυσσέως  ουδέν  άλλο  είνε  ή  απλούς  περίπλους  της  Σι- 
κελίας καί  μόνης. 

Δεν  άμφιβάλλομεν,  ότι  ό  πολύιδρις  κ.  ΒυΐΙθΓ  άνέγνω  τό  συγγραμ- 
μάτιον  τοΰ  Λουκιανού  «Περί  του  πώς  δει  ίστορίαν  συγγράφειν»  ή 
μΛλλον,  ότι  γινώσκει  τό  γαλλικόν  λόγιον  Ο'βδΙ  αίίΐδΐ  (}υοη  βΟΠΐ 
ΙΉίδΙΟΙΓβ.  Άλλα  δεν  έπτοήθη,  επειδή  έν  τω  όμηρικφ  ζητήματι  δεν 
πρόκειται  περί  Ιστορίας,  άλλα  περί  ποιήσεως.  "Αφοβος  λοιπόν  έπλού- 
τισε  τάς  σελίδας  έκείνας  τής  αρχαίας  ελληνικής  γραμματολογίας,  έν 
αίς  λάμπουσιν  αί  εικόνες  τής  Σαπφούς,  τής  Κορίννης,  τής  Ήρίννης, 
τής  Τελεσίλλης,  δια  μιας  επί  πλέον,  καί  ταύτης  άρχαιοτέρας,  ποιη- 
τικής μορφής,  τής  Ναυσικάας.  Τον  εΰχαριστούμεν  επί  τή  δωρε£  τής 
ευγενούς   ποιήτριας.  "Εχομεν    όμως    καί  μίαν  σπουδαίαν    άντίρρησιν. 


—   229   — 

Και  ή  μεν  τόση.  σπανία  ε!;  κυρίαν,  καλωσύνη  προς  τάς  άλλας  γυ- 
ναίκας έξηγίϊται  βέβαια  έκ  του  γεγονότος,  ότι  εν  τή  Ναυσικάα  νπτιρ- 
χον  όλα  τα  σπέρματα  προώρου  υπερμάχου  της  χειραφετήσεως  των 
γυναικών.  Άλλ'  όμως  έ£  ετέρου  ή  τόση  διάθεσις  νάνορθώση  την 
όπωςοήποτε  παραστρατήσασαν  Πηνελόπην  και  ,  το  κυριώτατον,  ό 
τόσος  πόλεμος  εναντίον  των  ανδρών  άποδεικνύουσι,  νομίζομεν,  περι- 
φανώς,  ότι  ή  δεσποινίς  Ναυσικάα,  ή  εκ  Δρέπανου  της  Σικελίας  ποι- 
ήτρια της  "Οδύσσειας,  ήτο  απλούστατα  .  .  .  γεροντοκόριτσον. 


ΤΟ  ΗΡΑΙΟΝ  ΤΗΣ  ΣΑΜΟΥ  ΔΙΑ  ΤΩΝ  ΑΙΩΝΩΝ  * 


Α' 


ΈπχΟτημονχκτι  καχ  έθνικη  Οτχμαϋχα  τών  ανασκαφών  της  Σάμου.— 
Πολυκράτεια  έργα. —  Ή  ΰδραυ2ακη  τοΰ  έκτου  αιώνος  π.  Χ. — Τό 
όρυγμα  τοϋ  Εύπα?Λνου. — Τό  Ήραΐον  ποό  τοϋ  Πο2ατκράτους  και, 
έπ'  αΰτοϋ. — Αχ  τύχαχ  του  Ηραίου  έν  τφ  άρχαχότητχ  και,  έπχ  των 
βυζαντχακών  χρόνων. 

Ύπό  διπλήν  εποψιν  πρέπει  να  χαιρετίσωμεν  ενθουσιωδώς  την  έναρ- 
ξιν  ανασκαφών  εν  τω  Ήραίω  της  Σάμου  υπό  της  Αρχαιολογικής 
εταιρείας,  δια  λόγον  ου  μόνον  έπιστημονικόν,  άλλα  και  έθνικόν. 

Κα!  ό  μεν  εθνικός  λόγος  εΐνε  προφανής.  Προ  πολλού  νρόνου  έπρεπε 
να  κατανοηθή,  ότι  ή  Αρχαιολογική  εταιρεία  έδει  να  προςλάβη  χαρα- 
κτήρα πανελλήνιον,  έπεκτείνουσα  νυν,  δτ'  έ'χει  άφθονους  τους  πόρους, 
τάς  έρευνας  αυτής  πλην  τής  εντεύθεν  Ελλάδος  εις  τάς  εκτός  του  βα- 
σιλείου έλλην.κάς  χώρας.  Και  δεν  δύναται  μεν  έν  παντΐ  να  έργασθή 
παραλλήλως  προς  τάς  μεγάλας  αρχαιολογικά:  επιχειρήσεις  και  άπο- 
στολάς  τών  άντιπροςώπων  κραταιών  και  πλουσίων  τής  Ευρώπης  δυ- 
νάμεων, ένιαχοΰ  δέ  τών  έκτος  του  βασιλείου  ελληνικών  χωρών  ίσως 
και  εις  άλλας  δυςχερείας  ήθελε  προςκόψει  τό  έργον  αυτής.  Άλλ' 
ούχ  ήττον  υπάρχει  ευρύ  στάδιον  ενεργείας,  αν  μή  άλλαχου,  πάντως 
όμως  έν  Σάμω,  Κρήτη,  Κύπρω  καΐ  Αίγύπτω.  Δυςυπολόγιστο;  δέ  θά 
είνε  ΰπό  εποψιν  έθνικήν  ή  έπιχείρησι;  ανασκαφών  προς  άποκάλυψιν 
αρχαίων  μεν  ελληνικών  υνημείων  έν  ταϊς  λοιπαΐς  χώραις,  κτισμάτων 
δέ  τών  μακεδόνικων  χρόνων  και  παπύρων  έν  τη  Αίγύπτω  έπϊ  τών 
Πτολεμαίων.    Διό    χαίρομεν.     ότι    κατενοήθη    τέλος    ή    σημασία    τής 

*  Τά  τρία  ταύτα  άρθρα  έδηαοσιεύθησαν  τό  πρώτον  έν  τω  "Αστει  της  11,  12  και 
13  Οκτωβρίου  1902,  άνετΰπωσε  δ'  αυτά  έν  επιτομή  και  ή  Αρμονία  τής  Σμύρνης  τη 
16-18  Όκτωβρίου  1902. 


—  ?3Ι   — 

τοιαύτης  επιβολής,  και  ί'διος  δέ  κανονισμός  των  έκτος  του  κράτους 
ανασκαφών  συνετάχθη,  υποβαλλόμενος  κατ'  αύτάς  εις  την  εγκρισιν 
των  εταίρων  της    Αρχαιολογικής  εταιρείας. 

Ύπό  έπιστημονικήν  δ'  εποψιν  η  αρχή  τοιούτων  πανελληνίων  ανα- 
σκαφών εν  Σάμω  είνε  λίαν  ευοίωνος,  και  άριστα  δυνάμεθα  να  προς- 
δοκώμεν  εκ  της  άνασκαλεύσεως  τοΰ  εδάφους  της  νήσου  εκείνης,  ήτις 
υπήρξε  τών  κυριωτάτων  εστιών  της  ελληνικής  τε'χνης.  Εινε  δέ  τό 
πράγμα  τοσούτω  μάλλον  άναγκαϊον  και  επείγον,  καθ1  δσον  ή  Σάαος 
παρά  την  μεγάλην  αυτής  ίστορικήν  και  καλλιτεχνικήν  σημασίαν  εινε 
τών  ελληνικών  εκείνων  χωρών,  δσαι  παραδόξως  ήκιστα  μέχρι  τοΰδε 
ήρευνήθησαν  ύπό  εποψιν  έπιστημονικήν. 

Ή  δύναμις  της  θαλασσοκρατίας  τοΰ  Πολυκράτους  και  ό  πλούτος, 
όν  συνεσώρευσεν  Ιπί  της  νήσου  ό  πολύς  εκείνος  τύραννος,  ειγον  ήδη 
εξεγείρει  τόν  θαυμασμόν  τών  αρχαίων.  Τα  πολυκράτεΐα  έργα, 
καθ'  α  εκφράζεται  ό  Αριστοτέλης,  ήσαν  περιώνυμα  άπό  τών  ήμερων 
τοΰ  Ηροδότου  Ή  ακρόπολις  της  Αστυπάλαιας,  τό  παρά  τόν  λι- 
μένα πρόχωμα,  τό  όρυγμα  τοΰ  Ευπαλίνου  και  προ  πάντων  τό  Ήραΐον 
ένεδείκνυον  περιφανώς  τόν  πλοΰτον  και  τόν  πολιτισαόν  της  Σάαου, 
τοΰ  πολυκινήτου  εκείνου  ορμητηρίου  εμπορίου  ακμαίου,  άγοντος  άπό 
αρχαιοτάτων  ήδη  χρόνων  τους  Σαμίους  μέχρι  τών  ακτών  της  Αιγύ- 
πτου και  τών  άργυρούχων  χωρών  της   Ισπανίας. 

Πάσαι  αί  πρόοδοι  της  ελληνικής  βιοτεχνίας  και  καλαισθησίας  εύ- 
ρισκον  ήδη  ενωρίς  πρόςφορον  τό  έδαφος  εν  Σάμω,  ή  μάλλον  δυνάμεθα 
να  εϊπωμεν,  ότι  ή  πλουσία  και  προοδευτική  νήσος  ύπήρξεν  έν  πολλοίς 
ή  κοιτις  νέων  ανακαλύψεων  και  προόδων.  Παράδειγμα  ή  έν  αυτή  ύπό 
τοΰ  Θεοδώρου  περί  τό  680  π.  Χ.  εύρεσις  της  χωνεύσεως  τοΰ  χαλκοΰ, 
δι'  ης  νέα  εδόθη  ώθησις  εις  τήν  χάριν  τής  γλυπτικής  κατεργασίαν 
τών  μετάλλων. 

Πολιτεία  τοιαύτη  έπΐ  ημερών  αρχής  ούτως  ίσχυράς  και  πεπολιτι- 
σμένης,  οία  ή  τοΰ  Πολυκράτους,  δεν  ήδύνατο  να  μείνη  ξένη  προς  τήν 
μεγάλην  ύδραυλικήν  κίνησιν  τοΰ  έκτου  αιώνος.  Άπό  τών  μικρών  μέν 
σήμερον,  άλλ  ακμαίων  και  πλουσίων  έν  τω  τότε  χρόνω  Μεγάρων 
άφωρμήθη  ή  δραστήρια  αύτη  έπιδίωξις  τής  δια  τολμηρών  μαστεύ- 
σεων  ανευρέσεως  υδάτων  καϊ  διοχετεύσεως  αυτών  εις  τάς  πόλεις  δια 
συστήματος  ευτέχνων  και  λυσιτελώς  λειτουργούντων  υπογείων  οχετών• 


—  23<>  — 

Ό  δε  μέγας  υδραυλικός  του  έκτου  εκείνου  αιώνος,  ό  Μεγαρεύς  Ευ- 
παλίνος, δέν  εΐνε  άπορον,  ότι  έγεννήθη  έν  τη  πόλει  εκείνη,  ήτις  άπό 
των  αρχαιοτάτων  χρόνων  παρουσιάζεται  λειψυδροΰσα  καϊ  σήμερον  δε 
μετά  τήν  καταστροφήν  του  υδραγωγείου  του  Ευπαλίνου  επανήλθε  πά- 
λιν εις  λειψυδρίαν. 

Αϊ  σκηναί  αί  συμβάσαι  έν  Μεγάροις  προ  ολίγων  ετών  κατά  την 
κατασκευήν  τής  σιδηροδρομικής  γραμμής  καϊ  ό  επιδειχθείς  τότ'  ερε- 
θισμός τών  διψώντων  χωρικών  εξηγεί  θαυμασίως  τάς  αρχαίας  διηγή- 
σεις περί  τής  έν  Μεγάροις  τυραννίδος  του  Θεαγένους,  όςτις,  επιβλη- 
θείς ώς  τύραννος,  μέγα  μέρος  τής  δυνάμεως  αυτού  ήντλησεν  εκ  τής 
περί  τών  υδάτων  μερίμνης.  'Εν  τη  αύτη  δ'  εκείνη  πόλει  μετά  δεκαε- 
τηρίδας όλας  άκμάσαντα  Εΰπαλϊνον  τον  Μεγαρέα  βλέπομεν  μετακα- 
λούμενον  έπί  του  Πολυκράτους  καϊ  είς  την  Σάμον  και  κατασκευά- 
ζοντα  τό  όρυγμα  εκείνο,  δι'  ου,  διατρηθέντος  όρους,  διωχετεύθη  τό 
ύδωρ  είς  την  πόλιν.  Άλλα  και  ή  περί  τους  αυτούς  χρόνους  έν  Αθή- 
ναις μεγάλη  έπί  του  Πεισιστράτου  υδραυλική  κίνησις  δέν  εΐνε  άσχετος 
προς  τά  έργα  και  τάς  μεθόδους  τοΰ  Ευπαλίνου.  'Εκ  τών  κατά  τά 
τελευταία  ετη  ερευνών  του  κ.  Δαΐρπφελδ  αποδεικνύεται,  ότι,  καθ'  α 
μαρτυρούσιν  αί  αύται  διαστάσεις  τών  πήλινων  διονετευτικών  σωλή- 
νων και  άλλα  τινά  τεκμήρια,  τό  εύπαλίνειον  σύστημα  δεσπόζει  κατά 
τον  έκτον  αιώνα  έ'ν  τε  Μεγάροις  καί  Σάμω  και  Αθήναις,  καϊ  ούτως 
ειπείν  ό  Ευπαλίνος  δύναται  νά  όνομασθή  ό  επίσημος  υδραυλικός  τών 
τυραννικών  αυλών  του  Πολυκράτους  καί  του  Πεισιστράτου. 

Δημόσιον  έργον  οίον  τό  όρυγμα  του  Ευπαλίνου  ήτο  άξιον  νά  τύχη 
ίδιων  Ιοευνητών.  Καί  διά  τούτο  όεδικαιολογημέναι  εΐνε  αί  σκαφαί 
καί  αϊ  ερευναι,  ων  ήξίωσαν  τό  όρυγμα  εκείνο  τω  μέν  1813  ό  Γάλ- 
λος ΟυβΠΠ,  τφ  δέ  1882  ή  σαμιακή  κυβέρνησις,  τω  1884  ό  Σάμ•.ος 
Επαμεινώνδας  Σταματιάδης,  ολίγον  δέ  κατόπιν  ό  Γερμανός  Ρ&1)Π- 
01118.  τω  1894  ό  Δαΐρπφελδ  καί  τω  1899  ό  Σάμιος  Ιερομόναχος 
Συνέσιος. 

Καί  τό  μέν  όρυγμα  του  Ευπαλίνου  ήτο  άξιον  μελέτης  ώς  εν  τών 
μεγίστων  δημοσίων  έργων  τών  ελληνικών  χρόνων.  Ούχ  ήττον  δ'  άξιος 
προςο^ής  ήτο  ό  έν  προαστείω  τής  Σάμου  παρά  τήν  θάλασσαν  ναός 
τής  Ίμβρασίας  "Ηρας,  είς  τών  αρχαιοτάτων,  μεγίστων  καί  πλουσιω- 
τάτων    τής    αρχαίας  Ελλάδος,  ου  τήν    κτίσιν    οί  αρχαίοι    εμύθευον 


—  233  — 

άναβιβάζοντες  εις  τους  Λέλεγας.  τους  Μινύας  ή  τους  Άργοναύτας. 
Και  δτι  μεν  ήδη  έν  χρόνοις  άρχαιοτάτοις  ύπήρνε  πρωτόγονόν  τι 
Έραϊον  δεν  είνε  άπίθανον  συμφώνως  προς  τας  αρχαίας  παραδόσεις. 
Τούτου  δε  λείψανα  ή  αναθήματα  δεν  εΐνε  παράδο£ον  να  εύρεθώσι  κατά 
τάς  σήμερον  έπιχειρηθείσας  άνασκαφάς  υπό  τον  νεώτερον  ναόν  ή  πλη- 
σίον αύτοϋ  κατ'  άναλογίαν  όμοιων  φαινομένων,  πολλάκις  παρατηρη- 
θέντων  έν  τή  αρχαία  ναοδομία.  Πάντως  δέ  τοΰ  εβδόμου  αιώνος  αρ- 
χομένου κτίσμα  ήτο  ό  δεύτερος  ναός,  δν,  πυρποληθέντα  ύπό  τοΰ  Κύ- 
ρου,  άνωκοδόμησεν    έπειτα  ό  Πολυκράτης. 

Το  Ήραϊον  δ'  εκείνο  καθ'  άπάσας  αύτοΰ  τάς  περιόδους  ήτο  το 
σέβασμα  των  Σαμίων,  και  ή  εν  αύτώ  λατρευομένη  θεά  έπλουτί- 
ζετο  έκ  των  αναθημάτων  των  επί  της  νήσου  και  άλλαχόθεν  πιστών 
και  της  δεκάτης  τών  λάφυρων  ή  του  φόρτου  τών  πλουσίων  της  νή- 
σου έμπορων  και  ναυκλήρων.  Ούτως  ήδη  περί  τό  630  π.  Χ.  άνέθη- 
κεν  είς  τό  Ήραϊον  ό  Σάμιος  Κωλαΐος  πλούσιον  χαλκοΰν  κρατήρα  έκ 
της  δεκάτης  τοΰ  πλουτοδότου  αύτοϋ  πλου  εις  την  ΐσπανικήν  Ταρ- 
τησσόν,  την  πλουσίαν  χώραν  τών  άργυρείων.  Περιώνυμον  δ'  ήτο  τό 
άγαλμα  της  Ήρχς  τό  κατασκευασθεν  κατά  παραγγελίαν  τών  Σα- 
μίων υπό  τοΰ  Αίγινήτου  γλύπτου  Σμίλιδος.  Αγάλματα  θιών  και 
ανδριάντες  ηρώων,  αναθήματα  και  λαμπραί  εικόνες  έκόσμουν  τον  περι- 
φανή εκείνον  ναόν  της  Ήρας,  δν  έθαύμαζον  ομοφώνως  οι  αρχαίοι. 

Και  έφ'  όσον  μεν  συνέμενεν  ή  αρχαία  δόξα,  άθικτον  και  όσημέραι 
πλουτιζόμενον  διετηρεΐτο  τό  Ήραϊον.  Άλλ'  ήδη  έπί  τών  μιθραδατι- 
κών  πολέμων  ήρχισεν  ή  σύλησις  αύτοΰ  ύπό  τε  τών  πειρατών  τών  λυ- 
μαινομένων  τάς  έλληνικάς  θάλασσας  και  ύπό  τών  "Ρωμαίων.  Ούχ 
ήττον  και  έ'να  μετά  τους  πολέμους  εκείνους  σχεδόν  αιώνα  ό  Στράβων 
επί  τών  ήμερων  τοΰ  Αύγουστου  μνημονεύει  τοΰ  Ηραίου  ως  καλλι- 
τεχνικού κέντρου  της  νήσου.  Έχει  δέ  τό  χωρίον  αύτοΰ  ώδε'  «Έπ' 
»  αριστερά  δέ  τό  προάστειον  τό  προς  τω  Ήραίω  καϊ  ό  "Ιμβρασος 
»  ποταμός  και  τό  Ήραϊον,  άρχαΐον  ιερόν  και  νεώς  μέγας,  δς  νυν  πι- 
»  νακοθήκη  εστί"  χωρίς  δέ  τοΰ  πλήθους  τών  ένταΰθα  κειμένων  πινά- 
))  κων  άλλαι  πινακοθήκχι  και  ναίσκοι  τινές  είσι  πλήρεις  τών  αρχαίων 
«τεχνών*  τότε  ΰπαιθρον  ομοίως  μεστόν  ανδριάντων  εστί  τών  άριστων 
»  ών  τρία  Μύρωνος  έργα  κολοσσικά  Ιδρυμένα  έπί  μιας  βάσεως,  α  ήρβ 
»  μεν  Αντώνιος,  άνέθηκε  δέ  πάλιν  ό  Σεβαστός  Καίσαρ  εις  τήν  αυτήν 


—  234  — 

»  βάσιν    τα  δύο,    την    Άθηνδεν  και  τόν  Ήρακλέα,   τον   δε   Δία    εις  το 
»  Καπιτώλιον  ηνεγκε  κατασκευάσας  αύτω  ναΐσκον». 

Και  το  ρ.εν  χωρίον  τοΰ  Στράβωνβς  δεικνύει  ηδη  προχωρούσαν  την 
άπο  τών  μιθραδατικών  χρόνων  άρζαμένην  σύλησιν  τοΰ  Ηραίου  και 
των  περί  αυτό  χώρων.  Άλλ  όμως  ό  ναός  Ιςηκολούθησεν  υφιστάμενος 
και  μετά  τον  Αύγουστον.  "Ετι  δ'  επί  των  ημερών  τοΰ  Νέρωνος  οί 
Σάμιοι  άνέθηκαν  εν  αύτω  τόν  ανδριάντα  της  συζύγου  του  τυράννου, 
της  γλυκείας  Όκταβίας  εκείνης,  ης  συγκινητικότατα  διηγείται  τόν 
άδικον  θάνατον  ό  Τάκιτος.  Ή  δε  σύλησις  του  ναοΰ  πολύ  «.άλλον  ηύ- 
ζήθη  επί  τοΰ  Βυζαντίου.  Ή  Νέα  'Ρώμη  έκοσμήθη  ούχ  ήττον  της 
αρχαίας  δι'  έργων  μετενεχθέντων  έκ  της  Σάμου,  καθ'  α  και  έξ  άλ- 
λων ελληνικών  χωρών.  "Ρητώς  δε  μνημονεύεται,  ότι  έπί  τοΰ  αύτοκρά- 
τορος  Θεοδοσίου,  τελευτώντος  τοΰ  τετάρτου  αιώνος,  μετεκομίσθη  είς 
την  Κωνσταντινούπολη  το  άγαλμα  της  Ηρας  το  ποιηθεν  ΰπό  τοΰ 
Σμίλιδος,  Οπερ  και  εγείνε  τω  480  παρανάλωμα  πυρκαϊας  μετ'  άλλων 
αρχαίων  τεχνουργημάτων  εν  τω  παλατίω  τοΰ  συγκλητικοΰ  Λαύσου. 
Έπ'  ϊσης  δε  μνημονεύεται  άλλο  χαλκοΰν  άγαλμα  της  "Ηρας,  άπο- 
κείμενον  Ιν  τη  άγορα  τοΰ  Κωνσταντίνου,  πιθανώς  δε  και  τοΰ  το  έκ 
Σάμου  μετενεχθέν,  ου  ή  κεφαλή  καϊ  μόνη  κατά  την  διαρπαγήν  της 
Κωνσταντινουπόλεως  υπό  τών  Λατίνων,  παραδόντων  αυτό  εις  χώ- 
νευσιν  και  κοψάντων  είς  νόμισμα,  άπεκομίσθη  είς  το  μέγα  παλάτιον 
έφ'  αμάξης  συρομένης  ύπό  τεσσάρων  βοών. 


Β'. 


Τό  Ήραϊον  κατά  τους  μέσους  αιώνας.  —  Τα  περιόωθέντα  λείψανα  καϊ 
οί  αρχαιολόγοι  τοΰ  ιθ'  αιώνος.  —  Αϊ  άναόκαφαί  τών  νεωτέρων.  — 
Ανάδρομη  είς  τόν  ιη'  αιώνα.  —  Οί  περχτιγηταί  τοΰ  αιώνος  εκείνου 
και.  οί  τοΰ  ιε'  αιώνος.  —  Ή  περιγραφή  τοΰ  ΚαιΟαρίου  Δαπόντε. 

Δυςτυχώς  δεν  δυνάμεθα  νά  παρακολουθήσωαεν  τάς  τύχας  τοΰ 
Ηραίου  δια  τών  μέσων  αιώνων.  Άραιόταται  είνε  καθ'  δλου  παρά 
τοις  Βυζαντίνοις  αϊ  ειδήσεις  περί  αρχαίων  ιερών.  Μόλις  που  μανθάνο- 
μεν  σπάνια  τίνα  περί  τοΰ  Παρθενώνος  καϊ  τοΰ  έν  Έφέσω  Αρτεμι- 
σίου.   Τά  δε  αρχεία   της  Βενετίας    και   της  Γενούης,  Ιν  οίς    άλλα  τε 


—  235  — 

ά£ια  λόγου  περί  της  μεσαιωνικής  ιστορίας  της  Σάμου,  τυχαίως  δε 
και  ειδήσεις  περί  του  ναού  δεν  εϊνε  άτίθανον  να  εΰρωμεν,  δέν  έμελε- 
τήθησαν  ακόμη  χάριν  των  σαμιακών  πραγμάτων*.  Τοΰτο  δέ  μόνον 
σαφώς  τεκμηριοΰται  εκ  τίνων  Ινδείζεων.  ότι  ό  ναός  μετετράπη,  ως 
και  άλλα  πολλά  τών  αρχαίων  ιερών  /.ατά  τους  μέσους  αιώνας,  εις 
έκκλησίαν  χριστιανικην. 

Δια  δέ  τούτους  τους  λόγους  άγνωστοι  παραμένουσιν  αϊ  δια  τών 
μέσων  αιώνων  περιπέτειαι  του  μεγάλου  κτίσματος,  όπερ  εΰρηται  νυν 
συνεσταλμένον  είς  έ'να  και  μόνον  κίονα,  και  τούτον  στερούμενον  άνω 
τινών  σπονδύλων  και  του  κιονοκοάνου.  Τούτον  δέ  και  μόνον  τον  κίονα 
είδον  οι  αρχαιολόγοι  του  δεκάτου  ένατου  αιώνος  οΐ  έπισκεφθέντες  την 
νήσον.  Τών  δέ  αρχαιολόγων  τούτων  ιδίας  μνείας  εϊνε  άζιος  ό  Λουδο- 
βίκος 'Ρόσσιος,  όςτις  και  τούτον  τόν  έ'να  κίονα,  έ'χοντα  δώδεκα  σπον- 
δύλους μεγίστων  διαστάσεων,  εύρε  σ/εδον  μέχρι  του  άνω  άκρου  κατά 
μέγα  μέρος  έπικεκαλυμμένον  τω  1841,  και  ό  «Ι.  Κ.  δί,ΓβοΙί  ό  επι- 
σκεφθείς την  νησον  μικρόν  προ  του   1862. 

Έν  τούτοις  δέ  η  δη  τω  1853  έπε/είρησε  περί  τόν  έ'να  τοΰτον 
και  μόνον  κίονα  άνασκαφας  ό  Γάλλος  Βίκτωρ  Οΐΐβπη.  Νέας  δέ  ανα- 
σκαφάς  ανέλαβε  το  θέρος  του  1879  6  εταίρος  της  Γαλλικής  αρχαιο- 
λογικής σχολής  Παύλος  ΟΪΓΕΓίΙ.  Τάς  άνασκαφας  δέ  ταύτας,  διακο- 
πείσας τόν  Σεπτέμβοιον  τοΰ  αύτοϋ  εκείνου  έτους,  έζηκολούθησε  κατ' 
Αυγουστον  και  Σεπτέμβριον  τοΰ  1  883  άλλος  εταίρος  της  Γαλλικής 
σχολής,  ό  ΟΙείΌ.  Άλλ '  άπασαι  αύται  αϊ  άνασκαφαί  υπήρξαν  βρα- 
χείας διαρκείας,  είς  πολλά  προςέκοψαν  εμπόδια,  και,  ατελώς  διεξα- 
χθεϊσαι,  μικρά    έσνον    αποτελέσματα. 

Τοιαύτα  τά  κατά  τόν  ναόν  και  τά  σωζόμεν'  αΰτοϋ  λείψανα  κατά 
τόν  δέκατον  ενατον  αιώνα.  Άλλ'  άναδράμωμεν  εις  άρχαιοτέρας  έπο- 
χάς,  όπως  παρακολουθήσωμεν  την  ίστορίαν  τών  λειψάνων  τούτων. 
Και  δη  και  πρότεοον  κατά  τόν  δέκατον  ογόοον  αιώνα  είς  και  μό- 
νος έαώζετο  κίων.  Ό  Γάλλο;  ΤοαΓΠβίοΓΐ  τω  1702,  ό  "Αγγλος  Ρο- 
ΟΟοΙίβ  τω  1739,  ό  ΟΙΐοίδβΐΐΙ-ΟουίϊίβΓ  τω  1770,  ό  "Αγγλος  Οά\\'ά- 


Άργότερον,  τώ  1903,  εσ/ον  τήν  εύκαιρι'αν,  διατριβών  έν'Ιταλία,  νά  πεισθώ,  μετά 
προ/ειρον  τουλάχιστον  έξε'τασιν,  ό'τι  τάρ•/ε?α  τής  Βενετίας  δέν  ;τερισώζουσιν  εγγραφ 
αναφερόμενα  είς  τήν  Σχμον.  Περί  δέ  τών  αρχείων  της  Γενοΰη;  εινε  τοϋτο  βέβαιον. 


—  236  — 

λνα^  τω  1796  περί  ενός  μόνου  κίονος  ποιούνται  λόγον.'Αλλ'  άπαντες 
ούτοι  εΐδον  πλην  του  κίονος  εκείνου  και  ίκανάς  βάσει:  άλλων  κιό- 
νων του  ναοΰ  σωζομένας  ως  και  εν  κιονόκρανον,  εξαιρουμένου  του 
(_ϊηθ18βΐΐΙ-Οθ11ιΙΐβΓ,  δςτις  μόνον  τον  ενα  κίονα,  εν  κιονόκρανον  και 
μίαν  βάσιν  εϊοεν.ΤΗσαν  δέ  ήδη.  αρχομένου  του  δεκάτου  ογδόου  αιώ- 
νος, σεσαλευμένοι  εκ  της  αρχικής  αυτών  θέσεως  οί  δώδεκα  σπόνδυλοι 
του  σωζόμενου  κίονος  Ό  δε  ΤοϋΠΙβΓοΓΐ  διηγείται,  ότι  τοΰτο  προήρ- 
χετο  έκ  βομβαρδισμού  υπό  τών  Τούρκων  γενομε'νου  από  της  θαλάσσης 
ολίγα  έτη  προ  της  επισκέψεως  αυτού  είς  την  νήσον.  Λόγος  δε  του 
βομβαρδισμού  εκείνου  ήτο  ή  ιδέα  τών  Τούρκων,  φαντασθέντων,  ότι  ό 
υψηλότατος  τών  σωζόμενων  σπονδύλων  ήτο  πλήρης  χρυσού  και  αργύ- 
ρου, όν  ηθελον  νά  καρπωθώσι,  καταρρίπτοντες  αυτόν  δια  τών  σφαιρών. 

Αλλ'  ήδη  ό  'Ρόσσιος  παρετήρησεν  ορθώς,  ότι  ή  μαρτυρία  εκείνη  του 
ΤουΓΠβίΟΓΐ  δεν  εΐχεν  ορθώς.  «  Οί  σπόνδυλοι  του  κίονος,  λέγει,  εινε 
μεγάλως  μετακεκινημένοι  εκ  της  πρώτης  αυτών  θέσεως,  άλλ'  ό  λόγος 
της  μετακινήσεως  ταύτης,  όν  παρέχει  ό  ΤοίΐΓΠβίΟΓΐ,  λέγων,  ότι  δή- 
θεν οι  Τούρκοι  είχον  πειραθή  νάνατρέψωσι  δια  κανονιοβολίας,  -εινε  βε- 
βαίως πεπλανημένος,  καθ'  α  ίξάγομεν,  βλέποντες,  ότι  τα  μάρμαρα 
ουδέν  φέρουσιν  ϊχνος  σφαιρών,  οίτινες  άλλως,  ως  εινε  γνωστόν  κα' 
καθ  '  ά  βλέπομεν  δυςτυχώς  έν  τω  Παρθενώνι,  άφίνουσι  καταφανείς  ού• 
λάς ), .  Πολύ  δ'  εύλογωτέραν  αίτίαν  της  μετακινήσεως  και  διασπάσεως 
εφερεν  ό  Ροοοοίίβ,  λέγων,  ότι  αύτη  είχε  προέλθει  ε'κ  σεισμού.  Ή  δε 
αναλογία  της  έν  Ολυμπία  διασπάσεως  τών  κιόνων  του  ναοΰ  του 
Διός,  ων  οί  σπόνδυλοι  κείνται  χαμαΐ,  καίπερ  μεγίστας  έχοντες  δια- 
στάσεις,  πείθει   ημάς,  ότι   ομοίως   Ικ   σεισμού   έ'παθε   και   τό  Ήραϊον. 

Πότε  δέ  συνέβη  ούτος  ό  σεισμός  ό  καταστρέψας  τό  Ήραϊον  θα 
ήδυνάμεθα  νά  είπωμεν  μετά  βεβαιότητος  ή  μετά  πιθανότητος  τουλά- 
χιστον, αν  είχομεν  άρχαιοτέρας  περιγραφάς  του  ναού  μεταξύ  της  αρ- 
χαίας αύτου  ακμής  και  τών  επισκέψεων  τών  περιηγητών  του  δεκά- 
του ογδόου  αιώνος.  Άλλ'  ού  μόνον  οί  Βυζαντινοί,  καθ'  ά  προείπον, 
δεν  περιγράφουσι  τον  ναόν,  άλλ'  ουδέ  τών  μεσαιωνικών  συγγραφέων 
τής  Εσπερίας  έγνώσθησαν  περιγραφαϊ  μέχρι  τούδε.  Και  κατά  πόσον 
μεν  ποιείται  μνείαν  του  Ηραίου  Κυριάκος  ό  έξ  Άγκώνος,  δεν  γινώ- 
0κω,  μή  υπάρχοντος  δυςτυχώς  εν  Αθήναις  τοΰ  περιηγητικού  αύτου 
βιβλίου.  Ό  δ'  έτερος  γνωστός  έξ  Ιταλίας  περιηγητής  του  αύτου  δεκά- 


—  237  — 

του  πέμπτου  αιώνος  Χριστόφορος  Βουονδελμόντης  ποιείται  μέν  ίκανόν 
λόγον  περί  της  Σάμου,  ολίγα  δέ  λέγει  και  περί  του  Ηραίου,  δπερ 
ήτο  κατ'  αυτόν  ΐϊΐαχίπΐϋπι,  απιρίΐδδίπιίδ  οοΐυπιηίδ  βΓβοΙαπι,  άλλ' 

εκ  των  λεγομένων  ύπ'  αύτοΰ  ουδέν  διδασκόμεθα,  διότι  άπορρέουσιν 
έκ  λογίων  μόνον  αναμνήσεων.  Άλλ'  ο  τι  δεν  προςφέρει  εις  ημάς  ή 
Δύσις  έν  χρόνοις  άρχαιοτέροις  του  έτους  1702,  ότε  περιώδευσε  τάς 
έλληνικάς  χώρας  ό  ΤοϋΓΠβΓοΓΐ,  εύρίσκομεν  παρ  '  "Ελληνι  συγγραφεί, 
Οςτις  έζησε  μεν  και  αυτός  κατά  τον  δέκατον  δγδοον  αιώνα,  άλλα 
παρέχει  περιγραφήν  του  ναού  πολΰ  πληρεστέραν  τών  άλλων  αύτοΰ 
κατ'  εκείνον  τον  αιώνα  επισκεπτών.  Την  περιγραφήν  δε  ταύτην  πάν- 
τως άγνοουσιν  οι  αρχαιολόγοι,  μη  φανταζόμενοι,  ότι  έν  έργω  ήκιστ' 
άρχαιολογικώ  ήδύνατο  νά  ευρέθη  ολόκληρος  περιγραφή  τών  ερειπίων 
του  Ηραίου.  Πεοϊ  τούτου  άνεκοίνωσα  έ'ν  τινι  τών  συνεδριών  του  εν- 
ταύθα Γερμανικού  αρχαιολογικού  ινστιτούτου  προ  πολλών  ετών,  άλλ' 
ή  άνακοίνωσίς  μου  αύτη  δεν  έξετυπώθη. 

Είνε  δε  ούτος  ό  πολυγράφος  μοναχός  Καισάριος  Δαπόντες.  Ό  Σκο- 
πελίτης  ούτος  λόγιος,  μονάζων  έν  τη  κατά  τό  "Αγιον  "Ορος  μονή  του 
Ξηροποτάμου,  επεχείρησε  κατά  τό  έτος  1751  μέχρι  του  1765  μα- 
κράς περιοδείας  έπϊ  ζητεία  χάριν  άνακαινίσεως  του  ετοιμόρροπου  της 
μονής  ναού,  φέρων  προς  προςκύνησιν  τό  έν  αύτη  φυλασσόμενον  τίμιον 
ςύλον  του  Σταύρου.  Περιέγραψε  δέ  τήν  ίεράν  αύτοΰ  ταύτην  περιο- 
δείαν  έν  μακρφ  στιχουργήματι,  όπερ,  φέρον  τήν  έπιγραφήν  Κήπος 
Χαρίτων,  εξεδόθη  έκ  /ειρογράφων  δις,  τφ  μεν  1880  υπό  Γαβριήλ 
Σοφοκλέους,  τφ  δε  1881  ύπό  του  Αιμιλίου  Ι^β^ΓΒίκΙ  (  ΒϊΜίο- 
Ιΐιβηαβ  ΟΓβοςυβ  να1§αΐΓβ  Τόμ.  Β'). 

"Εχει    δέ  ή  φλύαρος,    άλλα   διδακτική    περιγραφή    του  Καισαρίου 

Δαπόντε  ώδε" 

'Σ  ένα  νησί  κατάμεΟα,  μικράκι  μ'  έκκληόίαν 
τ'  αγίου  Νικολάου  δέ,  άκουόα  λειτουργίαν. 
Έδώ  κοντά  ένα  καιρόν  όοΰ  είχεν  ένα  κάότρο, 
όπου  'ς  τόν  κόόμον  έλαμπε  ποτέ  'ςάν  ένα  άότρο, 
ελληνικό,  παμπάλαιο,  πολΰ  τη  άληθεία 
δια  τό  μεγαλεΐόν  του,  και  πύργους  και  τοιχία, 
μέ  πέτρες  μεγαλώτατες  αυτά  δλα  κτιόμένα, 
ανδρείας  της  ελληνικής  καθρέπτης  τό  καθένα. 
Τάδλεπα  και  έθαΰμαζα  και  έλεεινολογοϋόα 
τό  γένος  μας  τό  τωρινό,  και  έδακρυρροοϋόα* 


—  238  — 

και  όντως  ανθρωπάρια,  πίθηκας,  μασκαράδες 

ιόνόμαζα  τοΰ  λόγου  μας,  κνώδαλα  και  μαυράδες. 

Θέ?ν'  εΐνε  βεβαιότατα  ώς  τρεις  χιλιάδες  χρόνοι 

και  στέκεται  τό  κτίριο,  και  φαίνεται,  δεν  λνόνει. 

Και  τά  'δικά  μας  δεν  περνά  χρόνος  και  αρχινίζουν, 

να  σπάζουν,  να  ραγίζονται  και  νά  κοντοκρημνίζουν, 

Κ'  έχομεν  μίαν  έπαοο*ιν  ημείς  μεν  οΐ  σπουδαίοι 

πώς  και  αύτον  τόν  Πλάτωνα  περνούαεν  οι  χυδαίοι, 

οι  ρήτορες  Κικέρωνα  όμοϋ  και  ΊοΌκράτην, 

οΐ  Ιατροί  μας  Γαληνόν,  ίσως  και  Ίπποκράτην, 

οι  φρόνιμοι  μας  Νέστορα  ή  και  τόν  Παλαμήδη, 

αύτο'ι  δε  οι  κτιΡτάδες  μας  αυτόν  τόν    Αρχιμήδη. 

Θεέ  μου  παντοδύναμε,  ή  γνώσιν  νά  μας  δώσης, 

ή  καν  νά  0τεί2ν,ης  άπ'  την  γην  όλους  νά  μας  σήκωσης• 

γατί  και  την  άγίαν  γήν  νά  την  καταπατοϋμεν 

ανάξιοι  γης  ε'ίμεσθεν,  ανάξιοι  νά  ζούμεν. 

Έδώ  και  μίαν,  τέκνον  μου,  κολώνα  όου  σηκόνει, 

όπου  θαρρείς  'ς  τά  σύγνεφα  μέόα  εκεί  την  χώνει 

και  ύύηλήν  κα'ι  θαυμαότήν  δια  τά  μεγαλεία, 

των  λίθων  όντων  δώδεκα,  τέρας  τμ  άληθεία/ 

τεράστιον  ά?αιθινά  εΐνε  αυτή  ή  στήλη, 

όωότά  νά  την  διηγηθμ  δεν  δύναται  κοντύλι• 

άπ' τά  επτά  θεάματα  της  γης  νά  εινε  ένα 

ή  ότήλη  έπρεπεν  αύτη  όντας  βεβαιωμένα, 

ή  και  όγδοον  θέαμα  νά  την  όνοματίόουν 

την  ότή?αιν  τήν  όαμχώτικην  και  νά  τηνε  ψηφίσουν. 

Άπό  μακρόθεν  ώρες  δυο  τήν  βλέπεις  και  σε  κράζει 

νά  'πα  διά  νά  την  ίδνίς•  θαρρείς  και  όε  φωνάζει. 

Ό  κάθε  ένας  λίθος  της  ( άκουε  καΐ  νά  φρίττης, 

και  νά  χαρμς  τά  μάτια  δον  παντού  νά  την  κηρύττμς  ) 

οκτώ  εννέα  πιθαμές  τό  πλάτος  του  μετράται, 

εΐνε  δέ  'ςαν  μυλόπετρα  πάς  λίθος  και  όράταν 

πέντε  δέ  πά?αν  πιθαμές  τό  χόνδρος  ό  καθένας• 

τους  κύτταζα  καί  έχασα  και  τήν  φωνήν  κα'ι  φρένας• 

ώςάν  κ'  εμένα  άνθρωποι  πέντ'  εξ  νά  'ξαπλο^θοϋόι 

απάνω  του  όλοι  έκεϊ  χωρίς  άλλο  χωρούΦ•. 

Και  ώς  τριάντα  πιθαμές  τό  γύρω  κάθε  λίθος• 

με  τώλεγαν  καί  έλεγα,  ότι  πώς  εΐνε  μύθος, 

ότι  διήγημα  εκεί  εΐνε  αυτή  ή  ότήλη, 

καί  την  ακούς  καί  την  θωρείς  'ςτοΰ  καθενός  τά  χείλη . 

Ατός  μου  τους  έμέτρηόα  μέ  έπαινον  μεγάλον 

εκείνων  τών  κτιτόρων  της  των  θείο^ν,  όχι  άλλων 

εκείνων  τών  ηρώων  της,  τών  αληθών  ανθρώπων, 

τών  άσεβων,  άλλ'  ευσεβών  κατά  ύΛ/χήν  και  τρόπον 


—  539   — 

όθεν  ό  κτίΟτης  μας  θεός  αυτούς  έβοηθοΰδε, 

τέτοιες  πέτρες  όήκονε  καί  τες  οίκοδομούδε 

και  δυνεργεΐ  κ'  ευφραίνεται  θεός  έπ'  αληθείας 

είς  των  ανθρώπων  των  καλών  τάς  τέχνας  και  Οοφίας• 

τά  έργ'  αυτών  τά  ευλογεί  καί  τους  τα  Οτερεόνει 

καί  τους  Οοφίζει  καί  αυτούς  καί  τους  ένδυναμόνεν 

και  είν'  επάνω  πανωτές  πέτρες  θηριακωμένες 

είς  τόοον  ύψος  υψηλά,  κι'  όλες  πελεκημένες 

ώςάν  να  είνε  κόοΊανα  ένα  επάνω  τάλλο, 

ώςαν  κεφαλοτύρια,  πράγμα  πολλά  μεγάλο. 

Δεν  εΐνε  δε  και  μονάχη,  υπέρ  τάς  δέκα  είνε• 

αυτό  κάνει  τους  θεατάς  φρϊξαι  καί  έκπλαγηναν 

αύτη  όμως  δυνήθηκεν  έως  τοϋ  νυν  Οταθτίναι, 

θέαμα  νάνε  θαυμαΟτό,  Οάλπιγξ  και  της  ανδρείας 

τών  πάλαι  προπατόρων  μας,  άλλα  και  της  Οοφίας. 

Με  τό  νά  είνε  δέ  πολλές  και  πιάνουν  ένα  τόπον 

διά  παλάτι  άρκετόν  βαδιλικών  προςώπων 

τοϋ  Ξάνθου  τά  παλάτια  τώρα  τόν  ονομάζουν, 

τόν  Οπέρνουν  όμως  Οήμερον,  τόν  Οπέρνουν  καί  θαυμάζουν. 

Είνε  κοντά  'ςτήν  θάλαΟΟαν  ετούτη  μου  ή  Οτήλη, 

όπου  ώς  τώρα  επαινεί  ετούτο  τό  κοντύλι, 

άπό  τό  κάΟτρο  τό  ρηθέν  μακράν  ώς  δύο  ώρας, 

ολίγα  δέ  Οιμότερα  της  πρωτευούΟης  χώρας• 

εδώ  θωρείς,  αγαπητέ,  θαρρείς  καί  εην  κυττάζω 

καί  τό  πολύ  της  ίΟωμα  δτέκομαι  καί  θαυμάζω, 

κάδτρον  καί  Οτήλης  μεταξύ,  ομού  δέ  καί  της  χώρας 

τό  πλάτος  της  καί  μάκρος  της  είνε  ώς  δύο  ώρας. 

.  .  .  Γράψε  μέ  τόν  νουν  τώρα  έδύ  καί  πιάάε 

απάνω  'ς  τές  κολώνες  μου  όλες  αυτές,  καί  φτειάάε 

ένα  παλάτι  άξιον  τοιούτων  θεμελίων, 

όπου  καθ'  άλλο  νά  περνά"  'ς  τοϋ  κάλλους  τό  πρωτεΐον 

τόν  βαΟιλέα  ϋΟτερα  πλάθε  καί  κάθιΟέ  τον, 

'ς  τόν  θρόνον  τον  βαΟιλικόν  κι'  ώς  πρέπει  δοξαΟέ  τον, 

και  δός  τον  γιά  βαδίλειον  όχι  την  Ίγγλιτέραν, 

την  Σικελίαν,  την  Σαρδώ,  την  Κρήτην  ή  έτέραν, 

άμμή  την  Σάμον  δια  τί  ;    διά  την  εύμορφιά  της, 

διά  την  εύτυχίαν  της  και  τά  λοιπά  καλά  της. 


—  240 


Γ'. 


Κρίο"εχς  περί  της  περιγραφής  τοϋ  Καισαρίου  Δαπόντε.  —  Ή  περχ  της 
ύπό  ΟεχΟμοΰ  καταστροφής  τοϋ  Ηραίου  γνώμη  τοΰ  Ροοοοίίβ.—  Τις  ό 
ΟεχΟμός  εκείνος. —  Οχ  καταστρεπτικοί  ο*εχσ*μοχ  της  Μχκρας  Ασίας 
κατά  τους  μέσους  αΙώνας.  —  Προςδοκίαχ  έκ  τό>ν  νέων  ανασκαφών. 

Ή  σημερινή  αρχαιολογική  επιστήμη  δεν  θα  παρέβαλλε  τους  σπον- 
δύλους τοΰ  αρχαίου  κίονος  τοΰ  Ηραίου  προς  μυλόπετρας  και  προς 
κόσκινα,  πολύ  δε  όλιγώτερον  προς  κεφαλοτύρια,  καθ'  ά.  ό  μονα- 
χό: τοΰ  Ξηροποτάμου,  ον  γινώσκομεν  έξ  άλλων  έργων  κατ  έζοχην 
λίχνον.  Άλλ  ούχ  ήττον  ή  περιγραφή  τοΰ  Καισαρίου  Δαπόντε  είν  έν 
τη  άδολεσχία  αύτης  ίκανώς  άξια  λόγου.  Έξ  αύτης  μανθάνομεν  την 
κατά  τον  δε'κατον  δγδοον  αιώνα  ύπερμεσοΰντα  διάσωσιν  τών  λειψά- 
νων της  αρχαίας  Ακροπόλεως,  εις  ά  άλλως  προςδίδει  ό  Δαπόντες 
πολΰ  μείζον'  αρχαιότητα  της  πραγματικής,  ίπειδη,  άνάγων  αυτά  εις 
τριςχίλια  έτη  άπό  τών  χρόνων  εν  οίς  εζη,  δεν  είχε  βεβαίως  συνείδησιν 
τών  κατά  την  μυκηναίαν  περίοδον,  όπως  εις  αύτην  τυχόν  προςγράψη 
τά  σωζόμενα  πελασγικά  κτίσματα. 

Έν  δε  τη  περιγραφή  τών  ερειπίων  τοΰ  Ηραίου  βλέπομεν  ού  μόνον 
την  ύπό  τοΰ  σωζόμενου  δωδεκασπονδύλου  κίονος  έμποιουμένην  εις  τον 
θεώμενον  κραταιάν  αϊσθησιν,  αλλά  και  τάς  διαστάσεις  αύτοΰ,  διδα- 
σκόμεθα  δε  προςέτι,  ότι  πλην  τοΰ  κίονος  εκείνου  ΐσώζοντο  μεταξύ 
τών  ίτών  1757  και  1765  υπέρ  τάς  δέκα  έ'τι  βάσεις.  Αποδεικνύε- 
ται δ'  έκ  της  μαρτυρίας  ταύτης,  συνδεόμενης  μάλιστα  προς  την  μνεί- 
αν  ώρισμένου  άριθμοΰ,  ότι  δεν  είχε  δίκαιον  ό  ΟΗοίδβΐΐΙ  -  ΟοαίΠβΓ, 
αναφερών  πλην  τοΰ  όρθιου  κίονος  μίαν  μόνην  βάσιν,  άκριβε'στερον  δε 
περιέγραψαν  τά  ερείπια  ό  Ροοοοίίβ  τω  1739  και  ό  Οϋ11α\ν£ΐν  τω 
1796,  ποιούμενοι  μνείαν  πλειόνων  βάσεων,  καίπερ  μη  άναγράφοντες 
ώρισμένον  αυτών  αριθμόν. 

Άξιολογωτάτη  δε  είνε  παρά  τω  Αγιορείτη  μοναχφ  και  ή  μνεία 
τοΰ  δημώδους  ονόματος,  δι'  ού  έκάλει  ό  σαμιακός  λαός  ύπερμεσοΰν- 
τος  τοΰ  δεκάτου  ογδόου  αιώνος  τά  ερείπια  τοΰ  Ηραίου,  όνομάζων 
αύτα  Παλάτιον  τοϋ  Ξάνθου.  Είνε  δ'  ή  ονομασία  αύτη  το  μόνον 
λείψανον  τών  μεσαιωνικών  ΜβΠΙΟΓ&βϊΙία  της  Σάμου. 


—  241   — 

Άλλα  και  του  Δαπόντε  ή  περιγραφή,  καίπερ  προάγουσα  τάς  ημε- 
τέρας γνώσεις  περί  της  καταστάσεως  του  ναοϋ  κατά  τον  δέκατον 
δγδοον  αίώνα,  δεν  διαφωτίζει  ήμ&ς  περί  τοΰ  χρόνου  της  έρειπιώσεως, 
ης  ό  "Έλλην  περιηγητής  παρέχει  ήμΐν  είκόν'  άνάλογον  προς  την  των 
αρχαιολόγων  τοϋ  δεκάτου  ογδόου  και  δεκάτου  ενάτου  αιώνος.  Και 
εΐνε  μεν  πάντως  πιθανωτάτη  ή  γνώμη  του  ΡθΟΟθ1ί6  περί  σεισμού 
κλονήσαντος  τον  ναόν  έκ  θεμελίων  και  καταστρέψαντος  τους  άλλους 
κίονας  πλην  του  ενός  μόνου  περισωθέντος.  "Επειτα  δε  μετά  την  έκ 
του  σεισμού  κατάπτωσιν  τών  κιόνων  συνεπληρώθη  ή  καταστροφή  διά 
της  χ*ριν  οΐκοδομίας  ύπό  τών  περιοίκων  αποκομίσεως  τών  λίθων, 
άλλως  ευκόλως  δυναμένων  ώς  έκ  της  συστάσεως  αυτών  νά  θραυσθώ- 
σιν  εις  τεμάχια  κατά  την   μαρτυρίαν  τοϋ   'Ροσσίου. 

Άλλα  πότ'  έ'γεινεν  ό  σεισμός,  εϊς  δν  πρέπει  νάποδώσωμεν  την 
καταστροφήν  ;  Το  σεισμοπαθές  έδαφος  τών  ελληνικών  χωρών  πολλά- 
κις συνεκλονηθη  βιαίως,  άλλα  δυςτυχώς  δεν  έχομεν  περί  τούτων  τών 
σεισμών,  πολλού  γε  και  δει,  σαφείς  ειδήσεις,  ενίοτε  δε  στερούμεθα 
και  παντελώς  πάσης  μαρτυρίας.  Ιίαρακολουθοΰντες  δε  τον  πληρέστα- 
τον  τών  πινάκων  τών  συνταχθέντων  περί  τών  έν  ταϊς  έλληνικαΐς  γώ- 
ραις  σεισμών,  τον  ύπό  τοϋ  πρώτου  διευθυντού  τοϋ  έν  Αθήναις  Αστε- 
ροσκοπείου μακαρίτου  Ιουλίου  δοΙίΠΠίΙΐ  συνταχθέντα,  έ'να  και  μόνον 
εΰρίσκομεν  σεισμόν,  καθ  δν  γίνεται  ρητή  μνεία  της  Σάμου,  τον  τοϋ 
έ'τους  177  μ.  Χ.  Τοϋ  σεισμού  τούτου  μνημονεύων  ό  Φιλόστρατος  έν 
Βίω  Απολλώνιου  (IV,  6)  ιδίως  αναφέρει  μεγάλας  καταστροφάς  έν 
Σμύρνη.  Άλλ'είνε  λίαν  απίθανος  ή  έν  χρόνω  ούτω  παλαίω  καταστροφή 
τού  Ηραίου.  Τις  όϊ  τών  άλλων  πολλών  σεισμών  τών  κλονησάντων  τό 
έδαφος  της  Μικρ&ς  Ασίας  έπήνεγκε  τήν  έν  Σάμω  καταστροφήν,  δεν 
δυνάμεθα  νά  διαγνώσωμεν  έκ  τών  ατελών  μαρτυριών  τών  αεσαιωνι- 
κών  συγγραφέων. 

Ύπήρξεν  αρά  γε  ό  τοϋ  365,  οι  τών  ετών  395  και  396  ή  ό  τοΰ 
528,  καθ'  δν  κατεστράφη  ή  Αντιόχεια,  ή  ό  τοϋ  543,  καθ'  δν  κατε- 
στράφη  ή  Κύζικος  ;  Ή  δέον  νάναγάγωμεν  τήν  καταστροφήν  εις  τους 
δύο  φοβερούς  σεισμούς  τών  ετών  522  και  551,  ότε  κατεστράφησαν 
τά  κτίρια  της  "Ολυμπίας,  σεισμούς,  ών  τήν  δεινότητα  μαρτυρεί  ή 
κατάρριψις  τοϋ  κολοσσιαίας  έχοντος  διαστάσεις  ναού  τού  Διός,  ου  οί 
χαμαΐ  κείμενοι  σπόνδυλοι  τών  κιόνων  θά  έξήγουν  τήν  άνάλογον  κατά- 

ΣΠΓΡ.    α.    ΛΑΜΠΡΟΙ*,    ΜΙΚΤΑ!    ΕΚΛΙΑΕΕ  16 


242  — 


πτωσιν  των  κιόνων  του  Ηραίου;  Άλλ'  ουδείς  γίνεται  εν  ταΐς  περί 
των  δύο  τούτων  δεινών  σεισμών  λόγος  περί  επεκτάσεως  αυτών  και  εις 
την  Μικράν  Άσίαν.  Ή  τέλος  τις  θά  ήδύνατο  να  βεβαίωση  ήμας,  ότι 
ή  κατάπτωσις  τοϋ  έν  Σάμω  ναού  εγεινε  τυνον  κατά  τους  τετράμη- 
νους εν  Μικρά  Ασία  σεισμούς  του  1169;  Και  κατά  τους  μεταγενε- 
στερους  οε  χρόνους  ούτε  τις  των  προτερον  γνωστών  σεισμών  ούτε  τις 
τών  προςθέτων  άπό  του  δεκάτου  τρίτου  αιώνος  και  έζής  των  γνω- 
σθέντων  εκ  των  αγιορείτικων  χειρογράφων,  ους  συνέλεξα  έν  τω  έμφ 
Καταλόγω,  φαίνεται  γενόμενος  έν  Σάμω. 

Μένει  λοιπόν  άλυτον  το  αίνιγμα,  την  δε  λύσιν  αϋτοΰ  δεν  είνε  άπί 
Οανον  νά  δώσωσιν  αύται  αϊ  άνασκαφαί,  αν  μάλιστα  καταβληθή  ή 
δέουσα  προςοχή  περί  την  μελέτην  τών  κατ'  αύτάς  τυν~όν  εΰρεθησομέ- 
νων  χριστιανικών  λειψάνων  και  μικρών  μνημείων,  οίον  νομισμάτων 
και  τών  τοιούτων,  έζ  ων  εσται  δυνατός  ό  καθορισαός  τών  ορίων  της 
έςακολουθούσης  ζωής  του  Ηραίου  ως  χριστιανικού  ναού  και  της 
παύσεως  πάσης  έν  αύτώ  και  περί  αυτόν  κινήσεως. 

Περί.  δέ  της  επιστημονικής  τών  τοιούτων  ζητημάτων  μελέτης 
άπεκδεχόμεθα  τά  βέλτιστα  εκ  της  διαρκούς  εποπτείας  τών  μακρών 
ανασκαφών  της  Αρχαιολογικής  εταιρείας,  ην  άνέλαβεν  άνηρ  ού  μό- 
νον τών  έν  Σάμω  πραγμάτων  μετά  μεγάλης  φιλοπατρίας  προϊστάμε- 
νος, αλλά  και  περί  τάς  άρχαιολογι/.άς  μαθήσεις  εμπειρότατο;,  ό  κ. 
Θεμιστοκλής  Σοφούλης. 


Ο  ΑΙΩΝ  ΤΟΤ  ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ* 


Προύκήρυξα,  ότι  θά  διδάξω  την  ίστορίαν  του  αιώνος  τοϋ  Περικλέ- 
ους, διότι  φρονώ  δτι  τμηματική  και  ούτως  ειπείν  μονογραφική  παρά- 
στασις  της  ιστορίας  εϊνε  η  μόνη  αρμόζουσα  ε!ς  την  πανεπιστημιακή  ν 
διδασκαλίαν.  Και  περί  μεν  της  γενικής  Ιστορίας  δύναται  τις  να  εϊπη . 
ότι  πρε'πει  νά  διδάσκηται  παρ'  ημϊν  ολόκληρος  συστηματικώς,  καθ' 
όσον  είνέ  ποτέ  τοΰτο  δυνατόν,  ένεκα  της  ατέλειας  τών  γυμνασίων, 
άλλα  περί  της  πατρίου  ιστορίας  υποτίθεται  η  τουλάχιστον  πρε'πει  νά 
ύποτεθή,  ότι  έκ  του  γυμνασίου  και  εξ  ίδιων  αναγνώσεων  άποκομί- 
ζουσιν  οί  εις  το  Πανεπιστήμιον  φοιτώ  ντες  την  εικόνα  τών  κυριωτά- 
των  τυχών  του  έθνους  κατά  τους  μακρούς  αιώνας.  Ούτω  δέ  καθίστα- 
ται δυνατός  ό  εν  τω  Πανεπιστήμιο)  περιορισμός  της  ελληνικής  ιστο- 
ρίας είς  έκλεκτάς  τινας  και  αξίας  λόγου  περιόδους.  Λέγων  δ'  εκλε- 
^■τάς  και  άξιας  λόγου  δεν  εννοώ  μόνας  τάς  περιόδους  της  λαμπρότα- 
της ακμής  και  της  μεγίστης  δόξης  του  ελληνικού  έθνους,  άλλα  και 
άλλας  τινάς,  ήττον  μέν  εΰκλεεϊς,  άλλα  περί  την  μελέτην  τών  όποιων 
ένδιατρίβοντες  και  τύχας  περιέργους  του  έθνους  θά  μάθωμεν  και  γε- 
γονότα γνώσεως  άξια  θάποκαλύψωμεν  και  ιδιότητας  διακριτικάς  τού 
ελληνισμού  θά  διίδωμεν.  Και  είνε  μέν  αληθές,  ότι  κατά  τμήματα 
τοιαύτα  διδασκόμενη  ή  ελληνική  Ιστορία  δεν  θά  δυνηθή  νά  παράσχη 
εικόνα  του  ελληνισμού  ένιαίαν  και  νά  εξέταση  φιλοσοφικώς  τάς  τύ- 
χας αΰτοΰ,  τά  αίτια  της  ακμής  και  τους  τρόπους  της  παρακμής,  τον 
όλον  προορισμόν,  τήν  ίδέαν  ην  ΰπεδύθη.  Άλλ    εκτός  τούτου,   ότι  δύ- 

*  Μάθημα  εναρκτήριον  επί  τη  υφηγεσία  τοΰ  μαθήματος  της  ελληνικής  ιστορίας  δι- 
δα^θεν  έν  τω  Πανεπιστήμια)  τη  24  Νοεμβρίου  1878  και  δημοσιευθέν  το  πρώτον  εν  το~> 
Παρνασσω  Τόμ.  Β'  (1878)  σ.  915  κ.  έ. 


—  244  — 

ναται  νάμφισβητηθη,  άν  και  μέχρι  τίνος  βαθμού  η  ακραιφνής  ιστορία 
δύναται  να  περιλάβη  έν  τ9)  παραστάσει  αυτής  την  θεωρητική  ν  ταύ- 
την  έ'ρευναν,  ή  μελέτη  αύτη  γίνεται  ου  μόνον  έν  τω  μαθήματι  της 
φιλοσοφίας  της  ιστορίας,  άλλα  διεξάγεται  και  -ν  τοϊς  μαθήμασι  τοΰ 
σεβαστού  καθηγητού  της  ελληνικής  ιστορίας.  "Ωςτε  δεν  είνε  άκαιρον 
και  άδικαιολογητον  να  περιορισθώμεν  ήμεϊς  εις  την  μονογραφικήν 
ερευναν,  ήτις  έχει  απέναντι  της  μνημονευθείσης  ελλείψεως  δύο  σπου- 
δαίας άρετάς.  Και  πρώτον  μεν,  περιορίζοντες  την  έ'ρευναν  εις  μίαν 
μόνην  περίοδον  της  εθνικής  ιστορίας,  θα  δυνηθώμεν  να  μελετήσωμεν 
αυτήν  έν  ακριβείς  και  κατά  πάντ'  αυτής  τά  σημεία.  Το  δε  κυριώ- 
τατον,  θά  έπιτευχθή  ή  μελέτη  της  ιστορικής  ταύτης  περιόδου  κατά 
τάς  πηγάς.  Δεν  θά  περιλάβωμεν  δήλα  δη  τά  τελευταία  μόνον  πορί- 
σματα της  έρεύνης,  οία  έγεινεν  ύφ'  ημών  η  άλλων  κατά  μόνας  έν  τω 
γραφείω,  αλλά  θάποβη  οιονεί  μελετητήριον  ή  έ'δρα  αύτη  καϊ  θα  έκτυ- 
λιχθή  ή  έρευνα  ενώπιον  υμών.  Δεν  θάρκεσθώμεν  νά  μάθωμεν  τί  έγει- 
νεν, αλλά  θά  έργασθώμεν  ούτως  ειπείν  έν  φανερώ  δια  νά  εύρωμεν  το 
πώς  μανθάνομεν  τί  έγεινε,  θάναπλάσωμεν  την  εικόνα  τοΰ  παρελθόν- 
τος εκ  τών  μέχρις  ημών  σωζόμενων  αυτού"  λειψάνων,  άνερχομ,ενοι 
εις  εκείνο. 

Το  Ιστορικόν  πόρισμα  περιέχει  έν  έαυτώ  δύο  τινά,  τά  έν  τω  παρ- 
όντι  σωζόμενα  λείψανα  του  παρελθόντος,  τά  μνημεία,  τάς  πηγας, 
άφ'  ων  άφορμώμεθα  είς  την  παράστασιν  την  ίστορικήν,  καϊ  την  συλ- 
λογιστικών έργασίαν  ημών  αυτών,  δι'  ης,  ποικίλως  έρευνώντες,  συναρ- 
μολογοΰντες,  συμπληροΰντες  τας  πηγας,  άναπλάσσομεν  την  εικόνα 
του  παρελθόντος.  Μεταξύ  τών  δύο  τούτων  στοιχείων  της  ιστορικής 
γνώσεως  υπάρχει  σχέσις  συγγενείας"  διότι  και  ή  σκέψις  ημών  είνε  σκέ- 
ψις  κατ"  άνθρωπον  και  αί  πηγαί  έκεΐναι,  τό  έν  έρειπίοις  εκείνο  σωζό- 
μενον  παρελθόν,  σύγκεινται  ή  εξ  έργων  πνευματικών  ανθρώπων  οίοι 
ήμεϊς  ή  έξ  έργων  χειρών  ανθρωπίνων  διά  τούτο  δε  είνε  νοηταί  είς 
την  ήμετέραν  σκέψιν.  Τά  στοιχεία  ταϋτα  της  γνώσεως  τοΰ  ίστορικοΰ 
παρελθόντος  οία  σώζονται  δεν  είνε  αυτά  τά  παρελθόντα  γεγονότα, 
δεν  είνε  αύτη  ή  ιστορία.  Είνε  μόνον  στοιχεία,  ή  δε  ιστορία  είνε  κατά 
τό  μεγιστον  μέρος  γέννημα  τοΰ  ιδίου  ημών  νου,  συλλέγοντος  εκείνα 
τά  στοιχεία,  έννοοΰντος  και  έρμηνεύοντος  αυτά,  συναρμολογοΰντος. 
Εντεύθεν    ή  σπουδαιότης    της   ψυχολογίας    και  τής   αναλογίας    έν  τή 


—  245  — 

ιστορική  έρεύνη,  διότι  πρόκειται  δια  των  μέσων  τούτων,  άτινα  είνε 
χρησιμώτατα  προς  έξέτασιν  των  κατ  άνθρωπον,  να  ερμηνεύσωμεν 
διανοήματα  καϊ  πράξεις  άνθρωπίνας  •ν  τω  παρελθόντι,  έχοντες  έν  τφ 
παρόντι  ατελή  τίνα  μόνον  αυτών  διδόμενα.  Κατά  ταύτα  τ6  ιστορικόν 
πόρισμα  θα  είνε  άλλοϊον,  αν  άλλοϊαι  είνε  αϊ  πηγαί  ας  έχει  τις  ιστορι- 
κός ΰπ'  δψιν,  διαφέρουσας  των  άς  άλλος  τις  έξήτασε,  θα  είνε  δε  άλ- 
λοϊον και  αν  αί  μέν  πηγαί  είνε  αί  αύται,  διαφέρη  όμως  ό  τρόπος  της 
έξίρευνήσεως  αυτών,  ή  συλλογιστική  ενέργεια  του  ΊστοροΟντος.  Πολ- 
λάκις δύναται  να.  έπενέγκη  όλως  διάφορον  ή  παρά  τοις  προγενεστέροις 
παράστασιν  ίποχής  τίνος  παρελθούσης  ή  εύρεσις  νέας  τινός  πηγής, 
νέου  μνημείου  ή  επιγραφής  ή  διπλώματος  ή  έξιστορήσεως  αρχαίου 
ιστοριογράφου.  Πολλάκις  δ'  επιφέρει  τό  άλλοϊον  τούτο  πόρισμα,  τών 
αυτών  καϊ  τέως  ύπαρνουσών  πηγών,  άλλοία  ψυχική  διάθεσις,  άλλοΐος 
χαρακτήρ,  άλλοϊος  τρόπος  έρεύνης  του  ιστοριογράφου.  Έν  τοιαύτη 
δε  ποικιλία^  νοητικής  δυνάμεως  και  ψυχικών  διαθέσεων  είνε  επαγωγός 
τε  και  αναγκαία  ή  γνώσις  οΰ  μόνον  τών  ιστορικών  πορισμάτων,  άλλα 
καϊ  τών  πηγών,  άφ'  ων  άφωρμήθη  ό  ιστοριογράφος,  και  του  τρόπου 
καθ'  όν  εμελέτησεν  αύτάς  καϊ  έπεξειργάσθη.  Είνε  δε  τοϋτο  πολλώ 
μάλλον  άναγκαϊον  έ'νθα  δεν  πρόκειται  περί  τής  αλλοιώσεως  ενός  μόνου 
τών  όρων  εξ  ών  προήλθε  τό  ιστορικόν  πόρισμα,  τής  άλλοίας  δήλα  δη 
νοητικής  εργασίας  του  Ιστοριογράφου,  άλλα  καϊ  περί  τής  αλλαγής  του 
πρώτου  όρου,  περί  μεταβολής  δήλα  δη  τών  πηγών,  μάλιστα  τής 
επελθούσης  δι '  αυξήσεως  τής  ύπαρχούσης  ύλης.  τοΰθ '  όπερ  συμβαί- 
νει,  ώς  θα  ίδωμεν,   *αϊ  περί  τον  αιώνα  του   Περικλέους. 

Ή  εποχή  περί  ης  θά  λαλήσω  ουδέποτε  ώνομάσθη  υπό  τών  αρ- 
χαίων αιών  του  Περικλέους.  Ό  Θουκυδίδης,  όςτις  έγραψε  περί  ταύτης 
τής  περιόδου  ολίγα  τινά  έπειςοδιακώς  εν  τω  πρώτω  βιβλίω  τής  συγ- 
γραφής αΰτοΰ,  λέγει  (Ι,  118),  ότι  «ταύτα  ξύμπαντα  όσα  έπραξαν  οι 
"Ελληνες  προς  τε  αλλήλους  καϊ  τον  βάρβαρον  έγένετο  έν  έ'τεσι  πεντή- 
κοντα μάλιστα  υεταξύ  τής  Ξέρξου  αναχωρήσεως  και  τής  αρχής  τούδε 
του  πολέμου,  έν  οί;  Αθηναίοι  την  τε  αρχήν  έγκρατεστέραν  κατεστή- 
σαντο  καϊ  αυτοί  Ιπϊ  μέγα  έχώρησαν  δυνάμεως  ». 'Εκ  δε  του  χρονικού 
τούτου  προςδιορισμού  άφορμώμενοι  οί  σχολιασταϊ  του  Θουκυδίδου  ώνό- 
μασαν  την  περίοδον  ταύτην  πεντηκονταετίαν  ή  πεντηκονταετηρίδα. 

Περιλαμβάνει  δε  ή  περίοδος  αύτη  τους  χρόνους  μεταξύ  τών  μαχών 


—   546  — 

των  εν  Πλαταιαϊς  και  Μυκάλγι  μέχρι  των  άρχων  του  πελοποννη- 
σιακού πολέμου.  Εΐνε  εποχή  βραχεία,  μόλις  που  μιας  γενεάς  βίος. 
Τί  εΐνε  πεντήκοντα  ετη  δια  την  ζωήν  των  βραχύβιων  ανθρώπων  ; 
Δια  μυριάδας  μυριάδων  ανθρώπων,  πε'ντε  ετών  δεκάδες  εΐνε  χρόνος 
μόλις  επαρκών  να  συνετίσιρ  τους  ασύνετους,  να  εμβάλη  φρόνημα  εις 
την  ψυχήν.  νά  γέννηση  το  αίσθημα  της  τιμής,  πολλω  δε  ήττον  να 
έμποιήσΥ]  την  δύναμιν  της  δημιουργικής  μεγαλοφυίας.  Άν  δέ  ήμισυς 
αίών  παρέρχεται  μονονουχί  άνόνητος  δια  τους  πλείστους  τών  ανθρώ- 
πων, τί  εΐνε  πεντήκοντα  ετών  ήμέραι  δια  τον  βίον  των  λαών  ;  Τί 
εΐνε  ουχί  πεντήκοντα,  άλλα  πεντακόσια  όλα  ετη  δια  τάς  κατά  φύσιν 
ζώσας  παμπληθεΐς  εκείνας  αγρίας  φυλάς  αΐτινες  ζώσιν  αμνήμονες  μεν 
τής  χθες,  άφρόντιδες  δέ  περί  τής  αύριον  και  μόλις  που  περί  εφήμερου 
τινός  παρόντος  επιεικώς  μεριμνώσαι ;  Άλλ'  αφέντες  τά  ανώνυμα 
ταΰτα  εν  τη  ιστορία  τέκνα  τών  δασών  και  τών  ερήμων,  μετάστη- 
τε  διά  τής  φαντασίας  είς  τάς  οχθας  του  Νείλου  και  του  Εΰφρά- 
του,  εις  τάς  άκτάς  τής  Συρίας  και  τοΰ  περσικού  κόλπου  και  αναμε- 
τρήσατε.  πόσοι  αιώνες,  πόσαι  χιλιάδες  ετών  εχρειάσθη  νά  παρέλθω- 
σιν  ίνα  καθέζωσι  θέσιν  τινά  οιανδήποτε  εν  τί)  ΐστορίιφ  οι  Αιγύπτιοι 
και  οι  Βαβυλώνιοι,  οι  Φοίνικες  και  οι  Πέρσαι.  'Αλλά  μη  ή  αύξησις 
και  μεγαλοποίησις  τής  ρωμαϊκής  αρχής  δεν  εΐνε  έπ'  ϊσης  έργον  γενεών 
ολοκλήρων  ;  Μελετών  δέ  τις  τήν  ΐστορίαν  τών  κατά  την  Εύρώπην 
νεωτέρων  εθνών,  δέν  ευρίσκει  τήν  δύναμιν  αυτών  και  δόξαν  οιονεί 
κατατετμημένην  και  διεσκορπισμένην  διά  τών  αιώνων,  όταν  θελήση 
νά  παραβάλγ)  αυτήν  προς  τήν  ταχεϊαν  επίδοσιν,  τήν  συμπαγή  δό- 
ξαν,  τήν  ένιαίαν  άναλαμπήν  τοΰ  ελληνικού  έθνους  κατά  τον  αιώνα 
του  Περικλέους ;  Και  όμως  τών  νεωτέρων  τούτων  πολιτισμών  είχε 
προηγηθή  ό  ελληνικός,  ή  ποίησις  ή  πάντοτε  νεαρά,  το  δράμα  το  είς 
άεΐ  περικαλλές,  ή  λογοτεχνία  ή  διά  παντός  προς  διάκρισιν  ονομαζό- 
μενη κλασική  και  εκκριτος,  ή  τέχνη  εκείνων  ή  ούδεπώποτε  ύπερευδο- 
κιμηθεϊσα.  Εΐνε  μέν  αληθές,  ότι  και  τοΰ  έλληνικοΰ  πολιτισμοΰ  προη- 
γήθησαν άλλοι  κόσμοι,  ών  τίνες  τά  μέγιστα  επέδρασαν  έπ'  αυτόν, 
ιδίως  ή  Βαβυλών,  ή  Αίγυπτος,  ή  Φοινίκη  Παρά  τών  προδρόμων 
αυτού  τούτων  ό  "Ελλην  παρέλαβε  πολλάς  ιδέας,  πολλάς  εφευρέσεις, 
πολλά  τών  κατά  τον  βίον  χρειωδών,  πολλάς  τών  επιστημών  και  τε- 
χνών οσαι  παρέχουσιν   εις  τον  άνθρωπον  άξίαν,  είς  δέ  τον  βίον   χαρ- 


—  247  — 

μονάς  και  έξαίρουσιν ,  άμα  οέ  και  διακοσμοΰσι  την  βραχεΐαν  έπϊ 
της  γης  πορείαν.  Άλλα  διά  του  πνεύματος  αύτοΰ  του  ζωογόνου  ό 
Έλλην  έξηυγένισεν,  εξύψωσε  τα  δανεισθέντα,  έδωκε  πνεύμα  εις  τα 
γράμματα,  έπέθηκε  σφραγίδα,  σύμβολον  της  πίστεως  της  πόλεως,  εις 
τους  μεταλλίνους  όβελούς,  ένεφύσησε  ζωήν  εις  τους  μύθους,  επέγλυ- 
ψεν  έλευθερίαν  εις  τάκινητοΰντα  με'λη  των  αγαλμάτων,  εις  τους  θεούς 
ττκ  Ασίας  προςέθηκε  την  Θέμιν  και  την  Έλευθερίαν,  ένεποίησε  κό- 
σμον  εις  τα  έργα  του  νου  και  ένέσπειρε  κάλλος  εις  τα  δημιουργήματα 
της  χειρός  και  τα  πλάσματα  της  φαντασίας.  Θέλουσί  τίνες  τον  δώ- 
ριον  ρυθμόν  έν  τη  ελληνική  αρχιτεκτονική  προελθόντα  εξ  Αιγύπτου, 
άλλ'  ουδείς  έτόλμησε  νά  είπη,  ότι  εις  των  στύλων  τοΰ  μεγάρου  έν 
Καρνάκ  δύναται  νάντικαταστήση.  έ'να  κίονα  τοΰ  Παρθενώνος.  Σιδώ- 
νιος  δε  τις  λάτρης  της  Άστάρτης  θα  έδυςχέραινε  να  καύση  λιβα- 
νωτόν  προ  της  φιλομειδοΰς  Αφροδίτης  της  Πάφου  η  της  Κυθε- 
ρείας.  Όπόσον  δε  κατ'  ολίγον  απέβη  διάφορος  ό  βίος  των  Ελλήνων 
τοΰ  των  λαών  της  Ασίας  δεικνύουσιν  οί  λόγοι  τοΰ  Ξέρξου,  ότε  ήρώ- 
τησε  ποιον  είνε  το  κατά  τα  "Ολύμπια  άθλον  περί  ου  αγωνίζονται  οί 
"Ελληνες,  οί  δ'  είπον  της  έλαίας  τον  διδόμενον  στέφανον. 
Δέν  ήνε'σχετο  τότε  ό  μέγας  βασιλεύς  σι^ών,  είπε  τε  εις  πάντας  τάδε' 
παπαι,  Μαρδόνιε,  κοίονς  έπ'  άνδρας  ηγαγες  ηαχεοαηέ- 
νους  ήηέας,  οι  ου  περί  χρημάτων  τον  αγώνα  ποιεΰνται, 
άλλα  περί  άρετης.  Έν  φ  δέ  οί  Άσιάται  επιπτον  άγεληδόν  δί- 
κην  κτηνών  υπέρ  τοΰ  δεσπότου,  οί  "Ελληνες  έκτενίζοντο  τάς  κόμας, 
μέλλοντες  να  κινδυνεύσωσιν  υπέρ  πατρίδος.  Ή  Ελλάς  δέν  ήτο  Ασία, 
ήδη  ενωρίς  δέν  ήδύνατο  νά  είνε  πλέον  Ασία.  Έντεΰθεν  επήλθε  δεινή 
ή  σύγκρουσις   ή  πεπρωμένη. 

Είνε  γνωστά  είς  υμάς  τά  κατά  τους  περσικούς  πολέμους.  Τά  πε- 
δία τών  νικών  είνε  ούτω  περιλάλητα,  ώςτε  περιττόν  νά  ύπομνήσω 
τά  όνόματ'  αυτών  εις  άκροατάς  "Ελληνας.  Άλλα  μη  τά  πεδία  της 
ήττης  είνε  ήττον  γνωστά  ;  Και  είνε  ήττον  ενδοζος  ή  ήττα  τών  Θερ- 
μοπυλών και  ή  ναυμαχία  ή  έπ'  Άρτεμισίω  ;  Ή  Ελλάς  έσώθη  διά 
θαυμάτων  ανδρείας  και  αρετής  από  της  κατακτήσεως  τών  βαρβάρων, 
οί  δέ  Αθηναίοι,  οιονεί  δεικνύοντες  εις  τους  υπερφίαλους  Μήδους,  ότι 
υπάρχει  Νέμεσις,  ες  αύτοΰ    εκείνου    τοΰ  πάριου  λίθου,   δν  ήγαγον   οί 


—  "248  — 

βάρβαροι    εις  τον  Μαραθώνα  εις  τροπαίου    ποίησιν,  κατεσκευάσαντο, 
ως  λέγεται,  τό  άγαλμα   της  θέας  της  Ιν   'Ραμνουντι1. 

Ό  βάρβαρος  ήττήθη.  Ή  θεία  Σαλαμίς  απώλεσε  τέκνα  γι/ναι 
κών  κατά  τον  χρησμόν,  αλλ1  ήσαν  τέκνα  γυναικών  Περσίδων,  και  το 
γε'νο;   τών  Περσών   έξηλέγχθη    δνςπόλεμον,  κατά   την    ώραίαν    εκ- 
φρασιν  τοϋ   Αισχύλου2.  Όποία   δόξα   δια   τους  νικητάς,  άλλ'  όποιον 
αί?χος  δια  τους  μη  μετάσχοντα:  τών  αγώνων.  Έπί  του  τρίποδος  του 
έν  Δελφοΐς,  δν  άνε'θεσαν  οί  Έλληνες  άπό  τών  Μήδων    άκροθίνιον    και 
εφ'  ού  έπεγράφησαν  όνομαστϊ  αί  πόλεις,  δσαι  ξυγκαθελουσαι  τον  βάρ- 
βαρον   έστησαν    τό  ανάθημα,   μετ'  άλγους  έ'βλεπεν   ό  Έλλην,  ότι  τα 
ονόματα   ταΰτα   ήσαν    μόνον    τριάκοντα    και   εν.  Που   είνε   αί  πολλαί 
άλλαι  πόλεις,  αΐτινες  εφιλοτιμουντο  να  εχωσιν   εκάστη  ίδιον  άρχοντα 
και   να   κόπτωσιν  ίδιον   νόμισμα  και  να   έρίζωσι  περί   γης  προς  τους 
γείτονας;  Τί  εγεινεν  ή  Ελλάς  ή  άλλη  άπό  του  Όλύμπου  μέχρι  του 
Ταϋγέτου,  άπό    της  Έπιδάμνου  μέχρι  της  Αυλίδος  ;    Πώς  δέν   ξυγ- 
καθεΐλον  τόν   βχρβαρον  οί  λοιποί   δμαιμοι  και  όμόγλωσσοι.  οί   κατοι- 
κουντες  τάς  πόλεις  όσαι  έξεφύοντο  ως  τά  δένδρα  εντός  δάσους  ύλομα- 
νοΰντος  πανταχού  της   ελληνικής   γης   ένθα   ακτή,  ένθα  πεδιάς,  ένθα 
κοιλάς,  ένθα  άκρώρεια;  Τινές  μέν   συναγωνίζονται  μετά   τών   βαρβά- 
ρων, τινές  δε  δειλώς  μηδίσαντες  είχον  δώσει  γήν  και  ύδωρ,  τινές  δέ, 
άδιαφόρως  έχοντες  προς  τόν  αγώνα  τόν  κοινόν,  μωρώς  έκλείοντο  εντός 
τών   τειχών    της  πόλεως  αυτών  φιλοψυχοΰντες.  Και  δέν   είχε   λοιπόν 
άδικον   ό    Πλάτων   λέγων,  ότι   θά   ήδύνατό   τις   νά   κατηγορήση    της 
Ελλάδος  πολλάς  άσχημοσύνας  περί  εκείνον  τόν  πόλεμον,  και  ότι  αεί 
μη    τό  τε   Αθηναίων   και   τό    Λακεδαιμονίων    κοινή    διανόημα    ήμυνε 
τήν  έπιοΰσαν   δουλείαν,    σχεδόν  άν  ήδη  πάντ'  ήν  μεμιγμένα    τά  τών 
Ελλήνων  γένη  έν  άλλήλοις  κχί  βάρβαρα  έν  Έλλησι  και  ελληνικά  έν 
βαρβάροις.  καθάπερ    ων    Πέρσαι    τυραννοΰσι   τά  νϋν,    διαπεφορημένα 
και  ξυμπεφορημένα   κακώς   έσπαρμένα   κατοικείται»3.    Άλλα  και  εν 
αύτοΐς  έ'τι  τοις  Πελοποννησίοις  και  'Αθηναίοις  όποία  έ'ρις,  όποΐαι  δυς- 
χέρειαι  προς   επιτέλεσιν   τών   κοινή   δεδογμένων.    Οί  μέν   Σπαρτιδται 
δέν   μετέσχον  της   έν  Μαραθώνι   δόξης,    έπί  δέ  τω  'Αρτεμισίω    κατέ 

'     Πανσανίον  Ι,  33,  2. 

2   Έν   Περσαις   1013. 

5    ΠΧάτων  έν  Νόμοις  III  σ.  693. 


—  249  — 

υειναν  οι  "Έλληνες,  πληγέντες  υπο  τών  δώρων  των  Εύβοεων,  έν  δέ 
Σαλααίνι  ήνάγκασε  τους  Πελοποννησίους  νά  ναυαανήσωσι  το  στρα- 
τήγηαα  τοϋ  Θεμιστοκλέους.  "Ανευ  υπερβολής  δύναται  νά  ρηθή.  ότι  οί 
Αθηναίοι  έσωσαν  την  Ελλάδα  άπο  τών  Περσών.  Κχ':  δικαίως  λοιπόν 
έ'ψαλλεν  ό  Πίνδαρος,  ότι  παίδες  Άθηναίίον  έβάλοντο  ψαεννάν 
κρηπΐδ'  ελευθερίας  έπ'  Άρτεαισίω,  και  δικαίως  εϊπεν  ό  Ηρόδοτος» 
ότ-  νΰν  δέ  Αθηναίους  αν  τις  λέγοίν  σωτήρας  γενέσθαι  τής 
Ελλάδος  ουκ  αν  άμαρτάνοι  τάληθέος '.  Και  ορθώς  άπεκρίθη- 
σαν  οί  Αθηναίοι  προς  τους  πρέσβεις  τών  Λακεδαιμονίων,  ότι  ούτε 
χρυσός  έστι  γης  ούδαμόθι  τοσούτος  ούτε  χώρη  κάλλεϊ  και 
άοετη  μέγα  υπερκερούσα,  τα  ήμεϊς  δεξάμενοι  έθέλομεν 
αν  μηδίσαντες  καταδουλώσαι  την  Ελλάδα.  Θα  ήτο  άτιμον 
δια  τους  Αθηναίους  να  προδώσωσι  τόΈλληνικόν  έόν  όμαιμόν  τε 
και  όμόγλίοσσον  και  θεών  ιδρύματα  τε  κοινά  και  θυσίας 
ηθεά  τε  ό'αότοοπα.    Και  προ:εθηκαν  υ.ετά  φρονήματος  μακαοιστοΰ 

οί  Αθηναίοι-  έπίσυασθέ  τε  οίίτω  ει  μη  πρότερον  έτυγχάνετε 
επισταμένοι,  έστ'  αν  και  εις  περιη  Αθηναίων,  μηδαμά  όμο- 
λογήσαντας  ήυέας  Ξέρξη2.  Οί  Αθηναίοι  έσωσαν  /.ατά  τα  Περσικά 
την  Ελλάδα.  "Οτε  δ'  ό  επικείμενος  κίνδυνος  παρήλθε  και  οί  εταίροι 
τής  ελληνικής  όμαιχμίας  άπενόστησαν  είς  τας  ίδιας  έκαστος  πόλεις, 
οί  Αθηναίοι  κατήλθον  είς  τά  πάτοια  εδάφη  ού^ί  εστεμμένοι  διά  των 
πρώτων  στεφάνων,  ούς  εϊχον  ευγενώς  παραχωρήσει  ει;  άλλους  φιλό- 
πρωτους συνανωνιστάς,  ουδέ  θοιααβευτικώς,  άλλα  πτωχοί  και  οίκν)ν 
ναυαγών,  διακομιζόμενο;  τά  ϋπολειφθέντα  σκεύη  και  εύρίσκοντες  κε- 
καυμένα  τά  έ'δη  τών  θεών,  άποτετεφρωμένον  τον  Έκατόμπεδον,  κατ- 
εσκαμμένους  τους  οϊκους  .  πλην  τών  ολίγων  έν  οίς  έσκήνησαν 
οι  δυνατοί  τών  Περσών,  και  απανταχού  τής  πατρίου  γής  την 
ερημίαν  και  τα  ίχνη  τής  προςφάτου  πυρκαϊάς.  Αλλ '  οί  πένητες  εκεί- 
νοι και  οίκοφθορημένοι  νικηταϊ  εΐχον  πλοΰτον  επαρκή  τάπυρπόλητα 
άργυρεία  του  Λαυρίου  και  μάλλον  εκείνων  τής  αρετής  αυτών  τους 
θησαυρούς  και  τρεις  άνδρας,  οϊτινες  έκαλοΰντο  Θεμιστοκλής,  Αρι- 
στείδης, Κιμο)ν.  Είς  τούτους  δέ  προςετεθη  αετά  τίνα  /ρονον  και  ό 
υιός  τοϋ  Ξανθίππου.  Λιά  δέ   του  φρονήματος  τών   Αθηναίων  καϊ  τής 

1    Ηροδότου   VII,  139. 
-    Ηροδότου  VIII  144. 


—  250  — 

άοιδίμου  φιλοπατρίας  τούτων  των  ανδρών  αϊ  Αθήναι  οΰ  μόνον  έπαν- 
ήλΟον  εις  ην  θέσιν  εύρίσκοντο  προ  του  πολέμου,  άλλα  και,  ΰπερακον- 
τίσασαι  ταύτην  οιονεί  δι'  αλμάτων,  έφθασαν  εις  τοσούτον  ακμής  και 
δυνάμεως,  ώςτε  να  κατά στη  περιώνυμος  ό  κληθείς  αιών  του  Πεοικλέ- 
ους,  θεωρούμενος  ώς  ή  υψίστη  τιμή  της  ελληνικής  ίστορίας  και  ό  κο- 
λοφών  της  έλληνίδος  δόξης. 

"Οτε  κατήλθον  εις  τάς  Αθήνας  οί  καθίλόντες  τον  Μήδον,  ή  πό- 
λις  ητο  ανίσχυρος  καϊ  ανυπεράσπιστος.  Πώς  να  ν/τ,  τείχη  ή  πόλις 
ήτις  δεν  είχεν  οικίας;  Της  πόλεως  δε  ταύτης  ης  τα  τείχη  έπρεπε 
νάνεγείρωσιν  οχυρά  οί  άλλοι  "Ελληνες  συναπαξάπαντες,  έκαστος  συν- 
ειςκομίζων  Ινα  λιθον  ιδία  χειρϊ,  της  γεραρας  ταύτης  πόλεως  οί  κάτοι- 
κοι ήναγκάοθησαν  δια  τον  φθόνον  τών  συμμάχων  της  νθές  καϊ  αντι- 
πάλων της  αύριον  να  οΐκοδομησωσι  τα  τείνη  αυτών  έν  σπουδή  δίκην 
=νόχων,  πανδημεί  πάντες  και  αυτοί  και  αί  γυναίκες  και  οί  παίδες, 
άφειδουντες  τών  τε  λίθων  τών  οϊκων  και  τών  μνημάτων  τών  ίδιων 
πατέρων. 

Την  τείχισιν  δε  ταύτην  ή  πόλις  τών  Αθηνών  νρεωστεΐ  εις  την 
πανουργίαν  του  Θεμιστοκλέους,  οφείλει  εις  τον  αυτόν  εκείνον  άνδρα, 
δςτις  τοσαΰτα  ήδη  είχε  διαπράξει  υπέρ  της  πόλεως.  Είνε  γνωσται  αί 
κατά  τα  Περσικά  ύπηρεσίαι  αύτου  προς  την  πατρίδα,  άλλα  το  κυ- 
ριώτατο•-  αϋτοϋ  κατόρθωμα  και  το  ΰψιστον  έργον  ύπήρξεν  η  άναγνώ- 
ρισις  τοΰ  προορισμού  της  πόλεως.  Εις  τον  Θεμιστοκλέα  πρώτον  όφεί- 
λουσιν  αί  Αθήναι  τον  ναυτικόν  χαρακτήρα  και  την  κατά  θάλασσαν 
όύναμιν,  εις  αυτού  το  προορατικόν  βλέμμα  οφείλει  ή  πόλις  τους  λαμ• 
προύς  λιμένας  του  Πειραιώς  και  την  οίκοδομήν  και  όχύρωσιν  του  επι- 
νείου εκείνου.  Εκείνος  εινε  τέλος  όςτις  κατά  μικρόν  νπάγων  και 
καταβιβάζων  την  πόλιν  προς  την  θάλασσαν  άντι  μονίμων 
οπλιτών  ναι/βάτας  και  θαλασσίους  έποίησεν '  Ή  δε  μέλλουσα 
δόςα  τών  Αθηναίων  θά  ήτο  ίσως  αδύνατος  άνευ  τής  τροπής  ταύτης, 
άνευ  τής  διευθύνσεως  ταύτης  προς  την  θάλασσαν,  ήτις  χρεωστεΐται 
εις  τον  Θεμιστοκλέα.  Και  απέθανε  μεν  εν  Ασία  ό  Θεμιστοκλής  μα- 
κράν τής  πατρίου  γής,  ζητών  νάποφύγη  την  άδοξίαν  εκστρατείας 
κατά  τών  εαυτού  συμπολιτών,  άλλα  τά  οστά  αύτου  φαίνεται  ότι  οί 
οικείοι  κατέθηκαν  κρύφα  εν  τη  Αττική  κατά  το  κέλευσμα  εκείνου. 
4  Πλούταρχος  εν  βίοι  Θεμιστοκλέους  4. 


—  251   — 

Και  δη  έδεικνύετο  επί  των  χρόνων  τοΰ  Πλουτάρχου,  και  δεικνύεται 
έ'τι  και  νυν,  περί  τον  μέγαν  λιμένα  του  Πειραιώς,  κατά  την  εϊσοδον. 
βωμοειδής  τάφος  δςτις  λέγεται  ών  ό  του  Θεμιστοκλέους.  Τό  άπό  της 
Σαλαμίνος  είςρέον  γνώριμον  κΰμα  τό  περιβρέχον  την  ^θαμαλήν  έκεί- 
νην  άκτην  θα  γινώσκη  κάλλιον  ημών  αν  ή  κρηπίς  εκείνη  καλύπτη 
αληθώς  τά  ιερά  οστά  τοϋ   μεγάλου  ναυμάχου. 

Αί  Αθήναι  έ'γειναν  ίσχυραί,  γενόμεναι  δύναμις  ναυτική.  Μέγα 
γάρ  τό  της  θαλάσσης  κράτος,  ελεγεν  ό  Περικλής  προς  τους 
Αθηναίους  ολίγας  ημέρας  προ  της  ενάρξεως  του  πολέμου,  έχων  σαφή 
ΐδέαν  των  δυνάμεων  τής  πόλεως.  "Οτι  δε  ό  Θεμιστοκλής,  τρέπων 
τους  Αθηναίους  έπϊ  την  θάλασσαν,  εξηλέγχθη  τών  μελλόντων  το€τ 
γενηοΌηένοιτ  άριστος  είκαΟτης,  άποδεικνύουσιν  αί  τε  νΐκαι  κατά 
τους  περσικούς  πολε'μους  και  ή  έπειτα  ηγεμονία  τής  πόλεως. 

Ό  Θεμιστοκλής  άπέθαν-;  μακράν  τής  πατρίδος,  άλλα  τάποτελέ- 
σματα  τής  πολιτικής  αύτου  περινοίας  είχον  ήδη  φανή.  Ό  Πειραιεΰς 
εκείνος  ον  είχε  κτίσει  και  οχυρώσει  κατέστη  εντός  βραχέος  χρόνου 
σπουδαϊον  Ιμπορικόν  κέντρον,  εστία  τών  μετοίκων  εκείνων,  είς  ούς  οΰχ 
ήττον  τών  πολιτών  ώοειλον  αί  Αθήναι  την  άκμήν  αυτών.  Αί  δε  νϊ- 
και  τής  Σαλαμίνος  και  τής  Μυκάλης  και  αί  θριαμβευτικαΐ  άνά  τάς 
έλληνικάς  θάλασσας  πλόες  τών  Αθηναίων  εί^ον  ΐμποιήσει  εις  τον 
ναυτικόν  δχλον  φρόνημα  και  εςαρσιν.  Οι  έπιβάται  τών  τριηρών  οϊτι- 
νες  «πολιόρκησαν  την  Σηστόν,  οι  θρανΐται  τών  νηών  αιτινες  εναυλό- 
χησαν  προ  του  Βυζαντίου  είχον  ήδη  πολλάκις  ύποστή  γενναίως  τόν 
βορράν  και  τό  κύμα,  ώςτε  να  μη  δεχθώσιν,  επιστρέφοντες  είς  τάς 
Αθήνας  μετά  την  πάροδον  του  κίνδυνου,  νά  ταχθώσι  κατώτεροι  του 
εΰπατρίδου,  όςτις  είχεν  έτησίαν  πρόςοδον  πεντακοσίων  ή  τριακοσίων 
μεδίμνων,  ή  του  ίππέως  τοΰ  διακοσιομεδίμνου.  Τις  λόγος  υπήρχε  τό 
εξής  ϊνα  μετέχωσι  τών  κοινών  κατά  τους  τέως  υφισταμένους  νόμους 
μόνον  εκείνοι;  διά  τι  νά  μη  εχωσι  πρόςοδον  είς  τάς  αρχάς  και  οι  θή- 
τες,  εξ  ης  τάξεως  μάλιστα  ήσαν  οί  υπηρετούντες  εν  τω  εΰδοκιμή- 
σαντι  στόλω ;  Διά  τίνα  λόγον  νά  μη  ΰπάρχη  τελεία  ισονομία  μεταξύ 
τών  ελευθέρων  πολιτών,  ότε  τών  μεν  πολυμεοίμνων  καϊ  τής  ίππάδος 
τάξεως  την  άκίνητον  οΰσίαν  είχε  παραβλάψει  και  ελαττώσει  ή  δήω- 
σις  τής  αττικής  γής  ύπό  τοΰ   Πέρσου,   τοΰ  δε  θητικοΰ  την  θέσιν  είχον 


—  252  — 

υψώσει  αϊ  κατά  θάλασσαν  ήτται  των  βαρβάρων  και  το  κοάτος  το  έκ 
της  θαλάσσης  ; 

Διεσώθη  διήγημα  τα  μάλιστα  χαρακτηριστικόν  της  νέας  τροπής 
των  αθηναϊκών  πραγμάτων,  τοϋ  νέου  πνεύματος  όπερ  ειχεν  αρχίσει 
επικρατούν  έν  τη  πολιτεία.  Λέγεται,  Οτι  ό  υιός  τοΰ  Μιλτιάδου,  δτε  ό 
Θεμιστοκλής  έπειθε  τους  Αθηναίους  νά  κατέλθωσιν  εις  την  θάλασσαν, 
άνελθών  διά  τοΰ  Κεραμεικοΰ  φαιδρός  εις  την  Άκρόπολιν,  άνέθηκεν  έπι- 
δεικτικώς  είς  την  θεάν  ίππου  τινά  χαλινόν  ώς  ουδέν  ιππικής  άλκϊϊς, 
αλλά  ναυμαχούν  ανδρών  της  πόλεως  δεομένης  '.  Ό  τελών  είς 
τους  γεωμόρους  ανέθηκε  τον  χαλινόν  τοΰ  ίππου  είς  την  θεάν  τό  ύπηρέ- 
σιον  και  η  κώπη  ένίκησαν  τό  δόρυ  και  την  ασπίδα"  ό  θή:  άνυψώθη  μέχρι 
τοΰ  πεντακοσιομεδίμνου'  η  τετάρτη  τάξις  τών  ελευθέρων  κατέστη  ισότι- 
μος τών  τριών  πρώτων.  Τό  γεγονός  έτελέσθη,  τό  γεγονός  ήτο  φυσικόν 
να  τελεσθή  μετά  την  ήμέραν  καθ1  ην  ό  Θεμιστοκλής,  κατανοών  ορθώς 
τά  θέςφατα  της  Πυθίας,  κατεβίβασε  την  πόλιν  προς  την  θάλασσαν  και 
άνέωξε  τά  υγρά  κέλευθα  εις  την  δόξαν  τών   Αθηνών. 

Οταν  ιδέα  τις  ωρίμαση  αληθώς,  όταν  παραστη  προφανής  η  ανάγ- 
κη της  εκτελέσεως  αυτής,  δεν  είνε  πλέον  δυςχερές  νά  εΰρεθη  ό  άνήρ 
οςτις  μέλλει  νά  επιτέλεση  αυτήν.  Ό  δε  άνήρ  οςτις  ανέλαβε  ταύτην 
την  άναμορφωσιν  τοΰ  αθηναϊκού  πολιτεύματος  ύπήρξεν  ό  Αριστεί- 
δης. Είνε  οέ  άζιον  σημειώσεως,  ότι  ό  υίός  ούτος  τοΰ  Λυσιμάχου,  δς- 
τις  έκ  παίδων  ήδη  άντεπολιτεύετο,  κατεστασίαζε  κατά  την  άθη- 
ναϊκήν  φράσιν,  τόν  Θεμιστοκλέα,  ύπήρζεν  αυτός  εκείνος  όςτις  εδέησε 
νά  γείνη  ό  είςηγητής  άναμορφώσεως,  ήτις  είνε  τό  φυσικόν  προϊόν  της 
έπϊ  την  θάλασσαν  τροπής  τών  Αθηναίων  τής  χρεωστουμένης  είς  τόν 
υίόν  τοΰ  Νεοκλέους. 

Ό  Αριστείδης  δεν  είχε  την  εύχερτι  και  παράβολον  και  παν- 
οΰργον  και  ηετ'  όξΰτητος  έπι  πάντα  (5αδίο:>ς  φεοομένιαν 
φύσιν  τοΰ  Θεμιστοκλέους,  ουδέ  τόν  πλοΰτον  και  την  γενναιοδωρίαν 
τοΰ  Κίμωνος.  Ό  Αριστείδης,  γεννηθείς  έκ  πατρός  τών  μετρίων,  διε- 
βίωσεν  έν  συντονω  πενία  και  απέθανε  πένης.  Ήτο  τέκνον  τοΰ  αθη- 
ναϊκού λαοΰ  και  έ'γεινε  μέγας  διά  τό  σταθερόν  αΰτοΰ  ήθος  και  τόν 
προς  τό  δίκαιον    άτενή  χαρακτήρα. 

Ό  Αριστείδης    είχε    ψυχήν    άρμονικήν,    δεν    έπαθαίνετο    ευχερώς* 

Πλούταρχος  έν  βίω  Κίμωνος  5: 


—  253  — 

άλλ'  ή  προς  τ6  δίκαιον  αγάπη  αΰτου  προέβαινε  μέ/ρι  πάθους.  Είς 
σπανίας  δέ  ποτέ  μόνον  περιστάσεις  κατέπνιξεν  εν  τη  ζωή  αύτοΰ  την 
φωνήν  του  δικαίου,  προτιμήσας  το  συμφέρον  τη  πάτριοι.  Στοργή 
προς  την  πατρίδα  και  αγάπη  προς  το  δίκαιον  είνε  τα  δύο  φίλτρα  τα 
έζαίροντα  και  μεγαλοποιουντα  την  ψυχήν  του  Αριστείδου.  Είς  τάς 
δύο  δε  ταύτας  άρετάς  χρεωστοΰσιν  αϊ  "Αθήναι  πλείστας  αύτοΰ  υπη- 
ρεσίας και  προ  των  Περσικών  και  κατά  τάς  μάχας  της  Σαλαμί- 
νος και  των  Πλαταιών  και  μετά  ταύτα.  Αί  ύπηρεσίαι  δε  αύτοΰ  είνε 
στρατιωτικαί  τε  και  πολιτικαί,  διότι  έν  τη  πολιτεία  τών  αρχαίων, 
ώς  έν  τη  γραμματολογία  αυτών  και  καθ'  όλον  αυτών  τον  βίον,  δέν 
ύπάρ/ει  ό  μέγας  εκείνος  καταμερισμός  της  ενεργείας  καϊ  της  σκέψεως, 
δςτις  την  σήμερον  πολλά  μεν  τών  ανθρωπίνων  πραγμάτων  προοδο- 
ποιεϊ,   αλλά  και  πολλά  κωλύει  και  παραβλάπτει. 

Τοιούτος  ών  ό  Αριστείδης  υπήρξε  τών  χρησιμωτάτων  είς  την 
άθηναϊκήν  πολιτείαν  ανδρών,  αγαπηθείς  οΰ  μόνον  ύπό  τών  εαυτού 
πολιτών,  άλλα  και  τών  άλλων  Ελλήνων  έλκύσας  την  άγάπην.  Ήτο 
άνήρ  του  καθήκοντος,  ώς  λέγομεν  σήμερον,  ότε  άποβαλόντες  τά 
πράγματα  εύρίσκομεν  προχείρως  τάς  λέξεις.  'Αλλά  μεγαλότολμος 
άνήρ,  δημιουργός  πολιτική  διάνοια  δεν  ύπήρζεν  ό  Αριστείδης,  τά 
δε  δύο  μέγιστα  τών  έργων  αΰτου,  ή  παροχή  της  ισοπολιτείας  είς 
τους  θήτας  και  ή  ΐδρυσις  της  αθηναϊκής  ηγεμονίας,  είνε  φυσικαϊ  συν- 
έπειαι  της  πολιτικής  του  Θεμιστοκλέους.  Ή  έκ  της  θαλάσσης  δύνα- 
μις  ανύψωσε  το  θητικόν,  ή  έκ  τής  θαλάσσης  δύναμις  έ'δωκεν  είς  τάς 
χείρας  τών  Αθηναίων  τήν  ήγεμονίαν,  ότε  ό  Παυσανίας  παραπαίων 
και  λησμονών  και  Σπάρτην  και  Πλαταιάς  έμολύνετο  έν  Βυζαντίω 
ύπό  τής  τρυφηλής  αύρας  τής  διαπεραιουμένης  έκ  τών  ακτών  τής  βαρ- 
βαρικής Ασίας"  άλλα  βεβαίως  συνέτεινε  νά  κερδήση  τήν  υπέρ  τών 
Αθηνών  εύνοιαν  τών  Ιώνων,  βεβαρημένων  ύπό  τής  αλαζονείας  του 
Παυσανίου,  ό  απέριττος  υίός  τού  Λυσιμάχου,  άνήρ,  όςτις  ών  πένης 
και  δημοτικός  έκτήσατο  την  βασιλικωτάτην  και  θειοτάτην 
προςηγορίαν,  τον  δ&κα,&ον  ό  τών  βασιλέων  και  τυράν- 
νων ούδεις  έζήλωσεν,  άλλα  Πολιορκηται  και  Κεραυνοί  και 
Νικάτορες,  ένιοι  5'  'Αετοι  και  Ίέρακες  έ^ςαιρον  προςαγο- 
ρευόαενοι,  την  από  τϊις  §ίας  και  της  δυνάμεως,  ώς  εοικε, 
μάλλον   ή  την  άπό  της  άρετης    δόξαν   άγαπώντες,   ώς  λέγει 


—  254  — 

περί  του   Αριστείδου    άνήρ   συγγενείς  έ'χων   τάς  ψυχικάς   διαθέσεις,  ό 
ηθικός  φιλόσοφος  Πλούταρχος  ό  Χαιρωνεύς1. 

Είς  το  πλευρόν  του  Δικαίου  εύρίσκετο  έπί  του  αθηναϊκού  στόλου 
άνήρ  ήδη  πρότερον  γνωστός  εις  τους  Αθηναίους  διά  τε  την  πατρα- 
γαθίαν  και  εξ  άνδραγαθίας.  Εϊνε  ό  άφιερώσας  είς  την  θεάν  τον  χαλι- 
νόν  του  ίππου  και  έπιβάς  άνευ  δισταγμού  της  τριήρους  ην  ώριζεν 
αΰτώ  ή  πόλις.  Ό  Κίμων,  καίπερ  ανήκων  είς  οίκον  διαπρεπή,  ήτο 
προςηνής  και  φιλόδωρος,  θεραπεύων  τον  δήμον  μη  λησμονών  δε  τάς 
οίκογενειακάς  αύτοΰ  παραδόσεις  έζήτει  νάποτελειώσγ)  το  έργον  των 
καθελόντων  των  βάρβαρον.  Άλλ'  είς  ταύτας  αύτοΰ  τάς  κατά  των 
Περσών  διαθέσεις  προςετίθετο  μεγάλη  αγάπη  προς  την  Σπάρτην, 
ώςτε  δύναται  ούκ  αδίκως  νά  ρηθή  περί  αυτού,  ότι  ήτο  μ.άλλον  φιλέλ- 
λην  και  φιλολάκων  ή  φιλαθήναιος.  Ό  δε  φιλολακωνισμός  αύτοΰ  ού- 
τος και  ή  άντίστασις  προς  την  τελείαν  έπικράτησιν  του  δ/,μου  έπή- 
νεγκον  την  διαφοράν  αυτού  προς  Περικλε'α  τον  υίόν  τοΰ  Ξανθίππου. 
Ή  εταιρεία  των  φιλοδήμων  και  φιλαθηναίων  ένίκησε  και  ό  Κίμων 
έξωστρακίσθη,  άλλ'  ή  φιλόπολις  διαγωγή  αύτου  και  των  περί  αυτόν 
κατά  τήν  μάχην  τήν  έν  Τανάγρα  έπήνεγκε  την  κάθοδον  τοΰ  χρηστού 
Κίμωνος.  Και  δή  ό  Περικλής  το  ψήφισμα  γράψας  αυτός  έκάλει  τον 
άνδρα.  Τότε  δ'  επήλθε  συνεννόησις,  καθ'  ην  ό  μέν  Κίμων,  λαβών  τάς 
νήας,  ανελάμβανε  τήν  έξω  στρατηγίαν  και  τήν  καταπολέμησιν  τών 
βαρβάρων,  είς  δε  τόν  Περικλέα  εμενεν  ή  δύναμις  ή  έν  τφ  άστει.  Νέον 
στάδιον  δόξης  ήνοίγετο  τότε  είς  τόν  νικητήν  της  Σκύρου  και  τής 
Ήιονος  και  τών  μαχών  τών  έπ'  Εύρυμέδοντι,  αλλά  πρόωρος  έπήλ- 
θεν   ό  θάνατος,  αρπάζων  τόν  άνδρα  προ  του  Κιτίου  τής  Κύπρου. 

Και  εμεινεν  ό  Περικλής  τό  έξης  ουχί  μεν  άνευ  αντιπάλων,  άλλ' 
έχων  άνταγωνιστάς  οίτινες  δεν  είχον  ούτε  τό  μεγαλεΐον  τοϋ  Κίμωνος 
ούτε  τήν  δοξαν.  Τεσσαράκοντα  όλα  έτη  προέστη  τής  πόλεως  ό  υιός 
του  Ξανθίππου,  στηρίζων  τήν  δύναμιν  αυτού  είς  ταύτα  δικαιώ- 
ματα και  ταύτα  αξιώματα,  ων  ήδύνατο  πάς  ευφυής  Αθηναίος  νά 
μετάσχτ)•  κατώρθωσε  δέ  διά  τής  έκτακτου  δυνάμεως  τοΰ  λόγου  και 
τοΰ  μεγίστου  ηθικού  κράτους  νά  φθάσγ)  είς  τοσούτον  ισχύος,  ώ,τε  νά 
ρηθή  δικαίως  ύπό  τοΰ  Θουκυδίδου,  ότι  ή  αθηναϊκή  πολιτεία  κατά 
τους  χρόνους   εκείνους   ήτο   λόγω    μέν    δημοκρατία,  έργω  δ'  ύπό  τοΰ 

1   Πλούταρχος  Ιν  βίω  Αριστείδου  6. 


—  255  — 

πρώτου  ανδρός  αρχή.  Άλλα  δεν  ήτο  αρχή  μόνον  του  πρώτου,  άλλ' 
άμα  και  τοϋ  αρίστου,  ανδρός,  εξ  ου  δικαίως  ώνομάσθη  παρά  τοϊς  νεω- 
τέροις  όλος  ό  αιών.  Εΐνε  μεν  αληθές,  ότι  ό  Περικλής  παρε'λαβε  την 
πόλιν  όχυράν  και  γενναίαν,  οΐαν  άπετέλεσεν  αυτήν  ό  Θεμιστοκλής, 
άλλ  αυτός  είνε  ό  συμπληρώσας  το  όνυρόν  αυτής  και  φρονηματίσας 
έτι  μάλλον  τους  Αθηναίους.  Εΐνε  αληθές,  ότι  παρέλαβε  παρά  του 
Αριστείδου  ήγεμονεύουσαν  τήν  πόλιν,  άλλ'  αυτός  εΐνε  ό  άριστα  διευ- 
θύνας  και  συμπληρώσας  και  κρατύνας  τήν  ήγεμονίαν  ταύτην.  Είνε 
αληθές,  ότι  ό  Αριστείδης  κατέστησεν  ισόνομους  τους  πολίτας'  άλλ'  ό 
Περικλής  είνε  ό  έπεκτείνας  τά  δίκαια  του  δήμου  και  επιθέσας  τον 
κολοφώνα  της  δημοκρατίας.  Είνε  αληθές,  ότι  ό  Κίμων  έδιωξε  τους 
βαρβάρους  πέραν  των  Κυανέων  και  πέραν  των  Χελιδονιών,  άλλ'  ό 
Περικλής  είνε  ό  συνεργήσας  εις  τούτο,  και  ό  Περικλής  είνε  ό  θελήσας 
να  μεταχειρισθώ  τήν  καταπολέμησιν  των  βαρβάρων  ουχί  ώς  τέλος, 
άλλ'  ώς  μέσον,  ίνα  άδεής  και  ενιαία  ή  Έλλας  συνελθη  Άθήναζε  εις 
σύλλογον  βουλευσόμενον  κοινή  περί  των  πραγμάτων  μιας  Ελλάδος. 
Άν  δε  ό  υιός  του  Μιλτιάδου  έκόσμησε  προ  τοϋ  Περικλέους  τάς  Αθή- 
νας με  στοάς  καί  οΐκοδομάς,  άλλ'  ό  Περικλής  είνε  εκείνος,  όςτις  άφ'  ου 
κατεσκευασε  τήν  πόλιν  ίκανώς  τοις  άναγκαίοις  προς  τον  πόλεμον 
έτρεψε  την  εύπορίαν  αυτής  είς  ταΰτα,  άφ'  ών  ή  δόξα  μεν 
γενομένων  άΐδιος ,  εύπορία  δέ  γενομένων  έτοιμη  παρέ- 
σται,  παντοδαπης  εργασίας  φανείσης  και  ποικίλων  χρειών, 
αϊ  πάσαν  μεν  τέχνην  έγείρουσαι,  πάσαν  δε  χείρα  κινοΰ- 
οαι,  σχεδόν  δλην  ποιοΰσιν  έμμισθον  την  πόλιν,  εξ  αύ- 
ττίς  άμα  κοσμοιτμένην  και  τρεφομένην.  Καί  έγεννήθησαν  τότε 
τά  λαμπρότατα  εκείνα  έ'ργα  τέχνης,  ών  έκαστος  λίθος  εΐνε  οιονεί  εύ- 
κλεές  τρόπαιον  τής  αττικής  μεγαλοφυίας.  Μάτην  παρήλθεν  έπ'  αυτών 
ό  χρόνος  έπιφέρων  τάς  είμαρμένας  ρυτίδας.  Τά  έ'ργα  εκείνα  μένουσιν 
είς  άεΐ  άγήρω,  κατά  τήν  έκφρασιν  του  Πλουτάρχου,  ή  μάλλον  όμοιά- 
ζουσι  προς  τάς  ποτνίας  έκείνας  πρεσβύτιδας,  αϊτινες  διασώζουσι  προ- 
φανή τά  ίχνη  τής  πάλαι  καλλονής,  μόνον  δε  προςεπιγεννώσιν  εις  τήν 
ψυχήν  του  θεωμένου  καί  τον  εκ  του  γήρατος  σεβασμόν.  Έν  ω  δέ  ώκο- 
δομοϋντο  τά  περιφανή  εκείνα  κτίρια,  μουσεία  ολόκληρα  εύγενοϋς  τέ- 
χνης, εις  τους  πρόποδας  αυτής  τής  Ακροπόλεως  ένθα  είργάζετο  ό 
Φειδίας  καί  ό   Καλλικράτης  καί  ό  Ικτίνος,  έκεϊ   έν   τφ  θβάτρω   τοΰ 


—  256  — 

Διονύσου  εστεφανοΰτο  ό  Σοφοκλής.  Και  εν  ω  έν  τη  άγορΧ  έφιλοσόφει 
ό  Σωκράτης,  έδίδασκεν  έν  τω  οί'κω  του  Περικλέους  ό  Αναξαγόρας 
καϊ  γλαφυρά  συνωμίλει  ή  Ασπασία,  και  ό  Μέτων  έξήταζε  τον  ούρα- 
νόν  των  διαστέρων  της  Αττικής  νυκτών,  έν  ω  ό  Θουκυδίδης,  ό  σο- 
βαρός έταστής,  έμελέτα  την  ίστορίαν  του  παρελθόντος  κα•  παρε- 
σκευάζετο  να  γράψη  την  ίστορίαν  επαπειλούμενου  δεινού  πολέμου. 
Άλλ'  ό  Θουκυδίδης  ήτο  σοφός  μελετητής,  και  δια  τούτο  δέν  έζήτησε 
να  έπιρρίψη  την  ένοχήν  του  πολέμου,  πολέμου  αναγκαίου  τό  έξης  καί 
αναπόφευκτου,  εις  τόν  Περικλέα,  ως  έποίησε  σχεδόν  πάσα  η  άρχαιό• 
της,  ιστοριογράφοι  καί  κωμωδοί,  ζητήσαντες  να  μειώσωσι  παντοδα- 
πώς  καί  πολυτρόπως  την  δόζαν  του  μεγάλου  Αθηναίου.  Άλλ'  ημείς 
θα  ώμεν  δικαιότεροι,  χωρίς  δια  τοϋτο  να  θελήσωμεν  να  δικαιώσωμεν 
τα  κακώς  πεπραγμένα.  Θα  ώμεν  δικαιότεροι,  έχοντες  απέναντι  του 
Κρατίνου  καί  του  Δούριδος  καί  του  Πλουτάρχου  τόν  Παρθενώνα  καί 
τόν  Θουκυδίδην.  Θαυμάζοντες  δε  τάξια  θαυμασμού  θά  μεταχειρισθώ- 
μεν  ενίοτε  έπί  δόξη  ταύτα  επίθετα  όσων  η  αρχαία  κωμωδία  έποιη- 
σατο  χρήσιν  έπί  σαρκασμώ. 

Ό  Όλύμπιος,  ναι  ό  Όλύμπιος  απέθανε  πριν  η  τελείωση  ό  πόλε- 
μος ό  άναγκαίως  έπελθών,  δν  μάτην  έζήτησε  νάναβάλη.  Δέν  εξεύ- 
ρομεν  όποιον  θά  ήτο  τό  τέλος  τοϋ  πολέμου,  όποΐαι  θά  ήσαν  αί  τύχαι 
της  Ελλάδος,  αν  έπέζη.  Τοϋτο  μόνον  δυνάμεθα  νά  εϊπωμεν,  ότι  ή 
συμφορά  υπήρξε  βραδεία  όιά  τάς  Αθήνας.  Δέν  είμεθα  έξ  εκείνων  οΐ- 
τινες  άναζητοΰσιν  απανταχού  έν  τη  ιστορία  τόν  δάκτυλον  θείας  προ- 
νοίας" αν  δέ  πρόκειται  πάντως  νά  εύρωμεν  θείαν  ένέργειαν  εν  τω  θα- 
νάτω  του  Περικλέους,  άποροϋμεν  που  νά  ζητήσωμεν  αυτήν.  "Ισως 
ήτο  έργον  του  Ιεχωβά,  ϊσως  έπενήργησεν  ό  Ζευς  Λακεδαίμων  αλλά 
τοΰ  Έλλανίου  Διός  έργον  δέν  ήτο  ό  θάνατος  ούτος,  όςτις  θά  είνε  τό 
τέρμα  του  ημετέρου  μαθήματος. 

Θά  περιλάβη  λοιπόν  τό  ήμέτερον  μάθημα  τήν  βραχεΐαν,  άλλ'  έ'ν- 
δοζον  πεντηκονταετίαν  άπό  της  μάχης  της  έν  Πλαταιαΐς  μέχρι  τη; 
ημέρας,  καθ'  ην  τοϋ  Περικλέους  προς  τω  τελει/τάν  δντος  πε- 
ρχκαθήαενοχ  των  πολιτών  οχ  βέλτχστοχ  καχ  των  φίλων  οι 
περχόντες  λόγον  έποιοϋντο  και  των  τροπαίων  τό  πλή- 
θος-  εννέα  γαρ  ην  ά,   στρατηγών  καχ  νχκών  έστησεν  ί/πέρ 


—  257  — 

της  πόλεως»1.  Ώς  εικός,  ή  ιστορία  της  πεντηκονταετίας  ταύτης 
περιστρέφεται  αάλιστα  η  σχεδόν  αόνον  περί  τάς  Άθήνκς.  θα  παραλά- 
βωαεν  την  πόλιν  τέφραν  και  κόν.ν  εκ  των  χειρών  του  Πέρσου  και  θα 
παραδώσωιχεν  αΰτην  ώραίαν  ώς  νύι/ρην  και  ίσχυράν  ώς  ηρωίνην  εις  τον 
Κλέωνα  και  τον  Νικίαν  και  τον  '  Αλκιβιάδην.  Ή  πόλις  θά  πέση  οιά 
να  εγερθη  και  πάλιν,  άλλ'  εις  την  εγ-ρσιν  έκείνην  θά  επακολούθηση 
δεινοτέοα  πτώσις,  και  εις  ταύτην  πάλιν  άλλη  δεινότατη  αετά  και 
πάσης  της  άλλης  Ελλάδος.  "Οταν  δ  '  έπέλθη  δια  την  Ελλάδα  τό 
πλήρωμα  τοϋ  χρόνου,  θά  συντείνη  ουκ  ολίγον  εις  τό  νάναστώσιν  αϊ 
'  Αθήναι  ώς  ιχητρόπολις  της  νέας  Ελλάδος  ΰπό  την  σκιάν  της  γερα- 
ρ&ς  Ακροπόλεως  ή  εκ  τών  χρόνων  του   Περικλέους  αεγάλη  δόξα. 


'   Πλούταρχος  εν   βίιο  Περικλέους   38. 

ΕΠΓΡ.    Π.    ΛΛΜΠΡΟΓ,   ΜΙΚΤΑΙ    ΣΕΛΙΔΕΕ.  '   ' 


ΑΤΤΙΚΑ   ΕΠΙΤΑΦΙΑ  ΑΝΑΓΛΤΦΑ  * 


Δύο  ρεύματα  όλως  αντίθετα  διακρίνονται  σαφώς  εν  τη  νεωτέρα 
επιστήμη,  το  της  αναλύσεως  και  το  της  συνθέσεως,  συνυπάρχοντα 
και  επ'  ίσης  συνευδοκιμουντα.  Ή  μονογραφική  έξέτασις  του  επιστη- 
τού κατά  μέρος  είνε  η  βάσις  της  νεωτέρας  έρεύνης,  εφ '  ης  στηρίζεται 
η  εΐδικότης,  το  κυριώτατον  απόκτημα  του  καθ'  ημάς  αιώνος.  Πνεύ- 
ματα αριστοτελικά,  περιλαμβάνοντα  το  όλον  του  επιστητού,  δεν  δύ- 
ναται πλέον  να  επίδειξη  ό  νεώτερος  κόσμος.  Και  οϋ  μόνον  έν  τφ 
καθ'  όλου  διεσχίσθη  ή  έρευνα  και  έξειδικεύθη  ή  επιστήμη,  άλλα  και 
αύται  αϊ  καθ'  έκάστας  έπιστήμαι  κατετμηθησαν  εις  μέρη  καϊ  εκ  της 
μιας  ειδικότητος  έσχηματίσθησαν  πολλαί  μερικά•  ειδικότητες.  Ή  επι- 
στήμη τών  καθ'  ημάς  χρόνων  χωρεί  είς  βάθος  μάλλον  η  επεκτείνεται 
εις  πλάτος  και  επικρατεί  της  συνθέσεως  ή  άνάλυσις,  της  μεγαλογρα- 
φίας  ή  μονογραφία.  Αλλ  έν  τούτοις  αυτής  της  αναλύσεως  είνε 
προϊόν  ή  σύνθεσις.  Ή  έξερεύνησις  τών  καθ'  έκαστα  έν  όλαις  αυτών 
ταΐς  λεπτομερείαις  πλουτίζει  το  ΰλικόν  καϊ  έζογκόνει  την  έξεταζο- 
μένην  ύλην,  καϊ  ή  κατά  βάθος  έρευνα  άγει  είς  την  κατά  πλάτος  εύ- 
ρυνσιν  τοϋ  έξερευνωμένου  πεδίου.  Διά  της  μονογραφικής  εξετάσεως 
δεν  γίνεται  μόνον  ασφαλεστέρα  και  μεθοδικωνέρα  ή  έρευνα,  αλλά 
και  διασαφηνίζεται  πολλάκις  έκ  του  μέρους  το  όλον  και  διανοίγονται 
νέοι  ορίζοντες  πνευματικοί  έν  τη  καθ' όλου  έρεύνη. "Οχι  λοιπόν  μόνον 
ή  ανάγκη  της  εποπτείας  της  διά  της  αναλυτικής  μεθόδου  συλλεχθεί- 
σης  καϊ  κριτικώς  έκκαθαρισθείσης  ύλης,  αλλά  καϊ  το  μέγα  κέρδος  της 
επιστήμης  έκ  της  τοιαύτης  τών  καθ'  έκαστα  μερών  προςαγωγής  καϊ 
διαφωτίσεως  άγει  είς  την  σύνθεσιν.  Ή  σημερινή  επιστήμη  δύναται  νά 

*   Έδημοσίίύθη  τό  πρώτον  έν  ττ(  Εικονογραφημένη  Εστία  τοϋ  1894  σ.  273  κ.  έ., 
293,  χ.  έ.,  314  χ.  Ι. 


—  259   — 

θεωρηθή  καθ'  όλου  ώς  σύνθεσις  έκ  τοιούτων  κατά  αέρος  συνθέσεων  της 
άλλως  κατ'  άναλυτικόν  τρόπον  γενομένης  μονογραφικής  εργασίας. 

"0  τι  δέ  συμβαίνει  περί  τάς  άλλας  έπιστήμας  συμβαίνει  σήμερον 
και  περί  την  άρχαιολογίαν.  Δυνάμεθα  να  εί'πωμεν,  ότι  ην  ποτέ  χρό- 
νος, καθ'  δν  και  ή  αρχαιολογία  έσχε  τόν  Άριστοτέλην  αυτής  έν  τω 
προςώπω  του  Υνίηοΐ£β1η(]ίΐηη.  Άλλα  σήμερον  τα  πράγματα  μετε- 
βλήθησαν.  Αυτά  τά  καθολικώτατα  των  αρχαιολογικών  πνευμάτων 
των  καθ'  ημάς  χρόνων,  ό  Βπΐηη,  ό  ΡβΠΌΐ,  δεν  δύνανται  νά  έννοη 
θώσιν  άνευ  της  συνδρομής  φάλαγγος  όλης  ερευνητών,  παρ' οϊς  ή 
έ'ρευνα  ή  περιορίζεται  εις  τήν  άνάλυσιν  και  την  μονογραφίαν  ή  ευρύ— 
νεται  τό  πολύ  εις  τήν  σύνθεσιν  μικρών  μόνον  τμημάτων  της  όλης  αρ- 
χαιολογικής επιστήμης. 

Τήν  δ'  έπιδίωζιν  ταύτην  τής  συνθέσεως  έν  τω  άπαρτισμώ  συλλο- 
γών ύλης  αναφερομένης  εις  όλα  τμήματα  τής  αρχαιολογικής  μαθή- 
σεως εύρίσκομεν  ήδη  ενωρίς.  "Η&η  κατά  τόν  δεκατον  έβδομον  αιώνα 
παρουσιάζονται  ύπό  Όλλανδών  ιδίως  αρχαιολόγων  απαρτιζόμενοι  οί 
λεγόμενοι  Θησαυροί,  συλλογαί  αρχαιολογικών  μνημείων,  ιδίως  τής 
ιταλικής  αρχαιότητος,  έργα  κολοσσιαία  και  πολύτιμα,  άτινα  καίπερ 
έν  πολλοίς  άπαρχαιωθέντα  δεν  είνε  και  τήν  σήμερον  άχρηστα.  Τοι- 
αΰται  είνε  αϊ  συγγραφαί  του  Γρονοβίου  και  Γραιβίου,  ει;  ας  έπηκο- 
λούθησαν  κατά  τόν  δέκατον  δγδοον  αιώνα  αί  του  δ3,11βη§Γ6,  Ρο- 
Ιβΐΐΐ,  ΜοηίΓαϋΟΟη  και  άλλων  Έκτοτε  ή  αρχαιολογική  επιστήμη 
δεν  έπαυσε  περισυλλέγουσα  είς  ογκώδεις  τόμους  ώς  εις  ταμεία  πολύ- 
τιμα τήν  διά  τής  έρεύνης  πλείστων  όσων  άρχαιοδιφών  συγκομιζομέ- 
νην  και  αϋξανομένην  ύλην  και  οίονεϊ  συνάγουσα  εις  μίαν  κοίτην  τά 
πολυχεύμονα  ρεύματα  τής  καθ  εκαστον  ειδικής  περί  τήν  άρχαιολο- 
γίαν ζητήσεως.  Άλλ'  ιδίως  τοϋ  δεκάτου  ένατου  αιώνος  επιβολή  είνε  ή 
μετά  κριτικωτέρας  επιστασίας  και  εΰρυτέρας  έρεύνης  περισυναγωγή 
τής  αρχαιολογικής  ύλης  εις  τοιούτους  πανδέκτας  μαρτυρούντας  τήν 
έν  τοις  καθ'  ημάς  χρόνοις  μεγίστην  προοδον  τής  αρχαιολογίας.  Και 
έν  μεν  τή  επιγραφική  τηλαυγή  όείγματα  τής  τοιαύτης  επιστημονικής 
οράσεως  πρόκεινται  τα  μεγάλα  συντάγματα  τών  ελληνικών,  αττικών 
και  λατινικών  επιγραφών  (ΟοΓρίίδ  ΐηδΟΠρΙΪΟΠϋΐΏ  (αΓββΟϋΓυΐΏ. 
ΟοΓρυδ  ίηδϋπρίίοηυιιι  ΑΐΙίοαΓυιτι,  ΟοΓραδ  ίηδϋπρίίοηυπι  1»ϋ- 
ΙϊηαΓϋΠΐ),  έν  οΐς  διετρανώθη  τό  κριτικόν  πνεύμα  και  ή  άκαταπονη- 


—  260   — 

τος  αληθώς  δραστηριοτης  ανδρών  οίοι  ό  Βοβοΐίΐΐ,  Μθ«ΉΠ186Ι1,  ΚίΓοΗ- 

Ιιοίΐ,  ΟίΙΙβη1)βΓο;βΓ,  ΚδΗΙβΓ,  Ηβηζβη,  ΗϋβηβΓ,  όπως  αναφέρω  μό- 

νον  τους  ονομαστότατους  τών  πρωτεργατών.  Ουδέ  περιωρίσθη  κατά 
τάς  τελευταίας  δεκαετίας  ή  τελευταία  συνθετική  κίνησις  εις  μόνην 
την  έπιγραφικήν,  άλλα  και  πλείστα  όσα  τμήματα  της  ιστορίας  της 
αρχαίας  τέχνης  έ'τυχον  όμοιας  ειδικής  άμα  και  γενικής  επεξεργασίας. 
Ιδίως  δ  εστράφη  ή  προςοχη  τών  νεωτέρων  αρχαιολόγων  περί  την 
συλλήβδην  διαλεύκανσιν  και  συντελεσιν  τοιούτων  σειρών  μνημείων, 
άτινα  άφ'  ενός  μεν  ε^ουσι  το  χαρακτηριστικών  γνώρισμα  όμοιας  τε- 
χνοτροπίας περί  την  αυτήν  ΰλην  διατριβούσης,  άφ  ετέρου  δ'  ύπεμ- 
φαίνουσι  και  έν  μέσω  τής  μεγίστης  ποικιλίας  περί  τήν  Ικτέλεσιν  κοι- 
νούς τινας  σκοπούς  και  κοινάς  τινας  ιδέας,  αΐτινες  τότε  μάλιστα  γί- 
νονται σαφείς,  όταν  μελετηθή  το  σύνολον  τών  όμοιων  και  συγγενών 
τεχνουργημάτων . 

Έν  τω  πνεύματι  δε  τούτω  είργάσθη  κατά  τον  δέκατον  ενατον  αιώνα 
έν  παλαιοτέροις  χρόνοις  ό  Εδουάρδος  ββϊΊΐαΓίΙ,  όςτις  ου  μόνον  σειράς 
αγγειογραφιών  και  τυρρηνικών  κατόπτρων  έξέδωκεν,  άλλα  καϊ  συνέ- 
λαβε τό  σχέδιον  εκδόσεως  πλήρους  συλλογής  τών  τυρρηνικών  έπϊ  σαρ- 
κοφάγων ανάγλυφων.  Όποιον  δε  τό  εις  τον  ΟβτΙΐ&Γά  προκείμενον 
σαφές  πρόγραμμα  τών  αρχαιολογικών  μελετών,  ου  παρίσταται  εϊςη- 
γητής,  χαρακτηριστικώτατα  οηλοϊ  τό  απόφθεγμα  αυτού,  ότι  «  Ό 
ΐδών  εν  μόνον  μνημεϊον  τέχνης  ουδέν  είδεν,  ό  δε  μυρία  ειδών  εν  είδεν». 

Άλλα  τό  μέγα  εκείνο  πρόγραμμα  του  ΟβΓ^Είά,  ή  περισυλλογή 
τών  αρχαίων  μνημείων  κατά  εϊδη,  μόνον  κατά  τους  ημετέρους  χρό- 
νους ήδύνατο  νά  έκτελεσθή  μετά  τής  εντέλειας  εκείνης  και  κριτικής 
ην  απαιτεί  ή  νεωτέρα  επιστήμη.  Εις  τους  συγχρόνους  ημών  αρχαιο- 
λόγους ήδύνατο  μεν  νά  χρησιμεύση  ως  πρώτη  βάσις  τό  από  τών  χρό- 
νων τής  αναγεννήσεως  ύπό  τών  φιλαρχαίων  και  αρχαιολόγων  περισυν- 
ειλεγμένον  ύλικόν,  καθίστατο  δε  δυνατή  ή  κριτική  του  αρχαιοτέρου 
εκείνου  υλικού  μελέτη  και  άνακάθαρσις  διά  τής  έν  τοις  δημοσίοις  μου- 
σείοις  και  ταϊς  διαφόροις  ίδιωτικαΐς  συλλογαϊς  αυτοψίας.  Ου  μόνον 
τά  μέσα  τής  συγκοινωνίας  εΰκολύνουσι  σήμερον  εϊπερ  ποτέ  τοιαύτας 
μελετάς,  άλλα  καϊ  ή  άναπαράστασις  τών  μνημείων  απέβη  ευχερε- 
στέρα και  τελειότερα  ένεκα  του  πολλαπλασιασμού,  τής  τελειοποιή- 
σεως και  τών  εΰωνοτέρων  τιμών  τών  νεωτέρων  άναπαραστατικών  με- 


—  261  — 

θόδων,  εις  ας  ήγαγεν  ή  καταπληκτική  έν  τοις  καθ'  ήμοίς  χρόνοις 
πρόοδος  της  φωτογραφίας  και  φωτοτυπίας.  Ή  δ'  επίσημος  ύπο  αρ- 
χαιολογικών καθιδρυμάτων  και  ακαδημιών  ύποστήριζις  τών  τοιούτων 
επιστημονικών  επιχειρήσεων  κατέστησαν  ούτως  ειπείν  τήν  επιβολην 
αυτών  διεθνή,  και  οί  άνδρες  εις  ους  ανετέθη  ή  διεύθυνσις  τών  τοιού- 
των έ'ργων  ευρέθησαν  εις  τήν  εύάρεστον  θέσιν  να  έ'χωσι  περί  εαυτούς 
φάλαγγα  όλην  ερευνητών  εν  τώ  αύτώ  πνεύματι  και  κατά  τους  αυτούς 
κανόνας  της  προηγμένης  αρχαιολογικής  μεθόδου  εργαζομένων.  Εν  δέ 
τη  προαγωγή  και  γενναία  υποστηρίζει  τοιούτων  μεγάλων  αρχαιολο- 
γικών δημοσιεύσεων  πρωτοστατοΰσιν  αί  άκαδημίαι  της  Βιέννης  καϊ 
του  Βερολίνου,  συνεπικουρούμεναι  υπό  τών  εν  'Ρώμη  καϊ  Αθήναις 
γερμανικών  αρχαιολογικών  ινστιτούτων.  Διά  τοιαύτης  υποστηρίξεως 
ήδυνήθη  ό  μεν  Βπΐηη  να  επιχείρηση  τήν  εκδοσιν  της  συλλογής  τών 
ανάγλυφων  τών  τυρρηνικών  τεφροδόχων  κιστίδων,  ην  έπειτα  άνέλα- 
βεν  ό  ΚθΓΐ6,  εις  δν  ανετέθη  και  ή  συνέχεια  τής  γερχαρδείου  συλλογής 
τών  τυρρηνικών  κατόπτρων,  ό  δε  ΜάΙζ  προκατήρξατο  του  συντάγμα- 
τος τών  αρχαίων  εγγλύπτων  σαρκοφάγων,  όπερ  μετά  τον  θάνατον 
αΰτου  άναλαβών  ήρχισεν  εκδίδων  ό  ΒοββΓΐ,  και  ό  ΚβΙίΙΐΙβ  ανέλαβε 
τήν  διεύθυνσιν  τής  εκδόσεως  τών  αρχαίων  έξ  όπτής  γής  ειδωλίων. 
Διά  δε  τής  τοιαύτης  ακαταπόνητου  εργασίας  πρόκεινται  εις  τους  άρ- 
χαιολογοϋντας  σειραί  όλαι  αρχαίων  μνημείων  όμοταγών,  άριστα  έκδε- 
δομένων  και  μετ'  εκτάκτου  φιλοκαλίας  άμα  και  ακριβείας  άναπαρι- 
στανομένων,  ποικιλωτάτας  μεν  εχόντων  τάς  καθ'  έκάστην  μορφάς, 
διαπνεόμενων  δέ  υπό  μιας  έν  όλω  αρχικής  ιδέας,  ης  πρόκεινται  ειπερ 
ποτέ  σαφείς  αί  διάφοροι  φάσεις  και  μεταπτώσεις.  Ό  φίλος  τής  αρ- 
χαίας τέχνης  δεν  δύναται  πλέον  νά  παραπονεθή,  ότι  έχει  προ  αύτοΰ 
'έν  μόνον  μνημεϊον,  ήτοι  ουδέν  κατά  τήν  έ'κφρασιν  του  ΟβίΉαπΙ,  άλλα 
δύναται  νά  προβή  μετά  θάρους  εις  τήν  έν  τοις  προκειμένοις  πολλοίς 
μνημείοις  διάγνωσιν  τής  ενότητος,  τής  έν  τή  ποικιλία  ένυποκρυπτο- 
μένης  ενιαίας  ιδέας. 

Β\ 

Είς  τάς  τοιαύτας  δημοσιεύσεις,  δι'  ων  παρέχεται  ένότης  εις  τάξεις 
ολας  μνημείων  συνανηκόντων  άλλήλοις,  πολύτιμος  προςθήκη  ύπήρ- 
ξεν  ή  συλλογή  τών  αττικών  επιταφίων  ανάγλυφων.  Οΰ  μόνον   ή  άρ- 


•262 


χαία  τέχνη,    άλλα  και  αύτος 
χαίοις  Έλλησι  θρησκευτικών 


Στύλη  Άρτότίωνος. 

του  βίου  των  αρχαίων,  πολλά 
1    Εστία  1877  Τομ.  Β'  ο.  441  κ 


ό  βίος  και  ή  γνώσις  των  παρά  τοις  άρ- 
άντιλήψεων  περί  μελλούσης  ζωής  μέλ- 
λουσι  διά  ταύτης  της  συλλογής  νά  δια- 
φωτισθώσιν  εξόχως.  "Οπερ  δέ  σπου- 
δαιότατον,  ή  ποικίλη  αύτη  διαφώτι- 
σις  άναφε'ρεται  εις  την  τέχνην,  τον 
βίον,  τάς  θρησκευτικάς  ιδέας  εκείνου 
των  ελληνικών  λαών,  όςτις  εφθασεν 
εις  το  άκρον  άωτον  της  καλλιτεχνικής 
εντέλειας  και  είς  το  κατακόρυφον  της 
ήμερώσεως  τών  ηθών,  του  αττικού.  Ή 
εν  παλαιοτε'ροις  φύλλοις  της  Εστίας 
δημοσίευσις  της  εξαίρετου  πραγμα- 
τείας του  κ.  Τσούντα  της  έπιγραφο- 
υ.ένης  Οι  τάφοι  των  αρχαίων 1  με 
απαλλάσσει  τοΰ  περιττού  κόπου  νά 
ενδιατρίψω  περί  την  εκθεσιν  τοΰ  τρό- 
που, καθ1  δν  εθαπτον  οί  άρχαΐοι  έν 
τοΐς  διαφόροις  χρόνοις,  και  τών  ειδών 
τών  τάφων.  Έκ  της  πραγματείας  εκεί- 
νης μανθάνει  ό  αναγνώστης  συν  τοις 
άλλοις  και  τάς  μεταβολάς  τάς  επελ- 
θούσα; συν  τώ  χρόνω  έν  τή  ψυχί)  τών 
Ελλήνων  ως  προς  την  περί  μελλού- 
σης ζωής  ίδέαν,  μεταβολάς  έκδηλου- 
μενας  και  διά  τοΰ  τρόπου  της  κη- 
δείας τών  νεκρών,  της  κατασκευής  τών 
τάφων,  της  διαφόρου  ταφής  τών  κατα- 
τιθεμένων έν  τοΐς  τάφοις  κτερισμάτων 
και  τών  επί  τών  νεκρικών  αγγείων 
παραστάσεων.  Είνε  λοιπόν  τά  κατά 
την  ταφήν  έθιμα  και  αυτή  ή  διακό- 
σμησις  τών  τάφων  ιδιάζουσα  φάσις 
διδάσκουσα  και  αξία  ιδίας  μελέτης  υπό 
Ι.,  458  χ.  §.  478  κ.  έ.,  489  χ.έ. 


—  263  — 

πολλάς  επόψεις.*  Από  των  τάφων  προςπνέει  ήμ&ς  έξαίρετόν  τι  άρωμα 
της  ελληνικής  αρχαιότητος.  Ή  ποίησις  εκείνη  τοΰ  θανάτου  έχει  ιδιάζον 
τι  θέλγητρον  παρά  τω  έ^ληνικώ  λαώ,  και,  εϊτ  έν  τοΐς  νεωτέροις  μυ- 
ρολογίοις  έκδηλοΰται,  εϊτ'  επί  των  αρχαίων  τάφων  ένετυπώθη  δια  της 
σμίλης,  μαρτυρεί  έξοχον  στοργήν  προς  τους  νεκρούς.  Ή  δε  στοργή 
αύτη  σπανίως  ποτέ  γενν<2  κατάπληξιν  και  φόβον  προ  της  ιδέας  του 
θανάτου"  συνήθως  δε  πληροί  την  ψυχήν  πόθου  γλυκυθύμου,  πένθους 
ημέρου,  μυστηρίου  τινός,  ου  η  λύσις  δεν  πρέπει  να  επιζητηθώ  &  τω 
άδιαδύτω  και  σκοτεινω  κόσμω  των  νερτέρων,  άλλα  μεταξύ  που  αυ- 
τού και  τοΰ  χαρμόσυνου  βίου  της  παρούσης  Ι,ωης. 

Και  διακρίνει  μέν  ό  τοιούτος  χαρακτήρ  και  το  τοιούτον  αίσθημα 
ιδιαζόντως  την  έλληνικήν  έπιτύμβιον  τέχνην,  ίδιαίτατα  δε  πάντων 
τάττικά  ανάγλυφα.  Και  είχον  κατά  ταύτα  δίκαιον  οί  είςηγηταΐ  τού 
έργου,  γράψαντες  εν  τη  αγγελίας  δι'  ης  έγνωρίζετο  εις  το  αρχαιολο- 
γικών κοινόν  η  μέλλουσα  εκδοσις  της  συλλογής  των  επιταφίων  αττι- 
κών ανάγλυφων,  οτι  αάνεπίδεκτον  πάσης  συζητήσεως  εινε  το  γενικώς 
άνθρώπινον  ενδιαφέρον  όπερ  παρέχουσιν  έκ  τών  νεκρικών  μνημείων 
πάντων  τών  χρόνων  και  λαών  ιδίως  τα  ελληνικά,  μεταξύ  δε  τούτων 
εξόχως  τα  αττικά  ». 

Ή  τοιαύτη  καλλιτεχνική  άμα  και  φιλοσοφική,  έθιμολογική  και 
Ιστορική  σημασία  τοΰ  είδους  τούτου  τών  εκ  της  αρχαιότητος  περι- 
σωθέντων  μνημείων  δεν  ήδύνατο  να  διαλάθη  τους  άρχαιολογοΰντας. 
Και  ό  ιιέν  άνήρ  ό  γενόμενος  είςηγητής  τάς  ιδέας  της  έν  ένΐ  συντά- 
γματι  εκδόσεως  των  αττικών  επ'.ταβιων  ανάγλυφων  υπηρςεν  ο  διακε- 
κριμένος αρχαιολόγος  Αλέξανδρος  (]θΠΖ6,  τήν  δε  άναγκαίαν  προς 
εύόδωσιν  τοΰ  έργου  ήθικήν  άρωγήν  και  ύλικήν  χορηγίαν  παρέσχεν  ή 
έν  Βιέννη  Ακαδημία  τών  επιστημών,  συνεπίκουρον  έν  τη  προαγωγή 
τοΰ  έργου  έλουσα  το  αυτοκρατορικών  Γερμανικόν  αρχαιολογικών  ίνστι- 
τοΰτον.  Αληθώς  άνευ  γενναίας  υποστηρίξεως  και  δαπάνης  δεν  ήτο 
δυνατή  ή  περισυναγωγή  τοΰ  πλήθοντος  ύλικοΰ,  ή  κριτική  αύτοΰ  έκ- 
κάθαρσις.  ή  πιστή  και  καλλιτεχνική  άμα  άναπαράστασις.  Έχρειά- 
ίΘυ)  πολύμοχθος  εργασία  πολλών  ετών  και  συνδρομή  πολλών  ανδρών, 
όπως  τοιούτον  έργον  μεγάλης  επιβολής  δυνηθή  νά  ΐδη  το  φώς  της 
δημοσιότητος.  Τα  επιτάφια  αττικά  ανάγλυφα  δεν  ευρίσκονται  πάν- 
τα,   πολλοΰ  γε    και  δει  ,    κατά  χώραν  ή  έν  τοις  δηαοσίοις    μουσείοις 


—  264  — 

των  Αθηνών.  Πλείστα  όσα  εύρηνται  λανθάνοντα  εν  αϋλαϊς  και  γω- 
νίαις  των  Αθηνών.  Πολλά  αυτών  άπό  μακρών  ετών,  τινά  ο'  άπό 
αιώνων  κοσμοϋσι  τάρχαιολογικά  μουσεία  της  Ευρώπης  η  ίδιωτικάς 
συλλογάς.  Παρίστατο  λοιπόν  ανάγκη  μακράς  αλληλογραφίας,  επισκέ- 
ψεων εις  μουσεία,  εκδρομών  προς  άνακάλυψιν  κεκρυμμένων  μνημείων, 
ζητήσεων  δυςχερών  προς  άνεύοεσιν  ή  άναγνώρισιν  ανάγλυφων  γνω- 
στών εξ  αρχαιοτέρων  δημοσιεύσεων,  αλλά  λανθανόντων  ή  έκλελοιπό- 
των,  αποτυπώσεων  τών  ανάγλυφων  ή  εκμαγείων,  σχεδιάσεων  και 
φωτογραφήσεων.  Ή  δε  τοιαύτη  προπαρασκευαστική  εργασία,  περί 
ης  εκάστοτε  ΰπέβαλλεν  εις  τήν'Ακκδημίκν  της  Βιέννης  τάς  προςηκού- 
σας  εκθέσεις  ό  το  έργον  διευθύνων  (]θί1Ζ6,  είνε  άξια  θαυμασμού  οχι 
όλιγώτερον  αυτής  της  δημοσιεύσεως,  δι'  ης  το  μετά  πόνου  συλλεχθέν 
και  διά  της  κριτικής  έκκαθαρθέν,  σοφώς  ΰπομνηματισθέν  και  φιλο- 
κάλως  άναπαρασταθέν  μετά  πάσης  της  δυνατής  ακριβείας  πλούσιον 
ύλικόν  έμελλε  νά  γείνη   κοινον  κτήμα  του  αρχαιολογικού  κόσμου. 

Είνε  δε  ή  εκδοσις  τής  συλλογής  τών  επιταφίων  αττικών  ανά- 
γλυφων το  πρώτον  βήμα  προς  έκτέλεσιν  τής  μεγάλης  ιδέας  περί  εκ- 
δόσεως τής  όλης  σειράς  τών  καθ'  όλου  επιταφίων  ελληνικών  ανάγλυ- 
φων. Τής  ιδέας  ταύτης  ή  πρώτη  έμπνευσις  έπήλθεν  εν  Αθήναις  τω 
1860  εις  τον  Άδόλφον  Μίοΐΐαβίίδ,  οςτις  έ'κτοτ' έθηκε  τάς  προκαταρ- 
κτικάς  του  έργου  βάσεις.  Άλλ'  είς  τόν  μετ'  αΰτου  τότ'  έν  Αθή- 
ναις συνδιατριβοντα  και  συνειςηγητήν  τής  αυτής  ιδέας  Οοηζβ  έπε- 
φυλάσσετο  ή  έκτέλεσις  τοϋ  έργου,  ήτις  και  προθύμως  ανετέθη  είς 
αυτόν  υπό  τής  Ακαδημίας  τής  Βιέννης,  ότε  ούτος  ύπέβαλεν  εις  αυτήν 
την  περί  τοϋ  προκείμενου  αΐτησιν  τή  20  Απριλίου  1873.  Πρόθυμος 
δε  συναρωγος  παρέστη  ευθύ;  έζ  αρχής  ό  Μίοΐΐαβίίδ,  παραχωρήσας  εις 
τόν  ΟοΐΙΖβ  πάντα  τά  τέως  υπ '  αυτού  συλλεχθέντα  στοιχεία  τής  με- 
λετηθείσης  μεγάλης  επιχειρήσεως.  Διά  δε  τής  ακαταπόνητου  εργα- 
σίας τών  εις  τό  έργον  ύπό  την  διεύθυνσιν  του  (ϋοπζβ  συντελεσάντων 
πολλών  ερευνητών,  τής  προθύμου  συναντιλήψεως  τών  κυβερνήσεων 
και  τών  διευθύνσεων  συλλογών  και  μουσείων  κατέστη  τέλος  δυνατή  ή 
περισυλλογή  τής  ύλης  και  ή  εναρξις  τής  δημοσιεύσεως  τοϋ  κολοσσιαίου 
έργου.Άλλ'  όποια  ή  καταβληθείσα  τεραστία  αληθώς  εργασία  σαφώς 
δηλοϋται  έκ  τών  εκθέσεων  αοϋ  Οοηζβ  περί  τής  προκαταρκτικής  εργα- 
σίας τής  άπαιτηθίίσης  διά  τό  σύνολον  τών  ελληνικών  επιταφίων  άνα• 


—  265  — 

γλύφων,  ων  τα  αττικά  είνε  το  τηλαυγές  πρόςωπον.  Δικαίως  δ'  έ'γρα- 
φεν  ό  Οοηζβ  εν  τέλει  της  πρώτης  αΰτοΰ  εκθέσεως•  «Πάντες  οι  συν- 
επιλαμβανόμενοι  του  έ'ργου  και  προθυμούμενοι  νάποστείλωσιν  εις  την 
'Ακαδημίαν  ειδήσεις,  περιγραφάς,  σχεδιογραφήματα,  φωτογραφίας  ή 
επί  χάρτου  έκτυπα  δεν  θα  έπισύρωσι  μόνον  την  ήμετέραν  εΰγνω- 
μοσύνην,  άλλα  και  θά  κριθώσιν  άξιοι  μεγάλης  έκδουλεύσεως  και  της 
χαράς,  ότι  συνετέλεσαν  εις  έργασίαν  μελλουσαν  νάνοίξτ]  εντελώς  προς 
γνώσιν  του  ελληνικού  βίου  και  της  ελληνικής  τέχνης  πηγήν,  ήτις  οεν 
ενει  μέχρι  τούδε  γνωσθή  επαρκώς». 

Τήν  δε  ποικίλην  έργασίαν  την  άπαιτηθεϊσαν  προς  συντελεσιν  του 
έργου  και  παρασκευήν  της  δημοσιεύσεως  και  μόνου  του  τμήματος 
τών  αττικών  ανάγλυφων,  εις  ό  ένεκα  τών  μεγάλων  δαπανών  ήναγκά- 
σθη  επί  του  παρόντος  να  περιορισθή  ή  βιενναία  Ακαδημία,  δεικνύει 
ή  έν  τοις  δικαίοις  αυτής  ευχαριστήριοι:  παράζευςις  πολλών  ονομάτων 
έκ  διαφόρων  κύκλων.  Αϊ  κυβέρνησες  και  άρχαϊ,  ή  διπλωματία,  ή  επι- 
στήμη, ή  τέχνη,  αύτη  ή  προθυμία  ιδιωτών  ρεκτών  και  πρακτικών 
έχρειάσθη  νά  συμπράξωσιν.  Έκ  τών  έν  Αθήναις  ή  γενική  εφορεία 
τών  αρχαιοτήτων  και  το  Γερμανικον  άρχαιολογικον  ίνστιτούτον  μετά 
τών  εταίρων  αύτοϋ,  ό  πρεσβευτής  τη;  Αυστρίας  κ.  Κθδ]β1ί  και  ό 
πρώην  νομισματογνώμων  Άχιλλεύς  Ποστολάκκας,  ό  μακαρίτης  ίιθ1- 
Ιϊη^ζ  και  το  βιβλιοπωλείον  Βιλμπεργ,  ό  φωτογράφος  Κωνσταντίνος 
Αθανασίου  και  πλείστοι  ίδιώται  άζιούνται  έν  ταΐς  έκθέσεσι  του  (]θΠΖ6 
ίδιας  μνείας,  ώς  συντελέσαντες  εις  το  μέγα  έργον ,  ού  το  πρώτον  τεύ- 
χος χαίρων  μετά  τοιαύτην  πολύπονον  έργασίαν  ήάυνήθη  νά  παρα- 
δώση  ό  Οοηζθ  εις  τήν  δημοσιότητα  τω  1890.  Αλλ '  οι  υπέρ  πάντας 
του;  άλλους  εργασθέντες,  οΐτινες  και  διά  τούτο  έθεωρήθησαν  άξιοι  νά 
μνημονευθώσιν  έν  αυτή  τη  επιγραφή  του  έργου  ώς  συνεργάται  του 
Οοηζβ,  εινε  ό  Αδόλφος  ΜίοΗαβΠδ,  ό  Άχιλλεύς  Ποστολάκκας,  ό  'Ρο- 
βέρτος  νοη  δοΐΐηβίίΙβΓ,  ό  Εμμανουήλ  ί,οβ\νγ  και  ό  Αλφρέδος 
ΒΓϋοΙίηβΓ. 


Γ\ 


Το  όλον  έργον   προϋπελογίσθη   εις  δέκα  και  οκτώ  τεύχη  εις  σχήμα 
τέταρτον,  ων  έ'καστον,  άποτελούμενον  ϊς  εικοσιπέντε  πινάκων  και  κει- 


—  566  — 

μένου  αναφερομένου  εις  αυτούς,  εκδίδεται  περίπου  καθ'  εξαμηνίαν. 
Ό  δ'  αριθμός  των  τευχών  θαΰξηθή  μόνον  έν  περιπτώσει  καθ' ην  ήθε- 
λεν  άποβή  τοΰτο  άναγκαΐον  ένεκα  νέων  ευρημάτων  κατά  την  διάρ- 
κειαν  της  δημοσιεύσεως. 

Πρόκεινται  δε  ήδη  πέντε  τεύχη,  περιλαμβάνοντα  εν  όλω  125  πί- 
νακας, ών  117  συναποτελοΰσι  τον  πρώτον  τόμον  του  έργου  μετά 
130  σελίδων  κειμένου,  έν  αίς  περιγράφονται  616  ανάγλυφα,  παρέ- 
χονται δε  και  τίνες  εικόνες  1. 

Τό  πλήθος  τών  σωζόμενων  επιταφίων  αττικών  παραστάσεων  θέλε1 
περιληφθή  πλήρες  εις  ταύτην  την  δημοσίευσιν,  εκδιδομένων  οΰ  μόνον 
τών  ανάγλυφων,  άλλα  και  τών  επί  άλλως  λείου  λίθου  δια  χρωμάτων 
έζωγραφημένων  εικόνων. 

Θέλει  δε  περιλάβει  ή  συλλογή  την  όλην  γνωστήν  και  δι'  άτρύτων, 
ως  εϊδομεν,  κόπων  συλλεχθεϊσαν  ύλην  έν  όλοις  τοις  σωζομένοις  άντι- 
τύποις,  και  δη  μέχρι  τών  χριστιανικών  χρόνων.  Τά  δε  χριστιανικά 
επιτάφια  μνημεία  δεν  θέλουσι  περιληφθή  εις  ταύτην  τήν  συλλογήν. 
Ή  έζαίρεσις  δε  αύτη  είνε  λυπηρά  μέν,  άλλ'  εύλογος.  Ου  μόνον  ή 
τέχνη  παρακμάζει  τότε  πλέον,  αλλά  και  ή  όλη  έκτέλεσις  είνε  διάφο- 
ρος και  τά  σύμβολα  είνε  νέα  και  μικράν  μόνον  εχουσι  σχέσιν  προς  τον 
επί  τών  αρχαίων  αττικών  ανάγλυφων  παρουσιαζόμενον  κόσμον.  Είνε 
μέν  κοινός  ό  θάνατος,  άλλ'  ή  άντίληψις  αύτοΰ  μετεβλήθη  ουσιωδώς 
διά  τής  νέας  θρησκείας,  και  αί  παραστάσεις  άπορρέουσιν  άπό  νέων 
όλως  ιδεών.  Τήν  δε  θλϊψιν  επί  τή  παραλείψει  τής  διά  τον  μεσαιωνικόν 
ημών  βίον  άλλως  αξιόλογου  ταύτης  σειράς  τών  χριστιανικών  επιτα- 
φίων μνημείων  μετριάζει,  πως  ή  προςοχή,  ην  περί  ταύτα  κατέβαλον 
μέχρι  τοϋδε  δύο  κυρίως  έρευνηταί,  ό  έπ'  εσχάτων  έν  Ίεροσολύμοις 
θανών  'Ρώσος  αρχιμανδρίτης  Άντωνΐνος  και  ό  Γάλλος  καθηγητής 
Β&νβΙ.  Άλλ1  αί  δημοσιεύσεις  τών  δύο  τούτων  ανδρών  πρέπει  νά  θεω- 
ρηθώσιν  ως  είςαγωγή  μόνον  και  παρόρμησις  μελλούσης  ποτέ  συλλογής 
τών    χριστιανικών    μνημείων    αναλόγου    προς    τήν   υπό   τής    βιενναίας 

*  ϋΐβ  αΙΙίδοηβη  ΟίΣώΓβΙίβΓκ  Ιιβιαυίί^β^βηβη  ΐηι  ΑιιΓΐι•3§β  άβΐ"  Ιίαϊδβιΐϊοηβη 
Λΐο.(1βΓηίθ  (ΙβΓ  \νϊ88βηδο1ΐ3.ίΙβη  ζηλ/νίβη  νοη  ΑΙβχαηάβΓ  Οοηζβ  ηηΙβΓ  ΜίΙ\νίιΊί- 
αη§  νοιι  ΑαΌΙί  ΜίοΙιειβΙΪΝ,  Αοΐιϋίβα»  Ρθ8ΐο1α1ί1ί&8,  ΚοοβιΙ  νοη  8οΙιηβϊάβι•, 
ΕαίΓηβηαβΙ  ΙίΟβννν,  ΑΙίιβά  Βιυοίνηβι•.  Βαηιΐ  Ι.  ΤίΐΓβΙη  Τ-ΟΧνΠ.  ΒβίΊίη.  νβι- 
Ια£  νοη  ΛΥ.  Βρβηι&ηη.  1893. 


—  267   — 

Ακαδημίας  έπιχειρηθεΐσαν  Ικδοσιν  των  αρχαίων  αττικών  επιτύμβιων 
ανάγλυφων.  Τοιαύτη  δ'  εκδοσις,  ενδιαφέροντα  είδικώτερον  ημάς  τους 
νεωτε'ρους  "Ελληνας,  ευχής  έργον  θα  ήτο  να  έπεχειρεϊτό  ποτό  έν 
Ελλάδι  και  ΰπό   Ελλήνων. 

Προκειμένου  δε  πλήθους  πολλού  μνημείων,  οί  έκδόται  των  επιτύμ- 
βιων αττικών  ανάγλυφων  έν  τοις  πρώτοις  έ'δει  να  φροντίσωσι  περί 
της  προςηκούσης  αυτών  κατατάξεως  έν  τη  έκδόσει.  Ώς  πρώτη  δε 
διαίρεσις  επεβλήθη  ύπ'  αυτών  τών  πραγμάτων  ή  χρονολογική.  Κατε- 
νεμήθησαν  λοιπόν  τα  μνημεία  είς  τρεις  μεγάλας  διαιρέσεις,  πρώτον 
μεν  μέχρι  τών  περσικών  πολέμων,  δεύτερον  δε  άπό  τών  περσικών  πο- 
λέμων μέχρι  Δημητρίου  του  Φαληρέως  και  τρίτον  άπό  τούτου  μέχρ1 
τών  χριστιανικών  χρόνων. 


Στήλη  διόκοφόρου. 

Και  την  μέν  πρώτην  τάξιν  τών  μνημείων  παρέχει  ή  άρχαιότροπος 
αττική  τέχνη,  μεθ'  ης  συμβαδίζει  εν  τω  πολιτεύματι  τών  Αθηνών  ή 
μείζων  εμμονή  προς  τα  πατροπαράδοτα  και  τις  δυςκαμψία  τών  ηθών, 
υποχωρούσα  μετά  τους  νικηφόρους  τών  Ελλήνων  αγώνας  εναντίον 
τών  Περσών.  Ώς  δε  ή  πολιτεία,  γίνεται  τότε  συν  τη  αθηναϊκή  ηγε- 
μονία έλευθεριωτέρα  και  ή  κοινωνία,  άποβαίνουσι  δε  και  τα  ήθη  εύ- 
ροώτερα  και  μάλλον  κεκινημένα.  συμμεταβάλλονται  δε  και  αϊ  θρη- 
σκευτικά! αντιλήψεις,  και  ή  τέχνη  συνανυψοΰται  και  συνεζευγενίζεται 
και  έπϊ  τών  τάφων   ώς  έπί  της    Ακροπόλεως,  ύπείκουσα   εις  το   νέον 


—  268  — 

πνεύμα  το  ίμφυσηθέν  εις  τόν  λίθον  δια  τής  μεγαλοφυίας  του  Φειδίου. 
Έκτοτε  οί  επιτύμβιοι  λίθοι  της  Αττικής  παρακολουθούσιν  εν  τε  τη 
τεκτονική  αυτών  κατασκευή  και  τη  γλυπτική  διακοσμήσει  και  ταΐς 
παραστάσεσι  τα  διάφορα  στάδια  της  αττική:  τέχνης  και  τάς  διαφό- 
ρους τάσεις  του  αττικού  πνεύματος. 

Άλλ'  έπΐ  των  μετ'  Άλέξανδρον  χρόνων  οΰ  μόνον  το  πολίτευμα 
των  Αθηνών  μεταβάλλεται  και  τα  αττικά  ήθη  λαμβάνουσι  νέαν 
τροπην,  άλλα  και  εις  την  περί  τών  ταφών  νομοθεσίαν  επέρχεται  ου- 
σιώδης μεταβολή,   εΐςηγουμένου  Δημητρίου  του  Φαληρέως. 

Ό  υιός  του  Φανοστράτου,  όν  έπέβαλεν  εις  την  πόλιν  έπΐ  δεκαετίαν 
(317-307  π.  Χ.)  ώς  επιστάτην  ό  Κάσσανδρος,  εκρίθη  διαφόρως  ύπό 
τε  τών  συγχρόνων  αΰτώ  και  τών  νέων  ιστορικών.  Άλλ'  άναντίρρητον 
όμως  είνε,  ότι  ό  παράδοξος  εκείνος  άνήρ,  ου  ή  ψυχή  ήτο  κράμα  αρε- 
τών και  κακιών,  ό  φιλόσοφος  άμα  και  κομψευόμενος,  ό  ξανθιζόμενος 
τήν  κόμην  και  ΰπαλειφόμενος  το  πρόςωπον  και  έγχρίων  εαυτόν  δια 
μύρων  πολυτελών,  ό  άσωτος  και  θηλυδρίας,  υπήρξε  και  ό  έπανορθώ- 
σας  τα  οικονομικά  τής  πόλεως  και  εΐςαγαγών  θεσμούς  διαρρυθμίζον- 
τας πολλαχώς  τα  άλλως  έπ'  αυτοί  και  έν  μέρει  δι'  αΰτοΰ  φθειρόμενα 
δημόσια  ήθη.  Μεταξύ  δε  τούτων  τών  νόμων  του  Φαληρέως  υπήρξε 
κατά  την  μαρτυρίαν  του  Κικέρωνος  (ίι6^.  II  26)  και  ό  κανονίζων 
άλλως  ή  πρότερον  τα  περί  τών  τάφων.  Και  δή  διέταξεν  ό  Δημήτριος, 
όπως  άπαγορεύηται  το  εξής  ή  έπΐ  τών  τάφων  έπίθεσις  χώματος  γής, 
έπιτίθηται  δε  μόνον  στήλη  τρίπηχυς  το  πολύ  τό  ΰψος  η  τράπεζα  η 
κάλπις,  επέστησε  δέ  ίδιον  άρχοντα  προς  έπιτήρησιν  της  έκτελέσεωί 
τών  τοιούτων  διατάξεων.  Ή  δ'  έπίδρασις  τής  τοιαύτης  νομοθετική^ 
προνοίας  Δημητρίου  του  Φαληρέως  και  ή  διατα/θεϊσα  αυστηρά  έπι- 
τήρησις  γίνεται  αισθητή  αληθώς  και  έζ  αυτών  τών  πραγμάτων. 
Ή  δ'  έξ  εκείνων  τών  χρόνων  έπερ/ομένη  μεταβολή  ορίζει  άφ  εαυτής 
τήν  μετά  τους  περσικούς  πολέμους  όιαίρεσιν  τών  επιτύμβιων  αττικών 
ανάγλυφων  εις  δύο  χρονικά  όρια. 

Και  τα  μέν  μέχρι  τών  περσικών  χρόνων  μνημεία,  ών  ολίγα  μόνον 
περιεσώθησαν,  δεν  ήγαγον  εις  ανάγκην  ύποόιαιρέσεως  αυτών.  "Αλλως 
δ'  ε/ει  τό  πράγμα  διά  τήν  δευτέραν  και  τρίτην  τάξιν,  τήν  άπό  τών 
περσικών  πολέμων  μέχρι  του  Φαληρέως  και  άπ'  αύτοΰ  μέχρι  τών 
χριστιανικών  χρόνων.  Τό  πλήθος  τών  είς  τάς  δύο  ταύτας  τάξεις  άνα- 


—  269  — 

γομένων  μνημείων  ού  μόνον  δυνατήν  κατέστησεν,  άλλα  και  Ιπέβαλι 
την  ύποδιαίρεσιν  κατά  τύπους.  Ούτως  οΰ  μόνον  υπό  άρχαιολογικήν 
εποψιν  γίνονται  όιά  της  τοιαύτης  ύποδιαιρέσεως  αΐσθηταί  αί  διάφοροι 
εκφάνσεις  της  τέχνης,  άλλα  και  υπό  την  εποψιν  των  θρησκευτικών  αντι- 
λήψεων και  της  εκδηλώσεως  τών  εννοιών  τοΰ  ηθικού  κόσμου  τών  αρ- 
χαίων Αθηναίων  εΐςδύομεν  βαθύτερον  εις  την  ψυχήν  αυτών,  και  καθ- 
ίσταται εις  ημάς  ευχερέστερα  ή  κατανόησις  και  ερμηνεία  τών  Ινδια- 
θέτων  νοημάτων  τοΰ  μεγάλου  εκείνου  λαοΰ,  ευρισκομένου  προ  τοΰ 
μυστηρίου    τοΰ    θανάτου. 

Έν  ω  δέ  ήδη  ή  τοιαύτη  κατανομή  της  ύλης  εί'περ  τι  και  άλλο 
προδιαθέτει  τόν  μελετώντα  την  σειράν  τών  αττικών  ανάγλυφων  εις 
την  παρακολούθησιν  τών  αθηναϊκών  περί  ταφής  νομίμων,  της  συν  τω 
χρόνω  μεταβολής  τών  περί  της  μελλούσης  ζωής  αττικών  ιδεών  καϊ 
της  μετατροπής  τοΰ  βίου,  οία  έκδηλοΰται  έπί  τών  επιταφίων  στηλών, 
το  κείμενον  το  συνοδεΰον  τάς  δημοσιευομένας  εικόνας  είνε  έζαιρέ- 
τως  εύπρόςδεκτον  υπόμνημα,  είςάγον  τόν  άναγνώστην  εις  τους  νέους 
προ  ημών  άνοιγομένους  δια  της  μελέτης  τών  έργων  εκείνων  της  τέ- 
χνης ορίζοντας  και  μεταβαλλον  τα  κατασκευάσματα  εκείνα  της  αττι- 
κής σμίλης  εις  νέας  ίστορικάς  πηγάς,  δι'  ών  έπιφανώς  ύπομνηματίζε- 
ται  και  άπό  νέας  άπόψίως  σαφηνιζεται  ό  βίος  τών  Αθηναίων. Αλη- 
θώς μέχρι  τοΰδε  τουλάχιστον  δεν  έ'χομεν  γενικήν  άνακεφαλαίωσιν  τών 
πορισμάτων ,  ήτις  μόνον  μετά  την  άποπεράτωσιν  τοΰ  όλου  έ'ργου 
εσται  δυνατή*  περιορίζονται  δέ  οί  έκδόται  εις  περιγραφήν  εκάστης 
τών  στηλών  καθ'  έαυτήν.  Και  παρέχεται  λοιπόν  εις  τόν  άναγνώστην 
σημείωσις  περί  τοΰ  χώρου,  έν  ω  νΰν  απόκειται  εκάστη  τών  στη- 
λών, περί  τοΰ  χρόνου  και  τόπου  της  ευρέσεως,  ταΰτα  δέ  πάντα  κατ' 
άκριβεστάτας  ύπο  πολλών  έξηκριβωμένας  ειδήσεις.  Προςτίθεται  δέ 
πλήρης  βιβλιογραφία  τών  τυχόν  προτέρων  εκάστου  ανάγλυφου  εκδό- 
σεων, μετ '  ευσυνείδητου  εκτιμήσεως  αυτών,  και  έπεται  λεπτομερέ- 
στατη περιγραφή  και  ακριβέστατη  μέτρησις  τών  διαστάσεων,  γίνεται 
ειδική  μνεία  και  περιγραφή  τών  σωζόμενων  ιχνών  ζωγραφήσεως  τών 
στηλών  ,  σηαειοΰται  τό  είδος  τοΰ  λίθου  και  ό  τρόπος  της  επελθούσης 
τυχόν  συμπληρώσεως  τών  άποκεκρουσμένων  μερών.  Ίδιάζουσαν  δέ 
σημασίαν  έχουσιν  αί  έπιφερόμεναι  πολλαχοϋ  λεπτόταται  τεχνοκρι- 
τικαί    παρατηρήσεις.  Άλλ'  έν  φ  ταΰτα    πάντ'   άγονται    εις    τα  καθ' 


—  27(Γ— 

εκαστον,  δεν  παραλείπονται  (λεν  αϊ  άναγκαϊαι  δηλώσεις  πβρί  της  προς 
άλληλας  σχέσεως,  αλληλουχίας  και  όμοιότητος  των  στηλών,  όπου 
παρατηρούνται  τοιαΰται,  το  δε  καθ*  έ'καστον  αίρεται  άπό  της  σφαί- 
ρας του  ειδικού  εις  τό  γενικόν  δια  της  διαγνώσεως  και  προςηκούσης 
εκτιμήσεως  της  διαπνεούσης  την  δλην  έπιτάφιον  δημιουργίαν  της  ατ- 
τικής σμίλης  άπαραγνωρίστου  ένότητος.  Κατά  ταύτα  δε  ή  δημοσίευ- 
σις  αύτη  της  βιενναίας  Ακαδημίας  άποπερατουμένη  θάποτελέση  επι- 
φανές μνημεϊον  οΰ  μόνον  προς  γνώσιν  σπουδαιότατου  μέρους  της  αρ- 
χαίας τέχνης  καθ'όλας  αϋτου  τάς  λεπτομέρειας,  αλλά  και  καθρέπτην 
φαεινόν,  έν  ω  παραδόξως  δια  τών  περίτεχνων  εκείνων  πλακών  του  θα- 
νάτου θάντικατοπτρίζητα'.  ό  πλήρης  ζωής  βίος  τών  αρχαίων  Αθη- 
ναίων. 

Αί  μέχρι  τών  περσικών  χρόνων  σωζόμεναι  στήλαι  αί  άποτελοΰσαι 
κατά  τανωτερω  ειρημενα  εν  τη  υπ  όψιν  προκείμενη  δημοσιεύσει  την 
πρώτην  τάξιν  είνε  όλίγισται,  δεκαοκτώ  και  μόναι,  πλην  δεκαεπτά 
άλλων  τεμαχίων,  έν  οίς  καϊ  τεκτονικά  μέλη  στηλών,  ιδίως  δε  βάσεις. 

Τών  πολλών  δε  τούτων  τέσσαρες  διακρίνονται,  ή  του  Άριστίωνος, 
ή  του  Λυσέου,  ή  του  δισκοφόρου  νεανίου  και  ή  τοΰ  νεαρού  έφιππου. 
Αί  δύο  πρώται  ευρέθησαν  έν  αποστάσει  πεντήκοντα  βημάτων  άπ' 
αλλήλων  παρά  την  Βελανιδεζαν  της  "Αττικής  οΰ  μακράν  της  αρ- 
χαίας Βραυρώνος,  άπόκεινται  δε  άμφότεραι  έν  τω  Κεντρικώ  μουσείω 
Αθηνών.  Αμφότεραι.  είνε  άξιαι  πλείστου  όσου  λόγου.  Γνωστή  δέ 
και  εις  τους  πολλούς  είνε  ή  του  Άριστίωνος,  έφ '  ης  παρίσταται  γε- 
νειοφόρος οπλίτης  προς  τά  δεζιά  βαίνων  και  διά  της  αριστεράς  κρα- 
τών δόρυ,  στηριζόμενον  επί  τοΰ  εδάφους,  τήν  δέ  δεζιάν  στηρίζων 
πα^έος  παρά  μηροΰ.  Φέρει  δέ  χιτώνα  καϊ  έπ'  αΰτου  θώρακα, 
φέρει  δέ  και  κράνος  και  κνημϊδα.  Τόν  πάνοπλον  δέ  τούτον  Άριστίωνα 
τον  άπεικονιζόμενον  έπϊ  της  ωραίας  άρχαιοτροπου  στήλης  καλοΰσιν  οί 
πολλοί  εσφαλμένως  Μαραθωνομάχον,  και  έ'τι  περαιτέρω  βαίνοντες 
θρυλοΰσιν  αυτόν  τόν  ένεγκόντα  εις  τήν  πόλιν  τά  ευαγγέλια  της  έν 
Μαραθώνι  νίκης1.  Ή  στήλη  αύτη  είνε  άξιολογωτάτη  διά  τήν  τέχνην, 
περί  ης  ορθώς  παρατηρεί  ό  ΒπίΠΠ,  ότι  καϊ  παρά  τάς  επί  μέρους 
παρατηρουμένας  ελλείψεις  τό  όλον  διατηρεϊ  τό  πλήρες  θελγητρον  όπερ 

1  "Ιδε  περί  του  θρύλου  τοΟ  αναφερομένου   εις  ταύτην  τήν  στήλην  καϊ  Λόγους  και 
άρθρα  σ.  440  κ.  έ. 


—  271   — 

παρέχει  καλόν  άρχαϊκόν  άνάγλυφον.  Ό  καλλιτέχνες,  δν  ευτυχώς  γνω- 
ρίζει ήμϊν  ή  βάσις  του  ανάγλυφου,  όνομαζόμενον  Άριστοκλέα,  κατ- 
ώρθωσε  να  έμποιήση  ει;  το  καλλιτέχνημα  αύτοΰ  την  αισθησιν  της 
ηρεμίας  και  της  ένότητος,  εινε  δε  πασιφανή;  η  αρμονία  ή  παρατη- 
ρούμενη έν  τη  έπινεύσει  και  τ*}  εκτελέσει  του  έργου.  Ό  καλλιτέχνης 
περιορίζεται  μεν  εν  τε  τη  καθ'  όλου  παραστάσει  και  έν  τω  σχηματι- 


Στήλη  έφιππου  νεανίον. 


σμώ  των  μερών,  ιδίως  της  κομμώσεως  και  τη;  πτυχώσεω;,  υπό  ορίων 
τινών  επιβεβλημένων  υπό  της  έθάδο;  των  χρονών  αύτοΰ  τεχνοτοο- 
πιας,  αλλ  ή  έμμονη  αύτη  εις  τα  παραδεδόμενα  συντελεί  αονον  εϊ; 
την  απαλλαγην  τοΰ  τεχνιτου  άπο  αξιώσεων  και  έπιδεικτιώσης  αυτο- 
νομίας, κατά   δε  τάλλα   δεν  δεσμεύει  την  ελευθερίαν   αυτού,  καϊ  συν- 


272   

απεργάζεται  το  βαθεϊαν  εις  τον  φίλον  και  έκτιμητήν  της  αρχαϊκής 
τέχνης  έμποιούν   αΐσθησιν    κάλλος  της   επιταφίου   στήλης ι. 

Και  την  μέν  γλυπτικήν  έπεςεργασίαν  της  στήλης  του  Άριστίω- 
νος  άδρύνει  και  καθιστάνε•,  έντονωτέραν  ή  δια  χρωμάτων,  κατά  μέγα 
«Λέρος  σωζόμενων,  άνάδειξις  των  καθ'  εκαστον.  Ή  δέ  πλησίον  του 
επιταφίου  τούτου  μνημείου  κατά  το  αυτό  έτος  παρά  την  Βελανιδέ- 
ζαν  άνακαλυφθεϊσα  στήλη  του  Λυσέου  είνε  λίθος  σχεδόν  το  παρ'  άπαν 
λείος,  πλην  τίνων  περιγραμμάτων  αντί  παντός  γλυπτικού  κόσμου  φέ- 
ρων παράστασιν  εΐργασμένην  διά  του  χρωστήρος  του  ζωγράφου.  Είνε 
λοιπόν  κατά  ταύτα  επιτύμβιος  μεγαλογραφία  ανάλογος  έν  πολλοίς 
προς  τάς  εικόνας  των  μεταγενεστέρων  εντάφιων  ληκύθων.  Έμελε- 
τήθη  δε  κυρίως  ή  έγχρωμος  παράστασις  τοΰ  Λυσέου,  ήτις  μόλις  που 
είχε  διαγνωσθή  πρότερον,  άπό  τοϋ  1878  ύπό  μελών  του  εν  Αθή- 
ναις Γερμανικού  αρχαιολογικού  ινστιτούτου.  Αί  δε  ποικίλαι  αποχρώ- 
σεις της  ζωγραφιάς  άπό  τοΰ  ύποκιτρίνου  λευκού  χρώματος  μέχρι  τοΰ 
όρφνοΰ  έρυθροφαίου  παρεϊχον  πάντως  είς  τον  θεατήν  παρά  την  άμυ- 
δροτητα.τής  γραφής  ζωηράν  εικόνα  τοΰ  επί  της  στήλης  παριστανο- 
μένου  νεκροΰ,  οΐαν  παρέχει  και  νΰν  ή  έπί  τοΰ  πίνακος  ζωηρότερα 
ή  κατά  τά  σωζόμενα  νυν  έξίτηλα  χρώματα  άναπαράστασις  διά  τοΰ 
χρωστήρος  τοΰ  (άίΙΗβΓΟη.  Παρίσταται  δ'  ό  Λυσέας  έπι  τοΰ  σήματος, 
όπερ  έπέθηκεν  αύτφ  ό  πατήρ  Σήμων  κατά  την  σωζομένην  έπιγρα- 
φήν,  φέρων  κάνθαρον  μεν  διά  της  δεξιάς  καταβεβιβασμένης,  κλάδον 
δέ  διά  της  υψωμένης  αριστεράς.  Κάτωθεν  δε  ταύτης  της  εικόνος  ει- 
κονίζεται νεαρός  έφιππος  τρέχων  άπό  ρυτήρος.  Ούτω  κατά  τήν  πι- 
θανωτέραν  γνώμην  οηλοΰται  ό  κείμενος  νεκρός  ώς  ίπποτρόφος. 

Ή  6έ  στήλη  τοΰ  οισκοφόρου  νεανίου  υπήρξε  των  ωραιότατων 
παρά  τό  Δίπυλον  ευρημάτων  της  Αρχαιολογικής  εταιρείας  κατά  τάς 
άνχσκαφάς  τοΰ  1873.  Δυςτυχώς  σώζεται  μόνον  ή  κεφαλή  τοΰ  νεα- 
νίου, παρ'  ην  ύψοΰται  ή  αριστερά  ή  αΐρουσα  τον  δίσκον,  εξ  ου  όπι- 
σθεν   κρατουμένου  ύπερεξέχει  ώς  έν  πλαισίω  ή  κεφαλή  2. 

Έχομεν  λοιπόν  προ  ημών  προφανώς  άθλητήν  νικηφόρον,  άλλ' άνώ- 
νυμον,  ου  άγνωστον  είνε  αν  έστεψε  τό  μετωπον  ό  κότινος  της  "Ολυμ- 
πίας, τό  σέλινον  της   Νεμέας,  ή  πίτυς  τών   Ίσθμίων  ή   ή    δάφνη  τών 

1  "Ιδε  τήν  εικόνα  ανωτέρω  σ.  262. 

2  "Ιδε  τήν  εικόνα  άνωτίρω  σ.  267. 


273  — 


ερώτων   ΠυΟιάδων  ι.    *Αν    έσώζετο   πλην   των    δυςτυχώς    απολεσθέν- 
των  λοιπών    αερών    της    στήλης   και  το  βάθρον    αυτής,    πιθανώτατα 


# 


Στήλη  Άριότύλλης 

ήθελε   διδάξει   ήιχας    ή   έπ'  αΰτου'  επιγραφή    οΰ   ιχονον   το   όνομα  τοϋ 

1  Βαι/βί  ΤόΙβ  αΐΌπαϊφΐβ  βη  πι&γ1)Γ6  εν  τοις  ΜοηυιηβηΙί;  ΟΓβοδ  ρποϋβ*  ρ&Γ 
1  »δδοοί«ιΙίοη  ροαΓ  Ι'βηοοαΐίΐ§6ΐηβιι1  (Ιβ*  βΐυάβϋ  ^Γβοςυβδ  1877  α.  δ. 


ΕΠΓΡ.    Π.    ΛΑΜΠΡΟΙ1,    ΜΙΚΤΑΙ    ΣΕΛΙΔΕΣ 


1; 


—  274  — 

δισκοφόρου,  άλλα  και  εν  τίνι  άγώνι  εΐνεν  άναδειχθή  νικητής,  ύπερα- 
κοντίσας  δια  τοϋ  δίσκου  τους  συναγων.στάς.  "Ισως  δ'  ήθέλοαεν  μά- 
θει και  το  δνομα  του  τεχνίτου,  όςτις  άπετύπωσεν  ούτω  ζωηράν  επί 
του  πεντελησίου  λίθου  την  έν  τη  άρχαιότητι  έτι  μάλλον  δια  του  δια- 
κόσμου επιπρόσθετων  χρωμάτων  άναδεικνυομένην  μορφήν  του  νεα- 
νίου με  το  ιδιάζον  εις  την  άρχαΐκήν  τέχνην  μειδίαμα  καϊ  τους  με- 
γάλους άμυγδαλοειδεϊς  οφθαλμούς. 

Τέλος  τετάρτην  έκ  των  προπερσικών  στηλών  αναφέρω  την  τοϋ 
εφίππου  νεανίου.  Άλλ'  αύτη  δεν  αποτελεί  την  κυρίαν  παράστασιν 
της  στήλης.  Ώς  δύναται  νά  ϊδη  ό  αναγνώστης  έκ  της  παρατεθείσης 
ανωτέρω  εικόνος  1,  ή  παράστασις  αύτη  δεν  είνε  ή  κυρία  επί  της  στή- 
λης. Ό  νεκρός  είκονίζετο  ύπερθεν,  σώζονται  δ'  αΰτοϋ  νυν  μόνον  οί 
πόδες,  πατοΰντες  έπί  της  ζώνης  της  χωριζούσης  το  άνω  μέρος  του 
ανάγλυφου  άπό  του  σωζόμενου  κάτω.  Ώς  δε  δυνάμεθα  να  κρίνωμεν 
έκ  του  τρόπου,  καθ*  δν  βαίνουσιν  οί  πόδες,  έν  συγκρίσει  προς  άλλα 
σωζόμενα  επιτάφια  ανάγλυφα,  φαίνεται,  ότι  ό  εν  τω  άπολεσθέντι 
άνω  μέρει  παριστανόμενος  νεκρός  ήτο  οπλίτης,  βαίνων  προς  τα  δε- 
ξιά καί  κρατών  διά  της  αριστεράς  το  δόρυ  ώς  ό  λεγόμενος  Μαρα- 
θωνομάχος. Έν  δε  τφ  σωζομένω  μέρει  παριστάνεται  νεανίας  έπϊ 
ίππου  βαίνοντος  προς  τάριστερά.  Καί  ό  μεν  εϋσταλής  αναβάτης 
κρατεί  δια  της  κεκλεισμένης  αριστεράς  χειρός  τους  χαλινούς,  διά 
δε  της  δεζιάς  άνεχει  δύο  ακόντια.  Περιβάλλεται  δε  βραχύ  χιτώ- 
νιον,  καί  φέρει  άνηρτημένον  έξ  αριστερών  άπο  τελαμώνος  ξίφος. 
Ή  δέ  κόμη  του  νεανίου  είνε  άνακεχυμένη  έπί  τον  τράχηλον  καί 
δεν  άναδεϊται  εις  κρώβυλον  ώς  ή  του  δισκοφόρου  Απόκειται  δέ  νϋν 
αύτη  ή  στήλη  έν  τη  συλλογή  Β&ΓαΙΙΟ  της  'Ρώμης,  έν  ή  πολει  καί 
κατεκειτο  μέχρι  προ  τίνων  ετών  άπερριμμένη  έν  τινι  πανοοχείω  προ 
της  ΡθΓΐ3.  §αΐ3Γ£1,  όπου  είχεν  άποκομισθή  μετά  χωμάτων  καί  κατα- 
κρημνισμάτων  έκχωσθέντων  έκ  τών  κήπων  του  ιστορικού  Σαλλουστίου. 

Δ'. 

Έν  φ  δέ  όλίγιστα  εινε  τά  μέχρι   τούδε   έκ  της  προ   των  περσικών 
πολέμων  περιόδου  γνωστά  μνημεία,  άφθονώταται  είνε  αϊ  στήλαι  της 
1  "ίδε  τήν  εικόνα  ανωτέρω  σ.  271. 


—  275  — 

δευτέρας  περιόδου  της  από  των  Μηδικών  μέχρι  Δημητρίου  του  Φα- 
ληρέως.  Τοιαύτα;  περιλαμβάνει  μέχρι  τούδε  ή  δημοσίευσις  της  βιεν- 
ναίας  Ακαδημίας  περί  τάς  εξακοσίας.Τό  πλήθος  των  μνημείων  καθί- 
στα ήοη  δυνατην,  ού  μήν  άλλα  και  άναγκαίαν  την  ύποδιαίρεσιν  κατά 
τάνωτε'ρω  ρηθεντα.  Έκ  δε  τών  πολλών  παραστάσεων,  ας  παρουσιά- 
ζουσα αί  στηλαι  ταύτης  της  περιόδου,  παρέρχονται  προ  ημών  εν  τω 
προκειμένω  και  προς  τά  πέντε  πρώτα  περίπου  τεύχη  της  συλλογής 
συμπίπτοντι  πρώτω  τόμω  αί  ποικίλαι  έξεικονίσεις  γυναικός  καθηαέ- 
νης.  Γυνή  καθήμενη  μόνη,  γυνή  καθήμενη  και  έχουσα  παρ'  εαυτή 
άλλο  δεύτερον  πρόςωπον,  γυνή  καθήμενη  και  έχουσα  παρ'  εαυτή 
πλείονα  του  ενός  άλλα  πρόςωπα,  γυνή  καθηαένη  έν  στήλη  ης  ή  κα- 
θολική παράστασις  είνε  ασαφής,  ούτοι  είνι  οι  μέχρι  τούδε  έν  πλείστοις 
όσοις  δείγμασι  πρό  ημών  παρελαύνοντες  τύποι,  οΰς  θά  παρακολουθή- 
σωσιν  έν  τοις  επόμενοι;  τόμοις  καθ'  όμάόας  ομοίως  τεταγμένας  πλεΤ- 
σται  όσαι  άλλαι  παραστάσεις  έπϊ  τών  στηλών  της  αυτής  δευτέρας 
περιόδου.  Έόώ  πλέον  ευρισκόμεθα  ενώπιον  μουσείου  όλου  μνημείων, 
άτιν'  ανήγειραν  έπϊ  αιώνας  όλους  οί  επιζήσαντες  εύλαβώς  εις  την 
μνήμην  τών  τεθνεώτων.  Ή  αττική  επιτύμβιος  τέχνη  παρελαύνει 
ενώπιον  ημών  υπό  πάσας  αυτής  τάς  φάσεις,  άπό  του  απλούστατου 
τών  έγγλύπτων  λίθων,  δν  ό  τεθλιμμένος  άπορος  εύρισκε  πρόχειρον  έν 
τω  έργαστηρίω,  ώς  σήμερον  εΰρίσκομεν  έτοιμους  σταυρούς  ή  άλλους 
επιτύμβιους  κόσμους  παρά  τοις  λιθοξόοις,  μέχρι  τών  περισσοτέχνων 
καλλιτεχνημάτων,  άτινα  έγλυψεν  ή  σμίλη  άριστοτεχνών.  "Ολη  ή 
στοργή  μεθ'  ης  ό  επιζήσας  περιέβαλλε  ζώντας  τους  πρό  αυτού"  θανόν- 
τας  άπετυπώθη  διά  τής  αθανάτου  γλώσσης  τής  τέχνης  έπϊ  του  αλη- 
σμόνητου εκείνου  βιβλίου  του  θανάτου.  Άλλ'  ό  άναγινώσκων  τάς  μυ- 
ριοτύπους  αύτοϋ  λιθίνας  σελίδας  θά  ήπατάτο,  αν  ένόμιζεν,  ότι  μέλ- 
λει νά  ευρέθη  αληθώς  έν  νεκροπόλει.  Άπ'  εναντίας  δ'  έχει  ενώπιον 
αΰτοΰ  νεκρανάστασιν.  Άλλ'  ή  έκ  νεκρών  άνάστασις  εκείνη  δέν  είνε 
κυρίως  ή  έκ  τής  εμπνεύσεως  και  πεποιθήσεως  μελλούσης  τινός  ζωής? 
πολύ  οέ  μάλλον  ή  έκ  τοϋ  παρελθόντος,  ή  είς  τον  τέως  βίον  και  τάς 
χαρμονάς  αΰτοΰ  εμμονή.  Λιά  τούτο  τους  λίθους  εκείνους  διαπνέει  όχι 
τόσον  ή  έλπίς  επί  το  μέλλον,  άλλ'  ή  χαρά  ή  έκ  του  παρελθόντος, 
όχι  τόσον  ή  πεποίθησις  τής  αθανασίας,  όσον  ή  ιδέα  τής  ευθανασίας. 
Ή  δε  παραβολή  τής  συλλογής  ταύτης  προς  τήν  τών  τυρρηνικών  έπι- 


—"276  — 

τυμβίων  παραστάσεων  και  προς  την  των  έν  χριστιανικώ  τινι  νεκρο- 
ταφίω  μαρτυρεί  αμέσως  πρόδηλον  διαφοράν  της  αθηναϊκής  αντιλή- 
ψεως. Έκ  των  χριστιανικών  παραστάσεο>ν  γεννάται  ή  ιδέα  της  προς- 
δοκωμένης  αναστάσεως,  εν  δε  τη  Τυρρηνία  ό  θάνατος  παρουσιάζεται 
στυγνός,  προκαλών  τον  κοπετόν  άλλ'  εν  ταϊς  άρ/αίαις  Αθήναις  ή 
θανή  φαίνεται  ως  τις  απλή  μετάστασι;  από  του  χαρμόσυνου  βίου  και 
διακοπή  της  έν  τη  ζωή  ευφροσύνης.  Δια  τοΰτο  τήν  έξα,κολούθησιν  της 
χαράς  του  βίου  και  έν  τω  θανάτω  αισθάνεται  τήν  ανάγκην  ό  επιζών 
να  δώση  εις  τον  θανόντα  ώς  άριστον  έφόδιον  δια  της  προςφωνή- 
σεω;  ^αΐρε.  Έν  τοιαύτη  άντιλήψει  ό  θάνατος  δέν  εϊνε  άπο/ωρισμός, 
και  &ιά  τούτο  δχι  ώς  σκηνή  αποχαιρετισμού,  άλλ'  ώς  δεξίωσις  αγά- 
πης έν  τη  ζωή  ερμηνεύεται  υπό  πολλών  ή  παράστασις  τών  έπί  τών 
νεκρικών  στηλών  τεινόντων  εις  αλλήλους  τάς  χείρας.  Άλλ'  οποιαδή- 
ποτε και  άν  δοθή  έννοια  εις  ταύτην  τήν  επί  τών  τάφων  παριστανο- 
μένην  δεξίωσιν,  βέδαιον  εΐνε,  ότι  άφθονοΰσιν  έπί  τών  στηλών  αί  πα- 
ραστάσεις τών  νεκρών  ώς  ζώντων  και  αί  επιτύμβιοι  εικόνες  εϊνε  σκη  - 
ναι  είλημμέναι  ές  αΰτοΰ  του  βίου. 

Ό  θανών  εικονίζεται  ίν  τή  ζωή,  ό  τον  βίον  διαπεράνας  έν  μέσω 
τών  όπλων  ώς  οπλίτης,  ό  ιατρός  εν  μέσω  τών  εργαλείων  του,  ό  ίππο- 
τρόφος  έπί  του  ίππου,  όςτις  εΐχεν  αποτελέσει  τό  χάρμα  του  βίου  του, 
ό  νεανίας  ώς  παλαιστρίτης,  ό  έν  άγώσι  νικήσας  έν  τή  κρισίμω  ώρα 
τοΰ  αγώνος  ή  τή  φαιδρά  στιγμή  της  νίκης.  'Αλλ'  ό  Αθηναίος  δέν 
θέλει  να  δηλώση  απλώς  έπί  τών  νεκρικών  στηλών  τό  έ'ργον  του  θα- 
νόντος ώς  ό  'Ρωμαϊος,  άλλ'  άποτυπόνει  έπί  τοΰ  λίθου  μετά  συμπα- 
θείας ότι  ώραϊον,  ότι  ποιητικόν,  ότι  ιδεώδες,  ότι  συγκινητικόν  και 
χαρμόσυνον  ένεϊχεν  ό  βίος  του  άποιχομένου.  Κατά  ταύτα  δ'  αί  παρα- 
στάσεις γυναικείων  μορφών  έπί  τών  στηλών  ένέχουσιν  όλην  τήν  ποίη- 
σιν  έκείνην,  ην  έν  μέσω  τών  οικιακών  ασχολιών  παρουσιάζει  ό  βίος 
της  γυναικός,  όλον  τό  άρωμα  όπερ  αποπνέει  ή  γυνή  ώς  παρθένος  και 
ώς  σύζυγος,  ώς  θυγάτηρ  και  μήτηρ,  ώς  κόσμημα  άμα  και  έρεισμα 
τοΰ  οϊκου.  Ή  μεγάλη  αύτη  συλλογή  γυναικείων  επιταφίων  παρα- 
στάσεων προώρισται  υπό  τοιαύτην  έ'ποψιν  εξεταζόμενη  νά  μεταβάλη 
έν  πολλοίς  τάς  γνώσεις  ημών  και  ιδέας  περί  της  θέσεως  της  Αθη- 
ναίας γυναικός  έν  τω  οίκω  και  κατ '  άκολουθίαν  έν  αύτη  τή  κοινωνία. 
Ή  γυνή  έπί  τών  αθηναϊκών  τάφων  δέν  εΐνε  κατά  πάντα   ή  γυνή,  ην 


—   277   — 

γινώσκομεν  εκ  της  φιλολογικής  παραδόσεως  και  της  ιστορίας,  ή  γυνή 
οία  αάλιστα  εικονίζεται  υπό  της  νεωτε'ρας  αττικής  κωμωδίας,  φιλη- 
δούσης  {/.άλλον  εις  την  παράστασιν  της  εταίρας.  Μέχρι  τίνος  έγινώ- 
σ/.0(χεν  παρά  τόν  Κεραυ.εικόν  {/.όνον  τον  έλαφρόν  βίον  της  Αθηναίας 
της  άγορας,  αλλ '  έκ  της  παρά  τόν  Κεραυεικόν  νεκροπόλεως  εβλκστη- 
σεν  η  γνώσις  της  Αθηναίας  του  οίκου.  Ή  δηι/,οσίευσις  του  κ.  Οοηζβ 
θα  συντέλεση  συν  τοϊ:  άλλοις  εϊπερ  τις  και  άλλη  εις  την  πλήρη  έξει- 


Στήλτι  της  Ήγηΰοϋς 


κόνισιν    του    βίου    και   της    Ιστορίας    της   γυναικός    έν    ταϊς    άρχαίαις 
Αθήναις.   Αϊ  δε  άττικαΐ   στήλαι    θα    διοάςωσιν    ήμας   να    έκτιι/.ώ[Αεν 
πολύ  περισσότερον  την  '  Ατθίδα  του  οίκου,   άναοεικνυοαένην  τό  αλη- 
θές ή,υ.ισυ  του  Αθηναίου. 

Και  αληθώς  ή  ενώπιον  ήυ,ών  άνοιγορ.ε'νη  πλούσια  εκείνη  στοά  τών 
επιταφίων  στηλών  γνωρίζει  εις  ήιχας  πόσον  ώραΐον,  πόσον  ποιητικόν 
ήτο    τό   ήΐλίσυ   εκείνο   τοϋ  πνευυ-ατωδεστάτου   και  άστικωτάτου    τών 


—  278  — 

ελληνικών  λαών.  Ή  αττική  χάρις  κιχί  γλαφυρία,  ή  αττική  φιλοκαλία 
και  το  άττικόν  άλας,  πριν  ή  παρουσιασθώσιν  έν  τη  άγορ^  και  τνί 
ποικίλη  του  βίου  δράσει,  έν  τη  κοινωνίιχ  και  τη  πολιτείικ,  τη  τέχνη 
και  τη  γραμματείς,  επί  της  Ακροπόλεως  και  της  Πνυκός  και  του 
διονυσιακού  θεάτρου,  εχουσι  περιβάλει  τον  Αθήναιον  έν  αύτω  του 
τω  οίκω,  άπ  '  αυτής  του  της  κοιτίδος.  Τι  έχρεώστουν  εις  τάς  μητέ- 
ρας αυτών  ό  Περικλής  και  ό  Σοφοκλής,  ό  Φειδίας  και  ό  Δημοσθένης, 
όποιον  μέρος  της  υπάρξεως  τών  μεγάλων  Αθηναίων  άπετέλουν  τα  έκ 
του  οίκου  διδάγματα,  ή  μετ '  αύτου  του  άπό  του  μητρικού  κόλ- 
που γάλακτος  συνθηλασθεΐσα  λεπτότης  και  κομψότης  και  το  άττικιστϊ 
ζην  ααρτυρεϊ  έπιφανώς  ό  βίος  τών  '  Ατθίδων  γυναικών,  οίον  είκονί- 
ζουσιν  αϊ  επιτάφιοι  στηλαι  της  Αττικής.  Και  έν  τούτοις  δεν  έ'χομεν 
έπ'  αυτών  σωζομένας  σκηνάς  του  βίου  τών  μεγάλων  εκείνων  Ατ- 
θίδων, αΐτινες  Ιγέννησαν  και  έγαλούχησαν  τους  σεμνύναντας  τάς 
Αθήνας  και  πυργώσαντας  το  κάλλος  και  τό  κλέος  της  Ελλάδος 
εκείνης   της  Ελλάδος. 

Αϊ  περισωθεϊσαι  στηλαι  άνήκουσιν  εις  ωραίας  μεν  και  ευγενείς  την 
μορφήν  και  τα  ήθη,  άλλα  κοινάς  τό  πλείστον  άστάς,  εις  το  μέγα 
πλήθος  τών  ανωνύμων  μητέρων  και  συζύγων  η  εις  τοιαύτας ,  ων  το 
δνομα  μανθάνομεν  το  πρώτον  έκ  τών  επιτύμβιων  επιγραφών  άνιυ 
άλλου  υπομνήματος  περϊ  της  θέσεως  ην  ό  οίκος  αυτών  έπεϊχεν  έν 
τί)   αθηναϊκή    κοινωνία^ 

Τό  στενόν  του  χώρου  βραχεϊαν  μόνον  επιτρέπει  ήμϊν  έπισκόπησιν 
του  θεάματος  όπερ  παρέχουσιν  αί  έπι  τών  νεκρικών  εκείνων  στηλών 
ζώσαι   Αθήναι  του  παρελθόντος. 

Μεθ'  όποιας  στοργής  υποδέχεται  ή  έπϊ  κομψού  εδράνου  καθήμενη 
νεαρά  μήτηρ,  έκτείνουσα  τάς  χείρας,  τό  εις  αυτήν  ύπό  της  παιδί- 
σκης  φερόμενον  θυγάτριον,  όπερ  οιονεί  σπαράσσει  σπεΰδον  να  έκτινα- 
χθή  προς  την  μητέρα,  ώς  έποίει  ότε  δεν  ήτο  όρφανόν. 

Μεθ'  όποιας  γλυκείας  μελαγχολίας  προςβλέπει  άλλαχου  ή  άπο- 
πτάσα  μήτηρ  τον  εις  αυτήν  προςερχόμενον  παΐδα,  όν  κατέλιπεν  άμή- 
τορα  προώρως  πριν  ή  έπιζήστ)  να  ΐδγι  αυτόν  εγγραφόμενον  είς  τους 
έφηβους  και  ομνύοντα  έν  τφ  ΐερφ  της  Άγραύλου  τον  ώραϊον  όρκον 
προς   τήν    πατρίδα,    ην  9ά  ύποσχεθή    να  μή  παραδώση    έλάττω,    μη 


—  579  — 

καταισχυνών  τα  όπλα  μηο  εγκαταλείπων  τον  παραστάτην,  ω  αν 
στοιχή. 

Τοιαϋται  βεβαίως  είνε  αϊ  σκέψεις  αϊ  περιπολοϋσαι  εν  τω  νώ  των 
άποι/ομένων  μητέρων,  ων  την  μορφήν  δεν  διαυλακόνει  επί  του  λίθου 
ρυτις  στυγνού  θανάτου,  αλλ1  άς  ττοερέστησεν  ό  τεχνίτης  ήρεμους  και 
μεγαλοπρεπείς,  διασωζούσας  και  πέραν  του  κόσμου  τούτου  το  κάλλος 
και  την  εΰπρέπειαν  ήτις  έχαρακτήριζεν  αΰτάς  ζώσας. 

"Αλλοτε  ή  σκηνή  είνε  συγκινητικωτέρα.  Ή  αητηρ  κάθηται  κρα- 
τούσα την  ήλακάτην  και  επιδιδόμενη  εις  τα  οικιακά  έργα  ως  ει  εζη 
ακόμη,  έν  ω  παρ'  αυτήν  τό  παρακαθήμενον  κατά  γης  παιδίον  στηρί- 
ζει την  άριστεράν  έπϊ  του  αθύρματος  του,  της  σφαίρας,  δια  δε  της 
δεξιάς  παίζει  μετά  τοϋ  προς  αυτό  προςτρέχοντος  κυναρίου.  Ή  στήλη 
εϊνε  κοινής  εργασίας,  άλλα  μεστή  ζωής,  και  μόνον  ή  στάσις  της  παρι- 
στάμενης όρθιας  παιδίσκης,  στηριζούσης  τήν  δεξιάν  μελαγ/ολικώς  έπί 
της  παρειάς,  δεικνύει,  ότι  τήν  ώραίαν  έκείνην  εύτυχίαν  του  οίκου 
διέκοψεν  ό  θάνατος  της  αγαθής  μητρός. 

Ευτυχεστέρα  είνε  ή  Μίκα,  ήτις,  άποχωριζομένη  του  Άμφιδήμου, 
πιθανώς  τοϋ  συζύγου  της,  βλέπει  αυτόν  χαίρουσα  ίστάμενον  ενοπλον 
προ  αυτής  χάριν  της  αττικής  πατρίδος.  Δεξιουμένη  αυτόν  έχει  τήν 
χείρα  άνοικτήν.  ώς  χειρονομοΰμεν  ενίοτε  ομιλούντες.  Ό  τεννίτης, 
άποτυπόνων  τόν  άνδρα  ώς  όπλίτην,  οιονεί  υποδεικνύει,  ότι  του  επι- 
ζήσαντος ή  παραμυθία  μετά  τόν  θάνατον  της  συζύγου  εΐνε  ή  σκεψις 
ή  υπέρ  πατρίδος,  και  τοιαύτην  φαίνεται  προς  τόν  σύζυγον  έπαγγελίαν 
εντελλομένη  της  θανούσης  ή  νειρονομία. 

Συχνότατη  εϊνε  ή  παράστασις,  έν  ή  πρό  τής  καθήμενης,  ήτις  είνε 
ή  νεκρά,  ΐσταται  παιδίσκη  φέρουσα  ή  τείνουσα  εις  αυτήν  κιβωτίδιον, 
πυξίδα  περιέχουσαν  τά  κειμήλια  τής  γυναικός,  άτιν'  άπετέλουν  τήν 
χαρμονήν  αυτής  ζώσης,  ή  τά  όργανα  τής  οικιακής  αυτής  φιλεργίας. 
Τό  σκέπασμα  τής  πυζίδος  είνε  συνήθως  ήμιανοιγμένον,  και  ή  όλη 
επιθανάτιος  παράστασις  είνε  έπανάληψις  σκηνής  ήτις  βεβαίως  πολλά- 
κις είχε  συμβή  έν  τψ  βίω.  "Αλλοτε  δε  παϊς  ή  παιδίσκη  φέρουσι  πτη- 
νόν  εις  τήν  καθήμενη  ν. 

ΟυγΙ  σπανίως  εικονίζεται  ή  θανούσα  κατοπτριζομένη  έν  τω  πρό 
αυτής  ύπο  θεραπαινίδος  κρατουμένω  κατόπτρω,  ή  απλώς  προςάγεται 
ιΐς  αυτήν  κάτοπτρον  παριστάνεται  δήλα  δή  μία  τών  ποιητικών  εκεί• 


<?80 


νων  σκηνών  εν  τω  βίω  της  γυναικός,  και  αύτης  της  σεμνότατης, 
καθ'  ην  επικρατεί  ή  φιλαρέσκεια.  Πόσον  δέ  άρεσκοι  και  φιλόκαλοι 
ήσαν  αί   Ατθίδες  μαρτυροΰσιν  ε'ίπερ  τι  και  άλλο  αί  προκείμενα*  στη- 


Στήλη  ττίς  όδοΰ  Αθηνάς 


λαι,  έφ'  ων  Ιξαιρε'τως  μεν  εύκοσμος  και  εΰσταλής  είνε  ή  περιβολή 
των  γυναικών,  μέχρι  ζητήσεως  δε  /αρίεσσα  και  ποικίλη  ή  κόμμω- 
σις.   Ό  δε  γυναικείος  ούτος  κόσμος  δεν  εινε  αποτέλεσμα  της  εγκρίτου 


—  ?81    — 

μόνον    φιλοκαλίας    των   Ατθίδων,    άλλα    και    της    συνεπικουρίας    του 

ενώπιον  του  στιλπνού   αυτών  κατόπτρου  καλλωπισμού.  Ή  Πολυξένη 

εκείνη 

η  δέ  καχ  θνίκ?κου(5'  όμως 
πολλην  πρόνοιαν  είχεν  εϋ^χήμο^ς  πείΐεϊν 

είνε  πολύ  μ&λλον  η  Τρωάς  άττικόν  δηαιούργημα  του  Αθηναίου  ποι- 


Τεμάχιον  ΰτήλτις  εξ  Αχαρνών 

ητοΰ  Εύριπίδου,  είλημμένον  έξ  αΰτοϋ  του  βίου  τών  Ατθίδων.  Ή 
Αθηναία  παρουσιάζεται  ή  αύτη  εν  τε  τη  εύριπιόείω  Εκάβη  και  έπϊ 
τών  επιτύμβιων  στηλών,  επιζητούσα  έ'ν  τε  τω  καθ'  ήμέραν  (3ίω  και 
μέχρις  αΰτης  της  ώρας  του  θανάτου  την  έν  παντϊ  εΰπρε'πειαν  και  την 


—  28?  — 

μετά  φιλοκαλίας  εύσχημοσύνην.  Αληθώς  δε  ή  φιλοκαλία  εκείνη  από 
του  άβροΰ  σώματος  της  Ατθίδος  επεκτείνεται  και  εις  τον  όλον  αυ- 
τής οίκον,  ω:  διδάσκουσιν  ημάς  οι  πολυσχήμονες  και  κομψοί  δίφροι, 
έφ'  ων  καθήμεναι  παρίστανται  Ιπί  των  νεκρικών  στηλών  συνηθέστερον 
αί  θανοΰσαι,  και  τα  λοιπά  οικιακά  σκεύη,  δσα  σπανιώτερον  είκονίζον- 
ται  επ  αυτών,  ως  και  τα  χαριεντα  κτερίσματα,  οσα  οι  επιί,ωντες  συγ- 
γενείς κατέθαπτον  εις  τους  τάφους  των  γυναικών,  όπως  παρακολου- 
θώσιν  αύτάς  και  μετά  το  πέρας  της  ζωής  ώς  μικρά  ενθύμια  του  γλαφυ- 
ρού και  περιτέχνου  μικρόκοσμου  εύρυθμων  σκευών  και  καλλιπρεπών 
ρώπων  ,  ών  έν  μέσω  είχε  διαρρεύσει  φαιδρός  ό  οικιακός  αυτών  βίος. 
Ύπό  τοιαύτην  δ'  εποψιν  Ιζεταζόμεναι  αί  νεκρικαί  στηλαι  της  Αττι- 
κής είνε  μετά  τών  λοιπών  αττικών  μικροτεχνημάτων  εύγλωττον  ύπό 
μνήμα,  έρμηνεΰον  την  άθάνατον  έκείνην  όμολογίαν  του  Περικλε'ους, 
δτι  οί  Αθηναίοι  έφιλοκάλουν  μετ  '  ευτέλειας. 

Γαλήνη  και  ηρεμία  εΐνε  το  χαρακτηριστικόν  τών  επιτύμβιων  αττι- 
κών μνημείων.  "Οχι  βίαιαι  κινήσεις,  δχι  σπαραγμός.  Ή  νεκρά  παρί- 
σταται συνήθως,  άλλ'  δχι  και  πάντοτε,  καθήμενη.  Τούτο  δύναται  να 
θεωρηθη  βέβαιον  σήμερον,  έν  ω  άλλοτε  πολλαί  ύπήρχον  αμφιβολία1 
περί  του  ζητήματος  άν  ό  καθήμενος  είνε  ό  νεκρός.  "Ηρεμοι  δέ  προς- 
έρχονται  προ:  τον  νεκρόν  ή  περιίστανται  αυτόν  ή  δεξιοΰνται  οί  οι- 
κείοι. Ή  πτέρυξ  του  περιιπταμένου  θανάτου  μόλις  που  επιρρίπτει  τήν 
σκιάν  αυτής  έπί  τάς  τοιαύτας  γλυκείας  οίκογενειακάς  σκηνάς.  Σπά- 
νιαι  δε  είνε  αί  περιστάσεις,  καθ*  άς  ταράσσεται  ή  γλυπτική  ηρεμία 
ύπό  γραφικής  κινήσεως,  και  αί  επιτάφιοι  εικόνες  προςλαμβάνουσι  χα- 
ρακτήρ'  αυτόχρημα  τραγικόν,  χωρίς  νά  συγκινώσι  διά  τούτο  περισσό- 
τερον  τών  ήρεμων  εκείνων  και  αληθώς  κλασικών  στηλών,  όπου  και 
αυτή  ή  θλϊψις  έ'χει  το  σύμμετρον  εκείνο  και  εύκοσμον  το  αποτελούν 
ού  μόνον  τήν  χαρακτηριστική  ν  ιδιότητα,  αλλά  και  το  κυριώτατον 
θέλγητρον  τοΰ  κόσμου  της  έκκρίτου  αρχαιότητος.  Τοιαΰται  πολυκί- 
νητοι  σκηναί,  έν  αΐς  εκτυλίσσεται  έπί  τών  επιτύμβιων  στηλών  τό  πά- 
θος αάλλον  αντί  τοΰ  συνήθως  επιδιωκομένου  κάλλους,  είνε  αί  άναφε- 
ρόμεναι  εις  τον  θάνατον  λεχωίδων  και  ναυαγών.  Είνε  αληθώς  τραγική 
ή  περιπέτεια  της  νεαράς  γυναικός,  οι'  ην  μεταβάλλεται  είς  κράββατον 
θανάτου  ή  κλίνη  έφ'  ης  ήκούσθη  πρό  μικρού  μόλις  ή  πρώτη  εκείνη 
κραυγή  ή  άγγείλασα    είς  τον   οίκον,  ότι   είδε  τό  φώς   τοΰ    κόσμου  ον 


—  ^83  — 

νεαρόν,  όπερ  ε"αελλε,  φευ,  νάφ*ιρέ<τη  την  ζωήν  εκείνης  ήτις  Ιδωκεν 
εις  αυτό  την  ΰπαρξιν.  Ούχ  ήττον  πολυώδυνος  είνε  η  τελευταία  ώρα 
τοϋ  θνήσκοντος  έν  τη  μοιραία  πάλη  κατά  των  μαινόμενων  κυμάτων 
μακράν  των  οικείων  και  του  οίκου  και  μη  εύρίσκοντος'τάφον  ύπό  την 
έλαφράν  πάτριον  χθόνα.  άλλ'  άποτυμπανισθέντος  άλιπλάγκτου  επί 
των  ατερμόνων,  υγρών  κελεύθων  του  πελάγους.  Προ  τοιούτων  συμφο- 
ρών εξωγκούτο  ή  καρδία,  και  ή  θλίψις  προςελάμβανε  διαστάσεις 
ασύμμετρους,  έκδηλουμένας  δι'  ιδίων  όλως  επιτύμβιων  παραστάσεων, 
αΐτινες  έπετίθεντο  έπί  του  τάφου  της  προώρως  θανούση'ς  τλήμονος 
μητρός,   επί  του  κενοταφίου  του  άτυχους  ναυαγού. 

Πόσον  δέ  διάφοροι  των  τοιούτων  σπανίων  γραφικών  και  πολυκινή- 
των  σκηνών  ε?νε  αϊ  άπλαϊ,  άλλα  περικαλλεΐς  στήλαι  τών  αττικών  νε- 
κροταφείων    δύναται  να  ?δη   ό  αναγνώστης  έκ  τών   διαφόρων   ένταυθ' 
άποτυπουμένων  δειγμάτων,  ών  τίνα  μεν  ελήφθησαν  εκ  τών  ήδη  έκδε- 
δομενων    πινάκων    της   βιενναίας  Ακαδημίας,  τινά    δέ    άνήκουσιν    εις 
«ιράς  εκ  τών    κατόπιν  δημοσιευθησομένων.    Έν  τή  στήλη    της   Άρι- 
στύλλης1  παρίσταται  γυνή  καθήμενη  επί  δίφρου,  έστραμμένη  προς  τα 
δεξιά  και  στηρίζουσα  τους  πόδας  επί  υποποδίου.  Φέρει  δ'  άχειρίδωτον 
χιτώνα   και   επ'   αύτου    ίμάτιον.  Και   τήν    μεν   άριστεράν   ενχει  κατα- 
τεθειμένην  επί  του  γόνατος,   τήν   δέ  δεζιάν   τείνει    εις   παιδίσκην  ττρό 
αυτής  ίσταμένην  και  κατανεύουσαν  τήν  κεφαλήν      Ή  νεαρά  δέ  αύτη 
παιδίσκη,  περιβεβλημένη  χιτώνα    βραχείας    έχοντα    τάς  χειρίδας    και 
ίμάτιον,    κρατεί  πιθανώς  διά  της  αριστεράς  πτηνόν.Ή  νεκρά  ε!νε,  ως 
απεδείχθη  ύπό   του   κ.   ΚδΜθΓ,   δχι   ή  καθήμενη  γυνή,   αλλ    ή    όρθια 
κόρη,   ής    το   όνομα    μανθάνομεν    έκ    της    κάτωθεν    της    παραστάσεως 
επιγραφής  Ένθάδε    '  Αρίστνλλα   κείται  παις  Άρίσστίύνός  τε 
και  Τοδίλλης,  σώφρων  γ'  ώ  θνγατερ .  Κατά   ταύτα   ή  όρθια 
ίίνε  ή  Άρίστυλλα,   ιστάμενη  προ  της  καθηαενης   άτυχους  μητρός  της 
'Ροδίλλης.    Ή   είκών    της   άποιχομένης   ενθυμίζει    τάς   παρθένους    της 
ζωφόρου   τοϋ    Παρθενώνος,  καίτοι   ή    έκτέλεσις    είνε    ατελεστέρα.    Διό 
ίύλόγως  ή  στήλη   θεωρείται  ανήκουσα    εις  τους  χρόνους  τους  προ   του 
πελοποννησιακού  πολέμου.  Εΰρεθη  δέ  τό  ώραΐον  τούτο  έπιταφιο'ν  άνά- 
γλυφον  τω  1850  έν  τφ  πρό;  το  βορειον  της  πειραϊκής  χερσονήσου  πο- 
λυανδρίω  του  δήμου  τούτου,  και  απόκειται  έν  τφ  Κεντρικψ  μουσείω. 
"Ιδ«  τήν  ιίχόνα  άνωτίρω  ίν  σ.  273. 


—  284  — 

Περισσοτέραν  δε  κίνησιν  εμφαίνει,  χωρίς  να  έξε'ρχηται  των  ορίων 
του  συμμε'τρου,  ή  εν  ετει  1882  κατά  την  κατασκευήν  της  υπονόμου 
της"  όδοΰ  Αθηνάς  προς  την  πλατεϊαν  της  "Ομονοίας  ευρεθείσα  στήλη, 
ήτις  απόκειται  νυν  εν  τω  Κεντρικω  μουσείω  ' .  Ωραία  γυνή,  περιβε- 
βλημε'νη  διπλοίδιον  καϊ  έπίβλημα  καϊ  φε'ρουσα  υψηλά  σανδάλια  κά- 
θηται  επί  δίφρου,  άποσύρουσα  τους  πόδας  προς  τά  εσω  και  στηρίζουσ' 


ΤΑιι^Ηθ1<ΛΙ^εΐ<-αθ0ΑΧ\ΡΚ!6Υ0ίΑτρθα 

ΔίΟΝγσιοαΑοοΝοοΑχλρ'ΓΟΜ^Λί  οεοΔωΡογ  »•9λΛθΝ£ο3ο 

ΘεοίΧΝΗΟΤΟΟλΙΟΝΥΟΙΟΥλΧΛίΚΑΙ  είΡΗΓ,ΉΓΤΗΟΐΛαοΝΟαλ  Α(> 

λος  τρΑτ  ΗΛΊ>  ρο  λβεκ>γ  τ  ου  '  ρλΜΝ^κττ  ΐοττκοκλΡποΧε-ορ 


V, 


Στήλη  τοΰ  Άχαρνέως  Ιατροϋ  Ίά<3ονος 


αυτούς  επί  υποποδίου.  "Αλλη  όέ  γυνή,  προς  αυτήν  προςκλίνουσα  ί\ 
αριστερών  και  ομοίως  διπλοίδιον  και  έπίβλημα  φε'ρουσα  ,  άπτεται  δι: 
της  αριστεράς  της  δεξιάς  της  καθημε'νης  και  άνατείνει  προς  αυτήν 
τήν  δεξιάν  χειρονομούσα  Κόρη  δέ  ορθή  όπισθεν  της  καθημε'νης  περι- 
βάλλεται άχειρίδωτον  χιτώνα.  Το  πλοΰσιον  της  κομμώσεως,  ή  έντε- 
χνος  πτυχωσις  των  ενδυμάτων,  η  εκφρασις  των  προςωπων,  η  ολι 
1  "Ιδε  τήν  ίΐκονα  ανωτέρω  εν  σ.  280. 


285  — 


ευγένεια    των   παραστάσεων    άναδεικνύουσ*.    ταύτην    την    στήλην 

καλλιτεχνικ,ωτατων        έ-ιταφίων 

ανάγλυφων  της   αττικής   σμίλης. 

Ή  δε  μείζων  η  κατά  τό  σύνηθες 

κίνησις  καϊ  ζωηρότερα  παράστα- 

σις    της    θλίψεως    έςηγεϊται    ϊσω: 

έκ  τούτου,  ότι  καϊ  η  στήλη  αύτη 

τάσσεται  εις  την   σειράν  εκείνων, 

■  φ'  ων  ή  παριστάμενη  νεκρά  ητο 

λεχωίς. 

Οΰ  μόνον  ο'  αυτών  τών  Αθη- 
νών νεκροταφεία  άνεδεικνύοντο 
οιά  της  φιλοκαλίας  τών  Αθη- 
ναίων αυτόχρημα  μουσεία  καλλι- 
τεχνημάτων,  άλλα  και  εν  τοις 
λοιποϊς  δήμοις  της  Αττικής  ή 
νεκρική  τέχνη  ήμιλλατο  προς  την 
έν  Αθήναις.  Τοϋτο  μαρτυρουσι 
μεν  ήδη  αί  ανωτέρω  άπεικονισθεϊ- 
σαι  και  περιγραφείσαι  στήλαι  του 
Άριστίωνος  καϊ  του  Λυσέου  εκ 
τών  χρόνων  τών  προ  τών  Περσι- 
κών, έπιφανώς  δε  δεικνύει  και  τε- 
μάχιον  νεκρικής  στήλης  εΰρεθέν 
μεν  άρχομε'νου  του  δεκάτου  ένατου 
αιώνος  παρά  τό  Μενίδι,  ήτοι  παρά 
τάς  αρχαίας  Ά^αρνάς,  ύπό  του 
λόρδου  Γυίλφορδ  κατά  τήν  έν  Α- 
θήναις διαμονήν  αΰτοΰ,  άποκείμε- 
νον  δε  νυν  έν  τω  Ι^οννΐΙΐβΓ  ΟαδίΙβ 
της  Αγγλίας  καϊ  ανήκον  εις  τον 
λόρδον  ί,ΟΠδΐΙ&Ιβ1.  Έπϊ  δίφρου, 
ου  το  πρόςθεν  κοσμείται  υπό  σφιγ- 
γών καθήμενων,   κάθηται  ακμαία 

4  "Ιδε  τήν  εικόνα  ανωτέρω  έν  σ.  281. 


Λιθίνη  λήκυθος 


—  286  — 

νεαρά  γυνή  επί  προςκεφαλαίου  ,  έστραμμένη  προς  τάριστιρά  ,  περιβε- 
βλημένη χιτώνα  όρατόν  μόνον  κατά  τό  στήθος  και  επικαλυπτόμενη 
όλη  διά  του  έπί  του  χιτώνος  έπερριμμένου  έπιβλήματος ,  όπερ  καλύ- 
πτει μεν  δλον  τον  έπί  του  κόλπου  άριστερόν  βραχίονα,  έπιχαρίτως  δε 
στρεφόμενον  και  περιβάλλον  όπισθεν  του  λαιμοϋ  την  κεφαλήν,  συγ- 
κρατείται υπό  της  ήρεμα  προς  τα  δεξιά  κλινούσης  δεξιάς  χειρός  της 
γυναικός.  Άξια  δε  σημειώσεως  είνε  και  ή  εις  πολλούς  επαλλήλους 
κύκλους  6ίκην  διαδήματος  περίδεσις  της  πλούσιας  κόμης. 

Έξ  Αχαρνών  δ '  έ'χομεν  και  άλλην  στήλην  άξίαν  λόγου,  οχι  διά 
την  τέχνην  ,  αλλά  διότι  έπ'  αυτής  απεικονίζεται  ό  Άχαρνεύς  ιατρός 
Ιάσων,  όςτις  παριστάνεται  καθήμενος  επί  δίφρου  και  εξετάζων  νεα- 
ρόν  ασθενή.  Έκ  δεξιών  δε  του  πάσχοντος  παριστάνεται  κατά  γης  μι- 
γάλη  σικύα  ,  τό  γνωστόν  ΐατρικόν  έργαλεϊον  ,  δπερ  και  επί  άλλων 
μνημείων  τής  αρχαίας  τέχνης  εικονίζεται.  Απόκειται  δε  αύτη  ή  στή- 
χη  νυν  έν  τω  βρεττανικώ  μουσείω  1. 

"Εν  τών  σχημάτων  τάφων,  άτινα,  ως  είδομεν  ανωτέρω,  έπετρά- 
πησαν  κάί  μετά  τήν  ύπό  του  Δημητρίου  τοϋ  Φαληρέως  μεταρρύθμι- 
σιν  τών  κατά  τάς  ταφάς,  είνε  ή  λήκυθος.  Λήκυθος  έξ  όπτής  γης  είνε 
εν  τών  έν  τοις  τάφοις  τής  Αττικής  συνηθέστερων  κτερισμάτων,  περί 
α  ιδιαζόντως  διεκρίθη  ή  αττική  τέχνη.  Άλλα  τό  σχήμα  τής  ληκύ- 
θου έχρησίμευσε  και  ως  τεκτονικόν  κόσμημα  τών  τάφων.  Διό  ου  μό- 
νον επί  λίθινων  τετραγώνων  στηλών  βλέπομεν  εΐκονιζομένας  ληκύθους 
μετά  διαφόρων  παραστάσεων,  άλλα  και  ληκύθους  λιθίνας  καθ'  έαυ- 
τάς  μετ'  έγγλύπτων  παραστάσεων  βλέπομεν  έπιτιθεμένας  επί  τών  ατ- 
τικών τάφων.  Προήλθε  δε  ή  συνήθεια  τής  τοιαύτης  επί  τάφων  παρα- 
στάσεως ληκύθων  έξ  αυτού  του  εθους  τής  καύσεως  τών  νεκρών  και 
τής  επιθέσεως  τής  τέφρας  και  τών  οστών  εις  κάλπην.  Τό  τεφροδόχον 
τούτο  άγγεϊον  έπετίθετο  τό  κατ'  αρχάς  απλώς  έπί  κίονος  άνωθεν  τοϋ 
τάφου  κατά  σπανίας  τινάς  περιστάσεις,  επειδή  συνηθεστέρα  ήτο  πάν- 
τως ή  υπό  τήν  γήν  κατάκρυψις  αυτού.  Εκλιπόντος  δ'  έπειτα  τού- 
του του  εθους,  ως  άνάμνησις  τής  παλαιάς  συνήθειας  εμεινιν  ή  έπί 
τών  στηλών  παράστασις  τών  τοιούτων  αγγείων  και  δι'  ανάγλυφων 
κατακόσμησις  αυτών  ή  ή  κατασκευή  περιφερών  τοιούτων  ληκύθων 
φερουσών  έγγλύπτους  παραστάσεις.  Και  βέβαιον  μεν  είνε  σήμερον, 
1   "Ιδε  τήν  εικόνα  ανωτέρω  εν  σ.  284. 


—  287  — 

ότι  τ*  τοιαύτα  άγγη  δεν  πρέπει  νά  όνομάζωνται  πλέον  Μαραθώνια, 
ως  εσφαλμένως  έκαλούντο  άλλοτε  ύπό  τών  αρχαιολόγων  οποία  δε  η 
αληθής  αυτών  ονομασία  παρ'  άρ/αίοις  και  έπί  ποίων  τάφων  έτίθεντο 
κατά  προτίμησιν  είνε  ζήτημα  δεόμενον  ακόμη  έρεύννις.  περί  ου  ίκανά 
παρ'  ήμΐν  εγραψεν  ό  Κουμανούδης  '. 

Τών  δε  ωραιότατων  και  περιεργοτάτων  επιτύμβιων  ληκύθων  είνε 
και  ή  ένταΰθα  απεικονιζόμενη  ,  ης  την  έπιγραφήν  έδημοσίευσεν  ό 
Κουμανούδης.  "Εχει  δε  αύτη  ούτω-  Θηρεύς•  Φειδέστοατος•  •Ξε- 
ναρέττν  Αύτόδικος  Έρχιεύς.  Απόκειται  δε  αύτη  έν  ιδιωτική 
οικία.  Και  δεξιά  μεν  είνε  ορατοί  έπί  της  εικόνος  δύο  άνδρες  όρθιοι 
άεζιούμενοι  αλλήλους,  όπισθεν  δε  αυτών  έ'φηβος,  φέρων  τον  πέτασον 
και  στηρίζων  την  δεξιάν  έπί  του  ετέρου  τών  νεανιών.  Ακολουθεί  δε 
τον  έφηβον  ό  ίππος  αύτοϋ  2. 

Τών  καλλίστων  τέλος  αθηναϊκών  νεκρικών  ανάγλυφων  τών  παρά 
το  Δίπυλον  εύοεθέντων  είνε  ή  πολλού  λόγου  άςία  στήλη  του  Δεξί- 
λεω. Το  καλλιμάρμαρον  τούτο  μνημεϊον  έστησαν  οί  Αθηναίοι  έν  τω 
Κεραμεικώ  εις  τον  εκ  Θορικού  νεανίαν  Δεξίλεων  τον  υίόν  του  Λυσα- 
νίου,  θανόντα  μετά  τεσσάρων  αύτοΰ  συντρόφων  έπί  του  άρχοντος  Εύ- 
βουλίδου  (394-393  π.  Χ.)  περί  την  Κόρινθον.  καθ'  ους  χρόνους 
ολίγα  έτη  προ  της  Άνταλκιδείου  ειρήνης  ή  Ελλάς  άνεκυκ&το  ύπό 
του  βοιωτικού  και  του  κορινθιακού  πολέμου.  Ό  Δεξίλεως  εικονίζεται 
μαχόμενος  άπό  του  θυμοειδοΰς  αύτοΰ  ίππου  προς  πολέμιον  νεαρόν, 
όςτις  ήδη  κείται  κατά  γης  ματαίως  παλαιών  προς  τον  έφιππον  άντί- 
παλον.  Παριστάνεται  λοιπόν  ό  Δεξίλεως  έν  τη  ακμή  της  δράσεως 
έν  στιγμή  επιτυχίας  και  πρό  της  μοιραίας  ώρας,  καθ'  ην  έμελλε  πί- 
πτων  έν  τω  άγώνι,  εις  δν  είχε  τάζει  αυτόν  ή  πατρίς,  νάναδειχθή  άξιος 
της  ευγνωμοσύνης  τών  Αθηναίων. 

Ή  γενική  αύτη  έπισκόπησις  τών  αττικών  επιτύμβιων  ανάγλυφων 
αόλις  που  παρέχει  πλήρη  εικόνα  του  ιδιωτικού  και  δημοσίου  βίου 
τών  Αθηναίων,  οίος  απεικονίζεται  έπί  τών  τάφων.  Σειραί  όλαι  μνη- 
μείων, ών  αρκεί  νάναφέρω  ένταΰθα  τήν  τών  λεγομένων  νεκροδείπνων, 
δεν  έγεινεν  ένταύθ'  άντικείμενον  του  ημετέρου  λόγου.  Άλλ'  άρκοϋσιν 
όπωςδήποτε  τά  λεχθέντα  και  αί  ενταύθα  άποτυπωθεΐσαι  εικόνες,  όπως 

1    Αττικής  έπιγραφα•.  επιτύμβιοι  σ.  ιζ'  χ.  έ. 
3  "Ιδί  τήν  είχόνα  άνωτίρω  έν  σ.  285. 


—  588  — 

παράσνωσιν    ίδεαν  τινά,  έ'στω   και  ανεπαρκή,  περί   της  σημασίας  ην 
Οά  έ'χη  συντελούμενη  ή  δημοσίευσις  η  διευθυνομένη  υπό  τοΰ  κ.  Οοηζβ 


Στήλη  τοϋ  Δεξΐλεο) 


και  περί  τοΰ  νέου  άφθονου  φωτός,  όπερ  δι    αύτης  θά  έπιχυθή  έπϊ  την 
τέννην  και  τον  βίον  των  αρχαίων    Αθηναίων. 


ΠΕΡΙ  ΤΟΥ  ΕΝ  ΧΑΙΡΩΝΕΙΑ  ΛΕΟΝΤΟΣ 


Μάτην    είχε    τιμήσει    τω  338  π.  Χ.   ό  δήμος  των    Αθηναίων    δια 
χρυσού  στεφάνου  τον  Δημοσθένην.   Μάτην  ό  φιλόσοφος  ρήτωρ,  άφ'  ου 
είχεν  (εμπνεύσει    το   προςήκον    θάρρος    είς   τους   συμπολίτας   και   είχε 
κατορθώσει   την  σύμπραξιν    των   άλλων   Ελλήνων    κατά    του   Φιλίπ- 
που,   επέγραψεν   επί  της   άσπίδος  το   εύοιώνιστον  εκείνο   άγαθη  XV- 
^η.    Ή  τύχη  δεν  ΰπήρςεν  αγαθή  και  ευνους  εις  τους  παρά  τήν  Χαι- 
ρώνειαν    άγων.σθέντας    τόν  έ'σχατον    υπέρ  της    αυτονομίας    των  ελλη- 
νίδων   πόλεων    αγώνα.  Τριάκοντα    χιλιάδες    πεζών    και    ύπερδιςχίλιοι 
ιππείς    άπετέλουν   τον    στρατόν    του    Φιλίππου,    δςτις    είςδραμών     είς 
Βοιωτίαν    είχεν    αναγκάσει    τον    συμμα/ικόν    στρατόν    τών    Ελλήνων 
νάφήση  τά  στενά  τά  άγοντα  έκ  της  Φωκίδος  είς  τήν  Βοιωτίαν.  Άλλ' 
οί   αποτελούντες   του   βασιλέως   τών   Μακεδόνων   τάς   φάλαγγας   ήσαν 
άνδρες  ους  είχεν  ασκήσει  και  άποτρανύνει  ό   μακρός    κατά    τήν  Θρά- 
κην    πόλεμος.    Οί  οέ  άγωνισθέντες    εναντίον    τών    βαρβάοων    και  της 
άγριας  φύσεως   έν  ταϊς   στενοπορίαις  τοϋ  Αίμου    και  πάρα  τάς  δχθας 
ποταμών  ορμητικών  και  έν  μέσω  δασών  ύλομανούντων  παρετάσσοντο 
θαρραλέοι  έν  ταϊς  εύκράτοις  της  Βοιωτίας  πεδιάσι  κατά  τών  Ελλή- 
νων, ένθαρρυνόμενοι  μάλιστα  υπό  της  ιδέας  της  έμπνεούσης   τόν  βα- 
σιλέα, ότι  μία  νίκη  κραταιά  κατά  τών  ηνωμένων  δυνάμεων  της  Ελ- 
λάδος ήδύνατο  νά  έςασφαλίση   τέλος  είς  τόν  βασιλέα  τήν  ήγεμονίαν 
της  φιλελευθέρας   εκείνης    χώρας.  Παρά    δε  το  πλευρόν    τοϋ  μεγάλου 
βασιλέως   έ'μελλε  νάγωνισθή  έπ'  άγαθαΐς  έλπίσιν  ό  νεαρός   αύτου  γό- 
νος και  νά  φανη  νικών  μετά  του  πατρός    ό    Αλέξανδρος.    Γενναίοι  δε 
στρατηγοί  και  (^δοκιμασμένοι   διηύθυνον  τάς  τάξεις    του   μακεδόνικου 
στρατού.    Απέναντι    δ'  αυτών    έτάσσετο    ίση  μεν  το  πλήθος,  ίσως  δέ 

Έδημοσιεύθη    τό  πρώτον    έν  τω  περιοδικω   Πλάτωνι  Τόμ.    Β'  (1879-1880)   σ. 
97  κ.  Ι.  Πρβλ.  τό  άρθρον  μου  Δύο  λέοντες  έν  τοις  Λόγοις  και  αρθροις  σ.  417  κ.  έ. 

ΣΠΓΡ.    Π.    ΛΑΜΠΡΟΓ,    ΜΙΚΤΑΙ    ΣΕΛΙΔΕΣ  1  V 


—  290  — 

και  πολυπληθεστέρα,  άλλ'  ουχί  και  ισόπαλος  ή  στρατιά  τών  Ελλή- 
νων. Ή  εμπνέουσα  τάς  τάξεις  αυτών  ιδέα  ήτο  βεβαίως  υπέρτερα  της 
έξωθούσης  εις  μάχην  τους  Μακεδόνας,  διότι  εμελλον  νάγωνισθώσιν 
ουχί  υπέρ  της  αρχής  ενός  ανδρός,  άλλ'  υπέρ  της  αυτονομίας  τών  ιδίων 
πόλεων.  Άλλα  προς  το  ύψος  της  ιδέας  τών  Ελλήνων  δεν  ισοδυνα- 
μεί η  περί  τον  πόλεμον  εμπειρία  αυτών.  Πολϊται  δντες  πόλεων  έ'ως 
της  χθες  ετι  αντιμαχομένων  άλλήλαις  δέν  εϊχον  ένιαίον  σύστημα  εν 
τη  τέχνη  του  πολεμεϊν,  δεν  είχον  τον  αυτόν  τρόπον  ενεργείας,  δέν 
ειχον  την  εννοιαν  της  εν  τη  πράξει  απαιτουμένης  ενότητος.  Προς  τον 
συμπαγή  κολοσσόν  της  άριστα  συντεταγμένης  ενιαίας  δυνάμεως  του 
Φιλίππου,  έξησκημένης  ώς  άριστα,  ώπλισμένης  δε  καλλίτερον  τών 
νοτίων  Ελλήνων  και  διοικούμενης  ύπό  στρατηγών  αξιόλογων,  άντε- 
τάσσοντο  οι  χαλαρώς  προς  αλλήλους  συνδεδεμένοι  μικροί  στρατοί  τών 
αυτονόμων  ελληνίδων  πόλεων,  ηγεμόνας  έχοντες  μετρίους.  Άν  ήρκει 
μόνη  ή  φιλοπατρία,  μόνος  ό  υπέρ  της  ελευθερίας  ενθουσιασμός,  μό- 
νον το  άπελπι  θάρρος,  ίνα  συνεπαγάγωσι  την  νίκην,  οί  έν  Χαιρωνείιζ 
άγωνισθέντες  τη  εβδόμη  του  Μεταγειτνιώνος  του  τρίτου  έτους  της 
εκατοστής  δεκάτης  Όλυμπιάδος  (  1  Σεπτεμβρίου  του  338  π.  Χ. ) 
ήθελον  βεβαίως  νικήσει  τήν  περιφανεστάτην  τών  νικών  Άλλα  δέν 
έπήρκεσαν  ταύτα,  και  μετ'  αγώνα  κρατερόν  ή  ελληνική  στρατιά  ήτ- 
τήθη  και  ό  εύειοής  διάδοχος  του  θρόνου  τών  Μακεδόνων  νικητής  διή- 
λαυνι  σειράς  όλας  πτωμάτων  ίνα  συνάντηση  νικώντα  ήδη  επί  τοϋ 
έτερου  κέρως  και  τον  πατέρα.  Άντΐ  δε  νά  έκδιώξωσιν  οί  "Ελληνες 
τον  έχθρόν  μέχρι  Μακεδονίας,  ώς  θαρρών  παρεκελεύετο  τους  συμμα- 
χοαένους  ό  Άθηναϊος  στρατηγός  Στρατοκλής,  οί  Αθηναίοι  άφήκαν 
έπί  του  πεδίου  της  μάνης  χίλιους  νεκρούς  εκ  τών  εαυτών  πολιτών. 
Ήσαν  δε  οί  νεκροί  τών  Αθηναίων  και  τών  άλλων  Ελλήνων  πολλφ 
ευτυχέστεροι  τών  συλληφθέντων  ώς  αιχμαλώτων,  πολλώ  μακαριώτε- 
ροι  τών  επιζησάντων,  οϊτινες  ήναγκάσθησαν  νά  τραπώσιν  είς  φυγήν. 
Ούτω  δε  μάτην  έπεσον  οί  πολϊται  τών  Αθηνών,  μάτην  ήγωνίσθη  ό 
ιϋπόλεμος  τών  Θηβαίων  Ιερός  λόχος,  μάτην  έπολέμησαν  οί  εύδρομοι 
Βοιωτοί  ιππείς,  μάτην  έπάλαισεν  ή  φιλέλλην  στρατιά  τών  άλλων 
συμμάχων  κατά  της  μακράς  σαρίσης  τών  μακεδόνικων  φαλαγγών. 
Διά  της  έν  Χαιρωνείιζ  μάχης  ό  Φίλιππος  ένίκησε  τους  "Ελληνας  και 
μετά  χρόνον  βραχύν  άνηγορεύετο  έν  Κορίνθω  στρατηγός  αυτοκράτωρ. 


—  291  — 

Άλλ'  ή  ήττχ  τών  Ελλήνων  δέν  συνεπέφερε  την  αυτήν  εις  απαν- 
τάς ζημίαν.  Τάς  Αθήνας  έφοβεΐτο  ακόμη  ό  βασιλεύς  τών  Μακεδόνων 
μάλιστα  διότι  εζπ  έν  αΰταϊς  ό  Δημοσθένης  εκείνος,  δςτις  ήτο  ίι'  αυ- 
τόν φοβερόν  μορμολύκειον.  Διά  τοΰτο  δε,  δτε  μετά  τήν  νίκην  έξαλλος 
έκ  της  υπεροψίας  και  της  /χρας  έν  μέσω  των  νεκρών  έκώμαζε  με- 
θύων,  εκείνον  ένεθυμήθη  έν  τη  παροινία  και  έψαλλε  δίκην  έπινι- 
κίου,  μελίζων  εις  ιαμβικούς  πόδας  και  ύποκρούων  τήν  άρνήν  του 
δημοσθενικοϋ  ψηφίσματος  Δημοσ'θένης  Δηποσθένοι/ς  Παια- 
νΐεύς ί.  Άλλα  και  έκτος  τούτου,  δτι  δέν  ήδύνατο  ετι  νά  θεώρηση 
τετελεσμενον  τον  μετά  τών  Αθηνών  αγώνα,  ή  έκδίκησις  κατά  της 
πόλεως  της  Παλλάδος  δέν  ήδύνατο  νά  εϊνε  ύπεράγαν  σκληρά.  Ό  παι- 
δεύσας  τόν  ίδιον  υίόν  &ιά  του  Αριστοτέλους  δεν  ήδύνατο  νά  φανή 
προς  τάς  "Αθήνας  δεύτερος  Ξέρξης.  "Επειτα  δε  τέλος  αϊ  '  Αθήναι  ου- 
δέν άλλο  ήσαν  προς  τόν  Φίλιππον,  καίτοι  έκ  της  πόλεως  ταύτης  έγεν- 
νήθη  ή  κυριωτάτη  κατ' αΰτου  άντίστασις,  άλλ'  ή  κοινός  τις  πολέμιος, 
προς  όν  άπητεΐτο  έκ  πολιτική;  φρονήσεως  μεγαλοφροσύνη  και  τιμή  *. 
Κα!  όμως  οι  "Αθηναίοι,  καίτοι  ή  θέσις  αυτών  ήτο  ούτως  εξαιρετική, 
ήσθάνθησαν  βαθέως  τήν  έπελθοΰσαν  συμφοράν.  Ή  περιγραφή  τών 
αισθημάτων  άτινα  διακατεΐχον  τήν  ψυχήν  τών  Αθηναίων,  δτε  ηλθεν 
ή  είδησις  της  ήττης,  οίαν  άναγινώσκομεν  αυτήν  έν  τω  λόγω  του 
ρήτορος  Λυκούργου  κατά  Λεωκράτους,  γενν^  αληθώς  λύπην  εις  τήν 
ψυχήν  τοϋ  άναμιμνησκομένου  τάς  εύκλεεϊς  της  πόλεως  ημέρας3.  Πάς 
τις  δέ  δύναται  νά  φαντασθή  τήν  πικραν  τελετήν  της  ημέρας  εκείνης, 
καθ '  ην  τά  όστ*  τών  υπέρ  πατρίδος  πεσόντων  έτάφησαν  έν  τώ  εξω 
Κεραμεικώ  καϊ  ό  Δημοσθένης  έξεφώνησεν,  ώς  έν  άλλη  περιστάσει  ό 
Περικλής,  τόν  έπιτάφιον.  Μή  περισωθέντος  τοϋ  λόγου  τούτου4,  δέν 
ιξίύρομεν  διά  τίνων  λέξεων  ένεκωμίασεν  ό  ρήτωρ  τήν  άρετήν  τών  θα- 
νόντων α  άλλα  βεβαίως  έξύμνησεν  αυτούς  ώς  αντάξιους  υίούς  τών  έν- 
δοξων προγόνων,  ών  μιμούμενοι  το   παράδειγμα  έθανον  υπέρ  του  καθ 

1   Πλούταρχος  έν  βίω  Δημοσθένους  20. 

*  Κουρτίον    ΟπβοΙίϊδΟΐΐβ  ΟβδοΗϊοΙίΙβ   Τόμ.  Γ'  έ'κδ.    ς-'  σ.  720.  Έλλ.  μετάφρ. 
Σηνρ.  II.  Λάμπρου  Τόμ.  Ε'  σ.  581. 

3  Λνχονργον  Κατά  Λεωκράτους  11   Πρβλ.  βτοίβ  ΗϊδΙΟΓν  οί  ΟτββΟβ.  Έν  Λον. 
δίνω    1809.  Τόμ.  ΙΑ'  σ.  307. 

*  Ώς  γνωστόν,  ό  έν  τοις  δημοσθενικοΐς   λο'γοις   φερόμενος  Επιτάφιος  νοθεύεται   υπό 

τών  πλείστων  φιλολόγων. "Ιδε  ΐνββίβηηαηη  (^υαβδίίοηβδ  ϋβαιοδίΐιβηβ&β  11,49  χ.  ί. 


—  292  3— 

δλου  ελληνικού  λαού.  Ή  δόξα  αύτη  μένει   αΰτοΐς  εμπεδος,  καίτοι  ή 
εκβασις  τοΰ  αγώνος  δεν  ύπήρξεν  ευτυχής.  Επειδή 

μηδέν  άμαρτεΐν  έότϊ  θεών  και  πάντα  κατορθοϋν 
έν  §ιοτΓΪ,  μοΐραν  δ'  οΐτ  τι  φυγείν  έπορεν. 

Ταύτα  ήσαν  γεγραμμένα  επί  της  στήλης  της  στηθείσης  επί  του 
τάφου.  Μετά  δέ  πεντακόσια  έ'τη  είδεν  ό  Παυσανίας  ετι  τον  λίθον  εφ 
ου  ήσαν  εγγεγραμμένα  τα  ονόματα  των  πεσόντων  1. 

Άλλ'  αν  διετέθησαν  ούτως  άλγεινώς  μετά  την  μάχην  οί  Αθηναίοι, 
παρ'  οϊς  ύπέφωσκε  καί  τις  έλπίς  σωτηρίας,  όποια  άρα  έμελλε  να  είνε 
παρά  τοις  Θηβαίοις  ή  κατάπληξις  καί  το  καταθύμιον  άλγος  επί  τη 
ήττΥ) ;  Το  άνθος  της  θηβαϊκής  νεότητος,  τόν  ιερόν  αυτών  λόχον  κατα- 
πολεμών  καί  καταθρυμματίζων  είχε  θριαμβεύσει  τον  πρώτον  αύτοΰ 
θρίαμβον  ό  έφηβος  μόλις  υιός  του  Φιλίππου,  πολλοί  δ  '  έν  γένει  υπήρ- 
ξαν οί  έκ  τών  Θηβαίων  πεσόντες  έν  τη  μάχη  ,  αν  καί  δεν  περιεσώθη 
ακριβής  εϊδησις  περί  του  αριθμού  αυτών  τοΰτο  δε  μανθάνομεν,  ότι 
αϊ  άπώλειαι  αυτών  υπήρξαν  ϊσαι  προς  τάς  τών  Αχαιών  2.  Άλλα  πλην 
τούτου  τό  έν  Χαιρώνεια  τραύμα  κατεβάρυνεν  υπέρ  πάσαν  άλλην  πό- 
λιν  τάς  Θήβας,  αΐτινες  παρέσχον  ούτω  κατά  τήν  τότε  άντίληψιν  τών 
Ελλήνων  τήν  τελευταίαν  υπέρ  τοΰ  κοινού  αγαθού  τής  Ελλάδος  θυ- 
σίαν.  Εις  δε  τόν  Φιλιππον  παρείχετο  διά  τής  νίκης  ταύτης  ή  αφορμή 
νά  κατάστρεψα  εις  άεί  τήν  δυναμιν  τής  ήττηθείσης  πόλεως,  ης  ή  άνύ- 
ψωσις  ήδυνατο  να  θεωρηθη  ύπ'  αυτού  ώς  αποστασία  άπό  τής  αρχής 
του.  Ούτω  λοιπόν  μετά  μακράς  θυσίας  καί  έκθυμους  αγώνας  αϊ  Θή- 
βαι  υπέστησαν  τήν  έσχάτην  ζημίαν  καί  ταπείνωσιν  ,  άποβαλούσαι  δέ 
τήν  άπό  τών  χρόνων  τών  Διοςκούρων  αυτών  ηρώων  ,  τοΰ  Πελοπίόου 
καί  Έπαμεινώνδου,  ίδρυθεϊσαν  ήγεμονίαν ,  κατεπεσον  ,  καταστάσαι 
ϊσαι    προς   τάς  άλλας    βοιωτικάς   πόλεις. 

Κατά  καθήκον  ευσεβές  καί  ιερόν  μέλλοντες  οί  Θηβαίοι  νά  θάψωσι 
τους  εαυτών  νεκρούς  τους  πεσόντας  έν  τη  μάχη,  απεφάσισαν  τήν 
ϊδρυσιν  μνημείου  έπί  τοΰ  τάφου  αυτών.  Ό  Στράβων  ποιούμενος  μνείαν 
τοΰ  πεδίου  τής  μάχης  επιφέρει-  « δείκνυται  δέ  κάνταΰθα  ταφή  τών 
πεσόντων   έν    τη    μάχη    δημοσία»3.    Ό  δ'   έν    μεταγενέστερα)   χρόνω 

1  Ατη.  βΌλα/βΓϋβπκ^ΙΙιβηβδ  ιιηά  δβίηβ  ΖβϊΙ.  Έν  Λειψία  έ'/.δ.  β'  Τομ..  Γ'  α.  36. 

2  ίΐανσανιον  VII,  6,  3. 

3  Θ'  σ.  414.  Κατά  ταύτα  φαίνεται  ό  Στράβων  δεχόμενος,  δτι  τό  [χνημεΐον  άνεφέ- 


—  293  — 

επισκεφθείς  την  Χαιρώνειαν  περιηγητής  Παυσανίας  περιγράφει  δια 
των  εξής  το  στηθέν  μνημεΐον  «Προςιόντων  δε  τη  πόλει  πολυάνδριον 
Θηβών  έστΐν  έν  τω  προς  Φίλιππον  άγώνι  αποθανόντων  έπιγέγραπται 
μέν  δη  επίγραμμα  οΰδεν,  επίθημα  δε  επεστιν  αύτώ  λέων  φε'ροι  ο  άν 
ες  των  ανδρών  μάλιστα  τον  θυμόν  επίγραμμα  δε  άπεστιν,  έμοί  δο- 
κεϊν,  δτι  ουδέ  έοικότα  τη  τόλμη  σφίσι  τα  έκ  του  δαίμονος  ηκο- 
λούθησεν  '. 

Έν  αέσω  τών  πολλών  μνημείων  και  έργων  τε'χνης  άτινα  έκόσμουν 
ετι  έπΐ  τών  Άντωνίνων  τάς  ελληνίδας  πόλεις,  έν  μέσω  τών  έν  Αθή- 
ναις αριστοτεχνημάτων,  τών  δελφικών  αναθημάτων,  τών  θησαυρών 
της  ολυμπιακής  "Αλτεως  δεν  περιεαένομεν  βεβαίως  πάρα  τοΰ  ΙΙαυ- 
σανίου  ακριβή  περιγραφήν  τοϋ  έν  Χαιρώνεια  λέοντος,  οΰδ  εΰρίσκομεν 
τοιαύτην  τινά  παρ'  αύτώ.  Άλλ'  έν  ταΐς  όλίγαις  λέζεσι,  δι  ων  συνο- 
δεύει την  περί  τοΰ  πολυανδρίου  τούτου  εϊδησιν,  βλέπομεν,  ότι  ό  περι- 
ηγητής, όςτις  έν  τω  έργω  αύτοΰ  άνέγραψεν  οιονεί  τον  έπιτάφιον  της 
ελληνικής  τέχνης  και  δόξης,  ανεγνώρισε  τήν  ήθικήν  σημασίαν  τοΰ 
καλλιτεχνήματος  κα'ι  τα  αισθήματα  τα  κατέχοντα  τήν  ψυχήν  τών 
Θηβαίων  ότ'  έστησαν  το  μνημεΐον.  ΈπΙ  τοΰ  τάφου  τών  πεσόντων 
πολιτών  ανήγειραν  λέοντα  άντϊ  πάσης  άλλης  εικόνος,  Ζνα  δείςωσιν, 
Οτι  ό  άζιομνημονευτότατος  τών  θανόντων  χαρακτήρ  ητο  τό  θάρρος 
καϊ  ή  γενναιότης,  ορμή  λέοντος.  Άλλα  τους  λεοντοθύμους  τούτους 
ήρωας  έσκέφθησαν  να  καταλίπωσιν  ανωνύμους,  άφ'  ου  δεν  ήθέλησεν 
ό  θεός  νάναδείξη  καϊ  τήν  τέχνην  αυτών  ϊσην  προς  τήν  τόλμην.  Και 
δια  τοΰτο  ουδέν  επίγραμμα  ετέθη  έπι  τοΰ  μνημείου.  Τοιαΰται  ίίνε  αί 
παρατηρήσεις,  άς  επάγει  ό  Παυσανίας,  σκέψεις  άποπνέουσαι  εΐουλλι- 
ακήν  τίνα  μελαγχολίαν  καταλαβοΰσαν  τήν  ψυχήν  αύτοΰ,  ότε,  έκ  Λε- 
βαάείας  ερχόμενος,  είδε  προ  της  Χαιρώνειας  τον  κολοσσιαϊον  εκείνον 
μαρμάρινον  φύλακα  τών  οστών  ανωνύμων  ηρώων.  Τις  οΐοε  μή  ΰπό 
τάς  κρίσεις  έκείνας  δεν  κρύπτεται  ή  κοινή  γνώμη  τών  Χαιρωνέων, 
οίαν  έζήνεγκον  αυτήν  τά  χείλη  γηραιοΰ  έξηγητοΰ  τών  τόπων,  έρμη- 
νευόντος  εις  τον  ξένον  εκείνον  τάξιοθέατα  της  χώρας;  Τις  οϊδε  μή  α* 

ρετο  εις  άπαντα;  τους  Ιν  τη  αά/η   πεσόντας,  τοϋθ'  όπερ  έχ  τών  νεωτε'ρων  άποοέ/εται 
χαϊ  ό  υΐΗοΗβ  ( ΚβΪ86Π  υηά  ΡθΓ5θΗυη§6η  ϊη  <3τΓΪβοΙιβαΐ3.η(1  Τόμ.  Α'  σ.  159). 
Αλλά  πρόκειται  άρα  ένταϋθα  πράγματι  περί  τοΰ  λέοντος ; 
1  Παναανϊον  IX,  40,  5. 


—  294  — 

λέξεις  εκεΐναι  δέν  άναγράφουσι  το  μυστήριον  και  την  σημασίαν  του 
έν  τη  έρτη ίχίοκ  βωβού  εκείνου  μάρτυρος  παλαιών  χρόνων,  οϊαν  διετύ- 
πονεν  αυτήν  από  στόματος  εις  στόμα  ήδη  πέμπτον  αιώνα  η  παρά- 
δοσις  τών  εγχωρίων;  Ή  σιγή,  ην  έπέταξεν  εις  το  ψυχρόν  μάρμαρον  ή 
πόλις  τών  Θηβαίων,  είνε  μεγαλοπρεπής  σιγή  άποκαρτερήσεως.  Μετά 
τών  ταφε'ντων  συνετάφη  και  ή  πατρίς"  οί  νεκροί  εκείνοι  ήσαν  οι  τε- 
λευταίοι όπλϊται  της  αυτονόμου  Ελλάδος"  ώς  ήχολούθησ'ε  τά  έκ 
τον  δαίμονος;  ή  τόλμη  αυτών  ήτο  άναξία  ιδιαιτέρας  μνείας,  ή  δε 
ήττα  άπεβη  και  παρά  την  θέλησιν  τών  πεσόντων  το  ύστατον  κατά 
της  Ελλάδος  τραύμα.  Καϊ  λοιπόν  ΠΟΠ  Γ&§ίθηαΐϊ1  άί  Ιογ,  Π121 
§υαΓθ!3ΐ  6  ρ»88α,  ώς  θά  έ'λεγεν  ό  Δάντης. 

Ή  πόλις  τών  Θηβαίων  δεν  εδωκεν  εις  τον  λιθοξβον  κατάλογον  τών 
νεκρών  αυτής,  ίνα  λάξευση  τά  ονόματα  έπί  του  λίθου"  ή  πόλις  δεν 
ήθελε  νάντιστή  προς  την  άγνωστον  Νέμεσιν  τήν  καταδικάσασαν  τους 
άνδρας  εις  άγονον  αγώνα  και  τόλμην.  Αλλ  ή  σμίλη  του  καλλιτέχνου 
δεν  ήδυνήθη  νά  μη  δημιουργήση  διαμαρτύρησίν  τίνα  κατά  του  δαί- 
μονος, νά  μη  έπιμείνη  καταδεικνύουσα  τήν  τόλμην  τών  ανδρών 
ώςεί  πιεζομένην  υπό  του  πεπρωμένου.  Και  παρέστησεν  ό  γλύπτης  τον 
λέοντα  μεγαλοπρεπώς  ίδρυμένον  και  καταστέλλοντα  μόλις  άκούσιόν 
τίνα  βρυχηθμόν.  Νομίζει  τις,  δτι  ό  γλύπτης,  άλλος  Αισχύλος  της 
σμίλης,  ηθέλησε  νά  έμβάλη  ίίς  τοΰ  λέοντος  του  το  στόμα  κραυγήν 
οδύνης  όμοίαν  προς  το  τοΰ  δεσμώτου  Προμηθέως  εκείνο,  τό  Ίδεοθέ 
μ'  οία  προς  θεών  πάοχω  θεός. 

'Αλλά  τις  ύπήρξεν  ό  άγαλματοποιός,  εις  δν  ή  πόλις  τών  Θηβών 
άνέθηκε  τήν  κατασκευήν  τούτου  τοΰ  έργου;  Ό  Παυσανίας  δεν  ανα- 
φέρει δυςτυχώς  τό  δνομ'  αύτοΰ,  ώς  πολλάκις  βλέπομεν  αυτόν  μνημο- 
νεύοντα  τών  έργων  χωρίς  νά  ποιήται  μνείαν  και  τοΰ  έργασαμένου. 
'Αλλ'  ουδέ  αυτός  ό  τεχνίτης  φαίνεται  έπιγράψας  τό  δνομα  αύτοΰ  εν 
έργω  όπερ  οΰδ'  αυτών  τών  ηρώων  έφ'  οϊς  εγεινε  διέσωζε  τήν  μνή- 
μην. Δεν  είνε  όμως  και  πάντη  άπίθανον  νά  έπέγραψε  τοΰτο  οπουδή- 
ποτε έν  μέρει  άφανεστέρω  τοΰ  ίδιου  έργου"  άλλα  τοΰτο  θά  φανή  συν 
τω  χρόνω  γινομένης  της  προςηκούσης  έρεύνης 1.  Όπωςδήποτε  ο'  εκ 
της  τεχνικής  τοΰ  όλου  κατεργασίας  καθίσταται   φανερόν,  ότι  είνε  έ'ρ- 

1  Ουδέν  τοιούτο  κατέδειξαν  αί  έπ'  έσχατων  προς  συγκόλλησιν  τοΰ  λέοντος  γενόμί- 

ναι  εργασία!. 


—  295  — 

γον  τινός  των  επιφανών  καλλιτε/νών  των  χρόνων  καθ  ους  έποιήθη, 
ήτοι  πιθανώτατ'  αυτών  τών  πρώτων  ετών  μετχ  την  εν  Χαιρώνεια 
μάχην.  "Ισως  οε  ήδύνατο  και  εΐδικώτερον  νάποδοθη  εις  τίνα  τών  πιρϊ 
τον  Σκόπαν  τεχνιτών,  οίον  δη  τον  Βρυαζιν,  δςτις  είχεν  έργασθη  παν- 
τοία έργα  έν  πολλαϊς  τών  ελληνίδων  πόλεων,  οίον  εν  'Ροδω,  Κνίδω, 
Μεγάροις,  Αντιόχεια1-  τουλάχιστον  μεταξύ  τών  εις  τούτον  αποδι- 
δόμενων έργων  αναφέρονται  και  λέοντες  άνακείμενοι  ίν  Πατάροις 
της   Λυκίας2. 

Μακρό;  παρηλθον  χρόνοι  άπό  της  ιδρύσεως  του  πολυανδρίου  και 
ήμέραι  πονηραί  άνέτειλαν  καί  έδυσαν  πολλαί  πριν  η  γείνη  πάλιν  λό- 
γος περί  του  λέοντος.  Φαίνεται  δε,  ότι  έκαλύφθη  όλοτελώς,  άλλ' 
άγνοοΰμεν  τον  χρόνον.  "Οτε  δε  ηρξαντο  οί  αλλογενείς  περιηγούμενο! 
την  Ελλάδα,  και  πάλιν  μέχρι  τών  αρχών  τοϋ  παρόντος  αιώνος  ου- 
δείς περί  του  έν  Χαιρώνεια  λέοντος  γίνεται  λόγος.  Ούτε  ό  Οοά^θΐΐ, 
ούτε  ό  ΟΙαίΊίβ,  ούτε  ό  ΗοΙΙ^ηθ  είδον  αυτόν.  Ό  Βύρων  λέγεται  ότι 
έσκέφθη  νά  ένεργήση  άνασκαφάς  προς  εΰρεσιν  του  λέοντος,  ον  έσκό- 
πει  νάνορθώση  καί  στήση  έν  τη  θέσει  εκείνη  ένθα  έμελλε  νά  συνέλ- 
θη  το  νέον  άμφικτυονικόν  συνέδριον  τών  άναστάντων  Πανελλήνων. 
Άλλ'  όσον  ωραία  καί  αν  ητο  η  ιδέα  του  ευγενούς  λόρδου,  θέλοντος 
νά  ϊδη  την  Ελλάδα  μετά  μακραίωνα  ύποδούλωσιν  άναλαμβάνου- 
σαν  τόν  έθνικόν  αύτης  βίον  εκεί  έ'νθ'  απώλεσε  την  έλευθερίαν,  το 
σχέδιον  αϋτοϋ  δέν  έπραγματώθη.  Τέλος  δε  τω  1818  τελευτώντος  του 
Μαίου  ό  "Άγγλος  θΓ3\νίθΓ(1,  διερχόμενος  έκ  της  όδου  της  άγούσης 
άπο  Λεβαδείας  εις  Κάπραιναν  μετά  τριών  συμπατριωτών  του  καί 
ιοων  προέχον  του  εδάφους  τμήμα  μάρμαρου,  ενοησεν,  οτι  ητο  μέρος 
μεγαλειτέρου  γλυπτού  έργου  καί  επεχείρησε  πρόχειρον  άνασκαφην, 
δι'  ης  άπεκαλύφθησαν  καί  ή  κεφαλή  καί  διάφορα  άλλα  τεμάχια  τοϋ 
λέοντος,  άτινα  πάλιν  έσκεπάσθησαν  επιμελώς  διά  ν/ώματος  υπό  τών 
Αγγλων  περιηγητών  εκείνων3.  Άλλ'  ώς  εικός  μετά  τίνα  ετη  άπε- 
σκεπάσθησαν  καί  πάλιν  τα  τεμάχια  τα  σωζόμενα  καί  άπεσπασμένα, 

1   Ουβτϋβο/ο    Όίβ   &οΙίΐ£βη   δο&πίΊςαβΙΙβη  ζιιγ   ΟβδοΙποβΙβ  άβΓ  βΐΐάβηοΐβιι 
ΚϋηβΙβ  σ.  252  χ.  Ι. 

3  Κλήμης   Άλεξανδρενς  έν  Προτρεπτιχω  IV,  47. 

•'  ΦβΙβίοβτ  II  Ιίοηβ  άϊ  ΟΙιβΓοηβα  εν  τοίς  ΜοηυπιβηΙΐ  βά  ειηηαΐϊ  ρυββΙϊο&Ιί 
^3.11'ΙϋΙίΙαΙο  ύί  οοΓΓΪδροηάβηζα  &ΓθΙιβοΙο§ϊθ2ΐ.  1856  σ.  1. 


—  296  — 

καίτοι  περί  τούτου  οΰδαμοΰ  ευρίσκουν  εί'δησίν  τίνα  σαφή  '.  Μόνον  δε 
βλέπομεν  ήδη  άπό  τοΰ  1 837  τους  την  Βοιωτίαν  επισκεπτοαένους 
άναφε'ροντας  εν  τοις  περιηγητικοϊς  αυτών  άπομνημονεύμασι  και  τον 
κατά  γης  κείμενον  τεθραυσμένον  λέοντα  της  Χαιρώνειας2.  Εϊς  δε 
τούτων,  ό  Γερμανός  ΟόΙΐΙίη^,  αναφέρει,  δτι  οί  την  σημερινήν  Κά- 
πραιναν  οΐκοΰντες  διηγήθησαν  αύτω  ,  δτι  τον  λέοντα  έτίναξεν  εις  τον 
αέρα  δια  πυρίτιδος  κατά  τον  υπέρ  ανεξαρτησίας  αγώνα  ό  Όδυσσεύς 
Άνδρήτζος,  νομίζων,  δτι  έγκρύπτεται  εν  αύτω  θησαυρός,  και  δτι 
εντεύθεν  κατάκειται  νυν  διερρηγμένος  και  τεθραυσμένος  είς  τεμάχια 
πολλά3.  Έκ  δε  τών  ημετέρων  ό  'Ραγκαβής  αναφέρει,  δτι  τοΰτο 
εγεινεν  ούχϊ  υπό  του  "Οδυσσέως,  άλλ'  ύπό  τοΰ  Άλή  πασσά4.Τήν 
δε  ΐδέαν  περί  της  ύπό  του  "Οδυσσέως  καταστροφής  τοΰ  περιφανούς 
τούτου  μνημείου  έπανέλαβον  επ'  έσχατων  και  ό  Γάλλος  Ι88ΓΏ- 
6βΓΐ5  και  ό  "Αγγλος  Μ&Ιΐ&ίΓ^  6.  Άλλ'  ηδνι  ό  προμνημονευθεϊς  ΟοΙΙ- 
1ΐΐ1§ 7,  μετ '  εκείνον  δε  και  παρ'  ήμϊν  ό  Κουμανούδης 8  απέδειξαν. 
ότι,  ως  έχουσι  τά  σωζόμενα  τεμάχια  τοΰ  λέοντος,  εϊνε  αδύνατος  ή 
αποδοχή  τοιαύτης  τινός  γνώμης,  διότι  ταΰτα  εϊνε  σώα  και  δύναν- 
ται νά  συναποτελέσωσι  πάλιν  εν  όλον  δι'  αρμοδίας  συγκολλήσεως" 
καθίσταται  δ'  εντεύθεν  φανερόν,  ότι  δεν  διέσπασε  τά  μέλη  τοΰ  ζφου 
ή  πυρϊτις.  άλλα  διέλυσε  μάλλον  τους  συνδέοντας  αυτά  γόμφους  ό 
μακρός  αιών. 

"Οτε  δ'  άνευρέθη  το  μνημεϊον,  εξεφράσθη  πολλαχώς  καϊ  ΰπό  πολ- 
λών ή  ευχή  να  συναρμοσθώσι  τά  διασκεδασμένα  και  άπεσπασμένα  αλ- 
λήλων μέλη.  Άλλα  καϊ  έν  Ελλάδι  δις  πρό  τών  καθ '  ημάς  χρόνων 
εγεινε  σπουδαία  σκέψις  περί  άνορθώσεως  τοΰ  λέοντος  τούτου,  ον  ώφει- 
λεν  ή  άναγεννηθεΐσα Ελλάς  νά  ίδρυση  πάλιν,  μνήμων  παλαιών  ήμερων. 

"Ηδη  τω    1840  ή  έν  Αθήναις  Αρχαιολογική   εταιρεία  έσκέφθη  νά 

1  Περί  του  ΡοιίςυβνΠΙβ  ί'δί  Σπνρ.  Π.  Λάμπρου  Λογούς  καϊ  άρθρα  σ.  423  έν  σημ. 

2  Τοιούτοι  ό  ΟβτΚατά,  ό  υΐτίβΗβ,  ό  θόϋΐίης/  χαί  άλλο:. 

3  Οβδ&ιππιβίΐβ  Α&Ιι&η(11ιιη§6η   &ϋ§  ιίβπι    οίεΐίΐδϊδοΐιβπ  ΑΙΙβΓίΗαπιβ.    Η»11β 
1871  Τόμ.  Α'  σ.  147. 

*  ΑηίϊςιιϊΙβδ  ΗβΙΙέηίςιυβδ  Τομ.  Α'  σ.  7. 

:ι  ΙΙίηβίΣΠΓβ  άβ  ΙΌπβηΙ.    Έν  Παρισίοις.  1873  α.  157. 

6  Αο»(1βηι,ν  χατ'  Ίοΰνιον  1875. 

'  Ένθ'  άν.  σ.   148. 

8  Αθηναίου  Τομ.  Δ'  β.  305. 


—  297  — 

συνθέστρ  και  έγείρη,  επί  του  χώρου  ένθα  εκείτο,  τον  λέοντα"  και  εγει- 
ναν  (/.εν  έργασίαι  προπαρασκευαστικοί  και  διεγράφη  έν  σχεόίω  ό  τρό- 
πος της  προςαρμογής,  άλλα  το  πολύ  της  δαπάνης  άπεκώλυσε  την 
τέλεσιν  του  έργου  1.  Μετά  δε  των  ενεργειών  τούτων  συνείχοντο,  ώς 
εΐκάζομεν,  και  τα  μετά  τίνα  χρόνον  γενόμενα,  περί  το  1842,  υπέρ 
της  άνιδρύ^εως  του  λέοντος  υπό  του  αρχαιολόγου  νΥβΙοΙίβΡ  και  του 
γλύπτου  δίβ§β1,  όςτις  διέτριβε  τότ'  έν  Αθήναις. Έγειναν  δε  τότε  υπό 
του  καλοΰ  τούτου  τεχνίτου  αί  προςήκουσαι  μελέται,  και  άπηυθύν- 
θη  προς  τόν  βασιλέα  Όθωνα  έ'κθεσίς  τις  περί  του  πράγματος,  εν  ω 
συγχρόνως  έγίνοντο  αί  κατάλληλοι  ένέργειαι  εν  Γερμανία  προς  συνα- 
γωγήν  των  απαιτουμένων  προς  το  έργον  τούτο  χρημάτων,  άτινα  ύπε- 
λογίσθησαν  εις  είκοσι  τεσσάρας  χιλιάδας  δραχμών.  Αλλ'  ή  επελθούσα 
κατά  τόν  Σεπτε'μβριον  του  1843  μεταπολίτευσις  έματαίωσε  τάς  γε- 
νομένας  ενεργείας,  και  τό  σχέδιον  της  άνορθώσεως  του  λε'οντος  έκοι- 
μήθη  κατ'  ανάγκην.  Μετά  δε  δέκα  και  τρία  όλα  ετη  ό  νΥβΙοΙίβΡ  έδη- 
μοσίευσε  τω  1856  έν  τη  περιοδική  συγγραφή  τοΰ  έν  'Ρώμη  Γερμανι- 
κού αρχαιολογικού  ινστιτούτου  μετ  αξιόλογου  περί  του  λέοντος  πραγ- 
ματείας, γεγραμμένης  ϊταλιστί,  τό  εις  αυτόν  τφ  1842  σταλέν  υπό 
του  δΐβ^βΐ  σχεδιαγράφημα  της  άνορθώσεως  τοΰ  λέοντος  2. 

Έκ  δε  της  δημοσιεύσεως  ταύτης,  ώς  φαίνεται,  παρακινηθέντες  και 
οί  παρ'ήμϊν  αρχαιολόγοι  ζωηρότερον  έπελήφθησαν  της  άνορθώσεως 
του  λέοντος  τω  1858.  Και  δη  έ'γεινε  σκέψις  έν  τω  συμβουλίω  της 
Αρχαιολογικής  εταιρείας,  του  ιατρού  'Ρέζερ,  όςτις  ήτο  μέλος  του 
συμβουλίου  εκείνου,  προτείναντος  περί  επισκευής  και  συγκολλήσεως 
τών  μελών  του  λέοντος  και  ύπισχνουμένου  την  άρωγήν  τοΰ  'Οθω- 
νος,  ου  ήτο  ΐατοός,  ή  τοΰ  βασιλέως  της  Πρωσσίας  Γουλιέλμου  τοΰ 
Δ',  όςτις  ήτο  επίτιμος  αντιπρόεδρος  της  Αρχαιολογικής  εταιρείας. 
Άλλα  και  πάλιν,  καίπερ  τών  συμβούλων  άποδεχθέντων  μετά  προθυ- 
μίας τήν  πρότασιν  ταύτην,  πολλαί  δυςχέρειαι  παρουσιασθεΐσαι  άπε- 
κώλυσαν  την  λύσιν  τοΰ  ζητήματος ,  όπερ  έκ  νέου  άνεβλήθη  ες  νέωτα  3 . 

1  "Ιδε  Ενθυμίου  Καστόρχη  Ίστορικήν  έ'κθεσιν  τών  πράξεων  της  έν  Αθήναις  Αρ- 
χαιολογικής εταιρείας.  Άθήνησι.   187Π  α.  20. 

2  ΐνβΙβ&βΓ  έ'νθ'  άν.  σ.    Ι   κ.  ε. 

**  Ιδε  τό  έν  τω  Αθηναίω  Τόμ.  Δ'  σ.  ο04  κ.  ε.  άρθρον  τοΰ  Κονμανούδη,  όςτις  άλ- 
λως δεν  ποιείται  Μ.νε{αν  τών  κατά  τό  184ί  προτέρων  ενεργειών  του  \νβ  1 0  Ιν  6  Γ  και  8ίβ• 
8βΙ,  περί  ων  εγεινε  λόγος  ανωτέρω. 


—  298  — 

Τέλος  δέ  οι  της  Αρχαιολογική;  εταιρείας  Ιπελήφθησαν  εΐπερ  ποτέ 
δραστηρίως  τοΰ  έργου  της  επισκευής  και  άνορθώσεως  του  έν  Χαι- 
ρώνεια λέοντος  τόν  Ίούλιον  1879.  Εστάλη  δε,  ώς  εγεινε  γνωστόν 
εγκαίρως,  και  επιτροπή  αρχαιολόγων  και  καλλιτεχνών,  έν  οϊς  και  ό 
Γερμανός  δίβ§β1,  ίνα  επιχείρηση  προχείρους  άνασκαφάς  προς  άνεύρε- 
σιν  απάντων  των  σωζόμενων  τεμαχίων  και  υπολογίση  όσον  το  δυνα- 
τόν ακριβέστατα  τάς  δαπανάς  της  άνορθώσεως.  Αύται  το  μεν  κατ' 
αρχάς  ύπελογίσθησαν,  ώς  άνηγγέλθη  δια  τών  εγχωρίων  εφημερίδων, 
»ις  είκοσι  περίπου  χιλιάδας  δραχμών,  είτα  δέ  άνεβιβάσθη  το  ποσόν 
ακριβέστερον  εις  ύπερδιςμυρίας.  Και  είνε  μέν  ή  δαπάνη  μεγάλη, 
αλλά  τούτο  πεποίθαμεν,  δτι  δεν  θέλει  έκφοβήσει  την  Αρχαιολογικήν 
έταιρείαν,  ήτις  ορθώς  ποιούσα  απεφάσισε  την  άνίδρυσιν  και  άνόρθωσιν 
του  ωραίου  τούτου  μνημείου   της  ελληνικής  τέχνης  και  ιστορίας. 

Ώς  απεδείχθη  εκ  τών  γενομένων  έπ'  εσχάτων  ανασκαφών,  σχεδόν 
άπαντα  τά  μέλη  του  λέοντος  σώζονται .  συμποσούμενα  εις  εννέα  με- 
γάλα τεμάχια  και  τίνα  ολίγα  μικρότερα-  τών  δέ  σωζόμενων  τούτων 
κομματιών  θά  γεί/ωσιν  έν  Αθήναις  άπεκμάγματα  έκ  γύψου,  όπως 
συναρμοζομένων  τούτων  καταδειχθη  ό  τ$  τρόπος  της  συγκολλήσεως 
τών  καθ'  έκαστα  τεμαχίων  και  τά  τυχόν  λείποντα  μέρη.  Τά  δέ  προς 
συμπλήρωσιν  απαιτούμενα  ταϋτα  μέρη  πρέπει  βεβαίως  νά  κατασκευ- 
ασθώσιν  έκ  τοΰ  αύτοΰ  φαιού  εγχωρίου  λίθου,  έξ  ου  είνε  είργασμενος 
και  ό  αρχαίος  λέων  .  "Οταν  δε  στ*)θη  έπΐ  του  υψηλού  στυλοβάτου  έκ 
πώρινου  λίθου ,  όςτις  διεσώθη  ,  ώς  έδειξαν  α'ι  τελευταΐον  γενόμεναι 
ανασκαφαϊ,  ό  λίθινος  ούτος  λέων,  δεν  θά  εχωσι  πλέον  οί  ξένοι  τό 
δικαίωμα  νά  ύβρίζωσιν  ήμας  ώς  άμελοΰντας  τό  προς  την  άτυχη  έκεί- 
νην  δόςαν  τοΰ  πίπτοντος  ελληνισμού  θλιβερόν  ημών  καθήκον. 

Ώς  δ'  αποδεικνύεται  εκ  τών  κατά  τό  1842  εργασιών  τοΰ  δΪ6§θ1 
και  έκ  τών  τώ  1879  γενομένων  ανασκαφών,  ό  λέων  έκάθητο  έπϊ  τών 
οπισθίων  ποδών,  έ'χων  την  ούράν  εν  μέσω  τών  δύο  σκελών,  τελευτώ- 
σαν  εις  την  ΰπό  τών  αρχαίων  φυσιοδιφών  όνομαζομένην  άλκαίαν, 
τό  κέντρον  δήλα  δη  εκείνο,  δι'  ού  έλέγετο  ό  λέων  αυτός  εαυτόν  παρ- 
οξύνων  άλλ'  ή  στάσις  της  ουράς  όπωςδήποτε  φαίνεται  δεικνύουσα, 
δτι  ό  τεχνίτης  δεν  ένοει  να  πκραστήση  τον  λέοντα  =  ν  θυμώ.  *Ητο 
λέων  πάντοτε,  άλλα  τις  μόλις  βουλωμένος  και  ύποστέλλων  την  ορ- 
γήν  έ'νεκά  τινο;   βίας  ύπερτέρας,  ώς  εΐπομεν  ανωτέρω.   Μετά  τοΰ  πω- 


—  299  — 

ρίνου  υποβάθρου  εξικνείται  ό  λέων  της  Χαιρώνειας  εις  ΰψος  δέκα  η  έν- 
δεκα μέτρων,  ώςτε  ήτο  αληθώς  επιβλητικός  και  αντάξιος  του  άπο- 
σβεσθέντος  μεγαλείου  της  ίδρυσάσης  πόλεως.  Ή  κεφαλή  του  ζώου, 
ήτις  έλκει  μόνη  αύτη  βάρος  εξακοσίων  περίπου  οκάδων,  εχβι  άνάμι- 
κτον  εκφρασιν  γλυκύτητος  και  μελαγχολίας.  Το  δλον  δε  σώμα,  όταν 
άνεγερθη,  θα  παρίσταται  ως  εύρυθμον  και  ώραϊον  σώμα  κολοσσιαίου 
λέοντος  επαξίως  φρουροϋντος  τους  περιφανείς  νεκρούς.  Εΰχομεθα  και 
έλπίζομεν,  δτι  ή  Αρχαιολογική  εταιρεία  ταχέως  Οχ  συντέλεση  τό 
έργον  ου  ηρξατο  έπ'  άγαθώ-  ώςτε  καθίσταται  περιττόν,  τό  γε  νυν 
έχον,  νά  εκταθώμεν  δια  μακρών  έκθέτοντες  τα  πορίσματα  τών  πρώ- 
των ερευνών  και  εργασιών,  άτινα  δύνανται  να  έπανορθωθώσι  τυχόν 
δια  δευτέρων  σοφωτέρων  φροντίδων  1. 


'    Ώς  γνωατόν,  τό  έργον    της   άνορθώσεως,  πολλάκις  άναβληθέν,  συνετελέσθη  τε'λος 
τώ  1904  διά  του  γλύπτου  κ.  Λαζάρου  Σαν/ ου. 


ΦΙΛΟΠΟΙΜΗΝ  Ο  ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΙΤΗΣ  * 


Δεν  πρόκειται  να  βιογραφήσω  ένταΰθα  τον  Φιλοποίμενα,  Ούτε  τα 
στενά  όρια  τοΰ  επιμεμετρημένου  μοι  χώρου  επιτρέπουσι  το  τοιούτον, 
ούτε  δικαιούμαι  εν  'Αρκαδικώ  ήμερολογίω  γράφων  να  υποθέσω,  δτι 
υπάρχει  λόγιος  Αρκάς  άγνοών  τα  κατά  τον  ενδοξον  εκείνον  γόνον  της 
Αρκαδίας.  "Αλλως  ο  ό  αναγνώστης  δύναται  να  μάθη  δια  μακρών 
τα  κατά  τον  υίόν  του  Κραύγιδος  εκ  τοΰ  βίου  αΰτοΰ,  ον  μβτά  πολ- 
λής   συμπαθείας    εγραψεν    ό    Χαιρωνεύς    Πλούταρχος. 

Άλλ  έν  τούτοις  δεν  δύναμαι  νάντιπαρέλθω  άδιαφόρως  το  άξιον 
ίδιας  μνείας  γεγονός  της  καταγωγής  τοΰ  Φιλοποίμενος  εκ  της  Μεγά- 
λης πόλεως.  Τό  κτίσμα  τοΰτο  τοΰ  Έπαμεινώνδου  επέχει  ιδίαν  θέσιν 
έν  τ9)  ιστορία  της  αχαϊκής  συμπολιτείας. 

Η  Μεγάλη  πόλις  εινε  γενε'τειρα  ονομαστών  στρατηγών  αΰτης.  Ό 
Φιλοποίμην,  ό  Λυκόρτας,  ό  Δίαιος  είνε  Μεγαλοπολϊται.  Τις  οίδε  δε, 
μη  και  αυτόν  τον  μέγαν  υίόν  τοΰ  Λυκόρτα,  τον  Πολύβιον,  ηθελον 
αναδείξει  στρατηγόν  οι  Αχαιοί,  άφ'  ου  άλλως  έκριναν  αυτόν  άξιον  να 
καταλάοη  μίαν  τών  μεγίστων  αρχών  της  συμπολιτείας,  την  του  ιπ- 
πάρχου, αν  η  εσωτερική  διχοστασία  τών  Αχαιών  δέν  παρέδιδε  και 
τον  Πολύβιον  εις  τους  'Ρωμαίους  μετά  τών  πολυθρύλητων  εκείνων 
όμηρων,  ων  οί  πλείστοι  εϊμαρτο  νά  έκλίπωσιν  ύπό  τών  ταλαιπωριών 
της  μακράς  έν    Ιταλία  εξορίας. 

"Εκαστος  τών  μεγάλων  εκείνων  Μεγαλοπολιτών  στρατηγών  θά  ήτο 
άξιος  ιδίου  χαρακτηρισμού,  ούδ  αΰτοΰ  τοΰ  Διαίου  εξαιρουμένου, 
όςτις  έλιποψύχησε  μεν  την  τελευταίαν  ώραν,  άνάνδρως  φυγών  μετά 
την  μάχην  της  Λευκοπέτρας,  καθ'  ην  ανεδείχθη  νικητής  ό  Μόμμιος, 
και  δειλώς  αύτοκτονήσας  έν  τη  γενέτειρα,  άλλα  δέν  δύναται  όμως  νά 
κατηγορηθη  ώς  προδότης,  καθ'  ά  άλλοι  τών  "Αχαιών.  'Αλλ  ας  άρ- 
κεσθώμεν  εις  ολίγας  λέξεις  περί  τοΰ  Φιλοποίμενος,  δν  οί  αρχαίοι  έκά- 
λεσαν  έσχατο  ν  τών   "Αχαιών. 

Ποΰ  έγκειται  ή  σημασία  τοΰ  Μεγαλοπολίτου  στρατηγοΰ ;  Ό  μεν 
"Αρατος  υπήρξε  κυρίως  ειπείν  ό  δημιουργοί  της  αχαϊκής  συμπολιτείας 

*  Έδημοσιεύθη  τό  πρώτον  έν  τη  τοΰ  Τάκη  Κανδηλώρου  Άρκαδικί)  έπετηρίδι  τοΰ 
1903  α.  56  χ.  ε. 


—  301   — 

6  εκ  μικράς  το  πρώτον  συμμαχίας  τοπικον  έχούσης  χαρακτήρα  άνυ- 
ψώσας  αυτήν  εις  την  παμπελοποννησιακήν,  δός  δ'  ειπείν  και  σνεδόν 
πανελλήνιον  περιωπήν.  ην  προςέλαβεν  έν  τοις  ετνάτο'-ς  /ρόνοις  της 
ελληνικής  αυτονομίας.  Ό  δέ  Φιλοποίμην  είνε  ό  άναδημιουργός  αυτής. 
Συνίστατο  δ'  ή  άναδημιούργησις  αύτη  εις  την  είςαγωγήν  νέων  όπλων 
και  την  μετ'  αυτής  συνδεομένην  τακτικήν  άναδιοργάνωσιν  της  στρα- 
τιάς των   Άγαιών. 

Οί  λεπτοί  θυρεοί  των  προτέρων  χρόνων  και  τα  μικρά  δόρατ'  άντι- 
κατεστάθησαν  δια  μεγάλων  ασπίδων  και  μακρών  σαρισών  συνεπλή- 
ρωσε  δε  τον  όπλισμόν  το  κράνος,  ό  θώραξ  και  ή  περικνημίς.  Ούτω 
δ'  οί  Άναιοί  άπό  εύπετών  ψιλών,  μόνον  δια  προςβολών  πόρρωθεν 
δυναμένων  νά  μάγωνται  τελεςφόρως,  μετεβλήθησαν  εις  βαρείς  όπλί- 
τας  άντένοντας  γενναίως  εις  τάς  εκ  του  συστάδην  μάχας,  έν  οίς  ήγω- 
νίζοντο  δχι  πλέον  κατά  φάλαγγας  άσυνασπίστους  ώς  πρότερον,  άλλα 
κατά  σπείρας  συντεταγμένας  κατά  τον  μακεδονικον  τρόπον.  Το  δε 
κυριώτατον  τής  τοιαύτης  στρατιωτικής  αναδιοργανώσεως  αποτέλεσμα 
ύπήρξεν  ή  άναθάρρησις  του  φρονήματος  και  το  φιλοπόλεμον  πνεύμα 
το  έμφυσηθέν  εις  τάς  πόλεις  τάς  μετέχουσας  τής  συμπολιτείας.  Ή 
Έλλας  έφάνη  άναγεννωμένη,  έν  τοϊς  έργαστηρίοις  άνελύοντο  αρχαία 
κειμήλια  μεταβαλλόμενα  εις  κόσμον  όπλων,  και  ένρυσουντο  θώρακες 
και  κατηργυροϋντο  θυρεοί  και  χαλινοί,  και  τά  στάδια  έπλήσθησαν 
πώλων  δαμαζομενων  και  νεανίσκων  όπλομα^ούντων,  καϊ  αϊ  γυναίκες 
έκράτουν  έν  ταϊς  χ_βρσί  κράνη  καϊ  έ'βαπτον  πτερά  και  διήνθιζον  χι- 
τώνας ιππέων  καϊ  χλαμύδας  στρατιωτικάς. 

Άλλα  το  ατύχημα  του  Φιλοποίμενος,  του  μεγάλου  εκείνου  στρχ- 
τιωτικου  άναμορφωτοϋ  καϊ  γενναίου  στρατιώτου ,  ύπήρξεν ,  ότι  δεν 
έπεφυλάσσετο  εις  αΰτον  νάντιμετρηθή  προς  τους  ρωμαϊκούς  λεγεώνας, 
οΐτινες  έ'μελλον  μετ'  ολίγας  δεκαετηρίδας  νά  δουλώσωσι  την  έλληνικήν 
πατρίδα.  Άνδρεϊον  τής  Αρκαδίας  τέκνον  έσωσε  τους  Μεγαλοπολί- 
τας,  έξοικϊσας  αυτούς  αισίως  εις  την  Μεσσήνην  τω  222  π.  Χ.,  ότε 
ό  βασιλεύς  τής  Σπάρτης  Κλεομένης  Γ'  έπέδραμε  την  γενέτειραν,  καϊ 
μετ'  οΰ  πο>ύ  ήγωνίζετο  γενναίως  εναντίον  του  Κλεομένους  καϊ  έτραυ- 
ματιζετο  έν  τή  μάχη  εκείνη,  τής  Σελλασίας,  καθ  ην  άνεδεικνύετο  νι- 
κηφόρος ό  σύμμαχος  του  Φιλοποίμενος  βασιλεύς  τής  Μακεδονίας  Αν- 
τίγονος ό  Δώσων.  Τών  άνδραγαθιών  δ    αΰτου  καρπός  ύπήρξεν  ή  μετ' 


—  302  — 

ολίγα  ετη  άνάδειζις  αύτοΰ  το  μεν  πρώτον  ώς  Ιππάρχου,  είτα  δε  τω 
207  π.  Χ.  ώς  στρατηγού  των  Αχαιών.  Άλλα  και  ώς  στρατηγός 
της  αχαϊκής  συμπολιτείας  άναδιοργανόνων  και  άνυψόνων  αυτήν  μά- 
χεται κατά  των  Σπαρτιατών,  νικ^  αΰτοΰς  τω  206  π.  Χ.  έν  Μαντι- 
νεία και  αναγκάζει  μετά  τίνα  έ'τη  να  προςχωρήσωσιν  εις  την  άχαϊκήν 
συμπολιτείαν.  Οΰτως  οί  άπ'  αιώνων  άσπονδοι  εχθροί,  οί  Μεσσήνιοι 
και  οί  Σπαρτιάται.  εΰρίσκοντο  κατηναγκασμένοι  να  συμμάχωνται  ώς 
μέλη  της  αυτής  συμπολιτείας.  Άλλα  τοΰτο  δεν  ήδύνατο  να  διαρκέση 
επί  μακρόν.  Διό  βλέπομεν  τέλος  άφισταμένους  τω  184  π.  Χ.  τους 
Μεσσηνίους.  Θε'λων  δε  ό  Φιλοποίμην  νά  καθυπαγάγη  αύτοΰς  και  πά- 
λιν ιίς  την  προτεραν  συμμετοχήν  εις  την  συμμαχίαν  ήτύχησε  συλλη- 
φθείς, και  ήναγκάσθη  ό  έβδομηκοντούτης  γε'ρων  να  πίη  έν  τώ  κατα- 
γείω  Θησαυρώ.  έν  ω  καθείρχθη,  το  κώνειον  το  σταλέν  εις  αυτόν  υπό 
τοϋ  στρατηγού  τών  Μεσσηνίων  Δεινοκράτους. 

Ή  κηδεία  του  μεγάλου  στρατηγού,  ην  έτέλεσε  μετά  τινας  μήνας  ό 
έν  τη  στρατηγία  της  αχαϊκής  συμπολιτείας  διάδοχος  του  Φιλοποίμε- 
νος Λυκόρτας  και  ην  γραφικώτατα  διηγείται  ό  Πλούταρχος,  έδειξε 
την  προς  τον  νεκρόν  άγάπην  και  τόν  σεβασμόν  τών  Πελοποννησίων. 
Ή  άπό  της  Μεσσήνης  εις  την  Μεγάλην  πάλιν  νεκρώσιμος  πορεία  της 
υδρίας,  ην  κατάφορτον  υπό  ταινιών  και  στεφάνων  έβάσταζεν  ό  νεα- 
ρός Πολύβιος  έ'χων  περί  εαυτόν  τους  πρώτους  τών  Αχαιών,  έδείκνυε 
τό  μέγεθος  της  απώλειας. 

Ή  Πελοπόννησος  ίίχίν  αποβάλει  αληθώς  τό  κυριώτατον  τών  στη- 
ριγμάτων και  ή  Ελλάς  εν  τών  γενναιότατων  αυτής  τέκνων.  Είνε 
κρίμα  πράγματι,  ότι  τοσαύτη  γενναιότης  έξηντλήθη  αγωνιζομένη  έν 
Πελοπόννησο)  και,  έν  ώραις  αργίας  τών  όπλων  έν  αύτη,  έν  Κρήτη 
καθ'  Ελλήνων  και  ότι  ό  άναμορφωτής  της  αχαϊκής  συμπολιτείας  δεν 
έ'ζη  πλέον,  ότ'  εστράφησαν  κατά  της  Ελλάδος  αί  αίχμαί  της  'Ρώμης. 

Πατριώται  ώς  ό  Λυκόρτας,  στρατηγοί  φιλοπάτριδες  ώς  ό  Δίαιος 
δέν  ήδυνήθησαν  νάναχαιτίσωσι  την  έπιδρομήν  της  νέας  τοϋ  κόσμου 
κυριάρχου,  καϊ  υπό  ταύτην  την  έ'ποψιν  ό  Φιλοποίμην  υπήρξε  πρά- 
γματι ό  έσχατος  τών  Ελλήνων,  καθ'  α  έπωνόμασαν  αυτόν  οί  νικη- 
ταί  οί  έζαπλοϋντες  πλέον  τους  ρωμαϊκούς  αετούς  άνά  την  δεδουλω- 
μένην  Ελλάδα. 


Η  ΑΛΕΞΑΝΔΡΙΝΗ    ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ    ΕΝ    ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ  * 


Α' 

Ορό  τριών  ετών  καί  ύπερέκεινα  εϊχον  εκθέσει  έπ'  άλλη  ευκαιρία 
τα  κατά  την  ΐδρυσιν  καϊ  ίπέκτασιν  τών  εργατιών  του  Ε^νρΙ  Εχρίο- 
Γ3ΐΐθΠ  Ευη(3,  τη;  αγγλικής  εκείνης  αρχαιολογικής  εταιρείας,  ήτις 
έθεώρησε  πρέπον  να  μή  περιορίζωνται  αί  έν  Αίγύπτω  άρχαιολογικαί 
ερευναι  εις  μόνους  τους  χρόνους  τών  Φαραώ,  άλλα  νά  έπεκτείνωνται 
και  εις  τάς  ημέρας  τής  κυριαρχίας  τών  Πτολεμαίων  και  τών  'Ρω- 
μαίων  1.  Αληθώς  συνέβαινε  μέχρι  προ  τίνος  ολίγου  χρόνου  έν  Αίγύ- 
πτω ΰπό  άρχαιολογικήν  εποψιν  ό  τι  παρ'  ήμΐν.  Ώς  ή  ελληνική  αρ- 
χαιολογική υπηρεσία  και  έρευνα  περιωρίζοντο  μέχρι  προ  ολίγων  ετών 
καθ'  ολοκληρίαν  εις  τήν  λαμπράν  τέχνν.ν  και  τά  μεγάλα  μνημεία  τών 
έκκρίτων  χρόνων  τής  ακμής,  ή  δε  βυζαντιακή  τέχνη  παρημελεϊτο  τε- 
λείως, ούτω  και  έν  Αίγύπτω  τήν  προςοχήν  τών  αρχαιολόγων  είλκυον 
μάλιστα  τά  μνημεία  τών  έπιχωρίων  δυναστειών.  Ή  αιγυπτιακή  αρ- 
χαιολογία ήτο  ούτως  ειπείν  αρχαιολογία  τής  Μέμφεως  και  τών  Θη- 
βών, σχεδόν  δε  ουδαμώς  ύπήρχεν  αρχαιολογία  τών  κατόπιν  χρόνων 
άπό  τής  έν  Αίγύπτω  εγκαθιδρύσεως  τών  Λαγιδών  μέχρι  τής  υπό  τών 
Αράβων   καθυποτάξεως  τής  χώρας. 

Μάτην  ήδη  τελευτώντος  τοϋ  παρελθόντος  αιώνος  απεκαλύφθη  έν 
Βθδ6ΐΙβ  κατά  τήν  εις  Αϊγυπτον  στρατείαν  τοϋ  Ναπολέοντος  ή  περιώ- 
νυμος δίγλωσσος  εκείνη  επιγραφή  ή  δοϋσα  άφορμήν  εις  τον  (ϋ Ιΐ3.ΐΠ- 
ροΙΙΪΟΠ,  όπως  εύρη  τήν  κλείδα  τής  αναγνώσεως  τών  τέως  άδια- 
γνώστων  ιερογλυφικών.   Μάτην  τά  μουσεία  τοϋ  όλλανδικοϋ  Λουγάου- 

*  Έδημ,οσίίύθη  το  πρώτον  έν  τί|  Εθνική  *ΥωΤΪί  *Βτ•  Γ"  (1900)  σ.  49  χ.  £.,  66 
χ.  έ.,  83  χ.  έ. 

1  νΙδε  το  άρθρον  ΈλληνορρωμαϊκαΊ  ερευναι  έν  Αίγύπτω  έν  τοΐς  έμ.οΐς  Λόγοις  χαί 
ϊίρθρβις  σ.  454  χ.  έ. 


—  304  — 

νου,  του  Ταυρίνου.  του  Βερολίνου,  του  Λονδίνου,  των  Παρισίων  έ'σχον 
την  εύκαιρίαν  νά  συμπεριλάβωσιν  εις  τάς  αίγυπτιακάς  αυτών  συλλο- 
γάς  εξαίρετους  ελληνικούς  παπύρους  περιέχοντας  πτολεμαϊκά  έγγρα- 
φα, έξ  ών  ό  ί,ββιτίδηηδ,  ό  Ρβ^ΐ'οη,  ό  ί,βίΓοηηβ,  ό  1^ιιπιΙ>γο80,  ό 
Κθ1)ίθΙΐ,  ό  Μη1ι&^  και  άλλοι  ήδυνήθησαν  νάναπλάσωσι  κατά  μέ- 
ρος την  περίεργον  εικόνα  του  ιδιωτικού  και  δημοσίου  βίου  εν  Αΐγύ- 
πτω έπί  των  Πτολεμαίων.  Μάτην  άπό  της  τρίτης  και  τετάρτης  μά- 
λιστα δεκάδος  του  καθ  ήμας  αιώνος  ήρχισαν  γενόμεναι  αί  ανακαλύ- 
ψεις έκειναι  παπύρων  περιεχόντων  κείμενα  Ελλήνων  συγγραφέων, 
εν  οις  και  ανέκδοτα  έ'ργα,  ών  μάλιστα  εξαίρετα  έν  έκείνοις  ήδη  τοις 
χρόνοις  τά  του   Υπερείδου. 

Δια  πασών  τούτων  τών  ανακαλύψεων  άπεδεικνύετο  προφανώς  ή 
σημασία  της  έλληνιζούσης  Αιγύπτου,  και  ήνοίγοντο  νέοι  ιστορικοί 
και  αρχαιολογικοί  ορίζοντες.  Άλλ'  ουδέ  καν  εξ  ευγνωμοσύνης  προς 
τά  τοιαύτα  υπέροχα  ευρήματα  είλκύσθη  ή  προςοχή  τών  επιστημόνων 
προς  συστηματικήν  ερευναν  τών  κατά  την  Αϊγυπτον  τών  Λαγιδών  και 
τών  "Ρωμαίων,  και  όλως  σποράδες  υπήρξαν  επί  μακρόν  χρόνον  και 
μέχρις  έπ'  εσχάτων  οι  έρευνηταί  οί  μη  θεωρούντες  την  Αϊγυπτον  μό- 
νον ώς  χώραν  τών  πυραμίδων  και  τών  οβελίσκων,  τών  μομμιών  και 
τών  σκαραβαίων. 

Νέαν  δε  τροπήν  τών  κατά  τήν  Αϊγυπτον  δυνάμεθα  νά  εϊπωμεν  ότι 
έδωκαν  δύο  τινά,  πρώτον  μεν  αί  άνασκαφαί  της  Ναυκράτεως,  δεύτε- 
ρον δε  αί  κατά  τά  τελευταία  έτη  μεγάλαι  ανακαλύψεις  ανεκδότων 
ελληνικών  κειμένων  έπί  παπύρων.  Και  αί  μεν  ανακαλύψεις  αϊ  υπό 
τών  περί  τον  ΡβΙΠβ  και  6εΐΓ(ΙηβΓ  Άγγλων  αρχαιολόγων  γενόμεναι 
προ  δεκαπενταετίας  περίπου  έν  Ναυκράτει  έδειξαν,  ότι  άςία  πλείστου 
όσου  λόγου  ήτο  έν  Αΐγύπτω  πλην  τής  έρεύνης  του  πανάρχαιου  έπι- 
χωρίου  πολιτισμού  ή  μελέτη  τών  ελληνικών  εκείνων  εγκαταστάσεων 
τών  χρόνων  τών  φιλελλήνων  Ψαμμιτινιδών,  ών  ή  Ναύκρατις,  το  κέν- 
τρον  του  έν  Αΐγύπτω  ιωνικού  εμπορίου,  δύναται  νά  θεωρηθή  ή  φαει- 
νότατη άντιπρόςωπος,  οιονεί  πρόδρομος  τις  τής  "Αλεξανδρείας.  Ή 
δ'  έκ  τών  νεκροπόλεων  και  βιβλιοθηκών  τής  Κροκοδειλοπόλεως,  τής 
Όξυρύγχου  και  άλλων  άγνωστων  τόπων  άνακάλυψις  κειμένων ,  οία 
ή  Αθηναίων  πολιτεία  του  "Αριστοτέλους,  οί  μιμίαμβοι  του  Ήρών- 
δου,  αί  ωδαί  του  Βακχυλίδου,  νέα  αποσπάσματα  τής  Σαπφούς,  του 


—  305  — 

"Αλκμάνος,  του  Εύριπίδου.  έστερέωσε  και  προήγαγε  την  πεποίθησιν 
περί  τοΰ  -ν  τη  έλληνιζούση  Αΐγύπτω  των  διαδό/ων  και  επιγόνων  του 
μεγάλου  Αλεξάνδρου  ακμαίου  πνευματικού  βίου.  όςτις  άπε'πνεεν  δλον 
το  άρωμα  των  άρναίων  έκκρίτων   χρόνων. 

Πράγματι  πολΰ  προ  τοΰ  μεσαιωνικού  Βυζαντίου  η  Αίγυπτος  προς 
τω  βασιλείω  τοΰ  Περγάμου  απέβη  ό  θεματοφύλαξ  της  πνευματικής 
και  καλλιτεχνικής  κινήσεως  της  άρναίας  Ελλάδος,  ουδέ  δύνανται  νά 
έννοηθώσιν  ή  Ακρόπολις  τοΰ  Περικλέους  και  τό  θέατρον  τοΰ  Διονύ- 
σου και  ή  "Ολυμπία  και  οί  Δελφοί  άνευ  των  έν  Περγάμω  κτιρίων 
των  Άτταλικών  και  των  ίν  τω  Μουσείω  και  τή  Βιβλιοθήκη  της 
Αλεξανδρείας  μελετών  των  Αλεξανδρινών.  Και  έν  τούτοις  τό  μέγα 
εκείνο  κέντρον  τοΰ  έλληνισμοΰ  μετά  τάς  Αθήνας,  ή  ευρεία  πολις,  ην 
ύπό  τους  άριστους  τών  οιωνών  εκτισεν  ό  μέγας  υιός  τοΰ  Φιλίππου,  ή 
έ'μμουσος  εστία  τών  βιβλιοθηκάριων  και  τών  ερευνητών,  ην  προήσπι- 
ζεν  ή  κραταιά  χειρ  τών  έκγόνων  Πτολεμαίου  τοΰ  Σωτήρος,  ή  με- 
γάλη Αλεξάνδρεια  δεν  εί^εν  έρευνηθή  επαρκώς.  Ή  τοπογραφία  αυ- 
τής ήτο  μέχρι  προ  ολίγων  δεκαετηρίδων  εντελώς  άγνωστος.  Έν  τη 
ορμή,  μεθ'  ης  περικαλλής  ύψοΰτο  ή  νέα  πόλις  τών  χεδιβών  και 
έστρώννυντο  νέαι  όδοϊ  και  ήνοίγοντο  νίαι  πλατεϊαι,  έλησμονεΐτο  ή 
άναζήτησις  τών  ερειπίων   τής   αρχαίας  και   ό    καθορισμός   τών  χώρων 

ιώΐ  ΑΙβχαηάπΕ  Γιιίί.. 

Ένταΰθα  δεν  πρέπει  νά  λησμονήσωμεν  τάς  υπηρεσίας,  άς  έν  τοις 
τελευταίοις  χρόνοις  παρέσχον  εις  τήν  τοπογραφικήν  έζέτασιν  τής  Άλι- 
ξανδρείας  δύο  άνδρες,  ους  δυνάμεθα  να  καλεσωμεν  τους  ιδρυτές  τοΰ 
τοιούτου  κλάδου  τών  αρχαιολογικών  μελετών.  Είνε  οέ  πρώτος  μεν  ό 
Αιγύπτιος  αρχιτέκτων  Μαχμούδ  έλ  Φαλαίκ,  δςτις  τήν  έ'κτην  τοΰ  δε- 
κάτου ενάτου  αιώνος  δεκάδα  έν  μέσω  τών  χάριν  τής  νέας'Αλεξανδρείας 
μεγάλων  αύτοΰ  έργων  δεν  έλησμόνησε  τήν  άρχαίαν,  περί  ης  έγραψε 
γαλλιστί  ιδίαν  συγγραφήν  ( 1>'  αηΐί^αβ  Αΐβχαηίΐπβ ).  Το  ΰπ'  αύτοΰ 
διαγραφέν  συγκριτικόν  σχεδιον  τής  αρχαίας  Αλεξανδρείας,  τών  οδών 
αυτής  και  τών  στοών,  ύπήρξεν  έπϊ  μακρόν  τό  μόνον  ,  ου  χρήσιν  έποιή- 
σατο  και  αυτός  ό  ΚΐβρβΓΐ,  ΐδί$  αυτό  έκδούς  τω  1872.  Ό  δ'  έτερος 
τών  άσχοληθέντων  περί  τήν  τοπογραφίαν  και  έπιγραφικήν  τής  αρχαίας 
Αλεξανδρείας  ύπήρξεν  ό  Αθηναίος  ιατρός  Τάσος  Νεροΰτσος  βέης ,  ό 
έπί   μακρά    έτη    μέχρι    βαθεος    γήρατος    ζήσας    έν  '  Αλεξάνδρεια    καϊ 

ΕΙ1ΓΡ.    II.    ΛΑΜΠΡΟΙ•,   ΜΙΚΪΑ1    ΕΕΛΙΔΕΕ.  ^ 


—  306  — 

μετά  της  αυτής  στοργής,  μεθ'ής  εξιστόρησε  τα  κατά  την  μεσαιωνι- 
κήν  έκκλησίαν  των  Αθηνών  έν  τω  Δελτίω  της  Ιστορικής  και  εθνο- 
λογικής εταιρείας  ένδιατρίψας  περί  τά  τής  τοπογραφίας  του  κτί- 
σματος του  μεγάλου  Αλεξάνδρου  έν  τη  συγγραφή  αύτοΟ  ί,'  αηοϊβηηθ 

Αΐβχαηάπβ. 

Τοιαύτα  προηγούμενα  προαπητοΰντο  ,  όπως  γείνη  άρχη  συστημα- 
τικής και  επιστημονικής  έξερευνήσεως  των  κατά  την  άρχαίαν  Άλε- 
ξάνδρειαν.  "Έπρεπε  νά  εΰρεθώσιν  άνδρες  έπιλαμβανόμενοι  των  τοιού- 
των ερευνών  μετά  ζήλου  αδιάπτωτου,  χορηγοί  μη  φειδόμενοι  χρήμα- 
τος ποός  ύποστήριζιν  τών  τοιούτων  έργων.  "Επρεπε  νά  περισυλλε- 
νθώσι  τά  νύδην  ευρισκόμενα  λείψανα  τών  πτολεμαϊχών  και  ρωμαϊκών 
χρόνων,  νά  γείνη  εναρξις  τής  μελέτης  αυτών,  καταγραφής  και  εκ- 
δόσεως, νά  έπιχειρηθώσιν  άνασκαφαί,  νάνασκευασθώσι  πεπλανημέναι 
δόξαι,  νά  ίδρυθώσι  μουσεία,  νά  δημοσιεύωνται  είδικαί  συγγραφαί  και 
δελτία,  νά  δημιουργηθή  τέλος,  τοΰθ'  όπερ  έλειπε  πρότερον,  αλεξανδρινή 
αρχαιολογία. 

Τό  αληθώς  τεράστιον  τοΰτο  κατόρθωμα  ΰπήρξεν  έργον  ολίγων  ετών 
και  δημιούργημα  του  ακαταπόνητου  ζήλου  και  τής  σιδηράς  θελήσεως 
ενός  μάλιστα  ανδρός,  τοϋ  όιδάκτορος  κ.  Ιωσήφ  Βόττη,  Ιταλού  την 
καταγωγήν,  δςτις  έν  τ9)  νέα  αυτού  πατρίδι,  τή  Αϊγύπτω,  εύρεν  ή 
μάλλον  έπλασε  στάδιον  εύρύτατον  ιδίας  αρχαιολογικής  ενεργείας. "Εχων 
ήλικίαν  μεταξύ  τεσσαράκοντα  πέντε  και  πεντήκοντα  ετών,  ουδαμώς 
φαίνεται  καμφθείς  υπό  τό  βάρος  τών  ποικίλων  και  βαρέων  έργων, 
άτινα  έ'χει  αναλάβει  και  έ'χει  την  θέλησιν  νάγάγη  εις  αϊσιον  πέρας. 
Αί  δυςκολίαι  δεν  φαίνονται  άποθαρρύνουσαι  αΰτον ,  ή  ανεπάρκεια 
τών  πόρων  δεν  τον  πτοεϊ'  είνε  τών  άνδοών  εκείνων,  οϊτινες,  ε/οντες 
τό  δικαίωμα  νά  έπιτάξωσιν ,  αρκούνται  είς  τήν  παράκλησιν,  και, 
στέργοντες  τά  ενόντα,  προςπαθούσι  νά  δημιουργήσωσι  και  έπιτύχωσι 
διά  τής  πειθούς  οσα  άλλος  τις  θά  κατέστρεφε  δια  τής  υπεροψίας. 
Είνε  μετριόφρων  έν  μικρώ  δημιουργός  μεγάλων,  άξιος  πάσης  τιμής 
και  πάσης  υποστηρίξεως  έν  τω  έργω  όπερ  ανέλαβε  και  εκτελεί  δχι 
μόνον  εΰσυνειδήτως,  αλλά  και  μετ'  έθελοθυσίας  έξεγειρούσης  τόν  σε- 
βαμόν  άμα  και  τόν  θαυμασμόν. 

Είχον  τήν  εύτυχίαν  νά  γνωρίσω  τόν  κ.  Βόττην  έν  'Ρώμη  ως  συνά- 
δελφον  έν  τψ  συνεδρίω  τών  Άνατολιστών  και  γραμματέα  έν  τψ  τμη- 


—  307  — 

μάτι  της  Ελλάδος  και   της  Ανατολής,  ου   της  προεδρείας   ήξιώθην, 
συμπροέδρους  έχων  έν  άλλοις  τον  ΚΓϋΠίβ&οΙίβΓ  κα:  τον  Στρυγόφσκην. 
Αυτός  ο  τρόπος  καθ'  ον  επετέλει  τα  έ'ργα  του  γραμματέως  μετά  τοϋ 
συγγραμματέως  αυτού    κ.   Δάντη  Βαλλιε'ρη,   διευθυντού   του    Εθνικού 
αρχαιολογικού    μουσείου    των    οιοκλητιανείων    θερμών,    έδείκνυε    τον 
άνδρα  της   εργασίας   και    του    καθήκοντος.   Μόνον    έν    ταϊς  ώραις  των 
ιδίων  εαυτού   ανακοινώσεων  η  της  αυτοψίας  έπιδεικνυομένων  πινάκων 
υναμαι  να  ειπώ,   Οτι  ειοον  αυτόν  συμμετέχοντα    της  εν  τω  τμηαατι 
πολλάκις  ζωηράς  κινήσεως.   Άλλως  ή  κεφαλή  αύτοΰ,   ην  έκάλυπτε  το 
υπό  της  μακράς  έν  Αίγύπτω  υπηρεσίας  επιβληθέν  φεσιον,  ήτο  κεκλι- 
μένη  αενάως  επί   τοϋ  προ  αύτοΰ  χάρτου,  έφ'  ου    μετά   πολλής  ευχέ- 
ρειας συνέτασσε   γαλλιστΐ   τά   πρακτικά,   παρακολουθών   τάς   έπιστη- 
μονικάς   ανακοινώσεις   της  ημέρας   και   συγκατατάσσων  μετά  του  επ' 
ίσης  ακαταπόνητου  συγγραμματέως  Βαλλιε'ρη    τάς  παρά  των   διαλε- 
γομένων  λαμβανομένας   επίτομους   περιλήψεις  των  ύπ'  αυτών  ανακοι- 
νωθέντων. Ήτο  έπϊ  τοσούτον  έκδοτος  εις  το  άνατεθειμένον  αύτω  έ'ρ- 
γον,  ώςτε  το  υπό  του  ανατολικού  ηλίου  κεκαυμένον  αύτοΰ  πρόςωπον 
εφαίνετο    απαθές   προς  τά  πέρις  τελούμενα.  Και    όμως    ό  έπιτελέσας 
μετριοφρόνως  τά  καθήκοντα  γραμματέως  συν  τω  συναοέλφω  έπιφανεϊ 
Ίταλψ  άρχαιολόγω  μετά  τοϋ  θαυμαστού  εκείνου  ζήλου  τοϋ  προκαλέ- 
σαντος  την  δικαίαν  προς  αυτούς  έ'κφρασιν  των  ευχαριστιών  τοΰ  τμή- 
ματος  έπΐ    τη   προτάσει    τοΰ   κ.    ΚπΐίΙΐΐ33θ1ΐ6Γ   εφαίνετο  πυρούμενος 
υπό  ενθουσιασμού,  ότε  ώμίλει  περί  τών  έργων  αυτού  και  τών  ανακα- 
λύψεων, έδείκνυε  κατάφωρον   την    εΰγνωμοσύνην    προς  τους  προάγον- 
τας  τάς  άλεξανδρινάς   μελετάς,  έξεδήλου   φανεράν    την    όργήν  αυτού 
προς  πασαν  επ    αυταις  αοιαφοριαν,   εοεικνυετο  έχων    τον  φανατισμον 
πιστού  ή   μάλλον    ιερέως   ίδιας  λατρείας  και  άμα   τά  ιδεώδη   όνειρο- 
πόλου^ήδυπαθώς  θωπεύοντος  διά  της  φαντασίας  τάσπάσια  ε'ίδωλά  του. 
Τοιούτος   έν  ολίγοις  ό  δημιουργός  τοΰ  μουσείου  της   "Αλεξανδρείας, 
ό  νέος   αυτής  τοπογράφος,  ό  ιδρυτής  τοΰ  Δελτίου  της   αρχαιολογικής 
εταιρείας,  ό  όιά  της  σκαπάνης,  τοΰ  καλάμου  και  τοΰ  λόγου  προάγων 
τήν   άρχαιολογικήν  έπιστήμην    παρά  τά  λείψανα  τοΰ   αρχαίου  Φάρου 
και  τοΰ  κίονος  τοΰ  Θεοοοσίου  έν  τή  γή  τών  Πτολεμαίων. 

Τό  έργον  αύτοΰ  είνε  άζιον  νά  γνωσθή  και  παρ   ήμϊν,  παρ'  οίς  έλάν- 
θανε    μέχρι  τούδε   παντελώς  άγνωστον,  άς  εϊπωμεν    καθαρά  αιαν    πι- 


—  λ08  — 

κράν  άλήθειαν,  διά  δύο  μάλιστα  λόγους.  Πρώτον  μέν  διότι  πρόκειται 
πεοΐ  μελετών  αναφερομένων  εις  πόλιν  ου  μόνον  μεγάλων  ελληνικών 
άναυ.νήσεων  εν  τω  παρελθόντι,  άλλα  και  νυν  έτι  έλληνικωτάτην.  Δεύ- 
τερον δε  διότι  του  γενναίου  έργου,  έν  ω  πρωτοστατεί  ό  κ.  Βόττης, 
έμμεσοι  αρωγοί  και  συμμέτοχοι  εϊνε  φιλοπάτριδες  και  φιλόμουσοι  "Ελ- 
ληνες της  Αλεξανδρείας,  ων  το  όνομα,  άλλως  ό'ν  ννωστότατον  και 
παρ'  ημϊν,  χαίρομεν  μεταδίδοντες  εις  τους  άναγνώστας  της  Εθνικής 
"Αγωγής  και  ώς  συνδεόμενον  προς  την  προαγωγήν  τών  έν  Αλεξάν- 
δρεια αρχαιολογικών  μελετών. 

Β'. 

—  Βεβαίως  τυγχάνετε  έν  τω  έργω  υμών  γενναίας  υποστηρίξεως 
παρά  της  αιγυπτιακής  κυβερνήσεως;  Ήρώτησα  τον  κ.  Βόττην.  ότ' 
έκ  τών  ανακοινώσεων  αύτοΰ  έν  τω  ένδεκάτω  τμήματι  του  δωδεκάτου 
συνεδρίου  τών  Άνατολιστών,  έκ  της  αναγνώσεως  τών  παρ  αύτοΰ 
ύποβληΟεισών  συγγραφών  και  δημοσιεύσεων  και  έκ  τών  ιδίων  μετ'  αύ- 
τοΰ συνδιαλέξεων  απεκαλύφθη  πρό  έμοΰ  ή  συστηματική  αρχαιολογική 
εργασία  ή  τελούμενη  έν  Αλεξάνδρεια. 

—  Ελάχιστα,  άπήντησεν.  εϊνε  τά  οφειλόμενα  εις  τήν  κυβερνησιν. 
Ή  αρχαιολογική  εργασία  έν  Αίγύπτω  ή  αναφερομένη  εις  τους  αλε- 
ξανδρινούς και  ρωμαϊκούς  χρόνους  εϊνε  έργον  κατά  μέγα  μέρος  ίδιωτι- 
κόν,  θα  ήτο  δε  αδύνατος  άνευ  της  αρωγής  ην  κυρίως  παρέχουσιν  ή 
δημοτική  αρχή,  ό  αρχαιολογικός  σύλλογος  Αλεξανδρείας  και  το  Αθή- 
ναιον  Αλεξανδρείας. 

Αυτός  ό  δήμαρχος  Αλεξανδρείας,  Σακούρ  βέης,  Αιγύπτιος  εύπαί• 
δευτος  και  ρέκτης,  λαλών  άριστα  τήν  γαλλικήν.  παριστάμενο;  μετα- 
ξύ τών  συνέδρων,  έφαίνετο  αληθώς  ενδιαφερόμενος  τά  μέγιστα  περί 
τών  εργασιών  τοΰ  κ.  Βοττη  και  τών  τελουμένων  έν  Αλεξάνδρεια 
αλεξανδρινών  μελετών.  Άλλ'  ότε  δικαίως  άπένεμον  αύτώ  τόν  έπί  τψ 
ζήλω  αύτοΰ  όφειλόμενον  έπαινον  έν  τω  μαγευτικώ  Τίνοΐί,  όπερ  επέ- 
χει τήν  θέσιν  τοΰ  αρχαίου  ΤίΒαΓ,  κατά  τήν  ήμεραν  της  εις  αυτό  &/.- 
δοομής  τών  συνέδρων,  δεν  απεδέχθη  πλήρες  το  έγκώμιον. — "Ό/,1! 
μοϊ  είπεν  ουδέν  θά  έγίνετο  και  έτελεςφόρει  έν  Αλεξάνδρεια  και  ύπό 
άρχαιολογικήν  εποψιν   ώς   και   ύπό   π&σαν    άλλην   άνευ  ,τών  έγκριτων 


—   309  — 

εν  τη  πόλει  συμπολιτών  υμών,  οϊτινες  πολλαχώς  προάγουσιν  εν  αυτή 
το  έργον  του  πολιτισμού. 

Όμολογώ  δέ,  ότι  οί  λόγοι  ούτοι,  ών  την  ηχώ  άπέδιδον  οί  γείτο- 
νες θόλοι  του  ναοϋ  της  Σιβύλλης,  με  συνεκίνησαν  ου  μικρόν,  φαντα- 
ζόμενον  την  δράσιν  τών  φιλοπατρίδων  εκείνων  Ελλήνων  της  εν  Αλε- 
ξάνδρεια παροικίας  μακράν  της  ελληνικής  πατρίδος  έν  τη  /ώρα  τών 
Φαραώ. 

Αληθώς  δε  τα  εκτεθέντα  παρά  του  κ.  Βόττη  έν  τω  τμηματι  και 
αί  ύποβληθεΐσαι  ύπ'  αύτοΰ  δημοσιεύσεις  έπεισαν  πάντας,  ότι  άνευ 
της  δημοτικής  άρχης  Αλεξανδρείας  κα!  τών  δύο  εξ  Ελλήνων  κατά 
με'γα  με'ρος  συνισταμένων  σωματείων,  της  Αρχαιολογικής  εταιρείας 
και  του  Αθηναίου,  δεν  θα  ήτο  δυνατή  η  προαγωγή  τών  έν  Αλε- 
ξάνδρεια αρχαιολογικών  μελετών.  *Ητο  δέ  το  πράγμα  ούτω  καταφα- 
νές, ώςτε,  έκφέρων  μετά  την  άκρόασιν  τών  ανακοινώσεων  τοϋ  κ. 
Βόττη  άπό  τοΰ  προεδρείου  του  τμήματος  την  εύχήν,  όπως  τό  όλον 
συνέδοιον  έκφραση  τάς  θερμάς  αύτοΰ  ευχαριστίας  εις  την  δημοτικήν 
αρχήν  Άλεξανδοείας ,  την  Άρχαιολογικήν  εταιρείαν  και  τό  Αθή- 
ναιον επί  τή  προαγωγή  τών  αλεξανδρινών  ερευνών,  έγινόμην  απλώς 
ό  διεομηνεύς  τών  αισθημάτων  ύφ'  ών  κατείχοντο  πάντες  οί  αποτε- 
λούντες τό  τμήμα.  Όπόσον  δε  δίκαιαι  ήσαν  αί  εύχαριστίαι  αύται, 
απεδείχθη  έκ  της  ομόθυμου  παρά  της  γενικής  συνελεύσεως  τών  συνέ- 
δρων την  τελευταίαν  ήμέραν  αποδοχής  τής  έμής  προτάσεως,  ην  τό 
τμήμα  διεβιβασεν  εις  την  γενικήν  συνέλευσιν. 

Μεταξύ  τών  Ελλήνων  τής  Αλεξανδρείας  τών  μάλιστα  συντελε- 
σάντων  εις  τήν  εύόδωσιν  τών  αρχαιολογικών  μελετών  εις  διακρίνεται 
μάλιστα,  ώς  εξάγεται  έκ  τών  μετά  τού  κ.  Βόττη  συνομιλιών  και 
τών  δημοσιεύσεων  αύτοΰ.  Τίς  δεν  θά  Ιμάντευε  τον  άνδρα,  και  αν  δεν 
άνέγραφον  τό  όνομ'  αύτοΰ;  Εΐνε  ό  μονόφθαλμος,  άλλ'  οξυδερκέστα- 
τος εκείνος  πατριώτης,  ού  τον  πρόωρον  θάνατον  θρηνεί  ακόμη  σύμ- 
παν τό  Έλληνικόν,  ό  μεγάθυμος  πολίτης  μεγάλης  Ελλάδος,  ό  γινώ- 
σκων  νά  μάχηται  άμα  υπέρ  τής  ελληνικής  ιδέας  και  νά  δαπάνη, 
νά  ενθουσιά  αυτός  υπέρ  παντός  άγαθο'3  και  νά  έξεγείρη  κα;,  τών  άλ- 
λων τόν  ένθουσιασμόν  μέ/ρι  φανατισμού.  —  Είμαι  και  θά  είμαι  εύ- 
γνώμα>ν  προς  πάντας  τους  προάγοντας  τό  έμόν  έργον  έν  Αλεξάν- 
δρεια, μοί  εΐπεν  ό  κ.   Βόττης.   Πολλά  θά  είχον  νά  είπω  περί  πολλών 


—  310  — 

Ελλήνων.  Άλλα  δεν  θα  λησμονήσω  ποτέ  τον  Γεώργιον  Γούσιον. 
"Ηρκει  να.  ειπώ,  ότι  κάτι  τι  πρέπει  να  γείνη.  Και  το  κάτι  τι  εκείνο 
έγίνετο,  άν  ύπήρχον  χρήματα,  αμέσως  άλλ'  έγίνετο  ,  και  άν  δεν 
ύπήρ/ον,  διότι,  ευθύς  ως  ό  Γούσιος  έπείθετο  και  ήθελε,  δεν  ήδύνατο  να 
γείνη  λόγος  περί  μη  υπάρξεως  χρημάτων.  «Ό  θάνατος,  έγραφε  το 
παρελθόν  έ'τος  ό  Βόττης  εν  τω  πρώτω  τεύ^ει  του  γαλλιστΐ  εκδιδομέ- 
νου Δελτίου  της  Αρχαιολογικής  εταιρείας  της  Αλεξανδρείας,  ό  θά- 
νατος έθραυσε  προ  μικρού  την  ΰπαρξιν  του  Γεωργίου  Γουσίου,  ου  το 
δνειρον  ήτο  να  ϊδη  άνατέλλουσαν  'Αλεξάνδρειαν  πνευματικωτε'ραν  έκεί- 
νην  ήτις  έν  τούτοις  είνε  τόσον  εις  ήαας  προςφιλής.Έν  πάση  εκδηλώ- 
σει του  πνευματικού  ημών  βίου,  έν  τη  αϊγλη  τή  πολλάκις  απατηλή 
της  δημοσιεύσεως  περιοδικού,  της  ιδρύσεως  φιλολογικού  συλλόγου, 
ό  Γούσιος  έβλεπε  πραγματούμενον  νέον  δνειρον  και  τήν  νέαν  'Αλε- 
ξάνδρειαν των  χεδιβών  συμπαραζευγνυμένην  εις  τήν  'Αλεξάνδρειαν 
των  Λαγιδών  και  των  'Ρωμαίων.  Το  δε  μέγα  τούτο  δνειρον  άπετέλει 
τήν  εϋτυχίαν  αΰτοΰ.  Αγαπών  αφιλοκερδώς  και  μετ '  ενθουσιασμού 
πάν  τό  έλληνικόν  και  έ'χων  ΐδιάζουσαν  δεξιότητα  διοργανωτοΟ,  προί- 
στατο  άπασών  τών  παρ'  ήμϊν  εταιρειών,  ων  σκοπός  ϊίνε  ή  πνευματική 
άνάπτυξις  τών  Αλεξανδρινών  και  ή  γνώσις  τοΟ  ένδοξου  παρελθόντος 
της  ευγενούς  ταύτης  πόλεως,  τούτο  μεν  δια  διαλέξεων  και  δια  του 
μουσείου,  τούτο  δε  δι'  ανασκαφών.  Δια  ταΰτα  μετ  αισθήματος  βα- 
θύτατης θλίψεως  βλέπω  κενήν  άνεπιστρεπτεί  τήν  θέσιν  αυτού». 

Άλλ'  όποια  ή  έν  τη  άλλως  διεθνεϊ  Αρχαιολογική  εταιρεία:  της 
Αλεξανδρείας,  ης  επίτιμος  πρόεδρος  είνε  ό  χεδίβης,  συμμετοχή  και 
δράσις  τών  Ελλήνων  έν  τή  πόλει  πάροικων  αποδεικνύει  αυτή  ή  άντι- 
κατάστασις  του  Γουσίου,  όν  διεδέχθη  ως  τακτικός  πρόεδρος  άλλος 
φιλόμουσος  Έλλην,  ό  Αμβρόσιος  'Ράλλης.  Είνε  δέ  ή  Αρχαιολο- 
γική εταιρεία  αύτη  ίδρυμα  νεώτατον,  συσταθείσα  τω  1893  ύπ' 
ολίγων  αϋπαιδεύτων  Ευρωπαίων,  έν  οίς  έξεΐχον  πλην  του  Γουσίου  ό 
Γερμανός  ΒΊ1(]6Γη3§β1  και  ό  "Αγγλος  Ιοίΐη  Βββνβδ,  όςτις  και  ύπήρ- 
ξεν  ό  πρώτος  πρόεδρος  της  εταιρείας  μέχρι  της  εις  Κωνσταντινούπο- 
λη μετακλήσεως  αυτού  ως  διευθυντού  της  Αυτοκρατορικής  οθωμανι- 
κής τραπέζης,  ότε  διεδέχθη  αυτόν  έν  τή  προεδρεία:  ό  Γούσιος.  Δια- 
κεκριμένοι αρχαιολόγοι  τών  περί  τήν  άλεξανόρινήν  καϊ  καθ'  όλου  αί- 
γυπτιακήν   άρχαιολογίαν  διατριβόντων  εινε  άνακεκηρυγμένοι   επίτιμα 


—  311    — 

μέλη  τής  εταιρείας.  Μεταξύ  δέ  των  μελών  τοΰ  διοικητικού  συμβου- 
λίου ήσαν  κατά  το  έτος  1896  μέχρι  1897,  πιθανώς  δ'  έξακολουθοΰ- 
σιν  δντες  και  σήμερον  οι  κ  κ.  Εμμανουήλ  Μπενάκης  και  Νικόλαος 
Διομήδης.  Ό  δε  κατάλογος  των  μέχρι  τέλους  τοΰ  1896  εταίρων 
περιλαμβάνει  έν  δλω  έβδομήκοντα  και  τεσσάρας,  ολίγους  αληθώς  δια 
πόλιν  έχουσαν  δσους  ή  Αλεξάνδρεια  κατοίκους-  τούτων  δε  ήσαν  "Ελ- 
ληνες έν  όλω  δώδεκα.  Σήμερον  δέ  οι  εταίροι  ύπερβαίνουσιν  έν  δλω 
τους  εκατόν. 

Ουδέ  συμμετέχουσιν  οί  "Ελληνες  μόνης  της  Αρχαιολογικής  εται- 
ρείας της  Αλεξανδρείας,  άλλ'  οΰχ  ήττον  ζωηρά  είνε  ή  συμμετοχή 
αυτών  έν  τη  Οιοικήσει  τών  κατά  τό  ελληνορωμαϊκών  της  πόλεως  αου- 
σεΐον,  όπερ  είνε  δημοτικόν.  Και  δή  άπό  της  ημέρας  της  ιδρύσεως  αυ- 
τού, της  3  Ιουλίου  1891.  μέχρι  τέλους  τοΰ  1898  συμμετέσχον  της 
διοικούσης  αυτό  διαρκούς  επιτροπείας  έν  διαφόροις  χρόνοις  οί  κ.  κ. 
Δ.  Ταμπακόπουλος,  Ιωάννης  Αντωνιάδης,  Γ.  Γούσιος,  Εμμα- 
νουήλ Μπενάκης  και  Περικλής  Γλυμενόπουλος.  Είς  δε  τήν  γενικήν 
έπιτροπείαν  του  μουσείου  ανήκον  άπό  του  1891  μέχρι  και  τοΰ  1897 
"Ελληνες  οί  εξής-  Νεροΰτσος,  Χαϊκάλης  βέης,  Παλαιολόγος  Γεωρ- 
γίου, Γεώργιος  Γούσιος,  Κωνσταντίνος  Σαλβάγος  και  Αριστείδης  Σι- 
νάνος.  Τής  δε  γενικής  επιτροπείας  τοΰ  μουσείου  και  τής  βιβλιοθήκης 
έν  έτει  1898  μετεϊχον  οί  κ. κ.  Β.  Αποστολίδης,  Λ.  Αυγερινός,  Έμ. 
Μπενάκης,  Ν.  Διομήδης,  Παλαιολόγος  Γεωργίου,  Σ.  Γλυμενόπου- 
λος, Ν.  Χαϊκάλης,  Κ.  Συναδινός,  Α.  Σινάνος  και  Γ.  Ζερβουδάκης. 
Έκ  τών  καταλόγων  τούτων  αποδεικνύεται  όπόσον  δικαίως  δ  τε  κ. 
Βόττης  και  ό  δήμαρχος  "Αλεξανδρείας  ώμολόγουν  όπόσα  οφείλει  ή 
έν  Αλεξάνδρεια  αρχαιολογική  κίνησις  είς  τήν  φιλότιμον  συμμετοχήν 
τών  εγκρίτων  μελών  τής  έν  τη  πόλει  ελληνικής  παροικίας. 

Άλλ'  ί'δωμεν  τα  δια  τοΰ  τοιούτου  ζήλου  και  τής  προθύμου  συνερ- 
γίας τών  ημετέρων  συμπολιτών  έπιτευχθέντα. 

Και  δή  πρώτον  όμολογητέον,  δτι  ή  δημοτική  βιβλιοθήκη  Αλε- 
ξανδρείας, ής  διευθυντής  είνε  ό  κ.  ΝουΓΓΪδδΟΠ,  ευρίσκεται  ακόμη  έν 
τω  πρώτω  τταδίω  τη:  συστάσεως  και  δεν  δύναται  νά  θεωρηθή,  πολ- 
λού γε  καϊ  δεϊ,  επαρκής  προς  τάς  έπιστημονικάς  άνάγκας  πόλεως  οία 
ή  Αλεξάνδρεια.  Κατά  τήν  πρό  οφθαλμών  ημών  κειμένην  τελευταίαν 
περί  τής  βιβλιοθήκης   ταύτης   εκθεσιν   χύτη  ήρίθμιι   τελευτώντος  τοΰ 


—   312   — 

έτους  1898  τόαους  εν  όλω  11753,  ών  9265  έν  εύρωπαϊκαίς  γλώσ- 
σαις  και  2488  έν  τη  αραβική.  Άλλα  πολλοί  των  ώς  τόμων  υπολο- 
γιζόμενων ;ν  εύρωπαϊκαΐς  γλώσσαις  εϊνε  απλώς  τεύχη  περιοδικών,  ών 
δεν  συνεπληρώθησαν  τα  ετη"  κατά  ταύτα  δε  ό  δλος  αριθμός  τών  βι- 
βλίων τη:  βιβλιοθήκης  εϊνε  ετι  μικρότερος  του  ανωτέρω  ύπολογισθέντος. 

Ούχ  ήττον  ή  βιβλιοθήκη  προβαίνει  προϊούσα  και  έτος,  ώς  αποδει- 
κνύει ή  έν  Ιτει  1898  κατά  τόμους  1059  έν  ολω  αύξησι:  αυτής,  προ- 
ελθούσα  τοΰτο  μέν  εξ  αγοράς,  τούτο  δ'  έκ  δωρεών  ιδιωτικών,  εται- 
ρειών και  κυβερνήσεων.  Μετά  λύπης  δέ  σημειόνω,  ότι  μεταξύ  τών 
έταιοειών  και  τών  κυβεονήσεων,  αίτινες  αναγράφονται  ώς  πλουτίσασαι 
δΓ  αποστολών  την  βιβλιοθήκην,  δεν  περιλαμβάνονται  και  όωρεαί 
προερ/όμεναι  παρ'    Ελλήνων  ή  έξ   Ελλάδος. 

Ανάλογος  δέ  προς  την  αυξησιν  τών  βιβλίων  και  τών  ευρωπαϊκών 
περιοδικών,  άτινα  λαμβάνει  ή  βιβλιοθήκη,  εϊνε  και  ό  αριθμός  τών 
επισκεπτόμενων  αυτήν  χάριν  μελέτη:  ή  απλή:  αναγνώσεως,  οΐτινες 
άνηλθον  τω   1898  εις  7000  περίπου,   ών  2700  ιθαγενείς. 

Αί  πρόοδοι  αύται  εϊνε  βεβαίως  άξιαι  λόγου,  ότχν  άναλογισθώαεν, 
ότι  πα:ήλθον  εξ  μόνα  ετη  άπό  της  ιδρύσεως  της  βιβλιοθήκης.  "Ηδη 
ή  αία  και  μόνη  μεγάλη  αίθουσα,  εις  ην  περιορίζεται  ή  βιβλιοθήκη 
και  τό  άναγνωστήριον  έν  τω  δημαρχικώ  μεγάρω,  εϊνε  ανεπαρκής, 
ατελής  δέ  εινε  ό  τω  1894  εκτυπωθείς  κατάλογος  τών  με/ρις  εκεί- 
νου του  χρόνου  υπαρχόντων  βιβλίων.  Παρίσταται  δέ  ανάγκη  και  γί- 
νεται σκέψις  περί  προςαυξήσεως  του  χώρου,  όπως  τό  καθίδρυμα  ου- 
νηθή  νάνταποκριθή  εις  τήν  όσημέραι  μείζονα  αυξησιν  και  τάς  προ- 
ϊούσας  αξιώσεις   τών  φιλόμουσων. 


Γ'. 


*Αν  αί  πρόοδοι  της  δημοτικής  βιβλιοθήκης  της  Αλεξανδρείας  πρέ- 
πη  νά  θεωρηθώσι  βραδεϊαι,  δεν  δυνάμεθα  νά  εϊπωμεν  τό  αυτό  περί 
του  δημοτικού  ελληνορωμαϊκού  μουσείου,  όπερ  εϊνε  προς  τη  "Αρχαιο- 
λογική εταιρεία  της  πόλεως  ή  βάσις  και  τό  κέντρον  τών  Αλεξανδρι- 
νών μελετών. 

Το  μουσεϊον  τούτο  ΐδρύθη  τη  16  Ιουνίου  1892,  έγκατεστάθη  δέ 
τό  πρώτον  πλησίον  της  βιβλιοθήκης  έν   τοις  ΐσογείοις  του  κτήματος 


—  313  — 

ΚΪΓΟΟΓ  Ιν  τη  λεωφόρω  της  ροζεττείου  πύλης*  άλλα  τα  κυριώτερα 
καϊ  ογκωδέστερα  των  αντικειμένων  έ'μενον  το  κατ  άρνάς  εγκαταλε- 
λειμμένα εν  τω  κήπω  του  δημαρχείου.  Διό  απεφασίσθη  ή  εις  αυτό 
το  δημαρχεΐον  μετακόμισις  της  ήδη  αυξανομένης  βιβλιοθήκης,  ούτω 
δε  απέκτησε  το  μουσεϊον  τρεις  νέας  αίθουσας,  αΐτινες  ταχέως  έπλη- 
ρώθησαν  αρχαιοτήτων.  "Οτε  δε  ό  ιδιοκτήτης  του  κτιρίου,  εν  ω  έν- 
απέκειτο  το  μουσεϊον,  έζήτησε  δυ:ανάλογον  αύξησιν  ενοικίου,  ή  δημαρ- 
χική  επιτροπεία  απεφάσισε  να  δαπανηθώσι  τριςχίλιαι  αίγυπτιακαϊ 
λίραι,  ίλαττουμένων  κατ'  άναλογίαν  των  λοιπών  δαπανών  του  μου- 
σείου έπϊ  σειράν  τίνων  ετών,  όπως  άποσβεσθή  χρεωλυτικώς  ή  προ: 
οΐκοδομησιν  ευπρεπούς  μουσείου  άπαιτηθησομένη   αύτη  δαπάνη. 


Το  έλληνορωμαϊκόν  μουο*εΐον  Αλεξανδρείας 

Τό  οέ  νέον  τοΰτο  μουσεϊον,  έ'χον  δωρικήν  την  πρόςοψιν  καϊ  αίθου- 
σας είςδεχομένας  το  φώς  άνωθεν,  ένεκαινίσθη  έπί  παρουσία  του  χε- 
δίβου  τη  26  Σεπτεμβρίου  1895  Έκτοτε  δε  ή  δημαρχία  Αλεξαν- 
δρείας έδώρησε  μέν  εις  τό  μουσεϊον  τα  δαπανηθέντα  προς  οΐκοδομησιν 
και  διασκευήν  αύτου,  προςέθηκε  δε  δύο  νέας  αίθουσας,  ων  ή  κτίσις 
άπήτησε  δαπάνην  οκτακοσίων  αιγυπτιακών  λιρών.  Άλλ  ή  όσημεραι 
έπιγινομένη  μεγάλη  αύξησις  του  μουσείου  απαιτεί  και  νέας  προσαυ- 
ξήσεις. Διό  τόν  Φεβρουάοιον  του  έ'τους  1899  έπ'  ευκαιρία  της  γεννή- 
σεως του  διαδόχου  του  χεδίβου  ή  δημαρχική  επιτροπεία  της  Αλε- 
ξανδρείας ενέκρινε  την  οΐκοδομησιν  νέας  πτέρυγος,  εις  ην  δοθήσεται 
τό  όνομα  του  διαδόχου.  Έψηφίσθη  οέ  δια  την  προςαύζησιν  ταύτγιν 
ποσόν  χιλίων  λιρών. 


—  314  — 

Τοιαύτη  ή  ιστορία  της  οΐκοδομήσεως  τοΰ  αουσείου.  Οί  δ  *  εν  τη 
μακρά  περί  αυτού  εκθέσει  του  κ.  Βόττη  άπό  της  συστάσεως  μέχρι 
τέλους  του  1898  περιλαμβανόμενοι  άριθαοί  πνρέχουσι  τρανήν  ιχαρτυ- 
ρίαν  περί  των  γιγαντιαίων  έν  βραχεί  χρόνω  προόδων  τοϋ  ελληνορω- 
μαϊκού τούτου  μουσείου  της  Αλεξανδρείας. 

Προέρχονται  δε  τα   προςκτήματα  τοΰτο  μεν   εκ  δωρεών,  τούτο  δ' 

•Γ    '        ~  ~        ^  >   >»*     »         ,  ,       >  ,  , 

ες    αγορών  .  τούτο    ο     ες   ευρημάτων    εν    ανασκαφαις    επιχειρουμεναις 

υπό  της  διευθύνσεως  τοΰ  μουσείου  και  προς  πλουτισαόν  αΰτοΰ  η  υπό 

της  Αρχαιολογικής   εταιρείας    Αλεξανδρείας    και    δια    χορηγιών    τοΰ 

συλλόγου  Αθηναίου,   δωρουμένων    τα    ευρήματα    εις    τό    ΐλουσεΐον. 

Μεταξύ  οε  των  δωρεών  δύο  κυρίως  κατέχουσι  θέσιν  επιφανή,  τό 
κληροδότημα  τοΰ  μακαρίτου  Ιωάννου  Άντωνιάδου  και  ή  πλούσια 
δωρεά  τοΰ  δικηγόρου  κ.  Ε.  Γλυμενοπούλου.  "Η  τε  έπιστηαονική  και 
ή  υλική  ά(,ία  τών  δυο  τούτων  δωρεών  εϊνε  ούτω  μεγάλη,  ώςτε  δεν 
ύπερβάλλομεν  την  άλήθειαν.  αν  τους  δύο  τούτους  ομογενείς  τάξωμεν 
αυτόχρημα  εις  τους  ίδρυτάς  του  μουσείου. 

Της  πλούσιας  συλλογής  αιγυπτιακών  και  ελληνορωμαϊκών  αρχαιο- 
τήτων τοΰ  Ιωάννου  Άντωνιάδου  ύφίστατο  ήδη  κατάλογος  γαλλιστΐ 
συντεταγμένος  και  έκδεδομένος  έν  Αλεξάνδρεια  τω  1889.  Ούτος  δ' 
έχρησίμευσεν  ως  βάσις  της  εις  τό  μουσεΐον  παραδόσεως  τών  είς  αυτό 
κατά  την  διαθήκην  τοΰ  κληροδότου  δωρηθέντων  αντικειμένων,  άτινα 
ήσαν  τά  πλείστα  τών  αποτελούντων  την  συλλογήν  πλην  ολίγων  ,  άτινα 
ο  θανών  έπεφύλαςεν  εις  τους  συγγενείς  αύτοΰ  Ύπήρχον  δέ  και  τίνα 
αντικείμενα  μη  περιλαμβανόμενα  μεν  έν  τω  καταλόγω,  παραδοθέντα 
δ  ούχ  ήττον  είς  τό  μουσεΐον  κατ'  αντίθεσιν  άλλων  τινών  ανηκόν- 
των μεν  εις  αυτό,  άλλα  ιιή  παρκδοθέντων  υπό  της  χήρας  τοΰ  δια- 
θέτου.  Περιελάμβανε  δέ  ή  συλλογή  αύτη  νομίσματα,  χαλκά  αγαλ- 
μάτια, πήλινα  ειδώλια,  γλυπτά,  χρυσά  κοσμήματα  και  άλλας  αρ- 
χαιότητας ποικίλας.  Δια  ταΰτα  πάντα  προωρίσθη  έν  τω  μουσείω 
ίδια   αίθουσα   φέρουσα   τό   δνομα   τοΰ    μεγαλοδώρου    διαθέτου. 

Ή  δέ  μεγάλη  δωρεά  τοΰ  κ.  Γλυμενοπούλου.  ήτις  δέν  περιήλθεν 
ακόμη  πλήρης  είς  τό  μουσεΐον,  συγκροτείται  τό  πλείστον  έκ  πλούσιας 
συλλογής  νομισμάτων  Φιλίππου  τοΰ  Άριδαίου  και  Αλεξάνδρου  τοΰ 
μεγάλου,  πτολεμαϊκών  άπό  τοΰ  πρώτου  τών  Πτολεμαίων  μέχρι  της 
τελευταίας  Κλεοπάτρας,  ρωμαϊκών  καϊ  βυζαντιακών,  ύπερτριςχιλίων 


—  315  — 

έν  όλω,  έν  οϊς  μέγιστος  αριθμός  χρυσών  και  αργυρών.  Πλην  δε  τών 
νομισμάτων  τούτων  έδωρήθησαν  υπ  '  αΰτου  είς  το  μουσεϊον  δεκα- 
τέσσαρα  γλυπτά  αγγεία  και  ειδώλια  και  εκατόν  εξ  πάπυροι,  ών  τρεις 
έν  κοπτική  γλώσση  και  τέσσαρες  γραφής  άγνωστου  ή  αμφίβολου.  Πάν- 
τες δε  οι  λοιποί  πάπυοοι  είνε  ελληνικοί.  Εΐνε  δε  οί  πλείστοι  ιδιωτικά 
ή  δημόσια  έγγραφα  τών  πτολεμαϊκών  χρόνων,  έπιστολαί,  αποδείξεις, 
δανειστικά  συμβόλαια,  άναφοραί  εις  τάς  αρχάς,  πράξεις  άγορ&ς  και 
τά  τοιαύτα.  Άνήκουσι  δήλα  δη  είς  την  τάξιν  έκείνην  τών  ελλη- 
νιστί γεγραμμένων  επί  παπύρου  εγγράφων,  άτινα  παμπληθή  περιεσώ- 
θησαν  έν  δημοσίοις  και  ίδιωτικοϊς  μουσείοις  και  χρησιμεύουσιν  ώς 
άξιολογώταται  πηγαί  προς  γνώσιν  τών  κατά  τον  δημόσιον  και  ΐδιω- 
τικον  βίον  τών  πτολεμαϊκών  έν  Αίγύπτω  χρόνων,  όςτις  ύπήρξεν  ύπό- 
θεσις  ειδικών  συγγραφών  του  Γάλλου  ΒοΒίΟΙΐ  και  του  Ιταλού  ίιΐίΠΙ• 
1)Γ080.  Άλλ  '  ύπάρχουσι  μεταξύ  τών  παπύρων  τών  εις  το  μουσεϊον 
δωρηθε'ντων  ύπό  τοϋ  κ.  Γλυμενοπούλου  και  δύο  φιλολογικοί  πάπυροι, 
ών  είς  μέν  περιλαμβάνει  απόσπασμα  ύμνου  του  ποιητοΰ  Καλλιμάχου, 
ό  δε  άλλος  απόσπασμα  τών  στίχων  804-825  τοϋ  Β  της  Ίλιάοος. 
Δεν  εΐνε  δε  άπίθανον  νά  εύρεθώσι  και  άλλα  αποσπάσματα  αρχαίων 
συγγραφε'ων  μεταξύ  τών  πεντήκοντα  και  επτά  παπύρων  της  αυ- 
τής συλλογής,  οίτινες  μέχρι  τοΰδε  ούπω  έρευνηθέντες  με'νουσιν  ατα- 
ξινόμητοι. 

Ούχ  ήττον  άξιαι  λόγου  είνε  αί  ^ωρεαί  τών  κ.  κ.  Γεωργίου  Ζερ- 
βουδάκη,  Μενάνδρου  Τσιτσίνια,  Λεωνίδου  Αυγερινού,  Άλ.  Ζέντζου 
και  άλλων  ομογενών  τε  καϊ  αλλογενών. 

Διά  τών  τοιούτων  γενναίων  κληροδοτημάτων  και  δωρεών,  τών 
αγορών  και  τών  έκ  τών  ανασκαφών  ευρημάτων  το  έλληνορωμαϊκόν 
μουσεϊον  Αλεξανδρείας  απέβη  πλουσιώτατον.  Και  περιλαμβάνει  μέν 
κυρίως  αντικείμενα  τών  πτολεμαϊκών  και  τών  ρωμαϊκών  χρόνων,  αλλ 
ούτε  αρχαιότερα  έργα  και  λείψανα  των  φαραωνειων  δυναστειών,  ούτε 
μεταγενέστερα,  τών  βυζαντιακών  και  αραβικών  χρόνων,  αποκλείον- 
ται. Έν  τω  συνόλω  δε  τάντικείμενα  του  μουσείου  τή  μέν  31  Δεκεμ- 
βρίου 1892  ανήρχοντο  εις  3496,  τή  δε  31  Δεκεμβρίου  1898  εις 
16280.  Οί  αριθμοί  ούτοι  εύγλωττότερον  παντός  λόγου  δεικνύουσι 
την  κατά    γεωμετρικήν   άναλογίαν    έπιτελουμένην  πρόοδον   του   μου- 


—  316   — 

σείου,  περιλαμβάνοντος  πλην  νομισμάτων  και  παπύρων  αγάλματα 
παντοίας  ύλης,  σκεύη,  εργαλεία,  σταθμά,  μοαμίας,  αθύρματα,  αγ- 
γεία, όστρακα  και  παντοία  άλλα  λείψανα  τη:  αλεξανδρινής  αρχαι- 
ότητα:. 

Την  δέ  αύξουσαν  σημασία  ν  τοϋ  μουσείου  δεικνύει  και  ή  από  έτους 
εις  έτος  αυςησίς  των  επισκεπτόμενων  αυτό.  Ούτω  δη  τοϋ;  μεν  δύο 
τελευταίους  μήνας  του  1892,  οτε  ήτο  ήδη  προςιτόν  είς  το  κοινόν, 
επεσκέφθησαν  αυτό  μόνον  69,  καθ'  όλον  δέ  το  1893  οί  έπισκέπται 
άνήλθον  είς    1503,   οί  δε  τοϋ   1898  υπήρξαν  2385. 

Διευθυντής  τοΰ  μουσείου  είνε  άπό  τής  συστάσεως  αυτού  κατά  Ίού- 
νιον  του  1892  ό  κ.  Βόττης,  ύτάρχουσι  δέ  πλην  αϋτοϋ  ένδεκα  άλλοι 
υπάλληλοι  και  φύλακες,  περιλαμβανομένων  και  των  φυλασσόντων  έν 
τοις  υπό  τής  διευθύνσεως  τοϋ  μουσείου  άνασκαφεϊσι  μνημείοις. 

Αλλ  ή  ίδρυσις  του  ελληνορωμαϊκού  τούτου  μουσείου  κατέστησε 
οήλον  £ίς  Τήν  γενικήν  ίφορείαν  των  έν  Αίγύπτω  αρχαιοτήτων,  ότι  τό 
συσταθέν  τούτο  νέον  καθίδρυμα  έπρεπε  νάποβή  συν  τω  νρόνω  τό  μό- 
νον εν  Αίγύπτω  κέντρον  των  ελληνορωμαϊκών  τής  χώρας  άο/αιοτή- 
των.  Διό  ό  γενικός  διευθυντής  των  αρχαιοτήτων  ϋβ  ΜθΓ§αη  απε- 
φάσισε την  εις  αυτό  μεταφοράν  των  τεω:  ίν  τω  υ,ουσείω  του  Γκιζέ 
υπαρχόντων  νομισμάτων  και  των  έν  τω  αΰτω  μου  σείω  αρχαιοτήτων 
των  ελληνορωμαϊκών  χρόνων.  Των  επαγγελιών  δέ  τούτων  και  απο- 
φάσεων έξετελέσθη  μέχρι  τούδε  ή  πρώτη,  διορισθέντος  ιδίου  νόμισμα - 
τογνώμονος,  τοΰ  κ.  ϋϋΐίΐΐΐ,  δςτις  μετά  και  τοϋ  νομισματικού  μου- 
σείου είνε  προςηρτημένο:  είς  τό  έλληνοριομαϊκόν  μουσεϊον,  μισθούμε- 
νος  παρά  τής  γενικής  εφορείας  κα!  μόνον  μικράν  έπιν/ορήγησιν  λαμ- 
βάνων παρά  τής  δημαρ/ίας   Αλεξανδρείας. 

Αϊ  οέ  δαπάνα-,  ας  υφίσταται  ή  δημοτική  αρχή  Αλεξανδρείας  /ά- 
ριν  μισθών  τοΰ  προςωπικού,  αγοράς  αρχαιοτήτων,  εκτυπώσεως  κατα- 
λόγων και  εξόδων  συντηρήσεως  άνήλθον  έν  όλω  κατά  τό  1898  εις 
λίρα:  αίγυπτιακάς  910.  Και  είνε  μεν  όλως  ανεπαρκής  ή  τοιαύτη  χο 
ρηγία,  καίπερ  συμπληρουμένη  υπό  τών  χάριν  ανασκαφών  και  δημο- 
σιεύσεων δαπανωμένων  Οπό  τής  "Αρχαιολογική:  εταιρείας  και  τοΰ 
Αθηναίου,  δέν  προςαυξάνονται  δέ  οί  πόροι  τοϋ  μουσείου  έκ  τών  εΐς- 
'τηρίων   τοΰ  μουσείου  και  τής  έκ  πωλήσεως    τών   διπλών  νομισμάτων 


—   317  — 

εΐςπράξεως,    οιότι    αμφότερα    ταϋτα    τα  κεφάλαια   μόνον    κατ'  όνομα 
υφίστανται    μέχρι  τοΰδε. 

Παρ  όλην  δέ  την  άνεπάρκειαν  ταύτην  των  πόρων  αί  τε  άγοραί 
δεν  υπήρξαν  άνάζιαι  λόγου  κατά  τα  τελευταία  ταύτα  έτη,  κατορθω- 
θείσης  της  ιδρύσεως  η  της  πλούσιας  προςαυξήσεως  σειρών  όλων  του 
μουσείου,  και  άνασκαφαί  δ'  Ιπ  =  χειρήθησαν  άξιαι  πολλοΰ  λόγου,  δι  ών 
η  έπλουτίσθη  το  μουσεϊον  η  διεφωτίσθησαν  σκοτεινά  ζητήματα  της 
τοπογραφίας  της  Αλεξανδρείας.  Ούτω  δη  έξεσκάφησαν  άπό  τοϋ 
1892  μέχρι  *αί  του  1898  πλην  άλλων  το  άρχαϊον  στάδιον  και  πολλά 
υπόγεια  της  εποχής  των  Άντωνίνων,  αί  βυζαντιακαί  θερμαι,  το  άρ- 
χαϊον μουσεϊον,  ή  έν  τη  αρχαία  συνοικία  της  Αλεξανδρείας  'Ρακω- 
τει  ακρόπολις  και  ό  Κεραμεικός,  τό  Σεράπειον.  Κυριώταται  δε  πα- 
σών τών  ανασκαφών  τών  έπιχειρηθεισών  ύπό  της  διευθύνσεως  του 
μουσείου  ύπήρζαν  αί  περί  τον  κίονα  τον  εσφαλμένως  επί  μακρούς 
αιώνας  φερωνυμουμενον  άπό  του  Πομπηίου,  όςτις  απεδείχθη  εγερθείς 
ύπό  τοϋ  αΰτοκράτορος  Θεοδοσίου.  Αί  άνασκαφαί  αύται  συνετέλεσαν 
μεγάλως  εις  αυξησιν  τών  αρχαιολογικών  γνώσεων  διά  τών  περί  τον 
κίονα  και  ύπ'  αυτόν  γενομένων  ευρημάτων  ώς  και  εις  πλουτισμόν  του 
μουσείου. 

Αί  άνασκαφαί  δέ  αύται  ένηργήθησαν  άνευ  δυςχερείας  δυνάμει  του 
δεκάτου  άρθρου  του  κανονισμού  του  μουσείου,  καθ'  δ  ό  γενικός  διευθυν- 
τής της  αρχαιολογικής  υπηρεσίας  έ'χει  το  δικαίωμα  τοΰ  παρέχειν  εις 
την  δημοτικην  αρχήν  Αλεξανδρείας  και  μόνον  επί  περίοδον  πέντε 
ετών,  εκάστοτε  άνανεουμένων,  άδειαν  ανασκαφών  εν  τη  περιοχή  τής 
πόλεως. 

Διαρρευσάσης  δέ  τής  πρώτης  πενταετίας,  ή  επιτροπεία  τής  αιγυ- 
πτιολογίας ήξίωσε  κατά  Μάϊον  τοϋ  1898.  όπως  τό  εξής  πάσα  πρό- 
τασι;  περί  μελετωμένης  ανασκαφικής  εργασίας  και  έρεύνης  ύποβάλ- 
λητχι  πρότερον  εις  την  εΐρηαένην  έπιτροπείαν .  Άλλ'  επειδή  ή  τοι- 
αύτηάξίωσις  έμελλε  νά  έπιφέρη  πολλήν  βραδύτητα  είς  τά  έργα,  και 
άλλως  δ'  εθεωρείτο  περιττή  τοιαύτη  εκάστοτε  ειδική  άδεια  προς  έπι• 
χείρησιν  νέων  ανασκαφών,  έπηκολούθησαν  πολύμηνοι  ένέργειαι  και 
διαπραγματεύσεις,  έ'ως  τέλος  δΓ  αποφάσεως  τοϋ  Υπουργείου  τών 
δημοσίων  έργων,  χρονολογουμένης  άπό  29  Δεκεμβρίου  1898,  άνεκοι- 
νώθη    εις  τόν  διευθυντήν    τοΰ  μουσείου,    ότι    ή  επιτροπεία   τής    αΐγυ- 


—  318  — 

πτιολογίας  απεδέχθη  την  σιωπηράν  κατά  τα  πρότερον  κείμενα  άνα- 
νέωσιν  της  αδείας  του  ανασκάπτειν  έπΐ  έτερα  πέντε  ετη.  Ούτω  δέ  ό 
κ.  Βόττης,  βοηθούμενος  και  υποστηριζόμενος  ύπο  της  δημοτικής  αρ- 
χής Αλεξανδρείας  καϊ  του  χρήαατος  της  έν  Αλεξάνδρεια  Αρχαιο- 
λογικής εταιρείας,  θα  όυνηθή  νά  εξακολούθηση  άκωλύτως,  άπηλ- 
λαγμένος  πάσης  όχληράς  διατυπώσεως ,  τό  έπιστημονικόν  αύτοΰ 
έργον  ι. 


1  Δυςτυχώς  ό  /..  Βόττης  απέθανε  βραχϋν  χρο'νον  μετά  τήν  δημοσίευσιν  τών  άρθρων  1 
τούτων  άλλα  τό  ε'ργον  αυτού  συνετίζεται  λίαν  επιτυχώς  έν  Αλεξάνδρεια, 


Η  ΟΡΤΧΗ  ΤΟΤ  ΚΟΡΙΝΘΙΑΚΟΥ  ΙΣΘΜΟΥ 
ΕΝ  ΤΩ   ΠΑΡΕΛθΟΝΤΙ * 


«Νέον  είνε  μόνον  δ  τι  έγήρασεν»  έ'γραφεν  ό  "Άγγλος  ποιητής  του 
δεκάτου  τετάρτου  αιώνος  ΟίαυΟΘΓ.  Το  δε  ρητόν  αΰτοϋ  ενθυμούμεθα 
και  άκοντες  έν  μέσω  του  δικαίου  ημών  θαυμασμού  επί  τω  μεγάλω 
έργω  της  τομής  του  ΐσθμου'  της  Κορίνθου,  όπερ,  κατά  μέγα  μέρος  δι' 
ελληνικών  κεφαλαίων  και  υπό  της  ελληνικής  επίμονης  και  επιστήμης 
συντελεσθέν.  εϊνε  κατ'  αΰτάς  το  άντικείμενον  του  κοινού  λόγου.  Αλη- 
θώς το  μέγα  έργον  της  σήμερον  εΐνε  μεν  νεώτατον,  άλλα  και  γηραιό- 
τατον,  και  ενθυμίζει  πως  τάς  αητροπολιτικάς  εκκλησίας  της  Κολω- 
νίας και  τών  Μεόιολάνων,  αΐτινες  συνετελέσθησαν  μεν  έν  ώρισμένη 
τινϊ  έποχη,  άλλ'  είνε  έργον  αδιάκοπου  εργασίας  αιώνων  πολλών,  καί 
πολύ  μάλλον  τον  έν  Αθήναις  ναον  του  "Ολυμπίου  Διός,  δςτις  ήρνισε 
μεν  έπί  Πεισιστράτου,  έπερατώθη  δε  μετά  διακοπήν  επτά  περίπου 
εκατονταετηρίδων.  Κατ'  άναλογίαν  προς  ταύτα  τά  έργα  ή  όρυχή 
τοΰ  ίσθαοΰ  της  Κορίνθου  άπό  τοΰ  πρώτου  διανοηθέντος  τήν  έκτέλε- 
σιν  αυτής  Περιάνδρου  μέχρι  της  σημερινής  παραδόσεως  τοΰ  άπο- 
περατωθέντος  έργου  δυνάμεθα  νά  εϊπωμεν,  ότι  έχει  ίστορίαν  είκοσι- 
τεσσάρων  όλων  αιώνων. 

Αύτη  ή  άπωτάτη  άρχαιότης  δεν  ώκνησε  νάναλάβιρ  μεγάλα  δημό- 
σια έργα.  Περιώνυμοι  εινε  αϊ  τεχνηταί  λίμναι  τών  Αιγυπτίων,  ών 
επιφανέστατη  ή  έπί  τοΰ  βασιλέως  'Αμενέμμη  Γ'  όρυχθεΐσα  ,  αυτή 
εκείνη  ην  ένεκα  παρανοήσεως  της  αιγυπτιακής  λέξεως  μερί,  σημαι- 
νούσης  τήν  λίμνην,  οι  αρχαίοι  "Ελληνες  και  'Ρωμαϊοι  ελεγον  λίμνην 
τοΰ  Μοίριος.  'Αλλά  και  όρυ^ήν  ισθμού  επεχείρησαν  ήδη  οι  Αιγύπτιοι. 
Κατά  τάς  μαρτυρίας  τών  αρχαίων  ό  Σέσωστρις,  όςτις  είνε  ό  βασιλεύς 
της  Αιγύπτου  'Ραμεσσής  ό  Β',  επεχείρησε  τήν  διά  διώρυγος  συνένω- 
σιν  τοΰ  Νείλου  μετά  της    Ερυθράς  θαλάσσης.   Τό  δε  μέγα  τούτο  ερ- 

Έοημοσιεϋθη  τό  πρώτον  έν  τ?,  Εικονογραφημένη   Έατία  τοΰ  1893  σ.  33  χ.  έ. 


—  320   — 

γον  λέγεται  άναλαβών  μεν  και  πάλιν  έπειτα  ό  Αιγύπτιος  βασιλεύς 
Νεχώς,  συντελέσας  δε  τέλος  ό  Δαρείος.  Και  ταύτα  μεν  μαρτυρουσιν 
οι  αρχαίοι,  έπικυρούμενα  και  υπό  σωζόμενων  λειψάνων  του  τοιούτου 
κολοσσιαίου  έργου.  Έν  οέ  ταΐς  παλαιαΐς  ίκείναις  άποπείραις  των  βα- 
σιλέων της  Αιγύπτου,  ει  και  ή  μεταξύ  της  Μεσογείου  και  της  Ερυ- 
θράς θαλάσσης  συγκοινωνία  έγίνετο  εμμέσως  διά  του  Νείλου,  έ'νομεν 
διώρυγα  πρόδρομον  της  του  Σουέζ  χιλιετηρίδας  δλας  προ  του  Λεσσέψ. 
Άνάλογον  συνέβη  και  περί  τον  ίσθμόν  της  Κορίνθου.  Και  έφ'  δσον 
μεν  ό  ελληνικός  κόσμος  ήτο  περιωρισμένος,  οι  "Ελληνες  ναυτίλοι  δεν 
έφαίνοντο  αΐσθανόμενοι  την  έζ  αύτου  έπερχομένην  παρακώλυσιν  της 
συγκοινωνίας,  αλλ '  ότε  άνεπτύχθη  το  έαπόριον  και  η  ναυτιλία,  δτε  ό 
ελληνισμός  δια  των  αποικιών  αΰτοΰ  έπεξετάθη  εις  την  'Ανατολήν 
άμα  και  την  Δύσιν,  δτε  η  Κόρινθος  έπί  των  Κυψελίδων  διά  της 
αποικιακής  πολιτείας  του  Κυψέλου  και  τοϋ  Περιάνδρου  έστελλε  τον 
εις  τα  νάματα  της  Πειρήνης  ποτισθέντα  Πήγασον  πτερωτόν  έπι  τών 
νομισμάτων  της  άφ '  ενός  μεν  μέχρι  τών  παραλίων  της  '  Ιλλυρίας  και 
τών  ακτών  της  Σικελίας ,  άφ'  ετέρου  δέ  μέχρι  του  θρακικού  πελά- 
γους, τα  πράγματα  μετεβληθησαν,  και  ή  φύσις  έπρεπε  να  υποχώρη- 
ση εις  τάς  έμπορικάς  άνάγκας  τοΰ  κορινθιακού  κράτους.  Ή  διθάλασ- 
σος  Κόρινθος  έσκέφθη  να  μεταβάλη  εις  κεφάλαιον  πλούτου  την  φυσι- 
κήν  αυτής  θέσιν,  και  το  κατώρθωσε.  Τά  ναυτιλιακά  τέλη,  άτινα  είς- 
έπραττον  οί  Κυψελιδαι  παρά  τών  δύο  εις  τους  δύο  της  Κορίνθου  λι- 
μένας εϊςπλεόντων  πλοίων,  ήσαν  τών  κυριωτάτων  της  πόλεως  πόρων, 
άλλ '  έτι  μάλλον  ηϋζήθησαν  τά  τέλη  εκείνα  διά  της  ευφυούς  εις  τους 
χρόνους  του  Περιάνδρου  (627-585  π. Χ.)  ανερχομένης  έπινοίας,  ήτις 
εμφαίνει  τον  τρώτον  αγώνα  του  ανθρωπίνου  πνεύματος,  δπως,  άνθι- 
στάμενον  προς  τήν  φύσιν ,  μεταβάλη  εις  εύκολίαν  της  συγκοινωνίας 
τους  ΰπ'  εκείνης  τεταγμένους  φραγμούς.  Συνίστατο  δ'  ή  έπίνοια  εκεί- 
νη εις  τόν  λεγόμενον  δίολκον,  όδόν  κατά  τό  στενότατον  και  όμαλώ- 
τατον  τοΰ  ισθμού  διά  τροχιών  έστρωμένην,  έφ'  ών  επιβιβαζομενα  τά 
πλοία  διειλκύοντο,  διισθμίζοντο,  ί/περισθμίζοντο,  ί/περεφέ- 
ρυντο  ή  ύπερενεωλκοΰντο  άπό  της  ετέρας  τών  θαλασσών  εις  τήν 
άλλην  κατά  τάς  διάφορους  εκφράσεις  τών  αρχαίων.  Άλλ  '  εννοείται, 
Οτι  τό  τοιούτον  ήτο  κατορθωτόν  και  δχι  δύςκολον  διά  μικρά  μόνον 
Τνλοΐα,    αδύνατον    δέ    διά    νήας    μεγάλας    ή    καταφράκτους.    Διό    τά 


—  321   — 

πλοία  τα  θέλοντα  να  ύπερισθμίζωνται  δια  τοϋ  όιόλκου,  ώς  εικός, 
έναυπηγοϋντο  κατά  τάς  διαστάσεις  των  τροχιών  αύτοΰ.  Και  πότε 
μέν  έπαυσε  το  σύστημα  της  υια  του  κορινθιακού  ισθμού  διελκύσεως 
των  πλοίων  άγνοοΰμεν*  άλλα  βέβαιον  είνε,  δτι  έπί  των  βυζαντιακών 
χρόνων  ητο  ήοη  εντελώς  έγκαταλελειμαένον.  και  δια  τοϋτο  ως  τι 
άζιον  ιδίας  μνείας  αναγράφεται  υπό  των  Βυζαντινών  ιστοριογράφων, 
δτι  ό  στρατηγός  της  αυτοκρατορίας  Νικήτας  ό  Ώορΰφας,  πολέμων 
τον  ενατον  αιώνα  προς  τους  Σαρακηνούς,  τάς  νήας  ήγουν  τάς 
τριήρεις  τάς  ^κοηαϊκάς  όιά  της  ξηράς  τον  ΐσθμοϋ  εκ  τής 
Ελλαδικής  θαλάττης  εις  την  δντικήν  περάσας  τους  Κρή- 
τας  Άγαρηνοΐ/ς  έτροποίσατο.  Δεν  θα  φανή  δε  παράδοξον,  δτι 
σύστημα  όμοιον  προς  τό  του  κορινθιακού  διολκου  επενοησε  κατά  την 
μαρτυρίαν  του  Πλουτάρχου  καϊ  ή  βασίλισσα  της  Αιγύπτου  Κλεο- 
πάτρα διά  τον  ίσθμόν  του  Σουέζ,  έπιχειρήσασα  την  δι  '  αϋτοϋ  ύπερ- 
νεώλκησιν  του  αιγυπτιακού  στόλου. 

Ή  δε  διά  της  εγκαταστάσεως  του  όιόλκου  επαύξησα  τοϋ  πλούτου 
της  Κορίνθου  άνέωξε  τους  οφθαλμούς  του  Περιάνδρου,  δςτις,  τολμη- 
ρότατα  διανοούμενος,  έσκέφθη  νά  προοη  και  περαιτέρω  έν  τη  κατα- 
πολεμήσει τών  φυσικών  κωλυμάτων  της  συγκοινωνίας  όιά  της  διο- 
ρύξεως  του  ισθμού.  Άλλα  τό  έργον  ούδ'  έπεχειρήθη  καν  ώς  κολοσ- 
σιαϊον  και  υπερβαίνον  τάς  δυνάμεις  του  άλλως  κραταιού  τυράννου. 
"Ισως  δε  και  ή  Πυθία  ανέστειλε  την  έκτέλεσιν  της  θελήσεως  του 
Περιάνδρου  διά  την  χαρακτηρίζουσαν  τους  αρχαίους  "Ελληνας  εΰλά- 
βειαν  και  την  πτόησιν  προς  έ'ργα  βιαίως  μεταβάλλοντα  την  φυσικήν 
τών  τόπων   κατασκευήν,    Ιργον    ουσαν    τών   θεών. 

Έκτοτ'  έπί  τρεις  δλους  αιώνας  και  πλέον  έπαυσε  πάσα  σκεψις 
περί  τομής  τοϋ  ΐσθμοϋ,  δςτις  άλλως  έν  τοις  πολυκινήτοις  χρόνοις  της 
ακμής  τών  ελληνίδων  πόλεων  ήτο  ή  φυσική  γέφυρα  ή  κατά  γήν  ευ- 
κόλως άγουσα  από  της  Πελοποννήσου  εις  τήν  ήπειρωτικήν  "Ελλάδα. 
Πρώτος  δε  και  πάλιν  μετά  τόν  Περίανδρον  άναλαβών  τό  σχέδιον  της 
διορύξεω:  τοϋ  ΐσθμοϋ  υπήρξε  κατά  τό  μεταίχμιον  τοϋ  τετάρτου  προς 
τόν  τρίτον  πρό  Χρίστου  αιώνα  Δημήτριος  ό  Πολιορκητής.  Τότε  δε 
πρώτον  αναφέρεται  ώς  αίτιον  τη;  παρακωλύσεως  τών  άρξαμένων,  ώς 
φαίνεται,  εργασιών  τοϋ  Δημητρίου  ό  λόγος  εκείνος,  δςτις  καϊ  έπειτα 
μετά  αιώνας  εχρησίμευσεν  εις  τόν  Νέρωνα  ώς  πρόφασις  προς  διακοπήν 

2ΠΓΡ.    Π.    ΛΛΜΠΡΟΓ,    ΜΙΚΤΑί    ΕΕΛΙΔΕΕ  *1 


—  322  — 

των  έ'ργων  της  ύπ'  αυτού  έπιχειρηθείσης  τομής.  Λέγεται  δήλα  δη,  δτ^ 
ό  Πολιορκητής  έκωλύθη  υπό  αρχιτεκτόνων,  εκφραζόντων  τήνγνώμην, 
Οτι  ή  θάλασσα  του  κορινθιακού  κόλπου  ήτο  υψηλότερα  της  του  σα- 
ρωνικοΟ  και  ότι,  εΐςρε'ουσα  κατά  ταύτα  μεθ'  ορμής  μετά  την  συντέ- 
λεσιν  των  έργων  εις  το  σαρωνικόν  πε'λαγος,  έμελλε  νά  καταπόντιση 
την  Αϊγιναν  και  τα  λοιπά  περικείμενα  νησίδρια.*Ητο  δε  τούτο  γνώμη 
των  Αιγυπτίων  γεωμετρών,  και  ταύτα  κατ'  άναλογίαν  των  δοξαζο- 
αενων  περϊ  της  Ερυθράς  θαλάσσης,  δτι  ήτο  μετεωροτέρα  τής  Αιγύ- 
πτου και  ότι  επομένως,  διακοπτόμενου  του  μεταξύ  ισθμού,  έμελλε  νά 
κατακλυσθή  ή  Αίγυπτος.  Ή  δόξα  δε  αύτη  των  Αιγυπτίων  γεωμε- 
τρών  φαίνεται  παρακωλύσασα  κατά  τιν'  άρ^αίαν  μαρτυρίαν  τόν  βα- 
σιλέα των  Περσών  Δαρείον  νά  συντέλεση  την  συνένωσιν  τής  Μεσο- 
γείου   προς  την    Έρυθράν    θάλασσαν,  περί  ης  έγεινε    λόγος    ανωτέρω. 

Ή  διόρυξις  τοϋ  ισθμού,  και  πάλιν  όπωςδήποτε  παρακωλυθεΐσα  έπί 
Δημητρίου  τού  Παλιορκητοΰ,  αναβάλλεται  εκ  νέου  επί  αιώνας,  άλλα 
μόνον  αναβάλλεται.  Άπό  δε  τού  πρώτου  προ  Χριστού  αιώνος  ανα- 
κύπτει και  πάλιν  εκάστοτε  ή  περί  αυτής  σκεψις.  Ούτω  διενοήθησαν 
την  διόρύζιν  ό  Καίσαρ,  όςτις  και  την  ύπο  Μομμίου  καταστραφεϊσαν 
Κόρινθον  άνέκτισε  τω  79  π.  Χ.  ώς  ρωμαϊκήν  άποικίαν,  έπειτα  δε  ό 
αυτοκράτωρ  Καλιγολας  μετά  όγδοήκοντα  και  εξ  έ'τη,  τω  40  μ.  Χ. 
Έγειναν  δ'  επί  τού  αύτοκράτορος  εκείνου  και  αϊ  πρώται  προς  έκτελε- 
σιν  του  έργου  αναγκαία•-  παρασ*ευαί  διά  τής  γεωμετρήσεως  τού  εδά- 
φους" άλλ'  ό  μετά  τινας  μήνας  τον  Ίανουάριον  τού  41  επελθών  φό- 
νος τού  Καλιγολα  ανέστειλε   τά  έργα. 

Ανέλαβε  δε  και  πάλιν  αυτά  μετ'  ολίγα  έ'τη  ό  Νέρων.  Ο  ωμός  εκεί- 
νος άνήρ,  όςτις  δεν  εΐχεν  όκνήσει  νά  φονεύση  τήν  σύζυγον  και  την 
μητέρα,  εν  τή  κενοφρονι  αυτού  και  άλλοκοτω  άγαπη  προς  τάς  καλας 
τέχνας  την  Ελλάδα  έθεώρει  ως  στάδιον  λαμπρον  επιδείξεως  τών 
αγωνιστικών  του  χαρισμάτων.  Κατεχόμενος  δ'  αυτόχρημα  υπό  διψης 
στέφανων,  κατήλθεν  εις  την  Ελλάδα  τω  66  μ.  Χ.,  και,  καταρζά- 
μενος  τής  παράδοξου  του  καλλιτεχνικής  περιοδείας  άπό  τής  Κερκύ- 
ρας, συναπεκομισε  κατά  την  υπέρ  το  έτος  διαρκέσασαν  διαμονήν  του 
εν  ταϊς  έλληνικαϊ:  πόλεσι  χίλιους  οκτακόσιους  και  οκτώ  στεφάνους, 
ους  οί  "Ελληνες,  γελοιοποιοΰντες  τά  πάτρια,  έχορήγουν  εις  τόν  βραγ- 
χνόφωνον    ψάλτην    και    κήρυκα,    εις  τον  άδεξιον    τραγωδόν,    εις  τόν 


—  323  — 


άνεπιτήδειον  άραατηλάτην.   Εΰγνωαονών  δ'  ό  αυτοκράτωρ  προς  τους 
εύκολους    απογόνους    των   "Ολυμπιονικών,    βκήρυξβ    υ,έν   ίν  τω   ίσθαψ 


Οι 
Ο 


'ί 


δια  της}  βραγχνης   φωνής   το  άνέλπί^τον   δίόρτίμα   όπερ   παρεϊγεν 
«ς  την  εύγενεστάτην   Ελλάδα,  την  έλευθερίαν  και  άνειςφο- 


—  324  — 

ρίαν,  απεφάσισε  δε  να  επίστεψη  την  δαφνηφόρον  αύτοΰ  περιοδείαν 
δια  της  εκτελέσεως  του  έργου,  όπερ  μάτην  εΐχον  διανοηθή  η  επιχει- 
ρήσει προ  αυτού  ό  Περίανδρος,  Δημήτριος  ό  Πολιορκητής,  ό  Καίσαρ 
και  ό  Καλιγόλας. 

Κυρίως  εις  τήν  χαριέσσαν  γραφίδα  του  Λουκιανού,  γράψαντος  διά- 
λογον,  δςτις  επιγράφεται  Νέρων  η  περί  τϊ\ς  όρυχης  τον  ίαθμον, 
χρεωστούμεν  ίκανάς  λεπτομέρειας  περί  της  νερώνειου  επιχειρήσεως. 
Το  σχέδιον  της  τομής  έκ  του  ισθμού  δεν  ήτο  των  προτε'ρων  ύπ'  αυτού 
προβεβουλευμένον,  άλλ'  έπήλθεν  αίφνης  εις  αυτόν  κατ'  αυτήν  τήν  έν 
Ελλάδι  διαμονήν  έξ  έρωτος  μεγαλουργίας.  Έπεθΰμησε  να  μιμηθη 
τήν  υπό  των  Αχαιών  ποτέ  μυθευομένην  άποτομήν  της  Ευβοίας  από 
της  Βοιωτίας  δια  του  Ευρίπου  και  τήν  υπό  του  Δαρείου  γεφύρωσιν 
του  Βοςπόρου.  Άποφασίσας  δε  να  επιχείρηση  τό  μέγα  έ'ργον,  έτέλεσε 
τα  εγκαίνια  επί  τό  θεατρικώτερον.  Και  πρώτον  μέν  έψαλεν  ΰμνον  εις 
τήν  Άμφιτρίτην  και  τον  Ποσειδώνα  και  βραχύ  άσμα  είς  τόν  Μελι- 
κ,έρτην  και  τήν  Λευκοθεαν,  μετά  δε  ταΰτα  έλαβε  δίκελλαν  χρυσήν  έκ 
τών  χειρών  τοϋ  μέχρις  εκείνου  του  χρόνου  πρό  της  υπό  του  Νέρωνος 
απελευθερώσεως  της  Ελλάδος  ανθυπάτου  της  Αχαία,,  και  έπληξε 
τήν  γήν  τρις  δια  της  δικέλλης  εκείνης.  Γενομένης  δε  ούτω  της  ενάρ- 
ξεως του  έργου  δι'  αυτής  της  χειρός  του  αϋτοκράτορος,  ήρχισεν  ή 
τομή  συντόνως  ύπο  τών  τεταγμένων  εργατών.  Ανήρχοντο  δε  ούτοι 
είς  πολλάς  χιλιάδας,  τοϋτο  μεν  έξ  Ελλήνων  δεσμωτών  έκ  τών  ελ- 
ληνικών νήσων  και  έξ  αιχμαλώτων,  έν  οίς  χ.αί  έζακιςχίλιοι  Ιουδαίοι 
ζωγρηθέντες  υπό  τοΰ  έξ  Αχαίας  τφ  67  π.  Χ.  εις  τήν  έν  άποστασίι; 
εύρισκομένην  Ίουδαίαν  άποσταλέντος  Βεσπασιανού  τοϋ  επειτ'  αύτο- 
κράτορος,  τοΰτο  δ'  έκ  της  στρατιάς  της  παρακολουθούσης  τόν  Νέρωνα. 
Μεταξύ  δε  τών  είς  τήν  όρυχήν  τοΰ  ισθμού  καταδεδικασμένων  ήτο  καϊ 
ό  εις  Γύαρον  έξωρισμενος  φιλόσοφος  Μουσώνιος  'Ροΰφος,'  άχθείς  έξ 
εκείνης  της  νήσου.  Και  εις  μέν  τους  δεσμώτας  και  αιχμαλώτους  επε- 
βλήθη τό  δυςχερέστερον  μέρος  της  εργασίας,  ή  εκσκαφή  τών  βραχω- 
δών μερών,  ή  δέ  στρατιά  ανέλαβε  τα  επίπεδα  και  γεώοη.  Άλλα  μετ 
έργασίαν  ικανών  ήμερων  διεκόπησαν  αίφνης  τά  έργα  προς  χαράν  μεν 
τών  πολλών,  λύπην  δέ  τών  ολίγων.  Και  έχαιρον  μέν  οί  πολλοί,  διότι, 
υπό  δεισιδαιμονίας  κατεχόμενα  τα  πλήθη  δυςαρέστως  και  μετά  φόβου 
έβλεπον    μεταβαλλόμενον    τό    έργον    τών    θεών    υπό   τού   μητραλοίου. 


—  325  — 

Και  διεδίδετο  λοιπόν,  ότι  αϊ  ι/ α  άνέβλυσε  κατά  τα  πρώτα  πλήγματα 
της  γης  υπό  των  ορυττόντων,  και  ίπίστευον,  ότι  εζηκούοντο  οίμωγαί 
και  μηκυθμοί  και  ότι  φαντάσματα  πολλά  παρουσιάζοντο.  Έλυποϋντο 
δ'  οί  ολίγοι  και  νοημονέστεροι,  άτε  αναλογιζόμενοι  την  εκ  της  δια- 
κοπής της  όρυνής  έπερχομένην  εις  την  συγκοινωνίαν  ζημίαν. 

Ούτω  ποικίλα  ήσαν  τά  αισθήματα  δι'  ών  οί  Έλληνες  είχον  ύπο- 
δε/9ή  την  έπι/είρησιν  του  Νέρωνος,  οτε  ό  αυτοκράτωρ,  όςτις  μετά 
την  έ'ναρζιν  των  εργασιών  είχεν  άποσυρθή  εις  την  Κόρινθον,  φαντα- 
ζόμενος,  δτι  διά  τών  τριών  κτύπων  της  χρυσής  του  δικέλλης  είχβν 
ύπερβή  τους  άθλους  του  Ηρακλέους  πάντας,  εδωκεν  αίφνης  τήν  δια- 
ταγήν  νά  παύσωσιν  αί  έργασίαι  της  τομής.  Ώς  λόγος  δε  τής  διακο- 
πής έφέρετο  ή  γνώμη  τών  Αιγυπτίων  γεωμετρών,  οίτινες,  μετροΰντες 
το  ΰψος  εκατέρας  τών  θαλασσών,  εί/ον  άποφανθή.  ότι  αύται  δεν  ήσαν 
ισόπεδοι,  άλλ'  ή  περϊ  το  Λέχαιον,  ήτοι  ό  κορινθιακός  κόλπος,  ήτο 
υψηλότερα  τοϋ  σαρωνικοΰ'  κατά  ταΰτα  δε  υπήρχε  φόβος  μη,  έπιχυ- 
θέντος  τοσούτου  πελάγους,  μετά  τήν  διόρυξιν  του  ΐσθμοΰ  άπενεχθή 
υποβρύχιος  ή  Αίγινα.  Έγεινε  λοιπόν  και  τότ'  έπΐ  Νέρωνος  χρήσις  τοΰ 
αΰτοΰ  εκείνου  λόγου,  δι'  όν  είχεν  άποστή  του  έργου  ώς  κινδυνώδους 
προ  τετρακοσίων  σχεδόν  ετών  Δημήτριος  ό  Πολιορκητής.  Άλλ'  οί 
τοιούτοι  φανταστικοί  κίνδυνοι  υπήρξαν  μόνον  πρόφασις  διά  τον  Νέ- 
ρωνα προς  παΰσιν  τών  εργασιών.  Αληθής  δ'  αίτια  ήτο  ή  ανάγκη  τής 
εσπευσμένης  αΰτοΰ  άνα/ωρήσεως  έζ  Ελλάδος  ένεκα  τών  ανησυχητι- 
κών αγγελμάτων,  άτινα  είχεν  έπιστείλει  εις  αυτόν  ό  έπιτροπεύων  τον 
αυτοκράτορα  •ν  'Ρώμη  απελεύθερος  "Ηλιος.  Και  αληθώς  ό  Νέρων, 
σπεύσας  εις  τήν  'Ρώμην,  είδε  μετ'  ου  πολύ,  ότι  δεν  ήτο  δυνατόν 
νάποσοβηθή  ή  κατ'  αΰτοΰ  έν  τω  κράτει  έκραγεϊσα  θύελλα. 

Και  ή  μεν  έν  τη  λουγδουνική  Γαλατία  πρώτη  άναφανεΐσα  Ιπανά- 
στασις  τοΰ  Ιουλίου  Οΰίνδικος  δεν  ΐσχυσε  νά  λάβη  διαστάσεις  επικίν- 
δυνους, και  άπέληξεν  εις  τήν  ήτταν  και  τόν  φόνον  τοΰ  έπαναστά- 
του.  Άλλ'  ό  τι  δεν  κατώρθωσεν  ό  Ούίνδιξ  ήδυνήθη  νά  έπιτύνη  μετ' 
ού  πολύ  ό  Γάλβας,  όςτις,  ανακηρυχθείς  ΰπό  τών  λεγεωνών  αυτοκρά- 
τωρ αντί  τοϋ  μισητού  Νέρωνος,  ανέλαβε  τόν  κατ'  αυτού  αγώνα, 
ου  συμμετέσχεν  αυτή  ή  σύγκλητος  τών  ' Ρωμαίων.  Οΰτω  δε  ολίγους 
μήνας  μετά  τήν  τελευταίαν  του  σκηνικήν  έπίδειζιν,  τήν  κατά  τά  εγ- 
καίνια τών  έργων  τής  όρύξεως  τοΰ  ισθμού,  ό  Νέρων,   όν  δεν  ήδυνήθη- 


—  356  — 

σαν  να  σώσωσιν  οι  χίλιοι  οκτακόσιοι  ελληνικοί  στέφανοι,  άπέθνησκε 
τον  Ίούνιον  του  68  μ.  Χ.  θάνατον  οΐκτρόν  δια  χειρός  τίνος  των  απε- 
λεύθερων του  εν  τινι  έπαύλει  πλησίον  τη:  'Ρώμης.  φυγάς  έχ  της  πό- 
λεως, υπό  της  συγκλήτου  καταδεδικασμένος  ώς  προδότης  της  πατρί- 
δος,  μισούμενος  υπό  πάντων. 

Οί  αρχαίοι,  ποιούμενοι  λόγον  περί  τη-  δοξασίας  εκείνης  των  Αιγυ- 
πτίων αρχιτεκτόνων,  ης  δϊς  έ'γεινε  χρήσις  προς  διακοπήν  των  έρ- 
γων του  ίσθμοΰ,  δεν  άποκρύπτουσι  την  είρωνείαν  αυτών,  σκώπτοντες 
ταύτην  την  γνώμην  ώς  άνεπιστήμονα  και  εσφαλμένην.  Άλλ'  αύτη 
ύπό  τών  πραγμάτων  αυτών  μέχρι  τινός  μόνον  απεδείχθη  άνεπίστατος. 
Τό  γελοϊον  δήλα  δη  έν  αυτή  έγκειται  ει:  τόν  φόβον  περί  κινδύνου 
της  Αίγίνης.  Άλλ '  ή  παρατήρησις,  ότι  τα  ύδατα  τών  δύο  θαλασσών 
δεν  είνε  ισόπεδα,  δεν  ήτο  φαντασιοκοπία  ,  άλλ'  έστηρίζετο  πράγματι 
εις  παρατηρήσεις,    έπιβεβαιωθείσας  ύπό  της  νεωτέρας  επιστήμης. 

Αληθώς  μ'  έβεβαίωσεν  ό  φίλο:  κ.  Αντώνιος  Μάτσας  ό  κατά  την 
τελευταίαν  τριετίαν  διευθύνας  τα  έργα  της  τομής  μετ'  έξοχου  και  τε- 
λεςφόρου  επιτυχίας,  ότι  δια  τών  εν  τω  μίταςύ  τούτω  χρόνω  κατ' 
επανάληψιν  γενομένων  χωροσταθμήσεων  απεδείχθη,  ότι  ή  θάλασσα 
του  κορινθιακού  κόλπου  είνε  κατά  εί'κοσιν  εκατοστά  υψηλότερα  της 
του  σαρωνικοϋ.  Και  ίσως  μεν  οί  Αιγύπτιοι  γεωμέτραι  έφαντάζοντο 
αεγαλειτέραν  την  διαφοράν'  άλλ'  όπωςδήποτε  ή  βεβαίωσις  της  γνώ- 
μης αυτών  κατ'  οΰσίαν  αποδεικνύει  την  σχετικώς  μεγάλην  πρόοδον 
της  χωροσταθμητικής   παρ'  Αΐγυπτίοις. 

Και  ταΰτα  μέν  περί  τών  επί  Νέρωνος  εργασιών  προς  τομήν  του 
ίσθαοΰ,  τών  και  κυριωτάτων  έν  τη  άρχαιότητι,  ων  αξιόλογα  περιεσώ- 
θησαν  ίχνη  μέχρι  τών  καθ'  ήμας  γροΜων.  Κατά  την  περιγραφήν  αν- 
δρός εΐδημονεστάτου  τών  κατά  τήν  Πελοπόννησον,  του  Έρνέστου 
Κουρτίου,  είνε  ορατά  κατά  την  δυτικήν  παραλίαν  τοϋ  ισθμού  ου  μα- 
κράν τοϋ  στενότατου  αυτού  μέρους  προφανή  ϊχνη  της  άρξαμένης  ορύ- 
ζεως.  Έπϊ  ί'κτάσεως  διςχιλίων  τετρακοσίων  ποδών  τό  έξ  άμμου  και 
εύθράστων  λίθων  έδαφος  ϊϊνε  άνεσκαμμένον  εις  πλάτος  μέν  διακοσίων 
ποδών,  εις  μικρόν  δε  βκθο:.  Άμφοτέρωθεν  δ'  αναγνωρίζονται  οί  έκ- 
λειανθέντες  βράχοι  και  κατά  το  νότιον  χείλος  της  όρυχθείσης  τάφρου 
κλίμαξ,  άνω  δ'  αυτής  οί  σωροί  τών  έκσκαφέντων  χωμάτων.  Προς 
ανατολάς  δε  είνε  ορατός  ό  έκ  βράχων   απότομος    τοίχος,  όπου  έστα- 


—  327  — 

μάτησαν  αί  ίργασίαι.  Και  περαιτέρω  δε  μέχρι  των  μέσων  του  ΐσθαοΰ 
εΐνε  εύπαρακολοΰθητος  ή  διαγραφή  τής  γραμμής  των  έργων.  Τοιαύτα 
τα  περισωθέντα   λείψανα  της  νερώνειου  εκσκαφής  του  ΐσθμοΰ. 

Έκτοτε  παρήλθον  αιώνες  πολλοί  πριν  η  γείνη  και  πάλιν  λόγος 
περί  διορύξεως  του  ΐσθαοΰ.  Ή  κατάστασις  της  Ελλάδος  δεν  επέ- 
τρεπε τοιαύτην  σκέψιν.  Ουτ'  έτι  της  ρωμαϊκής  κυριαρχίας  μετά  τον 
Νέρωνα  ουτ'  έπί  των  Βυζαντινών,  δτε  άπαραγνώριστος  εινε  παρακμή 
τις  της  ενταύθα  Ελλάδος,  αναφέρεται  νέα  όρυχής  απόπειρα.  Έν 
περιπτώσει  δ'  απολύτου  ανάγκης  έγίνετο  μόνον  ύπερνεώλκησις  τών 
πλοίων  διά  του  ΐσθμοΰ,  ώ:  εί'δομεν  γενόμενον  τοΰτο  τον  ε"νατον  αιώνα 
υπό  του  Ώορύφα.  Και  ότε  δε  ή  Πελοπόννησος  ήκμασε  πως  και  πά- 
λιν ώς  ί'διον  δεσποτάτον  επί  τών  Παλαιολόγων,  ούτε  ή  προς  αλλή- 
λους διχόνοια  τών  δεσποτών,  ούτε  οι  άλλοι  αυτών  αγώνες  άφήκαν 
εις  αυτούς  καιρόν  νά  σκεφθώσι  περί  διορύξεως  του  ΐσθμοΰ,  προς  όν 
άλλως  άπητοΰντο  πόροι  κολοσσιαίοι,  ων  έστεροΰντο.  Και  όμως  εΐπερ 
ποτέ  θα  ήτο  τότε  ευκταία  ή  θαλάσσωσις  του  αΰ/ένος  εκείνου  της  γης, 
όςτι;  ήτο  ή  γέφυρα  δι'  ης  ευκόλως  τα  τουρκικά  στίφη  κατέβαινον 
ήδη  εις  τήν  Πελοπόννησον.  Μάτην  οι  Παλαιολόγοι  έτείχισαν  εκ  νέου 
τον  ίσθμόν.  Τά  τείχη  αυτών  υπήρξαν  ανίσχυρα  νά  προτάξωσι  φρα- 
γμόν  εις  τήν  όρμήν  του  κατακτητοΰ. 

Ή  Πελοπόννησος  Ιφάνη  άναλαμβάνουσα  και  πάλιν  Ιπϊ  της  τρια- 
κονταετούς ^ενετοκρατίας  (1687-1718).  Τότε  δε  μεταξύ  τών  άλ- 
λων έν  τη  χερσονήσω  επιχειρηθέντων  έργων  ή  εύανδρος  βασίλισσα 
τών  θαλασσών  συνεϊδεν  οποίας  ασφαλείας  πρόξενος  ήδύνατο  νάποβή 
ει:  την  νέαν  αυτής  κτήσιν  ή  όρυχή  του  ΐσθμοΰ.  Ου  μόνον  ή  ναυσι- 
πλοΐα της  γαληνότατης  δημοκρατίας  έμελλε  νά  λάβη  δι'  αυτής  έ'κτα- 
κτον  έπίδοσιν  και  διευκολυνθή  ό  «κ  τών  τεναγών  τοΰ  Άδρίου  πλους 
τών  βενετικών  τριηρών  εις  τάς  θάλασσας  τής  Ανατολής,  μεθ'  ων  οί 
Βενετοί  διεξήγον  ζωηρόν  έμπόριον,  αλλά  και  αυτής  τής  Πελοποννή- 
σου η  κτήσις  έμελλε  νάποβή  ασφαλεστέρα  διά  τής  διακόψεως  τής  γέ- 
φυρας, δι' ης  ήδυναντο  και  πάλιν  νά  κατέλθωσιν  εις  τήν  χερσόνησον 
οί  Τοΰρκοι  τής  "Ρούμελης. 

Επεχείρησαν  λοιπόν,  καθ'  ά  φαίνεται,  και  οί  Βενετοί  τήν  τοαήν 
του  ΐσθμοΰ,  αλλά  δυςτυχώς  μέχρι  τοϋδε  περί  ταύτης  αυτών  τής  επι- 
χειρήσεως λείπουσιν  ειδήσεις  ασφαλείς.  Μόνον   δε   ή  κοινή  παράδοσις 


—  328  — 

διηγεϊτο  μέχρι  προ  ολίγου  χρόνου  εις  τους  περιηγητάς,  ότι  οι  Βενε- 
τοί ήρχισαν  τάς  εργατιάς  αυτών  τό  πρώτον  κατά  την  προς  τον  κο- 
ρινθιακόν  κόλπον  παραλίαν.  Άλλ'  ήναγκάσθησαν  να  ύποχωρήσωσιν 
έντρομοι,  ίοόντες  άναβλΰζον  αίμα  κατά  την  πρώτην  αυτών  έκείνην 
άπόπειραν.  Πειραθέντες  δε  και  πάλιν  κατά  τάς  άκτάς  του  σαρωνι- 
κοΰ,  παρέστησαν  και  έκεϊ  προ  του  αύτοϋ  θεάματος,  και  ήναγκάσθη- 
σαν  νάποστώσι  τελείως  του  έργου. 

Τό  προ  των  ομμάτων  τών  Βενετών  σκαφέων  άναβλΰζον  εκείνο  αί- 
μα ενθυμίζει  την  διήγησιν  τών  άρναίων  περί  της  αυτής  διοσημίας 
ώς  έμφανισθείσης  κατά  την  υπό  του  Νέρωνος  έπιχειρηθεϊσαν  όρυχήν. 
«Νέον  είνε  μόνον  ό  τι  έγήρασε»  θά  έπανελάμβανεν  ό  0Η&1106Ι*.  Άλλα 
και  τότε,  ώς  έπί  του  Νέρωνος  ή  καταμέτρησις  τών  Αιγυπτίων  γεω- 
μετρών,  ή  διοσημία  εκείνη  μόνον  πρόφασις  προς  έγκατάλειψιν  του  έρ- 
γου υπήρξε  προφανώς.  Πολύ  δε  μάλλον  άπέστησε  τους  Βενετούς  τής 
επιχειρήσεως  τό  δύςεργον  αυτής  και  ή  βραχεία  διάρκεια  τής  εγκατα- 
στάσεως αυτών  εν  Πελοπόννησο),  ην  ήναγκάσθησαν  και  πάλιν  νάπο- 
δώσωσιν  εις  τους  Τούρκους  συνωδά  τη  εν  Πασσάροβιτς  συνομολογη- 
θείση  συνθήκη  (1718). 

Ή  απόπειρα  δ'  εκείνη  τών  Βενετών  είνε  ή  τελευταία  μέχρι  τών 
καθ'  ημάς  χρόνων.  "Εκτοτε  μέχρι  τής  έν  ταϊς  καθ'  ημάς  ήμέραις 
συντελέσεως  τοϋ  έργου  μόνον  σκέψεις  και  μελέται  εγειναν.  Άφ'  οΰ  δ' 
έμελλε  τό  έργον  νάχθή  τέλος  εις  πέρας  δι'  Ελλήνων,  άς  μη  λησμο- 
νηθή  ενταύθα,  ότι  και  προ  τής  υπό  τοϋ  στρατηγού  Τύρρ  έγκαινίσεως 
τής  τελευταίας  επιχειρήσεως  "Ελλην  μηχανικός,  ό  έκ  Κρήτης  Λεω- 
νίδας Λυγούνης,  ήδη  τψ  1855,  διευθύνων  τά  έργα  του  Νείλου,  έσχε- 
δίασε  τήν  διόρυζιν  τοϋ  ίσθμοϋ.  Άλλ'  ή  έκτέλεσις  τοϋ  κολοσσιαίου  έρ- 
γου εθεωρείτο  τότε  δνειρον,  και  μόνον  μετά  τήν  τομήν  τοϋ  ίσθμοϋ 
τοϋ  Σουέζ  ήδυνήθη  ή  νεωτέρα  επιστήμη,  επικουρούμενη  υπό  τών  με- 
γάλων κεφαλαίων  τοϋ  λήγοντος  δεκάτου  ένατου  αιώνος,  νά  έλέγξη 
ήκιστα  προφητικήν  τήν  πρόρρησιν  Απολλώνιου  τοϋ  Τυανέως.  όςτις, 
έλθών  εις  τον  ΐσθμόν  επτά  ετη  προ  τοϋ  Νέρωνος,  ειπεν  Ούτος  Ο 
αύχτιν  της  γης  τετμήσεται,  μάλλον  δ'  ον. 


ΤΟ   ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ    ΠΑΡ'  ΕΛΛΗΣΙ 
ΚΑΙ  Η  ΠΟΙΗΣΙΣ  ΤΩΝ  ΒΤΖΑΝΤΙΑΚΩΝ  ΣΦΡΑΓΙΔΩΝ  * 


Α' 


Ό  διατριβών  περί  την  άρχαίαν  τέ/νην  δεν  δύναται  να  έννοήση 
όλον  τό  μεγαλεΐον  αυτής  και  την  χάριν  περιοριζόμενος  εις  την  μελέ- 
την  του  Παρθενώνος  και  του  Έρμου  του  Πραξιτέλους,  άλλ'  ανάγκη 
να.  σπουδάση  και  περί  τα  μικρουργήματα  των  άρ/αίων  τα  έξ  όπτής 
γης  και  ύέλου,  τα  νομίσματα  και  τους  σφραγιδολίθους.  Όμοίως  και 
0  άποθαυμάζων  την  χάριν  του  έπους  των  Ελλήνων,  τό  ΰψος  της 
λυρικής  ποιήσεως  και  το  μεγαλεΐον  του  δράματος  θα  μείνη  άγευστος 
ίν  μέρει  τής  δλης  αρετής  τής  ελληνικής  '.'οιήσεως.  αν  αγνόηση  τό  επί- 
γραμμα, την  μικρογραφίαν  ταύτην  τής  έλληνίοος  Μούσης.  Ώς  δ'  εύ- 
φυώς  έρρήθη,  ότι  ό  σφραγιδόλιθος  των  αρχαίων  είνε  οίον  τι  επί- 
γραμμα τής  αρχαίας  τέχνης,  οΰτω  δυνάμεθα  να  εϊπωμεν  περί  του 
επιγράμματος,  ότι  είνε  ό  δακτυλιόλιθος  τής  αρχαίας  ποιήσεως.  Παρά 
λαω  έζόχως  ρητορικώ  και  δηκτικω  και  ζώντι  βίον  μάλιστα  ΰπαίθριον 
ή  γέννησις  και  άνάπτυξις  του  επιγράμματος  ήτό  τι  φυσικόν  και  οΐκεΐον. 
Μία  επιτυχής  έννοια,  εν  έπιτήδειον  προςφώνημα,  ή  εύστοχος  εΰρεσις 
του  χαρακτηριστικού,  του  επικαίρου,  του  εικονικού,  τοϋ  δηκτικού, 
του  σκωπτικού,  συνδεόμενη  μετά  σοβαρας  βραχυλογίας,  άπετέλει  τό 
επίγραμμα.  Διά  τούτο  έν  τοις  κλασικοΐς  χρονοις  ίθεωρεϊτο  ώς  άπαρ- 
αίτητον  προϊόν  του  καλοΰ  επιγράμματος  ή  συντομία.  Κατά  τον  έπι- 
γραμματοποιόν  Κύριλλον 

Πάγκαλόν  έο"τ'  επίγραμμα  τό  δίδτιχον  Ια  ν  δε  παρέλθι^ς 
τους  τρεις,  ραψωδεϊς,  κούκ  επίγραμμα  λέγεις. 

Έδημοσιιύθη   τό   πρώτον  έν  τη    Εστία  Τόμ.  Κ'  (13  και  20  "Οκτωβρίου   1885) 
σ.  701  κ.  έ.,  716  κ.  Ι. 


—  330  — 

Και  δεν  ετηρεϊτο  μέν  ή  αρχή  αύτη  πάντοτε"  άλλ'  όμως  δυνάμεθα 
να  εΐπωμεν,  ότι  τα  χριστά  τών  αρχαίων  επιγραμμάτων  είνε  μνη- 
μεία βραχύτητος  Ό  αρχαίος  ελληνικός  κόσμος  δεν  ένετούφα  εις  το 
κολοσσιαΐον  μία  τών  κυριωτάτων  αύτοΰ  αρετών  υπήρχε  το  σύιχμε- 
τρον  και  εΰπερίγραφον  Οΰτω  δυο  μόνον  στίχοι  ήρκεσαν  εις  τον  Σι- 
μωνίδην,  όπως  περιλάβη  διά  μεγαληγόρου  άπλότητος  πάν  ο  τι  ηθέ- 
λησε να  εϊπη  περί  τών  μεγάλων  νεκρών  τών  Θερμοπυλών.  Οΰτω  δια. 
τεσσάρων  μόνον  στίχων  παρέστησεν  ό  Πλάτων  την  Λαίδα  άναθέτου- 
σαν  ε'.ς  την  Παφίαν  τό  κάτοπρον,  όπεο  δεν  ήδύνατο  πλέον  νά  δείξη  το 
εις  άεί  παρελθόν  κάλλος.  Δι'  εΰγράμμων  χαρακτήρων  έγκολαπτόμενα 
επί  τών  επιτύμβιων  στηλών  ότέ  μεν  ήσαν  χαρακτηριστική  δήλωσις 
του  ονόματος  καϊ  γένους  του  θανόντος,  ότέ  δε  συγκινητική  κραυγή 
οδύνης  και  άλλοτε  ηθική  παραίνεσις  προς  τους  επιζώντας,  συχνότατα 
δέ  είκών  αφελής  άλλα  και  μεγαλοπρεπής  του  βίου  του  μεταστάντος. 
Έπί  τών  αρχαίων  επιτύμβιων  επιγραμμάτων,  μάλιστα  τών  αττι- 
κών, διαπνέει  τό  γλυκύ  εκείνο,  εις  τόν  άρχαϊον  κόσμον  ιδιάζον  αί- 
σθημα της  ευθανασίας,  όπερ  εις  τό  μάρμαρον  ίνέγλυφεν  ή  άτθίς  σμίλη. 

Σωφροσύνη  και  δικαιοσύνη,  άγαθότης  και  αρετή  είνε  αί  κυριώ- 
ται  τών  εις  τους  νέγρους  αναφερομένων  ιδιοτήτων.  Δεν  εΐνε  άμοιρα 
σώφρονος  οδύνης  τα  επιτύμβια  τών  ώκυμόρων,  ήτοι  προ  ώρας  θανόν- 
των, τών  άκακων  νηπίων,  τών  έφηβων,  τών  άγαμων  παρθένων  ή  τών 
κειμένων  μακράν  της  πατρώας  γης.  Έπϊ  του  τάφου  της  ανύμφευτοι 
Φρασικλείας  έπεγράφη,  ότι  θα  όνομάζηται  πάντοτε  '.όρη,  αντί  γάμοι 
παρά  θεών  τοΰτο  λαχοϋσα  τό  δνομα.  Σοβαρά  εϊνε  τά  έπιγραφέντι 
εις  τους  τάφους  τών  εν  πολέμω  πεσόντων,  οί  δέ  μηδοφόνοι  ετυχον 
τών  άπ'  άοίστης  λύρας  επιτύμβιων.  Άλλ'  όπόσον  σεμνή  ήτο  ή  επι- 
τύμβιος Μούσα  θρηνούσα  τους  πολεμιστάς  δεικνύει  πλην  τών  έπι. 
φανών  επιγραμμάτων  ποιητών  οίος  ό  Σιμωνίδης  τό  εζής  δίστιχοΝ 
άγνωστου  έπιγραμματοποιου,  γραφέν  επί  του  τάφου  Ληναίου  του  υίοϊ 
του  Αρτεμιδώρου" 

Καϊ  τό  πριν  έν  πολέμοις  τηρών  πύργον,  παροδΐτατ, 
■και  νϋν  τηρήόω,  ώς  δύναμαχ,  νέκυς  ών. 

"Αλλοτε  δέ  οί  έπιγραμματογράφοι,  οιονεί  παίζοντες  μετά  του  θα- 
νάτου,   δέν    άπηξίουν   νά   χαράττωσιν    επί    τών  στηλών   λογοπαίγνυ 


—  331   — 

αναφερόμενα  εις  τό  δνομα  του  θανόντος.  Έπϊ  του  σήματος  γλύπτου 
τινός  καλουμένου  Εΰτυχίδου  ό  ποιητής  παριστάνει  τον  νεκρόν  λέγοντα, 
ότι  ό  δαίμων  άφαρπάσας  αυτόν  νεώτατον  εις  τον  "Αδην  κατέστησεν 
αυτόν  ψευδώνυμον.  'Επΐ  δε  της  νεκρικής  στήλης  Άθηνχίου  τινός  κα- 
λουμένου Κρίου,  ήτοι  φέροντος  τό  δνομα  του  κριοΰ.  έγράφη,  ότι  ό 
κείμενος  έχει  τό  δνομα  κριού,  άλλ'  όμως  έσχε  ψυχήν  ανδρός  δικαιο- 
τάτου. Ενίοτε  τό  έπιτύμβιον  έν  μεταγενεστέροις  μάλιστα  χρόνοις 
έγράφετο  ύπο  τύπον  διαλόγου  του  παροδίτου  προς  τον  νεκρόν.— Είπε 
ποίον  τό  δνομά  σου,  τις  η  πατρίς  σου,  τίνες  οι  γονείς  σου,  εις  τίνα 
ήλικίαν  έφθασες  ;  Τί  έδιάάχθης  ;  Και  ό  νεκρός  άπαντα  εις  πάσας 
ταύτας  τάς  ερωτήσεις.  Τό  δνομα  του  άναθέντος  την  στήλην  συγγε- 
νούς η  της  πόλεως  της  τιμώσης  τόν  νεκρόν  η  του  φίλου  του  κηδεύ- 
σαντος  τον  θανόντα  ου  σπανίως  αναγράφεται  έν  τω  έπιγράμματι. 
Σπανιωτέρα  δ'  είνε  ή  ματαιοφροσύνη  του  ποιητοΰ  του  επιγράμματος, 
σπανίως  ποτέ  και  μόλις  άποτολμώντος  να  μεταδώση  εις  τήν  άθανα- 
σίαν  τό  δνομά  του  μετά  του  ονόματος  του  θρηνουμένου. 

Έκ  των  πολλών  είόών  των  αρχαίων  επιγραμμάτων  άξια  λόγου 
είνε  πλην  των  επιτύμβιων  τάναγραφόμενα  έπ'•  ποικίλων  αναθημάτων 
και  διά  τοϋτο  καλούμενα  αναθηματικά.  Οί  νικηταί  των  Πλαταιών 
άνέθετον  ει:  τόν  έν  Δελφοϊς  θεόν  τρίποδα  χρυσούν  ώς  άκροθίνιον  από 
τών  Μήδων  έκ  της  δεκάτης  τών  λαφύρων.  Οί  Αθηναίοι  νικώντες 
τους  Βοιωτούς  και  Χαλκιδεϊς  άφιέρονον  έκ  της  δεκάτης  εις  την  Άθηνάν 
τέθριππον  ναλκοΰν  έν  τοις  Προπυλαίοις.  Ό  ναυαγός  ρυόμενος  από 
τών  κινδύνων  αναθέτει  εις  τόν  Ποσειδώνα  ην  περ  ύπεσχέθη  εύ/ωλήν, 
ό  χειροτέχνης  την  άπό  της  τέχνης  αυτού"  άπαρνην,  ό  αγρότης  τήν 
δεκάτην  τών  γεωργίων.  Ή  Χρύσιλλα  ιδρύει  ναόν  και  άγαλμα  της 
Δήμητρος  και  Κόρης  καθ'  ά  έπέταξεν  αύττ,  έν  ΰπνοις  ό  Έρμης. Ούτως 
έν  μυρίαις  περιστάσεσιν  ώς  εΰχήν  ή  έπ'  ευχαριστία  άνέθετον  οί  αρ- 
χαίοι είς  τους  θεούς  και  τάς  θεαίνας  οικίας,  αγάλματα,  σκεύη,  π&ν 
ό  τι  ένόμιζον  ότι  ήδύνατο  να  εΰχαριστήσΥ)  τους  αθανάτους.  Εις  αυ- 
τούς άφιέρονε  τό  ανάθημα  του  ό  νικηφόρος  στρατηγός  και  ό  χειρώ- 
νας  βαναυσουργός,  ή  περισσόθρησκος  γυνή  και  ό  πολύμητις  άνήρ,  ό 
τυ^ών  της  άπό  τών  θεών  χάριτος  ή  ό  αναμένων  τήν  θείαν  δωρεάν. 
Ουχί  σπανίως  δ'  έβαινε  προς  αυτούς  καταθέτων  τά  όπλα  της  προτέ- 
ρας  ισχύος  ό    απόμαχος  τοϋ  πολέμου   και  ή  απόστρατος    τοΰ  έρωτος. 


—  332  — 

Ο  Κίμων,  πειθόμενος,  δτι  ή  πόλις  δεν  έχει  ανάγκην  εν  τω  παοόντι 
ιππικής  αλκής,  άλλ'  ανδρών  ναυμάχων,  καταθέτει  είς  τους  πόδας  της 
θεοΰ  χαλινόν  ίππου,  σύμβολον  των  περιττών  της  χθες  αγώνων.  Ή  δέ 
Λαΐς  κρεμάννυσιν  εις  τον  ναόν  της  Παφίας  το  ίφεζής  περιττόν  κάτο- 
πτρον,  τον  μάρτυρα  τών  παροδικών  της  νεότητος  καλλωπισμάτων. 
Οποϊαι  εύκαιρίαι  προς  έξάσκησιν  τών  καλών  τεχνών  έν  τη  επεξερ- 
γασία τοσούτων  προς  τους  θεούς  εκλεκτών  αναθημάτων  άλλα  και 
οπόσαι  άφορμαί  προς  σύνθεσιν  επιγραμμάτων  χαραττομένων  έπϊ  τών 
αναθημάτων  τούτων  και  περιεχόντων  έν  βραχεί  ούτως  είπεϊν  αυτήν 
της  αναθέσεως  την  ίστορίαν. 

Πλην  δέ  τών  προς  τους  θεούς  αφιερωμάτων  ουκ  ολίγα  ήσαν  τα 
προς  ανθρώπους  αναθηματικά  επιγράμματα,  καθ'  όσον  δεν  ήτο  σπα- 
νία ή  έπϊ  τιμή  άνάθεσις  ιδίως  ανδριάντων  εις  άνδρας  ονομαστούς  γε- 
νομένους έπϊ  ανδρεία,  ευεργεσία  τών  πόλεων  η  σοφία. 

Ούτω  δη  προς  την  ευσεβή  υπέρ  τών  οικείων  μέριμναν  τών  ιδιωτών 
άνθημιλλώντο  οί  δήμοι,  προς  την  φιλοστοργίαν  τών  τέκνων  είς  τού; 
γονείς  ή.  ευγνώμων  τών  μαθητών  προς  τους  διδασκάλους  προθυμία. 
Έκ  δέ  τών  τοιούτων  αισθημάτων  της  τιμής  ή  στοργής  έτρέφετο  μεν 
ή  τέχνη,  προήγετο  δέ  ή  ποίησις  ή  επιγραμματική. 

Άλλα  και  άλλαι  πολλαί  άφορμαί  παοείχοντο  εις  τους  αρχαίους 
προς  σύνθεσιν  επιγραμμάτων.  Πάντες  γινο')σκουσι  το  εθος  τών  έν  τοις 
όραματικοϊς  άγώσι  νικώντων  χορηγών,  οΐτινες  άνέθετον  εις  τον  Διό- 
νυσον  τον  χρυσουν  τρίποδα  τον  άπονεμόμενον  αύτοϊς  έπϊ  τη  νίκη. 
Γνωστόν  δ'  δτι  τοιούτον  άγωνιστικόν  ανάθημα  είνε  το  Λυσικράτειον 
μνημεΐον  έν  Αθήναις,  το  κοινώς  λεγόμενον  Φανάρι  του  Διογένους. 
Άλλ'  ομοίως  και  οί  έν  άλλοις  άγώσι  νικώντες  άνέθετον  πολλάκις  είς 
τους  θεούς  τα  σύμβολα  τής  νίκης  ή  τα  άθλα,  τους  στεφάνους  οί  τους 
στεφανίτας  αγώνας  νικώντες,  τήν  λαμπάδα  οί  διαγωνισάμενοι  την 
λαμπαδηδρομίαν.  Άλλα  και  άλλως  άπεδίδετο  μεγίστη  σημασία  είς 
τους  νικητάς  τών  αγώνων,  φιλοτιμουμένων  τών  τε  οικείων  τών  νι- 
κώντων και  τών  πόλεων  ων  ήσαν  πολϊται  να  ίδρύσωσιν  ανδριάντας 
αυτών.  Και  οποίον  μεν  μουσεΐον  όλον  έργων  τής  τέχνης  έκ  τής  τιμής 
τών  νικητών  προερχομένον  ύπήρχεν  έν  Όλυμπία,  μανθάνομεν  έκ  του 
Παυσανίου.  Πάς  δέ  ό  έκ  τής  διατριβής  ταύτης  μανθάνων  είς  οποίαν 
άμεσον    σχέσιν    εύρίσκετο    παρά   τοις  άρχαίοις  το  ανάθημα  μετά    του 


—  333  — 

επιγράμματος    εννοεί    όποιον    πλοΰτον    επιγραμμάτων    ανέπτυξαν    αί 
αγωνιστικά;   τιμαί. 

Έκ  των  ανωτέρω  είρημένων  συνάγει  ό  αναγνώστης  όπόσην  ποικι- 
λίαν  προς  ποίησιν  επιγραμμάτων  παρεΐχεν  ή  άρχαιότης  και  εις  οποίαν 
άκμήν  ήτο  εικός  να  φθάση  το  επίγραμμα  έγκολαπτόμενον  έπΐ  καλλι- 
τεχνημάτων άριστων,  καϊ  ταύτα  έπ'  ευκαιρία  ένδοςων  νικών,  καλλι- 
στεφάνων  αγώνων,  εΰχωλών  φιλοσεβεστάτων,  εν  μέσω  της  πολλαπλής 
κινήσεως  βίου  δημοσίου  και  υπαιθρίου. 


Β'. 


Ουδέν  θαΰμα,  ότι  ή  αγάπη  προς  το  επίγραμμα  δεν  συνεξέλιπε  μετά 
της  αρχαιότητος  και  ότε  άπέθανεν  ό  μέγας  Πάν.  Ό  βυζαντιακός 
κόσμος  διετήρησε  τό  επίγραμμα  ύφ  ους  όρου:  και  ή  άοχαιότης,  άν 
μη  έν  μείζονι  ποικιλί^.  Δεν  υπάρχει  συγγραφεύς  Βυζαντινός  γράψας 
και  έμμέτρως,  ου  νά  μη  έσώθησαν  επιγράμματα.  Ού&'  υστέρησαν  οι 
πατέρες  της  εκκλησίας,  έν  οίς  μάλιστα  διαπρέπει  ώς  έπιγραμματο- 
γράφος  Γρηγόριος  ό  Θεολόγος.  "Ινα  ^είζωμεν  την  προς  τό  επίγραμμα 
άγάπην  των  Βυζαντινών  άρκεΐ  νά  εΐπωμεν,  ότι  του  ποιητοΰ  Μανουήλ 
Φιλή,  άκμάσαντος  κατά  τα  τέλη  του  δεκάτου  τρίτου  και  τάς  αρχάς 
του  δεκάτου  τετάρτου  αιώνος,  έ'χομεν  επιγράμματα  περί  τα  χίλια. 
Ταύτα  δ'  εκδοθέντα  υπό  του  Γάλλου  ΜϊΙΙθΓ  έξ  αρχαίων  κωδίκων  εις 
δυο  τόμους  προεκάλεσαν  τό  κατά  της  βυζαντιακής  ποιήσεως  ανάθεμα 
επιφανούς  Γερμανού  γραμματολογου,  του  ΒθΓηΙίΕΡάγ.  Και  βεβαίως  μεν 
δεν  δυνάμεθα  νά  διισχυρισθώμεν,  ότι  ή  Μοϋσα  έμαίευσεν  άπασαν  την 
στιχουργικήν  τοϋ  Φιλή  πολυγονίαν,  άλλ  αναντιρρήτως  τα  ί.'χνη  τών 
δάκτυλων  αυτής  δεν  είνε  δυςδιάγνωστα  έπί  τίνων  τών  δημιουργημάτων 
τοϋ  Βυζαντινού  πολυγράφου.  Όπωςδήποτε  δ'  εΐνε  αξιοθαύμαστος  ή 
ποικιλία  τών  θεμάτων  άτινα  κινοΰσι  την  λύραν,  άς  εϊπω  μάλλον  τον 
κάλαμον,  αυτού.  Ψάλλει  οι'  επιγραμμάτων  τάς  έορτάς,  δεσποτικάς 
τε  και  θεομητορικάς  και  τάς  τών  άγιων,  περιγράφει  εικόνας  και  σκεύη 
Ιερά  και  καλλιτεχνήματα  παντοία,  προςφωνεϊ  τόν  αυτοκράτορα  και 
πατριάρχην,  τους  άρχοντας  και  τους  φίλους,  θρηνεί  τους  μεγάλους 
καϊ  τους  μικρούς,  σκώπτει  την  φιλερωτα  γραϋν  και  τον  ΐατρον  τον 
τετυφωμένον.    Διά  του    επιγράμματος  του    ό    Φιλής    έναλλάζ  γίνεται 


—  334  — 

κόλαξ  και  μάστιξ,  δωρητής  και  επαίτης,  φιλότεχνης  και  μισοπόνη- 
ρος,  θαυμαστής  και  εϊρων,  θεοπρόπος  και  νεκροκόμος.  Ή  έπιγραμμα- 
τοποιία  τοΰ  Φιλή  διακρίνεται  της  των  κλασικών  χρόνων  της  αρχαίας 
Ελλάδος  δια  δύο  τίνα  κυρίως,  την  μακρηγορίαν  και  την  άντικατά- 
στασιν  τοΰ  μέτρου.  Και  η  μεν  μακρηγορία  αυτού  εΐνε  τοιαύτη,  ώςτε 
σπανίως  περιορίζεται  εις  ουο  η  τεσσάρας  στίχους  εν  τοις  επιγραμμασι, 
συνηθέστερον  δε  παρατείνει  του;  στίχους  εις  μακρούς  μονολόγους, 
στερούμενους  της  τε  χαρακτηριστικής  βραχύτητος  και  της  αυτομάτου 
ευφυίας  τού  επιγράμματος.  Μέτρον  δε  σύνηθες  αύτω  εΐνε  το  τρίμετρον 
ΐαμβικόν,   λαμβάνον  τον  μονότονον  τύπον  του  νωλιάμβου. 

Τα  επιγράμματα  του  Φιλή  δύνανται  να  θεωρηθώσιν  ως  δείγμα  της 
καθ'  όλου  βυζαντιακής  έπιγραμματογραφίας.  Διεδόθη  δε  το  επίγραμ- 
μα παρά  τοις  Βυζαντίνοις,  μάλιστα  ένεκα  της  ευκολίας  του  χωλιάμ- 
βου.  έπΐ  τοσούτον,  ώςτε  Λεν  υπάρχει  περίστασις  καθ'  ην  να.  μη  έγίνετο 
χρήσις  αυτού.  Ό  καλόγηρος  ό  αντιγράφων  χειρόγραφον  βιβλίον  άπε- 
πειρατο  νάνα/.οινώση  έν  τέλει  αυτού  το  δνομά  του  εις  τον  άναγνώ- 
στην  δια.  στίχων.  Ό  οικοδόμος  ό  άνακαινΐζων  έκκλησίαν  έδηλου  το 
έργον  έπί  τοΰ  υπερθύρου  δΓ  έμμε'τρου  επιγράμματος.  Ό  δωρούμενος 
σκευός  τι  εις  ναόν  η  ίάιώτην  ένεχάρασσεν  έπ  αυτού  εις  μνημόσυ" 
νον  της  οωρεάς  αναθηματικούς  χωλιάμβους.  Πάντα  ταύτα  εΐνε  στι- 
χουργήματα  άξια  λόγου  πολλάκις  δια  τάς  ίστορικάς  ειδήσεις  άς  περί- 
έχουσι,  δια  την  χριστιανικήν  είκονογραφίαν  ην  διασαφούσι,  δ'.ά  την  γνώ- 
σιν τού  βυζαντιακού  βίου,  ού  σκηνάς  χαρακτηριζουσιν.  Άλλ'  όμοιά- 
ζουσι  συνήθως  προς  άπειρόκαλα  τε/νητά  άνθη  στερούμενα  κα!  εΰωδίας 
και  χρωμάτων  Μη  νομίσωμεν  Ομως,  ότι  εις  τοιαύτα  έπινράμματα 
περιωρίζετο  ό  βυζαντιακός  κόσμος.  Άπ'  εναντίας  παράλληλα  προς 
τά  άχροα  ταύτα  κατασκευάσματα  των  λογίων  έ'θαλλον  γνησιώτατα 
άνθη  της  βυζαντιακής  επιγραμματικής  ποιήσ-ως  τού  λαού.  Συνέ- 
βαινε δήλα  δη  και  κατά  τόν  μακρόν  βίον  τοϋ  βυζαντιακού  κρά- 
τους ό  τι  βλέπομεν  γινόμενον  καϊ  έπΐ  τουρκοκρατίας  και  σήμερον  ετς 
παρ'  ήμϊν.  Ό  Έλλην  λόγιος  δεν  έπαυσε  μιμούμενος  τήν  αρχαιότητα 
και  τόν  βυζαντινισμόν  και  κατά  τους  χρόνους  της  δουλείας.  Το  αρ- 
χαιοπρεπές επίγραμμα  έξηκολούθει  κα!  τότε  είτε  επί  των  τύμβων 
είτε  κυρίως  έπΐ  των  βιβλίων  ως  άφιερωτικόν  της  συγγραφής,  ως  έπαι- 
νος  του    συγγραφέως,  ως    σύστασις    τοΰ    βιβλίου.  Και   ΐπΐ   των   καθ' 


—  335  — 

ημάς  δε  χρόνων  ίδια  φιλολογία  άνεπτύχθη  καλών  και  κακών  επιγραμ- 
μάτων έν  αρχαία  γλώσση  καϊ  εις  αρχαία  μέτρα  συντεταγμένων,  ων 
κυρίως  γίνεται  χρήσις  ως  επιτύμβιων.  Γνωστόν  δ'  είνε  είς  τους  φιλο- 
λογοΰντας  τών  παρ' ήμΐν,  ότι  μέγα  μέρος  των  Φιλολογικών  παρ- 
έογων  του  μακαρίτου  Φιλίππου  Ιωάννου  αποτελείται  έκ  συλλογής 
τοιούτων  ύπ'  αυτού"  πεποιημενων  επιγραμμάτων.  'Λλλ'  έπί  τε  της 
τουρκοκρατίας  καϊ  έν  τοις  καθ  ημάς  χρόνοις  παρά  το  άρχαιόμορφον 
επίγραμμα  το  συντασσόμενον  πολλάκις  ούκ  άνευ  μόχθου  εν  τω  σπου- 
δαστηρίω  έκ  ψηφίδων  του  αρχαίου  λόγου,  παρά  τό  ενίοτε  κακόζηλον 
τούτο  στιχούργημα,  έφ'  ου  τά  παλαιά  δάνεια  όμοιάζουσι  προς  τεμάχη 
ανάγλυφων  αρχαίων  ένωκοδομημένα  εις  πηλόκτιστον  αχυρώνα,  παρά 
τον  κυκεώνα  τούτον  όπου  νεώτερα  ονόματα  και  πράγματα  εΐςβιάζον- 
ται  είς  την  πέδην  τού  αρχαίου  μέτρου  καϊ  της  αρχαίας  λέζεως  ώς  νε- 
οϋφή  παραρράμματα  είς  ένδυμα  έκ  παλαιών  ρακών  συγκεκαττυμένον, 
παρά  τό  θνησιγενές,  λέγω,  τούτο  προϊόν  άπειροκάλου  μιμήσεως  συν- 
υπήρχε και  συνυπάρχει  τό  αύτόβλαστον  προϊόν  της  σπαργώσης  δημώ- 
δους Μούσης.  Τό  λαϊκόν  τούτο  επίγραμμα  δεν  είνε  νεκροφανές  και 
δυςκίνητον,  άλλ'  είνε  πλήρες  χάριτος  και  ζωής,  ευφυίας  η  κακίας.  Ώς 
οί  Αθηναίοι,  πολιορκούμενοι  υπό  του  ΣύλΛα,  έ'σκωπτον  αυτόν,  χλευά- 
ζοντες  την  υπό  τών  άλφών  λελευκασμένην  έρυθράν  όψιν  τού  "Ρω- 
μαίου στρατηλάτου  διά  τού  στίχου 

όυκάμινον  ε<3θ'  ό  Σύλλας  άλφίτω  πεπαύμένον, 

οΰτως  Ό  βυζαντιακός  λαός  ένέπαιζε  διά  δημώδους  επιγράμματος  τον 
ατυχή  αυτοκράτορα  Μαυρίκιον  έπί  τη  γενναία  αυτού  τεκνογονία  και 
παρεβαλλε  τά  τέκνα  αυτού  προς  ξι/λοκούκουδα  και  παρώρμα  τον 
πατριάρχην  νά  ^ώση  αύτώ  κατά  κρανίου  ίνα  μη  ύπεραίρηται.  Καθ' 
ους  δε  χρόνους  βασιλείς  και  μοναχοί,  άνδρες  και  γυναίκες  έφιλοπό- 
νουν  έν  Βυζαντίω  έπί  τής  περγαμηνής  η  τού  βομβυκίνου  χάρτου  κα- 
κότεχνους και  καλοβαθρικάς  μιμήσεις  τού  αρχαίου  επιγράμματος,  οί 
φιλοσκώμμονες  δήμοι  έπλήρουν  τόν  αέρα  του  ιπποδρόμου  ή  τών  στρα- 
τοπέδων διά  τών  αυτομάτων,  ανόθευτων,  έν  τη  αληθινή  αυτών  γλώσση 
αυτοσχεδιαζόμενων  επιγραμμάτων. 

Δυνάμεθα  νά  εϊπωμεν,  ότι  δεν  υπήρξε  πανήγυρις  ή  στάσις,  εκστρα- 
τεία ή  πολιορκία  έν  Βυζαντίω,  ήτις  νά  μη   συνωδίύθη   υπό  τού  έπι- 


—  336  — 

γραμματικού  οίστρου  του  βυζαντιακοΰ"  δχλου.  Δυςτυχώς  ολίγα  των 
επιγραμμάτων  τούτων  διεσώθησαν  ήμΐν  ύπό  των  χρονογράφων,  τινά 
δε  παρεδόθησαν  ήμΐν  οΰτω  παραμεμορφωμένα,  ώςτε  άπέβαλον  πολύ 
της  αρχικής  αυτών  χάριτος  και  τοϋ  πρώτου  τύπου.  Και  ταύτα  μεν 
έπϊ  τών  βυζαντιακών  χρόνων.  Καθ'  ην  δ'  έποχήν  τάπό  τών  πιεστηρίων 
της  Βενετίας  και  Βιέννης,  της  Κωνσταντινουπόλεως  και  Κερκύρας 
δημοσιευόμενα  ελληνικά  βιβλία  έκοσμούντο  έν  τοις  πρώτοις  φύλλοις 
ύπό  ανούσιων  τό  πλείστον  αφιερωτικών  επιγραμμάτων  έν  άρχαίοις 
μέτροις,  έπϊ  τών  καλλιχρώμων  έξ  Ιταλίας  μαστραπάδων  έπεγρά- 
φοντο  δημώδεις  στίχοι  έχοντες  σνέσιν  προς  τον  οίνον  τον  φαιδρύνοντα 
τάς  ήπειρωτικάς  τράπεζας.  Τά  επιγράμματα  ταύτα  διακρίνονται  δια 
τό  βραχύ   και  δηκτικόν  της  παροινίου  φιλοσοφίας. 

"Οςτχς  νέος  εί  τις  νέα  πίνει  υπερβολικά 

τήν  τιμήν  τον  αφανίζει,  τήν  ύγείαν  του  χαλνςί 

επιγράφεται  έφ'  ενός  μαστραπά.  Εΰφυέστατον  δε  εινε  τό  έξης  επί- 
γραμμα" 

ΚραΟϊ  Οέ  πίνω  να  χαρώ 

και  όν  με  κροϋς  'ς  τον  τοίχο* 

εγώ  Οε  πίνω  νά  χαρώ 

και  Ού  με  Οέρνεις  'ςάν  μωρό. 

Άλλα  πλην  τών  τοιούτων  επιγραμμάτων,  άτινα  ύπηγόρευσεν  είς 
την  δημώδη  Μούσαν  ό  Διόνυσος,  πλουσιωτάτη  εϊνε  ή  συγκομιδή  επι- 
γραμμάτων, άτινα  προκαλεί  ό  "Ερως  η  ό  Χάρων.  Τις  δεν  γινώσκει  τά 
δίστιχα  συνήθως  λιανοτράγουδα  εκείνα,  άτινα  μαντινάδες  καλεί 
ό  κρητικός  λαός  ;  Δι  αυτών  ψάλλεται  ή  ερωμένη  και  θρηνείται  ή  δύς- 
έρως  αγάπη  εν  ταις  πανηγυρεσι  και  τοις  συμποσιοις,  κατά  τον  κλή- 
δονα και  7θύ:  δημώδεις  χορούς.  Δι'  αυτών  μυρολογούσιν  αϊ  Λάκαι- 
ναι  την  πρόωρον  θανήν.  *Αν  δε  τά  δίστιχα  ταύτα  ύπό  τίνα  εποψιν  ένεκα 
της  έ•ζ  ύπαμοιβής  ώς  έν  στιχουργικώ  άγώνι  εξαγγελίας  αυτών  ύπο- 
μιμνήσκουσι  τά  Οκολιά  λεγόμενα  ποιήματα  τών  αρχαίων,  άφ'  έτε- 
ρου δύνανται  νά  ταχθώσιν  είς  τά  επιγράμματα  δια  τήν  έκφραστικήν 
αυτών  συντομίαν,  τήν  δηκτικήν  χάριν  και  τό  ευφυές  της  έπινοίας. 
Χαρακτηριστική  δ'  είνε  ή  αυτόματος  αυτών  και  αυτοσχέδιος  γέννη- 
σις,  ή  πλούσια   ποικιλία    έν  τη  επεξεργασία   ώρισμένου  πολλάκις   θέ- 


—  337  — 

(/.ατός,  ένίοτ'  εκ  μικράς  όλως  αφορμής  και  ασήμαντου.  Οΰτω  διη- 
γούνται περί  τίνων  Λακκιωτών  αυτοσχεδιαστών,  ότι  εψαλλον  ίπί  τρεις 
όλας  ώρας  εν  κρητικοϊς  διστίχοις  την  άπώλειαν  μανδυλίου  τινός  χω- 
ρίς να  έςαντληθή  της  φαντασίας  αυτών  ή  πτήσις  και  ή  γονιμοτης 
της  στιχουργίας.  Τα  επιγράμματα  ταϋτα  έ'νουσι  τοϋτο  το  ίδιον,  ότι 
προςαρμόζονται  άμα  τη  ποιήσει  αυτών  εϊς  τίνα  ρυθμόν  και  ότι  άδον- 
ται.  Άναγινωσκόμενα  χάνουσι  πολύ,  δσον  ώραϊα  καϊ  άν  είνε.  Εν- 
θυμούμαι οποίαν  αΐσθησιν  ένεποίησέ  μοι  προ  ετών  το  εξής  δημώδες 
δίστιχον  επίγραμμα- 

βάλε  τον  κρίνο  'ς  τό  νερό, 
κι'  άν  μαραθώ  δεν  ύ'  άγαπόί. 

Ό  αναγνώστης  θα  έννοήση  όλην  του  διστίχου  την  δύναμιν,  όταν 
μεταφερθή  δια  της  φαντασίας  εις  τους  κραναούς  λόφους  τών  Μεγά- 
ρων καϊ  άκροασθή  τών  ήλιοκαών  Μεγαρίδων  παρθένων  ήμφιεσμένων 
τά  εορτάσιμα  και  κατά  τον  χορόν  της  τράτας  συναδουσών  τό  έρω- 
τικόν  επίγραμμα  διά  φωνής  ύποκλαιούσης. 

Τά  6έ  μανιάτικα  μνημόσυνα  άποβάλλουσι  πολύ  του  άγριου  αυτών 
μεγαλείου,  άν  μή  φαντασθώμεν  τους  οξείς  τών  μελανειμονων  μυρο- 
λογιστριών  ήχους  περί  τό  άνθοστεφές  φέρετρον  τοϋ  έν  τω  νεκρικώ 
θαλάμω  προκειμένου. 

Τέλος  οέ  τό  δημώδες  επίγραμμα  6έν  προκαλοϋσι  μόνον  τοϋ  ιδιω- 
τικού βίου  αϊ  χαραί  και  αί  θλίψεις,  άλλα  και  τού  έ'θνους  αϊ  περιπε- 
τειαι  και  ό  πολιτειακός  βίος.  Θαυμάσιον  είνε  το  εις  τα  όπλα  τοϋ 
κλεφτού  τετράστιχον  επίγραμμα" 

Τάντρειωμένου  τάρματα  δεν  πρέπει  νά  πουλιώνται, 

μόν'  πρέπει  τους  'ς  την  έκκληΟιά  κ'  έκεΐ  νά  λειτουργιώνταν 

πρέπει  νά  κρέμουνται  'ψηλά  'ς  άραχνιαΟμένο  πύργο, 

ή  όκούρια  νά  τρώη  τάρματα  καϊ  ή  γη  τον  αντρειωμένο. 

Ό  Σιμωνίδης  δεν  ήδύνατο  βεβαίως  νά  έπιγράψη  τι  μεγαλειότερον 
κάτωθεν  τών  όπλων  τοϋ  Καραϊσκάκη.  Έν  τοις  ολίγοις  τούτοις  στί- 
χοις  τοϋ  ανωνύμου  λαϊκού  ποιητοϋ  συγκεντροΰται  ολόκληρος  ιστορία 
μαρτυρίων  και  δόξης,  ολόκληρος  σωρός  λιβανωτού  και  στεφάνων  και 
δακρύων.    Και  τούτο    μεν  τό  επίγραμμα    είνε  μοναδικόν    διά  τό  δυς- 

ΧΙΙΤΡ.    Π.    ΛΛΜΠΡΟΓ,    ΜΙΚΤΑΙ    ΣΧΛΙΑΚΣ  22 


—  338  — 

ανάβατον  ύψος  του  ποιητικού  μεγαλείου.  Άλλα  μη  δεν  είνε  άς*ια 
μνείας  δια  την  παιγνιώδη  αυτών  εΰτραπελίαν  τα  βρα/έα  εκείνα  επι- 
γράμματα τα  γεννώμενα  ες  ΰπογυίου  παρά  τώ  λαώ  έπ'  ευκαιρία 
πολιτικών  ενεργειών  υποκειμένων  εις  την  δημοσίαν  κρίσιν,  μάλιστα  δε 
κατά  τάς  ημέρας  τών  εκλογών,  τοϋ  έντρυφήματος  τούτου  του  φιλε- 
λευθέρου ελληνικού  λαοϋ  ;  Τίς  ποιεί  τα  άγραφα  ταΰτα  στιχουργή- 
ματα,  τίς  συνθέτει  τον  άποίητον  αυτών  ρυθμόν  ;  Εϊς  και  ουδείς,  ου- 
δείς και  όμως  πάντες.  Ναι  πάντες,  διότι  εν  τούτοις  το  άσμα  γεννά- 
ται, γεννάται  ως  άνεμίδιον  και  τελευτα  ώ:  βροντή  πυροβόλου  άπαραλ- 
λάκτως  ώς  η  συκοφαντία  κατά  τον  Δον  Βκσίλειον.  "Ίσως  ό  Μώμος, 
πτερωτός  οίον  παρίστανον  αυτόν  οί  αρχαίοι,  ίπταται  ταχύς  άπό  του 
μεν  εις  τόν  δε  και  ύποτονθορύζει  εις  τό  ους  του  λάου  το  πονηρόν 
επίγραμμα. 

Γ'. 

Ποιούμενοι  ανωτέρω  λόγον  περί  της  μεγάλης  διαδόσεως  του  επι- 
γράμματος τών  λογίων  παρά  τοις  Βυζαντίνοις,  ύπεδείζαμεν  την  πυ- 
κνην  χρήσιν  αΰτου  εν  πάση  περιπτώσει  και  έφ'  οιουδήποτε  αντικει- 
μένου. Ουδόλως  λοιπόν  θά  φανή  παράδοξον,  ότι  συχνότατα  εϋρίσκο- 
μεν  αυτό  και  επί  τών  βυζαντιακών  σφραγίδων. 

Ή  ύλη  ές"  ης  αί  βυζαντιναί  σφραγίδες  συνήθως  κατεσκευάζοντο 
ήτο  ό  μόλυβδος.  Ή  χρήσις  του  κηροΰ  προς  σφράγισιν  ΰπήρζεν  ώς 
φαίνεται  σπανιωτάτη.  Έπ'  ίσης  δ'έ  σπάνιαι  ήσαν  αϊ  χρυσαΐ  ή  άργυ- 
ραί  βοΰλλαι,  ές"  ων  χρυσόβουλλα  ή  άργυροβουλλα  ονομάζονται  και 
τά  επίσημα  έγγραφα  τά  φέροντα  τοιαύτας  σφραγίδας.  "Αλλως  δ'  ή 
χρήσις  της  χρυσής  βούλλας  ήτο  προνόμιον  τών  αυτοκρατόρων  και  τά 
άργυροβουλλα  δέ  μετε^ειρίζοντο  μόνον  δεσπόται,  ώς  φαίνεται.  Άλλα 
τών  έκ  μολύβδου  σφραγίδων  ή  χρήσις  ήτο  συνηθέστατη  εις  πάσας 
τάς  κοινωνικας  τάξεις  άπό  του  αύτοκράτορος  και  του  πατριάρχου 
μέχρι  του  αυλικού  θεράποντος  και  του  απλού  άστοΰ.  Έκτυπούμεναι 
αί  σφραγίδες  διά  βουλλωτηρίου  έκ  σκληρού  μετάλλου,  άπηωρημένου 
πολλάκις  άπό  τοϋ  στήθους  του  κατόχου,  άπηρτίζοντο  έκ  πλακός  μο- 
λύβδινης, ης  εν  μέσω  συνεπιέζετο  ή  θώμιγς"  ή  χρησιμεύουσα  εις 
τήν  άπό  τών  έγγραφων  άνάρτησιν  τής  μολύβδινης  βούλλας.  Τών 
τοιούτων    μολυβδοβούλλων    ή  μελέτη    είνε    σπουδαία    διά  τε  τους   έπ' 


—  339  — 

αυτών  έπι*εχαραγμένους  τύπου:,  διαφωτίζοντας  μάλιστα  την  χοιστια- 
νικήν  άρχαιολογίαν,  και  τάς  έττιγραφας ,  ίς  ων  μχνθχνομεν  ονόματα 
οικογενειών,  επισκόπων  και  αρχόντων,  τίτλους  πολιτικούς  και  εκκλη- 
σιαστικούς. Ώς  εκ  τούτου  τα  μικρά  ταϋτα  ιστορικά  τε  και  καλλιτε- 
χνικά μνημεία  είλκυσαν  κατά  τάς  τελευταίας  μάλιστα  δεκαετηρίδας 
την  προςοχήν  των  άρχαιολογούντων,  αξιόλογοι  δε  συλλογαί  αυτών 
άπηρτίσθησαν  κατά  τε  την  Άνατολην  και  την  Έσπερίαν.  Τέλος  δε 
ή  περί  αυτά  μελέτη  προεχώρησε  τοσούτον,  ώςτε  και  ϊδιον  ογκώδες 
περί  αυτών  σύγγραμμα  έζεδοθη  έπ'  έσ/άτων,  έν  φ  έδημοσιεύθησαν 
υπέρ  τά  χίλια  μολυβδοβουλλα,  χωρίς  νά  δύναται  νά  ρηθή  μηδαμώς, 
ότι  δια  της  σπουδαίας  ταύτης  δημοσιεύσεως  έξηντλήθη  πας  λόγος 
περί  τών  μολυβδοβούλλων  1. "Εχοντες  δε  την  δημοσίευσιν  ταύτην  άνά 
χείρας  δυνάμεθα  νά  παρακολουθήσωμεν  και  το  επίγραμμα  τών  βυ- 
ζαντιακών  σφραγίδων. 

Είνε  δήλα  δη  άξιοπαρατήρητον,  δτι  οί  Βυζαντινοί,  παρ'  οϊς  κατά 
τάνωτέρω  εΐρημένα  μεγίστη  ύπήρξεν  ή  χρήσις  του  επιγράμματος,  δεν 
ημέλησαν  νά  έπιχαράττωσι  και  επί  τών  σφραγίδων  αυτών  στίχους. 
Οι  στίχοι  ούτοι  συνήθως  είνε  χωλίαμβοι,  κατά  την  σύνταξιν  δ'  αυ- 
τών μάλλον  περί  τον  αριθμόν  τών  συλλαβών  ή  περί  την  προςω- 
δίαν  κατεβάλλετο  προςοχή.  Επειδή  δε  το  επίγραμμα  συνίσταται 
συνήθως  έζ  ενός  ή  δύο  στίχων,  έπιγραφοαένων  έπί  της  μι£ς  δψεως 
του  μολυβδοβούλλου  ή  καταλαμβανόντων  σπανιώτερα  και  τάς  δύο, 
δώδεκα  ή  εΐκοσιτέσσαρας  μόνον  συλλαβας  εί/εν  ό  ποιητής  εις  τήν 
διάθεσίν  του,  όπως  περιλάβη  έν  αύταϊς  τό  όνομα,  τό  έπώνυμον  κα  ΐ 
τους  τίτλους  τού  εις  όν  άνήκεν  ή  σφραγίς  και  ό  τι  άλλο  ήθελε  νά  έκ- 
φραση. Τό  ολίγον  του  ^ώρου,  ή  ανεπάρκεια  τών  συλλαβών  και  οί 
δεσμοί  του  μέτρου,  όσον  χαλαρόν  και  αν  ήτο,  προεκάλεσαν  τους  δύο 
ουσιώδεις  χαρακτήρας  του  σφραγιστικού  επιγράμματος,  ας  το  καλί- 
σωμεν  ούτω ,  τήν  τυπικήν  αύτοΰ  συντομίαν  και  τήν  χρήσιν  λέξεων 
και  εννοιών  χρησιμευουσών  προς  άνύψωσιν  τών  λεγομένων,  ήτις  όμως 
ενίοτε  αποβαίνει  συνθηματική.  Ούτως  ό  επίσκοπος  γίνεται  πολλάκις 
έπί  τών   σφραγίδων   πρόεδρος  ή   ποψην  ή  προστάτης  έκκλη- 


1  θηβίανβ  8οΗΙη)ηδβτ§βτ  3ί§ΠΙθ£Γ&ρΙιί6  άβ  ΓβαΐρΪΓβ  ΙϊνζαηΙΐη  ίΐνβο    1100 
άβδδϊηδ  ρ3Γ  Ι,.  ϋίίΓνβΙ.  Ρίΐπ*.  ΜϋαΟΟΙ,ΧΧΧίν. 


—  340  — 

σίας,    ό  Γαβριήλ   καρτερώνυμος,   ό  Ιωάννης  χαριτώνυμος,  οί 
εκ  του  οίκου  των   Αγγέλων  καλούνται   Άγγελώνυμοχ. 

Το  σφραγιστικόν  επίγραμμα  ή  περιέχει  απλώς  την  δήλωσιν  του 
κυρίου  της  σφραγίδος  η  είνε  έπίκλησις  προς  την  Θεοτόκον  η  τίνα  τών 
άγιων  προς  φύλαςιν  των  γραφών  αΰτου  καϊ  τών  νοημάτων.  Συνήθης 
τύπος  είνε  ό  έξης* 

—  Γραφάς  σφραγίζω  καχ  λόγους  Γεωργίου. 

—  Ιωάννου  ΟφράγχΟμα  τοϋ  Καππαδόκου. 

—  Σφραγχς  ΒαΟχλεχου  ΜεΟοποταμίτου. 

"Ομοια  μονόστινα  εύρίσκομεν  πάμπολλα  έπ:  τών  μολυβδοβούλλων. 
Είνε  δε  το  μάλιστα  μονότονον  είδος  αυτών,  ένθα  φαίνεται  άπορος  ή 
ιδιοτροπία,  άλλ1  άμα  και  ευκολία  της  εμμέτρου  διατυπώσεως  του 
ονόματος  του  σφραγίζοντος. 

Περίεργα  σφραγιστικά  επιγράμματα  είνε  τα  μη  περιένοντα  το 
δνομα  του  σφραγίζοντος,  άλλα  παραπέμποντα  προς  άναγνώρισιν  αύ- 
τοΰ  εις.  την  γραφήν ,  ην  έπεσφράγιζε  το  μολυβδόβουλλον.  Τοιαύτα 
είνε  τά  έξης* 

—  Τίνος  Οφραγίς;  "Ον  ή  γραφή  προόεχκνύεχ. 

—  Έκ  τής  γραφής  γνώρχμος  ή  Οφραγχς  τίνος. 

—  Έκ  τής  γραφής  γνώθί  με  τόν  γεγραφότα. 

—  Έπχγραφή  δείκνυΟχ  τόν  γεγραφότα. 

—  Έπχγραφήν  Οφραγχδος  μή  ζήτεχ  βλέπων. 

—  Είποχ  Οαφώς  γαρ  ή  γραφή  τίνος  πέλω. 

—  Γραφή  δηλοχ  Οοχ  ούτχνος  Οφραγχς  πέλω. 

—  Ου  Οφραγίς  είμχ  τήν  γραφήν  γνώσΊι  βλέπων. 

—  Ου  Οφραγίς  είμχ  τήν  γραφήν  όρων  νόεχ. 

Περί  τών  τοιούτων  σφραγίδων  πρέπει  νά  ύποθεσωμεν,  δτι  το  άνώ- 
νυμον  προήρχετο  εκ  της  χρήσεως  έτοιμων  βουλλωτηρίων  άποτυπούν- 
των  εν  των  ανωτέρω  παρ»τεσεντων  επιγραμμάτων  ηγοραί,οντο  ο  αι 
τοιαΰται  σφραγίδες  ί'σως  υπ  ανθρώπων  άσημων  η  σπανίως  γραφόν- 
των, έκτος  τών  περιστάσεων  καθ'  ας  ύπήρχεν  ίδια  αφορμή,  όπως  επί- 
τηδες ό  έπιστελλων  απόκρυψη  το  δνομά  του,  μένον  ούτως  άγνωστον 
προ  τής  άποσφραγίσεως  τής  επιστολής. 

Συνήθης  δ'  είνε  ή  έπί  τών  σφραγίδων  έπίκλησις  τής  Θεοτόκου. 


—  341  — 

—  Σκέποις,  α,ναΟύα,  όόν  δοΰ2^ον  Νικηφόρον. 

—  Εΐης  βοηθός  δούλω  <3ώ  Γεωργίω. 

—  Δέόποινα  Οώζοις  Σπονδύλην  ΚωνΟταντΐνον. 

—  Ανληνόν  αγνή  με  ϋκέποις  Ίωάννην. 

—  Δοΰλον  Οκέποις,  όόν  ΒαοΊλειον,  παρθένε. 

—  ΚωνΟταντίνω  μοι  τω  ΜελιΟόΊανώ,  κόρη, 
έπιΟφραγίζοις  τάς  γραφάς  τω  ό"ώ  τύπω. 

"Αλλοτε  δε  παριστάνεται  λαλούσα  αύτη  η  Παναγία  ούτως 

ΕΙμι  φύλαξ  όον  και  γραφών  εΐμι  φύλαξ. 

Σπανίως  δε  ποτέ  Μαρία  τις  επικαλείται  της  μητρός  τοϋ  θεού  την 
βοήθειαν  δια  τοιούτου  τινός  στίχου 

Συνώννμον  όώζοις  με  δούλην,  παρθένε. 

Κα;  των  άγιων  δε  γίνεται  συνηθέστατα  έπίκλησις,  μάλιστα  των 
φερωνύμων  τοϋ  έπιστέλλοντος.  Κοσμείται  δε  τότε  το  μολυβδοβουλ- 
λον  και  δια  τη;  εικόνος  τοϋ  ομωνύμου  άγιου,  ώς  διά  τη;  της  Πανα- 
γίας,  όταν  προς  αύτην  άπευθύνηται  τό  επίγραμμα. 

"Εν  των  περιεργοτάτων  σφραγιστικών  επιγραμμάτων  εΐνε  τό  εζης" 

Μακρεμβολΐτα  Μιχαήλ  γραφάς  δέχον 
εκ  Οής  όμευνέτιδος  Ειρήνης  φίλ,ης. 

Πόσον  περίεργοι  θχ  είμεθα  να  εΐςδύσωμεν  είς  τό  οίκογενειακόν  μυ- 
στήριον  τό  κρυπτόυ,ενον  είς  τους  δύο  τούτους  στίχους  Διά  να  έπι- 
τυπωθώσιν  ούτοι  επί  τοϋ  μολυβδοβούλλου  έπρεπε  νά  κατασκευασθη 
ϊδιον  βουλλωτηριον  νρΥΐσιμεύον  οσάκις  η  Ειρήνη  έμελλε  νά  σφραγίν,η 
τάς  προς  τον  άγαπητόν  σύζυγον  έπιστολάς  της.  "Αρα  ή  απουσία  του 
Μακρευ-βολίτου,  φέροντος  τό  επώνυμον  οικογενείας  τοϋ  Βυζαντίου 
γνωστής,  εξ  η:  κατήγετο  ό  τε  Ευστάθιος  ό  Μακρεμβολίτης,  ό  συγ- 
γραφεύς της  μυθιστορίας  τών  καθ'  Ύσμινην  καϊ  Ύσμινίαν,  ίσως  δε 
και  η  αυτοκράτειρα  Ευδοκία  η  Μακρεμβολίτισσα,  ή  απουσία,  λέγω, 
τοϋ  Μιχαήλ  υπήρξε  μακρά.  'Αλλά,  μη  γινώσκοντες  άλλοθεν  τόν  άν- 
δρα, δεν  δυνάμεθα  έκ  τοϋ  διστίχου  μόνον  επιγράμματος  νά  μάθωμεν 
τις  ή  αιτία  ή  κρατούσα  αυτόν  μακράν  της  όμευνετιδος.  *Αρα  ιδιωτι- 
κά! άσνολίαι  η  μάλλον  ύπηρεσίαι  τοϋ  κράτους;  Τό  βέβαιον  εΐνε,  ότι 
τό  πανηγυρικον  σφράγισμα  δεικνύει  ΐδιάζουσάν  τίνα  περίστασιν  άγνω- 
στον  ήμϊν   και   πασιφανή   έπίδειξιν   αγάπης.  'Αλλά   τις  οίδε,  μη  έν  ω 


—  342  — 

ή  Ειρήνη,  έπιστέλλουσα  προς  τον  μακράν  απόντα  σύζυγον,  έπιδεικτικώς 
έπέγραφεν  έπΐ  της  άπό  της  επιστολής  κρεμάμενης  σφραγίδας  το  δνομα 
αυτή:  και  την  άγάπην,  παρεμυθεΐτο  την  άπό  της  «.άκρας  απουσίας 
του  συνευνου  ανίαν  Οι  αποστολής  πιττακιων  φερόντων  ανωνυμον  τίνα 
σφραγίδα  μετά  του  στίχου 

Έκ  της  γραφής  γνώριμος  ή  Οφραγίς  τίνος. 

Τοιαύτη  τις  σφραγίς  ήδύνατο  Εσως  να  είνε  αρκετή  δια  μικράς  έπιστο- 
λάς  πρδ:  συζυγικόν  τίνα  φίλον  εντός  τών  τειχών  του  Βυζαντίου,  έν  φ 
ταυτοχρόνως  ή  άλλη,  ή  επίσημος,  συνώδευε  τα  διαπόντια  προς  τον 
σύζυγον  γράμματα.  Άλλ'  έ'στω  ίλεως  ή  μνήμη  της  άπ'  αιώνων  κε- 
κοιμημε'νης. 

Έκ  τών  ανωτέρω  ένόησεν  ό  αναγνώστης,  ότι  το  σφραγιστικών  επί- 
γραμμα τών  Βυζαντινών  κατά  πολύ  υπολείπεται  του  επιγράμματος 
τών  καλών  χρόνων.  Δεν  στερείται  μεν  καλής  τίνος  πολλάκις  έπινοίας, 
δεξιάς  τών  ονομάτων  και  πραγμάτων  ίν  βραχυλογία;  αναγραφής. 
Άλλα  λείπει  άπ'  αύτοΰ  ή  όζύτης  εκείνη  και  άγχίνοια  ή  ιδιάζουσα 
εις  τήν  έπιγραμματικήν  ποίησιν  της  αρχαιότητος.  Το  μολύβδινον 
δένδρον  του  σφραγιστικού  επιγράμματος  φε'ρει  αραιά  τίνα  άνθη.  Όρ- 
θώς  δ'  έρρήθη,  ότι  ή  άνθησις  αύτοϋ  δεν  είνε  ή  τών  θερμών  ώοών,  άλλα 
βλάστησίς  τις  χειμερία,  καθ'  ήν  ήδόμεθα  βλέποντες  προβάλλοντας  έκ 
της  χιόνος  κάλυκας  τινας  σπανίους.  Τοιαύτη  είνε  ή  σφραγίς,  έφ'  ής  ό 
ποιητής,  άποτεινόμενος  προς  τόν  επί  τοϋ  έτερου  μέρους  αυτής  κεχα- 
ραγμένον    Ίωάννην  τόν  Πρόδρομον.   έπιφωνεΐ 

Ό  λύχνος  φωτός  φώτιζε  ο"όν  ονκέτην. 

Έπΐ  άλλου  δε  μολυβδοβούλλου,  έφ'  ού  φέρεται  ή  Θεοτόκος,  άνα- 
γινώσκομεν  τό  έξης  ποιητικόν  επίγραμμα" 

Βροτών  ροτίς  ή  ΟτάΟις,  τάς  πράξεις  κύρου 
αϊώοΊ  μακροΐς  τΐΐς  ροής  δίχα,  κόρη. 

"Επί  δε  σφραγϊδος,  εφ  'ής  απεικονίζεται  Ιωάννης  ό  Θεολόγος,  επι- 
καλείται αυτόν  ό  της  σφραγϊδος  κάτοχος  Γεώργιος  διά  τών  εξής" 

Γεώργιον  Οκέποις  με,  οεμνε  παρθένε, 
λύχνος  γεγώς  μοι  τοις  ποο*ϊ,  φως  ταϊς  τρίβοις. 


—  343   — 

Ωραίοι  δια  το  ποιητικον  της  έμφαινομένης  ευλάβειας  εινε  οι  επό- 
μενοι στίχο»,  κεχαοαγμένοι  έπ'  αμφοτέρων  των  μερών  μολυβδοβούλ- 
λου,   έφ    ου  ουδεμία  είκών  άγιου  έπετυπώθη* 

Σφράγισμα  γραφών  τον  δούλου  Γεωργίου . 
Δχ'  εύλάβειαν  ού  φέρει  θείους  τύπους. 

Όμοια  δ'  εινε  ή  σφραγϊς  της  περιωνύμου  "Αννης  Κομνηνής,  της 
θυγατρός   Αλεξίου  του  Α',  ήτις  συνέγραψε  την    Άλεξιάδα- 

Δι'  εύλάβειαν  ού  φέρει  θείους  τύπους 
"Αννης  Κομνηνης  ή  σ*φραγίς  άμα  ο*τίχοις. 

Έπ'  άλλης  δε  φερούσης  την  εικόνα  Ιωάννου  του  Προδρόαου  έπε- 
χαράχθη  το  έξης  έκφραστικόν  δίστιχον 

Ψυχής  έμτίς  φρουρόν  ο"ε  και  γραφών  γράφω, 
εΐ  και  κατ'  άμφω,  πλην  άλλα  ψυχτίς  πλέον. 

Οΰκ  άστοχος  δ'  εινε  ή  εις  το  δνομα  Νικολάου  τοΰ  Γλυκέος  ανα- 
φερομένη παιδιά  ή  περιλαμβανομένη  έν  τφ  έξης  σφραγιστικφ  έπι- 
γράμματΓ 

Νικολάου  γράμματα  κυροϊ  Γλυκέος 

γλυκύς  ΊηΟούς  έν  γλυκεϊ  Νικολάω. 

Εξηγείται  δε  το  δίστιχον  έκ  της  έν  τω  έμπροσθεν  μέρει  του  μο- 
λυβδοβούλλου  έπιτετυπωμένης  εικόνος  του  αγίου  Νικολάου,  ού  επι- 
καλείται την  βοήθειαν  ό  κάτοχος  της  σφραγΐδος. 

Τοιούτον  έν  ολίγοις  καϊ  το  σφραγιστικόν  επίγραμμα  των  Βυζαντι- 
νών, γνήσιον  γέννημα  των  χρόνων,  καθ'  ους  την  σωζομένην  περιβολην 
της  αρχαίας  Μούσης  ένεδύοντο  παρηκμακότες  απόγονοι  των  αρχαίων, 
παραγνωρίζοντες  ότι  ήσαν  πρόγονοι  άλλης  γενείς  νέας  και  τρίβοντες 
οφθαλμούς  πεπονημένους  προς  ηλιον  δυόμενον  άντΐ  νάναβλέψωσι  υ,ετά 
θάρρους  προς  την  νέαν  άνατολήν. 


ΙΣΤΟΡΙΑ  ληστρικής  συμμορίας  * 


Ό  μεταβαίνων  σήμερον  εις  Ώρωπον  δεν  φοβείται  τον  'Αρβανιτά- 
κην,  οΰδ'  ό  διερχόμενος  δια  της  αμαξιτής  όδοΰ  της  Κηφισίας  συλλο- 
γίζεται τον  Νταβέλην,  όπως  ό  επί  σιδηρών  ελασμάτων  διατρέχων 
την  Κακήν  Σκάλαν  μόλις  ί'σως  ίνθυμεϊται  τον  Σκίρωνα.  Ευτυχώς 
ή  ασφάλεια  τών  οδών,  ήτις  επικρατεί  άπό  πολλών  ήδη  ετών  πλήρης 
-:ν  Ελλάδι,  μετέθεσεν  ούτως  ειπείν  τήν  ληστείαν  άπό  της  δικαιοδο- 
σίας της  Θέμιδος  εις  τήν  σφαΐραν  της  ιστορίας,  αν  μη  της  μυθο- 
λογίας, ή  τουλάχιστον  τη;  μυθιστορίας.  Μετά  μίαν  ί'σως  γενεάν  τά 
ονόματα  του  'Αρβανιτάκη,  του  Νταβέλη  και  τοϋ  Σκίρωνος  θά  συμ- 
φύρωνται  ως  ονόματα  συγχρόνων,  και  είνε  φόβος,  μη  ό  Θ/ισεύς  ΰπο- 
λαμβάνηται  άποσπασματάρχης  τις  μέ  στολήν  χωροφύλακας,  κρηανί- 
ζων  άπό  της  σιδηροδρομικής  γέφυρας  της  Κακής  Σκάλας  τον  Σκί- 
ρωνα  φουστανελλοφορούντα,  ό  δέ  'Αρβανιτάκης  ή  ό  Νταβέλης  θεω- 
ρώνται  ως  ροπαλοφόροι  λησταΐ  τών  πανάρχαιων  χρόνων.  Ή  σύγχυσις 
θα  είνε  τοσω  μάλλον  εύκολος,  καθ  όσον  εν  τη  ληστεία:  ούτε  ή  κα- 
κουργία  ήλλαξε  φύσιν  ούτε  τά  μέσα  τών  δραστών  μετεβλήθησαν  συν 
τοις  χρόνοις.  Πριν  ή  λοιπόν  τά  δρια  της  αρχαιότητος  και  τών  νε'ων 
χρόνων  συγχυθώσιν  εντελώς,  ας  έπιτραπή  νά  εκθέσω  ενταύθα  τήν 
ίστορίαν  μιας  ληστρικής  συμμορίας,  ήτις  δεν  γράφεται  μεν  ενταύθα 
δια  πρώτην  φοράν,  άλλ1  υποθέτω,  Οτι  είνε  άγνωστος  εις  πολλούς  τών 
αναγνωστών.  Ή  ιστορία  μου  δέν  είνε  μεν  χθεσινή,  αλλά  δέν  είνε  και 
τόσον  παλαιά  όσον  ό  Σκίρων.  Δια  τούτο  προς  αποφυγήν  οιωνδήποτε 
σκανδάλων  προτιμώ  να  ονομάσω  τα  δρώντα  πρόςωπα  δι'  αρχαίων 
ονομάτων,  άποκρύπτων  τάς  άληθινάς  αυτών  ονομασίας.  'Αλλά  δέν 
σημαίνει  και  πολύ,  άφ'  ου  πάσα  διήγιησις  περί  ληστών,  όπως  εχη  εν- 
διαφέρον, ενέχει  τι  το  μυθικόν. 

Ή    σκηνή    συμβαίνει   πάρα   τά    παλαιά    σύνορα    του    βασιλείου   έν 

Υπάτη.   Παρά  το  άκρον  του  πολίσματος  εκείτο  μακρότερόν  πως  τών 

τελευταίων   αυτού   οικιών    ό  οίκος  πλουσίου   ΐοιώτου.    Τον   οϊκοδεσπό- 

Έδημοσιεύθη  το  πρώτον  έν  τω  τοΰ'  Κ.  Σχόχον  Έτηαίω  ήμερολογίω  του  1887 
σ.  68  Χ.   έ. 


—  345  — 

την  θα  καλέσω  απλώς  "Ιππαρχον.  Ύπό  το  ψευδώνυμον  τούτο  ελ- 
πίζω, δτ>.  δεν  θάνακαλυφθώσιν  ούτε  ή  φιλαργυρία  αυτού,  ούτε  τα  περί- 
εργα τε/νάσματα  της  συζύγου  του,  ήτις  είχε  την  άρετήν  νάγαπ^ 
τους  άνδρας  μέχρις  εκείνου  του  βαθμοΰ,  δςτις  δια  τόν  σύζυγον  κατ- 
άντη βεβαίως  κακία.  Ή  δε  υπηρέτρια  τοΰ  οϊκου ,  μιμούμενη  και 
ύπερακοντίζουσα  την  κυρίαν,  ήγάπα  τους  έν  τω  οίκω  ξενιζομένους 
μέχρις  εκείνου  του  βαθμοΰ,  καθ'  δν  ή  θεραπαινϊς  μεταβάλλεται 
εις  δέσποιναν.  Αίφνης  νύκτα  τινά,  έν  ω  πέριξ  βαθεϊα  έπεκράτει  σι- 
γή, διορύττεται  εις  των  τοίχων  της  οικίας  και  ανοίγεται  οπή  οι'  ης 
ήδύνατο  νά  χωρήση  άνθρωπος.  Δι'  αυτής  δ  εΐςέρχονται  ό  (/.εν  μετά 
τον  δε  ξιφήρεις  άνδρες.  ΤΗτο  ή  ληστρική  συμμορία  τοΰ.  .  .  .Αλκίμου 
η  μάλλον  άπόσπασμ'  αυτής,  αποφάσισαν  νά  ληστεύσΥ)  τον  οίκον  τοΰ 
Ίππαρχου.  Οί  λησταϊ  είςελάσαντες  έδεσαν  τόν  οΐκοδεσπότην  και  την 
θεράπαιναν  και  πάντας  τους  τοΰ  οϊκου,  οΐτινες  μετά  φόβου  και  θλίψεως 
έβλεπον  τους  φοβερούς  λωποδύτας  κενοΰντας  τόν  οίκον  και  έκκομίζον' 
τας  εξω  αύτοΰ  πάντα,  χρήματα,  ιμάτια,  σκεύη.  Ευθύς  δέ  ώς  έτε- 
λείωσεν  ή  λήστευσις  τοΰ  οϊ'κου,  παραλαβόντες  τους  δνους  και  τους  ίπ- 
πους τοΰ  Ίππαρχου,  άπήλθον  ανά  τά  δρη,  φέροντες  βαρύ  φορτίον 
κλεμμάτων  Περί  δέ  την  μεσημβρία^  έφθασαν  οί  λησταϊ  εις  επαυλιν 
φίλων  λησταποδόχων,  οΐτινες  έκάλεσαν  αυτούς  έν  μέσω  ασπασμών 
εις  πρόγευμα  και  παρέθηκαν  εις  τά  κτήνη  κριθία.  Έκκινήσαντες  δ' 
εκείθεν  άφίκοντο  προ  τής  εσπέρας  εις  το  όλημέριον  αυτών.  Έκεϊ  γραία, 
καθήμενη  πλησίον  τοΰ  καιομένου  πυρός,  δεζιωθεΐσα  τους  άφικνουμέ- 
νους,  ανήγγειλε  περιχαρής,  ότι  άνέμενεν  αυτούς  άριστον  γεΰμα.  Οί 
λησταϊ  κατέθηκαν  τά  φορτία,  και  μετ'  ολίγον  έφθασαν  νεανίσκοι  πολ- 
λοί κομίζοντες  πλείστα  δσα  χρυσά  και  αργυρά  και  Ιμάτια  και  κοσμή- 
ματα πολλχ  γυναικεία  και  ανδρικά.  Άπετέλουν  ούτοι  άλλο  άπόσπα" 
σμα  τής  αυτής  συμμορίας,  δπερ,  έν  ω  οί  άλλοι  συνάδελφοι  ίλήστευον 
έν  Ύπατη  τόν  οίκον  τοϋ  "Ιππάρχου,  είχε  μεταβή  εις  ληστρικήν  γύρο- 
λογίαν  έν  Βοιωτία.  Κατά  το  δαψιλές  γεϋο.α  οί  νεωστΐ  φθάσαντες  κα- 
κίζονται  ώς  έπιστρέψαντες  άνευ  τού  αρχηγού  αυτών  Λαμάχου,  και 
οί  λησταϊ  αναγκάζονται  νά  διηγηθώσι  τά  κατ'  αυτόν.  Έν  Θήβαις 
κατωκει  ό  πλούσιος  τραπεζίτης  Χρυσέρως.  τοΰτον  δέ  είχεν  αποφασί- 
σει νά  ληστεύση  ή  συμμορία.  Είςήλθον  λοιπόν  εις  τόν  οίκον  αύτοΰ 
νύκτωρ.  Άλλ'  δπως  μή  διαρρήζωσι  μετά  πάταγου  την  θύραν,  ό  Λά- 


—  346  — 

μαχος  έθηκε  την  χείρα  και  τον  βραχίονα  είς  το  κλεΐθρον,  ίνα  Ιπι- 
τηδείως  άρη  |τόν  ένδοθεν  μοχλόν.  Άλλ'  ό  τραπεζίτης,  παρατηρή- 
σας  τάς  κινήσεις  τών  ληστών,  κατώρθωσε  νά  καρφωτή  έσωθεν  δια 
μεγάλου  καρφίου  επί  τίνος  ξύλου  της  θύρας  την  χείρα  του  Λαμάχου. 
Μετά  ταΰτα  οέ  ό  Χρυσέρως,  άνελθών  είς  την  στέγην  του  οίκου,  ήο- 
χισε  ζητών  βοήθειαν  και  κραυγάζων  προς  τους  γείτονας.  Οι  λησταί, 
φοβηθέντες  μή  κυκλωθώσιν,  απέκοψαν  δια  ξίφους  τον  βραχίονα  του 
Λαμάχου  και,  παραλαβόντες  τον  άχειρα  άρχηγόν,  έσπευσαν  νά  σωθώ- 
σιν.  Αλλ'  ή  σωτηρία  του  συρομένου  τραυματίου  ήτο  δυςχερής  καϊ 
έουςκόλαινε  την  φυγήν  τών  ληστών.  Έπείσθησαν  λοιπόν  είς  τους  λό- 
γους του  αρχηγού,  δτι  χάριν  της  ιδίας  σωτηρίας  έπρεπε  να  φονεύσω- 
σιν  αυτόν.  Άλλ'  επειδή  ουδείς  ίτόλμα  νά  επιχείρηση  τό  σκληρόν  έρ- 
γον, ό  Λάμαχος,  λαβών  τό  ξίφος  δια  της  αριστεράς,  ήσπάσθη  αυτό, 
καϊ  ένέπηξεν  εις  τό  στήθος,  αποθανών  ήρωικόν  θάνατον  κλεφτού. Άφ' 
ου  δε  και  άλλα  έπαθεν  ή  συμμορία  £ν  Θήβαις,  άνεχώρησεν  εις  άλλα 
μέρη  της  Βοιωτίας.  Ή  διήγησις  τών  παθημάτων  και  κατορθωμάτων 
των  προς  τους  συναδέλφους  ίχρησίμευσεν  ως  άρτυμα  τοϋ  δείπνου. 

Εννοείται,  ότι  πολύ  θρασύτερα  ήσαν  τα  τολμήματα  όσα  έπεχείρει 
η  συμμορία  ολόκληρος  όμοΰ.  "Εν  τών  τολμηρότατων  έργων  τών  φο- 
βερών ληστών  ύπήρξεν  ή  απαγωγή  ωραίας  νύμφης  έξ  αΰτοϋ  του  οίκου 
όπου  έτελεΐτο  ό  γάμος  έπ'  Ιλπίδι  πλουσίων  λύτρων.  Ή  κόρη  μετ' 
αίχμαλωσίαν  τινών  ήμερων,  τυχούσα  καταλλήλου  ευκαιρίας,  έκφεύγει 
εν  νυκτϊ  σεληναία•,  οχουμένη  έπϊ  όνου  κατεχομένου  υπό  τών  ληστών 
καϊ  παντοία  πάσχοντος  ύπ'  αυτών.  Άλλ'  οί  λησταί,  έννοήσαντες  τήν 
φυγήν  της  κόρης,  διώκουσιν  αυτήν,  καϊ  καταλαβόντες  έπαναφέρουσιν 
εις  το  ολημέριον,  όπου  τιμωρείται  επί  τη  φυγή  δια  σκληρότατων  βα- 
σάνων. Άλλ  εν  τούτοις  ό  μνηστήρ  της  αίχμαλώτιδος  Τληπόλεμος, 
δυςτυχήσας  νά  ί'δη  τήν  νε&νιν  άπαγομένην  σχεδόν  άπ'  αυτής  της  αγ- 
κάλης του.  όέν  ήδύνατο  νά  ήσυνάση,  καϊ  απεφάσισε  διά  παντός 
τρόπου  νά  τιμωρήση  τους  ληστάς  καϊ  λάβη  πάλιν  τήν  έκλεκτήν 
της  καροίας.  Αί  στρατιωτικαϊ  άρχαϊ  ετέθησαν  είς  κίνησιν,  καϊ  ό  κίν- 
δυνος ηύξανεν  όσημέραι  διά  τήν  συμμορίαν.  Και  όμως  ή  σύλληψις 
καϊ  ή  καταστροφή  τών  ληστών  εβράδυνεν,  εως  επήλθε  συνεπίκουρος 
ο  οόλος  καϊ  τό  θάρρος  της  τετρωμένης  ΰπό  του  έρωτος  καρδίας  του 
Τληπολέμου.  Ήμέραν  τινά,  έν  ω  οί  λησταί  περιφρόντιδες  εσκέπτοντο, 


—  347  — 

ότι  αί  τάζεις  αυτών  είχον  ηδη  αρκετά  άραιωθη  ύπό  διαφόρων  ατυχιών, 
παρουσιάζεται  είς  αυτούς  νεανίας,  όςτις  έοήλωσεν,  δτι  θέλει  να  προς- 
έλθη  είς  την  συμμορίαν.  "Εφερε  πλούσια  δώρα  και  εϊπεν,  δτι  ονομά- 
ζεται Αίμος.  Οί  λησταί  έχάρησαν  άκούοντες  το  δνομα  του  επίφο- 
βου τούτου  ληιτοΰ,  δν  ετρεμεν  ή  Μακεδονία.  Τούτου  ή  συμμορία, 
καταδιωχθεΐσα  άμειλίκτως  υπό  τών  αυτοκρατορικών  στρατευμάτων, 
ειχεν  έπ'  έσχατων  προςβληθη  και  καταστραφή.  Έγεινε  λοιπόν  προθύ- 
μως  δεκτός  είς  την  συμμορίαν,  και  ή  άποδο/η  χύτου  έπανηγυρίσθη 
αμέσως  δια  κραιπάλης,  καθ'  ην  ό  νέος  σύντροφος  δια  διαφόρων  ναρ- 
κωτικών μέσων  κατέστησεν  ανικάνους  προς  πδν  έ'ργον  και  πάσαν 
άντίστασιν    τους   ληστάς    της   συμμορίας. 

Οί  άναγνώσται  ένόησαν,  δτι  ό  πρόςφυζ  δεν  ήτο  αληθώς  ό  ληστής 
Αίμος,  άλλα  Τληπόλεμος  ό  μνηστηρ  της  υπό  τών  ληστών  αΐχμαλω- 
τισθείσης  νεανίδος.  Ή  δολία  αύτοΰ  προςέλευσις  προς  τους  ληστάς 
μόνον  σκοπόν  είχε  να  διευκολύνη  την  σύλληψιν  αυτών  παρά  τών  επί 
της  καταδιώξεως  τεταγμένων  και  αυτόν  άκολουθούντων  στρατιωτών. 
Το  έ'ργον  έπέτυχεν.  Ό  μνηστηρ  άνέπνευσε  και  μετ'  αΰτοΰ  άνέπνευσεν 
ή   Ελλάς  άπαλλαγεΐσα  της  φοβέρας  συμμορίας. 

Οί  άναγνώσται  θα  έρωτήσωσι  πότε  συνέβησαν  πάντα  ταύτα,  είς 
ποίον  κακουργιοδικεϊον  έδικάσθησαν  οί  λησταί,  έκ  τίνος  δικαστικού 
φακέλου  παραλαβών  ανέγραψα  την  ίστορίαν  της  ληστρικής  συμμορίας. 
Είνε  βεβαίως  περίεργοι  νά  μάθωσι  τάληθη  ονόματα  τών  ληστών 
και  τών  ύπ'  αυτών  κακώς  ποιηθέντων,  προ  πάντων  δε  το  δνομα  της 
άρπαγείσης  νεανίδος  και  του  γενναίου  αΰτης  μνηστηρος.  Προς  τι  αρ- 
χαία ονόματα,  άφ'  ου  τά  πράγματα  φαίνονται  τόσον  νέα  και  ένθυ- 
μίζουσι  τάς  ιστορίας  άλλων  γνωστών  ληστρικών  συμμοριών;  Λυπού- 
μαι, δτι  δεν  δύναμαι  νά  ευχαριστήσω  τους  άναγνώστας.  Ή  ιστορία 
φαίνεται  νέα,  άλλ'  είνε  παλαιά.  Δέν  έξήγαγον  αυτήν  έκ  δικαστικών 
φακέλων.  Τά  εκτεθέντα  έπειςόδια  δέν  είνε  είλημμένα  έκ  τίνος  τών 
αθηναϊκών  πρωινών  εφημερίδων,  άλλα  διηγείται  αυτά.  .  .  Τις  έπί  τέ- 
λους;  Ό  Έλλην  Λουκιανός  και  ό  'Ρωμαΐος  Άπουλήιος,  έπί  το  μυ- 
θιστορικώτερον  ίσως  άφηγηθέντες  γεγονότα  πραγματικά  τών  χρόνων, 
καθ'  οΰς  η  ληστεία  έπί  της  έν  Ελλάδι  άρχης  τών  'Ρωμαίων  είχεν 
υπέρ  το  δέον  θρασυνθή.  Βλέπετε,  δτι  ή  ληστεία  είχε  πάντοτε  δμοιον 
τον  σκοπόν  και  παρεμφερή  τά  μέσα. 


ΠΕΡΙ  ΤΟΥ  ΕΝ  ΚΟΡΙΝΘΩ  ΑΜΦΙΘΕΑΤΡΟΥ 
ΕΠΙ  ΒΕΝΕΤΩΝ*. 


Ό  Παυσανίας  εν  τη  περιγραφή  των  εν  Κορίνθψ  θε'ας  αξίων  ούδε- 
μίαν  ποιείται  μνείαν  αμφιθεάτρου,  χ.αίπερ  ουδεμίας  απαξιών  να  μνη- 
μόνευση των  λοιπών  κτιρίων  της  πόλεως  τών  εκ  τών  ρωμαϊκών  χρό- 
νων (έπι  της  άκμης  της  ύστερον).  Άναμφηρίστως  δέ  δεν  ηθε- 
λεν  άφησει  άμνημόνευτον  τό  άμφιθέατρον,  αν  ητο  ηδη  Εκτισμε'νον  έπί 
τών  ημερών  αύτοΰ.  Άλλα  τοΰτο  δέν  συνέβαινε,  καθ  ά  φαίνεται. 
Τουλάχιστον  περί  τούτου,  ότι  οι  'Ρωμαϊοι  άποικοι  τη;  ί,3.υ8  .Ιϋΐίίΐ 
ΟοΓΪηί,ΙΐΙΙδ  έ'να  περίπου  αιώνα  προ  του  ΪΙαυσανίου  δεν  έκέκτηντο 
ίδιον  κτίριον  χάριν  αγώνων  τών  μονομάχων  και  θηριομαχιών,  διδα- 
σκόμεθα  ;καί  χωρίου  τινός  του  Δίωνος  Χρυσοστόμου.  "Εχει  δε  τοΰτο 
ώδε-  Ο  Κορίνθιοι  μεν  έξω  της  πόλεως  θεωροϋοιν  εν  χαρά- 
δρα τινι  πλήθος  μεν  δι/ναμένω  όέξαοθαι  τόπω,  £>ι/παρω  δε 
άλλως  και  δπου  μηδεις  αν  μηδέ  έκθάι|/ειε  μηδένα  των  ελευ- 
θέρων "Αθηναίοι  δε  έν  τω  θεάτρω  θεώνται  την  καλην  ταν- 
την  θέαν.  νπ  αύτην  την  'Ακρόπολιν.  ον  τον  Διόνι/σον  έπι 
την  όρχήστραν  διατιθέαοιν  '.  Τό  χωρίον  τοΰτο  ουδαμώς  απο- 
δεικνύει την  ύπαρξιν  τοΰ  αμφιθεάτρου,  καθ  ά  φρονεί  ό  Κούρτιος*- 
άπ'  εναντίας  δ'  έξ  αύτοΰ  εξάγεται  τό  άντίθετον  συμπέρασμα.  Όρθώς 
δε  παρατηρεί    ό  ίι.   ΡπβαΊίίΐκΙβΓ  3,    ότι    ό  Δίων    πιθανώς    εννοεί    τον 

*    Έδημοσιεύθη    τό  πρώτον    γερμανιστί   έν  ταΐς  ΜΪΙΙΙΐβϊΙαη§βη    άβδ  ΌβΙΐΙδΟΐίβη. 

Αιο1ΐ£ίο1ο§ΐ5θ1ιβη  Ιιΐ8ΐϊΙιιΙ«  Τομ.  Β'  (1877)  σ.  282  χ.  έ. 

'  Δίωνος  Χρυσοστόμου  'Ροδιακός  (XXXI)  Ι  σ.  630  έκο.  Ββίβίοβ.  Ό  ΜονβΙΙί 
έγραψε  δυναμένη  χαϊ  αναφέρει  την  μετο/ήν  ταύτην  εις  την  λέξιν  χαράδρα•  Άλλ' 
η  διο'ρθωαις  αϋτη  δέν  είνε  αναγκαία.  Ό  δέ  ΚβίδΙίβ  μεταγράφει  ορθώς  τό  χωρίον  δια 
τώνδε•  ϊη  ν&ΙΙβ  ι^ααάαπι  δβυ  Ιαοιιηβ  νβΐ  νοι&^ϊηβ,  ς  αϊ  Ιοοιίδ  βδΐ  ϋΐβ  δ&Ιίδ 
ςυϊάβπι  οαρ&χ  Γβοϊρϊβηά&β  ιη<ι§η3β  Ιιοπιϊηυπι  πΐϋΐΐίΐυάίηϊ,  οββΙβΓοςαϊη  αα• 
Ιβαι  δοκίίάιΐδ. 

2  ΡβΙοροηηβδΟδ.  Τόμ.  Β'  α.  591  σημ.  78. 

Λ  ϋίίΓδΙβΙΙϋη^βη  &ιΐδ  άβι  8Ηΐβη§6δθ1)ί<3ΐιΐ6  Κ,οηΐδ  ϊχδ.  γ'  Μέρ.  6'  σ.  590. 


—  349  — 

τόπον  παρ'  ω  κείται  το  άμφιθέατρον.  άλλα  δυςκόλως  θα  ήθελεν  έκ- 
φρασθή  ούτως,  αν  ήδη  αότε  ύφίστατο  το  κτίριον.  Έγώ  δέ  φρονώ, 
δτι  7)  άντίθεσις  μεταξύ  Αθηναίων  και  Κορινθίων  αποβαίνει  τότε  μά- 
λιστα έ αφανής,  όταν  τα  λεγόμενα  ύπό  του  συγγραφέως  έρμηνεύσω- 
αεν  ώς  σημαίνοντα,  ότι  εκείνοι  μέν  έθεώντο  τους  εαυτών  αγώνας  έν 
τω  λαμπρώ  θεάτρω  του  Διονύσου,  ούτοι  δ'  άπ  εναντίας  συνηθροί- 
ζοντο  έν  τόπω  εΰρυχώρω  μέν.  άλλ1  οϋοεαίαν  φέροντι  εύπρέπειαν  τε- 
χνητών κατασκευασμάτων . 

Ή  δε  πρώτη  ασφαλής  μνεία  του  αμφιθεάτρου  της  Κορίνθου  ευρί- 
σκεται εν  τινι  γεωγραφική  συγγραφή  έκ  τών  χρόνων  Κωνσταντίου  του 
υίου  Κωνσταντίνου  του  μεγάλου,  έκδοθίίση  υπό  του  Μίΐϊ  *.  Έν  τού- 
τω τω  άλλως  λίαν  συγκεχυμένω  έργω  2  λέγεται  περί  της  Κορίνθου 
ΗεώβΙ  61  οραδ  ρΐ'ϋβοίριιιιπι   θΐιιρΙιίΐΗβαΙπιπι. 

Κατά  ταϋτα  τό  κορινθιακόν  άμφιθέατρον  έκτίσθη  μετά  τους  χρό- 
νους τών  Άντωνίνων,  πάντως  δε  πρό  τών  ημερών  του  Κωνσταντίου 
Άλλα  δεν  εϊνε  ανάγκη  διά  τούτον  τον  λόγον  ναποδεχθώμεν,  ότι  ήδη 
πρότερον  δεν  έτελοΰντο  έν  Κορίνθω  αγώνες  μονομάχων  3.  Άλλ'  ό  χρό- 
νος της  κτίσεως  τοϋ  χάριν  αυτών  κτισθέντος  οικοδομήματος  δυςτυχώς 
ούδαμου  αναγράφεται"  ϊσως  δέ  θά  ήτο  δυνατός  ακριβέστερος  τις  ποος- 
διορισμός  τοϋ  χρόνου  έκ  τών  βίων  τών  Χριστιανών  μαρτύρων  της 
Κορίνθου. 

Μέχρι  τίνος  δέ  χρόνου  διετηρήθησαν  αϊ  θηριομαχίαι  έν  Κορίνθω 
δεν  δυνάμεθα  να  έζεύρωμεν.  Τούτο  δέ  και  μόνον  είνε  ασφαλές,  ότι  έν 
ταϊς  ήμεραις  τοϋ   Ιουλιανού  διεσώζοντο  έτι  έν  πλήρει  ακμή4. 

1  Μαί  01&88.  ΑιιοΙ.  β  Υαϋοαπίκ  ΟοιΙά.  βάΐίοπιιη  Τοιήιι$  III.  Έν  'Ρώμ,ΐ}• 
1831.  ΙιϊΙ)β!•  ]αηίοη'$  ρΙιΐΙθ8ορΙιΐ  ΐη  αυο  οοηΙϊηβΙαΓ  ΙοΙΐιυ;  ογΙ»Ϊ8  άβδοπρίΐο. 
§  28  (σ.  402). 

2  Οΰτω  π.    £.    η    Κόρινθος  λέγεται  πόλις  της   Αττικής. 

3  Πρβλ.  ' Απουληίον   ΜεταΐΑορφ.    Χ,    223   και  Ρτ.  ΤΚ.  Ψ'βΙβΙοβΤ  8νΙΙθ£6   (ίρϊ- 

^Γ&ΓΠπίΛΐυηι.  Έν  Βόννη.  1828  σ.  58. 

4  Ιουλιανού  Έπιστ.  XXV,  σ.  59  έχδ.  ΗβνΙβΓ  ου  γάρ  εις  χορήγηδιν  αγώ- 
νων γυμνικών  Λ  μουΟικών  οι  Κορίνθιοι  τών  πολλών  δέονται  χρημά- 
των, έπι  δέ  τά  κυνηγέΟια,  τά  πολλάκις  έν  τοις  θεάτροις  επιτελούμενα 
άρκτους  και  παρδάλεις  ώνοΰνται,  άπερ  αυτά  μέν  εΐκότως  φέρουδι  διά 
τον  πλοΰτον  και  τών  άναλωμάτων  το  μέγεθος,  άλλως  δέ  και  πόλεων, 
ώς  είκος,  αύτοΐς  είς  τοΰτο  Ουναιρομένων  ώνοΰνται  την  τέρψιν  τοϋ 
φρονήματος. 


—  350  — 

Των  νεωτέρων  λογίων  περιέγραψαν  το  άμφιθεατρον  ιδίως  ό  ίιβ&ΐίβ, 
ό  Κούρτιος  και  ό  νίδοΗβΓ.  Τούτων  δ'  ό  πρώτος  μαρτυρεί,  ότι  είχεν 
εμβαδόν  290  ποδών  προς   1  90  χ . 

Ό  δέ  Κούρτιος  εύρεν  ακόμη  περί  το  τέρμα  του  αμφιθεάτρου  τα 
ήδη  υπό  του  ί,βθΐίβ  μνημονευόμενα  ίχνη  είςόδου  προωρισμένης  δια 
τα  θηρία  η  τους  μονομάχους2.  Ακριβέστατη  δέ  πασών  τών  περι- 
γραφών δύναται  να  θεωρηθή  ή  τοΰ  νίδοΐΐβΐ"3.  Έπιτραπήτω  μοι  δέ 
νάντιγράψω  αυτήν  ένταΰθ'  αΰτολεξεί. 

«Το  άμφιθεατρον  της  Κορίνθου,  καίπερ  μη  δυνάμενον  να  παρα- 
βληθή  προς  τα  μεγάλα  της  Ιταλίας,  εΐνε  μοναδικόν  καθ'  εαυτό.  Τοΰ 
ελληνικού  έθους  της  ένοικοδομήσεως  τών  θεατρικών  εδωλίων  κατά 
τάς  κλιτύας  βράχων  έ'γεινε  κατά  την  κτίσιν  του  αμφιθεάτρου  τούτου 
χρήσις  τοιαύτη,  ώςτε  εΐνε  όλον  τοϋτο  λελαξευμένον  έν  τω  βράχω.  Πρά- 
γματι, έπειδη  το  ωοειδές  άμφιθεατρον  εϊνε  κεκλεισμένον  άμφοτέρωθεν, 
δεν  ήρκει,  ώς  εικός,  μία  και  μόνη  κλιτύς,  ηναγκάσθησαν  δέ  νά  κατα- 
τείνωσι  τά  εδώλια  πέριζ  μέχρι  τοΰ  επιπέδου.  Τούτο  δέ  και  έγεινεν 
ένταΰθα,  Αί  άνώταται  σειραί  τών  εδωλίων  ευρίσκονται  νυν  εις  τό  αυτό 
ύψος  και  τό  περικείμενον  έδαφος,  άπ'  αυτών  δέ  κατέρχεται  τις  διά 
στενών  κλιμάκων  ει;  τά  λοιπά  εδώλια  και  την  κονίστραν. "Απαντα  δέ 
εΐνε  λελαξευμίνα  έν  τω  βράχω.  Ύπό  δέ  τά  εδώλια  ύπάρχουσι  σχεδόν 
απανταχού  άντρα,  άτιν'  αναντιρρήτως,  καθ'  ά  και  οί  έν  άλλοις  άμ- 
φιθεάτροις  περί  την  κονίστραν  κείμενοι  θολωτοί  χώροι,  έχρησίμευον 
προς  έ'γκλεισιν  τών  αγρίων  θηρίων  και  άλλους  ομοίους  σκοπούς.  Κατά 
δέ  τό  στενόν  έκ  δυσμών  τέρμα  φαίνεται  ότι  υπήρχε  τιμητική  εξέδρα, 
διότι  έν  έκείνω  τφ  μέρει  δεν  εχομεν  ωοειδή  άποτερμάτωσιν,  άλλα  τά 
εδώλια  άποτελοΰσι  τετράγωνον  άνοικτόν  προς  τήν  κονίστραν.  Κατά 
δέ  τό  βορειοανατολικόν  μέρος  ευρύς  διάδρομος  άγει  διά  τών  σειρών 
τών  εδωλίων  έπί  τά  κάτω  προς  τήν  κονίστραν.  Και  τώρα  μεν  ό  διά- 
δρομος ούτος  εΐνε  ανοικτός,  άλλ'  έν  τοις  άρχαίοις  χρόνοις  ήτο  πιθα- 
νώς κεκαλυμμένος.  Δεν  διαγινώσκεται  δέ  πλέον  άν  ϊσως  άνωθεν  τών 
ανωτάτων  σειρών  τών  εδωλίων  ύψοΰτό  ποτέ  και  τοίχωμα  έκτισμένον. 

1  ΤΓ3νβ1»  ία  Ιββ  Μ0Γ63..  Τοα.  Γ'  σ.  244.  Κατά  δέ  τό  διάγραμμα  έν  τή  Εχρβ- 
(ϋΐιΟΠ  ΡΓ3.ΙΐςαΪ5β  τό  άμφιθεατρον  έχει  διαστάσει;  μέτρων  100  προς  60. 

2  ΡβΙοροιιηβδΟδ  Τόμ.  Β'  σ.  527. 

3  Επαηοπιη§βη  υπ(1  Βίη(1ίάο1ίβ  αα§  ΟπβοΙιβηΙαικΙ.  σ.  264-5. 


—  351   — 

Σήμερον  μέχρι  τις  πλησίαση  εγγύτατα  οΰοέν  βλέπει  του  δλου  κτι- 
ρίου, αν   δυνάμεθα  να   καλέσωμεν   αυτό  ούτω». 

Ή  δε  ύπαρξις  άντρων  έν  τω  ζνρυχ^ώρω  κτιρίω  έδωκε  τελευτών- 
τος  τοΰ  δεκάτου  εβδόμου  αιώνος  άφορμήν  εις  παράδοξον  χρήσιν  του 
αμφιθεάτρου. 

Διαρκοΰντος  τοΰ  εναντίον  των  Τούρκων  πολέμου  των  Βενετών  εκεί- 
νου, όςτις  έπερατώθη  δια  της  υπό  τοΰ  Μοροζίνη  κατακτήσεως  της 
Πελοποννήσου,  είχε  λυμανθή  την  χερσόνησον  ό  λοιμός.  Έξηκολού- 
θησε  δε  ή  νόσος  ανήλεης  και  κατά  τον  χρόνον  της  βενετοκρατίας. 
Πολλοί  τών  υπαλλήλων  της  επιτροπής  τών  διαγραφοντων  τό  κτημα- 
τολόγιον  (0αΐ38ΐΪ0£ΐΙθΓΪ),  ήτις  είχε  την  έντολήν  νά  καταμέτρηση 
τάς  γαίας  και  διάταξη  τα  τής  νώρας,  άπέθανον  εκ  της  νόσου.  Έπί 
μακρά  δ'  ετη  αί  εκ  τής  Πελοποννήσου  εις  τήν  κυρίαρχον  Βενετίαν 
στελλόμεναι  εκθέσεις  τών  Βενετών  διοικητών  έχαράσσοντο  διά  κοπτή- 
ρος  έν  Βενετία  χάριν  άπολυμάνσεως.  Διά  τούτον  δε  τον  λόγον  οι  κατα- 
κτηταί  έν  μέσω  τοΰ  και  άλλως  ακανθώδους  έργου  τής  αποκαταστάσε- 
ως τής  χώρας  κατέβαλλον  ου  μικράς  φροντίδας  προς  κατάπαυσιν  του 
λοιμού,  ιδίως  δ'  έμερίμνων  προς  ΐδρυσιν  λοιμοκαθαρτηρίων.  Ή  δε  Κό- 
ρινθος ήτο  ή  υπέρ  πάσαν  άλλην  πόλιν  εκτεθειμένη  εις  κίνδυνον  διά  τε 
τήν  μεγαλειτέραν  έπικοινωνίαν  και  τήν  σχεδόν  διηνεκή  συσσώρευσιν 
(κανώς  πολυαρίθμου  στρατού,  σταθμεύοντος  έν  ταύτη  τή  πόλει  προς 
άμυναν  τής  χώρας  άπο  τών  Τούρκων  τής  βορείου  Ελλάδος.  Ούτω 
6  εχόντων  τών  πραγμάτων,  ό  συνετός  προνοητής  Φραγκίσκος  Γριμά- 
νης  έσκέφθη  πλην  τών  διαφόρων  άλλων  μέτρων ,  άτινα  έ'θηκεν  είς 
ένέργειαν  προς  πρόληψιν  τοΰ  κακοΰ,  νά  μεταχειρισθή  και  τό  άμφι- 
θέατρον  τής  Κορίνθου  ώς  λοιμοκαθαρτήριον.  Περί  τούτου  δε  γράφει 
έν  τω  εις  Κορινθον  προς  τήν  σύγκλητον  τής  Βενετίας  τή  14/25  Σε- 
πτεμβρίου 1701  (1700  δΐίΐθ  ηαονο)  άπευθυνομένω  εγγράφω,  όπερ 
φυλάσσεται  έν  τω  άρχείω  τής  Βενετίας  μετά  τής  λοιπής  αΰτοΰ  επι- 
σήμου αλληλογραφίας1.  Άλλα  δεν  ήρκέσθη  εις  τοΰτο  και  μόνον,  ανέ- 
μενε 6έ  τήν  άφιξιν  κτιστών  έκ  τής  ηπειρωτικής  Ελλάδος,  όπως  επι- 
χείρηση τήν  μετασκευήν  τοΰ  όλου  κτιρίου  συμφώνως  προς  τό  διά- 
γραμμα  τό  συνημμένον  εις  τήν  έ'κθεσιν  αΰτοΰ.   Και  τά  μεν   σωζόμενα 

'  Επιστολή  ίιπ'  άρ.  120  έν  τω  υπ'  άρ.  8  φαχέλω  (ί'ίΐζ»)  τών  ΟΪ8ρ&οοί  οΐβί  ρΓΟ- 
νβάίΐοπ  έν  τω  χατά  τήν  Βενετίαν  ΑίχΙιίνϊο  (Ιβϊ  Ργ&γϊ. 


—  352  — 

τοιχώματα,  έν  τω  ^ιαγράιχαατι  τούτω  έση^είωσεν  απλώς  δια  περι- 
γράιψατο:,  δια  δ'  ερυθρού  χρώματος  έδγ)λώθγ:σαν  τα  αέλλοντα  να 
ίχιχειρηθώσιν  έ'ργα,  έν  οίς  και  οίκαοόϋ,ησις  οικίσκου  δια  τον  ίερεα  '. 

Το  δε  /.είαενον  της  Ιχ,Οε'σεως  ένθα  πρόκειται  — ερί  του  αμφιθεάτρου 
έχει  ώδε ' 

8βΓβηΪ88ίηιο  Ρη'ηοίρβ 

.  .  .  .  1^3  δειίιιΐβ  οΙιρ  ϊη  Ββ^ηο  β  ηβΐΐβ  δυβ  αά^οβηζβ  ( Ιοββ  ά 
Ι)ΐο  δΐ^β  ι  οοηΐΐηυα  ρβΓίβΙΙϋ,  οοιτθ  ρΐυ  οααΐβΐΐ&ΐα  ά&ΙΙβ  οοηΐυ- 
πΐ3οΐ(\  οηβ  ίαοοίο  ρΓΕίΐΐοϋΓ  π»0Γ08β,  δίαηίβ  1&  Γαοίϋΐέ  οοη  ουί 
83θΙ  ίηδΟΙ^βΓ  ίΐ  πιβίβ  ηβΐ  Ρ&βδβ  ΟΐΙοπίΒηο  δβηζα  οδδβΓναζΐοηβ. 
β  ρβροΐιρ  ηυ^ηΐο  ιτιίηοΓβ  δ&™  ϋ  οοηοοΓβο  (Ιβϊ  Τατοήΐ  ϊη  ο-αβδίί 
ρπηί'ίρϋ.  ΙβηΙο  ρϊίι  §ίονβι*3  αί  ραΜίοϊ  π^ααΓα'ί.  ΟοηοδοίαΙα 
ρβΓο  ηβοβδδαπίΐ  οοΙΓ  οοοαβϊοηβ  ιΐβΐ  δορπι  1υο°;ο  ςυαίοηβ  πιΐ§ΙίθΓ 
Γελοία  ΐη  ςαβδία  £βΙθδ3  ίιτιροιΊαηΙϊδδΐιηΗ  πι&Ιβπα,  νβ  η'ηο  αά- 
άειίΐίΐΐβ  ηαοΐΐβ  ρΓβδοπΙΙο  ηβΐΐ  ίη^ίοηΐίΐ  Ιβπτιΐη^ζίοηβ  οη'  αδδθ£- 
£6110  α'δϋρίβηΐίδδϊΐϊΐί  πίΐβδδί  άβΐΐα  δβι\  V.  β  οηβ  Ηο  οίΓοοΙαι*- 
ηιβηΐβ  Ιΐ'δδΐΏβδδΕ  3οοΐό  δίη  αά  ειΙΐΐΌ  δυο  δοντ&ηο  οοπίΒηάΌ  δια 
ϊη  ο§ηΐ  Ιυο^ο  088βΓ\3ΐα.  οοηιβ 2  οοιτιρίί Γβΐ^^β  ΐη  οααΈυηο  άβ 
1υο°;ηί  δίβδδί  απ  ϋειρίΙυ1«Γβ  ϊη  δίαπιρει  δίιιιΐΐβ  α  ο-υβίΐο  οΐιβ 
δθΓνβ  ρβΓ  Ια  Οοηιίη&ηΙβ  β  Τβίτα  Ρβπτια.  βδίβδο  άαΐΐα  νΪΓΐίι  δίη 
σοΙ&Γβ  οΐί  οοΐβδίο  Εοοιηο  ΜασίδίΓΕίο  αΐΐίΐ  δαηΐΐ&,  α  ουί  ριιτ  ηβ 
Γϋδδβίζηο  Γ  οοοοΓβηζϋ  αηοο  ρβτ  ϋ  ιϋ  ρίίι,  οηβ  ΐΓοναδδβ  ρρορπο 
ϋ  ΐησϊοη§θΓθ  οοΙΙβ.  δα»  ιτιαίαπι  νβηβΓ&Ιϋ  οο^ηίΐϊοηβ,  ροίοηβ, 
ο-υίΐηΐο  δοΐίο  ΤϋτοΙιϊ  βΓα  Ηοογο  ίΐ  οοιώπιογοιο  ϊη  Κβ§ηο,  δβη- 
Ιί\38Ϊ  ίτβο-ιιβηΐβ  ϋ  ίΊασβϋο  άβΐ  οοηί,3§§ΐο. 

1«β  οοηΐυπιαοίβ  α  ςιιβδία  ραΓίβ  δί  ρΓΕίίοαηο  ηβΙΓ  αηΐΐοο  Αηίί- 
ΙβαίΓΟ  οηβ  β  ΓΟΐοηάο  οοη  ΟγοΙΙο  β  (ϋοΓίίΙβ,  ί'υοπ  άβΙΙα  ϋηβα. 
ιηα  δοΙΙο  ϊΐ  Οαηοη  άβΐ  ΡοιΊβ  ΒϊίαΙΙο,  8β  νί  δί  Ιβηββδβ  ^υειχάία. 
Ε  οοπιοάο  αϊ  νβηΪΓ  ρβΓ  νιο.  άί  Τβιτα  β  ρβΓ  ϋ  ραδοοίο  αΌ^ϋ 
ΑηϊηπΗίϊ  οηβ  οοηΠαϊδοοηο  ίη  αοοοηαΈιηζΕί,  δβοβη  ροοηΐ  ΤυΓοηΐ 

1  Έν  τω  παρατεθειμένω  ενταύθα  παρενθέτω  πίνακι  αί  επεξηγηματικά!  σημειώσεις, 
γεγραμμέναι  κατά  την  ορθογραφίαν  τού  πρωτοτύπου,  ετέθησαν  ΰπό  τό  διάγραααα'  άλλ' 
έν  τω  πρωτοτυπώ  είνε  αύται  γεγραμμέναι  εκατέρωθεν  του  διαγράμματος. 

3  Έν  τω  πρωτοτυπώ  γέγραπται  0ΟΠ1Π1Ο  κατά  τό  υπ'  όψιν  μου  άντίγραφον. 


—  353  — 

Πη'  Ιίογη  δίαηο  οοΐϊΐραΐ'δί.  Μα  οοηνβιτα  'δβπ'ίΐΓΐο  οοη  ιτιυτο  (1ί 
δορηα  α  ιηαα^ίοΓ  δίοαί'βζζα  άβΐΐβ  ρβΓβοηβ,  <1βμ;1ί  βΓί'βΙ,ΐΐ  β  δϋΐαΐβ. 
ΟίδΙαηΙβ  ά&\  ΜίΐΓβ  ηοη  δαιά  οο§ΐ  ορροιΊιιηο  ρβτ  1β  Οβηΐί  β  ι*οΙ>ί>β 
ο!ιβ  οαρΐΐΗδδθΓο  ά&  Ι,βραηΐο  ά  δ&ΐοηει 1.  ποαάυΐί  οΐιβ  δίαηο  ςιιρί 
Ι^ϋοοίιί  δοΙΙο  ϋ  Ι)οηηϊηίο  ίΐβΐΐίΐ  ΡοιΜα.  ΤαΙΙ&νία,  δβοοικίο  Π  ηβ- 
^οΐίο,  ροΙι*α  ο  ιηυΐηΓδΐ  ϋ  δΐΐο  (Ιθΐ  Ιί&ζζ&ΓβΜο.  ο  ίαπιβ  ίΐυβ.  Ιια- 
νβηϋο  ρρΐ'  Ιιοτη  οΐ'βίΐαίο  6βηβ  οοΙΓ  ο^βΙΙο  3.11α  πιϊηοΓ  δρβδα  βΐ 
ηΙ  ρΐ'βδβηΐβ  ϋϊδο^ηο  ναΐβπηϊ  <Γ  βδδο  β  π(1αιΊο  ροί  αϊ  ρΐΌδδίιτιο 
^ίυη^βΐ'β  ιΐβ  Μαΐ'αΙοΐΊ  Κυιηβΐιοίΐϊ  ηβΙΙίΐ  ί'οπηα  (ΙβΙίηβ&Ιβ  ηβΙΓ 
αηΐΐο  (ΙίδΡ^ηο,  ϊη  ουί  δι  δοοΓ^β  άά\\ά  (ϋνβΓδίίβ  ά&  οοΙογϊ  οίό  οΐιβ 
νί  δι»  (Γ  ργιθΙΙο.  β  οΗβ  ραι*  (ΐβνβ  Βίζ^ιυησβΓδί  οοΐΐα  <1ονυΙα 
οαυίθΐϋ  βΙΓ  ίηυτβδδο.  β  οοΙΙα  ο&δίΐ  ρβι*  ϋ  ρποΓβ  ΐη  δΐΐο  οΐιβ  ΙυΙΙο 
(Ιοιτιΐηει,  ηβΐΐα  ςυαίβ  αη  ϋίδίΗΟοαιτιβηΙο  ιΐι  ρ  ο  <  •  1ί  ί  δοΐϋαΐϊ .  ηυαη- 
άο  ρβΓνβηίδδβΐΌ  ίϊΐΟΓΟΪ  (ϋ  ν»1θΓβ,  ϋδδϊϋυΐ'ΗΓβΙώβ  ί  ^^ιρ^ι^ι1^  1»ρμ 
πηοΐιίιΐδΐ  β  οαδίοάΐΐί  ηβΐΐβ  Οΐ'οΙΙβ.  .  .  . 

ΟοπηΙΙιο,  Ιί  25  8βΙΙβπιΙ>Γβ  1700  8β.  Ν.  (=8ΐΐ1β  ηυονο). 

ΡΚΑΝΟΕ800  ΟΚΙΜΑΝΙ 
Ριονν  ΟβηβΓ&Ι  (ΙβΙΓ  Αγπιϊ  ϊη  Κβ^ηο. 

*Αν  δε  και  κατά  πόσον  ξζετελέσθη  τό  σχέδιον  τούτο  δεν  γινώσ/,ω. 
Ούτε  άπόφασίν  τίνα  της  συγκλήτου  περί  του  ζητήματος  της  μετα- 
σκευής του  αμφιθεάτρου,  ούτε  άλλην  τινά  έ'κθεσιν  του  Γριμάνη  χερί 
του  προκειμένου  ήδυνήθην  να  εύρω.  Και  δεν  εΐνε  μεν  αδύνατον  να  εύ- 
ρίσκωνται  μεταξύ  των  πλουσίων  θησαυρών  τοϋ  βενετικού  αρχείου  και 
άλλα  εγγραφ'  αναφερόμενα  εις  τό  άμφιθέατρον  της  Κορίνθου.  Αλλ 
εις  έμήν  γνώσιν  ουδέν  άλλο  περιήλθεν. 

Άλλ'  άν  δα.ως  παραβάλωμεν  το  εν  τη  Εχρβίΐίΐίοη  δοίβηΐϊβηϋβ 
έκδεδομένον  διάγραμμα  τοϋ  αμφιθεάτρου  προς  την  ήμετέραν  λιθο- 
γραφίαν,  δικαιούμεθα  νάποδεχθώμεν,  ότι  τό  σχέδιον  τοϋ  Γριμάνη  δέν 
έξετελέσθη  2.    Και  δη  οι  εταίροι  της  γαλλικής  αποστολής  έσημείωσαν 

1  Ό  γραφεϋς  έσφάλη  πάντως"  πρέπει  βεβαίως  νάναγνώσωμεν  β  83101)3,. 

2  Την  αί'σθησιν  της  μή  εκτελέσεως  της  μετασκευής  απεκόμισα  ετη  τινά  μετά  τήν 
σΰνταξιν  και  πρώτην  δημοσίευιιν  της  παρούσης  πραγματείας  έκ  της  αυτοψίας  των  σιο- 
ζομενων  λειψάνων  τοϋ  εν  Κορίνθω  αμφιθεάτρου. 

1.11  ΓΡ.    ϋ.     Λ.ΑΜΟΡΟΓ,    ΜΙΚΤΛΙ    ΕΕΛΙΑΒΕ  *  ' ' 


—  354  — 

τά  ?ννη  κλιμάκων  κατά  τάς  κερκίδας  έκάστας  και  έκεϊ  ένθα,  εν  περι- 
πτώσει έκτελε'σεως  της  μετασκευής,  δεν  θάνεμένομεν  πλε'ον  τοιαύτας1. 
Τε'λος  δε  οφείλω  να  παρατηρήσω,  ότι  τάρχεϊα  της  Βενετίας  ήδύ- 
ναντο  και  άλλως  να  παράσχωσιν  άξίαν  λόγου  ύλην  περί  της  ιστορίας 
των  αρχαίων  μνημείων.  Και  ταΰτα  διότι  οί  πατρίκιοι  της  νικηφόρου 
Βενετίας,  κεκτημένοι  άζίαν  λόγου  παίδευσιν  και  ήκιστ'  απείρως  έχον- 
τες  των  τυχών  της  χώρας,  ης  άνετίθετο  ει:  αυτούς  ή  διοίκησις,  δεν 
άπηζίουν  να  έκθέτωσιν  άπό  των  νε'ων  αυτών  εδρών  εις  τους  εν  τη 
αητροπόλει  όμοταξίους  συγκλητικούς  ευκαιρίας  τυγχανούσης  τίνα. 
περί  των  περισωθέντων  μνημείων  της  αρχαιότητος  2.  Ή  νύξις  δε  αύ- 
τη έστω  αρκετή  εις  τους  λογίους  τους  εύτυχοΰντας  να  διατρίψωσι 
μακρότερον    χρόνον    έν    Βενετία. 


1  Τόμ.  Γ'  Πίν.  77  είχ.  111.  Πρβλ.  τόίχείμενον  ενθ'  άν.  σ.  36-7. 

2  Κυρίως  συμβαίνει  τοϋτο  έν  τ?(  συλλογή" των  γραμμάτων    των  Συνίίκων    καταατί- 
χωτων  (δίικίϊοϊ  ο&ΐ3*1ϊοα1οπ). 


Μ 

ίϋ 
< 

< 


3  »  ζ  ? 


*,?4 


•^  ^ 


-.1, 


Ο 

I- 
Η 

ω 

ο: 
< 

Ν 
< 

ιυ 
ο. 

ίύ 
> 

α: 

ΜΙ 


χ 
ϋ 

ιυ 

Η 
Ι- 
Ο 
α: 
ο 


ο 
ο 

ο 

I- 
Ζ 

α: 
ο 
ο 


ο 
ο 

Η 
Ζ 
< 

Ο 

α: 

\- 
< 
υ 

Η 
ϋ- 
Ζ 
< 


Η  Τ11ΕΡΕΙΑ  ΕΝ  ΦΕΡΑΙΣ* 


Δεξιόθεν  της  όδοϋ  της  άγούσης  άπό  του  σταθμού  του  Βελεστίνου 
είς  το  πόλισμα  ρε'ουσι  τάφθονα  ύδατα  της  Ύπερείας.  'Επί  του  δια- 
γράμματος του  χαραχθεντος  ύπό  του  'Ρήγα  εύρηται  ίν  τούτω  τω 
με'ρει  ή  επιγραφή  «Μύλοι  με  μαρμχρόκτιστα  ύδραγωγ[εΐα]  » .  Ση- 
μειοΰνται  δε  δι'  αστερίσκων  δεκατρείς  τοιούτοι  μύλοι.  ΤΗτο  δε  φυσι- 
κώτατον  να  γείνη  έκ  παλαιών  γρόνων  χρήσις  των  άειρρόων  της  φε- 
ραίας  πηγής  ναμάτων  προς  κίνησιν  μύλων.  Και  πράγματι  ήδη  από 
του  δεκάτου  τρίτου  αιώνος  εύρίσκομεν  αναφερόμενα  τα  λεγόμενα  χιν- 
λοτόπχα  τοΰ  Βελεστίνου1,  άτινα,  καθ'  ά  ρητώς  αναγράφεται,  ήσαν 

'  Απόσπασμα  της  έν  τω  Παρνασσω  άναγνωσθείσης  μελέτης  της  έπιγραφομένης 
«Ή  πατρίς  του  'Ρ^γα»,  δημοσιευθέν  τό  πρ&χον  έν  τη  Εικονογραφημένη  Εστία  τοϋ 
1895  σ.  100  χ.  Ι. 

λ  Μιχαήλ  Πανάρετος  ό  επίσκοπος  Δημητριάδος  δωρεΐ  εις  τήν  κατά  τό  θέμα  Δρυα- 
νουβαίνης  έν  Θεσσαλία  πατριαρ/_ι/.ήν  μονήν  του  τιμίου  Προδρόμου   της   Νέας  Πέτρας 

άπό  των  όλων  μυλοτοπίων,  ών  κέκτηται  και  δεσπόζει  και  νέμεται 
εξ  αμνημονεύτων  ηδη  χρόνων  ή  κατ'  έμέ  άγιωτάτη  επιόκοπη  Δη- 
μητριάδος έν  τω  θέματι  τοΰ  Βελεότίνου  διακειμένων  μνλοτόπιον  έν, 
οίον  άρεόθμ  και  έκλέξηται  ό  διαληφθείς  πανευγενέΟτατος  Κομνηνός 
κϋρ  Ίωάόαφ  ό  Μαλιαδηνός,  ό  κτήτωο  της,  ώς  ε'ίρηται,  ΟεβαΟμίας 
και  ιεράς  μονής  τοΰ  τιμίον  Προδρόμου,  ώς  άν  δι'  οίκείων  κόπων, 
εξόδων  τε  και  άναλωμάτων  αϋτοϋ  έκ  βάθρων  αυτών  άνεγείρη  μυλι- 
κόν  έργαότήριον,  και  καθέξει  τοΰτο  η,  ώς  ε'ίρηται,  τοιαύτη  μονή 
τοϋ  Προδρόμου  άναφαιρέτως  και  άναποΟπάΟτως  ώς  οίκεϊον  αύτης 
κτήμα  ατελές  πάντη  και  ελεύθερον  και  άκαταδούλωτον  άπό  τοϋ 
νϋν  και  εις  το  έξης  και  μέχρις  άν  τό  πάν  ό  ήλιος  έφορςί-  τό  γάρ 
άπαξ  άφιερωθέν  τω  θεώ  ού  δουλοΰταν  υπέρ  μνημοΟύνον  τών  άοι- 
δίμων  εκείνων  βαόιλέων  τών  άφιερωτών  τών  δηλωθέντων  μνλοτο- 
πίων και  έμοΰ  τοϋ  ταπεινοΰ  και  ευτελούς  άρχιερέως  Μιχαήλ  τοϋ 
Δημητρΐ[άδος].  "Ιδε  τό  'Εχδοτήριον  γράμμα  τό  έκδεδομένον  έκ  τοΰ  υπ '  αριθμ. 
ΟΟΧΧΧνΊΙ  ελληνικού  κωδικός  της  έν  Ταυρίνω  βιβλιοθήκης  {Ρα,δίηί  ϋθάΪ068    Πΐα- 

ηαϊΟΓΪρΙϊ  &ι[)ΙίοΙΙΐ6θ£ΐβ  Γβ$ϊί  Τααηηβηδίβ  ΑΐΙιοη&βί.  Εν  Ταυρίνω.  ΜΟΟΟΧί,ΙΧ 
Τόμ.  Λ'  σ.  322  μγ')  έν  τοις  τοϋ  ΜίΜοδίβΛ,  και  ΜύΙΙβτ  ΑοΙα  βί  (Ιίρίοπιαίθ. 
ΟταβΟίΙ  Πΐβάίί  &6ΥΪ.  Έν  Βιέννη.  1871    Τόμ.   Δ'  σ.   423  χ.  §. 


—  356  — 

έξ  αμνημονεύτων  χρόνων  αφιερωμένα  ύπό  της  βυζαντιακής  βασιλείας 
εις  την  έπισκοπήν  Δημητριάδος,  εις  ην  ύπέκειτο  ό  Βελεστϊνος.  Και 
τα  μεν  μαρμαρόκτιστα  υδραγωγεία  τάναφερόμενα  ύπό  του  'Ρήγα 
ήσαν  πάντως  λείψανα  της  υδραυλικής  μερίμνης  των  αρχαίων,  διοχε- 
τευσάντων  τα  ύδατα  τής  Ύπερείας  προς  άρδευσιν  των  κηπίων  τών 
Φερών  και  κίνησιν  των  μυλώνων,  οΐτινες  πιθανώτατ  άπ  αυτών  τών 
αρχαιοτάτων  χρόνων  έ'κειντο  εν  τη  αυτή  θέσει.  Οί  οχετοί  δ  εκείνοι 
εΰρίσκοντο  πιθανώς  έτι  περί  τα  τέλη  του  παρελθόντος  αιώνος  κατά 
χώραν  ώς  το  πλείστον,  ως  δικαιούμεθα  νά  εΐκάσωμεν  έκ  του  έπί  τής 
Χάρτας  σημειώματος  του  'Ρήγα.  Και  σήμερον  6  έτι  εύρηνται  τεμά- 
χια έσκορπισμένα  περί  τους  μυλωνάς  και  τους  κήπους  συμφώνως 
προς  την  βεβαίωσιν  τών  εγχωρίων.  *Αν  δ'  αποβλέψω  εις  τό  περίτε- 
χνον  τής  κατασκευής  τών  άποκρουσμάτων,  όσα  έτυχε  νά  'ίδω,  ιδίως 
παρ'  αυτήν  τήν  Ύπερειαν  κρήνην,  ήσαν  ταΰτα  κατασκευάσματα  τών 
καλών  τής  αρχαιότητος  χρόνων,  και  μετά  θάρρους  δυναμαι  νά  εικά- 
σω, ότι  τά  υδραγωγεία  εκείνα  εϊχον  κατασκευασθή  περί  τόν  τέταρ- 
τον αιώνα  προ  Χρίστου,  κατά  τους  χρόνους  δήλα  δή  τής  ακμής  τών 
τυράννων  τών  Φερών,  περί  ών  θά  γείνη  λόγος  κατωτέρω.  *Ησαν  δέ 
ταϋτα,  ώς  δυνάμεθα  νά  κρίνωμεν  έκ  τών  περισωθέντων  τεμαχίων, 
μεγάλοι  μαρμάρινοι  ογκόλιθοι,  επιμελώς  κατειργασμένοι  και  λελεα- 
σμενοι,  φέροντες  βαθεϊαν  προς  τά  έσω  κοιλότητα,  δι'  ης  ερρεε  τό 
διαυγές  τής  κρήνης  ύδωρ,  ασκεπείς  δε  μένοντες  πιθανώς  άνωθεν.  Και 
τοιούτο  μεν  τό  ύδραγωγείον  τών  αρχαίων  Φερών.  Οί  δέ  ύπό  τών 
περισσών  εκείνων  υδάτων  κινούμενοι  μύλοι,  οντες  μέχρι  του  1892, 
όσοι  και  έν  τοΐς  χρόνοις  τοϋ  'Ρηγα,  δεν  χρησιμεύουσι  νυν  πάν- 
τες προς  ον  τότε  και  έν  νεωτέροις  χρόνοις  σκοπόν.  Εις  τό  σύριγμα 
του  πλησίον  του  Βελεστίνου  διερχομένου  σιδηροδρόμου  ανταποκρίνε- 
ται τό  σύριγμα  του  ατμόμυλου,  όν  ίδρυσαν  έν  τω  πολίσματι  βραχύν 
χρόνον  μετά  τήν  προςάρτησιν  τής  Θεσσαλίας  δύο  ευφυείς  Άργείοι, 
οί  αδελφοί  Γιαννόπουλοι,  ών  ό  έτερος  είνε  σήμερον  και  δήμαρχος  Φε- 
ρών. Ή  δ  είςαγωγή  του  ατμού  κατέστησε  μέν  άχρηστους  τους  πλεί- 
στους τών  ύδροκινήτων  εκείνων  μύλων  του  Βελεστίνου,  άλλα  δέν  ήδυ- 
νήθη  και  νά  ματαίωση  τήν  προς  άλλους  σκοπούς  χρησιμοποίησιν  τοϋ 
άφθονου   ύδατος"  διό  τίνες  τών   μύλων,  έκμισθωθεντες    ύπό    έπινοητί- 


—  357  — 

κών  Πελοποννητίων  η  Μακεδόνων,   αετεβλήθησαν    είς  εργοστάσια,   εν 
οίς  κατασκευάζονται  σκουτιά  η  διαπρίονται  ξύλα. 

Ακολουθών  όέ   τις  τον  ρουν   των   υδάτων  η    βαίνων    δια   της  ευθύ 
είς  το  Βελεστΐνον  άγούσης  λεωφόρου  φθάνει  μετά  πορείαν  ολίγων  λε- 


Ό  λέων  της  Χαιρώνειας  *. 

πτών  εις  τόν  έπιφανέστατον  τόπον  της  πολίχνης,  την  Ύπε'ρειαν  κρή- 
νην)?(ητις  και  των  αρχαίων  Φερών  κατείχε  το  μέσον  κατά]  τόν*γεω- 
γράφον  Στράβωνα1.  Τπέρειαι   άπό  Τπερητος    τοΰ    υίοϋ^τοΰ  (Ποσει- 

*   "Ιδε  ανωτέρω  σ.    289   κ.  έ. 

'   Στράβωνος  Θ,  439    Ή  δ'  Ύπέρεια  κρήνη  εν  μέση  εστί  τη  Φεραίων  πόλει. 


—  358  — 

δώνος  έκαλοΰντο  πολλά!  πηγα'.  της  αρχαίας  Ελλάδος.  Την  δε  των 
Φερών  εύρίσκομεν  άναφερομένην  το  πρώτον  κατά  τον  πέμπτον  π.  Χ. 
αιώνα  παρά  τω  Πινδάρω  1  και  τω  Σοφοκλεΐ  2.  Εσφαλμένως  δ' 
ύπετέθη  υπό  τίνων,  δτι  αναφέρεται  ήδη  ή  φεραία  Ύπέρεια  υπό  του 
Όμηρου. 

Επειδή  δε  παρά  τε  τω  Πινδάρω  και  τω  Σοφοκλεΐ  ή  Ύπέρεια 
προςονοαάζεται  κρήνη,  δικαιούμαι,  πιστεύω,  νά  εκφράσω  την  είκα• 
σίαν,  δτι  ηδη  έκτοτε  το  θεο<|)ΐλέ<7τατθν  νάμα,  ως  έκάλει  τό  ύδωρ 
αυτής  ό  Σοφοκλής,  δέν  έχύνετο  είκη  από  τών  βράχων,  άλλ'  ό  εκρού; 
τών  υδάτων  έγίνετο  άπό  κρουνών  τεχνητών.  Κατά  ταϋτα  δε  ή  τέχνη 
συνετέλεσεν  ει;  έπαύξησιν  τών  άπδ  τής  πηγής  θέλγητρων  ηδη  προ 
τών  χρόνων  τής  έν  Φεραϊς  τυραννίδος.  "Ίσως  δέ  οι  τύραννοι  οι  κατά 
τάνωτέρω  ρηθέντα  κατασκευάσαντες  τά  λιθόκτιστα  υδραγωγεία  περι- 
εκόσμησαν  και  την  λίμνην  την  έκ  τών  υδάτων  τής  κρήνης  σχημα- 
τιζοαένην,  περιβαλόντες  αυτής  τάς  δχθας  δΓ  εντέχνου  κρηπιδώματος, 
οίον  πάντως  πρέπει  νά  φαντασθώμεν  υπάρχον  κατά  την  αρχαιότητα. 
*Οτι  δε  άπό  κρουνών  έχύνετο  τό  έκ  τών  βράχων  έκρέον  ύδωρ  γίνεται 
όήλον  και  έκ  τών  αρχαίων  νομισμάτων  τών  Φερών,  εφ'  ών  ή  Ύπέ- 
ρεια κρήνη  εικονίζεται  ώ:  ποταμός  έκχυνόμενος  άπό  τοϋ  στόματος 
κεφαλής  λέοντος.  Ίσως  δ'  είς  την  παράστασιν  τής  Ύπερείας  ανα- 
φέρεται και  τό  έπϊ  τών  νομισμάτων  τών  Φερών  χάραγμα  τοϋ  εμ- 
πρόσθιου ήμίσεος  ίππου  εξέχοντος  έκ  τών  βράχων  έσχετίζετο  δ'  άλ- 
λως και  ό  ίππος  προ;  τόν  Ποσειδώνα  τον  πατέρα  του  επωνύμου  τής 
κρήνη;  Ύπέρητος  3.  Είνε  δέ  τοιαύτα  νομίσματα  έκ  τών  αρχαιοτάτων 
τών  Φερών,  ανερχόμενα  και  είς  αύτάς  τάς  αρχάς  του  πέμπτου  αιώ- 
νος, ήτοι  κατά  δεκάδα;  όλα;  ετών  αρχαιότερα  του  τυράννου  Ιάσονος. 

Συστάδες  δένδρων  θαλερών  σκιάζουσι  σήμερον  την  σχεδόν  τετρά- 
γωνον  λίμνην  την  σχηματιζομένην  έκ  τών  υδάτων  τής  άειρρόου  πηγής, 
εχουσαν  πλάτος  μεν  άπό  Β.  προς  Ν.  μέτρων  52,70,  μήκος  δε  άπό  Α. 
πρό;  Δ.  39.80.  Άπό  ικανών  οπών  καταρρέει  τό  ύδωρ  έκ  τών  βρά- 
χων  άέναον    εις   την   μεγάλην    έκείνην   δεζαμενήν,  ήτις    είχε    τόν   Σε- 

'   Πινδάρον  Πυθ.  IV,  221. 

2  Σοφοκλής  Γ.Λοί  τω  σ•/ολιασττ)  Πινδάρου  αυτόθι. 

3  "Ιοε  Ηβαά   ΗϊϋΙΟΓί»   ηααΐΟΓαπί.  Έν  Όξωνίω.   1887   α.  260.  Έλλ.  μεταφρ• 
Σβοοώνου  Τόμ.  Α',  σελ.  388. 


η 


Λ 


—  359  — 

πτέμβριον,  ότ'  έπεσκέφθην  τον  Βελεστίνον,  βάθος  έξήκοντα  περί- 
που εκατοστών.  Φιλοτιμώ  δέ  μερίμνη  της  δημοτικής  αρχής  περιβάλ- 
λεται ή  λίανη  ύπό  Ικανώς  εύσταλους  κρηπιδώματος,  αποτελουμένου 
εξ  αρχαίων  μαρμάρων,  οία  άλλως  και  κατά  την  τρίτην  ήδη  δεκάδα 
του  δεκάτου  ενάτου  αιώνος  περιέβαλλον  εν  μέρει  αυτήν1.  "Ραβδωτός 
μιναρές  αλειτούργητου  την  σήμερον  τζαμιού,  οίοι  και  άλλοι  ύψούν- 
ται  εν  τή  πόλει ,  άνατείνει  εις  τα  ΰψη  την  αΐχμηράν  κορυφήν  έν 
ωραία  αντιθέσει  της  λευκής  αΰτοϋ  χροιάς  προ;  το  μόλις  που  ύπό- 
γλαυκον  ύδωρ,  έν  ω  κατοπτρίζεται,  και  προς  το  χλωρόν  φύλλωμα 
τών  εγγύς  που  βλαστανόντων  δένδρων.  Αύζάνει  δε  τό  γραφικόν  του 
θεάαατος  ή  ποικίλη  στολή  τών  γυναικών  τοΰ  Βελεστίνου  ερχομέ- 
νων να  πληρώσωτι  τάς  στάμνους  αυτών  εκ  της  λίμνης.  Ούδ'  εχουσ1 
τι  να  φοβηθώσιν,  έν  ω  ρητώς  μαρτυρεί  ό  "Αγγλος  Ι^β&Ιίβ  έν  τη  περί 
της  βορείου  Ελλάδος  συγγραφή  τή  δημοσιευθείση  τω  1835,  δτι  έν 
ταϊς  ήμέραις  αύτοΰ  αϊ  Ελληνίδες  του  Βελεστίνου  ούδεμίαν  έποιοΰντο 
χρήσιν  του  άλλως  άριστου  ύδατος  της  κρήνης,  άρκούμεναι  εις  τα  έν 
τοις  οικοις  φρέατα,  έκ  φόβου  τών  Όθωμανών,  οίτινες  ήσαν  πολυα- 
ριθμότεροι  έν  τή  πόλει  2. 

Ή  προς  την  φύσιν  υπέροχος  αγάπη  τών  αρχαίων  ήγαγεν  εις  τον 
μϋθον,  ότι  ό  επώνυμος  τής  Τπερείας,  ό  Ύπέρης,  κατφκει  άνωθεν 
της  κρήνης  τής  άπ'  αΰτοϋ  κληθείσης  3.  Ό  δε  περίοικος  λαός  τής  σή- 
μερον έλησμόνησε  τόν  τε  'Τπέρην  και  τήν  'Τπέρειαν  και  καλεί  την 
κρήνην  Κεφαλοβρυσον,  ως  και  άλλαχοΰ  τής  Ελλάδος  ονομάζονται 
κεφαλάρια  αί  πηγαί.  Και  όμως,  έν  φ  τό  νέον  δνομα  τής  κρήνης 
οΰδένα  πλέον  ανακαλεί  μϋθον,  έκ  τής  ευρείας  του  λαοΰ  φαντασίας 
άνεβλάστησεν  ωραία  παράδοσις  άποζημιουσα  ημάς  εντελώς  δια  τήν 
απωλειαν  του  αρχαίου  ονόματος  και  των  μετ  αυτού  συνδεομένων  μύ- 
θων. Ή  παράδοσις  μεταθέτει  τήν  άνάβλυσιν  τής  πηγής  εις  χρόνους 
αρχαίους  και  αμνημονεύτους.  Και  όμως  ή  άρχαιότης  αύτη  ή  άχρονο- 
λόγητος  δεν  εινε  ή  άπωτάτη,  ή  μετεωριζομένη  εις  τους  αρχαίους  θεούς 

<  Εβα&β  ΊΥανβΙδ  ΐη  ηοΓίΙαβΓΠ  ΟΓββοβ.  Τόμ.  Δ'  σ.  440. 

1  Εβα/οβ  ϊνθ'  άν. 

3  Ψενδοφερεχνδον  τον  Αερίου  άπόσπ.  55  παρά  ΜηΙΙβΤ  Ρΐ'α^ΠίβηΙίΐ  Ηΐδίο- 
ΓΪΟΟΠΙΠ)  ΟταβΟΟΓϋΐΏ  τόμ.  Α'  σ.  86'  Ύπέρης,  δς  ώχει  επϊ  τή  κρήνη  τή  άπ'  αντοϋ 
χλη&είοβ .  "Ητο  δέ  6  Ύπέρης  χατα  τοΰτον  τόν  συγγραφέα  οχ  ι  τοΰ  Ποσειδώνος  υίός^ 
άλλα  Μέλανος  τοΰ  Φρίξου  και  τής  Εύρυχλείας. 


—  360  — 

και  ήρωας,  τον  Ποσειδώνα  και  τον  Ύπέρην,  άλλ'  είνε  ή  άρχαιότης 
ή  προςιτη  εις  τον  νέον  Ιλληνικόν  λαόν  τον  μη  δυνάμενον  να  χρονολο- 
γήσγΐ  τι  άπωτέρω  των  βαρυνάντων  το  έθνος  χρόνων,  ών  υπήρξαν  οι' 
αυτό  αμέτρητοι,  εις  το  χάος  των  αιώνων  κρυπτόμεναι,  αί  πικραί 
ήμέραι.  Ή  σκηνή  υπόκειται  αορίστως  Ιν  ταΐς  θλιβεραϊς  έκείναις  ήμέ- 
ραις,  και  ί'σως  η  παράδοσις  περί  της  μυστηριώδους  άρχης  της  πηγής 
και  της  μετ'  αύτης  συνδεόμενης  ώμότητος  της  τυραννίδος  ητο  το 
κυριώτατον  αίτιον  της  πτοήσεως,  ΰφ'  ης  έμαθεν  έμποδιζομένας  να 
κατέρχωνται  προς  την  λίμνην  τάς  γυναίκας  του  Βελεστίνου  ό  ίιβΕΚβ, 
δςτις  ηγνόει  την  περί  της  Ύπερείας  παράδοσιν  των  Βελεστινιωτών. 
α  Εις  τον  καιρόν  εκείνον,  μοί  διηγηθη  ό  συνοδεύων  με  αφελής  ίε- 
ρβύς,  έβοσκεν  ένας  τσοπάνης  το  ποίμνιο  του  εις  τα  βουνά  έδώ  γύρω, 
εις  την  Μαλούκαν  και  πέρα.  *Ηταν  καλοκαίρι  και  διψούσαν  τα  ζφα. 
"Εξαφνα  βλέπει  μίαν  ημέρα,  ότι  τα  γίδια  του  έφαίνονταν  ποτισμένα. 
Πού  και  πώς  δεν  εί'ξευρεν.  Έπρόςεξε  την  άλλην  ημέρα,  καϊ  είδε  τον 
τράγον  να  σκύφτη  χαμηλά  'ς  την  γη.  Είχε  βρη  νερό  και  επινεν,  έπι- 
νεν  αχόρταγα.  Βάζει  ταύτί  ό  πιστικός  'ς  την  γη  έκεϊ  πού  είδε  σκυμ- 
μένον  τον  τράγο,  και  ακούει  νά  κοχλάζη  νερό.  Κανείς  δεν  εϊξευρεν 
άπό  ποϋ  ηρχονταν  εκείνο  το  νερό  το  κρυμμένο  και  που  έπήγαινεν. 
"Ηθελε  νά  το  κράτηση  κ'  εκείνος  μυστικό.  Άλλα  έκεϊ  'πού  έσκυψε 
κι'  αυτός  νά  πιη,  του  πέφτει  'ς  το  νερό  ή  φλογέρα.  'Σέ  λίγες  μέρες  ή 
φλογέρα  του  ευρέθηκε  κάτω  'ς  τον  πλάτανο  (  εις  τόν  πλάτανον  παρά 
την  λίμνην  της  Ύπερείας ).  Τό  μαθαίνει  ό  αγάς.  Ζητ£  νά  μάθη 
ποιανού  ήταν  ή  φλογέρα  και  πώς  ευρέθηκε  εκεί.  Μαθαίνει  άπό  τά 
πολλά  πώς  η  φλογέρα  ήταν  του  τσοπάνη.  Διατάζει  νά  του  τον  φέ- 
ρουν 'μπροστά  του.  Τόν  εξετάζει  και  μαθαίνει  πώς  του  έπεσεν  ή  φλο- 
γέρα έκεϊ  'πού  έστυψε  νά  πιη  άπό  τό  νερό  'ποΰ  είχεν  εΰρει  τό  τραγί. 
Ό  αγάς  'θέλησε  νά  μάθη  κι'  αυτός  την  πηγή  γιά  νά  φέρη  τό  νερό 
ς  τό  παλάτι  του.  Στέλνει  τόν  τσοπάνη  συντροφεμμένο  με  δύο  άρα- 
πάδες  'ς  τό  βουνό,  κ'  εκεί  τους  δείχνει  εκείνος  την  πηγή  'πού  βιχε 
πέσει  ή  φλογέρα.  Οι  άραπάδες  έρχονται  και  το  λένε  τού  άγάέ,  άφ'  ου 
πρώτα  έσκότωσαν  τόν  τσοπάνη,  όπως  τους  είχε  διατάξει  ό  αγάς.  'Σέ 
λίγο  βρέθηκαν  και  οΐ  άραπάδες  σκοτωμένοι  γιατί  έτσι  διάταξε  ό 
αγάς.  Εμεινε  "κείνος  μονάχο;  νά  το  ξέρη  πού  ητον  τό  κεφαλάρι. 
"Επειτα  'πέθανε  κι'  εκείνος  χωρίς  νά  το  'πη  κανενός.  Γι'  αυτό  κανείς 


—  361   — 

άκόαη    ως    τα    σήμερα    δεν  το    ξέρει    που  πρωτοβγαίνει  τό  νερό  'που 
χύνεται  άπ'  τους  βράχους  κοντά  'ςτόν  πλάτανο». 

Ό  ιερεύς  έτελείωσε  την  διήγησιν.  εν  ω  το  νερό  'ποΰ  ξύνεται 
άπ'  τους  βράχους  κοντά  'ς  τον  πλάτανο,  τό  θεοφιλέοτατον 
νάμα  της  Ύπερείας,  έκελάρυζεν  άκόαη  ίκεΐ  πλησίον,  έκελάρυζε  δι- 
αρκώς, κηλοϋν  ήαών  τα  ώτα  και  ρέον  περαιτέρω,  όπως  άρδευση  τους 
κήπου:  και  κίνηση  του;  αύλους  και  τά  εργοστάσια,  καϊ,  τρεπόαενον 
έπειτα  μακράν  όδόν  μεταξύ  Βελεστίνου  και  'Ριζομύλου,  χυθή  μετά 
δίωρον  ρουν  εις  την  Βοιβηίδα  λίμνην,  προς   βορραν  τών  Φερών. 


ΒΥΖΑΝΤΙΑΚΑ   ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΑ 


Αρχομένου  του  δεκάτου  ενάτου  αιώνος  έφαίνετο  σχεδόν  τελείως  εκ- 
λιπόν το  ενδιαφέρον  του  επιστημονικού  κόσμου  περί  των  βυζαντιακών 
πραγμάτων.  Πράγματι  δε  μετά  τάς  πολυμόχθους  και  άξιας  πλεί- 
στου όσου  λόγου  εργασίας  του  δεκάτου  εβδόμου  και  δεκάτου  όγδοου 
αιώνος,  ών  πρώτιστοι  έργάται  υπήρξαν  ό  ΟϋΟ&η^β,  ό  Άλλάτιος,  ό 
Οοίηββίϊδ  και  ό  Γίββων,  είχεν  επέλθει  ανάπαυλα  μακρά.  Τα  δέ 
γραφόμενα  τω  180*2  υπό  του  8ο1ΐΙΟΖ6Γ  εκ  Γοτίγγης  εν  τω  περιοδικώ 
αύτοΰ  Νέστορι  προς  τους  ιστορικούς  της  'Ρωσίας,  ότι  «ή  βυζαντιακή 
φιλολογία  φαίνεται  παντελώς  άποναρκωθεΐσα  έν  ταΐς  καθ  ημάς  ήμέ- 
ραις»  ηδύναντο  να  λεχθώσιν  έπ'  ϊσης  δικαίως  περί  τε  της  ιστορίας 
και  της  τέχνης  του  Βυζαντίου.  'Αλλ  εις  την  Γερμανίαν  και  την 
'Ρωσίαν  ανήκει  ό  έπαινος,  ότι  έξήγειραν  και  πάλιν  κατά  τάς  πρώτας 
δίκάδας  του  δεκάτου  ενάτου  αιώνος  τό  ληθαργοΰν  τούτο  ενδιαφέρον 
έπειτα  δέ  συμμετέσχον  του  έργου  έν  τοις  τελευταίοις  χρόνοις  μετά 
ούχ  ήττον  μεγάλου  ζήλου  Γάλλοι  και  "Ελληνες.  Άλλα  μετά  του  αυ- 
ξάνοντος τούτου  ενδιαφέροντος  συνεβάδιζε  δυςτυχώς  μεγάλη  διάσπα- 
σις  τών  επί  μέρους  προςπαθειών.  Και  δη  έπεξετείνετο  μεν  τό  έδαφος 
της  έρεύνης,  αλλά  δεν  υπήρχε  κοινόν  τι  κέντρον.  01  έρευνηταΐ  ήθε- 
λον,  αλλά  δεν  ηδύναντο  νά  δώσωσι  την  δεξιάν  προς  αλλήλους.  Συνι• 
^ών  δέ  τό  τοιούτον  άτοπον  έγραφε  τω  1886  ό  εΰφημότατα  γνωστός 
'Ρώσος  βυζαντινολόγος  καθηγητής  Θεόδωρος  Ούσπένσκης  έν  τω  Δελ- 
τίω  της  Ιστορικής  και  εθνολογικής  εταιρείας  και  τάδε'  « 'Αλλ'  ίνα 
αϊ  βυζαντιναί  μελέται  αϊ  γινόμεναι  έν  πολλαϊς  χώραις  και  δημοσιευό- 
μεναι  έν  πολυαρίθμοις  συγγραφαϊς  καϊ  έν  διαφόροις  γλώσσαις  δυνη- 
θώσι  νά  βαδίσωτιν  εις  έπεξεργασίαν  του  αύτου  προγράμματος  καϊ  νά 
έπιδιώκωσιν  ώοισαένα   ζητήιιατα,    πρέπει  νά   συναθροισθώσι  τά    μέσα 

*  Έδημοσιευθη  τό  πρώτον  γερμανιστί  υπό  την  επιγραφήν  Β)'ζαηΙΐηϊϋθΙ]6  Οβδΐάβ- 
Γ31&  έν  τη  Β^ζαιιΙϊηΐδοΙιβ  ΖβΐΙδοΙιπίΊ  του  ΚπΐΙΙΐβ&οΙίβΓ  Τόμ.  Α'  (1892)  σ.  185  χ.έ. 


—  363  — 

προς  καθοδηγησιν  των  επιστημονικών  μελετών.  Προ;  τοΰτο  δε  απαρ- 
αίτητος εΐνε  η  ίδρυσις  διεθνούς  εταιρείας  και  φιλολογικού  οργάνου 
αναφερομένου   εις  τάς  βυζαντινάς  μελετάς  »  1. 

Περαιτέρω  δέ  βαίνων  ό  Ούσπένσκης  εκθέτει  την  γνώμη  ν.  δτι  τοι- 
αύτη πρωτοβουλία  άνηκει  πάντως  εκ  τε  επιστημονικών  καί  Ιστορικών 
λόγων  εις  τους  "Ελληνας.  Ή  δε  πρόκλησις  αύτη  ηρκει  ως  ενθάρρυνσις 
της  έν  Ελλάδι  ιδίως  από  τών  τελευταίων  εϊκοσιν  ετών  ηδη  κοατού- 
σης  επιθυμίας  προς  προαγωγην  τών  βυζαντιακών  μελετών.  Οΰ  μόνον 
ή  ελληνική  κυβέρνησις  και  φιλόμουσοι  ίδιώται  εΐχον  υποστηρίξει  γεν- 
ναιοδώρως  τα:  εργασίας  του  κ.  Σάθα,  καί  τους  εμοΰς  αγώνας  δεν  προς- 
εϊδον  όλως  άδιαφόρως,  άλλα  καί  ή  ίορυσις  τοιών  ειδικών  εταιρειών, 
της  Ιστορικής  καί  εθνολογικής  τών  Αθηνών,  τγίς  Χριστιανική;  αρ- 
χαιολογική; έν  τη  αύτη  πολει  καί  της  Εταιρείας  τών  μεσαιωνικών 
σπουδών  έν  Κωνσταντινουπολει  παρεσκεύασαν  νέον  έδαφος  εις  τάς 
βυζαντιακάς  έρευνας.  Τό  υπό  της  Ιστορικής  καί  εθνολογικής  εται- 
ρείας ιδρυθέν  Δελτίον  άφιερώθη  κατά  προτίμησιν  εις  τάς  βυζαντιακάς 
μελετάς,  ηρχισε  δε  διά  της  προςελκύσεως  Γάλλων,  Γερμανών,  Αυ- 
στριακών καί  'Ρώσων  συνεργατών  άποβαϊνον  όργανον  διεθνές.  Μη 
άρκούμενοι  δ'  εις  πάντα  ταύτα  έμελετώμεν  ηδη  την  ίδρυσιν  είδικοΰ 
βυζαντιακού  περιοδικού  ρητώς  διεθνούς  καί  είχομεν  αρχίσει  φωτιζό- 
μενοι περί  της  λύσεως  τών  είς  τό  τοιούτον  εγχείρημα  συμπαρομαρ- 
τουσών  δυ;χερειών  ότε  ηλθεν  έκ  Μονάχου  τό  άγγελμα,  ότι  ανέλαβε 
την  έκτέλεσιν  του  έργου  ό  καθηγητής  κ.  Κ.ΠΐΠΐΙ)3θ1ΐβΓ.  Ένάρημεν 
δέ  τά  μέγιστα,  ότι  ηπτετο  του  εγχειρήματος  καί  πάλιν  ή  αύτη  εκείνη 
Γερμανία,  ης  οι  λόγιοι  διά  της  έν  Βόννη  εκδόσεως  τών  Βυζαντινών 
συγγραφέων  είχον  έν  τοις  πρώτοις  συντελέσει  προς  άναζωπύρησιν  τών 
βυζαντιακών  ερευνών  έν  τω  δεκάτω  ένάτω  αΐώνι.  Καί  δη  η  άνάληψις 
της  προστασίας,  της  συγκεντρώσεως  καί  της  ηγεσίας  τών  περί  του  Βυ- 
ζαντίου μελετών  ύπ'  αυτής  εκείνη:  της  χώρα:,  ης  ονομαστοί  φιλόλο- 
γοι καί  Ιστορικοί  δικαίως  θεωρούνται  αυτόχρημα  οι  άντιπρόςωποι  της 
φιλολογικής  καί  ιστορικής  κριτικής  καί  μεθόδου,  εΐνε  διά  τό  κοινόν 
ημών  έργον  τά  μάλιστα  εύάγγελος  οιωνός. 

Πράγματι    τά  δεόμενα    συντελέσεως   εΐνε  ακόμη   πολλά,  καί  μόλις 
δύναται   τις    να    φαντασθη    όπόσον    πλήθος    ερευνών     επιβάλλεται    είς 
1  Τόμ.  Β'  σ.  551. 


—  364  — 

τους  Βυζαντινολόγους.  Ούτε  αί  πηγαϊ  άνηρευνήθησαν  και  άπ$καλύ- 
φθησαν  προςηκόντως,  ούτ'  έφηρμόσθη  η  φιλολογική  κριτική  αυστη- 
ρώς εις  την  έ'κδοσιν  αυτών,  ούτε  δυνάμεθα  να  εΐ'πωμεν,  ότι  έξωαα- 
λύνθη  το  έδαφος  της  μελέτης  της  βυζαντιακής  ιστορίας,  λογοτεχνίας 
και  τέχνης.  Λείπουσι  δ'  άπ'  εναντίας  αυτόχρημα  πολλαΐ  τών  προερ- 
γασιών εκείνων,  ών  άνευ  οΰδ'  αύτη  η  έξερεύνησις  τών  αναλόγων  κλά 
όων  της  αρχαιολογίας  η  και  αυτής  της  ίρεύνης  τών  μεσαιωνικών  και 
ν£ων  χρόνων  ίκτός  του  βυζαντιακου  κόσμου  θά  προώδευεν  ευκόλως. 

Μη  δεν  γινώσκει  έκαστος,  ότι  πολλά  είνε  έ'τι  τα  έπανορθωτέα  και 
συμπληρωτε'α  έν  ταΐς  ήδη  έκδεδομέναις  πηγαϊς  ;  'Τπό  δε  κριτικήν 
και  έξηγητικήν  έ'ννοιαν  τα  κατά  τους  Βυζαντινούς  συγγραφείς  υπολεί- 
πονται πολλώ  τών  γενομένων  ως  προς  τους  συγγραφείς  της  έκκρίτου 
αρχαιότητος.  Και  δια  μόνον  δε  τούτον  τον  λόγον  ή  έν  Βόννη  έ'κδοσις 
ούναται  νά  θεωρηθή  όλως  απηρχαιωμένη,  ολίγας  δ'  έ'χομεν  μέχρι 
τουδ'  εργασίας  δυναμένας  νά  παραβληθώσι  προς  τάς  του  (Ιβ  ΒοΟΓ. 
Επέστη  ήδη  ό  χρόνος  νά  γείνη  σκέψις  περί  νέας  εκδόσεως  τών  Βυ- 
ζαντινών συγγραφέων.  Άλλ'  επιχειρούμενης  νέας  τοιαύτης  εκδόσεως 
πρέπει  έξ  άπαντος  νά  ληφθώσι  δύο  τινά  ύπ'  όψιν.  Πρώτον  μεν  πρέ- 
πει νά  κράτηση  ή  άντίληψις  της  άπ'  αλλήλων  εξαρτήσεως  τών  Βυ- 
ζαντινών ιστορικών.  Τοιαύτη  δ'  επεξεργασία  θά  προήγε  τά  μάλιστα 
και  την  άποκατάστασιν  του  κειμένου.  Άρκείτω  δε  ή  μνεία  τριών 
παραδειγμάτων.  Παρά  τω  Κεδρηνώ  Ι  776,  3  δεν  θά  έγράφετο  και, 
είς  τον  βουνόν  καταγαγόντες  κατακαίουοιν,  άλλα  θχ  δ-.ωρ- 
θοΟτο  ή  λέξις  βουνόν  είς  βοϋν,  καθ'  ά  άλλως  άναγινώσκομεν  και 
έν  τή  λατινική  μεταφράσει,  αν  ήθελεν  άντιβληθή  τό  άνάλογον  χω- 
ρίον τοΰ  Θεοφάνους  Ι  566,  10  και  εις  τον  βοΰν  άπαγαγόντες 
κατέκαυοαν.  Όμοίως  δε  παρά  τω  Κεδρηνώ  II  10,  15  θά  διωρ- 
θοΰτο  έν  τω  χωρίω  έν  τω  της  Συρίας  παλατίω  ή  λεξις  Συρίας 
εις  Ίερείας  έν  παραβολή  προς  τά  τοϋ  Θεοφάνους  έν  Ι  659,13.  Και 
παρά  τφ  Μαλάλα  δε  έν  475,  13  δεν  θά  άνεγινώσκετο  ^αΟτάζων 
τό  άγιον  μεγαλεϊον,  άφ'  ου  έν  τω  Πασχαλίω  Χρονικώ  Ι  623,  14 
ευρίσκεται  ή  ορθή  γραφή  εύαγγέλιον.  Άφ'  ετέρου  δε,  γινομένης 
νέας  επεξεργασίας  τών  βυζαντιακών  κειμένων,  δεν  θά  παρημελουντο 
τά  έν  τω  βυζαντιακώ  λόγω  νεοελληνικά  στοιχεία.  Και  οή  ό  Μαλά- 
λας,    ό    Θεοφάνης,    ό  Κωνσταντίνος   Πορφυρογέννητος,    ό  Δούκας,    ό 


—  365  — 

Φραντζής  και  άλλοι  πάντως  δεν  δύνανται  να  έκδοθώσιν  ορθώς  και 
κατανοηθώσιν  άνευ  γνώσεως  της  νέας  ελληνικής  γλώσσης  Ή  αύτη 
δε  αρχή  ισχύει  και  περί  τών  άλλων  συγγραφέων.  Ύπό  τον  Βυζαντΐ- 
νον  κρύπτεται  και  παρά  την  άρχαίζουσαν  περιβολήν  πολύ  μόέλλον  ό 
νέος  "Έλλην  η  ό  απόγονος  του  Θουκυδίδου  και  του  Ξενοφώντος. 

Νέα  δε  βυζαντιακή  εκδοσις  ώφειλε  να  συμπεριλάβη  πολύ  πλείονας 
Ιστορικούς  συγγραφείς  η  η  της  Βόννης.  Και  δεν  εινε  βλως  περιττόν 
να  ύπομνήσω,  ότι  χρειαζόμεθα  νέαν  κριτικην  εκδοσιν  Συμεών  του  λο- 
γοθέτου  καϊ  Γεωργίου  του  μονάχου,  ότι  δε  και  αυτός  ό  Σκυλίτσης, 
καίτοι  τό  μέγιστον  μέρος  της  ιστορικής  αύτου  συγγραφής  άντέγρα- 
ψεν  ό  Κεδρηνός.  πρέπει  να  έκδοθή  ολόκληρος1.  Όμοίως  δε  πρέπει 
τέλος  ν»  μελετηθη  τό  χρονικόν  του  Ιωάννου  Δοξαπατρή,  νά  έρδυ- 
νηθη  έν  σχέσει  προς  τόν  Γεώργιον  μοναχον,  ϊσως  δε  και  νά  έκδοθη. 
Άλλα  και  άλλως  λανθάνουσιν  ίκ,ανά  ανέκδοτα  ιστορικά  έργα  έν  τοις 
χειρογράφοις.  Μνημονεύω  δε  μόνον  του  ύπό  του  ΤΗτ&ΐΤίβΓ  εν  τινι  νϋν 
έν  Μόσχα  άποκειμένω  Κοϊσλινιανφ  κώδικι  ευρεθέντος  χρονικού  του 
γραφέντος  ύπό  τίνος  μέχρι  τοΰδε  αγνώστου  Πέτρου  του  Αλεξανδρι- 
νού, όπερ  λέγεται  έξικνούμενον  με'χρι  τοϋ  έτους  912  2,  και  τό  σπου- 
δαϊον,  μέχρι  τοΰδε  όλως  άγνωστον  χρονικόν  του  Θεοδώρου  Κυζΐκου, 
τό  περιλαμβάνον  την  ίστορίαν  άπό  Αδάμ  μέχρι  του  Μιχαήλ  Πα- 
λαιολόγου, περί  ου  επιφυλάσσομαι  νά  γράψω  άλλοτε  διά  μακρών  3. 
Αλλά  δεν  άρκεΐ  ό  περιορισμός  εις  τά  εκτεταμένα  ιστορικά  έργα. 
Επέστη  τέλος  ό  χρόνος  της  συναγωγής  και  έςερευνήσεως  απάν- 
των τών  λόγων,  τών  μονωδιών  καί  τών  επιστολών,  ων  τό  περιεχομε- 
νον  εινε  ιστορικόν.   Και  ηδη  μεν  ό  Ταίβΐ 4  πρό  πολλών  δεκαετηρίδων 

'  Καθ'  α  ευχαρίστως  μανθάνω,  άνήγγειλεν  εκδοσιν  τοϋ  συγγραφέως  τούτοι»  έν  τη 
βιβλιοθήκη  τοϋ'ΤβυβηβΓ  ό   Η.  8β£βΓ. 

2  Ββίΐ3£6  ΖϋΓ  ΑΙΙ^βΓΠβϊηβη   ΖβϊΙυη§  τοϋ  Μονά/ου  της  4  Ιανουαρίου  1892. 

3  Την  έμήν  εκδοσιν  τοΰ  χρονικού  τούτου  άνέλαβεν  ό  "Αγγλος  έκδοτης  ΜβΙΙΐϋβΠ  έν 
τη  υπό  τήν  διεύθυνσιν  τοϋ  καθηγητού  Βϋΐ'^  εκδιδομένη  σειρά  Βυζαντινών  συγγρα- 
φέων. Τό  δε  λεγόμενον  χρονικόν  τοϋ  Λαομέδοντος  Λακαπηνοϋ  τό  άποκείμενον  έν  τώ 
Έσκουριάλω  έπειράθην  ήδη  πρό  πο/.λοϋ  νάποδείξω  ώς  όν  τό  αυτό  και  τό  ιστορικόν 
σύγγραμμα  τοϋ  Γλυκά.  "Ιδε  τά  έμά  Ιστορικά  μελετήματα.  Έν  "Αθήναις.  1884  σ. 
145  κ.  Ι.  Τά  δ'  επιχειρήματα  μου  έπεκυρώθησαν  εκτοτ '  ές  αυτοψίας  τοϋ  κωδικός, 
καθ' α  άνεκοίνωσεν  ό  κ.  Οϋσπένσκης.'Ίδε  Β^ζϋηΙίηίδοββ  ΖβίΙβοΙιπίΙ  Τόμ.  Β'  (1893) 
σ.  122  κ.  έ. 

*  Κυπιηβηβη  αηά  Νοπηαηηβη.  Έχδ.  β'.  Έν  Στουτγάρδη.  1870  σ.  VII  χ.  έ. 


—   366  — 

υπέδειξε  την  σπουδαιότητα  των  τοιούτων  συγγραφών  ως  ιστορικών 
πηγών.  Άλλ  ούχ  ήττον  ελάχιστα  έμελετηθησαν  αύται  μέχρι  τούδε. 
Εξαιρουμένων  τών  εκδόσεων  τών  μικρών  έργων  τού  Μιχαήλ  Ψελ- 
λού1, του  Μιχαήλ  Ακομινάτου2  και  Ιωάννου  Μαυρόποδος  τού  Εύ 
χαίτων  3,  τινών  λόγων  τού  Νικηφόρου  Χρυσοβέργη  4,  τών  επιστολών 
τού  'Ρωμανου  Λακαπηνού  °,  τού  Μαξίμου  Πλανούδη  6,  τού  Μιχαήλ 
και  του  Αρσενίου  Αποστόλη  7  και  τίνων  Ελλήνων  αρχαιομαθών  τού 
δεκάτου  πέμπτου  αΐώνο;  8  μόλις  που  δυνάμεθα  νάναγράψωμεν  άλλην 
συστηματικήν  έργασίαν  τοιούτου  είδους.  Και  αυτών  δε  τών  λόγων  τού 
Θεοδώρου  Μετοχίτου  έξεδοθησαν  μόνον  τινές  υπό  τού  κ.  Σάθα  9  και 
τού  πατριάρχου  Φιλόθεου  ολίγοι  υπό  τών  κ.  κ.  Τριανταφυλλίδου  και 
Γραππουτου  10.  Άλλα  πλεϊσται  όσαι  άξιαι  λόγου  έπιστολαϊ  και  λό- 
γοι δεν  έξεδοθησαν  ακόμη.  Άρκεϊ  δε  νά  υποδείξω  τα  τρία  ύπό  τού 
Τϋίβΐ'1  σημειωθέντα  χειρόγραφα,  λέγω  τόν  Παρισιακον  κώδικα  1  182, 
τόν  έν  Όξωνίω  Βαροκκικόν  ΟΧΧΧ1  και  τόν  τού  έν  Ισπανία  Ε- 
σκουριάλου  Υ -II-  10*  άλλα  πλην  τούτων  πολλά  τοιαύτα  περιλαμ- 

1  Μι/αήλ  Ψελλού  Ιστορικοί  Λόγοι,  έπιστολαϊ  και  άλλα  ανέκδοτα.  Έν  Παρισίοις. 
1876  (Κ.  Σάθα  Μεσαιωνική  Βιβλιοθήκη  Τόμ.  Ε'). 

2  Μι/αήλ  Ακομινάτου  του  Χωνιάτου  τά  σωζόμενα.  "Εκδ.  Σπυρ.  Π..  Λάμπρου. 
Έν  Αθήναις  1878-80. 

3  «ΙοΙιΕίηηΐδ  ΕυοΗαϊΙοπιπι  πιβίΓοροΙϊΙ&β  <]ΐΐ3β.  .  . .  δΐιρβίδυηΐ.  .  .  .  ΡαηΙηβ  άβ 
Σας/ανάβ  βάϊάΐΐ.  Έν  Γοτίγγη.  1882. 

4  ΧιοβρΙιοΓΪ  ΌΙϊΓ^δοββι^αβ  αά  Αη^βίοδ  ΟΓ&Ιϊοηβδ  Ιτβδ  βάιάιΐ  ΜαχίιηίΙία- 
ηΗ8  Τνβη  (Ριο§Γ£ΐπιιη  άβ8  Κ.  ΓιϊβιΐΓΪοΙίδ-β^ΓΤΐηαδΐυιηδ  ζυ  ΒΓβδΙαα;.  Εν  Βρε- 
ολαυία.  1892. 

5  'Ρωμανου  βασιλέως  του  Λακαπηνοΰ  έπιστολαϊ,  εκδ.  Σαχελλίωνος  έν  τω  Δελτίο) 
της  Ιστορικής  και  εθνολογικής  εταιρείας.  Τόμ.  Α'  σ.  666-675.  Τομ.  Β'  σ.  38-48» 
385-409. 

0  Μαχιππ  Ρΐαηαάίδ  βρΐδίοΐαβ,  εκδ.  Μ.  Ττβϊΐ.  Έν  Βρεσλαυία.  1890. 

7  ΝοίτβΙ  Ι,βΙΐΓβδ  ϊηβάϊΐβδ  άβ  Μϊοΐΐβΐ  ΑρΟδΙοΙίδ.  Πρβλ.  Ύπερίδου  Μι/αήλου 
Αποστόλη  πονημάτια  τρία.  Έν  Σμύρνη  1876.  Σβρναηά  Βί1)Ιίθ§Γ£ΐρΙΐ16  Ηβΐίβηίςΐΐβ 

Τόμ.  Β'  σ.  233-259,  337-346. 

8  Σ,β^ταηά  ϋβηΐ-άΐχ  ΙβΙΙΐ'βδ  άβ  ΡΤΆΛςΟΚ  ΡΐΙβΙίβ.ΈνΠαρισίοις.  1892.  Έν  επι- 
μετρώ εύρηνται  έκδεδομέναι  έπιστολαϊ  του  Βησσαρίωνος,  Ιωάννου  Ευγενικού,  Ματθαίου 
Καμαριώτου,  Γεωργίου  Σ/_ολαρίου,  Γεωργίου  Τραπεζουντίου,  Θεοδώρου  Γαζή,  Ιωάν- 
νου Αργυροπούλου,  Δημητρίου  Χαλκοκονδύλη,  Εμμανουήλ  Άδραμυττηνοΰ  και  Ίά- 
νου  Λασκάρεως. 

β    Μεσαιωνική  Βιβλιοθήκη  Τόμ.  Α'  σ.  137  κ.  Ι.   Έν    Βενετία.   1872. 

10  Συλλογή  ελληνικών  ανεκδότων.   Έν  Βενετία.  1874. 

11  Ένθ'  ανωτέρω. 


-.367  — 

βάνονται  εν  τε  άγιορειτικοίς  χειρόγραφοι;  και  έν  τω  Βιενναίω  ΡΗίΙ. 
ΟΰΟΧΧΙ,  τψ  Βιενναίω  Ρΐΐίΐ  ΟΟΟΧί,ΙΙ,  τοις  Μοναν/είοις  145, 
Μ8  και  199,  τω  Λαυρεντιακώ  ΡΙυΙ.  ί<  Ι Χ  00(1.  35  και  πολλοίς 
άλλοις.  "Ολως  δε  ΐδιάζουσαν  άςίαν  ε/ουσιν  αί  έπιστολαί]'του  Δημη- 
τρίου  Κυδώνη,  ας  αντέγραψα  εκ  του  έν  Λονδίνω  ΒυΓΠθΐ&ηυδ  75  και 
άντέβαλον  προς  άλλους  κώδικας,  αί  του  αύτοκράτορος  Μανουήλ  Πα- 
λαιολόγου έν  τω  Παρισιακώ  κώδικι  3041  ι  και  αί  του  Μιχαήλ  Γα- 
βρά έν  τω   Μαρκιανώ   4  46. 

Της  δ'  εκδόσεως  και  κριτικής  καϊ  έζηγητικής  επεξεργασίας  τοιούτων 
καί  άλλων  όμοιων  βυζαντιακών  κειμένων  πρέπει  προ  παντός  νά  ποοη- 
γηθή  ή  τελεία  γνώσις  του  υπάρχοντος  ΰλικοϋ  καϊ  των  έπΐ  του  προ- 
κειμένου μέχρι  τοΰδε  υπό  της  επιστήμης  κτηθέντων.  Ποός  τούτο  δε 
εΐνε  αναγκαία  ή  δημοσίευσις  των  καταλόγοον  απάντων  των  χει- 
ρογράφων καί  πλήρης  βυζαντιακή  βιβλιογραφία.  Και  ως  προς  μέν 
τό  πρώτον  δεν  δικαιούμεθα  πλέον  να  παραπονώμεθα  ώς  πρότερον. 
Κατά  την  τελευταίαν  είκοσαετίαν  προήχθη  ευρύτατα  ή  γνώσις  των 
εν  ταΐς  βιβλιοθήκαις  της  Δύσεως  καί  της  Ανατολής  άποκειμένων  κω- 
δίκων δια  τών  εργασιών  του  ΒΙαδδ,  του  ΟείΓίΙί,Ιΐ&αδθη ,  του  Ογ&ιιχ, 
τοϋ  Εμμανουήλ  ΜίΙΙβΓ,  του  Οΐϊΐοηΐ,  τοϋ"  ΡϊΐΓίΙ,  του  ΚοοοΙίί,  τοΰ 
δίβνβηδΟΠ,  τοϋ  Ττβα  καί  τών  έκ  Βρεσλαυίας  συνεργατών  αυτού 
καί  δια  τών  αγώνων  τών  Ελλήνων  λογίων  Σακκελίωνος,  Σάθα, 
Παπαδοπούλου  Κεραμέως,  Μηλιαράκη,  Κατραμή,  Κρέμου  καί  Λάμ- 
πρου?.  Ή  δέ  υπολειπόμενη  εργασία  είνε  πολύ  όλιγωτέρα  της  ήδη 
έπιτελεσθείσης.  Άλλα  διαφόρως  εχουσι  τα  κατά  τήν  βυζαντιακήν  βι- 
βλιογραφίαν .  Λείπει  συστηματική  ΒίοϋοίΗθΟΕ  δΟΓίρΙΟΓϋΠΙ  Βν- 
Ζ&ηΐίηΟΓαπΙ,  έν  ή  θα  έπρεπε  νά  εύρίσκωμεν  άναγεγραμμενας  οΰ  ιιό- 
νον  τάς  εκδόσεις  τών  έ'ργων  τών  Βυζαντινών  συγγραφέων  εκάστων  καί 
τών  τυχόν  γενοαένων  μεταφράσεων  αυτών,  άλλα  καί  πλήρη  άναγοα- 
φήν  τών  περί  εκάστου  αυτών  δημοσιευθέντων  υπομνημάτων  καί  τών 
περί  αυτών  πραγματειών.  Τό  έν  τη  ΒϊοΙΐοίΗβοα  δΟΠρΙΟΓϋΐΉ  Οΐ'Είβ- 

4  Αύται  έξεδόθησαν  Ιχτοτε  υπό1  τοΰ  £β@ναηά. 

1  Έκτοτε  καί  άλλοι  έξέδωκαν  καταλόγου;  έλλην.χών  νειρογράφων,  έν  οΤς  καί 
οι  ημέτεροι  Κλεόπας  Κοικυλίδης  κα•  Ν.  Βέης.  01  δέ  μέν.ρι  τοϋ  1903  έκδεδομένοι 
κατάλογοι  αναγράφονται  έν  τψ  έργω  του  θατάίΗαΐίΒβη  8&01Πΐ1υη§6η  1111(1 
Ο&Ι&Ιοξβ  ^ΓΐβοΗϊϊοΙιβΓ  ΗαηάδοΙιπΓίβη.  Έν  Λειψία.  1903. 


—  368  — 

00Γ11Π1  του  Εη§β1ηΐ8ηη-ΡΓβϋδ8  εις  τους  Βυζαντινούς  συγγραφείς 
άφιερωμένον  μιέρος  εΐνε  ανεπαρκές  και  σποραδικόν  ό  δε  Κπΐίϊΐβοΐ- 
οΙΐβΓ,  όςτις  άλλως  έπλούτισε  την  βυζαντιακήν  αυτού  γραμματολογιαν 
δια  πυκνών  βιβλιογραφικών  σημειώσεων  περί  έκαστου  συγγραφέως, 
δεν  επεχείρησε  να  παρά-ϊχη  συστηματικήν  βιβλιογραφίαν.  Τοιούτος 
δε  άλφαβητικώς  συντεταγμένος  βυζαντιακος  Εη§θ1πΐείΙΐη-ΡΓ6υδδ 
θα  ήτο  προωρισμενος  να  παρασχη  άςίας  πολλού  λόγου  υπηρεσίας 
εις    τάς    βυζ»ντιακας    έρευνας. 

Μεγάλη  δέ  προςοχή  πρέπει  προςέτι  νά  δοθή  εις  τα  αυτοκρατο- 
ρικά χρυσόβουλλα  καϊ  τα  άργυρόβουλλα  των  Ελλήνων 
δεσποτών  ώς  και  τα  έγγραφα  και  τάς  διαγνώσεις  τών  πα- 
τριαρχών. Και  είνε  μεν  άξια  πολλής  ευφημίας  τα  έπϊ  του  προκει- 
μένου πραχθέντα  κατά  τον  δέκατον  ενατον  αιώνα  καϊ  ίδιαίτατα  έν 
τοις  τελευταίοις  χρόνοις  ύπό  του  Ζ&θΙΐ3.1'ϊ&  νοη  Εΐησβηΐΐΐαΐ,  του 
Μίΐίίοδίοΐΐ  και  ΜϋΙΙβΓ,  του  Σακκελίωνος,  του  ΤβΓΠθνδΙί.1) ,  του 
ΡΙοπηβΙίΓ),  του  ναδδίΗβνδΙίΓ] ,  τοΰ  ΡβΙΪΙ,  του  Γεδεών,  του  Παπα- 
δοπούλου Κεραμέως,  τοϋ  Λάμπρου  και  άλλων.  Άλλα  πολλώ  άφι- 
στάμεθα  τοϋ  πλήρους  και  τελείου.  "Ετι  κρύπτουσιν  αϊ  μοναί  της 
Ανατολής,  ιδίως  δέ  τάρχεϊα  τοΰ  Άγιου  "Ορους  πλείστους  πολύτι- 
μους θησαυρούς,  ών  ή  σπουδαιότης  ατελώς  καταφαίνεται  έκ  της  ανα- 
γραφής τών  αγιορείτικων  αρχειακών  έγγραφων  ύπό  τοΰ  Μϊΐίίοδίοΐΐ 
τής  έπανεκδοθείσης  υπό  τοΰ  ίιΕΠ^Ιοΐδ  ι.  Άλλα  δεν  επιβάλλεται  μόνη 
ή  τελεία  εκδοσις  τών  μνημείων  αυτών2.  Ούχ  ήττον  δέ  σπουδαία  και 
αναγκαία  εΐνε  ή  έξερεύνησις  και  χρήσις  αυτών,  δι'  ης  οΰ  μόνον  διά- 
φορα ιστορικά  και  τοπογραφικά  ζητήματα  δύνανται  νά  λυθώσιν, 
αλλά  καϊ  πολλαί  όψεις  τοϋ  πολιτικού  καϊ  κοινωνικού  βίου  του  βυ- 
ζαντιακού  κόσμου  νά  διαφωτισθώσι. 

Το  αΰτο  δέ  δύναται  νά  λε/θή  καϊ  περί  τών  βίων  αγίων,  οΐτινες 
ομοίως  εΐνε  άξιολογώτατοι  ύπό  τε  ίστορικήν  και  τοπογραφικήν  επο- 
ψιν.  Περί  βίων  οίοι  οί  τού  αγίου  Δημητρίου  έν  θεσσαλονίκη,  τοΰ 
οσίου  Νικωνος   και  τού  πατριάρχου  Ευθυμίου   δύναται  τις  νά  ίσχυρι- 

1  £αη(}Ιθί3   Ιι6  γώοπΙ  ΑΐΙίΟδ.  Έν  Παρισίοις  1867  σ.  29  κ.  ε. 

1  Εύτυ"/ώς  το  έγ/είρημα  τη;  εκδόσεως  τών  μεσαιωνικών  τούτων  εγγράφων  άνέλα- 
6εν  ίΓ."  έσ/άτων  έπϊ  τη  είςηγήσει  της  βαυαρικής  ακαδημίας  ή  διεθνής  Ένωσις  τών 
ακαδημιών.  "Ιδε  Νέου  Έλληνομνήμονος   Τομ.  Α'  σ.  117  χ.   ί. 


—  369  — 

σθή  αυτόχρημα,  δτι  εΐνε  των  σπουδαιότατων  πηγών  της  ελληνική; 
ιστορίας  έν  τοις  βυζαντιακοϊς  χρόνοις.  Καϊ  δεν  δυνάμεθα  μεν  νάπαι- 
τήσωμεν  το  αυτό  παρά  πάντων  των  όμοιων  προϊόντων  του  θρησκευ- 
τικού ζήλου  των  Βυζαντινών.  Άλλα  πάντως  όμως  δυνάμεθα  και 
οφείλομεν  νάγωνισθώμεν  προς  πλουτισμόν  των  γνώσεων  ημών  περί  της 
θρησκείας,  τών  ηθών  και  εθίμων  τών  Βυζαντινών  εκ  της  πλούσιας 
ταύτης  λογοτεχνίας.  Και  αυτή  δε  ή  βυζαντιακή  αρχαιογνωσία  και  ή 
Ιστορία  της  τέχνης  δεν  θα  έ'μενον  άνευ  κε'ρδους  έκ  συστηματικής  τίνος 
έζερευνήσεως  τών  βίων  τών  αγίων.  Ή  ιστορική  χρησιμοποίησις  τών 
ανωτέρω  μνημονευθέντων  βίων  υπό  του  Ηορί1,  του  Ταίβΐ 2  και  του 
ΰβ  ΒοΟΓ 3  ώς  και  αί  νύξεις  του  Τθΐΐ§£ίΓα  4  και  του  ΙΙδβηβΓ 5  άρ- 
κοΰσι  πάντως,  όπως  άποδειχθή  κατά  πόσον  δύναται  να  γείνη  χρήσις 
τών  ΑοΙα  δ3ΐ10ΐ0ΓυΠ1  και  τών  έτι  ανεκδότων  βίων  αγίων  ώς  πηγών 
ιστορικών. 

"Αλλαι  δε  μελέται  θα  προαχθώσι  δια  τής  ανευρέσεως  καϊ  εκδόσεως 
τών  βυζαντιακών  δημωδών  ασμάτων  6,  αινιγμάτων  7,  παροι- 
μιών 8  και  μύθων.  Τα  υπό  τήν  εποψιν  ταύτην  μέχρι  τοΰδε  γενόμενα 
εΐνε  μόλις  που  άξια  μνείας.  Τό  πρώτον  έν  τοις  νεωτάτοις  χρόνοις  έξεδη- 
λώθη  δια  τά  είδη  ταύτα  θερμότερον  ενδιαφέρον.  Και  όμως  ή  μελέτη 
αυτών  εΐνε  σπουδαία  διά  δύο  λόγους.  Τούτο  μεν  ή  έξερεύνησις  τής  βυ- 
ζαντιακής  λαογραφίας  διευκολύνει  τήν  άναδρομικήν  καϊ  παραβολικήν 

1  ΟβΚοΙίϊοΗΐβ  ΟτΠβοββηΙαίκΙδ  ΪΠ)  ΜΐΙΙβΙαΙΙβΓ  έν  τί]  Εγκυκλοπαίδεια  τοΟ  ΕναοΗ 
και  ΟτηύβΤ  Μέρ.  Α'  Τόμ.  85  σ.  123  κ.  έ.,  136  κ.  ε. 

2  ϋβ  ΤΙιβδδ&Ιοηίοα.  β]υδςαβ  3.&ΓΟ  σ.  1^X11  κ.  Ι.,   ϋ,ΧΧΧ  κ.  έ  ,  ΕΧΧΧν"  /..  Ι. 

3  νίΐα  ΕυΙίι^αιϋ  σ.  79  κ.  ε. 

Μ  ^υ^(^  3.(1  ρΓοίαηοδ  ηιοΓβδ  άϊ^ηοδοβηάοδ  αυ^βηοΐαηυβ  ΙβχιΌα  οοηί'βΓ&αΙ 
ΑοΙα  88.  §Γ&60&  ΒοΙΙ&ηάίαηα.  Έν  Παρισ-οις  1872  — Όβ  Γ  ΙιίδΙοΪΓβ  ριοΓαηβ 
ά&ηδ  Ιβδ  ΒοΙΙαικϋδΙβδ.  Έν  Παρισίοις.  1874. 

3  ϋβΓ  1ΐβΐΙΐ§β  ΤΙΐβοάοδίΟδ.  Έν  Λειψία  1890  σ.  XX  και  άπαντα/οΰ. 

6  "Ιδε  κατωτέρω  τάς  δύο  πραγματείας  Τό  πρώτον  δημώδες  άσμα  της  νέας  ελλη- 
νικής γλώσσης  σ.   385  κ.  έ.   και  Βυζαντιακόν  δημώδες  άσμα  σ.  395  κ.  Ι. 

7  Βυζαντιακά  αινίγματα  έξέοωκεν  έκτοτε  προς  τοις  ολίγοις  πρότερον  γνωστοίς  ό 
Σττνρ.  Λάμπρος  έν  Δελτίω  Ιστορικής  και  εθνολογικής  εταιρείας  Τόμ.  Β'  σ.  152  κ.  έ. 
Πρβλ.  'ΑΘ.  Σπυριδάκην  έν  Έπετηρίδι  Παρνασσού  'Έτ.  Ε"  (1901)  σ.  176  και 
Έτ.  Η'  (1904)  σ.  187  κ.  ε. 

8  "Ιδε  τάς  έ'κτοτ'  εκδοθείσας  συλλογάς  τοϋ  ΚηΐηΐϋαβΗβΤ  ΜίΙΙβΙ^ΠβοΙιίΝΟΐιβ 
8ρΓΪθΙΐ\νοΓΐβ['.  Έν  Μονάχω.  1893  και  Πολίτου  Παροιμίαι.  Έν  Αθήναις.  1899. 
Τόμ.  Α'  σ.  6'  κ.  έ.,  3  κ.  έ.,  έν  :•ίς  και  τό  εις  αυτόν  παραγωρηθέν  υπ'  έμοΰ  υλικόν. 

ΣΠΓΡ.    Π.    ΛΑΜΠΡΟΓ,    ΜΙΚΤΑΙ    ΣΕΛΙΔΕΣ  6    Ι 


—  370  — 

έζέτασιν  της  αρχαίας  ελληνικής,  οΰ  «.ην  άλλα  καϊ  της  ΐνδογερμανικής 
καθ'  όλου  λαογραφίας,  άφ'  έτερου  δε  διαφωτίζει  τας  πρώτας  αρχάς  του 
νεοελληνικού  χαρακτήρος,  τούτο  δε  είνε  και  καθ'  έαυτήν  άξια  λόγου 
δια  την  διάγνωσιν  του  εσωτερικού  βίου  και  του  όλου  πολιτισμού  των 
Βυζαντινών.  Μελετώντες  τάς  ελευθέρα;  ταύτας  και  όσον  οίον  τ'έλά- 
χιστ'  άπό  θρησκευτικής  και  πολιτικής  επιβολής,  ου  μην  άλλα  κοί 
οίαςδήποτε  σχολικής  παραδόσεως  εξαρτωμένας  παραδόσες  του  βυζαν- 
τιακοΰ  Έγώ,  δυνάμεθα  να  παραμονεύσωμεν  την  άβίαστον  πνευματι- 
κην  κίνησιν  του  κατωτέρω  λαοϋ,  την  χαρμονήν  του  βίου  αΰτοΰ  και 
την  εύτραπελίαν.  Δια  τοιούτου  δε  τρόπου  δυνάμεθα  νά  εύρωμεν  την 
άρίστην  οδόν  προς  διεξέτασιν  της  λαϊκής  ψυχής.  Τό  δε  αποτέλεσμα 
τοΰτο  θά  είχε  σημασ^αν  μεγίστην  προκειμένου  περί  λαού,  όν  ό  Κό- 
πίτσνικωφ  ώνόμασεν  ορθώς  το  δεισιδαιμονέστατον  απάντων  των  φι- 
λολογικώς πεπαιδευμένων  χριστιανικών  εθνών1. 

Πολύ  δε  μεγαλειτέραν  σημασίαν  θά  είχεν  ή  οΓυλλογη  των  βυ- 
ζαντίακών  επιγραφών.  Οί  Βυζαντινοί  ήσαν  τών  πολυγραφωτά- 
των  λαών  τής  γής,  τοΰτο  δε  προς  ήμετέραν  εύτυχίαν,  επειδή  έκ  τών 
ύπ'  αυτών  έπι  τοίχων  και  καλλιτεχνημάτων,  τειχών  και  εκκλησιών 
απανταχού  έγκολαπτομένων  επιγραφών  δυνάμεθα  νά  έξαγάγωμεν 
πλούσια  Ιστορικά  διδάγματα.  Άρκεϊ  μόνον  νά  συναθροίσωμεν  και 
χρησιμοποιήσωμεν  προςηκόντως  τό  ύλικόν.  Αϊ  βυζαντιακαί  επιγρα- 
φαΐ  α'ι  περιλαμβανόμεναι  εν  τφ  τελευταίω  τόμω  του  (]θφ118  ΪΠδΟΠ- 
ρΐίοηΐίΓη  0Γαβ03ΓΙΙΠ1  ουδαμώς  πλέον  ανταποκρίνονται  προς  τάς 
ημετέρας  απαιτήσεις  και  ήκιστα  παρουσιάζουσι  τό  περισωζόμενον 
πλήθος.  Επέστη  πλέον  ό  χρόνος  νάποκτήσωμεν  ίδιον  ΟοΓραδ  ίηδΟΠ- 
ρΐΐοηυΓΠ  ΟΐΠδΙίαηίΙΠίΐη.  Επιβάλλεται  είς  ημάς  νά  συναγάγωμεν 
τάς  έπιγραφάς,  νά  ταξινομήσωμεν  αΰτάς  καθ  ώρισμένας  κατηγορίας 
και  χρόνους  και  νά  έκδώσωμεν  αύτάς.  Και  ^έν  είνε  μεν  πάντως  ολί- 
γαι  αί  ήδη  έκδεδομέναι,  άλλα  τό  ύλικόν  είνε  λίαν  διεσκεδασμένον. 
ΠολλαΊ  εκατοντάδες  βυζαντιακών  επιγραφών  εύρηνται  κατακεκρυμ- 
μέναι  εν  τω  Περιοδικώ    του  φιλολογικού  συλλόγου     Κωνσταντινουπό- 

1  «Πόθεν  ληπτέον  τό  ίιλικδν  τής  ιστορία;  της  βυζαντινή;  φιλολογίας  ν  ρωσιστΐ  εν 
τω  Περιοδικώ  τοϋ  'Ρωσικοϋ  Υπουργείου  τής  εκπαιδεύσεως  (Μάιος  1889  σ.  26),  Ιν 
δ'  ελληνική  μεταφράσει  έν  τω  Δελτίω  τής  Ιστορικής  και  εθνολογικής  εταιρείας  Το(υ.. 
Γ'  σ.  539  χ.  Ι. 


—  371   — 

λεως,  έν  τη  Άθηνορ,  έν  τω  Παρνασσώ,  έν  τη  Αρχαιολογική  έφη- 
αερίδι.    έν  τω    Δελτίω    της  Ιστορικής    και    εθνολογικής    εταιρείας,    έν 

ταϊ;  ΜΐΙΐΙιβί1ϋηο;βη  (1θ8  ΰβιιΐδοΐιβη  αΓοβ&οΙοσίδοΗβη  ΙηδΙΐΙαΙδ, 
έν  τω  Βαΐΐβΐίη  (Ιβ  οοΓΓβ8ροη(1ειηοθ  ΗβΙΙθηΐηαβ,  έν  τω  ΑηηαβίΓβ 
άβ  ΓΑδδΟοίαΙϊοη,  έν  τω  -ίουπίίΐΐ  οΓ  ΗβΙΙβηΐο  δίικίίβδ.  Άλλα  καϊ 

έν  καθολικαΐ:  έκδόσεσιν  έπιχωρίων  επιγραφών,  μάλιστα  πάρα  τω 
ί/β!)Εδ  και  8ΐβΓΓβΙΙ,  έν  ρωσικαΐς  δημοσιεύσεσι  και  έν  Ιλληνικοΐς  δε 
τοπογραφικούς  έ'ργοις  και  έν  έφημερίσιν  εύοηνται  διεσκεδασμέναι  πολ- 
λαΐ  έπιγραφαί.  Μόνον  όταν  σύμπαν  τό  ΰλικόν  τοϋτο  συναχθή*  και  εκ- 
καθαρθή.  θα  δυνηθώαεν  να  λάβωμεν  σαφή  εννοιαν  της  σπουδαιότη- 
τος  των  βυζαντιακών  επιγραφών  έν  σχέσει  προς  την  γνώσιν  της  ίστο- 
οίας.  του  βίου  και  του  πολιτισμού  του  Βυζαντίου  1.  Προς  δε  κριτι- 
κην  άποκατάστασιν  τών  επιγραφών  τούτων  πρέπει  προ  παντός  να 
αη  λησαονηθή.  ότι  οι  Βυζαντινοί  συνέτασσον  τάς  έπιγραφάς  αυτών 
έμμετρους.  Ή  αρχή  της  χρήσεως  του  χωλιάμβου,  του  συνηθέστατου 
μέτρου  τών  Βυζαντινών,  και  της  συχνής  επαναλήψεως  τυπικών  τίνων 
φράσεων  θά  χρησιμεύσωσιν  ώς  σπουδαιότατα  κριτήρια  προς  ορθήν 
άποκατάστασιν    τών    επιγραφικών    κείμενων. 

Ή  αύτη  δε  αρχή  του  έμμετρου  τύπου  ισχύει  και  δια  τα  βυζαν- 
τιακά  υ,ολυβδόβουλλα 2.  Ή  μελέτη  του  είδους  τούτου  τών  μνη- 
μείων, άτινα  έν  τοις  νεωτέροις  χρόνοις  ελαχίστης  ηξιοΰντο  προςοχής, 
προςέλαβε  κατά  τάς  τελευταίας  δεκαετηρίδας  άνάπτυξιν  άσπασίαν. 
Ή  δε  εις  όλως  εΐδικήν  μελέτην  άνύψωσις  της  βυζαντιακής  σφαγιλο- 
γραφίας  οφείλεται  κυρίως  ει;  τον  8θ1ΐ1ΐΐΐη1)βΓ§βΓ 3.  Τώρα  δε  πλέον 
κεκτήμεθα  όλον  Σύνταγμα  (ΟοΓρϋδ)  μολυβδοβούλλων.  εις  ο  ευκόλως 
δύνανται  να  προςαρμοσθώσι  πάσαι  αί  μεταγενέστεραι  έργασιαι  και 
προςθήκαι.  Δια  δε  της  περισυναγωγής  και  έξερευνήσεως  τών  κατά 
πρώτην    εποψιν    ολίγου    λόγου    άζίων    μνημείων    τούτων    χνεώχθη    εις 

1  Έπ'  έσχατων,  είςηγουμένου  τοΰ  ΗοηίοΙΙβ,  ανέλαβε  τό  βαρύ  έργον  της  εκδόσεως 
τών  βυζαντιακών  επιγραφών  ή  έν  Παρισίοις  "Ακαδημία  τών  επιγραφών  κα!  τών  γραμ- 
μάτων. 

2  Την  αρχήν  ταΰτην  έξέθη/.α  πρώτος  έν  τί]  έμή  ΟοΙΙβΟΐίοπ  άβ  ΓΟΙΠίΐηδ  Οΐ'βΟδ. 
Έν  Παρισίοις.  1888  σ.  XI., VI.  Άργότερον  δέ,  άλλ'  άνευ  εξαρτήσεως  άπ' έμοΰ,  ήκο- 
λούθησεν  ό  ΡτόΚηβΐ'  (ΒΐΐΙΙβδ  Πΐ6ΐΠ(μΐ68.  Έν  ΙΙαρίΊί'οις.  1882)  την  αυτήν  όδόν,  ήν 
ϊπίΐτα  έτράπη   συστηματικώς  και  ό  ΒοΚΙηΊϊ&βτφβν . 

3  3ί£ί11θ£ΓαρΙιΪ6  ιΐβ  Γβαιρίπ;  5γζαπΐία.  Έν  11αρισ•Όις.  1884. 


—  3Τ2  — 

την  ερευναν  όυςυπολογίστως  πλούσιος  κλάδος.  Και  δή  τα  μολυβδό- 
βουλλα  είνε  ου  μόνον  άξια  λόγου  ώς  προς  την  τέχνην,  άλλα  και  δια- 
λευκαίνουσιν  άφθόνως  την  ίστορίαν  των  βυζαντιακών  οϊκων  και  της 
εκκλησίας  και  τα  κατά  την  ύπαλληλικήν  ίεραρχίαν,  διαφωτίζουσι  δ 
εμμέσως  και  τά  κατά  το  πολίτευμα  της  βυζαντιακής  αυτοκρατορίας. 
Ό  ΜθΓ(1ίΠ1£ΐηη,  ορμώμενος  εκ  της  μελέτης  των  μολυβδοβούλλων, 
ήδυνήθη  νάναπτύξη  έπ  εσχάτων  την  κατά  μικρόν  εύρυνσιν  της  δι- 
καιοδοσίας τοΰ  έν  Κωνσταντινουπολει  πατριαρχείου,  καθ'  δσον  αύτη 
αποδεικνύεται  έκ  των  προςωνυμιών  επίσκοπος,  αρχιεπίσκοπος  και  πα- 
τριάρχης ι.  Έμή  δε  πραγματεία  προσεχώς  έκδοθησομένη  περί  της 
διοικήσεως  των  θεμάτων  Ελλάδος  και  Πελοποννήσου  θέλει  δείξει  επ- 
αρκώς, δτι  ό  έκ  των  μολυβδοβούλλων  προςδοκώμενος  θερισμός  δύνα- 
ται νά  θεωρηθή  εύπροςδεκτότατος  2. 

Άλλα  και  ή  βυζαντιακή  νομκΧματολογία  επαγγέλλεται  ακόμη 
πολλά  νά  διαφώτιση.  Τό  διά  τους  χρόνους  καθ'  ους  εξεδόθη  δοκιμώ- 
τατον  έργον  τοΰ  53,ΐ33,ί,Ϊ6Γ  πρέπει  τό  έξης  νά  έπιχειρηθη  έκ  νέου. 
Μετά  την  μεγάλην  άνάπτυξιν  της  σφραγιδογραφίας  οί  νομισματικοί 
τύποι  δύνανται  και  όφείλουσι  νά  έξετασθώσιν  έκ  νέου  και  μελετηθώσιν 
υπό  την  έ'ποψιν  της  ιστορίας  της  τέχνης.  Λαμβάνοντες  την  ίστορίαν 
των  αυτοκρατόρων  άνά  χείρας  όφείλομεν  νάναθεωρήσωμεν  την  χρόνο- 
λογίαν  των  χαραγμάτων  πρέπει  νά  γείνωσι  μετρολογικαί  ερευναι, 
πρέπει  νά  έξετασθη  ιστορικώς  και  έξηγηθ^  ή  κατά  μικρόν  έλάττωσις 
η  ή  κατά  τινας  περιστάσεις  άνύψωσις  της  μεταλλικής  άξιας  τών  νο- 
μισμάτων, πρέπει  νά  περισυναχθώσι  τά  εις  την  νομισματικήν  αναφε- 
ρόμενα χωρία  τών  συγγραφέων.  Άλλα  και  άλλα  διδάγματα  δικαιού- 
μεθα  νάναμένωμεν  έκ  τών  νομισμάτων.  Άρκεΐ  δε  νάναφέρω  εν  και 
μόνον  παράδειγμα,  ότι  δι'  αυτών  δυνάμεθα  ώς  άριστα  νά  παρακολου- 
θήσωμεν  τά  διάφορα  σχήματα,  άτινα  είχε  τό  αύτοκρατορικόν  στέμμα, 
οίον  έφερον  αυτό  κατά  τους  διαφόρους  χρόνους  ό  αυτοκράτωρ,  ή  αυ- 
τοκράτειρα και  οί  άλλοι  τοΰ  αυτοκρατορικού  οίκου.  Είνε  δε  τοΰτο  βε- 
βαίως ενδιαφέρον  ζήτημα,  όπερ,  καθ'  όσον  γινώσκω,  μόνος   ό  Κβ§6* 

1    Άναχοίνωσις  έν  τϊ)  συνεδρία  της  4   Νοεμβρίου   1890  της  έν  Κωνσταντινούπολη 
Εταιρείας  τών  μεσαιωνικών  σπουδών. 

1  Ή  πραγματεία  αΰτη  ένεχα  νέου  υλικού  έπειτα  προςτεθέντος  δεν  εξεδόθη  μέχρι  τοΰδε. 


—  373  — 

υπεκίνησεν    επ'  εσχάτων,    καίπερ,  τό  γε  νυν  έχον,  εξ  άλλης  απόψεως 
ορμώμενος '. 

Προς  τούτοις  δε  τα  νομίσματα  δύνανται  νά  χρησιμεύσωσι  και  ως 
σπουδαιότατη  πηγή  προς  συναγωγην  των  εικόνων  των  αυτοκρατόρων. 
Ή  βυζαντιακη  εικονογραφία  ούδ'  εν  ταΐς  άρχαίς  αύτης  καν  ευρί- 
σκεται" και  όμως  πρέπει  νάποβη  των  κυριωτάτων  μεληαάτων  του 
μέλλοντος.  Αί  ύπηρεσίαι  του  ΒβΓΠΟΙίίΙΙί  υπέρ  της  ρωμαϊκής  εικονο- 
γραφίας δέν  δύνανται  να  μη  τύχωσι  μιμητών  και  ως  προς  την  ελ- 
ληνικην,  ήτις  μόλις  που  υπερέβη  μέχρι  τούδε  τάς  υπό  τοϋ  νίδΟΟΠίΐ 
^αραχθείσας  οδούς.  Πολύ  χείρον  εχουσι  νυν  τα  της  εικονολογίας 
των  Βυζαντινών  αυτοκρατόρων,  πατριαρχών,  αρχόντων  και  λογίων. 
Άρκεϊ  να  ρίψωμεν  εν  βλέμμα  εις  τα  μετ'  εικόνων  κεκοσμημένα  Ιστο- 
ρικά έργα  περί  Βυζαντίου  τα  έκδεδομένα  εν  τοις  τελευταίοις  χρόνοις, 
όπως  ί'δωμεν,  ότι  οί  έκδόται  αυτών  έξακολουθούσιν  ως  τό  πλείστον 
ακόμη  χειριζόμενοι  τό  έκ  του  ΟθΠ,  Β&ηάΊΐΠ,  Μ  ΟΠίία  110011,  ϋα- 
οαπ§6  και  δβΓΟϋΧ  α"Α§ίηοοαΓί;  παραλαμβανόμενον  ύλικόν.  Μόνον 
δέ  ό  5θ1ΐ1ΐΐΠΐΐ36Γ£6Γ  προέβη  πως  εν  βήμα  προς  τα  πρόσω  εν  τη  συγ 
γραφή  αύτου  περί  του  Νικηφόρου  Φωκά  και  τοϊς  έπακολουθήσασιν 
εις  αΰτην  τρισί  τόμοις  περί  Τζιμισκή,  Βασιλείου  Βουλγαροκτόνου  και 
τοϊς  μετ'  αυτούς.  Και  όμως  επί  του  προκειμένου  δύνανται  πολλά  νά 
γείνωσι.  Νομίσματα,  χειρόγραφα  και  άλλα  μνημεία  παρέχουσιν  ύπερ- 
όχως  πλούσιον  ύλικόν.  Έπί  τών  νομισμάτων  διαγινωσκεται  έν  ταΐς 
πλείσταις  περιστάσεσι  τό  είκονικόν  της  παραστάσεως  παρά  τό  άτε- 
χνον  της  χαράξεως.  Ένθα  ευρισκόμεθα  εις  θέσιν  νά  έξελέγξωμεν  τάς 
επί  τών  νομισμάτων  έπικεκομμένας  εικόνας  διά  της  περιγραφής  τών 
εικονιζόμενων  παρά  τοις  συγγραφεΰσι,  δυνάμεθα  νά  πεισθώμεν,  ότι 
οί  νομισματοκόποι  κατέβαλον  πάσαν  δυνατην  προςπάθειαν,  όπως  άντ- 
αποκριθώσι  προς  τό  πραγματικόν .  Αινιγματικά  δέ  τίνα  θά  λυθώσι 
μόνον  διά  συστηματικής  έρεύνης.  Ούτως  έπί  παραδείγματι  ό  αυτο- 
κράτωρ Ζήνων  περιγράφεται  υπό  του  Κεδρηνοΰ  2  ώς  έξαιρέτως  άσχη- 
μος, την   δέ   άσχημίαν    ταύτην    του   αύτοκράτορος   έπικυροϋσι   και  τά 

1  ΑηίΐΙβΟΐίΐ  1>νζαηΙϊηο-ΐ'ϋ85Ϊ03..  Έν  Πετρουπόλει.  1891  η.  ΙιΧΧνί  κ.  ε. 

2  Τομ.  Α'  σ.  615,14  δαδύς  τε  καϊ  ειδεχθέστατος,  ώςπερ  "Ελληνες  ζω- 
γραφοϋδι  τον  Πάνα  τραγοδκελτί  κυϊ  δαδύκνημον,  την  χροιάν  μέλας, 
την  ήλικίαν  άσύμόλητος. 


-  374  — 

λεγόμενα  ύπο  του  Ζωναρά  .  Και  οή  εν  των  νομισμάτων  συμφωνεί  ποός 
ταύτας  τάς  περιγραφάς,  άλλ  επί  των  άλλων  το  πρόςωπον  αΰτοΰ  ει- 
κονίζεται πολύ  κομψότερον.  Έπ'  ούοενός  δε  των  νομισμάτων  παρου- 
σιάζεται ή  ΰπό  τοΰ  Κεδρηνοΰ  μαρτυρούμένη  δασΊ/της  του  αΰτοκρά- 
τορος "  άπ'  ενάντιας  δ'  έν  π&σιν  εικονίζεται  δλως  αγένειος  ούτως, 
ώςτε  πειραζόμεθα  νάναφέρωμεν  την  δασύτητα  ταύτην  εις  τα  λοιπά 
μέρη  του  σώματος,  ουχί  δ'  εις  το  πρόςωπον.  Το  άντίθετον  δε  ισχύει 
περί  του  προκατόχου  και  πενθερου  του  Ζήνωνος.  Λέοντος  του  μεγά- 
λου. Ό  Κεδρηνός  2  λέγει  περί  αύτου,  ότι  ήτο  κάτισχνος  μεν  το 
#ώμα,  ύπόσπανος  την  γενειάδα.  Και  ισχνός  μεν  εικονίζεται 
πράγματι  έπί  των  πλείστων  νομισμάτων  3<  ω:  προς  δε  την  γενειάδα 
η  ουδαμώς  φέρει  τοιαύτην  4  η,  έ'νθα  παριστάνεται  γενειών,  ή  γενειάς 
είνε  μικρά  και  άναζία  λογού  5.  "Οτι  δε  άλλω;  εις  το  κόμμα  των  βυ- 
ζαντιακών  νομισμάτων  παρά  την  προφανή  αδεξιότητα  των  χαρα- 
κτών όφείλομεν  να  παράσχωμεν  πλήρη  πίστιν,  αποδεικνύεται  εκ  της 
παραβολή:  των  νομισμάτων  προς  άλλα  καλλιτεχνήματα,  έφ'  ων  παρ- 
ουσιάζονται εικόνες  αΰτοκρατόοων.  Παραβληθήτωσαν  έπί  παραδεί- 
γματι οι  νομισματικοί  τύποι  του  Ιουλιανού6  προς  τον  αέγαν  γλυπτόν 
λιθον  ύπ'  αρ.  16)  έκ  της  συλλογής  τοΰ  δουκός  ίιϋ^Πβδ  έν  τφ  ΟίΐβϊηβΙ 
068  Π1βα3Ϊΐ1β8  των  Ιίαρισιων1,  προς  την  ώραίαν  είκονα  έκ  τοΰ  περιω- 
νύμου έν  ΙΙαρισιοις  κωδικός  Γρηγορίου  του  Θεολόγου  ύπ' άρ.  51  Ο8  και 
τόν  μεγαν  ανδριάντα  του  αύτοκράτορο;:  έν  τω  έν  Παρισίοις  Ρ&Ι&18  (1β& 
ΤηβΓΓΠβδ9.  Το   αυτό  8έ  δυνάαεθα   να  εϊπωι/.εν   και  περί   των  εικόνων 


'  "Κ/δ.  ϋίηάοτί  Τόμ.  Β'  σ.  155,2. 
^  "ΒνΟ*  άν.  σ.  607,  12. 

3  8αύαΗβτ  ϋβδοηρίι'οη  ^βηβΐ'αΐβ  (1ε»  ιιιοιιπηιρ.ν  Β^ζίΐηΙπιβδ.  Έν  Παρισίυις 
1862  Τόμ.  Α'  Πίν.  VIII,  11. 
*  8αϋαϋβν  ενθ' άν.  Τόμ.  Α'  Πίν.  VI,  20,  21,  24.  Πίν.  VII,  5,15. 
:;  8αύαΗβτ  ενθ'  άν.  Πίν.  VI,  29.  Πίν.  VII,  1. 

Λ  "Ι  δε  ιδίως  το  χαλκοΰν  μετάλλιον  παρά  τω  ΟοΙιβη  Τόμ.  Τ'  Πίν.  XI,  73. 

7  Όηνηρ  Ηί^ΐοΪΓβ  Κοηιαϊηβ  Τόμ.  Ζ'σ.  331. 

8  Βονάίβν  ϋβδοιϊρΐίοη  (Ιβκ  ρβίηΐιιΐ'ββ  βΐ  3,υ1ΐ'β8  οιηβαιβηΐδ  οοηίβηυβ  άίΐηΗ 
Ιβδ  π)8.  ΟΓβοδ  (1β  \ά  Βί1)ΙΐοΙΙ)βςυβ  Ναΐϊοηαΐβ.  Έν  Παρισίοις.  1883  σ.  85. 

0  Όΐΐηΐϊ/  Ηίδίοϊΐ'β  Κοίηαϊηβ  Τόμ.  Ζ'  σ.  293.  Κακή  άπεικόνισις  του  άνδριάντος 
τούτου  είίρηται  παοά  τω  ΟΙαναβ  Πίν.  978  άρ.  2528.  Μόνην  δέ  την  κεφαλήν  παρέ- 
χει ό  Βαΐίΐηβίβίβ/•  (ΏβηΙίαΐ&ΙβΓ  Τόμ.  Α'  σ.  763  άρ.  817),  ένθα  λέγεται  ανακριβές, 
οτι  ό  άνδριας  απόκειται  και  νύν  έν  τώ  Λούβρ<•>,  όποιι  πράγματι  ε&ρίσκετο  άλλοτε  ποτέ. 


—  375  — 

άλλων  αυτοκρατόρων.  Ούτω  δύναται  να  παραβληθώσιν  αί  άλλως  όλως 
άτεχνοι  έπί  νομισμάτων  εικόνες  του  νεαρού  Λέοντος  ζ""1  προς  τήν  έπ ' 
εσχάτων  υπό  του  δθΗ1υΠΐ1)ΘΡ^6Ρ  έκδοθεϊσαν  επί  έλέφαντος  παράστασιν 
του  αυτού  αύτοκράτορο;2.  Πολύ  δε  μείζων  είνε  ή  όμοιότης  των  έπί  νομι- 
σμάτων και  εν  χειρογράφοις  εικόνων  αυτοκρατόρων  «ν  τοις  χρόνοις  των 
Κομνηνών  και  των  Παλαιολόγων.  Κατ'  άντίθετον  δε  λόγον  θά  ήρκιι  ή 
παραβολή  των  νομισματικών  τύπων  τοΰ  Ηρακλείου  3  προς  τον  γνω- 
στόν χαλκουν  έν  Βαρλέττη  της  Ιταλίας  κολοσσικόν  ανδριάντα,  δςτις 
κοινώς  ύπολαμβάνεται  ως  παριστάνων  τον  αυτοκράτορα  τούτον,  όπως 
άπορριφθή  ή  γνώμη  αύτη. 

Την  δέ  πίστιν  εις  την  εΐκον.κήν  ομοιότητα  και  την  αύστηράν 
άποδοσιν  τών  προςωπικών  ιδιοτήτων  έν  τη  παραστάσει  παρά  τάς  έν 
τη  εκτελέσει  παρατηρούμενα;  διαφοράς  φαίνεται  ένισχύουσα  ή  όμοιό- 
της  της  φυσιογνωμίας  έν  ταίς  γνωσταϊς  μοι  παραστάσεσιν  ενός  καϊ 
τού  αυτού  αϋτοκράτορος  έν  χειρογράφοις.  *Αν  λοιπόν  ένθυμηθώμεν, 
όποσον  μεγάλη  ήτο  παρά  τοις  Βυζαντίνοις  ή  διάδοσις  τών  Στηλών, 
ήτοι  ανδριάντων,  αυτοκρατόρων  και  άναλογισθώμεν,  ότι  ή  ιστορική 
γραφική  και  ή  ψηφοθετική  τέχνη  πολλάκις  έπελαμβάνοντο  της  δια- 
κοσμήσεως  εκκλησιών  καϊ  ανακτόρων  διά  τών  εικόνων  οΐκογενών  τών 
αυτοκρατορικών  οίκων,  επέρχεται  εις  ήμ&ς  φυσικώτατα  ή  σκέψις,  ότι 
οί  γράφοντες  τάς  εικόνας  τών  χειρογράφων  είχον  προ  οφθαλμών  τα 
πρότυπα  εκείνα.  Κατά  ταύτα  δέ  πρέπει  νά  προβώμεν  ού  μόνον  εις 
τήν  χάριν  -ης  βυζαντιακής  εικονογραφίας  χρήσιν  τών  νομισμάτων, 
άλλα  και  εις  τήν  περισυλλογήν  απάντων  τών  ετι  περισωζομένων  ψη- 
φοθετημάτων  *αί  τών  έν  χειρογράφοις,  έκκλησίαις  και  έπί  σκευών 
ευρισκομένων  εικόνων  αυτοκρατόρων,  δ  =  σποτών.  πατριαρχών,  μεγι- 
στάνων και  λογίων,  τήν  προς  άλλήλας  παραβολήν  και  τον  υπομνη- 
ματισμών αυτών.  Αρχή  δέ  τοιαύτης  συλλογής  εγεινεν  έπΐ  τη  προτά- 
σει  μου  υπό  της  ενταύθα  Ιστορικής  και  εθνολογικής  εταιρείας.  Άλλ' 
είνε  μικρά  μόνον  αρχή,  ή  οέ  συλλογή  σύγκειται  μέχρι  τού  νΰν  ες  ολί- 
γων μόνον  καλλιτεχνικών  πανομοιότυπων  εικόνων  έν  χειρογράφοις  τοΰ 

1  8αϋαϋβΓ  έ'νΟ'άν.  Τομ.  Β'  Πίν.  ΧΙ^ν,  13,  15. 

2  υπ   ΐνοΪΓΟ  Β^ζαηΙϊη  άα  IX  δϊέοΐβ  έν  τί)  ΟαζβΙΙβ  άβδ  Ββαυχ  ΑγΙ§  1892 
ι.  121. 

1  "Ιδε  ιδίως  τό  χαλκουν  νόμισμα  παρά  τω  8αϋαΙϊβΤ  Τομ.  Α'  Πίν.  XXVIII,  30. 


—  376    — 

Μονάχου,  των  Παρισίων  και  της  Στουτγάρδης.  Άλλα  πόσον  μέγα 
ήούνατο  νάποβη  το  πλήθος  των  συλλεχθησομένων  «ΐκόνων  δύναται 
να  Ηζαχθή  έκ  των  συγγραφών  του  \να&°;6η,  του  μεστού"  λεπτομε- 
ρειών έργου  του  ΒοΓάΐβΓ  περί  τών  εν  τοΐς  έλληνικοΐς  χειρογράφοις 
τών  Παρισίων  εικόνων  και  τών  λεγομένων  υπό  του  Βτοο1ί1ΐ£ΐΙΙ8  έν 
τη  άξια  λόγου  συγγραφή  αΰτοΰ  περί  της  τέχνης  εν  ταϊς  άγιορειτι- 
καΐς  μοναϊς. 

Νέων  δε  φροντίδων  πρέπει  νάξιωθη  και  ή  βυζαντιακή  χρονογρα- 
φία χαι  χρονολογία.  Και  ύπεομεγίστη  μεν  ύπηρξεν  η  υπηρεσία  ην 
παρέσχεν  η  εν  Πετρουπόλει  Ακαδημία  τών  επιστημών  προκαλέσασα 
κατά  την  πέμπτην  δεκάδα  του  δεκάτου  ενάτου  αιώνος  την  σύνταζιν 
και  δημοσίευσιν  του  Δοκιμίου  της  βυζαντιακης  χρονογραφίας  (Εδ8&ϊ 
(1β  οΙίΓοηο^ΓΒρΙιΐβ  βνζαηΐίηβ)  του  Εδουάρδου  άβ  ΜαΓείΙΐ.  Άλλα 
σήμερον  δυνάμεθα  να  έμπιστευθώμεν  και  άρκεσθώμεν  εις  τό  έργον 
εκείνο  μετά  την  δια  πλείστων  έπϊ  μέρους  εργασιών  ίπανόρθωσιν  μεν 
πολλών. τών  πρότερον  γνωστών,  προςθήκην  δε  πλείστων  όσων  νέων; 
Δεν  παρίσταται  δέ  μάλλον  ανάγκη  όλως  νέας  έξερευνήσεως  της  συμ- 
πάσης βυζαντιακης  χρονολογίας  και  του  περί  πηγών  λόγου ;  Μη  εξέ- 
λιπε καν  καθ'  ολοκληρίαν  εκ  του  μέσου  το  άρχαΐον  πταίσμα,  καθ'  ο, 
προκειμένης  χρονολογίας  τινός  κατά  τό  βυζαντιακόν  σύστημα  άπό 
κτίσεως  κόσμου  αφαιρείται  απλώς  ό  αριθμός  5508  χωρίς  να  ληφθη 
ΰπ'  δψιν,  αν  πρόκειται  περί  τών  οκτώ  πρώτων  μηνών  του  έ'τους  η 
εχωμεν  προ  ημών  τίνα  τών  τεσσάρων  τελευταίων  μηνών,  έν  ή  περι- 
πτώσει, ώς  γνωστόν,  προέρχεται  διάφορα  ενός  όλου  έτους;  Άν  έλέ- 
γομεν,  ότι  υπό  την  εποψιν  ταύτην  ή  όλη  βυζαντιακή  χρονολογία 
δεϊται  αναθεωρήσεως,  δεν  θά  ήτο  υπερβολή.  Τοσούτον  συχνά  απαντά- 
ται τό  λάθος  τούτο.  Άλλα  και  ή  σχέσις  της  έν  Κωνσταντινουπόλει 
προς  την  άλεξανδρινήν  χρονολογίαν  άπό  κτίσεως  κόσμου  έδει  τέλος 
νά  έςετασθη    συστηματικώς    μέ/ρι  τών  εσχάτων  αύτης  επακολουθών. 

Και  άλλο  τι  δέ  δεν  λαμβάνεται  πάντοτε  ύπ'  δψιν.  Λέγω  δέ  την 
σύμπτωσιν  τακτών  ημερών  της  εβδομάδος  προς  δεδομένην  ήμερομη- 
νίαν  έν  περιστάσεσι,  καθ'  ας  παρά  συγγραφεΰσιν  ή  έν  έπιγραφαϊς  εύ- 
οίσκομεν  μνημονευόμενον  οΰ  μόνον  τό  έτος  από  κτίσεως  κόσμου  και 
την  ΐνδικτιώνα,  αλλά  και  την  ήμερομηνίαν  και  την  ήμέραν  της  εβδο- 
μάδος.   Ούτως   επί  παραδείγματι   άπαντες    αποδέχονται,    ότι    Κων- 


—  377   — 

σταντΐνος  ό  μέγας  απέθανε  τόν  Μάϊον  του  337  τήν  ήξεραν  της  [Ιεν 
τηκοστής'.  Άλλ'  όμως  ή  μαρτυρία  αύτη  είνε  πάντως  ψευοής.  Και 
δή  ή  ελληνική  εκκλησία  τελεί  την  έορτήν  τοΰ  άγιου  Κωνσταντίνου 
την  21  Μαίου,  ήτις  ήμερα  είνε  προφανώς  ή  τοΰ  θανάτου  αΰτοΰ.  Δια 
δε  υπολογισμού  δυνάμεθα  να  εύρωμεν,  οτι  ή  21  Μαίου  337  δεν  είνε 
αύτη  ή  ήμερα  της  Πεντηκοστής,  άλλ'  ή  παραμονή  ταύτης  της  εορ- 
τής. Κατά  τόν  αυτόν  δε  τρόπον  ό  αρχιεπίσκοπος  Κερκύρας  Ευστά- 
θιος Βουλισμάς  άπέδειξεν  2,  ότι  ή  29  Μαίου  1453  (Τρίτη),  καθ'  ην 
ήμεραν  συνέβη  η  ύπό  των  Τούρκων  άλωσις  της  Κωνσταντινουπόλεως, 
οέν  συμπίπτει  προς  την  εβδομάδα  της  Πεντηκοστής,  καθ'  ά  συνήθως 
άπεδέ/οντο,   άλλα  προς  την  αμέσως  επομένην  εβοομάδα. 

Όμοια  δ'  έπιθεώρησις  της  συμπτώσεως  ρητώς  μεμαρτυρημένων 
ημερών  της  εβδομάδος  προς  ώρισμένας  ημερομηνίας,  ην  -πεχείρησα 
εξετάζων  τάς  έπιγραφάς  τών  επισκόπων  τών  μεσαιωνικών  Αθηνών, 
περί  ων  επιφυλάσσομαι  νάνακοινώσω  τα  δέοντα  άλλοτε,  παρέσχε  νέον 
στήριγμα  εις  την  ύπό  τοΰ  Ηορί3  ώς  γνωστόν  εκφρασθεϊσαν  ύπόνοιαν 
κατά  της  γνησιότητος  τών  σπουδαίων  τούτων  μνημείων  της  μεσαιω- 
νικής   ιστορίας  τών    Αθηνών. 

Και  άλλως  δε  ή  λελογισμένη  χρήσις  ημερομηνιών  μεμαρτυρημένων 
ύπό  της  εκκλησίας  δύναται  νά  παράσχη  έφετόν  πλουτισμόν  τών  χρο- 
νολογικών προςδιορισμών  έν  τη  πολιτική  ιστορία.  Ούτως  έπΐ  παρα- 
δείγματι γινώσκομεν,  ότι  ό  αυτοκράτωρ  Μαρκιανός  απέθανε  τόν  Φε- 
βρουάριον  τοΰ  457,  άλλ'  είνε  άγνωστος  ή  ήμερα  τοΰ  θανάτου.  Διά 
τι  λοιπόν  δεν  δικαιούμεθα  νάποδεχθώμεν,  ότι  ή  ήμερα  αύτη  είνε  ή 
17  Φεβρουαρίου,  καθ'  ην  ή  ελληνική  εκκλησία  τελεί  τήν  μνήμην  τοΰ 
άγιασθέντος  εκείνου  βασιλέως  ; 

'  "Ιδε  τάς  πηγάς  παρά  τω  ΒβΗίΙΙβν  ΟβδοίιϊοΙιΙβ  (ΙβΓ  ιοίϊΐίδοΐιβη  ΚαϊδβΓΖβϊΙ 
Τόμ.  Β'  β.  237  σημ.  δ.  Πρβλ  ΒητΙεΚατάΙ  ϋΐβ  ΖβϊΙ  ΚοηδΙαηΙίηδ  άβδ  Οτοδββιι 
σ  339.  "Αξιον  δέ  παρατηρήσεως  εινε,  οτι  το  Πασχάλιον  Χρονικόν  Τόμ.  Α'  σ.  532, 
22  αναγράφει  την  22  Μαίου  ώς  ήμεραν  της  Πεντηκοστής  χαϊ  τοΰ  θανάτου  του  αύ- 
τοχράτορος. 

2  «Χρονολογικών  πάρεργον »   έν  τω  περιοδικω   Σωτήρι  Τόμ.    ΙΔ'  (1891)  σ.  25  κ.έ. 

3  Οβδοΐιΐοΐιΐβ  ΟΓΪβοΙιβηΙθ,ηάδ  νοιη  Ββ§ϊηη  (Ιβδ  ΜίΙΙβΙαΙΙβίδ  1>ϊδ  αυί  ιιηδβτβ 
ΖβϊΙ  έν  -ή  Εγκυκλοπαίδεια  τοΰ  ΕτδβΗ  χαί  Ονηϋβ7'  Με'ρ.  Α'  Τόμ.  85  σ.  114. 
Πρβλ.  θνβ(/ονονΪΜ8  Οβδοΐιίοΐιΐβ  άβΓ  8(&άΙ  ΑΙΙιβη  ίιη  ΜΠίβΙ&ΙΙβΓ  Τόμ.  Α'  σ, 
208  σημ.  2  (ελλ.  μετάφρ.  Σπνρ.  Λάμπρου  Τόμ.  Α'  σ.  277  κ.  Ι.). 


—  378  — 

Ένεκα  δε  της  ευρύτατης  αναμίξεως  τής  εκκλησίας  κα!  των  μο- 
ναχών  εις  τα  πολιτικά  πράγματα  του  Βυζαντίου  υποστηρίζω  έντο- 
νώτατα  την  ανάγκην  της  συντάξεως  βΐίζαντίακης  μοναοΊτηρίΟ- 
Α,ογίας.  Και  ή  μεν  ιστορία  των  εκκλησιών  και  μονών  της  Κωνσταν- 
τινουπόλεως άπετέλεσεν  ήδη  τό  άντικείμενον  ειδικών  έργων,  ιδίως 
διακριθέντος  έν  τη  έρεύνη  ταύτη  του  Πασπάτη  ι.  Όμοίως  δε  το 
Αγιον  Όρος,  τό  κατ'  έξο/ήν  δρος  τών  μοναχών,  είλκυσε  την  προς- 
οχήν  Ελλήνων  τε  και  αλλογενών  λογίων.  Άλλα  δεν  άρκοΰσι  ταύτα. 
Λογοτεχνία  και  εΐκαστικαϊ  τέχναι,  πολιτική  και  εκκλησία  εΐνε  κατά 
τους  βυζαντιακούς  χρόνους  οΰτω  συμπεπλεγμέναι  μετά  του  μοναστι- 
κού βίου,  ώςτε  εΐνε  αναπόφευκτος  ή  άπαίτησις  ακριβούς  έξερευνήσεως 
απάντων  τών  κατά  τους  μέσους  αιώνας  έν  ταϊς  έλληνικαϊς  χώραι; 
υφισταμένων  μοναστηριών.  Ή  τοπογραφία  και  ή  Ιστορία,  αϊ  βιβλιο- 
θήκαι  και  τά  άρ^εΐα,  ή  διοίκησις  και  η  έπίδρασις  εκάστης  αξίας  λό- 
γου μονής  επί  τά  πολιτικά  και  τά  εκκλησιαστικά  πράγματα  και  τόν 
ηθικόν  βίον  του  Βυζαντίου  καϊ  πλήρης  αναγραφή  τών  λοιπών  μόνον 
κατ  όνομα  γνωστών  μονών  θά  ήτο  τό  άντικείμενον  καϊ  ό  σκοπός  τοι- 
αύτης τινός  αοναστηριολογίας.  "Ενεκα  δε  της  συχνής  μνείας  μονών 
έν  τοις  σημειώμασι  τών  βιβλιογράφων  ή  τοιαύτη  μοναστηριολογία 
θά  είχε  μεγίστην  σημασίαν  καϊ  διχ  τήν  ίστορικήν  καϊ  γεωγραφικήν 
έξερεύνησιν    της  ελληνικής  παλαιογραφίας  ~. 

Όμοίως  δε  αναγκαιότατη  εΐνε  και  ή  συμπλήρωσις  και  άνάπτυξις 
τών  επισκοπικών  καταλόγων.  Μακρός  παρήλθε  χρόνος  άπό  της 
δημοσιεύσεως  του  Οπ6Π8  οΙΐΠδΙϊαηυδ  του  ίιβηαίβΠ,  τό  δέ  ύλικόν 
ηϋξήθη  και  έπλουτίσθη  διά  τών  έν  τούτω  τω  μεταξύ  γενομένων  μελε- 
τών και  ανακαλύψεων,  πολλά  δε  εΐνε  τά  έπανορθωθέντα.  Εξαιρου- 
μένων δε  τών  πατριαρχών  τής  Κωνσταντινουπόλεως,  περί  ων  πρόκει- 
ται ήμϊν  τό  σύγγραμμα  του  Γεδεών3,  καϊ  αύται  αϊ  πατριαρχικαΐ 
εδραι  τής  ελληνικής  εκκλησίας  δεν  εγειναν  έν  τοϊς  τελευταίοις  χρόνοις 
άντικείμενον    συστηματικών   εργασιών    πλην   τών  γραφέντων  υπό  τοϋ 

'    Βυζαντιναί  με'/έται.    Έν   Κωνσταντινουπόλει.   1877. 

2  "Ιδε  ανωτέρω  σ.  174  τά  προταθέντα  υπ'  έμου  περί  τοΰ  ζητήματος  τούτου  τω 
1899   έν   τω  συνεδρίω  τών   Άνατολιστών    έν  'Ρώμτ,. 

3  Πατριαρχικοί  πίνακες.  Ειδήσεις  ίστορικαί  και  [ϊιογραφικαί  περί  τών  πατριαρ/ών 
Κωνιταντινουπόλεως  άπό  Ανδρέου  τοΰ  πρωτοκλ/,του  μέ^ρι  Ιωακείμ  Γ'  τού  άπδ 
Θεσσαλονίκης.  36-1884.  Έν  Κωνσταντινουπόλει.   1875-90.  Δύο  τόμοι. 


—  379  — 

Α.  νοη  ΟαΙδοΙίΠΐϊάΐ  περί  του  πατριαρχείου  της  Αλεξάνδρεια;  ι. 
Πολϋ  δέ  μάλλον  δυνάμεθα  να  εϊπωμεν  τοΰτο  περί  των  επισκοπικών 
εδρών,  εξαιρουμένων  ολίγων  και  μόνων.  Άλλ'  οΰ•/  ήττον  ύπάργου- 
σιν  εκατοντάδες  ολαι  επισκόπων  προςθετέων  εις  το  ΟπβΠ8  οΙΐΓΪδίΐεΐ- 
Π118  του  ίιβ(|υϊβη,  πολλαί  δέ  των  παρ'  αύτώ  χρονολογιών  δέονται 
επανορθώσεως.  Και  νέαν  μέν  έκδοσιν  του  μεγαλεπήβολου  τούτου 
έργου  δέν  δυνάμεθα  έπΐ  του  παρόντος  νάπαιτήσωμεν  άλλ'  ήούνατο 
όμως  να  γείνη  σκέψις  περί  επιτομής  του  ίιβ(|ΙΠβη,  πλουτιζομένης  δια 
τών  νέων  ευρημάτων.  'Αλλά  μετά  της  ΐργασίας  ταύτης  έ'πρεπε  να 
συναφθή  και  νέα  καθ'  όσον  εΐνε  δυνατόν  πλήρης  έκδοσΊς  των  επι- 
σκοπικών τάξεων  ( Νοίίΐί&θ  βρΪ80θρ3.1ααΐΏ ).  Ή  έ'κδοσις  του 
ΡίΙΓίΗθ^  εΐνε  ανεπαρκής  προς  τάς  σημερινάς  απαιτήσεις.  'Απο  του 
1866,  του  έ'τους  της  εκτυπώσεως  αύτης,  έγνώσθησαν  και  έξεδόθησαν 
πλεϊστας  νέαι  Τάζεις,  πολλαί  δέ  λανθάνουσιν  ετι  ανέκδοτοι  έν  ταϊς 
βιβλιοθήκαις.  Έν  τούτοις  δ'  ό  ΟβΙζβΓ  2  υπέδειξε  την  όρθην  όδόν 
προς    κριτικην    έπεξεργασίαν    του    πλουσίου    τούτου    υλικού 

Πλην  δέ  τούτων  πάντων  πρέπει  νά  γείνη  σκέψις  και  περί  λεξικοί/ 
των  βιτζαντιακών  κυρίων  όνομάτο^ν.  "Εκαστος  εννοεί  ποίας 
υπηρεσίας  προώρισται  να  παράσχη  τοιούτος  βυζαντιακός  Ραρβ-ΒβΠ- 
8β1βΓ.  Μη  δεν  εινε  γνωστόν,  ότι  οί  πλείστοι  τών  πινάκων  των  κυ- 
ρίων ονομάτων  έν  ταίς  έκδοσεσι  τών  Βυζαντινών  ιστορικών  τών  Πα- 
ρισιού και  της  Βόννης  εΐνε  ατελέστατοι;  "Αλλως  δέ  δέν  περιεχουσι 
μόνοι  οί  ιστορικοί  το  μέγα  πλήθος  οικογενειακών  και  τοπογραφικών 
ονομάτων  όσα  δύνανται  νά  συναχθώσιν  έκ  τών  εκκλησιαστικών  συγ- 
γραφέων, τών  βίων  άγιων,  έκ  συγγραφών  παντοειδών,  έκ  μολυβοο- 
οούλλων  και  άλλων  πηγών.  Άρκεϊ  νά  σημειώσω  μόνον  τοΰτο,  ότι 
μόνον  έν  τω  ίπ'  εσχάτων  έκ  τών  καταλοίπων  τού  καρδιναλίου  Πέτρα0 
ύπό  του  ΒαΙΙαηάίβΓ  έκδοθέντι   συγγράμματι   τού    Δημητρίου   Χωμα- 

1  νβΓζβϊοΗηΪ85  (ΙβΓ  ΡαΙιϊαΓοηβη  νοη  ΑΙβχ&ικΙηβη  έν  -αίς  ΚΙβΐηβ  δοβιϊΓΐβιι 

τοϋ  Α.  νοη  ΟηΙδϋΗηΐίά  Τόα.  Β'  σ.  395  κ.  Ι.  Έν  Λειψία.  1880.  Ένταΰθα 
δέον  νά  μνημονεύσ'οαεν  και  τών  περί  τοΰ'  χατριαρ/είου  τούτου  εργασιών  του  ήμετε'ρου 
Μαζαράκη. 

8  Ο•βοΐ'§ϋ  0,γρπί  »Ιβ!>0ΓίρΙίυ  ΟΓ&ίδ  Κοιτιαηί .  ΑοοβαΜί  ίιβοηί»  ίηιρβΓ3.1θΓΪί> 
άϊαΐ^ροδίί,  §βηϋίηα  »(1ηυο  ϊηβ(1ί1ίΐ•   Έν  Λειψία.  1900. 

3  ΑηβΙβΟΐίί    Κ&0Γ3.   βΐ    ρΓΟίΛΠίΙ    8ρίθϊΙβ§ί()     ΒοΙβδΙΏβΠΜ    ρ;ΐΓ;ιΙ;ι.    ,Ιιιιϊί»   βοοίβ- 

ίίαϋΐίοΐ  θΓ»βοοιυπι  «βίβοΐβ  ραΓ&Ιίροηαβηα.  Έν  Παρ.σίοις.  1891. 


—  380  — 

τιανοϋ  περιέχονται  περί  τα  τετρακόσια  οικογενειακά  ονόματα.  Όποίαν 
δέ  σημασίαν  θα  είχεν  ή  ύπαρξις  καλού"  λεξικού  των  κυρίων  ονομάτων 
δύναται  να  έννοήση  μόνον  εκείνος,  όςτις ,  επιληφθείς  ευρύτατων 
βυζχντιακών  σπουδών,  πολλάκις  στερείται  παντός  βοηθήματος,  και 
αναγκάζεται  νχναλάβη  αυτός  την  έπίμοχθον  *αί  πολλήν  απαιτούσαν 
χρόνον  ζήτησιν.  Τότε  δέ  και  μόνον,  υπάρχοντος  τοιούτου  λεξικού,  θα 
είνε  δυνατόν  να  προχωρήσωμεν  εις  την  σύνταξιν  βυζαντιακΐίς  γε- 
νεολογίας,  ης  δυςυπολόγιστος  θα  είνε  ή  σημασία  δια  τάς  ιστορικά; 
έρευνας. 

Έπ'  ϊσης  δ'  ενδιαφέρουσα  θα  ήτο  ή  συναγωγή  συγκριτικών 
γεωγραφικών  ονομάτων.  Δείγματα  τίνα  τοιούτων  δια  την  βυ- 
ζαντιακήν  όνοματολογίαν  σπουδαίων  μνημείων  έξέδωκεν  ό  ΡαΓίΙΐβ^1* 
άλλα  περισώζονται  πολύ  πλειότερα  τοιαύτα  έν  τοις  χειρογράφοις. 
Προς  ταύτα  δέ  θά  ηόύναντο  νά  παραβληθώσι  τάξια  λόγου,  καίπερ 
αραιά  οντά,  παρασελίδια  σχόλια  της  γεωγραφίας  του  Πτολεμαίου, 
ώς  το  πλείστον  εϊλημμένα  εκ  του  Κοϊσλινιανοΰ  κωδικός  και  περιέ- 
χοντα   όμοίαν    ύλη  ν. 

Τέλος  δέ  φέρω  τον  λόγον  διά  βραχέων  εις  έν  των  κυριωτάτων  εν 
τοις  παραλειπόμενοι;  τοις  άναφερομένοις  εις  τό  Βυζάντιον.  Τις  δεν 
καθορα,  ότι  τά  μένιστα  παρακωλύονται  αί  Ιστορικαί  μελέται  έ'νεκα 
της  ελλείψεως  συγγράμματος  περί  των  θεσμών  του  Βυζαν- 
τίου αναλόγου  προ;  τό  του  ΜΕΓςΐΐαΓίΙί-  ΜθΙΪ11Π86η  περί  τη;  "Ρώ- 
μη;; Και  εδράζεται  μεν  ή  βυζαντιακή  πολιτεία  ώ;  προς  τον  όρ- 
γανισμόν  και  την  διοίκησιν  επί  της  ρωμαϊκή;,  η;  είνε  διάδοχο;  έν  τη 
Ανατολή.  Άλλα  τοϋτο  μέχρι  τινό;  μόνον  είνε  ακριβές.  Μετά  τόν 
Διοκλητιανόν  έ'ρχεται  ό  Κωνσταντίνος,  αλλά  μετά  τόν  Κωνσταντΐνον 
έρχεται  ό  Ιουστινιανό;,  και  ει;  τούτον  έπονται  οι  είκονομάχοι,  ων  οί 
ευεργετικοί  θεσμοί  καταλύονται  ύπό  της  αντιδράσεως.  Ή  δέ  γένεσις 
και  ή  κατάλυσις  του  ϊυζαντιακοΰ  κράτους  δεν  δύνανται  νά  κατανοη- 
θώσι  και  έκτιμηθώσι  προςηκόντως  άνευ  της  λεπτομερούς  ιστορίας  τών 
θεσμών  και  τη;  διοικήσεως.  Και  όμως  αί  δυνάμεναι  νάναγραφώσιν  εν- 
ταύθα περί  τού  θέματο;  τούτου  προεργασίαι  είνε  έξαιρέτως  πενιχραί. 
Εξαιρουμένης  της  ιστορίας  του  βυζαντιακού  δικαίου,  ης  άριστοτέ- 
χναι  άνεδειχθησαν  ό  ΜοΓίΓΘΙΐίΙ,  ό  ΗθΙΠίβαϋΗ  και  ιδίως  ό  Ζ3θΗ3Π& 
1  ΗϊβΓΟΟίϊδ  δνηβοάβπΐϋδ  κτλ.  Έν  Βερολίνω  1866  α.  311  κ.  έ. 


—  381    — 

νοη  ί,ΐη^βηΐΗ&Ι,  ουδέ  καν  το  περίγραμμα  εγχειριδίου  των  πολιτικών 
αρχαιοτήτων  του  Βυζαντίου  έ^αράχθη  μέ/ρι  του  νυν. 

Μόλις  ό'  εν  τοις  νεωτάτοις  χρόνοις  ήρχισαν  οι  'Ρώσοι  επιδεικνύον- 
τες ενδιαφέρον  περί  ζητημάτων  αναγομένων  εις  την  πολιτικών  και 
άγροτικήν  οίκονομίαν  και  τάς  προνοίας  παρά  τοις  Βυζαντίνοις.  Τοι- 
αϋται  δ'  έργασίαι,  άναδεικνυόμεναι  άντάξιαι  της  περί  δουλοπαροικίας 
μελέτης  του  Καλλιγά1,  είνε  μεν  λίαν  εύπρόςδεκτοι,  άλλ'  είνε  δυςτυ- 
χώς  μέχρις  ώρας  τα  μάλα  άραιαί.  Μόλις  δ'  έ'^ομεν  πλην  των  είρη- 
μένων  συγγραφών  μονογραφίας  τινάς,  έν  αΐς  ή  τοϋ  Ο.  Ε11Ϊ886Π  περί 
της  έν  Βυζαντίω  συγκλήτου  2  και  ή  του  Εδουάρδου  ΟβΒΗ^Γάΐ  περί 
των  κατά  την  τροφοδότησιν  της  Κωνσταντινουπόλεως  3.  Άλλα  δυ- 
νάμεθα νά  εϊπωμεν,  έστω  και  κατά  προςέγγισιν,  δτι  κεκτήμεθα  όρι- 
στικήν  ερευναν  περί  του  σπουδαίου  ζητήματος  του  άφορώντος  εις  την 
γένεσιν  και  άνάπτυξιν  τών  θεμάτων  παρά  τοις  Βυζαντίνοις  4;.  Μη  γι- 
νώσκομεν  καν  πότε  έγεννήθησαν  τα  έν  τοις  χρυσοβούλλοις  και  παρά 
τοις  συγγραφεΰσι  τών  μεταγενεστέρων  χρόνων  της  αυτοκρατορίας  εί- 
καίως  μνημονευόμενα  μικρά  θέματα  5,  άτινα  δέον  νά  έκλάβωμεν  ώς 
άπλα  τεμάχια  τών  γνωστών  έκ  του  Κωνσταντίνου  Πορφυρογέννητου 
και  τίνα  είνε  τά  ονόματ  αυτών  και  τις  αυτών  ό  αριθμός  ;  "Ολόκλη- 
ρος σπουδαιότατος  κλάδος,  ό  περιλαμβάνων  τά  κατά  τά  τέλη  καΛ 
ΤΟί/ς  φόρους  παρά  τοις  Βυζαντίνοις  ούδ'  υπό  μιας  και  μόνης  εργα- 
σίας άντιπροςωπεύεται,  όσον  γινώσκω,  καίτοι  συγγραφείς,  χρυσό- 
βουλλα  και  μολυβδόβουλλα  πλείστην  όσην  παρέχουσι  περί  τούτων 
ύλην.  Τουτ'   αυτό    δε  λεκτέον    και   περί   πολλών    άλλων    εκδηλώσεων 

1  α  Περί  δουλοπαροικία;  παρά  'Ρωμαίοις  και  Βυζαντινοί;  και  περί  φορολογικών  δια- 
τάξεων .)    έν  τω  βιβλίω  Μελε'ται  και  λόγο:.    Έν  Αθήναις.   1882  σ.  183-304. 

2  ϋβΓ  8βηαΙ  ϊ ιη  οδίΓοιιιίδοΙιβη  ΚβίοΙιβ.  Έν  Γοτίγγ/).  1881. 

3  8ΐυάίβη  ϋ5βΓ  ά&8  νβΓρίΙβ^ϋΐι^δννβδβη  νοη  Κοιη  υηά  ΚοηδΙαηΙίηορβΙ.Έν 
Δορ-άττ)    1881. 

*  Έκτοτε  "δε  ΏίβΜ  Ιϊοη&ΐηβ  άυ  Γβ^ίπιβ  άβ*  Ιΐιβηΐβδ  έν  τοις  Μβίαη&βδ  θΓ£ΐυ\. 
Έν  Παρισίοις.  1896  καί  ΟβΙζβτ  ϋΐβ  βεηβδϊί;  (ΙβΓ  ονζαηΐίηίκοΐιβη  ΤΙίβηιβηνβΓ- 
ίβ55υη§.  Έν  Λειψία.  1899. 

5  Σημειωθήτω  έπί  παραδείγματι  τό  θέμα  Βούναΐνα  έν  Θεσσαλία,  ούτινος  γίνε- 
ται μνεία  έν  τω  υπ"  έμοΰ  έκδοθε'ντι  χρυσοβούλλψ  τοϋ  Άνδρονίκου  Παλαιολόγου  τοϋ 
έτους  1289  (Δελτίον  Ιστορικής  και  εθνολογικής  εταιρείας  Τόμ.  Α'  σ.  113  κ. ε.).  Τοι- 
ούτον εινε  καϊ  τό  θέμα  'Ρακλόβον,  παρουσιαζόμενον  έν  ετει  1282  παρά  Σα,ΚΚε- 
λίωνχ   (Πατμιακή  Βιβλιοθήκη  κώδ.  υοε '  σ.  141). 


—  382  — 

του  πολιτικού  βίου  των  Βυζαντινών,  ούδ'  αυτής  τής  απογραφής  των 
κατοίκων  της  αυτοκρατορίας   εξαιρουμένης. 

Και  χρονικώς  δέ  και  τοπικώς  περιοριζόμενη  ή  ιστορία  της  διοική- 
σεως του  βυζαντιακού  κράτους  σπανίως  έ'γεινεν  άντικείμενον  μονο- 
γραφικών  εργασιών.  Του  ΒίΙΓΓίβίΐυά  ή  νέας  οδούς  τέμνουσα  συγγραφή 
περί  τής  βυζαντιακής  πολιτεία;  έν  ταϊς  ήμέραις  Κωνσταντίνου  του 
Πορφυρογέννητου1,  αί  έ'ρευναι  του  ΟαΙΪ8862,  τού  Οϊβΐπΐ  3  και  τοϋ 
Ηθ,ΓίΓΓίαηη  4  περί  της  διοικήσεως  τής  Ιταλίας  έπΐ  τών  Βυζαντινών 
και  τό  έργον  του  ΟοΐΙΓβΙ  περί  τής  Παλαιστίνης  έπϊ  τών  Ελλήνων 
αυτοκρατόρων 5  εΐνε  ετι  και  την  σήμερον  τα  μόνα  δείγματα  τοιαύ- 
της περί  τα  καθ'  εκαστον  έρεύνης.  Ίδιαίτατα  δε  παρίσταται  ανάγκη 
να  έξερευνηθή  ή  έξέλιξις  τών  έν  τω  Βυζαντίω  αυλικών  αρχών  έκα- 
στων. 

Και  .τό  έλληνικον  δ'  έμπόριον  κατά  τους  μέσους  αιώνας  πρέπει  να 
γείνη  άντικείμενον  νέων  ερευνών.  Λεν  θά  θελήση  δέ  τις  νά  μοι  άντι- 
τείνη,  ότι  ή  όηζικέλευθος  συγγραφή  τού  Ηβ^ίΐ  καθιστάνει  περιττήν 
πασαν  άλλην  έργασίαν.  Ιδίως  δέ  πρέπει  νά  έξετασθώσιν  εκ  νέου  τά 
κατά  τό  άνατολικόν  έμπόριον  τού  Βυζαντίου  και  νά  μελετηθώσι  τε- 
λειότερον  τά  τής  παρά  τοις  Βυζαντίνοις  μεταζουργίας.  'Τπό  πολλάς 
δ'  επόψεις  τά  κατά  τήν  ίστορίαν  τού  βυζαντιακού  εμπορίου  δεν  προή- 
χθησαν περαιτέρω  ή   όσον   είχον   μελετηθή  ύπό  τού   ΗϋΙΙίϊΐαηη  6. 

Τά  δέ  λεχθέντα  περί  τών  πολιτικών  αρχαιοτήτων  ΐσχύουσι  και  περί 
τών  ιδιωτικών.   Ή  ένδυμασιολογία  τών  Βυζαντινών,  τά  κατά  τον  οΐ- 

1  Ι/βηιρπβ  ΟγΓ60  αιι  άίχϊβπιβ  δϊβοΐβ.  ϋοιίδίαηΐϊη  ΡοΓρΙι^Γο^βαέΙβ.  Έν  Πα- 

ρισίοις.  1870.  Έκτοτ'  ευτυχώς  ή'ρχισε  γονιμωτέρα  παραγωγή  τοιούτων  μονογραφι- 
κών  ερευνών.  Αρκούμαι  μνημονεύων  ενταύθα  τους  τεσσάρας  τόμους  του  8θΗΙΐΙ/ηΠ- 
&βΤ(}βν  περί  Νικηφόρου  Φωκά,  Ιωάννου  Τζιμισκή,  Βασιλείου  Βουλγαροκτόνου  και 
τών  όιαδόχων  αύτοΰ,  την  συγγραφήν  τοϋ  ΌίβΚΙ  περί  Ιουστινιανού,  τήν  τοϋ  ΟΗα,Ιο,η- 
άοη  περί  Αλεξίου  Κομνηνοΰ  κτλ. 

2  II  £θνβΓηο  άβί  ΒίδΣιηΙϊηί  ίη  ΙΙ&Ιία.   Έν  Ταυρίνω  (Βοοοα).  1885. 

Λ  ΕΐυοΙβδ  δΐιτ  Γ  θ,άπιΐηΐδίΓαΙϊοη  ΒγζαηΙίηβ  (Ιαιίδ  ΓβχαιοηαΙ  άβ  Κβνβηηβ 
(568-751).  "Εν  Παρισίοις.   1888. 

λ  υηΙβΓδΐιοΙΐϋη§βη  ζιιγ  ΟβδοΙιίοηΙβ  άβι*  ϋ^ζαηΐϊηίδοΐιβη  νβι•ν?3.11αη§  ίη  Ιΐα- 
ΙΐβΙΙ  (546-750).  Έν  Λειψία.  1889. 

5  Β.  Α.  Οοηνβί  ΙιΆ  Ραΐβδίΐηβ  δοιίδ  Ιβδ  βιτιρβΓβυίδ  Οτβοδ.  Έν  Γρενόβλη. 
1869. 

*  Οβδοαίοηΐϋ  ιΐβδ  β^ζαηΐίηϊδοηβη  Ηααάβίδ.   Εν  Φραγκοφορτίω.  1808. 


—  383  — 

κιακόν  αυτών  βίον  1,  τα  συμπόσια  αυτών  και  την  ταφήν  έξητάσθησαν 
μόνον  έν  παροδω,  ουδέποτε  ο'  έ'γειναν  άντικείμενον  ειδικής  έρεύνης. 
Άλλα  περί  ανεπαρκείας  του  υπάρχοντος  ΰλικοΰ  δεν  δύναται  να  γείνη 
λόγος.  Αί  πηγαί  εΐνε  ίκανώς  δαψιλεϊς,  μάλιστ'  άν  μή  περιορισθώ- 
μεν  εις  τους  συγγραφείς,  άλλα  θελήσωμεν  να  συμπεριλάβωμεν  και  τα 
μνημεία.  Ιδίως  δε  πρέπει  να  παρατηρηθή  τούτο  περί  του  βυζαντια- 
κου  ενδύματος,  δπερ  δεΐται  λεπτομερούς  έν  τοις  καθ'  εκαστον  εξετά- 
σεως, μόνον  δέ  παροδικώς  ελήφθη  ΰπ  όψιν  παρά  τω  \νβΪ88  2.  Και 
δεν  θά  ηρκουν  μεν  πάντως  οί  συγγραφείς,  όπως  παράσχωσιν  εις  ημάς 
σαφή  έ'ννοιαν  τών  κατά  την  ένάυμασίαν  τών  Βυζαντινών.  Άλλ'  ο  τι 
δεν  δύνανται  νά  παράσχωσιν  αί  συγγραφαί  κατορθοΰται  νάναπληρώ- 
σωμεν  δαψιλώς  από  τών  νομισμάτων,  τών  έπΐ  έλέφαντος  γλυφών, 
τών  λοιπών  γλυπτών,  προ  πάντων  οέ  άπό  τών  ψηφιδωτών  και  τών 
ίν  τοις  νειρογράφοις  εικόνων. 

"Ομοια  δε  προβλήματα  ήδύναντο  νά  τεθώσιν  ώς  προς  την  μελέτην 
της  εκκλησιαστικής  ιστορίας  και  τής  ιστορίας  τής  τέχνης.  Άλλ'  ύπο- 
λαμβάνω  τελεςφορώτερον  νά  συστήσω  τοιαύτας  υποδείξεις  περί  τής 
επεκτάσεως  τής  έρεύνης  εϊς  τους  ειδικώς  περί  τά  τοιαύτα  διατρίβον- 
τας  λογίους  Άλλ'  ούχ  ήττον  χαίρομεν  βλέποντες,  οτι  το  υπέρ  τής 
βυζαντιακής  τέχνης  ενδιαφέρον  ηύξήθη  ήδη  επί  τοσούτον,  ώςτε  και 
τών  άπώτερον  ισταμένων  τινές  ήρ^ισαν  νά  διαγινώσκωσιν  όπόσον  σπου- 
δαία δύναται  νάποβή  ή  καθολική  προαγωγή  τής  μελέτης  αυτής.  Και 
6ή  έπ  εσχάτων  υπεδείχθη  έν  Γαλλία,  ότι  ή  ασχολία  περί  τήν  βυ- 
ζαντιακήν  άρχιτεκτονικήν  πρέπει  νάποβή  τών  κυριωτάτων  όρων  τών 
υποψηφίων  τής  έν  'Ρώμη.  καλλιτεχνικής  υποτροφίας  (Ρπχ  (1β 
Ε\θΠ1β)  3.  Λέν  είνε  ^έ  άλλως  εϋνοϊκώτατος  οιωνός  τής  συγχρόνου  κινή- 
σεως ή  έπ'  έσχατων  ΰπό  τών  έν  Ογειζ  και  έν  Λειψία  πανεπιστημίων 
άνάθεσις  τής  καθηγεσίας  τής  ιστορίας  τής  τέχνης  εις  βυζαντιο- 
λόγους,   τους  φίλους  Στρυγόφσκην  και   ΒΓΟθ1ί1ΐ3.υ8  4  ; 

1  Έκτοτ'ίοε  ΟέηέταΙ  Ζ».  άβΒβι/Ιίβ  ίιΊιαΙπΙ&Ιίοιι  5^ζίίηΙϊηβ.ΈνΠαρισίοις.1902 
καί  Ι^βδ  αηοίβηιιβ^  αιαΐβοαδ  ιΐβ  Οοιΐ8ΐαηΙϊηορΙβ.  Έν  Γρενόβλη  καί  Παροίοις.  1903. 

2  "Ιδε  οσα  εκτοτ'  έγραψα  δια  αακροτέρων  περί  τής  βυζαντιακή;  ένδυμασιολογίας 
κα•   σκευών   και   επίπλων   έν   τω   Νέω  '  Ελληνοανήαονι  Τόα.  Α'  σ.  252   κ.  έ. 

3  8α1οη  1891  α.  42. 

■*  Τούτων  ό  ΒτθθΙ[Ιΐ£111δ  μετά  τίνα  έτη  ανέλαβε  τήν  διεύθιινσιν  τοϋ  έν  Φλωρεντία  ιδρύ- 
οντος ΚαηϊΙΙιϊϊΙοΓΐκοΗίϊ  Ιη$1ί1υ1. 


—  384  — 

Δεν  προτιθέμην  ενταύθα  να  καθορίσω  συστηματικόν  πρόγραμμα 
των  βυζαντιακών  μελετών.  "Ηθελον  δε  μάλλον  νχ  περιορισθώ  εις  την 
εκθεσιν  σκέψεων  τίνων  περί  τών  ελλείψεων  τών  ημετέρων  βοηθημάτων 
και  τών  ημετέρων  ερευνών,  ως  μοι  εΐςέρρεον  εις  τον  κάλαμον.  Δεν 
είνε  δε  νέα  άπαντα  τα  ενταύθα  πχρατηρηθέντα.  Οΰκ  ολίγοι  τών  συν- 
αδέλφων έν  τη  έρεύνη  πάντως  προςέκρουσαν  έν  μέσω  εργαζόμενοι  εις 
τοιαύτας  καί  άλλας  όμοιας  πέτρας  σκανδάλου.  Πολλά  δε  είνε  ακόμη 
ρΐαΐΏ  (3β8ΐ(1βπυηΊ  και  θχ  μείνωσιν  ετι  έπί  μακρόν  απλούς  πόθος. 
Άλλα  πεοί  ενίων  τών  εκτεθέντων  ένταϋθα  παραλειπομένων  δικαιού- 
υ,εθα  πάντως  να  έλπίσωμεν  ότι  θχναπληρωθώσι  δια  βραχέων.  Άρ- 
κεϊ  νχπο/.τήσωαεν  ποώτον  εΰκοινη  κχϊ  όρθην  συνείδησιν  της  ημετέρας 
αποστολής. 


Τ0  ΠΡΩΤΟΝ  ΔΗΜΩΔΕΣ  ΑΣΜΑ  ΤΗΣ  ΝΕΑΣ 
ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ   ΓΛΩΣΣΗΣ* 


Γνωστόν  είνε,  ότι  και  παρά  τοις  άρχαίοις  Έλλησιν  ύπήρχον  άσματα 
τοΰ  λαοΰ  ώς  και  παρ'  ήμΐν  τοιαύτα  είνε  το  χελιδόνισμα,  αϊ  έπΐ- 
μνλίοι  ώδα\,  τα  σκολιά  και  άλλα  πολλά.  Τών  δε  παρ1  ήμΐν  δη- 
μοτικών ασμάτων  μέγα  είνε  το  πλήθος,  εϊτε  Ιστορικήν  εχουσι  ταύτα 
ύπόθεσιν,  ώς  τα  κλέφτικα,  είτε  διατρίβουσι  περί  τον  έρωτα,  τον  γά- 
μον,  την  μητρικήν  στοργήν  κτλ.  Φανερον  δε  είνε,  δτι  ώς  εικός,  ού- 
δέποτ'  έστείρευσεν  ή  Μοΰσα  τοΰ  ελληνικού  λαοΰ,  και  δτι,  αν  ύπάρ- 
χωσι  χρόνοι,  καθ'  ους  οί  γνωστοί  και  ώνομασμένοι  ποιηταΐ  δεν  είνε  τό 
παρ'  άπαν  αντάξιοι  τών  μεγάλων  αοιδών  της  αρχαιότητος,  άλλα 
δυνάμεθα  να  εϊπωμεν,  ότι  ό  ανώνυμος  στιχοπλόκος  όςτις  καλείται 
λαός  υπήρξε  δια  τών  αιώνων  άπαύστως  ποιητής  μέγας.  Μόνη  δε  και 
κυριωτάτη  διαφορά  τοΰ  χαρακτήρος  τών  παλαιών  σκόλιων  ασμάτων 
άπό  τών  λεγομένων  δημοτικών  τών  μέσων  αιώνων  και  τών  νεωτέρων 
χρόνων  είνε  η  γλώσσα,  ήτις  άναγκαίως  συμμετεβλήθη  μετά  τών  τυ- 
χών τοΰ  έθνους. 

Έπί  μακρόν  δε  χρόνον  ένομίζετο  υπό  τών  αλλογενών,  τών  μόνων 
οϊτινες  είχον  μέχρι  τινός  άσχοληθή  περί  την  ήμετέραν  γλώσσαν  και 
την  δημώδη  φιλολογίαν,  ότι  ή  παρά  τών  νεωτέρων  Ελλήνων  καλού- 
μενη γλώσσα  και  ή  δημώδης  αυτών  Μοΰσα  είνε  γεννήματα  διαφθοράς 
επελθούσης  μετά  την  άλωσιν  της  Κωνσταντινουπόλεως.  Άλλ'  ή  πε- 
πλανημένη αύτη  δόξα  εξέλιπε  κατά  μικρόν,  μάλιστα  κατά  τόν  δέκα- 
τον  έ'νατον  αιώνα,  κα!.  Ιζητήθη,  ώς  έδει,  ή  αρχή  της  καθωμιλημένης 
και  της  δημοτικής  ποιήσεως  εν  τώ  άπωτάτω  παρελθόντι  διά  τής  εξε- 
τάσεως της  ιστορικής  γενέσεως  τής  γλώσσης. 

"Οτε  ό  ΡαΐΐΠβΙ  έξέδωκε  την  ώραίαν  αύτοΰ  συλλογήν  τών  δημω- 
δών ασμάτων,  έδημοσίευσεν  υπό  την  έπιγραφήν  "ΑλωσΊς  τής  Κων- 
σταντινουπόλεως   γνωστόν    άσμα,   άν    μη    γεννηθέν    κατ'    αυτούς 

'    Έδημοσίίύθη  τό  πρώτον  έν  τω  ΙΙαρνασσω  Τόμ.  Γ'  (1879)  σ.  400  κ.  Ε. 

ΣΠΓΡ.    Π.    ΛΑΜΠΡΟΓ,    ΜΙΚΤΑΙ    ΣΚΛΙ&ΕΣ  2θ 


—  386  — 

τους  χρόνους  δτε  εάλω  των  πόλεων  ή  πόλις,  άλλα  καν  δυνάμενον  να 
θεωρηθη  ώς  μίμησις  και  άπήχησις  των  τότε  γενομένων  υπό  του  ελλη- 
νικού λάου  θρήνων  έπΐ  τη  συμφορά  ι.  "Εχαιρε  δ'  ό  συλλέγων  εκδό- 
τες επί  τη  άρχαιότητι  του  άσματος.  Άλλ  έκτοτε  πολλή  έτελέσθη 
πρόοδος  έν  τη  εξετάσει  των  προϊόντων  της  δημώδους  Μούσης,  και 
προφανής  είνε  δικαίως  ή  τάσις  προς  έξακρίβωσιν  των  χρόνων  καθ'  οΰς 
έποιήθη  εκαστον  άσμα.  Συνέτεινε  δ'  ουκ  ολίγον  εις  τοΰτο  καϊ  ή  ευ- 
τυχής εύρεσης  δύο  χειρογράφων  συλλογών  παλαιών  δημοτικών  ασμά- 
των, ων  ή  μεν  περιεχόμενη  εν  τινι  κώδικι  βιενναίω  εξεδόθη  υπό  του 
φίλου  ί,β^Γ^ηά  ^,  ή  δ'  εκδίδεται  προςεχώς  υπό  του  έν  Άμβούργω 
καθηγητού  Γουλιέλμου  \ν&§Π6Γ3.  Και  ή  μεν  βιενναία  συλλογή  περι- 
έχει δημοτικά  άσματα  προγενέστερα  του  δεκάτου  πέμπτου  αιώνος, 
ή  δ'  ΰπό  τοΰ  νΥα^ηβΓ  εκδιδομένη  περιέχεται  έν  χειρογράφω  τινί  του 
βρεττανικοϋ  Μουσείου  και  περιλαμβάνει  δημοτικά  άσματα  της  'Ρόδου 
συντεταγμένα  περί  τάς  αρχάς  τοΰ  δεκάτου  πέμπτου  αιώνος. 

Άλλ' ηδη  ενωρίς  άνεγνωρίσθη  ώς  πολλώ  άρχαιότερον  πάντων  τών 
τέως  σωζόμενων  δηαοτικών  ασμάτων  τό  ύπό  τοΰ  Σπυρίδωνος  Ζαμ- 
πελίου εκδοθέν  τό  πρώτον  εκ  τών  ποιημάτων  άτινα  ήσαν  προωρι- 
σμένα  νάποτελέσωσι  τόν  τρίτον  τόμον  της  συλλογής  τοΰ  μακαρίτου 
ΚαίΙΠθΙ  Τό  άσμα  τοΰτο,  έπιγραφέν  ύπό  τοΰ  εκδότου  Ή  άναγνώ- 
οίαης,  άπεδόθη  ύπ'  αύτοΰ  είς  τόν  δέκατον  αιώνα,  επειδή  έν  αΰτώ 
γίνεται  μνεία  δύο  ηρώων  τών  χρόνων  εκείνων.  Και  ηθέλησε  μέν  ό 
Μαχ  Βϋ(1ΐη§βΓ,  ϊσως  ουκ  άτόπως,  νάποδείξη,  ότι  τό  άσμα  είνε 
νεώτερον,  γεννηθέν  πιθανώς  κατά  τόν  δέκατον  τρίτον  αιώνα  μεσοΰν- 
τα4,  άλλα  δεν  ήδυνήθη  και  ούτος  νάρνηθή,  οτι  έν  τω  άσματι,  οίον 
έδημοσιεύθη  τό  πρώτον,  ενέχονται  τίνες  στίχοι  άναγκαίως  φέροντες 
ημάς  είς  επίσημα  κατορθώματα  ηρώων  της  δεκάτης  εκατονταετηρί- 
δας καϊ  υποδεικνύοντες  ϊσως  τήν  ΰπαρξιν  παλαιοτέρων,  συγχρόνων 
προς  τους  άθλους  εκείνους,  δημωδών  ποιημάτων  5. 

'  ΡαηνίβΙ  ΟΙιαηΙδ  ρορυΐαΐτο»  άβ  Ιά  Οιέοβ  ιηοϋβιηβ.  Έν  Παρισίοις.  1825 
Το>.  Β'  σ.  337. 

2  Κ,βοιιβΐΐ  άβ  οΐιαηδοη»  ροραΙαίΓβδ  £ΐ•βθ(ΐιΐ6§.   Έν  Παρισίοις.  1874  σ.  1-70. 

3  Ή  συλλογή  αύτη  εξεδόθη  τω  1879  έν  Λειψία  ΰπό'  τήν  έπιγραφήν  Άλφάβητος 
της  Άγά~ης.  "Ιδε  χαί  ΚηΐηΐϋαβΙΐβΤ  Οβ$θΗίθΙΐΙβ  άβΐ'  Ι^Ζ.  υΐΙβίαΙϋΓ  σ.  812  χ.  ε. 

*  ΜίΙΙβΙ§ΓΪ6θ1ιΪ5θΙιβ5  νοΙΙίδβρυδ.    Έν  Λειψία.   1866  σ.   17  χ. ε. 
5  Αυτόθι  σ.  18  κ.  ε.,  ιδίως  δέ  σ.  24. 


—  387  — 

Τελευταία  δ'  έπήλθεν  ή  υπό  του  κ.  Κωνσταντίνου  Σάθα  άναγνώ- 
ρισις  κύκλου  όλου,  του  κληθέντος  ακριτικοί)  3,  ου  τίνα  άσματα 
δυνάμεθα  βεβαίως  να  παραδεχθώμεν  ώς  ανερχόμενα  εις  τον  δέκατον 
αιώνα,  καίτοι  πολλαί  διαφωνίαι  δύνανται  να  έπέλθωσιν  εν  τοις  καθ' 
εκαστον. 

Αληθές  δ'  είνε,  ότι  δεν  γινώσκομεν  τόν  πρώτον  τύπον,  καθ'  δν 
συνετάχθησαν  τ^σματα  ταύτα  του  ακριτικού  κύκλου,  ουδέ  δυνάμεθα, 
κρίνοντες  έξ  αυτής  της  ιστορίας  της  δημώδους  γλώσσης,  ήτις  έχει 
ποικίλας  φάσεις,  να  δεχθώμεν,  δτι  τα  νυν  περι^δόμενα  και  σωζόμενα 
είνε  άναλλοιώτως  αυτά  τά  συνταχθέντα  το  πρώτον.  Λέγομεν  δε 
τούτο  οΰ  μόνον  περί  της  γλώσσης,  άλλα  και  περί  αυτού  τοΰ  είδους 
τών  ασμάτων  μόλις  που  δε  δυνάμεθα  να  είπωμεν,  ότι  εν  τοις  σήμε- 
ρον σωζομένοις  άσμασι  τού  ακριτικού  και  άπελατικοΰ  κύκλου  σώζον- 
ται σποραδικοί  τίνες  στίχοι  έκ  τών  πρώτων  ασμάτων  τών  ανερχομέ- 
νων είς  τον  δέκατον  αιώνα,   διατηροΰντες  τήν  άρχικήν  μορφήν. 

Άλλ'  ουδέ  τού  κύκλου  τούτου  τάρχικά  άσματα  είνε  τά  πρώτα 
προϊόντα  τής  δημώδους  νεοελληνικής  Μούσης. 

Πού  δε  θα  εΰρωμεν  ταύτας  τάς  αρχάς ; 

Έν  τω  λαβυρίνθω  τής  βυζαντιακής  ποιήσεως  συγκρούονται  προ- 
φανώς δύο  μάλιστα  είδη  στιχοπλοκίας,  ή  χριστιανική  υμνολογία  και 
ή  κατά  αίμησιν  τών  αρχαίων  μέτρων  και  τής  αρχαίας  γλώσσης  έμ- 
μετρος σύνθεσις  τών  λογίων.  Ή  μεν  είνε  γέννημα  τής  εκκλησίας,  ή 
δε  προϊόν  τού  σχολείου  έσκιατραφημένον.  Και  ουδέτερα  μεν  αμελεί 
τών  πραγμάτων  τής  ημέρας,  τού  παρόντος  βίου  τού  έθνους,  ενίοτε  δε 
μάλιστα  βαίνουσιν  άμφότεραι  οιονεί  παράλληλοι,  ώς  έν  τή  εξυμνήσει 
τής  άπό  τών  Άβάρων  διασώσεως  τής  Κωνσταντινουπόλεως  ό  ακά- 
θιστος ίίμνος  ό  κοινώς  προςγραφόμενος  είς  τον  πατριάρχην  Σέργιον 
και  αϊ  Ακροάσεις  του  Πισίδου.  Άλλα  παρά  πάντα  ταύτα  ουδέ- 
τερα τούτων  κατέρχεται  είς  τήν  άγοράν,  ουδέ  θίγει  ένδομύχως  τήν 
καροιαν  του  λάου,  οςτις  μένει  οιονεί  αμέτοχος  της  ποιητικής  εκείνης 
κατασκευής.  Εντεύθεν  ουδέν  θαύμα,  ότι  οί  πλείστοι  τών  υμνολόγων, 
οι  πλείστοι  τών  αρχαϊζόντων  στιχουργών  είνε  διακεκριμένοι  ίεράρχαι 
η  εκκλησιαστικοί  άνδρες,  έξοχοι  λόγιοι,  ισχυροί  άρχοντες  τού  κράτους. 

3  Μεσαιωνική  βιβλιοθήκη  Τόμ.    Β'  σ.  μς-'  κ.  έ.    ί.βδ  βχρίοϊΐδ  άβ  ΟΪ£βηίδ  ΑθΠ- 
Ι&δ  σ.  ΧΙ,ΥΙ  κ.  έ. 


—  388  — 

Ό  δέ  λαός  είχεν  ανάγκην  άλλων  μέτρων  παρά  τους  χωλιάμβους  και 
το  ήρωικόν  των  λογίων,  άλλων  ρυθμών  παρά  τους  λογαοιδικούς  της 
εκκλησίας,  τέλος  δέ  άλλης  γλώσσης  παρά  την  έψιμυθιωμένην  έκείνην, 
ήτις  μάτην  ήγωνίζετο  να  παραμετρηθη  προς  την  καθαράν  ατθίδα.  Ή 
δέ  κοινή  και  αληθής  αύτη  γλώσσα  του  βυζαντιακοΰ  λαοΰ,  τά  απλού- 
στερα εκείνα  και  προχειρότερα  μέτρα,  αποκλεισθέντα  υπό  της  εκκλη- 
σίας και  του  γραφείου  τών  λογίων  τών  έγκαυχωμένων  έπϊ  τω  βϊω 
αυτών  τω  φιλογωνίω,  εύρον  στάδιον  άνοικτόν  έν  τοις  άγώσι  του  Ιπ- 
ποδρόμου. 

Ό  Ιππόδρομος  του  Βυζαντίου,  λαμπρώς  κεκοσμημένος,  ήτο  συγ- 
χρόνως ό  τι  ή  αγορά  και  το  θέατρον  παρά  τοΐς  άρχαίοις.  Έπΐ  αιώ- 
νας πολλούς  έκεΐ  ηΰφράνθησαν  καϊ  ήχθέσθησαν  οι  Βυζαντινοί,  έκεΐ 
ένηργήθησαν  αϊ  κυριώταται  τών  στάσεων,  έκεϊ  έπανηγυρίσθησαν  οί 
λαμπρότατοι  τών  θριάμβων,  έκεΐ  έδικάσθησαν  δίκαι  επιφανείς,  έκεΐ 
άνηγορεύθησαν  βασιλείς,  άλλα  και  έκεϊ  κατελύοντο.  εκεί  έτυφλόνοντο 
πατριάρχαι,  έκεϊ  προςεφέροντο  τά  μέγιστα  θεάματα  της  φύσεως  καϊ 
της  τέχνης.  Έν  Βυζαντίω  ό  αυτοκράτωρ  είχε  το  Χρυσοτρίκλινον, 
καλλίστευμα  τέχνης,  ό  θεός  την  Άγίαν  Σοφίαν,  ό  λαός  τον  Ίππό- 
δρομον  Ί 

"Αρα  έν  τω  Ίπποδρόμω,  ένθα  ελευθέρως  άνέπνεε  και  έζη  ό  λαός  ό 
βυζαντιακός,  πρέπει  νά  ζητήσωμεν,  ως  είκος,  την  έλευθέραν  άνάπτυ- 
ζιν  της  δημώδους  γλώσσης  και  στιχουργίας.  Οΰδ'  είνε  τυχαϊον,  ότι  εκ 
τών  ολίγων  παρά  τοις  Βυζαντίνοις  χρονογράφοις  μνημονευομένων  δη- 
μωδών στίχων  οί  πλείστοι  αναφέρονται  ώς  ρηθέντες  υπό  τίνος  τών 
φατριών  τοΰ  δήμου  έν  τω  Ίπποδρόμω.  Καϊ  περϊ  μεν  τούτων  έγραψα 
διά  μακρών  άλλαχοΰ  2.  Ενταύθα  δέ  πρόκειται  περϊ  του  αρχαιοτάτου 
τών  μνημονευομένων,  ποιήματος  ρηθέντος  έν  τω  αύτφ  σκωπτικω 
πνεύματι  όπερ  έγέννησε,  διετήρησε  καϊ  ώξυνεν  ή  ελευθερία  τοΰ  Ιπ- 
ποδρόμου. Τούτο  δέ  δυνάμεθα  δικαίως  νά  θεωρήσωμεν  ώς  το  πρώ- 
τον  σωζομενον   δημώδες  άσμα    της  νέας  ελληνικής   γλώσσης. 


Τώ  582  μ.   Χ.,  αποθανόντος  του  άγαθοΰ  βασιλέως  Τιβερίου,  διε- 

1  Εαηιϋαηά  Ώβ  1>γι&ηύηο  ΙιίρροιΙΐ'οιηο.  Έν  Παρισίοις.  1870  σ.  18. 

2  "Ιδε  ϋοΙΙβοΙίοα  άβ  Γοαιαηδ  §ι•βθδ  βη  Ιαη^υβ  νυΙ§&ΐΓβ  βΐ  βη  νβΓδ.  Έν  Παρι- 
σίοις. 1880  σ.  VIII  χ.   έ. 


—  389  — 

δέχθη  αυτόν  ό  γενναίος  αύτοϋ  στρατηγός  Μαυρίκιος.  Εΐκοσιν  έτη  έδε' - 
σποσεν  ούτος  του  ανατολικού  κράτους,  ετη  πολέμων  διαρκών  το  αέν 
πρώτον  κατά  τών  Περσών,  έπειτα  δε  κατά  τών  Σλάβων  και  Άβά 
ρων.  Άλλ'  οί  διηνεκείς  ούτοι  πόλεμοι  πέραν  τοϋ  Δουνάβεως  έξήγειραν 
κατ'  ολίγον  την  κατά  του  βασιλέως  δυςμένειαν  του  στρατού,  ή  δε 
οργή  του  βυζαντιακοϋ  λάου  ηύξήθη  τότε  μάλιστα,  δτε  ό  Μαυρίκιος 
άφήκε  να  σφαγώσι  δωδεκαςχίλιοι  αιχμάλωτοι,  ευρισκόμενοι  έν  ταΐς 
χερσί  του  χαγάνου  τών  Άβάρων,  εΐτ'  έκ  φιλαργυρίας  εϊτ'  έκ  μνησι- 
κακίας. Μετά  τό  γεγονός  τοΰτο  οί  μεν  δήμοι  έν  Κωνσταντινουπόλει 
έτράπησαν  εις  ανευλαβείς  εναντίον  του  μονάρχου  λοιδορίας,  ό  δέ  κατά 
τών  Άβάρων  στρατεύων  στρατός,  επιτήδειας  μετ '  ολίγον  τυχών  αφορ- 
μής καϊ  στασιάσας,  άνεθηκε  την  αρχήν  εις  τον  Φωκάν,  δςτις  και  έβά- 
δισε  κατά  της  Κωνσταντινουπόλεως,  έ'νθα  τά  στασιάσαντα  πλήθη  άν- 
έδειζαν  τέλος  αυτόν  αυτοκράτορα  τω  602.  Ό  δέ  Μαυρίκιος  μάτην 
προέφθασε  νά  φύγη  μετά  της  συζύγου  καϊ  τών  τέκνων  διότι  μετά 
βραχύν  χρόνον  ό  έκπτωτο;  βασιλεύς  καϊ  οί  περί  αυτόν  κατεδιώχθη- 
σαν  και  έφονεύθησαν  άλληλοδιαοόνως  πάντες,  άσφαλίζοντες  διά  της 
εξαφανίσεως  των  τον  θρόνον   τοϋ   νέου   ώμου    μονάρχου. 

Οί  Βυζαντινοί  χρονογράφοι,  έξιστοροϋντες  τά  τελευταία  ετη  της 
βασιλείας  του  Μαυρικίου,  αφηγούνται  σύν  τοις  άλλοις  γεγονός  τι, 
άποδεικνϋον  όπόσον  άνευλαβώς  προςεφέρετο  προς  τον  άλλοτε  άγαπη- 
τότατον  βασιλέα  ό  λαός  του  Βυζαντίου.  Τό  συμβάν  διηγείται  ως 
έξης  ό  Θεοφάνης"  «Τοϋ  δέ  βασιλέως  νυκτί  ανυπόδητου  λιτανεύοντος 
»  μετά  πάσης  της  πόλεως,  παρερχομένου  έν  τοις  Καρπιανοΐς,  στασιά- 
«ζουσιν  έκ  τοϋ  πλήθους  τινές  και  λίθους  κατά  τοϋ  βασιλέως  έβαλλον 
» ώςτε  μόλις  τόν  βασιλέα  σύν  Θεοόοσίω  τω  υίώ  αύτοϋ  άιασωθήναι 
»  και  την  εύχήν  πληρώσαι  έν  Βλαχέρναις.  Οί  δέ  δήμοι,  εύρόντες  άν- 
»  δρα  προςομοιοϋντα  Μαυρικίω  και  βαλόντες  αύτώ  σαγίον  μαϋρον  και 
» άπό   σκόρδων    πλέξαντες   στεφανον   και  επί  όνου   τοϋτον    καθίσαντες, 

»  διεπχιζον    λέγοντες »  *.    Αναλόγως    δέ    διηγείται   τό    συμβάν 

προ  αύτοΰ  μέν  Ιωάννης  ό   Άντιοχεύς  2,  μετ'  αυτόν  δέ  ό  Κεδρηνός3. 

1    Θεοφάνονς  έκδ.   Βόννης  Τόμ.  Α'  α.  437.  έχδ.  Όβ  ΒΟΟΤ   Τόμ.  Α'  σ.  283. 
'-'   Ιωάννου  τον  Αντιοχέως  άπόσπ.  218  παρά  ΜϊΐΙΙβΓ  (Κΐίΐ£ΐηβΐΐΙίΐ  ΗΪ8ΐθΓΪΟΟ- 
ηιηι  ίΙΐΉΓΌοιπιη  Τόμ.  Ε'  σ.  35). 

•!  Κεδρηνοϋ  έχδ.  Βόννης  Τόμ.  Α'  σ.  703• 


—  390  — 

Και  πάντες  μεν  οΐ  χρονογράφοι  ούτοι  άναφέρουσι  τήν  ΰβριν  ταύτην 
προς  τον  βασιλέα  εις  χρόνον  προγενέστερον  του  γάμου  τοϋ  Θεοδοσίου, 
πρωτοτόκου  υίοΰ*  του  Μαυρικίου,  μετά  της  θυγατρός  τοϋ  πατρικίου 
Γερμανού,  ήτοι  εις  τάς  άρ^άς  του  601. 

Άλλ1  ό  χρονογράφος  Θεοφύλακτος  ό  Σιμοκάττης,  δςτις,  ζήσας  ολί- 
γον χρόνον  μετά  την  βασιλείαν  του  Μαυρικίου, εινε  ό  μακρότατα  πάν- 
των εξιστορών  τά  κατ'  αυτήν,  ουδαμώς  αφηγείται  το  συμβάν  τούτο• 
Έν  άλλω  δε  χωρίω  της  ιστορίας  αυτού,  ένθα  γίνεται  λόγος  περί  της 
κρυφίας  αναχωρήσεως  τοϋ  Μαυρικίου  έκ  Κωνσταντινουπόλεως,  ό  Θεο- 
φύλακτος γράφει  τά  έξης*  « Τοιγαροΰν  μεσούσης  νυκτός  την  βασί- 
»  λειον  στολήν  άποδυσάμενος  την  τε  ύπηρέτιν  όλκάδα  παραστησάμε- 
»  νος'  δρόμωνα  δε  ταύτην  εΐώθασι  τά  πλήθη  άποκαλεϊν  και  χρή- 
»  ματα  εις  αυτήν  έκβαλών  (γρ.  έμβαλών)  άμα  τω  γυναίω  και  τοϊς 
»  παισίν  έπ  αυτής  επιβαίνει,  τόν  τε  Κωνσταντϊνον  άναλαβών  προς 
»  άπόδρασιν  ειδεν.  Τά  δε  πλήθη  έπι  την  τυραννίδα  κατολι- 
»  σθήσαντα  κατεπαννι/χίζοντο  τοις  κακοϊς  και  ες  τόν  Μαν- 
»  ρίκιον  έρρα\[(ώδουν  μεθ'  νβρεως  άσματα.  Έπέσκωπτόν  τε 
»  και  τόν  ίεράρχην  το  τηνικαϋτα  καιρού,  δν  πατριάρχην 
»  σύνηθες  'Ρωμαίοις  άποκαλεϊν  Κυριάκος  όνομα  αύτω  »  ι. 

Ποιείται  άρα  μνείαν  και  ό  Θεοφύλακτος  ασμάτων  σκωπτικών  κατά 
του  Μαυρικίου,  άλλ'  έν  άλλω  χρόνω,  κατά  τήν  νύκτα  της  φυγής  του 
ταλαίπωρου  βασιλέως.  Δέν  δυνάμεθα  δε  να  βεβαιώσωμεν,  αν  άπαξ 
μόνον  έψάλησαν  υβριστικά  ά^σματα  κατά  του  Μαυρικίου,  καθ  ην 
περίστασιν  άναγράφουσιν  εξ  ενός  μεν  οι  άλλοι  χρονογράφοι,  εξ  έτε- 
ρου δε  ό  Σιμοκάττης,  ή  αν  συνεχώς  έτόξευεν  ό  λαός  τήν  χλεύην  αυ- 
τού κατά  του  εις  δυςμένειαν  πιριπεσόντος  αύτοκράτορος.  Φαίνεται  δ' 
όμως,  ότι  τό  περισωθέν  ήμΐν  ΰπό  τών  λοιπών  χρονογράφων  δημώδες 
άσμα,  όπερ  άναγράφουσι  κατά  τήν  άλλην  έκείνην  περίστασιν,  εΐνε  τό 
αυτό,  περί  ου  αναφέρει  ό  Θεοφύλακτος  ώς  ραψωδουμένου  κατά  τήν 
νύκτα  της  φυγής  του  Μαυρικίου.  Τούτο  δε  πιστεύομεν,  επειδή,  ώς 
εΐκάζομεν,  έν  τούτω  τφ  ά^σματι  ενέχονται  και  υπαινιγμοί  κατά  τοΰ 
πατριάρχου,  οίους  αναφέρει  ό  Σιμοκάττης. 

Τό  χλευαστικόν  τούτο  φσμα  τών  βυζαντιακών  δήμων  άναγράφου- 
σιν,   ώς   εϊπομεν    ανωτέρω,    τρεϊς    Βυζαντινοί    Ιστορικοί,    Ιωάννης    ό 

1    Θεοφύλακτου  Σιμοχάττον  ίχδ.  Βόννης  σ.  331. 


—  391  — 

Άντιοχεύς,  ό  Θεοφάνης  και  ό  Κεδρηνός.-  Γεγραμμένον  δε  καταλο- 
γάδην  έν  μέσω  τής  λοιπής  πεζή;  έξιστορήσεως  των  χρονογράφων 
τούτων  δέν  ανεγνώρισαν,  φαίνεται,  ώς  πολλάκις  συμβαίνει,  οι  αλλο- 
γενείς έκδόται  της  Βυζαντίδος  ώς  εμμετρον  προϊόν  τής  δημώδους 
Μούσης.  Πρώτος  δ'  ανεγνώρισε  το  άσμα  ό  άώρως  θανών  Γάλλος  ϋβ- 
νϊΐΐβ,  και  άπεπειράθη  νάποκαταστήση  αυτό  εις  την  άρχικήν  αύτοΰ 
μορφήν  έν  τη  συγγραφή  περϊ.τών  δημοτικών  ασμάτων  παρά  τοις  νεω- 
τε'ροις  Έλλησι 1. 

Φέρεται  λοιπόν    τό  προκείμενον  άσμα    παρά  τω  ΟβνίΙΙβ    ώς  εξής* 

Εϋρηκε  την  δαμαλίδ   άπαλήν 

κι'  ώς  τό  καινόν  άλεκτόριν 

πεπήδηκεν  αυτήν 

κ'  έτχοίηοε  παιδιά 

ώς  τά  ξυλοκούκουδα 

κι'  ουδείς  τολμςί  λαλήΟαι 

άλλ'  όλους  έφίμωσε. 

"Αγιε  μου  άγιε  φοβερέ  και  δυνατέ 

δδς  αύτω  κατά  κρανίου 

ίνα  μήν  ΰπεραίρηται 

κέγώ  σοι  τον  βοϋν  τον  μέγαν 

προςαγάγω  εις  εϋχήν. 

Ή  άποκατάστασις  αΰτη  του  Γάλλου  λογίου  εϊνε  ατελής  και  ατυ- 
χής, και  τούτο  διότι  δεν  ανεγνώρισε  τό  μέτρον  του  αρ/ικού  άσματος 
και  δέν  είχεν  ύπ'  όψιν  Ίωάνην  τόν  Άντιοχέα,  δςτις  παρέχει  δύο  λέ- 
ξεις παραληφθείσας  υπό  τών  άλλων  χρονογράφων,  αΐτινες  βοηθούσιν 
ημάς  σπουδαίως  εις  τήν  άναγνωρισιν  του  μέτρου,  τοΰθ'  όπερ  εινε  ή 
βάσις  τής  ορθής  αποκαταστάσεως  του  όλου. 

Είνε  δετό  μέτρον  τούτο  τό  τετράμετρον  τρον-αϊκ.ον  *αταληκτικον. 
άλλα  συντεθειμενον  κατά  τον  νεώτερον  τρόπον  τής  ελληνικής  στιχουρ- 
γίας, τόν  έχοντα  βάσιν  τους  τόνους,  οχι  δε  πλέον  τά  μακρά  και  τά 
βραχέα.  Εντεύθεν  δ'  άφορμώμενοι,  δυνάμεθα  ευχερώς  νάναπλάσωμεν 
τό  άσμα  οίον  έποιήθη  το  πρώτον.  ΙΙρός  τούτο  οέ  πρέπει  νά  ρηθή, 
ότι  οι  τρεις  χρονογράφοι  οι  άναγράψαντες  τούτο  διε  ;ωσαν  αυτό  άλλος 

1  Ώβ  ροριιΙαιϊΙ)ΐι$  οαηΐίίβηί^  βρυά  π;οβηΙίθΓ65  θΓ3βοοδ.  Έν  Παρισίοις. 
1886  σ.  34. 


—  392  — 

άλλως  ούτως,  ώςτί  τάς  παρ1  αΰτοΐς  διαφοράς  δυνάμεθα  να  θεωρήσω- 
μεν  ήμεϊς  οιονεί  διαφόρους  γραφάς  κωδίκων,  έξ  ων  εφικτή  καθίσταται 
ή  άποκατάστασις  τοϋ  αρχετύπου.  Τούτο  δε  το  άρχε'τυπον  άποκαθ- 
ιστάνοντες  εν  τψ  κειμένω,  παραπέμπομεν  τάς  διαφοράς  εις  τάς  υπο- 
σελίδιους σημειώσεις,  εν  αίς  το  μεν  Ι  σημαίνει  Ίωάννην  τον  Άντιο- 
χέα,   το  δε   Θ  τον  Θεοφάνην  και  το  Κ  τον  Κεδρηνόν. 

Εύρηκε  την  δαμαλίδα  άπαλήν  και  τρυφεράν 
και  ώς  τό  καινόν  άλεκτόριν  ταύτη  έπιπεπήδηκεν, 
και  έποίηδεν  παιδία  ώς  τά  ξυλοκούκουδα, 
■και  ούδεϊς  τολμφ  λαλήΟαι,  άλλ'  δλους  έφίμωδεν. 
5     "Αγιε  μου,  άγιε,  φοβερέ  και  δυνατέ, 

δός  αύτώ  κατά  κρανίου,  Ίίνα  μη  ϋπεραίρηται, 
κάγώ  Οοΐ  τον  βούν  τον  μέγαν  προςαγάγω  εις  εϋχήν. 

Δεν  δυνάμεθα  δυςτυχώς  δια  την  βραδύτητα  των  ειδήσεων  των 
συνοδευουσών  τό  άσμα  τούτο  παρά  τοϊς  ^ρονογράφοις  νά  έννοήσωμεν 
που  έγκειται  τό  δριμύ  τού  σκώμματος.  Άλλα  προφανές  εΐνε,  Οτι  οί 
τέσσαρες  πρώτοι  στίχοι  αναφέρονται  νλευαστικώς  εις  τον  γάμον  και 
την  παιδοποιίαν  του  αύτοκράτορος.  Ό  Μαυρίκιος  ένυμφεύθη  τω  582, 
ολίγον  προ  του  θανάτου  τού  Τιβερίου,  την  Κωνσταντϊναν,  στεφθείς 
υπό  τού  πατριάρνου  Ιωάννου  τού  Νηστευτού.  Ό  δέ  θεός  ηΰλόγησε 
τον  γάμον  τούτον  διά  τεκνογονίας  γενναίας,  επειδή  ό  Μαυρίκιος  μέ- 
χρις αυτού  τού  προτελευταίου  έτους  της  ζωής  δεν  έπαύσατο  γεννών 
τέκνα.  Μετά  την  γέννησιν  τού  πρωτοτόκου  Θεοδοσίου  τω  585  άπέ- 
κτησεν  οκτώ  ετι  τέκνα,  ζώντα  μέχρι  της  μοιραίας  εκείνης  φυγής,  εις 
ην  έπηκολούθησεν  έπειτα  ό  θάνατος  συμπάσης  τής  οικογενείας.  Τά 
λοιπά  του  τέκνα  ήσαν  πέντε  μεν  άρρενα,  Τιβέριος,  Πέτρος,  Παύλος, 
Ίουστίνος,  Ιουστινιανός,  τρεις  δέ  θυγατέρες,  Αναστασία,  Θεοκτίστη 
καϊ  Κλεοπάτρα.  "Ισως  δέ  πρέπει  νά  προςθέσωμεν  εις  ταύτα  και  δύο 
ετι  θυγατέρας,  Σωπάτραν  και  Μαρίαν,  άλλοθεν  γνωστάς'.  Εις  την 
πληθύν  ταύτην  τών  τέκνων  και  την  γενετησίαν  άκμήν  τού    βασιλέως 

στ.   1.  εϋρηκε  Κ:  εϋρηκεν  Θ:  εύρε  Ι  δαμαλίδα  Θ:  δαμάλην 

Κ:  δάμαλιν  Ι  και  τρυφεράν  Ι:  λείπουσ-.  ΘΚ  2.  άλεκτόριν 

Ιθ :  άλεκτόριον  Κ  ταύτη  έπιπεπήδηκεν  έγραψα:  ταύτη  πεπή- 

δηκεν  Θ :  πεπήδηκεν  αυτήν  Κ :  οϋτως  αυτήν  πεπήδηκε  Ι 

1    Όηοαη^β  ΡαηιϊΗββ  βνζαηΐϊηδβ  σ.  107-108. 


—  393  — 

νομίζω  ότι  αναφέρονται  οί  πρώτοι  στίχοι.  Ό  δε  στίνος  και  έποίη- 
σΈν  παιδία  ώς  τα  ζυλοκούκουδα  δεικνύει  εκτός  τού  πολλού  αρι- 
θμού των  παίδων  και  το  λιπόσαρκον  ί'σως  των  τέκνων  του  Μαυρι- 
κίου. Έπειδη  ούτε  ή  λέξις  ζνλοκούκουδον  σημαίνει  ξΰ'λίνον  ην- 
ρίίνα,  ώς  ηρμηνευεν  αύτην  ό  ΗοΙζίΉΕΐηη  (ΧγΙ&ΠίΙβΓ),  ούτε  πρέπει 
να  δεχθώμεν  άντ'  αυτής  την  γραφην  ζυλοκώδωνον,  ην  παρέχει  ό 
Κεδρηνός,  ότε  θα  έσήμαινον  αί  λέξεις  κατά  τον  Οο&Γ,  δτι  «ό  λαός 
εκλαμβάνει  τα  τέκνα  του  Μαυρικίου  αντί  ζυλοκωδώνων,  ήγουν  παι- 
γνιωδών σήμαντρων,  ήτοι  απειλεί,  ότι  ό  εκείνων  θάνατος  έ'σται  αύτφ 
παίγνιον  και  ό  στεναγμός  κρότος  παιγνιώδης»  1.  Τάς  τοιαύτας  ερμη- 
νείας εΰρίσκομεν  στενόχωρους  και  αδόκιμους"  νομίζομεν  δε  μοίλλον, 
ότι  ξΐ/λοχοΐ/ΚΟΊ/δον  σημαίνει  ενταύθα  τόν  καρπόν  τόν  άλλως  λεγό- 
μενον  ξυλοκέρατα,  επειδή  ένιαχοΰ  της  Ελλάδος  κοΰκουδον  ση- 
μαίνει τόν  καρπόν  τών  κερατίων.  Τό  δε  σκώμμα  έγκειται  έν  τη  παρα- 
βολή τών  τέκνων  του  Μαυρικίου  προς  τους  πυρήνας  τών  κερατίων 
κατά  τό  πλήθος  η  προς  τό  λιπόσαρκον  του  καρπού  τούτου  κατά 
την   ΐσχνότητα. 

Τους  δε  τρεις  τελευταίους  στίχους  νομίζομεν  αναφερομένους,  συμ- 
φώνως  προς  τά  υπό  του  Θεοφύλακτου  μνημονευόμενα,  εις  τόν  πα- 
τριάρχην  Κυριακόν,  οιονεί  ΰπόμνησιν  εις  αυτόν  νά  στέψη  άλλον  αυ- 
τοκράτορα αντί  του  Μαυρικίου.  Περίεργος  δέ  πως  και  δυςερμηνευτος 
είνε  ό  υπαινιγμός  ό  περιεχόμενος  έν  τώ  τελευταίω  στίχω.  Οί  δήμο1 
λέγοντες  τόν  βονν  τόν  αέγαν  έννοοϋσι  κατ'  έμέ  κριτήν  βεβαίως  τό 
παμμέγεθες  καϊ  περίεργον  χαλκοΰν  άγαλμα  βοός  έν  τη  όμωνύμω  πλα- 
τεία της  Κωνσταντινουπόλεως,  ού  μακράν  του  Καπιτωλίου.  Ό  βοΰς 
ούτος,  όςτις  έλέγετο  κομισθείς  έκ  Περγάμου  2,  ήτο  αξιοθέατος  ώς 
περιέχων  κάμινον,  έν  ή  έκάησαν  κατά  μεν  παλαιοτέρους  χρόνους  μάρ- 
τυρες3, είτα  δέ  μεταγενέστερον  έτιμωροΰντο  οί  κατάδικοι  κακούργοι4. 
Έμεινε  δέ  ή  κάμινος  μέχρι  τών  χρόνων  τού  Φωκά,  χωνευθεΐσα  έπειτα 
ΰπό  τού   Ηρακλείου  προς  χάραξιν  νομισμάτων  5.  Εις  ποίαν  δέ  σχέσιν 

'   Κεδρηνοϋ  έκδ.  Βόννης  Τομ.   Β'  σ.  808. 

-  Κεδρηνοϋ  έκδ.  Βόννης  Τόμ.  Λ'  σ.  566. 

3  Κωδινοϋ  έκδ.   Βόννης   σ.  176. 

*  Κωδινον  έκδ.  Βόννης  σ.  46. 

5  Κωδινον  έκδ.  Βόννης  σ.   176.—  Αυτόθι  σ.  46. 


—  394  — 

ευρίσκεται  ό  έν  τφ  σκωπικφ  άσματι  μνημονευόμενος  βοΰς  προς  τον 
πατριαρχών,  εις  δν  πιθανώς  απευθύνεται  ό  λόγος,  δεν  δυνάμεθα  να  δια- 
σαφηνίσωμεν.  Άλλα  δεν  είνε  άπίθανον,  ότι  ό  λαός  εννοεί  να  παρά- 
σχη  την  κάμινον  του  βοός  εις  την  διάθ=σιν  των  προθύμων  να.  ένερ- 
γήσωσι  κατά  του  βασιλέως,  ίνα  περιάψη  και  εις  τον  Μαυρίκιον  το 
αυτό  οίκτρόν  τέλος,  όπεο  μετά  οκτώ  μόλις  έτη  έπεφυλάσσετο  εις 
τον    Φωκάν  4. 

Τοιαύτα  είνε  τά  μόνα  όσα  δυνάμεθα  νά  έξακριβώσωμεν  περί  του 
αρχαιοτάτου  τούτου  στιχουργήματος,  όπερ  περιέχει  στοιχεία  ικανά 
δικαιολογοΰντα  την  κατάταξιν  αυτού  εις  τα  δημώδη  άσματα.  Έπε- 
μείναμεν  δ'  εις  την  δυνατήν  διαλεύκανσιν  αυτού,  αίδούμενοι  την  πα 
λαιότητα  τοΰ  άσματος  και  άνευρίσκοντες  έν  αύτώ  τάς  άρνάς  της 
παρ'  ημίν  δημώδους  ποιήσεως,  τουλάχιστον  κατά  τον  έξωτερικόν  τύ- 
πον. Τόν  αυτόν  δε  σεβασμόν  άναμένουσι  τάρν/αΐα  ταύτα  λείψανα  της 
ελληνικής  Μούσης  και  πάρα  πάντων  τών  ασχολουμένων  περί  την 
έθνικήν  ίστορίαν  και  την  ίστορίαν  της  εθνικής  ποιήσεως.  Ό  περί  τά 
τοιαυτ'  αδιαφορών  ή  περιφρονητικώς  προς  αυτά  έχων  θά  ώμοίαι,ε  τόν 
σπουδαστήν  της  αρχαίας  τέχνης  τόν  άμελούντα  τών  άτέχνων  αρχών 
τού  αίγυπτιάζοντος  τρόπου.  °Ίνα  εκτιμηθή  δεόντως  ή  ακμή,  ανάγκη 
νά  μελετηθώσιν  επαρκώς  αϊ  άρχαί.  Άμουσίας  δε  πρέπει  νά  κατηγο- 
ρηθή  πολλώ  μάλλον  ό  άδιαφορως  προςμειδιών  προς  τάτελή  πτερυγί- 
σματα  της  εθνικής  Μούσης  η  ό  εΰλαβώς  περί  ταύτα  διατριβών. 


1  Θεοφάνους    εκδ.    Βόννης    Τομ.     Α'  σ.   461.    Πασχάλιον  Χρονικόν   έκδ.  Βόννης 
Τομ.  Α'  σ.  701.  Νικηφόρου  Ξανθοπούλου  XVIII,  56. 


ΒΤΖΑΝΤΙΑΚΟΝ  ΔΗΜΩΔΕΣ  ΑΣΜΑ  * 


Γραπτώς  παραδιδομένα  ελληνικά,  δημώδη  άσματα  των  αρχαιο- 
τέρων χρόνων  εΐνε  έ£αιρέτως  σπάνια.  Και  εύρίσκομεν  μεν  παρά  τοϊς 
Βυζαντίνοις  συγγραφεύσι  δημώδεις  τινάς  στίχους  λανθάνοντας  η  μετ- 
εσχηματισμένους,  έν  οίς  και  το  κείμενον  του  ποιήματος  εκείνου  του 
αρχομένου  εβδόμου  αιώνος,  όπερ  δυνάμεθα  νά  καλέσωμεν  τό  πρώ- 
τον νεοελληνικών  δημώδες  άσμα1.  'Αλλά  πλην  τών  μικρών  εκείνων 
ασμάτων  τών  συνυφασμένων  μετά  του  πεζού  λόγου  εν  και  μόνον  γι- 
νώσκω  έν  χειρογράφω  κώδικι  παραδεδομένον  ίκανώς  άρναϊον  δημώδες 
άσμα,  τό  άσμα  του  Άρμούρη  τό  εκδοθέν  τό  πρώτον  τω  1877  έν 
Πετρουπόλει  ύπό  του  Δεστούνη2,  έ'π-ιτα  δε  την  συλλογην  τών  ύπό 
ίι6£Γ3Π(1  εκ  τίνος  βιενναίου  κωδικός  έκδεδομενων  δημοτικών  ασμά- 
των 3,  εις  α  προςτίθενται  νεώτερα  τίνα  δημοτικά  άσματα  περισω- 
ζόμενα   έν  χειρογράφοις  του  Άγιου  "Ορους4. 

Έδημοσιεύθη  τό    πρώτον    έν  τη  Βνζ3,ηΙίηίδθ1ΐ6    ΖβίΙδίίΙΐπίΊ    Τόμ.  Γ'    (1893) 
σ.  165  κ.  έ. 

'  "Ιδε  Σπυρ.  Π.  Λάμπρου  Τό  πρώτον  δημώδες  -χσμα  της  νέας  ελληνικής  γλώσ- 
σης έν  Παρνασσώ  1879  σ.  400  κ.  έ.  και  έν  τω  άνά  χείρας  βιβλίω  σ.  385  κ.  Ι.- Τον 
αντον  ϋοΐΐεοΐϊοη  άβ  Γοηηαηδ  ΟΓββδ  σ.νΐΙΙ  κ.ί.-ΚηΐΜϋαβϊιβτ  ΟβδοΗίοΙιΙβ  άβτ 
Βν^αηΙϊηϊδβΙΐβη  ΙιίΙΙβΓίΐΙΐΙΓ  εκδ.  β'  σ.  792  (ελλ.  μετάφρ.  Σωτηριάδόν  Τόμ.  Γ' 
α.    14  ). 

2  ΚηΐηΐϋαβίΐβΤ  ενθ'  άν.  σ.  833  (ελλ.  μετάφρ.  Σωτηριάδόν   Τόμ.  Γ'  σ.   98). 

3  ΚβοβυίΙ  άβ  οβαηδοηδ  ρορυΙαΪΓβδ  ΟΓββςυβδ  Έν  ΙΙαρισίοις.  1874  σ.  IX  κ.  έ. 
1  -71. 

*  Έν  τω  κώδικι  1203  της  μονής  Ιβήρων  τό  κάλυμμα  άπετελεΐτο  έκ  συγκεκολλη- 
μένων  φύλλων  χάρτου  του  ις-'  αιώνος,  άτινα  περιεΐχον  πολλά  δημώδη  άσματα  Ι/οντα 
και  τά  μουσικά  αυτών  σημεία.  Επιφυλάσσομαι  δέ  νά  εκδώσω  τασματα  ταύτα  άλλα- 
χοϋ.  ΙΙρός  δέ  τούτοις  ό  κώδιξ  148  τής  μονής  Έσφιγμένου,  γεγραμμένος  τόν  ιη' αιώνα, 
περιέχει  τό  γνωστόν  εις  τά  Χριστούγεννα  άσμα  τό  άρχόμενον  διά  του  στίχου 

Καλή  έιίπέρα,  άρχοντες,  άν  εϊνε  όριόμός  ο"ας 

Χριύτοϋ  τϊι,ν  θείαν  γέννηο*ιν  νά  είπώ  'ς  τάρχονηκό  ιίας 


—  396  — 

Ενταύθα  δε  άνακοινόνω  βραχύ  δημώδες  οί?μα,  ομοίως  παραδεδο- 
μένον  γραπτώς  έν  χειρογράφω.  Φέρει  δε  βεβαίως  γνήαιον  βυζαντι- 
ακόν  τύπον  και  ευρίσκεται  εν  τινι  τών  έμπροσθεν  παραφύλλων  (φ.  1  α  ) 
του  βενετικού  κωδικός  του  Προκοπίου  (ΖδηβΙΐΐ  398). 

"Εχε»,  δε  το  άσυ.α  τούτο  ώδε" 

—  « "Αόπρη  ξανθή  πανέμνοότη,  ό  κυρ  Κατής  μιΟόεύει ' 

Και  υπάγει  ό  κϋρ  Κατής2  μακρέα  και  τό  ταξίδιν3  μέγα» 
Και  ή  κόρη  άπο  τής  λύπης  της  τους  μήνας  καταράται4. 

—  «Να  κης  •Η  Φλεβάρη6,  φλέγεις  με,  και  Μάρτι,  έμάρανές  με• 

Άπρίλι  άπριλοφόρητε  7  και  Μα  κατακαμμένε8, 

τον  κόόμον  καϊ  άν  έγέμιόες  τάθίτζια9  και  τα  ρόδα  <0, 

τήν  ίδικήν  μου  τήν  καρδιάν  τους  πόνους  και  τά  δάκρυα». 

και    Έγκώμιον   τής  περιτομής   τοΰ  Κυρίου  άρχόμενον 

Πάλιν  άκούόατ  άρχοντες,  πάλιν  νά  Οάς  είποϋμεν 
ότι  και  αΰριον  έότΐ  ανάγκη  νά  χαροϋμεν. 

Εν  δέ  τω  υπ'  άρ.  246  κοίδικι  τής  αυτής  μονής,  γεγραμμε'νω  τόν  ιθ '  αιώνα,  εΰρίσκον- 
ται  «Τραγούδια  τών  Φωτών».  Όμοίως  δέ  ό  ΰπ'  άρ.  286  κώδιξ  τής  μονής  Διονυσίου, 
του  δεκάτου  ένατου  αιώνος,  περιλαμβάνει  δημοτικά  άσματα  επί  έορταϊς,  και  δη  τό 
Καλή  εσπέρα  τής  Χρίστου  γεννήσεως,  τό  Πάλιν  ακούσατε  τής  1  Ιανουαρίου  καϊ  τό 
Καλή  εσπέρα  τών  Θεοφανείων.Ό  δέ  κώδιξ  τής  μονής  Άγιου  Παντελεήμονος  υπ'  άρ. 
454,  γεγραμμένος  τόν  ις-'  αιώνα,  έχει  έν  φ.  81α  χειρί  μεταγενέστερα  στί/ους  δημοτι- 
κού άσματος  έφθαρμένους,    ών  ή  αρχή 

Μάνα  μου  μανούλα  μου  μάνα  κ'  άν  αποθάνω. 

Τέλος  δ' έν  τω  υπ'  αρ.  1189  κώδικι  τής  μονής  Ιβήρων,  γεγραμμένο)  όμοίως  τόν  ιγ-  ' 
αιώνα,  ευρίσκομεν  έν  τέλει  τους  Ιξής  τεσσάρας  στίχους  άρ/αιοτέρου  βυζαντιακού 
άσματος" 

Τα  πουλίτζα  κοιλαδοΰνε•  'γείρου  δέ  τόν  αγαπάς, 
κάν  παράόκυψε  και  'πέ  με,  νειότερε,  και  τι  γυρεύεις- 
τό  φιλϊν  τό  μέ  ζητάς  ούκ  ήρτεν  ό  καιρός  ακόμη, 
κι"  άν  τό  δύνομαι  ποόώς  νάπομένω  λιγερή. 

"Ιδε  τοϋτο  άντιγεγραμμένον  μετά  τών  σφαλμάτων  του  πρωτοτύπου  έν  τώ  έμώ  Κατα- 
λόγω  τών  ελληνικών  κωοίκων  τοΰ  'Αγί-υ  "Ορους  Τόμ.  Β'  σ.  255.  Πέντε  δ'  ασελγέ- 
στατοι δημώδεις  βυζαντιακοί  στί/οι  εΰρηνται  παρεγγεγραμμένοι  καταλογάδην  χειρΐ  τοΰ 
ις-'  αιώνος  έν  φ.  161^  τοΰ  υπ'  άρ.  Α  α  6  κωδικός  τής  Εθνικής  βιβλιοθήκης  Νεαπόλεως. 
1  Έν  τώ  κώδικι  κυρ  κατής  ταξιδεύει.  Ή  διόρθωσ•ς  τοΰ  ταξιδεύει  εις  τό 
συνώνυμον  μιΟόεύεΐ  φαίνεται  μοι  επιβεβλημένη  υπό  τοΰ  μέτρου.  2  κυρ  κατίς 

3   ταξίδιν.  Δέν  εινε  ανάγκη  νά  γράψωμεν  ταξίδ'  εΐν.  "Αλλως  δ  '  έν  ή  γλώσση 
είνε  γεγραμμενον  τό  ποίημα  θάνεμένομεν   τό  ένε   αντί   τοΰ  εΐνε  4   Καταρά- 

ται  5  κής  =  καής  6  φλευάρη  7  άπρίλλι   άπριλλοφόρητε 

8  κατακαμένε  9  ταθίτζια  =  τά  άνθίτζια  10  ταρόδα 


—  397  — 

Έν  δε  φ.  206  ^  του  αύτου  κωδικός  εΰρηται  γεγραμμένον  τό  έξης 
σηαείωμα-  Το  παρόν  βιβλίον  υπάρξει  έκ  της  αθλίας  ιιεγα- 
λοπόλεως  πεπραοκόμενον  δε  έν  τη  Όρεστιάδη  όνίθι  παρά 
κυροΰ  Αλεξίου  Φραντζή  τοΰ  Σεβαοτοπούλου,  έντυχών  δε 
και   αυτός  το    τοιούτον   έν   αύτη   τη.  εύδαίμονι  2((~3Ρα  άνέ- 

γνων   αύτω    έν   μηνι   ΐανουαρίω    ια   ίνδ.    γ   τοΰ  ,  ς-8<£>ςγ8 
έτους  (  =  1455)  μετά  την  άλωσιν  τής  Κο3νο*ταντινουπόλεο)ς 
^ςρόνον  και  μήνες  όκτό. 

Δημήτριος 

Τό  οΐκογενειακόν  δνομα  τοΰ  άναγνώστου  τοΰ  κωδικός  τοΟ  γράψαν- 
τος  τό  σημείωμα  τοΰτο  δεν  δυνάμεθα  νάναγνώσωμεν  πλέον.  Έπ' 
ϊσης  δε  δεν  δύναμαι  νάποφανθώ  μετά  βεβαιότητος,  άν  ούτος  είνε  ό 
έγγράψας  έν  τη  άρ/η  τοΰ  κωδικός  τό  ανωτέρω  ανακοινωθέν  δημώδες 
άσμα.  Δεν  είνε  όμως  απίθανος  ή  ύποθεσις  αύτη,  καθ'  ην  τό  άσμα  δύ- 
ναται να  πιστευθη  έχον  την  προέλευσιν  έξ  αύτη;  εκείνης  της  'Λδρια- 
νουπόλεως,   έν  η  έγράφη  τό  σημείωμα. 


ΕΠΑΝΟΡΘΩΣΙΣ  ΙΣΤΟΡΙΚΟΙ*  ΛΑΘΟΤΣ 
Ε&ρήνη   ή  Αθηναίοι  —  Εερήνη  ή  άγεα 


Βάσις  της  καθ'  ήμας  αγιολογίας  και  κυριωτάτη  πηγή  εΐνε  πλην 
των  ΑοΙα  δαηοίΟΓυίΤΐ  των  Βολλανδιστών  και  των  βίων  αγίων  Συ- 
μεώνος  του  Μεταφραστοΰ  ή  βραχεία  αλλά  μη  έστερημένη  κριτικής 
συλλογή  του  άλλως  βενεδικτίνειον  έπιδείξαντος  ζήλον  περί  την  περι- 
συναγωγών της  ύλης  του  Νικόδημου  του  Άγιορείτου,  ό  λεγόμενος 
Συναξαριστής.  *Αν  δ'  εις  τάς  πηγάς  ταύτας  προςτρέξωμεν,  θα 
εύρωμεν,  δτι  το  μεν  δνομα  Ειρήνη  φέρουσι  διάφοροι  μάρτυρες,  άλλα 
μία  μόνη  αγία.  Ταύτης  δε  τον  βίον  αναγραφών  ό  Συναξαριστής  έκ 
παλαιοτέρων  βεβαίως  πηγών,  λίαν  ώρισμένως  εκθετουσών  τα  κατ* 
αυτήν,  ρητώς  αναφέρει,  ότι  ή  Ειρήνη  α  ίγεννήθη  άπό  γονείς  ευτυχείς 
και  βασιλείς  της  Δύσεως»,  ότι  δε  ταύτην  έζήτησαν  και  άνεΰρον  χά- 
ριν του  υίοϋ  αυτών  Ιωάννου  Αλέξιος  ό  Κομνηνός  (1081-1118) 
και  ή  σύζυγος  αΰτοΰ  Ειρήνη.  Γενομένη  δε  ή  σύζυγος  αύτη  Ιωάννου 
τοΰ  Κομνηνού  έπειτα  μοναχή,  ώνομάσθη  Ξένη  κατά  τον  Συναζαρι- 
στήν.  Ώς  αυτοκράτειρα  δ'  ωκοδόμησε  συν  τοις  άλλοις  τήν  εν  Κων- 
σταντινουπόλει  μονήν  του  Παντοκράτορας. 

Τα  όέ  υπό  του  Συναξαριστοϋ  λεγόμενα  αποδεικνύονται  και  άλλως 
ορθά.  Ούτως  ό  Κίνναμος  1  λέγει,  ότι  πράγματι  ή  Ειρήνη  ωκοδόμησε 
την  μονήν  τοΰ  Παντοκράτορος•  «η  δέ  (γρ.  δή)  και  φροντιστήριον 
»  έπ  ονόματι  του  Παντοκράτορος  έν  Βυζαντίω  συνεστήσατο,  ες  κάλ- 
»  λος  και  μέγεθος  έν  τοις  μάλιστα  τών  επισημότατων  δν».  Αληθή 
όε  είνε  καϊ  όσα  Νικόδημος  ό  Αγιορείτης  λέγει  περί  τε  της  καταγω- 
γής και  τής   ευσέβειας  τής   Ειρήνης.   Ό  Κίνναμος2  αποκαλεί   αυτήν 

*  Έδημοσιεύθη  το  πρώτον  έν  τω  Άνθοστεφεΐ  Ή^ερολογίω  τοϋ  1893  α.  13  κ.  ε. 
'    Έχδ.  Βόννης  σ.  10,  6. 
2  ΈνΟ'  άν. 


—  399  — 

α  σωφρονεστάτην  τε  εΐ'περ  τινά  και  αρετής  ες  τα  μάλιστα  μεταποιου- 
»μένην».  Προςθέτει  δέ  περί  αυτής-  «όσα  γοΰν  εκ  βασιλέως  τε  ζυν- 
»  οίκου  και  της  βασιλείας  έπεπόριστο  ούτε  τοις  παισίν  εις  κλήρους 
»  άφώρισεν  ούτε  περιττότητι  κόσμων  ήνάλωσε  και  τρυφή.  Εύ  δέ  ποι- 
»  ούσα  διετέλει  τον  πάντα  της  ζωής  αιώνα  τους  δσοι  έφ'  ότωούν 
«εκείνης    δεόμενοι   ήσαν». 

Λέγε:  δε  ταύτην  ό  Κίνναμος  θυγατέρα  Βλαδισλάβου  του  Παννο- 
νίας  ρηγος,  ήτοι  βασιλέως  τής  Ουγγαρίας1.  Ταύτα  δε  λέγει  και  ό 
Ζωναράς  2'  «...  ως  και  τόν  υίόν  και  βασιλέα  ύποκεΐσθαι  αυτή.  Τω  δε 
»  το  σκέμμα  ουκ  ά'νεκτόν,  ές  άνδρας  ήδη  τελουντι  και  γυναικί  προ  πολ- 
»  λοΰ  συναφθέντι  του  έθνους  των  Ούγγρων  αρχηγού  θυγατρί  και  παί- 
»  δων  γεγονότι  πατρί ))  3. 

Κατά  ταύτα  δε  ή  άγια  Ειρήνη,  ούσα  ή  σύζυγος  του  Ιωάννου 
Κομνηνού,  είνε  ή  θυγάτηρ  του  βασιλέως  των  Ούγγρων  Λαδισλάου 
(1077-1095),  ης  τό  οΰγγρικόν  όνομα  Πυρίσκα,  ό  δέ  γάμος  έτελέ- 
σθη  μετά  τον  θάνατον  του  Λαδισλάου,  βασιλεύοντος  των  Ούγγρων 
του  ανεψιού  αυτού  και  εξαδέλφου  τής  Ειρήνης  Κολομανοΰ  (1095- 
1114),  επειδή  ό  Ιωάννης  Κομνηνός,  γεννηθείς  τω  1086,  είχε  κατά 
τον  θάνατον  τού  Λασδιλάου  ήλικίαν  ετών  εννέα  μόνον. 

"Οτι  ή  Ειρήνη  μοναχή  γενομένη  μετωνομάσθη  Ξένη  στηρίζεται  εις 
μόνον  τόν  βίον,  δν  είχεν  ως  πηγήν  Νικόδημος  ό  Αγιορείτης,  καθ* 
όσον  τουλάχιστον  έγώ  οίδα.  Ό  δέ  Πασπάτης  4  λέγων,  ότι  ό  Φραν- 
τζής ονομάζει  αυτήν  Ύπομονήν  ως  μοναχήν,  σφάλλεται,  επειδή  ή 
παρά  τω  Φραντζή5  Ειρήνη  (Υπομονή)  ή  τή  κγ'  Μαρτίου  (1450) 
θανούσα  είνε  ή  ^ήρα  τού  αΰτοκράτορος  Μανουήλ  τού  Παλαιολόγου. 
Ή  δέ  ιγ'  Αυγούστου,  καθ'  ην  ή  ημετέρα  εκκλησία  εορτάζει  τήν  μνή- 
μην τής  άγιας  Ειρήνης  είνε  βεβαίως  ή  ήμερα  τής  γεννήσεως  ή  τού 
θανάτου  αυτής,   μάλλον  δέ  ή  δευτέρα. 

Αύτη  λοιπόν  ύπήρξεν  ή  άγια  Ειρήνη.  Πώς  δέ  πιστεύεται  συνήθως, 
δτι  ή  ημετέρα  εκκλησία  τιμά  ώς  άγίαν  Είρήνην   τήν   Άθηναίαν  τήν 

1  "Ενθ'  άν.  ο.  9,24  εν  συγκρίσει  προς  9,12. 

2  Έχδ.  Παρισίων  Β  302.  Έχδ.  Όίηάονί  Τομ..  Δ'  σ.  246,25. 

3  Πρβλ.  ϋηοαη^β  Ρ&πιίΙΐαβ  Ι^ζαηΙίηαβ  σ.  173,  179. 
*  Βυζαντινά!  μελεται  σ.  309  σημ.  5. 

5   Έχο.  Βόννης  σ.  210,15. 


—  400  — 

σύζυγον  Λέοντος  τοΰ  Χαζάρου  και  μητέρα  του  ύπ'  «χυτής  τυφλωθέν- 
τος  Κωνσταντίνου  του  <Γ';  Το  λίθος  φαίνεται  προελθόν  έκ  του  Γίβ- 
βωνος,  λε'γοντος'  α  ά  ζήλος  αυτής  περί  την  άνορθωσιν  των  αγίων  εί- 
»  κόνων  ήξίωσεν  αυτήν  τής  προςηγορίας  και  των  τιμών  αγίας,  ας  και 
»  μέχρι  τής  σήμερον  κατέχει  έν  τη  όρθοδόξω  εκκλησία1».  Άλλα 
που  αρά  γε  έστηρίζετο  ταύτα  γράφων  ό  Γίββων  ;  Πιθανώτατα  εις 
σύγχυσιν  έκ  των  εξής  λέξεων  του  Θεοφάνους  ^  «κατά  μίμησιν  τής 
άγιας  Ειρήνης  »  και  εις  μη  έξερεύνησιν  των  καθ'  έ'καστον  δσα  εξετέ- 
θησαν ανωτέρω.  "Οτι  δ'  αϊ  λέξεις  του  εξόχως  είκονοφίλου  χρονογρά- 
φου Θεοφάνους  άπλουν  επαινον  τής  άναστυλωσάσης  τάς  εικόνας  μαρ- 
τυροΰσι  και  ουχί  δήλωσιν,  δτι  Ειρήνη  ή  Αθηναία  ΰπό  τής  καθ'  ημάς 
εκκλησίας  ενεγράφη  εις  τάς  ι  άγιας,  τρανότατ'  αποδεικνύει  ή  διάφο- 
ρος γραφή  του  κωδικός  Α  (ΟοίδΙΐηίαΠϋδ)  του  χρονογράφου,  όπου  το 
αγίας  έ'χει  άντικατασταθή  δια  τοΰ  μακάριας.  Άλλ'  εν  τούτοις 
όμως  το  κϋρος  τοΰ  Γίββωνος  ήρκεσεν,  όπως  άνεξέλεγκτον  παραλά- 
βωσι  μετ'  αυτόν  την  εϊδησιν  οι  πλείστοι  των  έκτοτε  βυζαντινολο- 
γούντων  τε  και  (/.ή  Έσπερίων  συγγραφέων,  και  αυτοί  οί  νεώτατοι, 
ό  0Γβ§0Γ0νίϋ8  3  και  Ρπιί,Ζ  4.  Μόνον  δε  ό  την  νεωτάτην  βυζαντια- 
κήν  ίστορίαν  μέχρις  Ειρήνης  γράψας  "Αγγλος  ΒΐΐΓ^  5,  πραγματευό- 
μενος  έν  τω  δευτέρω  τόμω  τής  συγγραφής  αυτού  τά  κατά  την  Εΐρή- 
νην,  οϋδένα  ούδαμοΰ  λόγον  ποιείται  περί  τοΰ  ζητήματος,  τοΰθ'  όπερ 
αποδεικνύει,  ότι  δεν  έκρινε  καν  λόγου  άξιον  το  άπό  Γίββωνος  επι- 
κρατήσαν ιστορικόν  σφάλμα. 


1  Τήβ  Ι115Ι017  οί  Ιΐιβ  άβοΐϊηβ  αηά  Γαΐΐ  οΓ  ΐΗβ  Κοιηαη  βηιρίΓβ.  Έκδ.  1828. 
Τόμ.  VI  σ.  120. 

2  Έχδ.  Βόννης  Τόμ.  Α'  σ.  776,18. 

3  ΟβδοΙιϊοΙιΙβ  άβΓ  813,(11  ΑΐΙιβη  ίπι  ΜίΙΙβΙαΙΙβΓ.  Τόμ.  Α'  σ.  132.  Έλλ.  μετάφρ. 
Σπνρ.  Λάμπρου  Τόμ.  Α'  σ.  199. 

4  ΟβδοβϊοηΙβ  άβδ  ΜϊΙΙβΙαΙΙβΓδ.  II  Τΐιβίΐ  σ.  161  έν  τϊ)  ΑΙΙ§.  \ν6ΐΙ§βδο1ιϊο1ιΐ6 
παρά  τω  εκδότη  ΟτΓΟίβ. 

5  Α  1πδΙοΐ7  οΓ  Ιΐιβ  ΙαΙβΓ  Κοηιαη  βΐΉρίΓβ  ίϊοιιι  Αιοαάϊϋδ  Ιο  ΐΓβιιβ.  Έν  Λον- 
δίνω.  1887. 


ΝΙΚΩΝ  Ο  ΜΕΤΑΝΟΕΙΤΕ  * 


Μία  των  φαεινότατων  μορφών  του  μεσαιωνικού  βίου  Ιν  τη  Λακω- 
νική είνε  6  όσιος  Νίκων,  ου  την  μνήμην  εορτάζει  ή  ορθόδοξος  εκκλη- 
σία την  26  Νοεμβρίου. 

Ό  βίος  αύτοϋ,  συνταχθείς  τον  δωδέκατον  αιώνα  έν  τη  αρχαία 
ελληνική  υπό  ηγουμένου  τινός  της  εις  αυτόν  έν  Λακεδαίμονι  άφιερω- 
θείσης  μονής,  εξεδόθη  μέχρι  τοΰδε  μόνον  έν  λατινική  μεταφράσει1. 
Άλλ'  έν  ετει  1880  κατώρθωσα  νά  εύρω  το  άγνοούμενον  και  άπολε- 
σθέν  έλληνικόν  πρωτότυπον  κείμενον  έν  τω  ύπ'  άρ.  210  χειρογράφω 
κώδικι  της  έν  τω  Αγίω  Όρει  μονής  τοϋ  Κουτλουμουσίου,  όςτις  έγρά- 
φη  έν  ετει  1630  υπό  Παρθενίου  επισκόπου  Εκ  δε  τοΰ  πρωτοτύπου 
τούτου,  άριστα  ώς  τό  πλείστον  γεγραμμένου,  έπανορθοϋνται  πολλά 
των  κακώς  εχόντων  έν  τη  μεταφράσει,  καθ  ά  θέλει  δεινθή  έν  τη  γε- 
νησομένη  ποτέ  ύπ'  έμοϋ  έκδόσει  τούτου  του  κειμένου. 

Ούχ  ήττον  και  αύτη  ή  λατινική  μετάφρασις  ήρκεσεν  έν  τοις  κχθ' 
όλου  προς  γνώσιν  τών  κατά  τον  όσιον  Νίκωνα  κα:  τήν  εύεργετικήν 
αύτοϋ  δράσιν,  επειδή  ό  βίος  αϋτοϋ,  κατάμεστο;  ών  πολυτίμων  ειδή- 
σεων, ε'ίλκυσεν  ενωρίς  ώς  άζιολογωτάτη  ιστορική  πηγή  τήν  προςή- 
κουσαν  προςοχήν  δύο  Γερμανών  ιστοριοδιφών,  τοϋ  ΗορΠ  και  του 
ΗβΡίζββΓ^3,  έπαναλαβόντος  διά  βραχυτέρων  τά  ύπ'  εκείνου  μελε- 
τηθέντα. 

Κατά  παρανόησιν   έγράφη  υπό  Νικόδημου    του  Άγιορείτου   έν  τω 

*  Έδημοσιεύθη  τό  πρώτον  εν  τω  τοΰ  Μ.  Ι.  Θεοδωροπούλου  Σπαρτιατικω  Ήμε- 
ρολογίω  Έτ.  Β '  (1901)  σ.  7  κ    ί. 

1  Έν  τω  εκτω  τόμω  της  τοΰ  ΜατίβΠβ  και  Όηταηά  νβΙβΓϋΠΙ  δΟΠρΙΟΠΙΟΙ  3.Π1- 
ρϋδδϊπΐίΐ  οοΐΐβοΐϊο.  Έν  Παρισίοις  1729. 

2  ΟβδοΙιϊοΙιΙβ  ΟΓίβοΗβηΙ&ηάδ  νοπι  Ββ§ϊηη  άβδ  ΜίΙΙβΙαΙΙβΓδ  6ίδ  ααί  ιιηδβΓβ  ΖβΗ 
εν  Εγκυκλοπαίδεια  ΕτδβΗ  καϊ  θτηδβτ.  Μέρ.  Α'  Τόμ.  85  σ.  123  κ.  ε.,  136  κ.  έ. 

3  ΟβδοΗΐοΙιΙβ  βΓΐβοΙιβηΙαηάδ  δβϊΐάβαι  ΑβδΙβιΊιβη  άβδ  αηΐΐΐίβη  ί.β&6ηδ  1)ίδ  ζιιγ 
Οβ^βη\ν&Γΐ  Τόμ.  Α'  σ.  282,  286  κ.  Ι. 

:ΠΓΡ.    Π.    ΛΑΜΠΡΟΓ,    ΜΙΚΤΑ!    ΣΕΛΙΔΕΣ  26 


—  402  — 

Συναξαριστή,  δτι  ό  Νίκων  «κατήγετο  άπό  την  νώραν  των  Αρμε- 
νίων». Παρενόησε  δήλα  δη  ό  Νάξιος  λόγιος,  ότι  πατρίς  του  όσιου 
ητο  «  η  πάρα  το  σεμα  το  αρμενικον  κείμενη  πολεμωνιακη  χωρά  ». 
Άλλα  το  μεν  άρμενικόν  θέμα  των  Βυζαντινών  δεν  αντιστοιχεί  προς 
την  Άρμενίαν,  άλλα  προς  την  άρχαίαν  Παφλαγονίαν,  ό  δέ  πολεμω- 
νιακός  Πόντος,  ούτω  κληθείς  άπό  του  επί  του  'Ρωμαίου  Αντωνίου 
βασιλέως  Πολέμωνος,  περιλαμβάνει  τάς  προς  ανατολάς  του  αρμένικου 
θέματος  των  Βυζαντινών  χώρας  του  αρχαίου  βασιλείου  του  Πόντου 
άπό  του  ποταμού  Θερμώδοντος  μέχρι  της  Τραπεζοΰντος.  Εντεύ- 
θεν λοιπόν  και  ουχί  εξ   Αρμενίας  κατήγετο  ό  Νίκων. 

Μονάσας  δέ  το  πρώτον  εν  τινι  μονή  της  πατρίου  χώρας  παρά  τα 
σύνορα  της  Παφλαγονίας  και  του  Πόντου,  κυρίως  άρχεται  του  ου- 
σιωδέστατου των  έργων  £ξ  ων  απέβη  περιώνυμος,  της  ιεραποστολική; 
διαδόσεως  του  ευαγγελίου,  εν  ταϊς  χώραις  της  εντεύθεν   Ελλάδος. 

ΤΗσαν  δ'  αί  περιστάσεις  λίαν  πρόςφοροι  προς  τοιούτον  έργον.  Ει 
και  εννέα  ήδη  αιώνες  και  πλέον  είχον  παρέλθει  άπό  της  κηρύξεως  του 
θείου  λόγου  του  θεανθρώπου,  εϊπερ  ποτέ  παρίστατο  ανάγκη  της  στη 
ρίξεως  της  χριστιανικής  πίστεως  ή  της  εις  τόν  χριστιανισμόν  επιστρο- 
φής. Τοΰτο  μέν  ή  παρανόησις  και  αί  ύπερβολαί  της  εικονομαχίας  εί- 
χον ψυχράνει  τόν  θρησκευτικόν  ζήλον,  τούτο  δέ  και  αυτόχρημα  είχον 
άποστή  τοΰ  χριστιανισμού  ολόκληροι  έλληνικαί  χώραι  ή  δεν  είχον 
ακόμη  προςελθει  είς  αυτόν. 

Και  μεταξύ  μεν  τών  χωρών  εν  αϊς  τέλεον  είχε  νεκρωθή  ή  χριστια- 
νική πίστις  ήτο  ή  μεγάλη  τοΰ  Μυρτωου  νύμφη,  ή  Κρήτη.  Άφ'  ού 
χρόνου  τω  824  οί  "Αραβες  είχον  καταλάβει  τήν  νήσον,  ό  χριστιανι- 
σμός είχε  συστηματικώς  διωχθή  έν  αυτή.  Διό  μετά  της  λαμπράς 
υπό  τοΰ  Νικηφόρου  τοΰ  Φωκά  έν  έ'τει  960  ανακτήσεως  της  Κρή- 
της έδει  νά  συνδεθή  ή  άναζωπύρησις  τοΰ  χριστιανικού  αισθήματος 
και  ή  νέα  διάδοσις  τοΰ  ευαγγελίου.  Έν  τω  έργω  δέ  τούτω  εϊπερ  τις 
καϊ  άλλος  διεκριθη  ό  Νίκων  μετά  τοΰ  όσιου  Αθανασίου  τοΰ  κτιστού 
της  έν   Άγίω  "Ορει  μεγάλης  μονής  της  Λαύρας. 

Ή  μετάνοια  ήτο  το  κήρυγμα  του  όσιου,  διαδίδοντος  τό  εΰαγ- 
γέλιον  εις  τους  άπ'  αϋτοΰ  άποσκιρτήσαντας  ή  ούπω  φωτισθέντας  υπ 
αύτοΰ.  Δια  τούτο  δέ  τό  κήρυγμα  εκείνο  Μετανοείτε  απέβη  τό  έπώ- 
νυμον  δι'  ού  ίϊνε  γνωστό;  έν  τή  Ιστορία  τη;  εκκλησίας  και  τοΰ  έθνους. 


—  403  — 

Λεν  εΐνε  δε  του  παρόντος  να  παρακολουθήσωαεν  δια  «.ακρών  την 
γριατιανικήν  δρασιν  τοΰ  Νίκωνος  εν  ταϊ;  λοιπαΐς  νώραις.  Αλλ'  εύθε- 
τον  εΐνε  έν  ήμερολογίω,  ου  προορισμός  εΐνε  να  γνωρίση  εις  τους  Λά- 
κωνας  τα  κατά  την  ιδίαν  πατρίδα,  να  εΐπωμεν  ολίγας  λέξεις  περί 
τοϋ  έργου  του  όσιου  έν  τή  χώρα  ταύτη,  ήτις  απέβη  οιονεί  δευτέρα 
αύτοϋ  πατρίς. 

Αληθώς  ή  Λακεδαίμων  ύπήρςεν  ή  χώρα  έν  η  έγκατεβίωσε  το  πλεΐ 
στον  και  έξεδήμησε  προς  Κύριον,  ή  γη  έν  ή  έ'στη  μετά  τάς  ανά  την 
λοιπην  Ελλάδα  ίεραποστολικάς  αΰτοϋ  περιοδείας  και  άφ'  ης  άφορ- 
μώμενος  διέδωκε  το  κήρυγμα  της  μετανοίας  έν  ζτ,  Πελοποννήσω, 
ή  εγκόσμιος  πατρίς  ην  έζελεςατο  προς  στήριξιν  αυτής  έν  τη  πίστει. 

Είχε  δ'  ή  Λακεδαίμων  εΐπερ  τις  και  άλλη  νώρα  ελληνική  ανάγ- 
κην της  διαδόσεως  τοϋ  ευαγγελίου,  ου  τα  διδάγματα  βραδύτατα 
και  έπιπολής  μόνον  ειχον  εΐςδύσει  εις  αυτήν.  Ιδίως  δε  παρεκώλυον 
την  έπικράτησιν  τών  χριστιανικών  ιδεών  οί  Σλάβοι  της  Μάνης  Με- 
λιγγοί,  οί  έν  Σπάρτη  χάριν  εμπορίου  εγκαθιδρυμένοι  πολυπαίπαλοι 
Ιουδαίοι  και  τίνες  διεφθαρμένοι  εΰπατρίόαι  συμπράττοντες  μετ'  αΰ- 
τών.Ύπό  τοιούτους  όρους  τό  έργον  τοΰ  Νίκωνος  ήτο  δυςνερές,  ήθελε 
δ'  Ισως  ναυαγήσει  άνευ  της  ανενδότου  αΰτοϋ  καρτερίας  και  αν  δεν 
ΰπεστηρίζετο  υπό  δύο  ανδρών,  εις  ους  ό  βιογράφος  τοϋ  όσιου  απονέ- 
μει δικαίως  τους  προςήκοντας  επαίνους. 

Εΐνε  δέ  ούτοι  ό  στρατηγός  τοϋ  θέματος  Πελοποννήσου  Βασίλειος 
Άπόκαυκος,  γενάρνης  οίκου  διακριθέντος  έν  Βυζαντίω  έπί  τών  Πα- 
λαιολόγων, και  ό  αρχιεπίσκοπος  Σπάρτης  Θεόπεμπτος,  ευσεβής  ιε- 
ράρχης ορμώμενος  ές   Αθηνών. 

Ακαταπόνητος  διατρέχει  ό  Νίκων  την  Λακεδαίμονα  και  την  Μεσ- 
σηνιαν.  'Εν  Μάνη  και  Καλάμαις.  έν  Κορώνη,  έν  Μεθώνη,  έπί  τοϋ 
Βουλκάνου,  ώς  έκαλεϊτο  ηδη  έκτοτε  ή  Ιθώμη,  ακούεται  τό  εΰαγγε- 
λικον  αΰτοϋ  κήρυγμα  και  στηρίζεται  ή  πίστι;.  "Επιστρέφων  δέ  κατα- 
λαμβάνεται υπό  ασθενείας  έν  /ώρα  καλούμενη  Μωοω  ,  ένθα  εΐνε 
σκηνώσε•.  εν  τινι  σπηλαίω.  Ισως  δέ  ουνάαεθα  έν  τω  όνόαατι  τοϋ 
Μωρού  τούτου  νάναγνωρισωμεν  τήν  πρωτην  άρ/ήν  τοϋ  όνόαατος  τοϋ 
Μωρεως  ' .   Άλλ    χνχρρωννύει    και   εκπλήσσει  το  άπειοον    πλήθος    τών 

1    "Ιοε   Σττνρ.   Π.    Λάμπρον  έν  τω  Δελτίο)  υής     Ιστορικής   κ*ί  εθνολογική;  :τα:- 
ρίίας  τη;   Έλλάοος  Τόα.  Δ'  σ.  643  κ.  ί. 


—  404  — 

περιισταμένων  αυτόν,  δίκην  νέου  Μωϋσέως  αναβλύζων  πτηγην  ύδατος 
διαυγούς. 

Και  τον  μέν  βιογράφον  του  οσίου  άπασνολοΰσι  πολλαχώς  τά  θαύ- 
ματ  αύτοϋ.  Άλλ'  εις  τον  νηφαλιώτερον  και  ίστορικώτερον  παοακο- 
λουθοϋντα  το  άποστολικόν  έργον  του  Νίκωνος  άρκοΰσι  τά  πραγμα- 
τικά αύτοϋ  κατορθώματα,  δι'  ών  ενισχύεται  και  διαδίδεται  ό  χρι- 
στιανισμός εν  τη  Λακωνική. 

Έν  τοις  πρώτοις  δε  τάσσεται  ό  άγων  κατά  των  Ιουδαίων  Εύρί- 
σκετο  ηδη  έν  Άμύκλαις,  ότε  ήλθε  προς  αυτόν  πρεσβεία  έκ  Λακεδαί- 
μονος, δεοαένγ)  αΰτοΰ  νά  σπεύση  εις  την  Σπάρτην,  ην  έλυμαίνετο 
δεινός  λοιμός.  Καϊ  έφάνη  μεν  πρόθυμος  νά  πεισθή  εις  τό  αίτημα  των 
πρεσβευομένων,  άλλ'  υπό  τόν  όρον  της  προτέρας  έκ  της  πόλεως  έξώ- 
σεως  των  Ιουδαίων.  Ή  δ'  άπαίτησις  αύτη  φαίνεται  σύμφωνος  προς 
την  κρατούσαν  κατά  τους  μέσους  αιώνας  άντιπάθειαν  κατά  τοΰ  λαοϋ 
των  σταυρωσάντων  τόν  Ίησοΰν.  "Ισως  δε  και  πράγματι  ή  έν  τη  πό• 
λει  διαυ-Ονη  αύτοϋ  συνετέλει  εις  παρακώλυσιν  της  διαδόσεως  των  χρι- 
στιανικών ιδεών. 

"Εγκατασταθείς  δ'  έν  Σπάρτη  ό  όσιος  άρχεται,  βοηθούμενος  ύπό 
τοϋ  αρχιεπισκόπου  Θεοπέμπτου,  της  οΐκοδομήσεως  εκκλησίας  μελ- 
λούσης νάφιερωθή  εις  τόν  Σωτήρα,  την  Θεοτόκον  και  την  άγίαν  Κυ- 
ριακήν.  Άλλα,  τοϋθ'  όπερ  αποδεικνύει  τάς  δυςχερείας,  καθ'  ων  έπά- 
λαιεν  έτι  έν  αύτφ  τφ  δεκάτω  αΐώνι  ύπερμεσοΰντι  ή  έν  τη  Λακωνική 
διάδοσις  του  χριστιανισμού,  ευρέθη  άνηρ  ευπατρίδης,  ό  Ιωάννης 
Άρατος,  όςτις,  προστατεύων  τους  Ιουδαίους,  παντοίας  έμηνανατο 
άντι-ράςεις,  παρακωλύων  την  κτίσιν  της  εκκλησίας"  άλλ'  αί  συκο- 
φαντίαι  τοϋ  εύπατρίδου  και  αί  σκευωρία•,  αύτοϋ  δεν  άνεχαίτιζον  τόν 
ιερόν  ζήλον  τοϋ  Νίκωνος.  Τέλος  δε  προς  έξερεθισμόν  αύτοϋ  καϊ  Ίου- 
δαίον  έργάτην  κατώρθωσεν  ό  "Αρατος  νά  παρεμβάλη  μεταξύ  τών 
προς  κτίσιν  τοϋ  ναοϋ  εργαζομένων.  Άλλα  δεινός  πυρετός  καϊ  θάνα- 
τος έπακολουθήσας  εις  αυτόν  υπήρξαν  ή  τιμωρία  τοϋ  εχθρού  τοϋ 
Νίκωνος.  Τό  δε  θαϋμα  τοΰτο,  όπερ  διά  μακρών  διηγείται  ό  βιογρά- 
φος, συνετέλεσε  λίαν  εις  την  έπιστροφήν  τών  Λακώνων  εις  την  πί- 
στιν  τοϋ  Χριστού.  Ό  Νίκων  ένίκησε,  και  τό  Μετανοείτε  έ'γεινε  πρά- 
γμα.   Άπό  Ταϋγέτου  με'χρις   Ιθώμης  έθριάμβευσε  τό  εύαγγέλιον. 

"Ότε  δε  περί  τό  998  κατέλαβε  τέλος  τον  Νίκωνα  μετά  βίον  εύαγ- 


—   505  — 

γελικώτατον  δεκαετηρίδων  όλων  ό  θάνατος,  ή  μονή,  ήν  ζών  είχε 
κτίσει  και  ήτις  έφερε  το  όνομ'  αύτοϋ,  αποβαίνει  κε'ντρον  ευεργετικής 
συνεχίσεως^τού  χριστιανικού  έργου  του  όσιου,  επιζώντος  και  μετά  τον 
θάνατον  αύτοΰ,  και  ή  μνήμη  αΰτοΰ  σώζει  την  μονήν  άπο  παντοίων 
κινδύνων.  Και  νεκρός  ό  Νίκων  έπιχέει  έπΐ  την  Λακεδαίμονα  αϊγλην, 
και  το  θνητόν  αΰτοΰ  σκήνωμ'  αποβαίνει  πηγή  θαυμάτων. 

Οι  δέ  Πελοποννήσιοι  ναΰται  εις  αυτόν  ώς  εις  προστάτην  άνε'θετον 
και  παρ'  αΰτοΰ  έκαραδόκουν  την  διάσωσιν  τών  πλοίων  αυτών  έν  ταΐς 
τρικυμίαις. 

Ό  βίος  του  όσιου  Νίκωνο:  δεν  γνωρίζει  εις  ημάς  μόνον  την  δράσιν 
του  άγιου  ανδρός,  άλλ'  εϊνε  και  αξία  λόγου  ιστορική  πηγή  δια  την 
ΐστορίαν  της  Λακεδαίμονος  έν  τοις  σκοτεινοΐς  χρόνοις  τών  μέσων  αιώ- 
νων. Έκ  τών  σελίδων  δ'  εκείνων  άποκομίζομεν  έξαίρετον  εικόνα  της 
καταστάσεως  της  Λακωνικής  έν  τω  δεκάτω  αΐώνι,  ην  δια  τών  έξήζ 
συνοψίζει  ό  Ηορί' 1. 

«Έν  Λακωνική  έδρεύουσιν  έν  μέρει  πλούσιοι  και  εύπαίδευτοι  οίκη- 
τορες,  άλλα  μεταξύ  τούτων  δέν  είν;  σπάνιαι  βιαιοπραγίαι,  καθ' 
ά  και  έν  τη  λοιπή  Ελλάδι.  Ιδίως  δέ,  ώς  εικός,  ύφίσταντο  πολλά 
δεινά  έκ  της  ύπερφροσύνης  τών  Χριστιανών  και  του  φανατισμού  αυ- 
τών οι  Ιουδαίοι,  οΐτινες  έν  τη  Λακεδαίμονι,  καθ'  ά  και  έν  ταϊς  λοι- 
παϊς  πόλεσι  της  Πελοποννήσου,  απετέλουν  έν  μέρει  κοινότητας  με- 
γάλας.  Πιέσεις  τών  αρχόντων  είνε  και  έν  ταύτη  τη  έν  τη  άπωτάτη 
γωνία  της  Ελλάδος  άπωκισμε'νη  χώρα  καθημεριναί.  Πλην  δ'  αυτών 
φθείρουσι  την  χώραν  οι  ληστρικοί  καϊ  άγριοι  γείτονες,  οί  Σλάβοι  Με- 
λιγγοί,  οΐτινες,  καίπερ  τασσόμενοι  υπό  δοϋκα  διοριζόμενον  υπό  το^ 
αΰτοκράτορος,  οίος  ό  υπό  του  βιογράφου  του  Νίκωνος  αναφερόμενος 
Άντίοχος,  διατηροΰσι  την  τε  εΐδωλολατρείαν  και  ποιάν  τίνα  άνεξ- 
αρτησίαν,  φιληδοΰσιν  έπινειροΰντες  αυθαιρέτους  ληστρικάς  έπιδρομάς 
εναντίον  τών  ποιμνίων  τών  Λακεδαιμονίων,  ληστεύουσιν  ειρηνικούς 
οδοιπόρους  ή  και  προάγουσιν  ώς  μαχαιροβγάλται  τους  πλεονεκτικούς 
σκοπούς  έπιχωρίων  αρχόντων.  *Αν  δέ  προςθέσωμεν  εις  πάντα  ταύτα 
τόν  σεισμόν  τον  διασείσαντα  σύμπασαν  την  Λακωνικήν,  έ'χομεν  πρό 
ημών    θλιβεράν,    άλλ'    αληθή    εικόνα   της    κοινωνικής    και    εσωτερικής 

1  ΘβδΰΙιίοΙίΙβ    (χΐϊβοΐιβπΐ&ηίΐϋ    έν   τ?,  Έγ<υ*λοπαιονα  τον    ΕνδΰΗ   και    ΟτΐΐύβΓ 
Μι>.  Α'  Τομ.  85  σ.   138  κ.  έ. 


—    \0Κ  — 

καταστάσεως  της  Πελοποννήσου  κατά  τον  δέκατον  και  ένδέκατον 
αιώνα.  Παρήγορος  δε  μόνον  είνε  η  μνεία  Ιταλών  έμπορων  έν  Λακε- 
δαίμονι.  Βλέπομεν  δέ,  δτι  ή  πόλις,  ήτις  όπωςδήποτε  μετά  τον  σει- 
σμον  ανέλαβε  μεθ'  ικανής  ταχύτητος,  ήτο  χωρίον  έπικαίρως  ενόν  προς 
διεξαγωγην  εμπορίου-  ό  δ'  Ευρώτας,  παρ'  ω  αναφέρεται  λιμην  προς 
δυσμάς  της  πόλεως,  διευκολύνει  την  μετά  της  θαλάσσης  έπικοινω- 
νίαν.  Οι  δ'  έζ  Άκυληίας  έμποροι  εκείνοι  άνηκον  πιθανώς  εις  τους  Βε- 
νετούς εκείνους  τους  τότε  άγεληδόν  διατρίβοντας  έν  τω  βυζαντιακώ 
κ,ράτει  και  συν  τω  χρόνω  διοργανώσαντας  έν  αύτώ  αύτό^ρημ'  αποι- 
κίας και  τυχόντας  μονίμου  εγκαταστάσεως». 


ΠΕΡΙ  ΤΗΣ  ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ 
ΤΟΥ  ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ  ΑΘΗΝΩΝ  ΜΙΧΑΗΛ  ΑΚΟΜΙΝΑΤΟΥ 


Αϊ  προ  της  ευρέσεως  της  τυπογραφίας  κατά  τους  μέσους  αιώνας 
βιβλιοθήκαι  ήσαν  μικραί  διά  το  βαρύτιμον  και  πολυδάπανον  τών  χει- 
ρογράφων βιβλίων,  αϊ  δε  περί  αυτών  σωζόμεναι  ειδήσεις  είνε  σπάνιαί 
τίνες  και  άγαπηταί  ού  μόνον  έκ  περιέργειας  βιβλιογραφικής,  άλλα  και 
διότι  καθιστώσι  πολλάκις  δυνατόν  τόν  όρισμόν  της  προελεύσεως  γνω- 
στών κωδίκων  καϊ  διευκολύνουσα  τήν  ταζινομησιν  άλλων.  Και  περί 
μεν  άλλων  τινών  ελληνικών  βιβλιοθηκών  και  τών  καταλόγων  αυτών 
θα  πραγματευθώ  άλλοτε"  ενταύθα  δε  θα  γείνη  βραχύς  λόγος  περί  τή? 
βιβλιοθήκης  Μιχαήλ  του  Ακομινάτου,  δςτις  έχρημάτισε  μητροπολί- 
της Αθηνών  από  του  1182  έ'ως  τού  1205,  μετά  δε  τήν  υπό  τών 
Φράγκων  άλωσιν  της  πόλεως  άπήλθεν  εις  τήν  νήσον  Κέω,  έν  ή  εζησεν 
υπέρ  τους  δέκα  έ'τι  χρόνους  1.  Συνήγαγον  δε  τάς  περί  της  βιβλιοθήκης 
αύτου  ειδήσεις  έκ  τών  ανεκδότων  έργων  τού*  ανδρός,  σωζόμενων  άλ• 
λαχοϋ  τε  και  πληρέστερον  έν  τω  κώδικι  της  έν  Φλωρεντία  Λαυρεντι- 
ακής  βιβλιοθήκης  ΡΙαί.  59  00(1.  XII  2. 

Ό  Μιχαήλ  ήδη  κατά  τα  ετη  της  έν  Κωνσταντινουπόλει  διαμο- 
νής προ  της  εις  Αθήναις  έλεύσεως  ήσχολεΐτο  περί  τήν  συναγωγήν  βι- 
βλίων. Καίτοι  δε  συχνά  έκ  της  μεγάλης  πόλεως  άπήγοντο  βιβλία  εις 
τήν  ξένην  Οπό  Ιταλών,  οΐτινες  πλείαττας  όλκάδας  φορταγωγοΐ/ς 

*  Έδημοσιεύθη  το  πρώτον  έν  τώ  Άθηναίω  Τομ..  ζ"'  (1877)  σ.  351  κ.  έ. 

1  Πρβλ.  Σπνρ.  Π.  Λάμπρου  Α•'  Αθήναι  περί  τα  τέλη  τοΰ  δωδεκάτου  αιώνος. 
Έν  Αθήναις.  1878  3.  106  κ.  Ε.  Κατ'  άλλους  ό  Ακομινάτος  ήλθεν  ώς  μητροπολίτης 
Ης  τάς  Αθήνας  τω  1175  (ϊδε  αυτόθι),  κατά  δέ  τόν  Φβρδ.  ΓρηγορόΖιον  (Ιστορία  της 
πόλεως  Αθηνών.  Έλλ.  μετάφρ.  Σπνρ.  Π.  Λάμπρου  Τόμ.  Α'  α.  281)  και  προ 
τοΰ  1175. 

3  Μετά  τήν  δημοσίευσιν  της  πραγματείας  ταύτης  έξέδωκα  ταΰτα  εις  δύο  τόμους  δπό 
τήν  έπιγραφήν  Μιχαήλ  Ακομινάτου  τά  σωζόμενα.  Έν  Αθήναις  1879-1880.  Διό  εις 
*ήν  ε/δοσιν  ταύτην  γίνονται  ενταύθα  αϊ  παραπομπαί,  έν  ώ  έν  τω  Αθηναίω  παρ£Γί;.ι- 
πον  εις  τά  φύλλα  του  λαυρεντιακοΰ  κωδικός. 


—   408  — 

τοιούτων  άγωγίμων  άναπλήοαντες  είς  την  ένεγκαμένην  κατ- 
ίχραν  ι,  ούχ  ήττον  ό  Ακομινάτος  προςεκτήσατο  πολλά  και  παντοία 
βιβλία  έν  Κωνσταντινουπόλει,  άτινα  κατήγαγεν  εις  Αθήνας  μεταβάς 
αύτόσε  2. 

Και  κατά  τον  μακρόν  δε  χρόνον  της  εν  Αθήναις  διαμονής  προςε- 
κτατο  πολλαχόθεν  κώδικας,  τους  μεν  αγοράζων,  τους  δε  λαμβάνων 
δωρεάν,  έπ'  ίσης  δε  και  γράφων  ίδια  χειρί.  Επειδή  δε  ό  Μιχαήλ 
κατώκει  έν  τη  Άκροπόλει,  αυτόθι  βεβαίως  εκείτο  και  ή  βιβλιοθήκη 
αΰτοϋ.'Ίσως  δ' έφυλάσσοντο  τά  βιβλία  τοϋ  μητροπολίτου  έν  τφ  Παρ- 
θενώνι,  δςτις  τότε  ήτο  εκκλησία  τιμώμενη  έπ'  ονόματι  Παναγίας  της 
Άθηνιωτίσσης.  Τουλάχιστον  έν  χρόνοις  μεταγενεστέροις  ύπήρχον  παρά 
τήν  άγίαν  τράπεζαν  6ύο  θήκαι  περιέχουσαι  βιβλία3.  Υπήρχε  μά- 
λιστα παράδοσις,  ότι,  ότε  οί  Τούρκοι  κατελαβον  τήν  πόλιν,  οί  άνοί- 
ζαντες  τάς  θήκας  ταύτας  έτυφλώθησαν,  και  διά  τοΰτο  έμειναν  ετι 
κλεισταί   δύο   άλλαι  θήκαι   διά   τον   φόβον   όμοιου   κινδύνου 4. 

Τών  βιβλίων  άλλα  μεν  ήγόραζεν  ό  Ακομινάτος,  άλλα  δ'  έ'γραφεν 
ιδία  /ειρί,  άλλα  δε  προςεκτατο  όθεν  ήτο  δυνατόν.  Βραχύν  χρόνον 
μετά  τήν  είς  Αθήνας  άφιξιν  έγραφε  τω  πατριάρχη  θεοδοσίω,  εξο- 
ριστώ ήδη  οντι  έν  Τερεβίνθω"  Γεωργικού  βιβλίου  χρήζομεν,  και 
έπει  πολλά  τοιαντα  οιδα  έ^ειν  την  άγιωοννην  σου,  παρα- 
καλώ σταληναί  μοι  εν  άπ'  αυτών  ή  δοθηναι  προς  τον  αν- 
τάδελφόν  μου  έφ'  ω  μεταγραφήναι.  Μετά  γάρ  τών  λοιπών 
ματαιοτήτων  και  τη  περί  γεωργίαν  προςκεΐοθαι  άναγκαζό- 
μεθα5.  Ιδία  δε  χειρϊ  είχε  μεταγράψει  βιβλίον  του  Βουλγαρίας  Θεο- 
φύλακτου έξηγητικόν  τών  επιστολών  τοϋ  αποστόλου  Παύλου,  όπερ 
ήλπιζε  νά  εχη  παραμυθίαν  τοϋ  γήρατος6.  Είνε  δε  περίεργον,  ότι  ό 
λαυρεντιακός  κώδιζ,  ό  πληρέστατος  πάντων  τών  έν  οίς  σώζονται  τά 
έργα  του  Ακομινάτου,  περιέχει  και  τάς  έπιστολάς  του  Θεοφύλακτου" 
ώςτε  δεν  είνε   άπίθανον,    ότι   ανάγεται  είς   άρχέτυπον    ίδιόγραφον  του 

1  Μιχαήλ    Ακομινάτου  Τό[λ.   Α'   σ.   17,24   Χ.  Ι. 

2  Αυτόθι  Τόμ..  Β'  σ.  -295,20  χ.  Ι. 

•'1  ΜίοϊιαβΙκ  Όα\-  ΡαιΊήβπυη  σ.  47  οημ.  172. 

4    Ιΐρδλ.    την    διήγησιν    του    Καπουχ.ίνου   ΑΙβΧΪδ    πάρα   τω    Σ,αόοτάβ    ΑΐΗβΠβκ 
ηιιχ  XV,   XVI,   XVII  ϋϊί;οΙβ8  Τόμ.  Α'  σ.  108  έν  σημειώσω. 
•'  Μιχαήλ    Ακομινάτου   Ύόμ.,  Β'  σ.  35,4    Χ.  ί. 
«  Αυτόθι  β.  242,17.  296,10. 


—   4Ό9  — 

Μιχαήλ,    περιέχον    προς    τοις    έργοις    αύτοϋ    και    τάς    έπιστολάς    τοϋ 
Βουλγαρίας. 

Ακριβείς  ειδήσεις  περί  της  βιβλιοθήκης  τοϋ  Ακομινάτου,  οία 
άπηρτίσθη  έν  Αθήναις,  δεν  εχομεν.  Βέβαιος  δ'  είνε  ό  σκορπισμόί 
τών  βιβλίων  κατά  την  υπό  των  Φράγκων  άλωσιν  της  πόλεως  τφ 
1205.  Μάτην,  λέγει,  έθησαύριζον  τα  τοιαύτα  κατά  τον  παρά  Δαυίδ 
ταραττόμενον  άνθρωπον,  οΰ  γινώσκων  τίνι  συνάζω  αυτά.  Διότι  πού 
νά  έφανταζόμην  ό  δείλαιος,  ότι  αποταμιεύομαι  ταΰτα  ουδέ  καν  δι' 
όμογλώσσους.  άλλα  διά  βαρβάρους  Ιταλούς,  01,  μήτε  τά  έν  αύ- 
τοΐς  γεγραμμένα  έπιέναι  οίοι  τ,ε  όντες.  μήτε  δι'  υποβολέως 
άμφιγλώττου  συνιέντες*  μάλλον  γαρ  όνοι  λύρας  και  κάν- 
θαροι  μύρου  αΐσθήσονται  ή  ούτοι  αρμονίας  λόγου  και  χά- 
ριτος• δμως  και  της  άπ'  αυτών  ήμΐν  ψυχαγίογίας  έφθόνη- 
σαν,  ώς  και  διά  της  απεμπολήσεως  αυτών  οι  άπληστοι 
κερδάναι  διά  σπουδής  θέμενοι1.  Και  άλλαχού  δε  παραβάλλει 
τους  τάς  βίβλους  κατέχοντας  Ιταλούς  προς  την  κακήν  λυσσαλέαν 
κϋνα,  ήτις  κατά  τήν  παροιμίαν  ούτε  αυτή  άπτεται  τών  κριθών  και 
τό  κριθοφαγουν  ύποζύγιον  άπείργει  2.  Έπραξαν  λοιπόν  και  έν  Αθή- 
ναις οί  Φράγκοι  οίά  τίνα  και  οι  Βενετοί  έν  Κωνσταντινουπόλει,  οΐτι- 
νες  πλείστα  τών  σκευών  και  τών  πολυτελώς  έσταχωμένων  βιβλίων 
της  Άγια;  Σοφίας  μετεκόμισαν  εις  Βενετίαν,  ένθα  έτι  και  νυν  έγεί- 
ρουσι  τον  θαυμασμόν  τών  θεωαένων,  τινά  μεν  έν  τω  θησαυροφυλακίω 
τοϋ  Άγιου  Μάρκου,  τινά  δ'  έν  τη  Μαρκιανή  βιβλιοθήκη.  Άλλ' 
εκείνα  μεν  ήσαν  λάφυρα  πλούσια  και  κατάλληλα  προς  δημοσίαν  άρ- 
παγήν,  τά  ο'  έν  Αθήναις  πενιχρότερα.  Αντί  τών  άργυροτεύκτων 
και  χρυσοήλων  καλυμμάτων  τών  έκ  της  Άγιας  Σοφίας  και  τών  βα- 
σιλικών μεγάρων  άρπαγέντων  ευαγγελίων  τά  βιβλία  της  μητροπό- 
λεως Αθηνών  ήταν  μεθ'  ιερατικής  σεμνοτητος  έσταχωμενα.  Μανθά- 
νομεν  περί  δύο  βιβλίων,  ότι  τό  μέν  ήτο  γερανοτόμαρον,  το  δε 
μαυροτόμαρον  3.  Διά  τούτο  οί  καταλαβόντες  τάς  Αθήνας  Φράγ- 
κοι, προτιμώντε;  της   έπισήυ.ου   συλήσεω:   κέρδος    προ^ειρον,   έπώλουν 


1  Αύτοθι  σ.  295,20-296,6. 

2  Αΰτοθι  σ.  242,1  χ.  έ. 

3  Αυτόθι  σ.  242,19- 20. 


—  4!0  — 

τους  κώδικας  εις  τους  χρνσόν  εγχέοντας*  ταύτη  γαρ  και  μόνη 
τη  νλη  τα  τοιαύτα  κήτη  άλώσιμα  ί. 

Έσπάνιζε  λοιπόν  εν  Κέω  βιβλίων  ό  Ακομινάτος2,  άλλα  κατά  μι- 
κρόν κατώρθωσε  νά  περ'.συναγάγΥ)  τινά  των  εις  αύτον  ποτέ  ανηκόν- 
των, δίδων  οδηγίας  εις  τους  εν  Αθήναις  φίλους,  η  και  άλλα  να 
προςκτήσηται.  Και  τίνες  μεν  των  άγορασάντων  τα  πάρα  των  Φράγ- 
κων πωληθέντα  έχάρισαν  τους  κώδικας  τω  Μιχαήλ3,  περί  τούτου 
οέ  ή  εκείνου  των  παλαιών  αΰτου  βιβλίων  μαθών  ό  Ακομινάτος  ζη- 
τεί νάποσταλη  αύτώ  ονχ  ώς  έμόν  πάλαι  γαρ  άπεβαλόμην 
τοντο  και  ύπό  δεσποτείαν  έτερου  μεταπέπτωκεν,  άλλ1  ως 
οώρον  ή  ώς  δάνειον  4.  Ούτω  παρά  μεν  του  έν  Αθήναις  Βχρδάνη  είχε 
λάβει  τρεις  δέλτονς  των  ποτέ  ημετέρων5,  προς  δε  τον  άνεψιον 
Μιχαήλ  εγραφίν•  εάν  το  ΐίμισν  τον  αριστοτελικοί/  Όργανον 
άνελάβον,  στεϊλόν  μοι,  πλην  μετά  πιστοί;  άνθρ<ύπον  και 
έν  άφόβω  καιρώ•  ώς  έοικεν,  ει  ενοισκες  πλοιάρια,  και  αυ- 
τήν την  τροφήν  τών  παιδιών  σον  αρπάζων  εκ  των  στομά- 
των αντών,  έστελλες  αν6. 

Και  άλλα  δε  τών  συγγραμμάτων  του  Αριστοτέλους  έλαβε.  Μετά 
οέ  τοΰ  ιατρού  Νικολάου  του  Καλυδοΰκη  ήσχολείτο  εν  Κέω  περί 
σνναναγνοίσεις  ποτέ  μεν  γαληνείων  σνγγραμμάτων,  ποτέ 
δέ  αριστοτελικών  τών  δσα  λνσιτελονσιν  εις  κατάλη\|;ιν  τών 
επιστημονικών  αποδείξεων  Γαληνοί;7.  Έν  τούτοις  δέ  ητο 
πάντως  και  τό  Περί  ζώων  τοΰ  Αριστοτέλους,  επειδή  ό  Μιχαήλ, 
παραπονούμενος  περί  του  αρχίατρου  Γεωργίου  του  Καλλίστου,  ταύ- 
τα γράφει  προς  Εύθύμιον  τον  Τορνίκην  περί  συγγραμμάτων  Γαληνού 
λχΙ  Αριστοτέλους•  Διεκομίσθη  γάρ  άλλα  τε  βιβλία  τον  θαν- 
μαστον  Γαληνού  και  τό  Περί  μεθόδων  ανατομικών  και  τό 
Περί  τών  καθ'  Ίπποκράτην  και  Πλάτωνα  δογμάτων,  ά 
σνναναγνόντες  ον  μικρά  αν  άλλήλοις  σννεβαλόμεθα,  εγώ 

1  Αυτόθι  σ.  242.14. 

2  Αυτόθι  σ.  223.20.  241,24,  291,27. 

3  Αυτόθι  σ.  296,6. 

*  Αυτόθι  σ.  296,15. 

8  Αυτόθι  σ.  241,27. 

,;  Αυτόθι  α.  140,16  κ. ε. 

7  Αυτόθι  σ.  219,12. 


—  411  — 

μέν  αύτω  εις  την  περί  των  δογμάτων  πραγματείαν,  αυτός 
δ'  έμοι  προς  την  άνατομικήν  θεωρίαν.  Και  έπει  σχασάμε- 
νος  το  πολιτεύεσθαι  ούχ  εκών  πολλήν  άγω  σχολήν,  κατό- 
πτευσα αν  έργα  φύσεως  θαυμαστά  έναργέστερον  και  δια 
της  φύσεως  έπι  τον  δημιουργόν  αυτής  άνεπτερώθην  θερ- 
μότερον.  "Αμα  δέ  ουδέ  Αριστοτέλους  αν  εΐημεν  άνήκοοι 
ές  τέλος,  έν  πολλοίς  των  Περί  των  ζώων  μορίων  γεγραμ- 
μένων  αύτω  παραπέμποντος  ημάς  ές  την  άνατομικήν  θεω- 
ρίαν, κάκεϊθεν  άξιοΰντος  μανθάνειν  αισθητώς  τα  έν  λόγοις 
φιλοσοφούμενα•  χαι  μάλλον  οτι  ού  σχολής  μόνον  ήμϊν 
αφθονία,  άλλα  και  ζώων  των  άνατμηθησομένων,  ού  Σα- 
τύρων λέγα),  ού  κυνοκεφάλοον.  ού  πιθήκων,  άλλ'  ουδέ  άρ- 
κτων. Και  αύται  γαρ  σπάνιοι  και  δυςθήρατοι,  και  μάλιστα 
νυν,  δτε,  και  εί  που  θηραθεΐεν,  ταΐς  λατινικαΐς  δωροφο- 
ροϋνται  τραπέζαις,  ως  ήδιστον  αύταϊς  δι^τον  και  εύκταιό- 
τερον  ή  τοις  Ίουδαίοις  ό  παρ '  αυτών  προςδοκώμενος  Λευ- 
ιθάν*. 

Είχε  6έ  και  άλλα  ιατρικά  συγγράμματα  λάβει  ό  Ακομινάτος,  δς- 
τις,  προςβληθείς  ύπό  ημιπληγίας  και  ζητών  παρά  του  ίατροΰ  Καλο- 
δούκη  την  άπό  της  τέ/νης  βοήθειαν,  έλαβεν  άντ'  αυτής  το  σύγγραμ- 
μα του  Γαληνού  Περί  υγιεινών  διαιτημάτων  (κατά  τον  κώδικα 
διηγημάτίον  ),  ώς  ονομάζει  αύτο  ό  Μιχαήλ,  έν  φ  συνήθως  επιγρά- 
φεται Υγιεινών  βιβλία  ς-'2.  Γράφει  δ'  αΰτώ  περί  τούτων  δια  μα- 
κρών έν  ιδία  επιστολή3.  Είχε  δέ  βεβαίως  λάβει  και  τά  παρά  του 
αρχίατρου  Γεωργίου  του  Καλλίστου  αιτηθέντα,  τών  γαληνείων 
συγγραμμάτων  τά  ήμϊν  άρμοδιώτερα  και  λυσιτελέστερα4. 
Άλλα  και  άλλα  ιατρικά  βιβλία  εί/ε  περισυναγάγει.  /ρησιμα  προς 
την  κατέχουσαν  αυτόν  άσθένειαν  και  παραμυθητικά  του  πονη- 
ρού γήρατος.  Τά  του  Νικάνδρου  Θηριακά,  άτινα  ήτει  πάρα  του 
Βαρδάνη  5,     είχε    λάβει,     ώς    φαίνεται"     διότι    έν     επιστολή    κατόπιν 

1  Αυτόθι  σ.  190,16 — 191,3. 

2  Αυτόθι  σ.  234,13. 

:ί  "Ιοε  αυτήν  έ/.3εδομ.ε'νϊ)ν  αυτόθι  ι.   234,1 — 237,14. 
*  Αϋτόθ!  σ.  203,7. 

3  Αυτόθι  σ.  242,24. 


—   415  — 

γραφείση  προς  τον  έπίσκοπον  Καρύστβυ  εκφράζει  την  εύγνωμοσύνην 
αύτοϋ  προς  τον  άρχιατρόν  Γεώργιον,  ότι  μετέγραφε  τον  Νίκανδρον 
άπό  αντιγράφου,  δπερ  έοικεν  είναι  βιβλίον  έ  σφραγισμένο  ν 
προς  άνάγνωσιν,  οιμαι,  πάσι  πλίιν  αύτοΰ'  όντως  άρχαιο- 
τάτοις  και  οΐον  έτερογλίόσσοις  και  τοΰτοις  έξαληλιμμένοις 
στοιχείοις  εις  άμυδρόν  ύποκεχάρακτο,  ώςτε  θάττον  αν  τις 
όδόν  όφεως  έπι  πέτραν  γνοίη,  το  και  Σολομώντι  άγνωστον, 
η  τα  εν  αύτω  περί  όφεων  έποποιά  διηγήματα.  Αυτός  δ' 
δμως  την  παρ'  ημών  έπιταγήν  ώς  άλλην  έντολήν  Κυρίου 
δεξάμενος,  φωτίζουσαν  οφθαλμοί/ς,  διοοπτευσεν  ακριβώς  τά 
ούκ  έπίοπτα,  και  τά  ούχ  άλωτά  τυχοΰσιν  όφθαλμοΐς  νι- 
κάνδρεια  Θηριακά  άνελέξατο  και  μετεγράψατο  θηρώμενος, 
ώς  ούδ'  ελατός  αύτη  τά  έρπυστικά  η  ό  των  ορνίθων  οξυ- 
δερκέστατος ι.  Πιθανώς  δ'  ό  κώδιξ  ούτος,  δν  είχε  κατορθώσει  να 
μεταγράψη  ό  Γεώργιος,  ήτο  ό  αυτός  ον  εΐ/ε  λάβει  ό  Ακομινάτος 
παρά  τοΰ  Βαρδάνη. 

Δύο  δέ  μάλιστα  κώδικας  έπεθύμει  να  λάβη  έκ  των  ποτέ  ανηκόν- 
των εις  την  βιβλιοθήκην  αύτοΰ'  ό  Ακομινάτος,  την  Γεωμετρίαν  τοΰ 
Εύκλείδου  και  το  Έζηγητικόν  του  Θεοφύλακτου,  περί  ου  εγεινε  λό- 
γος ανωτέρω.  Πρόςσχες  δέ,  έγραφε  τω  Βαρδάνη  εις  Αθήνας,  ϊνα 
πρώτην  την  Γεωμετρίαν  σπουδάσης  έκσπάοαι,  ής  η  αρχή 
Χημ.εϊ'όν  έστιν  ου  μιέρος  ουδέν,  ή  δέ  επιγραφή  Εύκλεί- 
δΌυ  στοιχε?ον  α,  εϊτα  τοΰ  Βουλγαρίας  έξήγησιν  εις  τάς 
έπιστολάς  τοΰ  άγιου  Παύλου,  ΐδιόγραφον  έμής  χειρός. 
Είσι  δέ  αμφότερα  βαμβύκινα  σύμμετρα,  το  μέν  γερανοτό- 
μαρον,  το  δέ  μαυροτόμαρον,  και  άντι  τοΰ  δοθησομένου  τι- 
μήματος αυτών  λή\|;η  τον  Θουκυδίδην,  καίτοι  ά  σύ  έχεις 
έμά  είσιν  είς  άνάγνωσιν  και  τά  έμά  σά.  νΑλλως  τε  ουδέ  εν 
τω  άποθνήσκειν  λήψομαι  τά  πάντα,  άλλ'  υμΐν,  τοις  έμοϊς 
φοιτηταΐς,καταλήι(/ομαι.  Τον  Νίκανδρον  οΰπω  άπέστειλας2. 

Και  την  μεν  Γεωμετρίαν  τοΰ  Εύκλείδου  έλαβε  πιθανώς.  Ούκουν 
άνέχη,  έγραφε  τω  αϋτώ,  το  μη  έκπέμπειν  και  των  αγαθών  εν 
γέ  τι  ή  έπαγόμενον  ή  εύαγγελιζόμενον,  ώςπερ  και  το  στα- 

1    Αυτόθι  σ.  206,5-17. 
?  Αυτόθι  σ.  242,15—24. 


—  413  — 

λεν  έναγχος  προς  οίς  είπον  άρτι  και  άλλο  τι  των  προς  ήδο 
νήν  μοι  άπήγγειλε,  το  άναρρύσασθαί  φημι  την  τοΰ  Ευκλεί- 
δου  στοιχείωσιν,  η  ν  όπως  ού  παρά  χρήμα  άπέσταλκας 
έθαύμασα.  "Ιοως  υπό  της  λεγοΰσης  Ουκ  εν  πένθε:  γεω- 
μ.ετρείν  παροιμίας  ήπάτησαι.  Άλλ'  έγο^γε,  ώ  φίλον  τέκος. 
εν  τω  σκοπέλω  τώδε  καθήμενος  και  πενθών,  επει  άλλον 
συλλυπούμενον  και  παρακαλοΰντα  ουχ  εΰρίσκίο,  ανά  χεί- 
ρας την  τοιαντην  δέλτον  κατέχουν  σοφήν  ουσαν,  ου  μέντοι 
γε  θρηνούσαν  κατά  τάς  καλουμένας  παρά  τω  Ιερεμία  ου- 
τωςι,  τοϊς  εξ  αφαιρέσεως  αυτής  θεωρήμασιν  απασχοληθώ 
τον  νουν  και  6σα  γεφύραις  αύτοΐς  χρίόμενος•  οΰτα)  γάρ 
παρά  των  παλαιών  κέκληνται  και  είσίν  άπό  τών  ένύλων 
προς  τά  νοητά  διαπορθμευθήσομαι  και  τοις  εκείνων  άδο- 
λεσχήσο:»  κάλλεσι  και  τών  λυπούντων  η  έπιλήσομαι  η  κου- 
φισθήσομαι.  Μη  γοϋν  άναβάλλου  την  άποστολήν  θέλων 
παραμυθεϊσθαί  με  ι.  Τό  δέ  του  Βουλγαρίας  Έξηγητικόν  είχε  πέ- 
σει εις  τάς  χείρας  του  Ευρίπου  Θεοδώρου,  παρ'  ου  γιτήσατο  αυτό, 
παρακαλών,  ει  μεν  δυνατόν,  να  χαρισθνί  αΰτω,  ει  δε  μή  νά  σταλγ, 
επί  τω  δρω  επιστροφής2,  άλλ'  άγνοοϋμεν  άν  ποτ"  ελαβον  αυτό. 
"Αλλα  δε  τέλος  βιβλία  εκ  των  άλλων  ιδικών  του  είχον  περιέλθει 
εις  χείρας  τοϋ  άνεψιοΰ  Νικήτα,  δςτις  διαμείνας  βραχύν  τίνα  χρό- 
νον  παρά  τω  θείω  έν  Κέω  είχεν  αναχωρήσει  έπειτα  οΐς  Αθήνας.  Μέ- 
νων δ'  άφιλο:  ό  Ακομινάτος  γράφει  αΰτω1  Εί  δ'  ουδείς  ούδαμό- 
θεν  έτι  ^ανήσεται,  ούδ'  ούτως  άι|/υχαγώγητον  εξαντλήσω 
τό  τουμοϋ  βίου  λειπόμενον.  Άποχρήσει  γάρ  μοι  τό  συνεϊ- 
ναι  τοις  πάλαι  σοφοΐς,  δι'  ών  φθέγγονται  βίβλων  είςέτι  και 
νϋν,  παντοδαπών  ομιλιών  εκείνων  υπακροο3μενος  •  μάλλον 
άν  όναίμην  οΰτίος  ή  άλλοις  αυτός  διαλεγόμενος.  "Ωςτε 
οφείλεις  συ  ο  πρώτος  ένθένδε  άποπτάς  και  τοις  άλλοις  τοϋ 
έπαποπτήναι  πονηρόν  γεγονο^ς  παράδειγμα  και  μεγάλης 
εντεύθεν  παραψυχής  στερήσας  ημάς,  ώς  αρχόμενοι  τοΰ 
γράφειν  ευθΰς  είπομεν,  καν  την  άπό  τών  βιβλίων  παραμυ- 
θίαν  έπιδαι|ίΐλεύεσθαι,  στέλλων   ΰσα  και  οία  διαμηνυόμεθα 

1  Αυτόθι  σ.  243,8—26. 

2  Αυτόθι  β.  296,8  κ.  ε. 


—  414  — 

γράφοντες.  Ει  γαρ  μηδέ  νυν  αυτών  έμφορούμεθα,  άπό  χει- 
ρών ιταλικών  μεταπεσόντων  έπι  τάς  σάς,  τί  συνήνεγκεν 
ήμΐν  το  δια  μυρίων  περισπερχειών  και  ικετηριών  όσαδη- 
ποτοϋν  τούτων  άναρρύσασθαι ; ' 

Έκ  δε  των  έκκρίτων  συγγραφέων  της  χρχαιότητος  πλην  του  Θου- 
κυδίδου,  δν,  ως  εΐδομεν,  προςέφερεν  εις  τον  Βαρδάνην  ως  αντάλλα- 
γμα του  Εΰκλείδου  και  του  Θεοφύλακτου,  εστάλη  αύτώ  υπό  του  κϋρ 
Βασιλείου  του  Κυνηγού  "Ομηρος,  περί  ου  γράφει  τάδε  τω  Γεωργίω, 
υίώ  του  επισκόπου  Καρύστου  Δημητρίου"  "Ομηρον  άπέσταλκέ 
μοι  ό  κϋρ  Βασίλειος  ό  Κυνηγός,  και  έπελθών  αυτόν  ευρον 
λείποντά  τίνα  κατά  τίνα  διαστήματα-  και  μετά  ταϋτα  έζή- 
τει  τίμημα  δικαίω  τοϋ  Λαπαρδά'  έκείνω  γαρ  άπεχαρίσθη 
το  τοιούτον  βιβλίον  νομίσματα  υπέρπυρα  β'2,  ά  μη  έχον- 
τες καταθεϊναι  άντεστρέι|/αμεν.  Ει  γοϋν  άπέρχη  εις  Αθή- 
νας και  βούλει  ώνήσασθαι  τούτον,  έχε  κατά  νουν  τήν  εΐ- 
όησιν  ταύτην  δυνήση  γαρ  και  τά  λείποντά  άναπληρώσαι 
και  έχειν  τέλειον  'Όμηρον,  ου  άπαντες  οι  ρέοντες  τοις  λό- 
γοις  άρύονται 3. 

Ούτω  λοιπόν  διήλθεν  ό  Μιχαήλ  Ακομινάτος  εν  Κέω  τά  τελευ- 
ταία έ'τη  της  ζωής,  έμμελετών  εις  τάς  δέλτους  των  αρχαίων  4.  Τί 
δ'  εγειναν  τά  βιβλία  αΰτου  μετά  θάνατον  ;  Δυςτυ/ώς  δεν  έ'χομεν  περί 
αυτών  ειδήσεις-  οΰκ  άπιθάνως  δέ  περιηλθον  εις  τίνα  των  συγγενών  η 
φίλων,  καθ'  ά  εϊδομεν  αυτόν  ύπισχνούμενον  έν  τη  προς  τόν  Βαρδάνην 
επιστολή.  Μόνον  δ'  ενός  τών  βιβλίων  αυτού"  τάς  περαιτέρας  τύχας 
γινώσκομεν.  Εκδίδων  ό  Πέτρος  Μορελλης  μέρος  του  Θησαυροί; 
Όρθοδοςίας  του  Νικήτα  Χωνιάτου  5,  προςεφώνει  τόν  Ίωάννην  οΐβ 
δ&ΐηΐ- Αΐκίτββ,    διηγούμενος   τάς    τύχας   του   κωδικός,  έζ  ου  εξέδιδε 

1  Αυτόθι  σ.   271,11—25. 

2  Δύο  νομίσματα  εϊνε  τιμή  κωδικός  ελαχίστη  διά  τους  χρόνους  εκείνους.  "Αγνωστον 
δέ  αν  ό  κώδιξ  ήτο  επί  μεμβράνης   ή  βομβύκινος. 

:>   Αυτόθι   σ.  219,19—27. 

'  Πλην  τών  ανωτέρω  βιβλίων  νεώτεραι  έ'ρευναι,  ιδίοις  του  \νί1αηΐ0^νί(Ζ  νοη  ΜοΙ- 
ΙβίκΙοιΊΤ,  απέδειξαν,  ότι  ό  Ακομινάτος  είχε  μελετήσει  και  τον  Καλλίμαχον,  ού  απο- 
σπάσματα διεγνώσθησαν  έν  ταΐς  συγγραφαΐς  αύτού',  ει  και  δεν  γίνεται  παρ'  αΰτώ  μνεία 
κωδικός  του  ποιητυϋ  τούτου. 

•'  Το  πρώτον  έν  Παρισίοις  τώ  1561. 


—  4152— 

τήν  συγγραφήν  τοϋ  Νικήτα,  ανήκοντα  είς  τον  κίόέσια,ον  εκείνον  άν- 
δρα. Ανέφερε  δ'  ότι  το  ιδιόγραφον  τοϋ  Νικήτα  περιήλθε  αετά  θά- 
νατον αύτοΰ  είς  τον  Μιχαήλ  Άκορ.ινατον  και  κατόπιν  εις  τον  Ιν  Κυ 
ζί*ω  ιερέα  Θεόδωρον  Σκουταριώτην  ,  δςτις  *αί  προέταξεν  ιδία  χει- 
ρΐ  την  του  Μιχαήλ  αονωδίαν  εις  τον  θάνατον  τοϋ  Νικήτα.  Άλούσης 
δε  της  Κυζίκου  ύπό  των  Τούρκων,  ό  κώδιξ  κατήντησεν  εις  [/.ίαν  τών 
αο-ών  του  "Αθω,  και  εκείθεν  μετακομισθείς  εις  Παρισίους  ήγοράσθη 
ύπό  τοϋ  δαϊΐΙΙ-ΑηάΓββ  Χ  Άλλχ  και  ό  ΜοηίΓίΐυοοη  αναφέρει  κώδικα 
βου.ούχινον  περιέχοντα  τον  Θησαυρόν  και  προτεταγαένην  την  αονω- 
δίαν, όςτις  άνήκεν  εις  τον  ΒαΙϋΖβ2.  Εϊνε  δ'  ίσως  ό  αυτός  κ?  ί  ό  εξ 
ου  έξε'δωκεν  ό  Μορέλλης  ν.ε'ρος  του  Θησαυρού.  Πιθανώς  δ'  εϊνε  οΰτος 
ό  νυν  εν  τη  Έθνικη  βιβλιοθήκη  των  Παρισίων  άποκείαενο:  ελληνικός 
κώδιξ  1234.  Κα!  δεν  περιέχονται  μεν,  καθ'  όσον  έξήτασ'  αυτόν,  εν 
αϋτώ  τανω  σηαειωθέντα  ύπό  του  Μορέλλη,  άλλα  πιθανώς  έξέλιπον 
έκτοτε,  άποκοπέντος  ϊσως  του  παραφύλλου  έφ'  ου  ήσαν  νέγρα  αμέ  να. 
Λεν  έξεύρομεν,  αν  ό  Μιχαήλ  Ακομινάτος  είχε  τήν  συνήθειαν  να 
σημειόνη  που  τών  κωδίκων  έν  πεζώ  λόγω  ή  δΓ  ΐάριβων,  ώς  συνείθι- 
ζον  οί  Βυζαντινοί,  ότι  κώδίξ  τις  ήτο  κτήμα  αύτοϋ.  *Αν  δ'  έσημείο- 
νεν,  ϊσως  δύναται  δι'  επιμελούς  εξετάσεως  τών  κωδίκων  τοϋ  Γαληνού, 
Νικάνδρου,  Αριστοτέλους,  •  Θουκυδίδου  3,  Θεοφύλακτου  νά  εύρεθώσι 
κώδικες  άποτελέσαντές  ποτέ  μέρος  της  βιβλιοθήκης  τοϋ  ΐεράρχου  των 
Αθηνών  και  φυλαχθέντες  χρόνον  τινά  έπΐ  τοϋ  Παρθενώνος. 


1  ΡαδΗβίϊΐΑ  ΒΜ\οΙ[ιβθΆ  Οταβοα  1x8.  ΗατΙβδ  Τόμ.  Ζ'  5.743. 

3  Μοηίΐαηαοη  ΡίΐΙ&βο§πιρΙιϊ3.  βιαβοα  σ.  326. 

3  Άπίθανον  εϊνε  νά  ύποθέσωμεν,  ότι  ό  Θουκυδίδης  τοϋ  Ακομινάτου  εινε  ό  επί  περ- 
γαμηνής κώδιξ  του  ιστορικού,  δν  εκέκτητο  τόν  δέκαΐον  πέμπτον  αιώνα  6περμεσουντα  ό 
μητρο-ολίτης  Αθηνών  Ισίδωρος,  επειδή  έν  τω  κώδικι  τούτω,  άποκειμί'νω  νυν  έν  Μο- 
νάνω  υπ'  άρ.  ΟΟΟΟΧΧΧ,  ευρίσκεται  σημείωμα,  καθ'  δ  ό  Ισίδωρος  έξηγόρασε  τήν  βί- 
6λον  έκ  της  πόλεως  (ή'τοι  Κωνσταντινουπόλεως)  αΛχμαλωτι<3θεϊ0αν.  "Ιδε  Σηνο. 
Π.  Λάμπρου  Αθηναίοι  βιβλιογράφοι  ένΈπετηρίδι  ΙΙαρνασσοϋ  "Ετ.  ς'  (1902)  σ.  181 
και  έν  'οίω  τίύνει   σ.  25. 


Η  ΠΡΩΤΗ  ΜΝΕΙΑ  ΤΟΤ  ΑΣΤΡΟΤΣ.  ΤΟΤ  ΑΕΩΝΙΔΕΙΟΥ 
ΚΑΙ  ΤΗΣ  ΑΡΕΙΑΣ 


Το  "Αστρος  εΐνε  σήμερον  δχι  άναξία  λόγου  κώμη  εν  τή  αρχαία 
Θυρεάτιδι.  ήρίθμει  δέ  μετά  της  θερινής  έδρας  Αγίου  Ιωάννου  1424 
κατοίκους  τω  1896.  Εΐνε  δε  γνωστόν  ιδίως  έκ  της  εν  αύτώ  τω  1823 
συγκροτηθείσης  εθνικής  συνελεύσεως.  Το  δε  δνομ'  αΰτου  εΐνε  πιθανώς 
άρναΐον  έλληνικόν,  καθ  ά  και  το  πόλισμ'  αυτό  φαίνεται  ύφιστάμενον, 
καίτοι  άνευ  τίνος  σημασίας,  έν  τη  άρναιότητι,  ώς  συνάγεται  εκ  τί- 
νων περισωζομένων  λειψάνων  αρχαίων  τειχών. 

Άλλα  που  ευρίσκεται  τό  όνομα  κατά  πρώτον ;  "Ηδη  ό  ί/βΕΐίβ 1 
έπε'στησε  την  προςοχην  εις  τό  γεγονός,  ότι  τό  όνομα  τοϋτο  εύρίσκο- 
μεν  παρά  τω  Πτολεμαίω2.  'Αλλ'  ό  Κούρτιος  3  έξήνεγκε  την  γνώμην, 
ότι  ή  μνεία  του  ονόματος  τούτου  παρά  τω  Πτολεμαίω  προήλθεν  έκ 
γλωσσήματος.  Ταΰτά  δ'  έφρόνει  και  ό  ΒϋΓδίαΐΙ4.  όςτις  προςεπιλέγει, 
ότι  τούτο  αποδεικνύεται  και  έκ  τοΰ  λόγου,  ότι  α  αί  περί  του  πολί- 
σαατος  τούτου  σημειούμεναι  θέσεις  εΐνε  αύται  αύτόταται  και  αί  του 
αμέσως  κατόπιν  μνημονευομένου  τόπου  ( Ίνά^ΟΊ/  πόταμου  έκβο- 
λαί».  'Αλλά  τό  επιχείρημα  τούτο  δεν  δύναται  νά  θεωρηθή  πλέον 
ίσχυρόν  μετά  την  εύρεσιν  τοϋ  έν  τή  αγιορείτικη  μονή  τοΰ  Βατοπεδίου 
άποκειμένου  κωδικός  τοϋ  Πτολεμαίου.  Και  δη,  ώς  πας  τις  δύναται 
νά  πεισθή  έκ  τής  πανομοιότυπου  εκδόσεως  του  Ιιίϊ,η^ΐοίδ.  τά  ση- 
μειούμενα μέτρα  εΐνε  διάφορα,  ενόντα  ώδε' 

"ΑΟτρον να  11'  λε  \  δύο 

Ίνάχου  ποταμού  έκβολαϊ να  Ι'  λε  \  Γ' 

'Αλλ'  αν  παρά  ταύτα  ύπάρχη  τις  ό  μη  αποδεχόμενος  ώς  άναμ- 
φηρίστως   γνησίαν  την  μνείαν  του  πολίσματος   παρά  τω  Πτολεμαίω, 

1  ΤΓίΐνβΙδ  ΐη  ΐΗβ  ΜοΓβα  Τόμ.  Β'  σ.  485. 

-  Πανσανίον  III,  16,  11. 

3  ΡβΙοροηηβδοκ  Τόμ.  Β'  σ.  567  σημ.  25. 

1  ββθ£;ΐίΐρΗϊβ  νοη  0•ΓΪβοΙιβηΙ&η(1  Τόμ.  Β'  σ.  69  σημ.  3. 


πρέπει  νά  κατέ)θη  πολλούς  αιώνας,  ζω;  εΰρη  την  πρώτον  μνείαν 
του  "Αστοους.  Ευρίσκεται  δέ  αΰτη  εν  τινι  νρυσοβούλλφ  του  αΰτο- 
κράτορος  Ανδρόνικου  Β'  Παλαιολόγου  έκδεδομένου  εν  έτει  1293,  δι 
ου  παρέχεται  ν.:  τον  μητροπολίτην  Μονεμβασίας  τό  άςίωμα  έζάρ/ου 
της  Πελοποννήσου  και  καθορίζονται  υπέρ  αϋτοϋ  τά  εις  τό  άςίωμα 
εκείνο  συαπαοοίΑαρτουντα  εκκλησιαστικά  δίκαια  ι.  Το  δε  χωρίον,  έν  φ 
αναγράφονται    τα  δρια  της   επαρχίας  Μονεμβασίας,   έ^ει  ώδε' 

Ή  δε  της  επαρχίας  ταύτης  περίοδος  ώς  εν  τύπω  περι- 
γραΦικώ  έχει  όντως.  Πρώτον  μεν  οΐ/ν  Επίδαυρος  αρχαία, 
ή  καλουυένη  Λιμηοά'  ιιετά  δε  ταύτην  έπι  έώαν  ποοϊόντι 
ό  Ζάραξ•  προελθόντι  δε  άπύ  Ζάρακος  παρά  την  θάλατταν 
[κοίιιη]  ή  Κυπαρισσία•  είτα  ναός  τοϋ  άγιου  Λεωνίδου-  μετά 
δέ  τό  τοΰ  αγίου  θείον  τέμενος,  τό  καλούμενον  "Αστρος• 
έπαναβάντι  δέ  κώμη  ή  καλούμενη  Καστάνιτζα*  μετά  δέ 
ταύτην  ανέρχεται  και  εις  έτέραν  κώμην  λεγόμενα  Ζίν- 
τζινα  κτλ. 

ηΑν  δέ  παρακολουθήσωμεν  την  περιγραφήν  ταύτην.  έχοντες  όδη- 
γον  τον  γάρτην  του  σημερινού  βασιλείου  της  Ελλάδος,  βλέπομεν, 
ότι  -αναγραφόμενα  όρια  διευθύνονται  από  της  Επιδαύρου  Λιμηρας 
(Μονεμβασίας)  τό  πρώτον  προς  τά  βορειοανατολικά,  έπειτα  δέ  τρέ- 
πονται προς  βορραν.  Μετά  τόν  άρχαΐον  Ζάρακα  έπεται  αμέσως  βο- 
ρείως παρά  την  θάλασσαν  ή  Κυπαρισσία,  ήτις  αντιστοιχεί  προς  τό 
σημερινόν  χωρίον  Κυπαρίσσι  του  δήμου  Ζάρακος,  έπειτα  δέ  πάντοτε 
προς  βορράν  μνημονεύεται  ό  ναός  τοΰ  αγίου  Λεωνίδου,  όςτις 
εινε  ασφαλώς  τό  σημερινόν  Λενίδι  (Λεωνίδειον).  Μετά  δέ  τό  τοΰ 
αγίου  θείον  τέμενος  έπεται  έτι  βορειότερον  τό  "Αστρος.  Ή  δέ 
Καστάνιτζα  και  τά  Ζίντζινα,  ών  γίνεται  μνεία  κατόπιν,  κείνται  αμ- 
φότερα μεσογείως  προς  νότον  και  φέρουσιν  έτι  και  την  σήμερον  ταΰτά 
όνόαατα.  Και  τό  μεν  ποώτον  χωρίον  ανήκει  εις  τόν  δήμον  Βρασιών 
τη:  Κυνουρίας,  τό  δέ  δεύτερον  εις  τόν  δήμον  Θεραπνών  τοϋ  νομοϋ 
Λακεδαίαονος.  Κατά  ταύτα  ο  έν  τω  χρυσοβούλλω  τούτω  τοϋ  έτους 
1293    έ/ομεν  την  πρώτην  ασφαλή    μνείαν   του  "Αστρους  και  την  τοϋ 

1    ΈΞεδόθη   πολλάκις   εχ  τοϋ  εν    τ^   Έθνικη   βιβλιοθήκτ)   τών    Αθηνών    άποκειμένου 

πρωτοτύ-ο^.  Ίδε  ΖαοΗαΗά  νοη  Ι,ίη^βηΐΗαΙ  .Ιϋ$  Οταβοο-Γοιιιβιιυιη  Τόα.  Γ' 
ι.  613.  —  ΜίΜοβΐοΗ- ΜηΙΙβτ  ΑοΙα  βΐ  άιρίοηοαία  Τόμ.  Ε'  β.  155  κ.  έ. 

εητρ.  π.  λαμπρογ,  μικτλι  εελιδες:  Ι* 


_  418  — 

Λεωνιδείου  ή  μάλλον  του  ναοΰ  ή  και  του  μοναστηρίου,  έξ  ου  προήλθε 
το  δνομα  τοΰ  πολίσματος  τούτου  εν  τω  κατόπιν  χρόνφ1.  Το  πρώτον 
δε  μετά  εκατόν  τεσσαράκοντα  και  δύο  έτη  γίνεται  και  πάλιν  μνεία 
τοΰ  "Άστρους  πιχρά  τω  Φραντζή  2.  Εις  τον  ίστοριογράφον  τούτον  ώς 
σύμβουλον  του  δεσπότου  της  Πελοποννήσου  Κωνσταντίνου  Παλαιο- 
λόγου έδοθη,  καθ'  α  αυτός  διηγείται,  τω  1435  ή  εντολή  να  προςφέρη 
το  Άστρος  ('Άστρον)  μετά  τίνων  άλλων  πολισμάτων  της  Κυνουρίας, 
εν  οίς  και  τό  Λεωνιδειον,  δπερ  φέρει  έτι  τό  όνομα  Λεωνίδας,  εις  την 
Μαρίαν  Μελισσηνήν,  την  χήραν  τοΰ  δουκός  των  Αθηνών  Αντωνίου 
Α'  Άτζαϊώλη  ώς  αντάλλαγμα  τών  Αθηνών  και  Θηβών.  Άλλ'  ή 
συνθηκολογία  αύτη  έναυάγησεν  ένεκα  της  ταχείας  καταλήψεως  τοΰ 
δουκικοΰ  θρόνου  ύπό  τοΰ  Νερίου  Β'  και  της  επιδρομής  της  Βοιωτίας 
ύπό  τοΰ  Τουραχάν. 

Άπ'  εκείνου  δε  τοΰ  χρόνου  γίνεται  συχνή  μνεία  τοΰ  "Άστρους"5. 
Άλλα  πότε  ό  ναός  τοΰ  άγιοι;  Λεωνίδο\/.  ό  άργότερον  Λεωνίδας 
καλούμενος,  μετεβλήθη  εις  Λεωνιδειον  αγνοώ. 

Αρχαιότερα  δε  της  πρώτης  μνείας  τοΰ  "Αστρους  και  τοΰ  Λεωνι- 
δείου κατά  τους  μέσους  αιώνας  είνε  ή  αρχαιότατη  γνωστή  μοι  ανεία 
της  Άρείας  οΰ  μακράν  της  Ναυπλίας.  Τό  χωρίον  φαίνεται  ότι  προ- 
ήλθεν  ομοίως  εκ  τίνος  μονής.  Άλλ'  ό  τόπος  έκαλεΐτο  "Αρεια  ήδη 
πρό  της  κτίσεως  της  μονής,  ης  ή  πρώτη  Ιστορία  είνε  ή  εξής.  Άρχή- 
θεν  ήτο  γυναικεία  μονή  έχουσα  τριάκοντα  καν  εξ  καλογραίας  και 
ίδρύθη  βραχύ  πρό  τοΰ  1143  υπό  Λέοντος  τοΰ  επισκόπου  "Αργούς  και 
Ναυπλίας.  Άλλ'  επειδή  ή  μονή  ήκμασε  ταχέως  και  ένεκα  τών  πει- 
ρατών τών  λυμαινομένων  τό  άργολικόν  πεδίον  έκινδύνευε  νά  δηωθή, 
αί  δε  μοναχαί  δεν  εί^ον  ούτε  ήσυχίαν  ούτε  άσφάλειαν,  ϊορυσεν  ό  Λέων 
μεσογείως  έν  τή  θέσει  Βούζη  νέαν  μονήν,  εις  ην  μετετέθησαν  αί  κα- 
λογραία»,  έκ  τής  Άρείας,  κρατήσασαι  τάς  προτέρας   αυτών   κτήσεις. 

'  Έκκληοίδριον  μέ/_ρι  και  της  σήμερον  σωζόμενον  και  κείμενον  έγγΰ;  τοΰ'  τελωνείου 
επί  τών  ερειπίων  αρχαίου  κτιρίου  φέρει  τό  όνομα  του  αγίου  Λεωνίδου.  Όβν%11β  Εΐυάβ 
δίΚ  1β  άΐαΐβοΐβ  Τζ30θηίβη.  Έν  Παρισίοις.  1886  σ.  11.  —  Θεοδώρου  ιερέως  καί 
Οικονόμου   Γραμματική  τη;  τζακων.κης  διαλέκτου.    Εν  Αθήναις.   1870  σ.  10.  Πρβλ. 

ΟιιτΗηΒ  ΡεΙοροηηβδΟδ  Τομ.  Β'  σ.  305. 

2  'Εκδ.  Βόννη;   β.    159,13. 

3  "Ιδε  τό  άρθρον  "ΑΟτρος  τοΰ  Αντωνίου  Μηλιαράχη  (Λεξικόν  Έγ/.υκλοπαιδικόν 
έχδιδόμίνον  επιμέλεια  Ν.  Γ.  Πολίτου.  Έν    Αθήναις.  Τόμ.  Β'  σ.  454-455). 


—   419  — 

Το  δ'  εκτοτ'  έγκχτα,λειφ&εν  (/.ονχ^τηριον  τη:  Άρείας  παρε'οωκεν  ό 
Λέων  εις  αοναχοϋς,  ών  τον  βίον  «κανόνισε  οιά  τυπικού".  Ταΰτα  οέ 
πάντα  ΐΑανθάνο^εν  έκ  του  το  πρώτον  ύπό  του  Ρ381ΓΠ  εκ.  τ'.νος  ϋώοι 
κος  της  έν  Ταυοίνω  βιβλιοθήκης  ίκδοΟ  =  ν-ος  και  έ'πειτα  υπό  Μϊΐίΐο 
δϊοΐΐ  και  ΜϋΙΙθΓ  άνατυπωθε'ντος  Ύπου.νήαατος  του  επισκόπου,  είς  δ 
προςήρτηται  τό  τυπικόν  της  «.ονης. 


1  Οοάίοβδ  ηΐ3ηΐι>ι•ΐ'ϊ[ΐ1ΐ  ΙάβΗοΙΙιβΟΗβ  II.  Τ.ιΐιπηβη$ΐ8  σ.  426  χ.  =. 
3  ΑοΙ»  ρΙ  (Ιίρίοπιαΐ»  Τοα.  Ε'  σ.  178-190. 


ΤΑ  ΟΠΛΑ  ΤΟΤ  ΔΟΞΑΠΑΤΡΗ 


Δεν  υπάρχει  ίσως  "Ελλην  τυχών  παιδείας  ό  μη  γινώσκων  το  όνο- 
μα του  Δοξαπατρη'  άλλα  μετά  του  ονόματος  τούτου  συνδέεται  ή 
άνάμνησις  της  ελληνικής  Όφηλίας,  της  συμπαθούς  Μαρίας  Δοξαπα- 
τρη  τοϋ  Βερναρδάκη,  πολύ  μάλλον  η  ή  γνώσις  της  γενναίας  μορφής 
του  ιστορικού  αΰτης  πατρός,  τού  ανδρείου    άμύντορος  των   Σκορτών. 

Δυςτυχώς  ολίγα  γινώσκομεν  περί  τού  γενναίου  τούτου  ηρωος,  ενός 
των  ολίγων  δσοι  εΐχον  τό  θάρρος  νάντιταχθώσιν  εν  Πελοποννήσω  μετά 
την  έν  ετει  1204  άλωσιν  της  Κωνσταντινουπόλεως  ύπο  των  Φρά- 
γκων εις  την  όρμήν  τού  Καμπανέση,  ώς  έκάλουν  οί  Ελληνες  τον  έκ 
Καμπάνιας  όρμώμενον  Γουλιέλμον  Σαμπλίττην,  και  τού  πρωτοστρά- 
τορος  αυτού  Γοδοφρέδου  τού  Βιλλαρδουίνου  (1205-1209).  Μόνη  δε 
περί  αυτού  και  τού  φρουρίου  τού  έν  τη  χώρα  των  Σκορτών  πηγή 
εινε  τό  περιώνυμον  Χρονικόν  τού  Μορέως,  έμμετρος  μακρά  διήγησις 
των   πολέαων   τών  Φράγκων  κατακτητών   της   Πελοποννήσου. 

Μετά  την  έν  τω  έλαιώνι  τού  Κοντούρου  οΰ  μακράν  της  Καλαμά- 
τας πολυθρύλητον  μάχην,  έν  ή  οι  "Ελληνες  ήττήθησαν  υπό  τών  Φρά- 
γκων, ό  Καμπανέσης  ήδύνατο  ηδη  νά  θεωρηθη  κύριος  τού  Μορέως. 
Και  αληθώς  προςλαμβάνει  έκτοτε  την  προςωνυμίαν  ήγεμόνος  της 
Ά/αίας.  Άλλ'  εις  την  έν  άναπεπταμένω  πεδίω  νίκην  έκείνην  έπρεπε 
νά  επακολούθηση  ή  κατάληψις  τών  ώχυρωμένων  πόλεων  και  τών 
δυςπορθΓ,των  φρουρίων.  Πρώται  δ'  επεσον  εις  χείρας  τών  Φράγκων  ή 
Κορώνη,  ήτις  και  εδόθη  ώς  τιμάριον  εις  τόν  πρωτοστράτορα,  και 
ή    έμνοστος   και   χαριτωμένη   Καλαμάτα.   Πριν   δ'   η   τραπώσιν 

*    Έδημοσιεύθη  τό  πρώτον  έν  τω  Ήμερολογίω  «Νέα  Ελλάς»  τοΰ  1894  τω  έχδο- 
θέντι  υπό  Γ.  Κασδο'νη,  έν  σ.  188  χ.  Ι. 


—  421    — 

οί  νικηταϊ  είς  τα  δυτικά  και  βόρεια  της  Πελοποννήσου  και  κατα- 
λάβωσι  την  όχυράν  Άρκαδιάν,  ήτοι  την  σημερινήν  Κυπαρισσίαν, 
απεφασίσθη  πολεμικού  συμβουλίου  γενομένου  ,  κατά  πρότασιν  του 
πρωτοστάτορος  Βιλλαρδουίνου,  νά  προηγηθή  η  κατάληψις  του 
Άρακλόβου    όπερ    έφρούρει   ό   Δοζαπατρής    Βουτσαρας. 

Και.  τότε  ό  πρωτοότάτορας,  μιόϊρ  Ντζεφρές  εκείνος 
είπε  και  έόυμβούλεΐτεν  'ς  την  Αρκαδία  νά  απέλθουν, 
τό  κάΟτρον  γαρ  νά  έπάρουόιν,  ό  τόπος  νά  πλαταίνιχ, 
νά  ότείλουν  κι  είς  τό  Άράκλοβον,  όπου  κρατεί  τόν  δρόγγον, 
όπου  τό  λέγουν  τά  Σκορτά-  μικρόν  καότέλλιν  ένι, 
άλλα  εις  τραχώνιν  κάθεται,  πολλά  ένι  άφιρωμένον  ι. 
Λέγουν  όκάποιος  τό  κρατεί  άπό  τους  Βουτζαράδες• 
Δοξαπατρτίν  τόν  λέγουόν  μέγας  ότρατιώτης  ένν 
«Κι  άφών  έπάρωμεν  κι  αυτό,  και  νά  πλατύντι  ό  τόπος, 
«ένταϋτα  άς  άπερχώμεθα  έκεΐ  εις  τους  άλλους  τόπους». 
Οϋτως  ώς  τό  έόυμβοΰλεψεν  ό  μιό'ιρ  Ντζεφρές  εκείνος, 
τό  έότερξεν  του  νά  γεννί  ατός  του  ό  Καμπανέόης 2. 

Ό  δρόγγος  των  Σκορτών,  έν  φ  εκεί  Ό  τό  Άράκλοβον,  ου  ήμύνετο 
ό  Δοςαπατρής,  κατείχε  την  άρκαδικήν  κοιλάδα  του  Αλφειού  και  ητο 
όχυρόν  προπύργιον  της  Αρκαδίας  άμα  και  της  Ηλείας  εν  τφ  με- 
ταιχμίω  των  δύο  χωρών.  Τό  κάστρον  της  Αγίας  Ελένης  άνωθεν 
του  σημερινού  χωρίου  Λάβδα  τοϋ  δήμου  Άνδριτσαίνης,  επέχον  την 
θέσιν  τοϋ  αρχαίου  αρκαδικού  πολίσματος  Λυκόας,  και  τό  απέναντι 
αυτού  κείμενον  Σαρακήνικο  ήσαν,  ώς  φαίνεται,  κατά  τους  μέσους 
αιώνας  αί  κλείδες  τού  δυςαλώτου  δρόγγου  ή  ζυγού  τών  Σκορτών. 
Αληθής  δ'  αυτού  ακρόπολις  ητο  έν  τω  κατακτητικώ  πολέμω  τού 
Σαμπλίττου  ή  έ'δρα  τού  Δοξαπατρή,  τό  Άράκλοβον,  φρούριον  μι- 
κρόν μεν,  άλλ'  ώς  εζ  αυτής  της  θέσεως  του  οχυρώτατον  κατά  τήν 
ανωτέρω  παρατεθεϊσαν  περικοπήν  τού  Χρονικού  τού  Μορέως. 

Προήλθε  δε.  καθ'  ά  φαίνεται,  τό  δνομα  τών  Σκορτών  εκ  παρα- 
φθοράς τοϋ  ονόματος  της  ου  μακράν  κειμένης  αρχαίας  Γόρτυνος,  ης 
τό  όνομα  έπ'  ϊσης  παραφθαρέν  διεφύλαςεν  ϊσως  και  ή  Καρύταινα,  ής 


=  ωχυρωμενον. 
-  Βιβλι'ον  τη;  Κουγχεστας  έ'χδ.  Βηβ/ιοη.    Έν   Παοισίοις.    1845   στ.  424-435.  "Ιοί 
νΰν  εχο.  ,ΊυΗη  8βίιτηίΙί  ΤΙιβ  ΟΙίΓοηϊοΙβ  οί  Μοί'βίΐ  σ.   119  στ.  1756  χ.  έ. 


—   422  — 

τό  φρούριον,  όπερ  έμελλε  μετά  πάροδον  αιώνων  να  δοξάση  ό  Κολο- 
κοτρώνης, ε'κτίσθη  τό  πρώτον  ίπί  φραγκοκρατίας  υπό  του  κυρίου  της 
Καρυταίνης  Οΰγωνος  (1β  ΒΠΠ6Γ68. 

Όποία  ύπηρξεν  ή  άμυνα  του  Δοξαπατρη  και  ή  τύχη  του  Άρα- 
κλόβου  δεν  διηγείται  ή  ιστορία-  άλλ'  είνε  εύκολον  να  μαντεύση  τις  τα 
κατ'  αύτην,  όταν  άναλογισθη  την  όρμην  των  Φράγκων  Ιπποτών  και 
την  ύπ'  αυτών  έκπολιόρκησιν  φρουρίων  και  πόλεων  όχυρωτάτων. 
Άλλ'  δτι  τό  μικρόν  Άράκλοβον  έπέσχεν,  έστω  και  έπϊ  βραχύ,  την 
όρμην  αυτών,  άρκεϊ  να  πείση  η  ύπό  του  στιχοπλόκου  του  Χρονικού 
του  Μορέως  ρητή  μνεία  της  γενναιότητος  τοΰ  τελευταίου  "Ελληνος 
φρουράρχου. 

Ταύτα  και  μόνα  έγινώσκομεν  μέχρι  τινός  περί  του  Δοξαπατρη,  ότε 
πρό  ολίγων  ετών  έγνώσθη  προς  τώ  ελληνικώ  καϊ  γαλλικώ  '  κειμένω 
του  είρημένου  Χρονικού,  άτινα  πρό  πεντηκονταετίας  έξέδωκεν  ό 
Γάλλος  μεσχιωνολόγος  Βαθιοί!2,  και  τω  ίταλικώ,  ου  μέρος  εδημο- 
σίευσεν  ό  Γερμανός  Κάρολος  ΗορΓ3,  τό  άραγωνικόν  κείμενον  τοΰ*  αύ 
του  Χρονικού,  εκδοθέν  μετά  γαλλικής  μεταφράσεως  ύπό  του  ΜθΓβ1- 
ΡβΙΪΟ4.  Ή  άραγωνική  αύτη  μετάφρασις  είνε  άξιον  λόγου  εύρημα, 
διότι  συνετάχθη  κατά  διαταγήν  τοΰ  επιφανούς  μεγάλου  μαγίστρου 
τοΰ  έν  'Ρόδω  τάγματος  των  Ίωαννιτών  Φερνάνδου  (1β  ΗβΓβάίδΙ, 
αυτού  εκείνου,  όςτις  έπεχείρηοεν  «ν  Ελλάδι  στρατείαν  επί  τους  Τούρ- 
κους, λήξασαν  εις  την  έν  Άρτιρ  τω  1379  ζώγρησίν  του  ύπό  του  Αλ- 
βανού Σπάτα  Μπούα  και  πώλησιν  εις  τους  Τούρκους,  ύφ  ων  άπη- 
λευθερώθη  τω  1381  πληρώσας  βαρέα  λύτρα.  Άλλα  και  δι'  άλλον 
λόγον  είνε  άξιον  μελέτης  τό  άραγωνικόν  κείμενον,  άτε  περιέχον  μέρη 
μή  υπάρχοντα  έν  τοις  γεγραμμένοις  έν  ταίς  άλλαις  γλώσσαις'.  Μετα- 

1  Σημειωτέον,  δτι  μόνον  τό  έλληνικόν,  ού/ί  δέ  και  τό  γαλλικόν  κείμενον  αναφέρει 
τά  κατά  τόν  Δοξαπατρήν  και  τό    Άράκλοβον. 

2  ΚβοΙιβιοΙιε!»  ΙιϊδΙΟΓίςαβδ  δΠΓ  Ια  ρπηοϊρ&αΐβ  ίΐαης&ίδβ  <1β  ΜοΓέβ.  Έν  Πα- 
ρισίοις.    1845.  Το'μ.   Α'  και  Β'. 

3  ΟΙίΓοηίςϋβδ  Οϊάοο-Γοπιαηβδ.  Έν  Βερολίνω.  1873  σ.  414-468. 

*  Ιι\\)νο  (Ιβ  Ιο^  ΓβοΙιοδ  βΐ  οοηςυΪ5ΐα8  άβ\  ρπηοίρίΐάο  άβ  Ια  Μοΐ'β3.  Έν  Γε- 
ν =ύΤι.  1885. 

5  Ποίον  των  κειμένο>ν  είνε  τό  πρωτότυπον  εινε  ζήτημα  πολυθρύλητον  και  οδπω  λε- 
λυμένον,  ου  τή/  λύιιν  μεγάλως  προήγαγεν  ή  έπ'  εσχάτων  (1904)  δημοσιευθείσα  εκ- 
δοσις  τ-  /..  8θΗτηίΙΙ.  Κατ'  αυτόν  τό  πρωτότυπον  τοΰ  Χρονικού  τοΰ  Μορέως  εγράφη 
ίϊραχυν  χρόνον  μετά   τό  1300,    άλλο;  τά   σήμερον  σωζόμενα   ελληνικά  κείμενα  δέν  ειν« 


—   423  — 

ξυ  δε  τούτων  των  μερών  ευρίσκεται  και  εν,  περιέχον  νέας  ειδήσεις  περί 
τοϋ  Άρακλόβου  και  τοϋ  ύπερασπιστοϋ  αύτοϋ. 

Το  χωρίον  τοΰτο  έχει  ως  έξης  πιστώς  μεταφραζόμενον 

«Και  εκεί  εύρεν  άρχαϊον  φρούριον  όνομαζόμενον  Ποντικόκαστρον. 
»  δπερ  ό  μισέρ  Γουλιέλμος  διέταζε  νά  τειγίσωσι  και  ίπισκευάσωσι  και 
» ώνόμασε  γαλλιστί  ΒβΙνβάβΓ.  'Κπειτα  δ'  άνεχώρησεν  εκείθεν  και 
»  ήλθεν  εις  την  χώραν  των  Σκορτών,  και  εκεί  εύρε  φρούριον  όχυρώ- 
»  τατον  καλούμενον  ελληνιστί  μεν  Άράκλοβον,  γαλλιστί  δε  Βαοοίβΐ. 

ΐ)  Και  βλέπων,  δτι  το  φρούριον  ήτο  όχυρώτατον  και  δεν  ήδύνατο 
»  να  το  κυρίευση,  οιοτι  ητο  οχυρον  και  εντός  αυτού  ήτο  ο  κύριος  του 
«φρουρίου,  δςτις  ήτο  λίαν  ισχυρός  και  γενναίος  και  ήτο  ούτω  ρω- 
»  μαλέος,  ώςτε  ή  κορύνη  αύτοϋ  είχε  τοιούτον  βάρος,  ώςτε  δεν  ήδύ- 
))  νατο  να  ύψωση  αυτήν  δια  της  μιας  χειρός,  και  ό  θώραξ  δν  έ'φερεν 
»  είχε  βάρος  εκατόν  πεντήκοντα  λίτρων  και  ύπερέκεινα,  συχνά  δ' 
»  έζήρχετο  εκ  τοϋ  φρουρίου  δπως  πολεμ.ήση  προς  τους  Φράγκους,  και 
»  έφόνευε  πολλούς  αυτών, 

»  βλέπων  ταύτα  ό  μισέρ  Γουλιέλμο*  μετά  τοϋ  συμβουλίου  αύτοϋ 
»  απεφάσισε  νά  στήσωσι  τακτικήν  πολιορκίαν  τοϋ  φρουρίου,  αυτοί  δέ 
» νάπέλθωσιν  εις  καθυπόταςιν  της  υπολοίπου  χώρας,  ούτω  δε  και 
»  επραζαν.  Στηθείσης  δέ  πολιορκίας  περί  το  φρούριον,  ό  μισέρ  Γου- 
»  λιέλμος  και  οί  περί  αυτόν  άνεχώρησαν  και  μετέβησαν  εις  Άρκαδιάν»  *. 

αντίγραφα  τοϋ'  πρωτογράφου,  άλλα  μεταγενέαΐίραι  διασκεοαί  αΰτοϋ'.  Τον  δέ  συγγραφέα 
αποδέχεται  ό  κ.  8θΚηηΜί  οχ/.  Έλληνα  η  γαόμοϋλον,  άλλ'  αυτόχρημα  Φράγκον, 
γνώστην  της  δημώδους  ελληνικής  της  έπιχωριαζοΰσης  τ<5τ'  έν  Πελοποννη'σω.  "Ιδε 
ΒβΚηίαΐ  ΤΗβ  ΟΗΐΌΐιϊοΙβ  οί  ΜοΓβα  σ.  XXXVIII  κ.  έ.  Πρβλ.  Σπυρ.  Π.  Λάμ- 
πρου Νέον   'Ελληνομ.νη'μονα   Τόμ.  Α'  σ.  248  κ.  Ι. 

1  «ΕΙ  αηαϊ  ΙγοΙ)0  ιιη  ο&δΐίβΐΐο  Η,ηΙΐ^αο,  βΙ  ςοαΐ  56  βίβαιαυα  ΡοηΙϊβο,βΙ  ςυαΐ 
πιϊοβΓ  βαΐΙΙβπι  Πζο  ηιιπαΓ  βΙ  ίκΙοϋίίΓ,  βΙ  ριΐδοΐβ  ηοπιοΓβ  βη  ίϊίΐηβο  ΒβΙυεάβΓ. 
Ει  ραβδ  8β  ρβΓίι'ό  ά'&ΙΙί  βΙ  8'  βηάβ  ίαβ  βη  13.8  ρ&Γΐϊά&δ  άβ  1η  δοοιΊα,  βΙ  αςιπ 
ΐΓΟΰό  αη  ο&δΐϊβΐΐο,  ηια^  ΓυβιΙ,  βΐ  αυαΐ  §β  οΐ3.ωίΐυ3,  βη  ^γϊθ^ο  ΟΓβοβΙαυο  βΙ 
βη  ί'Γ&ηβο  ΒυββΙβΓ. 

»Εΐνί<ϋβη(Ιο  ςυβ  βΐ  βείδΐϊβΐΐο  βΓίΐ  ηιυ;γ  ΓαβιΊ  βΙ  ηο  Ιο  ροάίβ.  Ιοπί&γ  ροτ  ειςαβ- 
8ΐο  ςη'  βΙ  βι»  ΓαβΓΐ,  βΙ  άβηΙι•ο  βτει  βΙ  ίβη^οΐ'  άβ!  βαδίϊβΐΐο,  ςυι'  βΓα  πια^  ροάβ- 
Γ080  βΙ  ναϋβηΐ,  βΙ  Ι&ηΙο  βΓ»  ΓαβιΊ  ςαβ  «η  πιαβ^ι  βΓ3•  ι&η  ρβδβϋα  ςηβ  ηυη  ήοηι- 
Ι»Γβ  ηοη  1»  ροάΊα  ΙβυαηΙβΓ  βοη  ηηα  ηιαηο,  βΙ  1»  Ιοπ£λ  ςηβ  Ιβυαυ»  ρβδαυα 
ηι»δ  άβ  βϊβηΐ  βΙ  οϊηςηαηία  ΙίϋΓίΐδ,  βΙ  ΐΏυοΙι&δ  νβ^αά&δ  δαΠίβ  άβ  Γαβια  <1β1  βα- 
βϋβΙΙο  ά  βοηΙΐΛΐϊΐΝβ  βοη  1ο$  Ργηιηόκ  (:Ι  ηιαΙ&ν&'  ηθβ  πιυβηοδ. 

■>Εΐ  ΜιΙΐι'ΐκΚι  κμι-^ΐο,  πιΐεβΓ  ΟτΐηΊΙβπι  οοη  §υ  οοιίδβΐΐο  άβΗΙϊβΓ&Γοη  αυβ 


—   4?4   — 

Τ4  όνομα  του  ήρωος  δεν  αναφέρεται  εν  τη  άραγωνικη  μεταφράσει• 
άλλ'  ή  θέσις  του  νωρίου  εν  σχέσει  προς  τάλλα  κείμενα  καΐ  ή  ρητή 
μνεία  του  Άρακλόβου  πιστοΰσιν  άναμφηρίστως,  ότι  πρόκειται  και 
ενταύθα  περί  του  Δοξαπατρή,  ου  ό  Άραγώνιος  μεταφραστής  παρα- 
λείπει μεν  το  δνομα,  άλλ'  εξαίρει  έζόχως  την  γενναιότητα  και  περι- 
γράφει δι'  ολίγων,   άλλα  γραφικώτατα  τα  όπλα. 

'Ενει  λοιπόν  τι  το  όμηρικόν  ό  Γορτύνιος  εκείνος  ήρως  τοΰ  δεκά- 
του τρίτου  αιώνος,  όςτις  κατορθόνει  δι»  της  προςωπι*ής  του  ανδρείας 
νάπαμύνη,  τουλάχιστον  προς  ώραν,  τον  Φράγκον  κατακτητην  άπό 
τοΰ  ορεινού  φωλεού  του.  Ό  Βυζαντινός  τιμαριοΰχος  τοΰ  Άρακλόβου 
είνε  σιδηρόφρακτος  ως  οί  αντίπαλοι  του,  άφ'  ου  ό  θώρας  αύτοΰ  ζυ- 
γίζει μόνος  εκατόν  πεντήκοντα  λίτρας  και  ΰπερέκεινα.  Άλλ1  έ'τι  θαυ- 
μασιώτερον  είνε  το  ρόπαλον  τοΰ  Σκορτίνου  Ηρακλέους,  όπερ  άλλος 
άνήρ  άντ'  αύτοΰ  δέν  θα  ήδύνατο  νά  κραδάνη  δια  της  ετέρας  των  χει- 
ρών. Ή  πι&οα  τοΰ  Βουτσαρα  είνε  το  φοβερόν  άπελατίκιον,  όπερ 
είνε  γνωστόν  εϊς  ημάς  =κ  τοΰ  Κωνσταντίνου  τοΰ  Πορφυρογέννητου 
και  έκ  τών  ποιημάτων  τοΰ  άκριτικοΰ  κύκλου.  Είνε  ή  βαρεία  σιδηρά 
κορύνη.  το  άχώριστον  όπλον  τοΰ  άπ ελάτου,  τοΰ  Βυζαντινού  κλε- 
φτού, άλλα  και  τοΰ  άκριτοι/,  τοΰ  φύλακος  τών  ορίων,  όςτις 

.   .  .  ταΐς  άκραις  τριγυρίζει  •. 

Οΰτως  (οπλισμένους  πρέπει  νά  φαντασθώμεν  τους  Πελοποννησίους 
ήρωας  τους  άντιλαμβάνοντας  κατά  τόν  (>έκατον  τρίτον  αιώνα  τον 
προς  τους  Φράγκους  αγώνα.  Τοιαύτην  κορύνην  εφερον  πάντως  έκτος 
τοΰ  Δοςαπατρή  ό  Λέων  Χαμάρετος  ό  άτυχης  υπερασπιστής  της  Λα- 
κεδαίμονος, ό  ηττημένος  της  έν  Κουντούρω  μάχης,  οί  τιμαριοΰχοι 
της  Μονεμβάσια:  Μαμωνάδες.  Δαιμονογιάνναι  και  Σοφιανοί,  οί  κύ- 
ριοι   της  Μεσσηνίας    Βρανάδες,    Καντακουζηνοί    και  Μελισσηνοί.   Δια 

πιβίίβκβη  ηΙιο  οη  βΐ  θ3.8ΐίβΙΙο  βΐ  (ΐαβ  ίαβδβη  έ  οοη<|υβπΓ  βΙ  τοηι&ηϊβηΐ  άα  \ά 
(ίβιτα,  βΙ  &δί  Ιο  Γίζΐβιοη.  Ει  &δΐΙία<1ο  βΙ  ο&δΐίβΐΐο,  πιϊοβΓ  βυϋΐβαι  οοη  βιι  §βηΙ 
«β  ρίΐΓΐϊό  εΙ  ΓυβΓοη  η  Αιο&άϊα » . 

ϋ&ρο  (Ιο  Ιο*  ί'βοΐιο^  βΙ  οοπΓΐυίδΙαδ  άβΐ  ρΐ'ϊηώραάο  άα  \ά  ΜοΓβπ  §  109-  111• 
"Εχδ.  ΜοΓβΙ-Κ»Ιϊο  σ.  27. 

1    Ιγνατίου    Πετρίτζη  Διήγησις    Διγενή  στ.  2135  έν  τί(  έμϊ)  ΟοΙΙβϋΙίοη   (1β    ΓΟ- 

ιηαηδ  Θιβοδ.  Έν  ίίαρισιοις.   1880  σ.  197. 


—  425  — 

τινά  μη  φερωσι  και  εκείνοι  τήν  κορύνην,  άφ  ου  ρητώς  βλεπομεν  πβρι- 
γραφόμενον  ώς  ροπαλοφόρον  τον  Δοξαπατρήν,  άφ'  ου  ώρισμένως  ανα- 
φέρεται τό  άπελατίκιον  του  τυράννου  του  Ναυπλίου,  τού  "Αργούς  και 
τής  Κορίνθου  Λε'οντος  του  Σγουρού  ;  Παρά  του  μητροπολίτου  Αθη- 
νών Μιχαήλ  τοΰ  Ακομινάτου  μανθκνομεν,  ότι  ό  Σγουρός  έφερε  σι- 
δηρούν άπελατίκιον  ι,  όπερ  ποτέ  κατήνεγκε  κατά  της  κεφαλής  συγ- 
γενούς τίνος  τοΰ  ίεράρχου,  ότε  ποτέ  ούτος  οινοχόων  τω  τυραννώ  κραι- 
παλώντι  έθραυσεν  ;ξ  άπροςεξίας  ύέλινον  ποτήριον  2.  Ό  ωμός  V  εκεί- 
νος φόνος  παρέχει  εις  τον  Άκομινάτον  την  εύκαιρίαν  νά  μεταδώση 
ει;  ημάς  πλείστας  όσας  λεπτομέρεια:  περί  του  τυράννου,  εξ  ων  βλε- 
πομεν, ότι  δ"/ 1  μόνον  ό  οπλισμός  τών  Βυζαντινών  τιμαριούχων,  άλλα 
και  όλος  αυτών  ό  βίος  δεν  ητο  πάνυ  διάφορος  τοΰ  τών  Φράγκων  ιπ- 
ποτών. "Εχει  και  ό  βυζαντιακός  μεσαίων  ώς  ό  έν  τη  Δύσει  τά  φέ- 
ουδα αύτοΰ,  τάς  προνοίας.  Έχει  τους  ιππικούς  του  αγώνας•  δεν 
λέγω  τους  τορνεμέδες  (ΙουΓηοίδ)  και  τάς  τζούοτρας  (§Ϊ08ΐΓβ) 
τά  μετά  την  ύπό  τών  Λατίνων  άλωσιν  της  Κωνσταντινουπόλεως  πι- 
θανώς εΐςαχθέντα.  αλλά  τους  προ  αυτής  πλην  τών  έν  τω  Ίπποδρόμω 
αγωνισμάτων  έν  τω  ΤζνκανίστΥΐρίω  της  βασιλευούσης  τελούμενους. 
Φοροΰσι  και  οί  Βυζαντινοί  ευγενείς  τά  μακρί/μύτίκα  υποδήματα, 
ώς  ονομάζει  αυτά  ό  Πτωχοπροδρομος,  άπαραλλάκτω:  ώς  οί  της  Δύ- 
σεως τά  δΟϋΠθΓδ  &  ΒθΟ  (δθ1ΐη3ΐ)β1δθΐΊυ1ΐ6).  Ουδέ  οί  νεαροί  ακόλου- 
θοι λείπουσι,  λέγω  τους  ρ3§65"  είνε  τά  παρά  τοις  χρονογράφοις  και 
έν  τη  μεσαιωνική  ημών  ποιήσει  καλούμενα  παιδόπουλα.  Τοιοΰτον 
παιδόπουλον  ητο  έν  τη  έπί  τοΰ  Ακροκορίνθου  πυργοβάρει  τού  Σγου- 
ρού ό  Μιχαήλ,  ό  ύπ'  αύτοΰ  φονευθείς  νεαρός  υιός  τοΰ  ανεψιού  τοΰ 
Ακομινάτου  Γεωργίου  τοΰ  σεβαστοΰ.  Και  αύτος.  όμηρεύων  παρ'  αύ- 
τώ  από  της  εποχής  της  εναντίον  τών  Αθηνών  ματαίας  απόπειρας 
τοΰ  Σγουρού,  άφ  ης  έσωσε  την  πολιν  ή  γενναιότης  τού  ίεράρχου  αυ- 
τών, ώς  καϊ  άλλοι  όμηροι  διαμενοντίς  παρά  τω  τυραννώ  ώς  παιδό- 
πουλα,    μόνον    έν  τοις  συμποσίοις  επιτελεί  έργα  υπηρετικά,  άλλω;  δε 

1  «Σιδηρεο)  ροπάλω  πατάςασα,  0  τοϊ;  πάλα•,  άπελάταις  ο;:λον  άτειρές  έγκε/είριστό 
τε  χα'ι  απ'  αυτών  παρωνόμαστο  ».  Μι/αήλ  Ακομινάτου  τά  σωζόμενα  έχδ.  Σπυρ.  Π. 
Λάμπρον.    Τόμ.    Β'σ.   163, 21. —  «ή    σιδηρία   και   χπελατική    χοούνη».  Αυτόθι  σ. 

166,30. 

2  Αυτόθι  σ.  163,31  /..Ι. 


—  426  — 

σιατρίβει   περί  ασκήσεις  τοξευτικάς  και  ιππικά    γυμνάσια    ώς  γνήσιος 

Η  Ιστορία  μόνον  τήν  γενναιότητα  του  Βουτσαρα  και  τον  όπλι• 
σμόν  αύτοΰ  παρέδωκεν  εις  ήμόΐς,  άλλως  δε  δεν  γινώσκομεν  τον  χαρα- 
κτήρ  αΰτοΰ  και  τον  λοιπόν  βίον.  Άλλα  πάντως  ουδέ  να  εχομεν  λό- 
γον  να  δυςπιστώμεν,  ότι  εζη  και  αυτός  έν  Άρακλόβω  ώς  Λέων  ό 
Σγουρός  έπΐ  του  Ακροκορίνθου.  Τον  ίπποτικόν  βίον  των  Βυζαντινών 
τιμαριούχων  της  Πελοποννήσου  διέκοψεν  έξαπίνης  επελθούσα  αρχο- 
μένου τοϋ  δεκάτου  τρίτου  αιώνος  ή  φραγκική  επιδρομή.  Και  έπί  μεν 
του  πεδίου  της  μάχης  οι  ίππόται  της  Καμπάνιας  άνεδεικνύοντο  ευ- 
κόλως νικηταί  των  εχόντων  τά;  προνοίας  έν  Πόλοποννήσω  Άλλα 
τα  φρούρια  άντέχουσιν  έφ'  ίκανόν  χάρις  εις  τους  σιδηρόφρακτους  και 
κορυνηφόρους  "Έλληνα;  ίπποτας,  άντιτασσομένους  μετά  γενναιότητος 
εις  τους  έκ  Γαλλίας  σταυροφόρους.  Ό  Δοξαπατρής  αμύνεται  εν  Άρα- 
κλόβω μετά  της  αυτής  καρτερίας  μεθ'  ης  έπΐ  μακρόν  πολιορκείται 
Λέων  ό  Σγουρός  έπ:  του  Ακροκορίνθου.  Άλλα  και  μετά  τήν  παρά- 
οοσιν  των  φρουρίων  ή  Πελοπόννησος  γίνεται  μεν  γαλλική,  αλλά  δεν 
εκγαλλίζεται.  ώς  δεν  εί/ον  κατορθώσει  νά  την  έκρωμαίσωσιν  οί  'Ρω- 
μαίοι  ;:ρ&τ;ρον,  ώς  όέν  κατώρθωσαν  νά  την  έκτουρκίσωσιν  έπειτα  οί 
Τοΰρκοι.  Και  σήμερον  μετά  πάροδον  αιώνων  μόλις  που  ερείπια  φρου- 
ρίων και  εκκλησιών  και  σπάνιαι  άπό  γαλλικών  οικογενειακών  ονομά- 
των παρεφθαρμέναι  τοπικά:  ονομασία:,  ένθυμίζουσιν  έν  Πελοπόννησο) 
τους  χρόνους  εκείνους  της  φραγκοκρατίας,  καθ'  ούς  έν  τη  /ερσονήσω 
έλαλεΐτο  ή  γαλλική  έπ'  ίσης  καθαρά  ώς  καϊ  εν  Παρισίοις. 


ΟΙ  ΑΡΚΟΛΕΟΝΤΕΣ  ΤΗΣ  ΚΡΗΤΗΣ* 


Με  τι  άλλο  να  χαιρετίσω  προςφορώτερον  την  εμφάνισιν  του  περιο- 
δικού τούτου,  όπερ  δίκην  άνθους  ωραίου  χειρ  παρθενική  ανέλαβε  νάρ- 
δεύση  φυόμενον  υπό  την  σκιάν  της  ειρηνικής  έλαίας,  ην  έπότισε  και 
ηΰξησε  το  αίμα  γενεών  δλων  ;  Με  τί  άλλο  η  με  μικράν  συμβολήν  εις 
την  ίστορίαν  των  μακρών  εκείνων  επαναστάσεων,  αΐτινες  άποτελουσιν 
οιονεί  συνεχή  ίστορίαν  της  μεσαιωνικής  Κρήτης,  μόλις  που  άποπαυο- 
μένης  τών  πολέμων  και  μόλις  έχούσης,  καθ'  α  πολλάκις  εϊπον  και 
έγραψα,  έν  τω  μακρω  διαστήματι  τών  αιώνων  ολίγα  ετη  ειρήνης  και 
ησυχίας  ; 

Εΐνε  καιρός  δε  πλέον  τώρα,  ότε,  άνανήψασα  τέλος  ή  Κρήτη  εκ 
της  μακραίωνος  συμφοράς  και,  υπό  του  αστέρος  της  Βηθλεέμ  περιαυ- 
γαζομένη.  πλέει  έν  τω  Μυρτώω  χαίρουσα  προ;  τον  ποθητόν  λιμένα 
της  Ενώσεως,  να  στρέψωσιν  οι  Κρητες  το  βλέμμα  προς  την  μελέτην 
της  ιστορίας  τών  αγώνων,  οίτινες  προηγήθησαν  της  προςδοκωμένης 
αυτών  τελείας  εθνικής  αποκαταστάσεως.  Άλλ'  εννοώ  την  συστη- 
ματικήν,  την  έξ  Ιστορικών  αρχείων  και  έγγραφων  μεμαρτυρημένην 
κρητικήν  ίστορίαν,  ης  μάλιστα  ή  έπϊ  της  ^ενετοκρατίας  περίοδος  δύ- 
ναται νά  γραφή  ασφαλώς  μετά  μεθοδικήν  και  κοπιώδη  έξερεύνησιν 
τών  =ν  Βενετία  άποκειμένων  ανεξάντλητων  θησαυρών.  Έσομαι  δ'  ευ- 
τυχής κάγώ,  αν  δυνηθώ  να  συντελέσω,  λευκαινομένων  ήδη  τών  τριχών 
μου  και  της  Κρήτης  μή  πιεζοαένη;  πλέον  υπό  του  έφιάλτου  της  δου- 
λείας, είς  τήν  έπιτέλεσιν  ονείρου,  όπερ  μοι  προςεμειδία  πάντοτε  γελόεν 
έν  ήμέραις,  καθ'  ας  έγώ  μέν  διευβαυκαλώμην  ετι  υπό  ονείρων  νεανι- 
κών, ή  δε  προςφιλής  Κρήτη  Ιστέναζεν  ετι  υπό  τόν  ζυγόν. 

ΈδηαοσίίύΟη  τό  πρώτον  έν  τω  περιοδιχω  τών  Χανίων  Σπινθηρι  της  δεσποινί- 
δος Αρτεμισίας  Λανδράκτΐ  Τόμ.  Α',  15  Ιανουαρίου  1902  σ.  8  χ.  έ. 


—   428  — 

Εκ  τοϋ  ώκεανοϋ  δ'  εκείνου  τών  ειδήσεων,  αϊτινες  μετά  συντόνους 
μελετάς  δύνανται  νά  διαφωτίσωσι  τήν  μακρο/ρόνιον  ίστορίαν  τής 
Κρήτης  και  άναδείςωσιν  ετι  μεγαλειτέρους  τους  μακρούς  αυτής  υπέρ 
ελευθερίας  αγώνας,  δε'ζασθε  ενταύθα  μίαν  ρανίδα  διά  την  ύδροχόην 
αφ  ης  άνελάβετε  ν«  ποτίσητε  τό  άνθος  το  φυόμενον  υπό  την  σκιάν 
τής  ειρηνικής   έλαίας. 

Τά  μεγάλα  ονόματα  των  ηρώων  των  κατά  τών  Βενετών  έπανα. 
στάσεων  της  Κρήτης  οΰοέν  εχουσι  τό  αΐνιγματικόν.  Είν'  ενίοτε  πρω- 
τοφανή, άλλα  οέν  είνε  δυςνόητα,  ουδέ  νεννώσί  τίνα  άπορίαν.  "Αλλα 
μεν  εχουσι  βυζαντιακήν  άπόχρωσιν,  οία  τα  Βλαστό:,  Καλλέργης, 
Μελισσηνός.  Δρακοντόπουλος,  Σκορδύλης1,  άλλα  δ'  εχουσι  τύπον  ηδη 
νεοελληνικόν,  οία  τό  Δαιμονογιάννης  και  τό  Ψαρομίλιγγος.  'Έν  δε 
μόνον  τών  ονομάτων  Κρητών  επαναστατών  επί  βενετοκρατίας  είνε 
παραοοςότερον  τών  άλλων  χ.αΐ  εγείρει  τινάς  υπόνοιας  διά  το  άρχαίζον 
του  τύπου,  τό  τοϋ  Μιχαήλ  Άρκολέοντος  του  μετάσχοντος  μετά  του 
Μανουήλ  και  Κωνσταντίνου  Δρακοντοπούλου,  του  Μιχαήλ  Μελισση- 
νοϋ.  του  Νικολάου  Δαιμονογιάννη  και  άλλων  τής  εναντίον  τών  Βενε- 
τών έπί  τοϋ  τοποτηρητοϋ  Ιωάννου  Στορλάδου  επαναστάσεως  τών 
ετών    1-2 "28  μέχρι    1230. 

Άλλα  τό  δνομα  Άρκολέων,  σύνθετον  έκ  τοϋ  άρκος=άρκτος  και 
λέων,  φαίνεται  μεν  τό  πρώτον  άπίθανον,  άλλα  δεν  είνε  όμως  άν- 
ύπαρκτον,  πάντως  δ'  ό  εν  Κρήτη  δημώδης  αΰτοϋ  τύπος  ύπήρζεν  Άρ- 
κολίός.  Άλλα  δεν  συμβαίνει  ε•ς  τό  όνομα  Άρκολέων  δ  τι  παραδεί- 
γματος χάριν  εις  το  δνομα  τοϋ  Αθηναίου  λογίου  τοϋ  δεκάτου  εβδόμου 
αιώνος   Νικηφόρου    Πριγγελέως,  δπερ    είνε    έλληνικώτερος    τύπος    τοϋ 

4  Τό  όνομα  Σκορδίλη;  ή  Σκορδύλης  απαντάται  εναλλάξ  και  υπό  τον  τύπον  Σκορδύ- 
λιος.  "Ιδε  τους  διάφορους  Κρήτας  λογίου;  τους  φέροντας  τοΰτο  τό  δνομα  παρά  τω 
Σά&α  έν  Νεοελληνική  φιλολογία  σ.  759.  Τούτων  ό  Μακάριος  Σκορδύλίος  λέγε- 
ται Σκορδύλης  Ιν  τινι  κγιορειτιχω  χειρογράφω,  τω  ύπ'  άρ.  853  της  μονή;  Αγίου 
Παντελεήμονος  περιε'νοντι  τόν  εις  τήν  κοίμησιν  της  Παρθένου  πανηγυρικών  αύτοϋ  λό- 
γον  (Σπυρ.  Π  Λάμπρου  Κατάλογο;  τών  έν  ταΐ;  βιβλιοθήκαις  τοϋ  Αγίου  "Ορου; 
ελληνικών  κωδίκων.  Έν  Κανταβριγία  τής  Αγγλίας  Τομ.  Β'  σ.  444),  ό  δε  παρά  τω 
Σάθα  Ζαχαρίας  Σκορδύλης  ονομάζεται  Σκορδΐίλιος  έν  έτέοω  άγιορειτικω  χει- 
ρόγραφοι, τω  υπ'  άρ.  131  τής  μονής  Έσφιγμενου,  έν  ώ  σώζεται  ή  περί  βαθμών  συγγε- 
νείας συγγραφή  αύτοϋ,  επονομάζεται  δ'  εν  τω  7_ειρογράφο>  έκείνω  καί  Μαραφαρας 
Ζαχαρίας  Σκορδΰλιος  Στινρ.  Π  Λάμπρον  αυτόθι  Τόμ.  Α'  ο  186).  *Ιδε  και 
Σπνρ    Π.   Λάμπρου   Νέον  Έλληνομνήμονα  Τόμ.  Β'  σ.  32. 


—   Ί29  — 

χυδαιότερου  Πριγγιούλη  η  Πρίντζουλα.  Έδώ  εχομεν  το  εναντίον.  Το 
Άρκολιός  είνε  ή  λαϊκή  μετάπτωσις  του  βυζαντιακοΰ  και  αρχαιοπρε- 
πούς Άρκολέων.  Ότι  δε  ό  οίκος  είς  όν  άνήκεν  ό  επαναστάτης  Άρκο- 
λέων  διετηρήθη  επί  μακρόν,  φέρων  άπαράφθορον  το  όνομα,  αποδει- 
κνύεται έκ  τούτου,  δτι  αυτό  τούτο  το  όνομα  φέρει  μεσοΰντος  τοϋ  δε- 
κάτου πέμπτου  αιώνος  και  άλλος  άνήρ  έκ  του  αύτοΰ  καταγόμενος 
προφανώς  οίκου.  Δεν  είνε  δε  ούτος  επαναστάτης,  άλλ'  ήσυχος  άν- 
θρωπος τών  γραμμάτων,  μακράν  της  πατρίδος  διαβιών  και  άποζών 
έκ  της  αντιγραφής  ελληνικών  χειρογράφων  εν  τη  Έσπερί^,  ως  και 
άλλοι  Κρήτες  εν  ταΐς  ήμέραις  της  αναγεννήσεως  τών  γραμμάτων, 
περί  ων  θέλω  γράψει  άλλοτε.  Ό  Κρής  ούτος  βιβλιογράφος  έγραψε  τω 
1447  έν  'Ραβέννη  της  Ιταλίας  διαμένων  Ψαλτήριον  σωζόμενον  νυν 
έν  τη  Λαυρεντιακη  βιβλιοθήκη  της  Φλωρεντίας,  καθ'  α  διδασκόμεθα 
έκ  τοϋ  έν  τω  χειρογράφω  σημειώματος  αύτοΰ,  έχοντος  ούτω;"  Έτε- 
λειώθη  το  παρόν  ψαλτήριον  έν  έτη  ,ς-^νε'ίνδ.  ι '  ηλίου  κύ- 
λος  ια'  σελήνης  κύκλος  πρώτος  έν  μηνι  ανγούστ,  είς  τάς 
κα',  έν  ίταλίοις  χ<ύραν  ρεβέναν  δια  χειρός  έυοΰ  άιιαρτω- 
λοϋ  και  τάλα  'ίακαίβου,.ου  το  έπίκλειον  βοββός  καϊ  άρκο- 
λέον  έκ  νύοσου  Κρίτης  εζου  Χ  χωρίον  ροδοβάνειν.  Και  οί 
άναγινίόσκοντες.  μηδέν  με  καταράσθε-  διά  πολλών  αγαλ- 
μάτων νιοι/,  λέγω  της  άμαθίας•  δτι  χορικός  υπάρχω  και 
αμαθείς  γραμματο^ν-. 

Ο  Άρκολέων  ήτο  άμαθης,  ώς  ομολογεί  αυτός  μετά  συντριβής 
καρδίας*  άλλα  δεν  είνε  ό  μόνος  άμαθης  βιβλιογράφος  τών  μέσων  αιώ- 
νων και  της  τουρκοκρατίας.  Και  όμως  δεν  πρέπει  διά  τοϋτο  νά  ύπο- 
τεθή,  ότι  τάντίγραφα  τών  άμαθων  εκείνων  βιβλιογράφων  ήσαν  πάν- 
τοτε κακά.  Κατά  τήν  άντιγραφήν  έχοντες  ενώπιον  αυτών  τό  άντι- 
γραφόμενον  κείμενον,  τό  λεγόμενον  άντιβόλαΐον,  άντέγραφον  συνή- 
θως αυτό  μηχανικώς  και   μετά  πάσης   προςοχής,  ώςτε   τά   σφάλματ' 

1  Οί  Ιταλοί  έκδοτα!  τοϋ  σημειώματος  νομι'ζουσιν,  δτι  τό  άκατανόητον  τοϋτο  έζομ 
σημαίνει  έζομένου  έκ  ή'τοι  καταγομένον  έκ.  Και  δέν  έτυχον  μέν  βεβαίως  τοΰ 
ορδοΰ,  άλλ'  ομολογώ,  δτι  δέν  γινώσκω  τι  υπολανθάνει  ένταΰθα-  άνεγνώσθη  όπωςδη'ποτε 
καλώς,  ώς  έπείσθην  άντιβαλών  τό  σημε/ωμα  Ιν  τω  κώδικι  τό  εαρ  τοΰ   1903. 

2  Ε.  Εθ8ία(/ηο  βΐ  Ν.  Ρββία  Ιπ(ϋοβ  <1βί  οοιίϊοί  ^αυΓβηζϊαηί  ηοη  οοηιρΓβ^ί 
ηβΐ  0»ΙαΙο§ο  Αζ\  Βαικίίηί  έν  τοις  8ΐϋάϊ  ΙΙαΙΐαηΐ  άΐ  Π1ο1ο£ΐα  ο1&δ$ϊο&.  Τόμ.  Α' 
(1893)  σ.  144,  άρ.  34. 


—  430  — 

αυτών  ήσαν  πολύ  ολίγα  έν  σχέσει  προ;  την  άμάθειαν,  ην  άπεδεί- 
κνυον,  δτε  άνελάυ.βανον  έν  τέλει  του  βιβλίου  να  συνθέσωσιν  έξ  ύπο- 
γυίου  και  το  άπλούστατον  των  σημειωμάτων  Τοΰτο  συμβαίνει  και  εις 
τον  Άρκολέοντα,  δςτι;  και  αυτό  το  έπώνυμον  έαυτοΰ  Βωβός  γράφει 
άνορθογράφως.  ΤΗτο  δε  άλλως  μοναχός,  καθ'  ά  δυνάμεθα  να  είκά- 
σωμεν  ίκ  τοΰ  επιθέτου  τάλας,  όπερ  συνήθως  προςέγραφον  εις  εαυ- 
τούς οι  καλόγηροι  οί  άντιγράφοντες  χειρόγραφα.  Προςεπονομάζεται 
δε  ό  Ιάκωβος  Άρκολέων  ούτος  Βωβός,  ώς  εϊδομεν  ανωτέρω  τόν 
Ζαχαρίαν  Σκορδύλιον  έπονομαζόμενον  Μαραφαράν  το  δ'  έπώνυμον 
δηλοϊ  πλάγιον  οίκον  η  έπιγαμίαν.  Αξία  δε  λόγου  είνε  και  ή  μνεία 
του  χωρίου  'Ροδοβάνι,  εξ  ου  κατήγετο  ό  Ιάκωβος,  όπερ  δεν  είνε 
άπίθανον  δια  περαιτέρω  μελετών  νάποδειχθη  ώς  ή  πατρίς  αύτοΰ  του 
Μιχαήλ  Άρκολέοντος,  τοΰ  περιωνύμου  ήρωος  της  αποστασίας  τοΰ 
δεκάτου  τρίτου  αιώνος. 

Είς  τον  αυτόν  δε  οίκον  τών  Άρκολεόντων  ανήκει  πάντως  και  ό 
Νεόφυτος  Άρκώλαος,  Κρής  βιβλιογράφος  γράψας  έν  ετει  1592  Έξή- 
γησιν  της  Εξόδου,  άποκειμένην  έν  τη  πατριαρχική  βιβλιοθήκη  της 
Αλεξανδρείας,  ώς  εξάγεται  έκ  τοΰ  έν  τω  χειρογράφω  σημειώματος• 
'Τπό  χειρός  Νεόφυτου  ιερομόναχου  Άρκωλάον  του  κρη- 
τός  αφ'ηβ'  φευρ.  γ'  ιιμέρα  ε'  ι.  Είνε  δ'  ό  Νεόφυτος  ούτος  πιθα- 
νώτατα  ό  αυτός  εις  δν  διευθύνεται  έν  μεταγενέστερα)  χρόνω  επιστολή 
τοΰ  Κυρίλλου  Λουκάρεως  έπιγραφομένη  «  Νεοφύτω  Άρκολέω  τω  ίε- 
;ομονάχω  τω  έκ  "Ρεθύμνης ».  Περιλαμβάνεται  δε  αΰτη  έν  τφ  ύπ' 
άρ.  263  κώδικι  τοΰ  έν  Κωνσταντινουπόλει  Μετοχίου  τοΰ  Παναγίου 
Τάφου2  και  εξεδόθη  υπό  τοΰ  ί.6§Γ£ΐη(]  κατ'  άντίγραφον  του  κ.  Άθα- 
νχσίου  Παπαδοπούλου  Κεραμέως3. 

Αντώνιος  δε  Άρκολέος  (ΑΐΌοΙβΟ),  υίός  Μαρίνου  Άρκολέου  και 
Άννης  Κορνιακτοΰ,  ήτο  άνήρ  'Ρεθύμνίος  τήν  καταγωγήν,  γεννηθείς 
έν  Βενετία  τω  1651.  Σπουδάσας  δ  έν  τω  Έλληνικώ  κολλεγίω  τοΰ 
Άνίου  Αθανασίου  έν   Ρώμη  και  μεταστάς  εις  τους  Λατίνους,  ήξιώθη 

1  ΟατάίΚαηδβη  ΟαΐΛίο^ιΐδ  οοάϊοαω  &Γ&6θοηιιη  δπι&ίΐΐοοί'ααι.ΈνΌξωνίω 
1886  ν.  261  άρ.  1279. 

2  Άθ.  Παπαδοπούλου  Κεραμέως  Ίεροσολυμιτική  βιβλιοθήκη   Τομ.  Δ'σ.  240. 
*  Σ,βρναηά  Βϊ!-Ιΐο§Γ3.ρΙ»ϊβ  Ηεΐΐέπϊφΐε  .  .  .  αυ  άίχ  -δβρίΐεπιβ  δίβοΐβ.  Τόμ.  Γ' 

τ    559. 


—  431   — 

έν  αύτω  του  διπλώματος  διδάκτορος  τη:  φιλοσοφίας  και  έπειτα  τοΰ 
της  νομικής  εν  Παταυίω.  "Εχομεν  δε  σωζομένας  δύο  αΰτοΰ  έπιστο- 
λάς  ίταλιστί,  εκδοθείσας  υπό  τοϋ  ^6£>Τ3η(Ι  1.  Όμοίως  δ'  ίταλιστί 
έγραψε  και  τάς  άφιερωτικάς  «πιστολάς  τάς  προταχθείσας  της  ιταλι- 
κής συγγραφής  τοΰ  Κερκυραίου  Αντωνίου  Καποδίστρια  περί  των 
θαυμάτων  του  Αγίου  Σπυρίδωνος  2  και  τριών  μελοδραμάτων  ύπ'  άλ- 
λων ποιηθέντων  3,  ε'ποίησε  δέ  και  αυτός  ώδήν  έπιγραφομένην  II  ΟΟΓΟ- 
ΠΒίΟ  δα§Γβ(1θ,  έκδοθεϊσαν  έν  Βενετία  τώ  16754,  και  άλλα  τινά  ποι- 
ητικά και  μουσικά  έργα5. 

Κατά  ταΰτα  μέχρις  αύτοΰ  τοϋ  τέλους  του  δεκάτου  εβδόμου  αιώ- 
νος δυνάμεθα  νά  παρακολουθήσωμεν  διασωζόμενον  τον  οίκον  τών 
Κρητών  Άρκολεόντων.  Έξιταλίζεται  δέ  κατά  μικρόν  ούτος  έν  Βε- 
νετία και  άλλαχοϋ  της  Ιταλίας,  όπου  και  μέχρι  της  σήμερον  εύρί- 
σκομεν  το  όνομα  Άρκολέων  ως  οίκογενειακόν.  Ούτω  ΟβΟΡ^ΪΟ  Αγοο- 
ΙβΟ  καλείται  γνωστός  έν  Νεαπόλει  λόγιος  κα:  πολιτευτής  τών  τελευ- 
ταίων χρόνων,  τω  μεν  1878  δημοσιεύσας  έν  Νεαπόλει  συγγραφήν 
Ι  οαηΐί    (Ιβΐ  ροροΐο    ίη  δΐοΐΐί»,    τω    δέ   1880  έν  τη  αύτη    πόλει    II 

βίΐαηοίο  άβΐΐο  8ΐαΙο. 

Άλλα  που  εΰρηται  ή  αρχή  τοΰ  γένους  εκείνου  ;  Ό  έκ  Φλωρεντίας 
Χριστόφορος  Βονδελμόντης,  δςτις  περιώδευσε  τάς  έλληνικάς  χώρας 
τον  δέκατον  πέμπτον  αιώνα  και  έγραψε  βιβλίον  γνωστότατον  περί 
τών  νήσων,  διηγείται,  ότι  έν  ταΐς  ήμέραις  τοΰ  Κωνσταντίνου  μετε- 
νάστευσαν  είς  τήν  Κρήτην  δώδεκα  μεγάλοι  ρωμαϊκοί  οίκοι  διατηρού- 
μενοι μέχρι  και  τών  ήμερων  αύτοΰ,  είς  ους  τάσσει  και  τους  Άρκου- 
λεάδες,  παρέχων  ώς  ρωμαϊκόν  αυτών  όνομα  τό  υΓδίηΐ,  όπερ  είνε 
ή  λατινική  μετάφρασις  τοΰ  έτερου  μέρους  τοΰ  ονόματος  τών  Άρκο- 
κεόντων.  "Ρητώς  δέ  μνημονεύει,  ότι  ή  μετανάστευσις  τών  Άρκου- 
λεάδων  υπήρξε  μεταγενέστερα  της  τών  άλλων  οίκων,  εις  ους  τάσσει 
τους  Χορτάτσας,  τους  Λιγνούς,  τους  Βλαστούς,  τους   Κλάδους,  τους 


1  Βί61ίο^Γ3.ρΙιίβ  ΗβΠβηϊ^αβ  .  .  .  »υ  άϊχ-8βρ1ίβωβ  δίβοΐβ  Τό^.  Γ'σ.  352  χ.•• 
-  Σβρναηά  Ενθ'  άν.  Τόμ.  Β'  σ.   436. 

3  Ι,βρταηά  έ'νθ'  άν.  Τόμ.  Β'  σ.  428,  456,  483. 

4  Εβρταηά  ενθ'  άν.  Τόμ.  Β'  *.  317. 

»  Ι,βρταηά  ενθ'  άν.  Τόμ.  Γ    σ.  19,  32,  44,  54. 

0  ΒοηάβΙιηοηίί  ΙΛύβν  ΙηδπΙαπιιη  ΑΓοΙιίρβΙβ,^ί  έχδ.  Βίηηβτ.  1824  σ.  69. 


—  439  _ 

Σκορδυλίους  6.  Καθ'  ά  δε  άπέδειξεν  ό  Ηορί,  ή  εις  Κρητην  μετανά- 
στασις  αύτη  βυζαντιακών  πράγματι  κα;  όχι  ρωμαϊκών  μεγάλων  οί- 
κων ποέπει  να  ύποτεθή  γενομένη  μικλλον,  καθ'  ά  μαρτυρεί  και  έν  τη 
άνεκδότω  •ν  χειρογράφω  τινι  της  Μαρκιανής  βιβλιοθήκης  της  Βενετίας 
σωζόμενη  ιστορία  τη;  Κρήτης  ό  Ανδρέας  Κορνάρος,  μετά  την  υπό 
Νικηφόρου  Φωκά  άπό  των  Αράβων  άνάκτησιν  της  Κρήτης  '.  Άλλα 
τοΰτο  εϊνε  απλή  ύπόθεσις.  Ρητή  δε  μνεία  του  οϊκου  των  Άρκολεόν- 
των  ως  έκ  της  Κωνσταντινουπόλεως  μεταναστεύσαντος  εις  Κρητην 
γίνεται  επί  Αλεξίου  του  Κομνηνού,  όςτις  λέγεται  άποστείλας  εις  την 
εν  αποστασία  εύρισκομένην  Κρητην  τον  ίδιον  υίόν  Ισαάκ  μετά  εκα- 
τόν πλοίων  και  δώδεκα  αρχόντων,  οίτινες  έ'μελλον.  καταστέλλοντες 
την  έπανάστασιν,  νά  διανεμηθώσι  την  νήσον.  Τών  δώδεκα  δ'  εκείνων 
αρχόντων  ήτο  και  ό  Θωμάς  Άρκολέος.  Και  τό  μεν  εις  ταύτην  την 
τιμαριωτικήν  διανομήν  τη:  Κρήτης  άναφερόμενον  έ'γγραφον,  όπερ  έν 
τη  νέα  ελληνική  συντεταγμένον  άνεΰρεν  ό  Ηορί  έν  τοις  έγγράφοις 
του  καταγόμενου  εκ  Κρήτης  κερκυραϊκού  οϊκου  Βάλβη  -  Σκορδύλη, 
είνε  και  άλλως  ΰποπτον  ώς  έχει  νυν,  αλλά  πάντως  αναφέρεται  εις 
πρωτότυπον  παράδοσιν  άξιας  πίστεως.  Έν  δέ  τινι  εγγράφω  της  έκ 
Κρητών  καταγόμενης  ομοίως  οικογενείας  τών  Βλαστών  έν  Ζακϋ-,θω 
ρητώς  μνημονεύεται,  ότι  οί  Άρκολέοι  μετά  την  κατάπαυσιν  της 
αποστασίας  εγκατέστησαν  έν  τη  νήσω  περί  τον  Άγιον  Φωκαν2. 

Ό  Ηορί  δεν  εΐχεν  άδιον  διαγινώσκων,  ότι  τά  νεοελληνικά  εκείνα 
έγγραφα,  καίπερ  έν  μεταγενεστέροις  χρόνοις  γεγραμμένα,  δεν  ήσαν 
ανάξια  πίστεως,  άλλ'  ότι  εχουσι  τήν  αρχήν  άρχαιοτέραν.  Εις  πίστω- 
σιν  δέ  της  γνώμης  αΰτοΰ  επέρχεται  βραχύ  σημείωμα  εύρεθέν  πρό 
ολίγων  ετών  έ'ν  τινι  κώδικι  της  βιβλιοθήκης  του  πατριαρχείου  Ιερο- 
σολύμων και  γραφέν  κατά  τον  δέκατον  τέταρτον  αιώνα.  "Εχει  δέ  τό 
σημείωμα  ώδε*  Αί  γενεαι  τών  Κρητικών,  τών  έξ  αυτών  δνο 
σκαλών  :  πρώτοι  οι  Καλλιέργον  κατοικοΰσιν  εις  τό  Μι/λο- 
πόταμον  οί  Ζουλεάδ(ες).  οί  Καφάτζ(οι),  οί  Κυριακόπου- 
λοι), οί  Γαβαλάοες,  οί  Πάγκαΐ(οι).  Τοΰρμα  ή  Σίβρυτοίς) : 
οί  Βαροϋχοι,  οί  Χορτάτζ(οι),  οί  Άγιοοτεψανΐται,  οί  Άρκο- 

'   Ηορί  Οβ8θΗΐϋΙιΙβ  ΟπβοββηΙ&ΙΗΐΒ   ΪΙΊΊ  ΜίΙΙβΙαΙΙβΓ  έν  τϊ)  Εγκυκλοπαίδεια  τοϋ 
Ετ8ΰ/ι  και  Οηιοβτ  Μέρ.  Α'  Τοιχ.  85  σ.  179. 
2  Ηορί  εν0'  άν. 


—  433  — 

μ 
λέοι,    οι  Λνμαι,    οι   Παπα*ΐωαννόπ(ο,υ)λ(οι).  Είς  την  Καλ'α 

οι  Σκοοδνλοι,    οι  Μοι/Οοΰροι,    οί  Βλαστοί,    οι  Μελιοσηνοί. 
Εις  τ(όν)  Κίσοαμον  οι  Πικροοϋρίδαι,  οι  Θαλαοσηνοί1. 

Έν  τω  καταλόγω  τούτω  έ'χομεν  νέα  οικογενειακά  ονόματα  μη 
παρουσιαζόμενα  έν  τοις  άλλοις.  Άλλ'  ή  έμφάνισις  αυτών  και  ή  προς 
την  κρητικήν  ίστορίαν  σχέσις  οέν  δύνανται  να  διαφωτισθώσιν  έν  τω 
προχείρω  τούτφ  σημειώματί  μου,  δπερ  περιορίζεται  βίς  μόνους  τους 
Άρκολέοντας,  ους  ήδυνήθημεν  να  παρακολουθήσωμεν  ει  μη  από  του 
ενάτου  αιώνος  μετά  την  έπί  Νικηφόρου  Φωκά  άνάκτησιν  της  Κρή- 
της, άλλα  πάντως  άπό  τών  ημερών  Αλεξίου  τοϋ  Κομνηνού  μέχρι 
των  καθ    ήμας  χρόνων. 


1     Αθανασίου  Παπαδοπούλου    Κεραμέως     Ίβροσολυμιτική    βιβλιοθήκη    Τόμ. 
Β'  α.  320. 

ΕΠΓΡ.    Π.    ΛΑΜΠΡΟΓ,    ΜΙΚΤΑΙ    2ΒΛΙΑΕΣ  28 


Ο  ΜΑΖΑΡΙΣ   ΚΑΙ  ΤΑ  ΕΡΓΑ  ΑΤΤΟΓ 


Δια  του  Βθ188θηα(1β  ' ,  του  Ε11Ϊ886Π  2  και  του  ΤθΖ6Γ  3  έγνώσθη 
τούτο  μεν  το  κείμενον,  τοΰτο  δε  γερμανική  μετάφρασις  και  άνάλυσις 
της  παραδόξου  εκείνης  μιμήσεως  της  νεκυομαντείας  του  Λουκιανού 
ήτις  επιγράφεται  Επιδημία  Μάζαρι  εν  "Αδου.  Και  κατωρθώθη  μεν 
μέ/ρι  τοϋδε  νάποδειχθη,  ότι  το  έργον  τοΰτο  έγράφη  μεταξύ  των  ετών 
1414  και  1416,  έπϊ  της  βασιλείας  του  Μανουήλ  Παλαιολόγου,  επε- 
τεύχθη δε  και  ή  έζήγησις  διαφόρων  έν  αΰτώ  περιεχομένων  ιστορικών 
υπαινιγμών  και  ή  χρησιμοποίησις  τών  περί  της  Πελοποννήσου  εθνολο- 
γικών παρατηρήσεων 4.  Άλλ'  ουδείς  γινώσκει  τι  περί  του  συγγρα- 
φέως. Διό  θα  πειραθώ  ενταύθα  να  διαφωτίσω  το  σκοτεινόν  τοϋτο 
ζήτημα,  να  γνωρίσω  δ  εις  τον  άναγνώστην  και  άλλα  τινά  έργα  τοϋ 
Μάζαρι. 

Μάζαρις  εινε  το  πραγματικόν,  δχι  δε  πλαστον  όνομα  του  συγγρα- 
φέως. "Ηδη  πρό  αυτού  εύρίσκομεν  μνημονευόμενον  μοναχόν  ονόματι 
Ίωάννην  Μάζαριν  ζώντα  τω   1357  5,  όςτις  άρα  δεν  είνε   ό  αυτός  και 

*  'Εδημοσιεύθη  τό  πρώτον  γερμανιστί  εν  τί)  ΒνζαηΙίηίδοΙίβ  ΖβϊΙδοβπίΙ  Τόμ.  Ε' 
(1896)  σ.  63  κ.  Ι. 

«  Αηβοάοΐα  ΟΓαβοα  Τόμ.  Γ'  σ.  122-186. 

-  Αη&ΙβΙίΙβη  άβΓ  ηιϊΐΐβΐ- υηά  ηβα^πβοΐιίδοΐίβη  ΕίΙΙβΓΕίΙιιΐ'.  Τόμ.  Δ'  Έν  Λει- 
ψία. 1860. 

:!  Β^ζαηΙϊηβ  κ3.1ϊγθ  έν  τω  ,Γουπι&Ι  οί  Ηβΐίβηϊο  δίαάίβδ  Τόμ.  Β'  σ.  233  χ.  Ι, 
Πρβλ.  ΚηιηιύαβΗβτ  ΟβδοΙιΐοΙιΙβ  άβτ  §τϊβοϊιϊδο1ιβη  ΙιϊΙΙβΓ&ΙαΓ  σ.  492  χ.  Ι.  (Ιλλ. 
μετάφρ.  Σωζηριάδον  Τόμ.  Β'  σ.  172). 

λ  ΡαΙίΊηβτα^βν  Οβδοβίο&Ιβ  νοηΜοΓβα  Τόμ.  Β'  σ.  315  χ.  Ι.  Ηορί ΟβδοΙιϊοΙϊΙβ 
ΟηβοΙιβηΙαικΙδ  ίπι  ΜΐΙιβΙ&ΙΙβί'  έν  τ?,  Εγκυκλοπαίδεια  τοΰ  ΕτδβΗ  και  Οτιώβτ  Μερ. 
Α'Τόμ.  86  σ.183  *Λ.  —  ΗβτΙζϋβ^  ΟβδοΙαίοΙιΙβ  ΟιϊβοΗβηΙαικΙδ  δβίΐ  άβπι  ΑβδΙβι- 
5βη  χτλ.  Τόμ.  Β'  σ.  466  κ  έ.  Τνβη  Μαζαπδ  υη<1  ΗυΙοβοΙοβ  έν  τί]  ΒνζαηΙίηί- 
δοΐιβ  ΖβίΙδοβιϊίΊ  Τομ.  Α'  σ.  86  κ.  ε. 

3  Ττ&ι  ϊνβ'  άν.  σ.  93. 


—  435  — 

ό  ημέτερος,  άλλ'  ίσως  εϊνε  ό  πατήρ  αυτού".  Ό  δε  συγγραφίυς  της 
Επιδημίας  ύγε  προωνύμιον  Μάςιμο.  /.χ;.  ητο  ομοίως  μονα/ός.  Τά 
γεγονότα  δε  ταύτα  συνάγοαεν  έκ  του  κωδικός  90  της  έν  Άγίω  Όρίι 
μονής  των  Ιβήρων,  περιέ/οντος  δ'.άφορα  έργα  φέροντα  το  όνου.  αυ- 
τού. "Ηδη  δε  ό  Γ)υ03,Π£β  ίπο'.ήσατο  μνείαν  μονα/οΰ  καλουμένου 
Μαξίμου  Μαζάρου,  άλλα  μέ/ρι  τούδί  δεν  ΰπηρνε  διάθεσις  να  ταύτί- 
σωσι  τούτον  προς  τον  Μάζαριν  της  Επιδημίας.  « 'Τπολαμβάνομεν 
άναγκαϊον,  έ'γραφεν  ό  Ε11Ϊ886Π  1,  νά  μνημονεύσωμεν  μονάχου  τίνος 
Μαξίμου  Μαζάρου.  ον  αναγράφε-,  ό  ΟΐΐΟίΐη^β  (  01θ883ΐ1ΊυΠ1  £Γ. . 
ίηοΐβχ  3ϋθΙθΓϋΠΐ  π.  29)  ως  συγγραφέα  ετι  ανεκδότου/  αλφαβητικών 
κανόνων  περιλαμβανομένων  έν  τω  οοά.  0θ11)6ΓΠηυδ  4343 2.  άλλ' 
ουδαμώς  προτιθέμεθα  να  ταϋτίσωμεν  αυτόν  όπωςδήποτε  προς  τον  ημέ- 
τερον  Μάζαριν  ένεκα  του  σχεδόν  όμοιου  ονόματος»  ^  Άλλ'  οί  αΰτο' 
κανόνες  ευρίσκονται  και  εν  άλλοις  χειρογράφοις,  καθ'  ά  θέλομεν  ϊδει 
παρακατιόντες,  υπό  τό  όνομα  Μαξίμου  Μέζαρι  η  Μόζαρι.  Άλλα  προ- 
φανώς τα  ονόματα  Μάζαρος,  Μέζαρις  η  Μόζαρις  ουδέν  άλλο  εϊνε 
η  παραμεμορφωμένοι  ύπό  τών  ■  βιβλιονράφων  τύποι  του  ονόματος 
Μάζαρις. 

"Οτι  δε  τό  δνομα  πράγματι  ήτο  τούτο,  βλέπομεν  έκτου  αντιγρά- 
φου σημειώματος  τοϋ  Μάζαρι  έν  φ.  262  του  ύπ'  αύτοΰ  γραφέντος 
Δίωνος  του  Χρυσοστόμου  έν  τω  Παρισιακψ  κώδικι  2958,  ου  άντί- 
γραφον  οφείλω  εις  την  εύγένειαν  του  κ.  ΟπίΟηΙ' 

Τέρμα  Δίωνος  όγδοήκοντα  λόγων, 

οΰς  Μάζαρις  έγραφα  κρατούντος  λόγω4. 

1  Αη&ΙβΙίΙβη  Τόμ.  Δ'  α.  2-7. 

2  Ό  κώδιξ  απόκειται  νϋν  έν  τη  Έθνικη  βιβλιοθήκη  τών  Παρισίων  φέρων  αριθμόν  2571. 

Ονηοηί  ΙηνβηΐΕΠΓβ  δοιηπίίΐίΓΡ  άε<;  Γηαηιι$0ΓΪΐ5  ΟΓβοδ  άβ  Ια  ΙηΜΐοΙΙιβαιιβ  Νβ- 
ΙΐοηαΙβ  Τόμ.  Β'  σ.  7. 

1  Μάζαρος  μνημονεύεται  υπό  τοϋ  ΡαΛ)τί<ήΐ18  ΒΐΙ)ΙϊθΙΙιβο;ι  Οΐ&βοιι  Τόμ.  Τ'σ.  ."145β 
ΙΑ'  σ.  698. 

*  Α'.  λέξεις  κρατούντος  λόγω  ίσως  αναφέρονται  εις  τό  Δίωνος  και  σημαίνουσ 
τόν  κραταιόν  συγγραφέα.  Άλλα  δέν  ειν;  άπίθανον  νά  έ/ωσι  και  αλλην  σημασίαν,  δη- 
λοϋσαι  τον  οιατάςαντα  την  γραφήν  τοϋ  καίδικος  εις  τόν  Μάζαριν.  Έν  τοιαύτη  δε 
περιπτώσει  ό  κρατών  εκείνος  εϊνε  πιθανώς  συμφώνως  προς  τά  κατωτέρω  εκτιθέμενα 
ό  Μανουηλ  Παλαιολόγος.  Έκ  δέ  της  αυτοκρατορικής  βιβλιοθήκης  τοϋ  Βυζαντίου  περι- 
ήλθε•/  έπειτα  ό  κώδιξ   εϊς  την  τοϋ  Σεραγίου,  οπόθεν  μετή/')η  ιΐς    Παρισιού;. 


—  436   — 

Ουδείς  οέ  υπάρχει  λόγος  αμφιβολίας,  δτι  πρόκειται  περί  του  συγ- 
γραφέως της  Επιδημίας.  Τό  τε  σπάνιον  του  οικογενειακού  ονόματος 
και  ό  χρόνος  των  πλείστων  χειρογράφων,  έν  οίς  ευρίσκονται  οί  είρη- 
μένοι  αλφαβητικοί  κανόνες,  ήτοι  ό  δέκατος  έκτος  αιών,  καθιστάνοσι 
πιθανόν  τον  ταύτισμόν  του  μονάχου  Μάζαρι  και  του  συγγραφέως  της 
Επιδημίας. 

"Εν  τινι  κώδικι  της  έν  Άγίω  "Ορει  μονής  των  Ιβήρων  ύπ'  άρ. 
90,  γεγραμμένω  επί  χάρτου  τον  δέκατον  έκτον  αιώνα,  περιλαμβά- 
νονται τα  έξης  έργα  του  Μάζαρι* 

1  (φ.  77α-79α).  Μαξίμου  μονάχου  τοΰ  Μάζαρι  κανών 
περί  πνευμάτων  και  άντιστίχων  κατά  άλφάβητον.  Ήχος  β'. 
Έν  βυθω. 

"Αρχ.  Άναφής  και  άκτιοτος  θεός  και  ακατανόητος  στε- 
ρητικόν  άλφα  έχει  ψιλούμενον  αδης  δέ  και  άλυσις  της 
στερήσεως  και  αυτό  τό  άλφα  έστι*  όμως  δ'  έπι  πάσιν  άμφω 
την  δασίαν  επιδέχονται. 

Τελ.  Ώμος  ό  απάνθρωπος  κτλ.1 

2  (φ.  79α-8"2α).  "Ετερος  περί  άντιστίχων  κατά  άλφάβητον. 
"Αρχ.   Ά  ει  τό  έπίρημα  δηλοΰν  δια  παντός  τό  αυτό. 

3  (φ.  8'2α-84«).  "Ετερος  κανών  τοΰ  αυτοΰ  όμοιος  κατά 
άλφάβητον. 

"Αρχ.  Άει  ώςει  και  σπάνει  (γρ.  ώςανει)  την  δίφθογγον  ει 
κατασπάζεται. 

Κάτωθι  δ'  έν  φ.  83ς  Ώδή  ζ'.  φήμη  φημώ  και  ευφημία  φηγός 
δένδρι  τε  τό  φέρων  τάς  βαλάνους. 

Ό  πρώτος  τών  κανόνων  τούτων  ευρίσκεται  υπό  τό  δνομα  τοΰ  Μα- 
ξίμου Μάζαρι  και  έν  τψ  κώδικι  της  'Ρώμης  Β3ίΊ>6Πηΐΐ8  0Γ»β0ϋ8 
Ι  15,  μικρώ  χειρογράφω  δεκαέξ  φύλλων  εις  σχήμα  120ν  γεγραμμένω 
τον  δέκατον  έκτον  αιώνα. 

Επιγράφεται  δ'  έν  τω  κώδικι  τούτω  (φ.  12δ-1δα)  ώδε*  Μαξίμου 
μονάχου  τοΰ  Μόζαρι  κανών  περί  πνευμάτων  και  άντιστοί- 


1  Ό  χανών  ούτος  εξεδόθη  υπό  τοΰ  Ε.  ΜίΙΙβΤ  (Αηηυ&ΪΓβ  ρΟΙΗ  Γβη0ΟϋΓ21§βίΏβηΙ 
άβδ  θΐϋάβδ  Οτεοςυβδ.  Τόμ.  Ι'  1876  β.  131  κ.  έ.)  κατ'  άντίγραφον  τοΰ  χ.  Άθ. 
Παπαδοπούλου  Κεραμε'ως  υπό  τό  δνομα  του  Θεοδώρου  Πτω/οπροδρόμου. 


—  437  — 

δ  ος 

χων  κατά  άλ^άβητον,  ω  α,  ηχ  β.  Έν  (5υθώ  κατέοτρωοα 
ποτέ  την  φ.  "Αρχ.  'Αναφης  και  άκτιστος. 

Ό  αυτός  δε  κανών  περιλαμβάνεται  και  έν  τφ  κώδικι  της  Μοδένης 
ΙΙ-Α-2,  συμμιγεϊ  χειρογράφω  γεγραμμένω  υπό  διαφόρων  χειρών  τοϋ 
δεκάτου  πέμπτου  αιώνος  προς  τον  δέκατον  έκτον.  Επιγράφεται  δε 
Μαξίμου  μονάχου  τοϋ  Μάζαρη  ( κατά  διόρθωσιν  έκ  του  Μά- 
ζαρι)  Κανών  περί  αντιστοίχων  (κατά  διόρθωσιν  έκ  του  άντι- 
Οτείχων).  Κατά  αλφαβήτου.   Έν  βυθώ. 

"Αρχ.  Άναφής  και  άκτιοτος  ι. 

"Εν  τινι  δέ  κώδικι  της  έν  Σμύρνη  Ευαγγελικής  σχολής  ύπ'  αρ. 
Β  42  δύο  τών  ανωτέρω  κανόνων  επιγράφονται  Ποίημα  Μαξίμου 
μονάχου  τοϋ  Μέζαρι  2. 

Καϊ  είνε  μεν  άληθες,  ότι  έν  άλλοις  χειρόγραφοι;  οί  αυτοί  κανόνε; 
προςγράφονται  εις  τον  Θεόδωρον  Πτωνοπρόδρομον  η  εις  τίνα  Γαλα- 
κτίωνα3.  Άλλ'  εϊνε  γνωστόν,  ότι  πλειστάκις  φέρουσιν  έν  τοις  κώδιζι 
το  όνομα  τούτου  του  συγγραφέως  έργα  μη  γραφέντα  ύπ'  αΰτοΰ. 
Άλλα  και  άν  μετ'  ακριβή  συναγωγην  τών  έ'ργων  του  Προδρόμου  άπε- 

'  Χρεωστώ  την  άνακοίνωσιν  περί  τών  δυο  τούτων  κωδίκων  εις  την  φιλικήν  προθυ- 
μίαν  τοϋ  καθηγητού  κ.  ΚΓυΠίβαοΗβΓ. 

2  Παπαδοπούλου  Κεραμέως  Κατάλογος  τών  76ιΡ°γράφων  της  έν  Σμύρνη  βι- 
βλιοθήκης της  Ευαγγελικής  σχολής.    Έν  Σμύρνη    1877  σ.  42. 

3  Έπ'  ονόματι  του  Θεοδώρου  εν  τω  υπ'  άρ.  152  κώδικι  τής  αγιορείτικης  μονής 
Κουτλουμουσίου,  γραφέντι  τον  δέκατον  έκτον  αιώνα,  έν  φ  72α  κ  ε. —  Έν  τώ  υπ'  άρ.  Β 
42  κώδικι  τής  έν  Σμύρνη  Ευαγγελικής  σχολής.  Παπαδοπούλου  Κεραμέως  έ'νθ' 
άν.  ΑηηυαΪΓβ  'ένθ'  άν. —  'Α,^.  ΦΙ^Γ'  έν  τη  βιβλιοθήκη  τής  Πάτμου.  Σαχχελίωνος 
Πατμιακή  βιβλιοθήκη  σ.  246. —  Άρ.  1080  τής  έν  Αθήναις  Εθνικής  Βιβλιοθήκης 
Σαχχελίωνος  Κχτάλογος  σ.  193. Ό  δε  πρώτος  κανών  προςγράφεται  εις  τον  Πρόδρο- 
μο ν  και  έν  τοις  υπ'  άρ.  273  και  331  κώδιξι  τής  έν  Ίεροσολύμοις  βιβλιοθήκης  Παπα- 
δοπούλου Κεραμέως  Ίεροσολυμιτική  βιβλιοθήκη  Τόμ.  Λ'  σ.  329  και  375*  άλλ'  εις 
τους  δύο  άλλους  έπεται  έν  τω  Ίεροσολυμιτικώ  κώδικι  333  εις  την  έπιγραφήν  καϊ  την 
δήλωσιν  περί  τής  άκροστιχίδος  ή  λε'ξις  Γαλακτίων,  ήτις  δηλοϋται  ως  τό  υποτιθέμενον 
ή  και  έξ  αυτής  τής  άκροστι/ίδος  έξαγόμενον  δνομα  τοΰ  ποιητοϋ  του  κανόνος.  Πρβλ. 
και  Σαχχελίωνος  Πατμιακή  βιβλιοθήκη  ενθ.  άν.  υπ'  άρ.  η'.  Αγνοώ  δέ  κατά  πόσον 
ό  Γαλακτίων  ούτος  είνε  ό  αυτός  και  τις  τώ<  γνωστών  ομωνύμων  βιβλιογράφων,  περ1 
ών  ιδε  ΟατάΐΚα/ΙΙδβη  Ρ&Ιαο-^ΓθρΗϊβ  σ.  321,  Σαχχελίωνος  Πατμιακή  βιβλιοθήκη 
άρ.  ΦΙΔ'  σ.  218.  Παπαδοπούλου  Κεραμέως  Ίεροσολυμιτική  βιβλιοθήκη  τόμ.  Α' 
σ.  357  άρ.  285.  "Ιδε  περί  άλλων  μεταγενεστέρων  βιβλιογράφων  φερόντων  τό  αυτό  Ονο- 
μα Σηυρ  Π  Λάμπρου  Κατάλογο;  τών  έν  ταΐς  βιβλιοθήχαις  τοϋ  Αγίου  "Ορους  ελ- 
ληνικών κωδίκων  Τόμ.  Β'  σ.  572. 


—   438  — 

οείκνυετο,  οτι  Ο'.  κανόνες  ούτοι  εγράφησαν  πράγματι  υπ  αυτοί•  , 
τούτο  κατ'  ουδέν  μεταβάλλει  τα  της  ανευρέσεως  του  ονόματος  του 
Μάζαρι  και  τά  κατά  την  εις  αυτό  προςθήκην  της  ιδιότητος  αΰτοΰ 
ώς  μοναχού.  Μόνον  δ'  εν  τοιαύτη  περιπτώσει  θα  έπρεπε  νάποδεχθώ- 
μεν,  ότι  απλώς  ό  Μάζαρις  προέβη  εις  λογοκλοπίαν,  ιδιοποιηθείς  τά  έρ- 
γα του  Προδρόμου"  αλλά  το  ψευδεπίγραφον  δύναται  νά  θεωρηθη  και 
ώς  σφάλμα  του  βιβλιογράφου  2.  Οϋν  ήττον  εγώ  πιστεύω  το  εναν- 
τίον, η  δε  γνώμη  μου  υποστηρίζεται  υπό  της  ευρέσεως  άλλου  κανό- 
νος, όςτις  φέρει  ομοίως  το  δνομα  του  Μάζαρι,  χωρίς  νά  ύτάρχη  λό- 
γος νά  μη  ΰπολάβωμεν  το  έργον  τούτο  γραφέν  ύπ'  αύτοϋ. 

Ό  κανών  δε  ούτος  περιλαμβάνεται  έν  τω  άγιορειτικώ  κώδικι  της 
μονής  Διονυσίου  219,  γραφέντί  τον  δέκατον  πέμπτον  αιώνα.  Ύπάρ- 
χουσι  δε  δύο  αυτού"  απόγραφα  έν  τω  κώδικι,  έν  φ.  156α-  166^  και 
έν  φ.  166α-173α.  Το  δε  πρώτον  τών  απογράφων  τούτων  έγράφη 
επί  παρενθέτων  φύλλων  τόν  δέκατον  έ'βδομον  αιώνα,   κατά  δέ  τι  ση- 

1  ΠερΊ  του  Προδρόμου  ώς  συγγραφέως  έμμετρων  γραμματικών  κανόνων  πρβλ. 
ΚιηιιηδαβΗβν  Β^ζαπΙΐηϊδοΐΊβ  ί.ϊΙΙβΓ&Ιιιι^βδοΙιϊοΙιΙβ  σ.  756,15  ( έλλ.  μετάφρ.  Σω- 
τηριάδον  Τομ.  Β  '  σ.  714).'Εγώ  όέ  νομίζω,  οτι  ή  μνεία  τοΰ  Προδρόμου  έν  τοις  κώδιξι 
προκειμένου  περί  τών  κανόνων,  περί  ών  ενταύθα  ό  λόγος,  προέρ/εταιέκ  συγ/ύσεως,  καθ' 
οτι  εις  τον  αυτόν  συγγραφέα  ανήκει  άλλη  τις  έμμετρος  πραγματεία  περί  τών  έιπτά 
φωνηέντων  .  .  .  και  περί,  αντιστοίχων,  ήτις,  περισωζομένη  έν  πολλοίς  χειρό- 
γραφοι; καϊ  εκδοθείσα  έν  τώ  ΑηΐΐιΐίΐΠ'ϋ  Τόμ.  Θ'  ( 1875)  σ.  152  κ.έ.,  ουδέν  έχει  το  κοι- 
νόν  προς  τόν  κανόνα  κερί  άντΐΟ"τοίχ(ύν.  Καϊ  έκεΐνο  δέ  τα  στι•/ούργημα  ενίοτε  προς- 
γράφεται  εις  τόν  Γεώργιον  Ζυγαβηνόν  άλλ'  εν  τισι  χειρογράφοις  προςτίθενται  εις  τήν 
επιγραφών  τάδε•  τινές  δέ  λέγονοΊν,  οτι  τοΰ  Πτο^χοπροδρόμου  κυροΰ  Θεο- 
δώρου ύπάρχοι/Οιν  ο'ϊ  καΛ  μάλ,λον,  ώς  οΐματ,  άληθεύοι/οΊ.  Πρβλ.  Ε@β- 
ηοΐϋ'  ϋϊβ  ϋΓΐΙιο§ιαρ1ιϊδθ1)βη  8ΐαο1νβ  άβι•  ΙινζαηΙϊηϊοΙιβη  Ι^.ϊΙΙ,βΓ3.1αΓ  σ.  29. 
Όμοίως  δ'  έν  τώ  κώδικι  Βίΐΐ'βοπηυδ  Ι  15  φ.  Ια  (  κατά  φιλικήν  άνακοίνωσιν  του  κ. 
ΚΐΊΙΐηΙιαοΗβΙ'),  έν  τώ'Ιεροσολυμιτικω  κώδικι  331  (ΤΤαπαδοπονλου-Κεραμέως  Ίί- 
ροσολυμιτική  βιβλιοθήκη  Τόμ.  Α'  σ.  374),  έν  τοις  αγιορείτικοι;  2958  και  3225,  έν  τω 
Σμυρναϊκω  Β  42  ( Παπαδοπούλου- Κεραμέως  Κατάλογος  χειρογράφων  σ.42.  Πρβλ. 
ΑηηυαΪΓβ  Τόμ.  Α'.  1876  σ.  122),  έν  τώ  Πατμιακω  ΦΙ^'  [Σακχελίωνος  ενθ'  αν.). 
Λίαν  δέ  χαρακτηριστικόν  εινε,  οτι  ουδέν  τών  χειρογράφων,  έν  οίς  οί  άλλοι  είς  τόν  Μά - 
ζαριν  άλλως  προ;γραφόμενοι  κανόνες  φέρουσι  τό  όνομα  τοΰ  Προδρόμου,  εινε  άρχαιότε- 
ρον  του  ιζ"  αιώνος. 

3  Τό  αυτό  δυνάμεθα  νά  εί'πωμεν  καϊ  περί  τίνος  έν  τω  Η&ΐΊβϊ&ηΐΙδ  5624  τοΰ  Βρετ- 
[ανικοΰ  μουσείου  περιλαμβανομένου  και  είν  τόν  Μάζαριν  προςγραφομένου  συνταγμα- 
Γίοο,  0Λ6ρ,  μη  μνημονιυόμίνον  άλλα/οΰ  ίκ'  ονόματι  αυτοΰ,  φέρει  έν  τώ  Ολ191ο§116  οί 
ί,ίΐβ  Η&ΓΐβΙΑΠ  ΙΓηΑηαδΟΓίρΙκ  Τόμ.  Γ'  (  1808  ,ι  σ.  282  τήν  έξης  έπιγραφήν  ΜβΐΗοάυβ 
βΓβνίδ  (1β  ιηαβςαΗΐιΙαΙβ  οιγοιιΙοπιιίι  δοΐίδ  βΐ  Ιαηαβ. 


—  439  — 

αείωμα  έν  φ.  !65ζ  έγράφη  τω  αχξδ'  ( ί  664).  Συνίσταται  δε  το  έρ- 
γον εκ,  του  καθ'  αύτο  κανόνος  και  των  εις  αύτον  ανηκόντων  οίκων  έν 
αλφαβητική  τάξει.  Και  αετέΟηκε  μεν  τούτους  ό  διβλιογράφος  είς  το 
τέλος  του  κανόνος,  άλλ'  έν  φ.  157°  έτημείωσε  την  θε'σιν  του  κανόνος, 
εις  ην  άνήκουσιν. 

Ή  επιγραφή  και  ή  άρ^ή  του  κανόνος  τούτου   έ'χουσιν  ώοε* 
Κανών  περχ  υπομονής  καχ   ευχαριστίας,  ου  ή  άκροστχ- 
χής  Ψυχή  τα  δεχνά  μη  λυπού  παρατρέχεχν.   Μάζαρχ.  Ώδτχ 
α'  ήχος  πλ.  δ'  Άρματηλάτην  Φαραοϋ  : 

Ψαλμοχς  χαχ  ύμνοχς  καχ  ώδαχς  τω  κτίστεχ  Οου  |  έν 

περχστάσεχ  τχνχ 
άνχαθεχσά  πως  |  έκ  καρδίας  αδουσα  |  χ|/υχή  μου  μεταβί- 

βασον  |  προς  χαράν  οου  την  λύπην 
πνευματχκώς  καχ  κουψίσθητχ- 
λύπης  γαρ  θεός  παραμύθχον  :. 

Υμνώ  σε  μία  τρχφεγγτχς  ακίνητε  |  ουσία  παντοσθενης, 
ουδέ   μια   ρώμη  |  κινούμενη,    σύνολον  |  των   παρ'   ήμχν 

κχνήσεων,  |  ώς  τα  πάντα  πληρούσα 
καχ  υπέρ  πάντα  τυγχάνουσα  |  καχ  άγγεΑ,χκόν  άσμα  μέλη  σοχ:. 
Τελευτέκ  δέ  ό  κανών  οιά  των  έζης* 
Άσματχκώς  ύμνήσωμεν 
τίιν  των  πάντων  βασίλχσσαν 
θρόνον  Σολομώντος  |  έκ  Λχβάνου  φέροντα 
τους  στύλους  άργύρχον.  [  χρυσίον  δέ  άνάκλχτον, 
τούτου  δέ  πορψύραν  |  την  έπίβασχν  ουσαν 
λχθόστρωτον,  εντός  δέ  |  πολυτίμων  έκ  λίθων 
άγάπην  θυγατέοων  άφ'   Ιεροσολύμων:. 

Ώδη  θ'.  "Εφριξε  πάσα  ακοή. 
Ζοφώδεχ  λάκκω  Δανχηλ 
ό  θαυμάσχος  έρρίφη  πάλαί  ποτέ 
προς  βορράν  λέουσχν, 
εί  καχ  θεού  χεχρχ  έφυλάττετο, 
καχ  πάντα  βίον  εαυτού  |  έν  λύπαις  δχήνυσεν 
αιχμαλωσίας  δεχνη,ς,  |  εί  καχ  κάνδυν  πορφυροΰν 

ένεδύσατο:. 


—   440  — 

"Ανωθεν  έχοντες  τον  νουν 
οχ  τρεις  παίδες  εν  τελείω  <ϊ>ρονήματι 
προςονηγγέλησαν 
τυραννικώ  θυμώ  και  παρά^ρονι, 
και  πεδηθέντες  παρ'  έχθρων  |  αδίκως  έρρίφησαν 
εν  έπταπήχω  φλογΊ,  |  Λ  ό  δίκαιος  θεός  δρόσον  έμιξεν:. 

'Ρίι|/ωμεν  πάσας  προς  θεόν 
τάς  ελπίδας  και  άβρώς  τραφησώμεθα* 
φέρε  δε  λόγων  Ι  — 

ερών  Ιστία  κάλους  (κωδ.  καλώς)  χαλάσωμεν 
θεοπρεπέσιν  έπωδαΐς  |  τον  νουν  γοητεύσωμεν 
και  προς  εύχήν  νοεράν  |  και  έγκάρδιον  λιπόντες  τά 

πλείονα:. 

"Ιθυνον,  δέοποινα  άγνη, 
προς  λιμένα  με  του  θείον  θελήματος 
και  των  λι/πούντων  με 
δεινών  άπάλλαξον  πάντων,  δέομαι* 
πλην  ουχ  ώς  έγο^γε,  ου  δε  |  ως  βούλει,   παντάνασσα, 
καμέ   τους   θλίβοντας   [τί]  |  άγαθοϊς  των  δωρεών   δώ- 

ροις  δώρησαι*. 

Έξαποστειλάριον.   Ό  ούρανόν  τοις  άστροις. 

Συνετωτέρως,  παντάναξ, 
σοι  το  έφύμνιον  άδω 
και  την  ευχην  έκπληρώ  σοι 
κατ'  έντολήν  τω  δεσπότη* 
ων  δε  λοιπόν  χρείαν  έχω 
συ  προυξεπίστασαι.  σώτερ:. 
Οί  6έ  εις  τον  /.ανόνχ  ίπόυ.ε\0'.  Οϊλο:  εχουσιν  ώδε" 

Οίκοι  κατά  άλφάβητον  προς  το  νΑγγελος  πρωτοστάτης. 

"Ανθρωπον  ώς  άδάμαντ'  |  άλλον  λίθον  δει  είναι 
εν  άπαντι  τώ  παρόντι  (3ίω 
και  συν  στερρότητι  λογισμού 
τά  συμβαίνοντα  οί  παρ'  έλπίδ'  άδοξα 
προθύμως  ύποόέχεσθαι  |  και  τάδε  άφοράν  εν  πάσιν 
δτι  μεστός  ταραχής  ό  κόσμος* 


—   441    — 

δτι  ιΐ/ευδεΐς  των  βροτών  οί  πλείστοι• 

δτι  ό  προπάτωρ  γυμνός  εκδιώκεται* 

δτι  και  ό  "Αβελ  αδίκως  Φονεύεται- 

δτι  μόνος  περιλέλειπται  |  Νώε  κόσμου  βυθισμω• 

δτι  ξένος  που  πεπλάνηται  |  "Αόραμ  ϋείω  όρισμω* 

δτι  απεμπολείται  |  Ίωσηψ  Αίγυπτίοις• 

δτι  λιθοβολείται  |  Μωυσης  Ίουόαίοις- 

δτι  Ίωνάς  εις  θάλασσαν  ρίπτεται• 

δτι  τον  Χριστόν  κλητός  Πέτρος  ήρνηταν 

δτι  χορός  αθλητών  πτύει  κόσμον 

δτι  σαρκών  και  μελών  άφειδοϋσιν, 

ευχαρίστως  διάγοντες. 

Βλέποντες  των  παρόντων  |  την  άσύστατον   στάσιν, 
τον  νουν  προς  τά  εκείθεν  έκδώμεν. 
και  ω  πόθω  της  δντως  ζωής 
τά  ένθάδε  πάντα  ως  ουδέν   Φέρωμεν. 
ψυχής  ασχολούμενης  δε  προς  ίδια,  διατελώμεν, 
ευχάριστους  διάγοντες. 
Το  δε  τέλος  των  Οϊ/,ων  είνε  τοΟτο" 

ΤΩ  μεσίτρια  κόσμου  |  δέσποινα  Θεοτόκε, 

σώσον  απαντάς  σαΐς  ίκεσίαις. 

ή  αιτία  παντός  άναθοϋ 

και  γρααμάτίον  τώνδε.  τους  εις  σέ  3λέποντας. 

Άεί  γαρ  πόθο:>  μεγαλύ  |  νομεν  αι  γενεαί  σε  πάσαι. 

δτι  άσπόρίος  θεόν  έόέξο)• 

δτι  άψΟόρως  τέτοκας  τούτον 

δτι  το  της  έχθρας  μεσότοιχον  έλυσας- 

δτι  μετά  τόκον  ώς  προ  τόκου  διέμεινας 

δτι  μόνη  έχρημάτισας  |  πλατυτέρα  ουρανών 

δτι  πάσαν  άπεγέννησας  |  σωτηρίαν  τών  εν  γη- 

δτι  τιμιωτέρα     Χερουβιμ  ανεδείχθης- 

δτι  ενδοξότερα  |  ΣεραΦίμ  ανεΦάνης- 

δτι  άει  πρεσβεύειν  ού  πέπαυσαι- 

δτι  παντι  μεσίτης  γεγένησαι- 

δτι  εις  σέ  τίθεμεν  τάς  ελπίδας 


—   442  — 

δτι  εν  σοι  και  σωθηναι  θαρρούμεν, 
ευχαρίστως  διάγοντες1. 
Ώς  ουναταί  τις  νά  ί'δη  ίκ  των  ανωτέρω  ανακοινωθέντων  απο- 
σπασμάτων, ό  κανών  του  Μάζαρι  ανήκει  μεν  εις  την  ευρέως  διαδε- 
οομένην  έκείνην  κατηγορίαν  ασμάτων  των  από  τοϋ  δεκάτου  αιώνος 
κυριαρχούντων  έν  άπάση  τη  εκκλησιαστική  ποιήσει ,  άλλ'  ουδέ  άποΟεν 
δύναται  νά  συγκριθή  προς  τους  δαιμόνιους  ϋμνους  ανδρών  οίοι  'Ρω- 
μανός  ό  μελωδός  ή  Ιωάννης  ό  Δαμασκηνός.  Άλλ'  εν  τι  δεν  δυνά- 
μεθα νάρνηθώμεν  περί  τοΰ  ποιητοΰ  του  κανόνος,  δτι  εΐνε  εμπειρότατος 
της  έπιτέχνου  καϊ  άρχαϊζούσης  γλώσσης  της  εκκλησίας,  φαίνεται  δέ 
και  άλλως  μεμορφωμένος.  Και  τινας  δέ  απηχήσεις  της  αρχαίας  ελ- 
ληνικής ποιήσεως  ενέχει  ό  κανών  αΰτοΰ.  Ούτω  δη  εύρίσκομεν  έν  τοις 
οί'κοις  ίδίως  χωρία  οία  τα  ούδ'  ει  μοι  στόματα  δέκα  μέν,  δέκα 
δ'  εΐεν  γλώσσαι  έν  αύτοϊς  αδουσαι  και  ήέλιον  άκάμαντα 
έχαρίσω  μοι. 

Άλλα  ούο  χωρία  τών  οίκων  φαίνονται  μοι  δυνάμενα  νά  χρησι- 
μεύσωσι  προς  άκριβέστερον  προςδιορισμόν  του  χρόνου  καθ"  δν  έ'ζησεν. 
Εΐνε  δέ  τα  εξής' 

Έν  φ.  162β   -  1 6 3  «  - 
Νέον  κόσμου  τυχόντες,  |  διαπτύσωμεν  τούτον 
εύσέόειαν  πάλαιαν  τηρούντες 
τών  πατέρων  2  και  πάππων  ημών 
και  τών  προπατόρων  τοΰ  Χριστού  πρότερον 
νΰν  γαρ  ούτ'  έγωγ'  νίθελον  |  ούτ'  έμοι  παίδες  είναι, 
δτι  τεκόντας  παις  ουκ  οίκτείρεν 
δτι  μισεί  άδελφόν  όμαίμων 
οτι  όβολοΰ  την  Τριάδα  όμνύουσιν• 
δτι  τοις  όμνύουσιν3  ουδόλως  πιστεύουσιν 
δτι  λόγοις  μόνον  σέβονται  |  τον  τών  δλων  ποιητήν 
δτι  πάσιν  έργοις  τίρντινται  |  καινην  πάσαν  έντολήν 

'    Σημειωτέον,  ότι  εν  τε  τοις  χωρίοις  τούτοις  χαί  τοις  κατόπιν  οέν  διετ^ρησα  την 
στίςΊν  τοΰ  κωδικός. 

2  Αϊ  λέξεις   τών  πατέρων  λείπουσιν  έν  φ.  1626,  ΰπάρχουσι  δέ  μόνον  έν  τω  άρ- 
/αιοτέρω  απόγραφο;. 

3  όμνϋονΰτν  μόνον  έν  τω  άρχαιοτέρω  απογράφω,  όμνΰεχν  έν  φ.  162α. 


—   443  — 

οτι  καθάπερ  όχλος  ιερά  πολιτεία• 

δτι  δαιμόνων  στάσις  |  κοσμική  συναυλία- 

δτι  κακών  ουκ  έστιν  έκόίκησις• 

δτι  καλών  έστι  παραχοίρησις  '  • 

δτι  πτωχοί  ως  θεοϋ  ου  τιμώνται- 

δτι  βραχείς  εξ  αυτών  είσι  πάνυ 

ευχάριστους  διάγοντες. 
Έν  Φ.   165  « 

Ψάλλοντες  και  ύυ,νοΰντες  (  τον  τών   όλοίν   δεσπότην, 

έκοώμεν  και  προς  ευχή  ν  τους  λόγους. 

(Βασιλέων   ημών  ευσεβών 

κραταιώσαι  σκήπτρα  τα  αυτούς  στέφοντα* 

υπέρ  αυτών  δ'ευχόμενοι  |  δοκώμεν  υπέρ  τών  απάντων 

δτι  παντός  Βασιλεύς  ή^στάσις* 

δτι  νηός  κυβερνήτης  βάσις 

δτι  δι'  αυτοΰ   ευσέβειας  το  στήριγμα - 

Οτι  παρ'  αυτοΰ  εκκλησίας  ι.ραταίωμα- 

δτι.  τούτου  καλώς  έχοντος.  |  πάντας  έχειν  δεϊ  καλώς• 

δτ'  ιδίους  συναπόλλυσι  )  κακώς  πάσχουν  Τριβαλλός  2• 

δτι  θεός  Αυσόνων  |  βασιλεΐ  συμμαχοίη  - 

δτι  πλέΒρα  3  'Ρωμαίων  |  δχ'  αυτού  και  πλατύνοι* 

δτι  εχθρών  απάντων  κρατήσειεν* 

Οτι  πασών  χωρών  κυριεύσειεν 

δτι  δυσμιϊ  την  έωαν  ένώσοι 

δτι  τιμήν  πάντες  εΰραμεν  τούτου 

ευχάριστους  διάγοντες  4. 
Το  πρώτον   τών  χωρίων   τούτων   διαπνέεται   ϋπο   της  αυτής   περι- 
φρονητικής  διαθέσεως  προ;  τον  κοσαον  τον  περιβάλλοντα  τον  συγγρα- 
φέα και  ύπο  της  αΰτης  ειρωνείας  και  πικρίας,  ήτις  χαρακτηρίζει  και 
την   'Επιδηΐλίαν   έν    "Αδου.     Άφίνω    <$     άνεξεταστον,    αν   αϊ   έν    αύτω 

1  παραχώρηύις  όρθώ;  έν  τω  άρναιοτέρω  απογράφω,  παραχώρηΰις  έν  φ.  1^2". 

Έν  αμφότεροι;  τοΐ.    άπογράφοις  τρίβαλος. 
1  ΤΐΛέθρα  μόνον  έν    :ω  άρ/αιοτέρω  απογράφω,  πλΑθρα  έν  ψ.    165α. 
*  Εϊ:   το   χωρίον  τούτο  έπεται  αμέσω;    το    χνωτερω  έν  α.  441   ανακοινωθέν  /ωρίον. 
ο^  ί-,  «ρχή  ΤΩ  μεϋιτρια  κόϋμου  δέσποινα. 


—   444  — 

φράσεις  ουτ'  έμοι  παίδες  και  τεκόντας   παις  ουκ  οίκτεϊραι 

αναφέρονται  εις  πραγματικήν  ύπαρξιν  τέκνων  του  Μάζαρι  και  τυχόν 
κακήν  διαγωγών  αυτών  προς  τον  ϊδιον  πατέρα. 

Το  δε  δεύτερον  χωρίον  περιέχει  ιστορικούς  υπαινιγμούς  δυναμένους 
να  διαφωτίσωσιν  ήμίς  περί  του  χρόνου,  καθ'  δν  έγράφη  ό  κανών. 
Ή  έν  αύτψ  φράσις  ιδίους  ΟυναπόλλυΟι  κακώς  πάσχων  Τρι- 
βαλλός  πρέπει  πάντως  νάναφερθή  εις  ήττάν  τίνα  τών  Σέρβων, 
επειδή  Τριβαλλούς  έκάλουν  οι  Βυζαντινοί,  ως  γνωστόν,  τους  Σέρβους. 
*Αν  λοιπόν  ό  κανών  ούτος  τυχόν  έφερε  ψευδεπιγράφως  το  δνομα  του 
Μάζαρι  και  θα  έπρεπε  να  καταστήσωμεν  ύπεύθυνον  και  τούτου  του 
κατασκευάσματος  τον  Πρόδρομον,  ή  τριβαλλική  αύτη  συμφορά  θα 
συνέπιπτε  πάντως  προς  την  ήτταν  τών  Σέρβων  υπό  τοϋ  Ιωάννου  Κο- 
μνηνού έν  Ιτει  1123  1  η  προς  οιονδήποτε  έπειςόδιον  του  οΰγγα- 
ρικου  και  σερβικού  πολέμου  κατά  τα  ετη  1150-1153  επί  Μανουήλ 
του  Κομνηνού.  Άλλα  δέν  βλέπω  τον  λόγον  δι'  ον  νά  μη  προςγρά- 
ψωμεν  τό  ποίημα  τούτο  πράγματι  εις  τον  Μάζαριν.  *Αρα  εις  τίνα 
μεταγενεστέραν  και  εγγύς  τών  χρόνων  τοΰ  Μάζαρι  κειμένην  σερβικήν 
ήτταν  αναφέρεται  τό  χωρίον;  Πιθανώς  η  εις  την  ήτταν  τοΰ  βασιλέως 
τών  Σέρβων  Βουκασίν  ύπό  τού  Χατζή  Ίλμπεκη  παρά  τό  Τσιρμέν  τη 
26  Δεκεμβρίου  1371  ή  μάλλον  εις  την  παρά  τό  Κοσσυφοπέδιον  μά- 
χην  της  15  Ιουνίου  1389.  Ή  όλη  δ'  έξέλιζις  της  μάχης  ταύτης. 
ό  φόνος  τών  μετά  της  σερβικής  στρατιάς  συναγωνισθέντων  Βοσνίων 
επικούρων,  ό  θάνατος  τού  βασιλέως  Λαζάρου  μετά  καϊ  τού  τού  σουλ- 
τάνου Μουράτ,  πάντα  ταύτα  φαίνονται  μοι  άριστα  έξηγοΰντα  τό  τε 
σύνολον  και  τά  καθ'  έκαστα  της  άλλως  παραδόξου  πως  φράσεως  ιδί- 
ους συναπόλλυαι  κακώς  πάοχων  Τριβαλλός.  Μόνον  δ' εν  δεϊται 
ερμηνείας,  διά  τίνα  αρά  ποτέ  λόγον  ό  Μάζαρις  χαιρεκάκως  μνημο- 
νεύει της  συμφοράς  εκείνης  τοΰ  σέρβικου  λαού  και  χαρακτηρίζει  αυ- 
τήν ως  στήριγμα  τη;  ισχύος  της  βυζαντιακής  αυτοκρατορίας.  Ή 
χαιρεκακία  εκείνη  δεν  εξηγείται  έκ  μόνης  της  πολιτικής  μυωπίας  έν 
τη  μικρά  αυλή  τού  Μυστρά.  έν  ή  φαίνεται  ζήσας  ό  Μάζαρις.  Πολύ 
δε  μάλλον  συνδέεται  προς  αυτήν  και  ή  άνάμνησις  τών  χρόνων,  καθ 
ους  ή  Μαρία  Καντακουζηνή,  ή  σύζυγος  τού  δεσπότου  της  Ηπεί- 
ρου Νικηφόρου    Β'  τού   Αγγέλου,    κατ'   άκολουθίαν   της  επιδιώξεως 

1  Νικήτα  Χωνιάχον  α.  23,4-15. 


—  445  — 

Λεύτερου  γάμου  του  συζύγου  μετά  γυναικός  έκ  του  βασιλικού  οί- 
κου της  Σερβίας  έκδιωχθεϊσα  έξ  "Αρτης,  επέστρεψε  προς  τον  άδελφόν 
Μανουηλ,  τον  δεσπότην  του  Μορέως,  καϊ  έ'φερεν  εις  αυτόν  τό  άγγελμα, 
ότι  ό  σύζυγος  ένεκα  της  επιδιωκόμενης  μνηστείας  μετά  της  αδελφής 
τοΰ  κράλου  της  Σερβίας  Στεφάνου  του  Δουσάν  διεξήγε  κοινόν  αγώνα 
καθ'  Ελλήνων  και  Αλβανών.  "Εκτοτε,  ώς  εικός,  τό  δνομα  των  Σέρ- 
βων πρέπει  να  ήτο  μισητόν  είς  τους  ανήκοντας  εις  τό  έλληνικόν  δε- 
σποτατον  της  Πελοποννήσου.  Άλλ'  αν  άποδεχθώμεν,  ότι  εν  τω  ΰπ' 
όψιν  χωρίω  νοείται  ή  μάχη  του  Κοσσυφοπεδίου,  άποκτώμεν  χρο- 
νολογικήν  άφετηρίαν  προς  καθορισμόν  του  χρόνου  καθ'  ον  Ιποιήθη 
ό   κανών. 

Τούτον  πάντως  έ'γραψεν  έν  τοιαύτη  περιπτώσει  ό  Μάζαρις  μετά  τό 
1389,  και  ϊσως  δχι  μακρόν  χρόνον  μετά  τούτο  τό  έτος.  Ούτω  δε  ό 
κανών  ούτος,  ϊσως  61  και  οί  άλλοι  οί  μνημονευθέντες  ανωτέρω,  άν 
και  τούτους  πρέπη  νά  προςγράψωμεν  είς  τόν  Μάζαριν,  θά  ήσαν  πολύ 
αρχαιότεροι  της  Επιδημίας  έν  "Αδου.  Άλλ'  ό  χρόνος  της  συντάξεως 
τού  κανόνος  φαίνεται  δυνάμενος  νά  προςδιορισθή  ετι  άκριβέστερον 
δια  της  άλλης  έν  τω  ανωτέρω  παρατεθεντι  χωρίω  τών  οίκων  περι- 
λαμβανομένης φράσεως  δτι  δι/Ομια  την  έωαν  ένώοοι.  Αί  λέξεις  αύ- 
ται αναφέρονται,  καθ'  ά  πιστεύω,  είς  την  άποδημίαν  τοΰ  αΰτοκρά- 
τορος  Μανουηλ  του  Παλαιολόγου  είς  την  Έσπερίαν  (1399  -  1403), 
ήτις  είχε  τόν  σκοπόν  ευρέσεως  τών  αναγκαίων  πόρων  χάριν  κατα- 
πολεμήσεως τών  Τούρκων .  Διά  δε  της  συνδέσεως  του  Βυζαντίου 
προς  τους  Χριστιανούς  ηγεμόνας  της  Ευρώπης  έπεζητεϊτο  τούτο 
μεν  ή  ΰπό  θρησκευτικήν  έ'ποψιν  έξεύρεσις  συνδιαλλαγής  τίνος  μεταξύ 
της  Δύσεως  και  της  Ανατολής,  τούτο  δε  ή  υπό  πολιτικήν  εποψιν 
βοήθεια  τοΰ  Βυζαντίου  διά  σταυροφορίας  εναντίον  τών  "Οθωμανών. 
"Επειδή  δέ  ό  Μανουηλ,  επιστρέφων  έκ  τής  άτελεςφόρου  εκείνης  απο- 
δημίας, απέβη  είς  τήν  Πελοπόννησον,  δικαιούμεθα  είς  τήν  αυτοκρα- 
τορικών έκείνην  έπίσκεψιν  νά  θεωρήσωμεν  άναγόμενον  τό  χωρίον  ότι 
τιμήν  πάντες  ενραμεν  τούτοι/.  *Αν  δε  ή  ερμηνεία  αύτη  θεω- 
ρηθή  ορθή,  δυνάμεθα  θαρρούντως  νά  ε'ίπωμεν,  δτι  ό  κανών  έποιήθη 
βραχύν  χρόνον  μετά  τό  1403. 

Έν  τέλει  δέ  μνημονευθήτω  ένταΰθα,  οτι  πλην  τοΰ  Μαξίμου  Μά- 
ζαρ•.  και  τού   μονάχου   Ιωάννου   Μάζαρι,  περί  ου   εγεινε  λόγος  άνω- 


—  446  — 

τέρω,  παρουσιάζεται  και  τρίτος  τις  Μάζαρις  φέρων  το  δνομα  Μα- 
νουήλ.  Το  δνομα  οέ  αύτοΰ  έγνώσθη  μοι  το  πρώτον  μετά  την  συα- 
πλήρωσιν  τη:  πραγματείας  ταύτης  δια  φιλικής  ανακοινώσεως  του 
καθηγητού  κ.  !\.Π11ΤΐΙ)3θ1ΐΘΓ.  Ευρίσκεται  δε  τό  δνομ'  αϋτου  έν  τω 
κώδικι  ν&ΙΪΟ&ηυδ  Ογ&60118  Ι  190.  Έν  τω  χαρτωω  κώδικι  τούτω. 
συγκειμένω  έκ  τριών  τόμων  και  περιέχοντι  1  367  φύλλα  εις  μέγα  τέ- 
ταρτον σχήμα,  περιλαμβάνονται  βίοι  και  μαρτύρια  αγίων  άπό  1  Σε- 
πτεμβρίου μέ/ρι  1  Αυγούστου,  έν  δε  τη  αρχή  και  αναγνώσεις  δια 
την  μεγάλην  τεσσαρακοστήν  και  θαυμάσια  της  ύπεραγίας 
Θεοτόκου  και  άειπαρθένου  Μαρίας.  Έν  δέ  φ  Ι()6•2α-  10675 
ευρίσκεται  μαρτύριον  της  αγίας  Ειρήνης  φέρον  την  έπιγραφήν  Μαρ- 
τύριον  της  αγίας  ενδόξου  μεγαλομάρτυρος  Ειρήνης.  Έκ 
των  ύπομνημάτοον  συγραφέν  παρά  Μανουήλ  τοΰ  Μά- 
ζαρι: 

"Αρχ.  Τον  των  μαρτύρων  επικαλούμαι  θεόν  μαρτυρικούς 
αγώνας  διεξιέναι  βουλόμενος,  τελεσφορωθήναι  μοι  τό  εγ- 
χείρημα- προς  δόξαν  τε  αύτοΰ  δηλαδή  γενέσθαι  και  των 
μαρτύρων  τιμήν  και  και  των  λεγόντων  τε  και  άκουόντων 
αγιασμός. 

Τέλ.  Τοιούτον  ουν  καρπόν  τη  μάρτυρι  τοΰ  κυρίου  έπι  τη 
μνήμι  αυτής  εΐςενέγκοομεν  ϊνα  και  ή  ειρήνη  έν  έμοι  μέ- 
νει* ό  κς  ημών  ις  χς  ό  τό  θείον  αύτοΰ  όνομα  δι'  αγγέλου 
έπιστασίαν  τή  μάρτυρι  χαρισάμενος-  και  τών  εκείθεν  αγα- 
θών πρεσβευούσης•  αυτής  έπιτύχωμεν  έν  χω  ιυ  τω  κω 
ημών  ώ  πρέπει  πα  δόξα.  τιμή  και  προςκύνησις.  τώ  πρι 
και  τώ  υίώ  και  τώ  άγίω  πνι  νυν  και  άει  και  είς  τους  αιώ- 
νας τών  αιώνων,  αμήν. 

Άλλ'  ή  επεξεργασία  αύτη  τοΰ  μαρτυρίου  της  Ειρήνης  είνε  λίαν 
πιθανώς  απλή  παράφρασις  τών  έξ  άλλων  χειρογράφων  ύπό  τοΰ  Α1- 
1)Γ6θ1ΐΙ  ννίΓΐΙ:]  εκδοθέντων,   καθ'  ά  παρετήρησεν    ήδη  ό  έκδοτης  ι. 

Περί  δέ  τοΰ  χρόνου  καθ'  δν  εζησεν  ό  επεξεργασθείς  το  μαρτύριον 
τοΰτο  ουδέν  δυνάμεθα  να  εί'πωμεν  ώρισμένον.  Άλλ'  έκ  τοΰ  έν  τέλει 
τοΰ  δευτέρου  τόμου  ευρισκομένου  σημειώματος  τοΰ  βιβλιογράφου  2  δυ- 

4   ΌΆΏΆβ  ΪΠ  θΗΐΊ8ΐΙίθΙΐβη  1/β§βπάβη.    Έν  Βιέννη.  1892  σ.  100. 

2  Τό  σημείωμα  τοΰτο  εΰρηται  Ικδεδομε'νον  μετά  σφαλμάτων  παρά  τω  ΜΥντίΗ.  Κατά 


—  447  — 

νάμεθα  νά  συναγάγωμεν.  δτι  έ'ζησε  προ  τοΰ  έτους  Ι54'2.  καθ'  ο 
ίγράφη  ό  κώδιξ.  Δύναται  κατά  ταΰτα  πιθανώς  νά  έζησε  τον  δέ- 
κατον  πέμπτον  αιώνα.  *Άν  δέ  τούτο  ηδύνατο  νάποδειχθή  ασφα- 
λώς, θά  έδικαιούμεθα  νά  ταϋτίσωμεν  αΰτον  μετά  τοΰ  Μαξίμου 
Μάζαρι.  Έν  τοιαύτη  περιπτώσει  το  Μανουήλ  θά  ήτο  το  κοσαι- 
κόν  βαπτιστικόν  όνομα  του  Μάζαρι,  τούθ'  δπερ  θά  έπεκυρούτο  και 
έκ  τοϋ  γεγονότος,  δτι  έν  τη  επιγραφή  τοϋ  μαρτυρίου  της  άγιας  Ει- 
ρήνης ό  συγγραφεύς  δεν  φέρει  το  έπώνυμον  μοναχός,  το  δέ  Μάξιμος 
θά  ήτο  το  μοναχικόν  όνομα  τοΰ  Μάζαρι.  Ή  δε  πιθανότης  της  τοιαύ- 
της εικασίας  αυξάνεται  υπό  της  συμπτώσεως  της  από  τοΰ  αυτού 
άρχικοΰ  γράμματος  ενάρξεως  αμφοτέρων  τών  ονομάτων  κατά  την 
κρατούσαν  συνήθειαν  της  ελληνικής  εκκλησίας. 


δ':  το  άντίγραφον  τοΰ  κ.  ΚπίΠΐΙο,οΙίβΓ  Ιχει  ώδε-  'Ετελειώθτΐ  το  παρόν  βιβλίον 
κατά  μτίνα  όεπτέβριον  τοϋ  χιλιοΰτοΰ  πεντακοόιοστοϋ  τεο'ο'αρακοο'τοϋ 
δευτέρου  έτους,  μέρος  μεν  δια  χειρός  ιερέως  Ιω8  τοϋ  κοδομνηνοϋ,  έτε- 
ρον δέ  δι'  έτερων  τινών  αντιγραφέων,  δι'  εξόδου  δέ  παντός  κυρίου 
γεωργίου  τοϋ  άβραμιαίου,  έπιόκόπου  γενομένου  σιτείας  κατά  λα- 
τίνους  :  «-, 


Η  ΤΑΒΙΑ 
11ΑΡΑΓΝΩΡΙΣΘΕΙΣΑ    ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗ    ΠΟΛΙΣ 


Έν  τφ  Βραχεί  χρονικφ,  όπερ,  κατά  πρώτον  εκδοθέν  υπό  του  Βΐΐΐ- 
ϋβΙάΊΐκ  εκ  τίνος  κωδικός  των  Παρισίων,  άνετυπώθη  κατόπιν  έν  τη 
Βυζαντίδι  της  Βόννης1,  άναγινώσκου,εν  τάδε"  Τω  /  ς%Κς'  γέγονεν 
τό  δγδοον  θανατνκόν.  Τω  αύτω  έτει  ήλθαν  και  οι  Άνα6α- 
ρεζοι  είς  την  Ταβίαν2,  και  κατωτέρω*  Τω  ,ς-^λα',  Μαίω  κβ', 
η,λθεν  Τούρκος  ό  Τοι/ραχάνης  μετά  φοοάτοι;  εις  τό  Έξα- 
μίλιον,  και  έπϊίρεν  αυτό  και  έχάλασέν  το.  Είτα  ηλθεν  ε{ς 
την  Λακεδαιηονίαν,  είτα  εις  τό  Λέοντος,  είτα  είς  τό  Γαρ- 
δικόν.  είτα  είς  την  Ταβίαν3.  Ή  δ'  έν  τοις  δύο  τούτοις  χωρίοις 
•χνη^ον ευοίΛε'νη  πελοποννησιακή  Ταβία  ητό  τι  άγνωστον  είς  τον  Βαΐ- 
Ιίαΐάϋδ.  Διό  ριετέγραψε  αέν  έν  τη  λατινική  μεταφράσει  του  χρονικού 
τό  όνομα  ΧαΒίαΐΠ,  άλλ'  έν  τοις  ΰπομνήμασιν  έσημείωσε  τάδε'  Ύ&• 
\)Ίά  86ΐι  ΑΜα  %ά  δΐηαπι  Μβδδβηίαουπι.  νυΐ^ο  $οΙ/Ό  άί  ΟοΓοηβ*1. 
Έπιφυλακτικώτερος  δ'  ύπηρζεν  ό  ΜϋΓβΙΐ,  περιορισθείς  είς  την  προς- 
θήκην  ερωτηματικού   είς  τό  όνομα  της  Ταβίας,   όπερ  ηγνόει  άλλως5. 


*  Έδημοσιεύθη  τό  πρώτον  γερμανιστΐ  έν  τη  Β(γζαπΙϊηΪ8θΙιβ  ΖβΐΙδΟΐΐπίΙ    Τομ.  Ζ' 
(1897)  σ.  311  κ.  έ. 

'  "Οπισθεν  του  Χρονικού  του  Δούκα  σ.  515  κ.  έ. 
3  'Εν  σ.  517,15  κ.  ε. 
3  Έν  α.  518,13  κ.  ε. 

*  Έν  σ.  631 

:ί  ΟβΓΟηοΙο^ίβ   όνζβ,ηΐίαβ  1057-1453  σ.   802,9.   Έν   τή"  μνεία  του  δευτέρου   των 
ανωτέρω  παρατεθέντων  χωρίων  (σ.  812,  18)  εγραψεν  απλώς  ΤαΙ)Ϊ£1  ά'νευ  ερωτηματικού. 


—  449  — 

Ό    δε    ΚΒΐΙηΐΡΓαγβΓ1    και   ό  ΗαπϋΤίβΐ*2   έγραψαν  Τανία   άνευ  τινός 

βπεξηγήσεως. 

Άλλ'  εν  τούτοις  κείται  έκτος  πάσης  αμφιβολίας,  5τι  το  ονοαα 
Ταβία  έ'^ει  παραδοθη  ορθώς.  Προς  δ'  επικύρωσιν  των  δύο  άνωτε'ρω 
παρατεθε'ντων  χωρίων  έκ  του  Βρανε'ος  χρονικού  δύναται  να  γρησι- 
(/.εύση  ή  ακόλουθος  άνε'κδοτος  επιστολή,  γραφεΐσα  υπό  τοΰ  Μανουήλ 
'Ραοϋλ  Μετοχίτου  προς  τίνα  Γαστρε'αν. 

Ή    επιστολή   αύτη,    περιλααβανο^ε'νη   έ'ν   τινι   συλλογή,   επιστολών 

δύο    Μονα^είων    χειρογράφων  3,     γραφε'ντων    άμφοτε'ρων    τον    δέκατον 

«  > ..  ,,         ?  ^  . 

έκτον  αιώνα,   εν$ι  ωοε 

Τω  Γαστρέα. 

Ει  σοφον  τι  χρήμα  ζο^γρά^ων  χειρ  και  δεινή  μιμησα- 
σθαι  την  άλήθειαν.  της  της  σης  σοφίας  χρήζω  κάγώ  χει- 
ρός δια  την  της  ΰπεράγνου  μητρός  τοΰ  σωτηρος  Χρίστου 
σεβασηίαν  και  πανένδοξον  κοίμησιν,  μεμνημένος  μάλιστα 
και  της  σής  ουκ  ελαχίστης  περ'..  τούτου  σπουδίις  χρόνοις 
πρότερον  οΰχ  ήττον  είκοσι  προς  τοις  εξ.  δτε  ταύτην  έν 
ακρίβεια  ζητών  εις  την  ανωτέρου  Ταόίαν  πολλάκις  εωθεν 
έ*ώοίτας,  τους  αρχέτυπους  έκμιμούμενος  πίνακας.  "Οθεν  και 
άξιώ  τοΰ  ζητουμένου  μετά  τοΰ  προςήκοντος.  Πέπομφα 
δε  σοι  διαγραφέν  όπερ  ημεν  πρότερον  κεκτημένοι  και  μέλ- 
λω πολλή ν  σοι  τίιν  χάριν,  ευ  ίσθι,  γνοίσεσθαι.  Τα  πλείω  δε 
σοι  φωνή  ζώση  ό  υιός  ημών  Νικηφόρος  άγγελεϊ. 

"Ερρο^σο  4. 

Ώς  γίνεται  καταφανές  ε'κ  της  επιστολής  ταύτης,  ό  Γαστρέα;  ήτα 
ζωγράφος,  ον  ό  Μανουήλ  'Ραούλ  παρεκάλεσε  να  γράψη  εικόνα  της 
κοιμήσεως    της  Θεοτόκου.   Άπετάθη  δε  ρητώς  είς  τούτον   τόν  κβλλι  = 

1  ΟβκοΙιΐοΙιΙβ  άβΓ  ΗαΙΙιϊιΐίβΙ  Μοιθει  Τομ.  Β'  σ.  255  καί  323. 

2  ΗίβΙΟΪΐΒ  άί•  ΓβΠίρίΓβ  ΟΙΙυΐΐΐαη.  Γαλλική  μετάαρααις  τοΰ"  ΗβΙΙατί  Τόμ.  Γ'  *. 
11.  Σημειωτέον  δέ  ίίτι  αύτοθι  γίνεται  παραπομπή  εις  τόν  Φραντζήν  IV, 14,  άλλα  παρά 
τούτω  τω  σαγγραφεΐ  ουδαμώς  μνημονεύεται  ή  Ταβία. 

3  Κοίδ.  145  ψ.  150»  και  Κώδ.  199  ψ.  317^. 

4  Έν  τω  κώδικι  145  τό  τέλος  ε/  ει  ώδε  Έρρωιΐό  μοι  τό  προςφιλέΰτατόν  μοι 
και  όμμα  και  πρόςφθεγμα,  γενναιότατε  και  Οοφώτατε. 

ΧΠΓΡ.    Π.    ΛΑΜΠΡΟΓ.    ΜϊΚΤΑί    ΣΕΛΙΑΕΕ  29 


—  450  — 

τέχνην,  επειδή  ούτος  ήδη  προ  είκοσι  και  εξ  ετών  ήγωνίζετο  νάπο- 
κτήση  ειδικότητα  εν  τη  γραφή  της  εικόνος  εκείνης  δια  της  επιμελούς 
σπουδής  των  αρχετύπων  και  περιωνύμων  εικόνων  της  Ταβίας.  Ουδε- 
μία δ'  υπάρχει  αμφιβολία,  ότι  πρόκειται  ενταύθα  περί  πόλεως  της 
Πελοποννήσου,  και  δη  της  αυτής,  ήτις  μνημονεύεται  έν  τω  Βραχεί 
χρονικώ.  επειδή  ή  δλη  συλλογή  των  επιστολών  αναφέρεται  είς  πελο- 
ποννησιακά πράγματα,  καθ '  α  θέλω  εκθέσει  έν  άλλη  ευκαιρία. 

Προς  τά  χωρία  δέ  ταΰτα  πρέπει  νά  παραβληθή  και  το  έξης  χω- 
ρίον του  Λαονίκου  Χαλκοκονδύλη•  Ένταΰθα  μεν  ουν  έξιόντι 
(Τουραχάνη)  άπύ  Πελοποννήσου  συνελέγοντο  υ!  τής  Πελο- 
ποννήσου Αλβανοί  περ\  τήν  μεσόγαιον,  Δαβίην  καλουμέ- 
νην  χώραν,  και  σ^ίσι  στρατηγόν  έστήσαντο,  και  άπόστασιν 
έβουλεύοντο  άπό  Ελλήνων,  ώς  το  Τουραχάνεω  στράτευμα 
δια  φθείρω  σι.  Τουραχάνης  μέντοι  ώς  έπύθετο  τους  Αλβα- 
νούς έπ'  αυτόν  όμόσε  ίόντας  ώς  δια  [μάχης,  ώς  ούκ  ήδύ- 
νατο  διαφυγεΐν,  παρετάξατό  τε  εις  (γρ.  ες)  μάχην,  και  οι 
Αλβανοί  συνταξάμενοι  και  αύτοι  έπήεσαν,  και  ες  χείρας 
έλθόντες  ούδε  έδέξαντο  τους  Τούρκους,  άλλ'  έτράποντο 
εις  φυγήν.  Ένταΰθα  έπεξελθοη*  ό  Τουραχάνης  έπιδιαί- 
κων  πολλούς  τε  άνεϊλεν  έν  τη  διώξει  και  ους  έζοίγρη- 
σεν  άμφι  τους  οκτακόσιους,  αυτού  απαντάς  διεχρήσατο, 
και  ταϊς  κεφαλαΐς  αυτών  πυργιά  έποικοδομησάμενος  άπήει 
έξελαύνων  ι. 

Της  επιθέσεως  δέ  ταύτης  τοϋ  Τουραχάνου  ποιείται  μνείαν  βεβαίως 
έπι  τη  βάσει  του  ανωτέρω  χωρίου  και  ό  Μελέτιος  Αθηνών,  συνανα- 
γράφων  αετά  τών  αρχομένου  του  δεκάτου  όγδοου  αιώνος  σωζόμενων 
κωμοπόλεων  της  Αρκαδίας  και  τήν  Δαβίην.  Λέγει  δέ  περί  αυτής 
τάδε*  και  ή  Δαβίη  πόλις  ποτέ  της  Αρκαδίας,  τανύν  είναι 
σμικρά  κώμη.  Είς  αυτήν  τήν  Δαβίην  έσυνήχθησαν  οί  Άλ 
βανοι  τΓις  Πελοποννήσου,  μετά  τήν  άλωσιν  αυτής  υπό  τών 
Τούρκων,  και  έσυλλογίζοντο  άποστασίαν  κατ'  αυτών,  δτε 
ό  Τουραχάνης  κατεφάνισεν  αυτούς2. 

Άλλα  και  έν  ί'τει  1718  εύρίσκομεν  τήν  Ταβίαν  υπό  τούτο  το  όνομα 

«   Έχί.  Βόννης,  ο.  238,15-239,6. 

2    Μελετίου   Γεωγραφία  2χδ.  6'.    Έν  Βενετία  1807.  Τόμ..  Β'  σ.  403. 


—  451  — 

εν  σιγιλλίω  τοΰ  πατριάρχου  Κωνσταντινουπόλεως  Ιερεμίου  Γ"  περί 
της  αρχιεπισκοπής  Δημητσάνης  και  Αργυροκάστρου,  έν  ω  απαρι- 
θμούνται τα  υποκείμενα  αυτή  ενοριακά  χωρία  τοΰ  Στεμνίτσα, 
τοΰ  Καρνέση,  .  .  .  τοΰ  Ταβία  καϊ   άλλα1. 

Άλλα  που  εκείτο  ή  Ταβία  η  Δαβία  αύτη,  ήτις  προφανώς,  καθ'  ά 
δυνάμεθα  να  συναγάγωμεν  έκ  των  δύο  έν  τω  Βραχεί  χρονικώ  και  πάρα 
τω  Χαλκοκονδύλη  μνημονευομένων  επιθέσεων,  ήτο  πόλισμα  όχυρόν, 
συγχρόνως  δε  και  καλλιτεχνικόν  κέντρον  συμφώνως  προς  την  έπιστο- 
λήν  τοΰ  Μετοχίτου  ; 

Ουδαμώς  αμφιβάλλω,  ότι  ή  Ταβία  εϊνε  ή  σημερινή  κώμη  Νταβιά 
έν  τω  δήμω  Φαλάνθου  της  Αρκαδίας,  ήτις  είχε  τω  1896  κατοίκους 
370  2.  "Άνωθεν  δέ  τοϋ  χωρίου  τούτου  ύπολαμβάνει  ό  Κούρτιος  γενομέ- 
νην  την  μάχην  της  Διπαίας  έν  ετει  469  π.  Χ.,  δι'  ης  αοί  Λακεδαι- 
μόνιοι αποκατέστησαν  νικηφόροι  έν  τω  κέντρω  της  Αρκαδίας  την 
κινδυνεύσασαν  αυτών  ύπεροχήν».  Προςθέτει  δέ,  «ότι  τά  ερείπια 
παρά  την  Πιάναν  άνήκουσιν  εις  την  κώμην  τών  Διπαιέων  »  3. 

Ό  δέ  ΒυΓδίαη,  όςτις  περιγράφει  δια  μακροτέρων  την  όλην  χώραν, 
γράφει  περί  αυτής  τά  έξης-  «Άνωθεν  τοΰ  βορείου  πέρατος  αΰτου 
(τοϋ  Μαιναλίου  πεδίου)  κείται  νυν  το  χωρίον  Πιάνα  έ'χον  καϊ  μεσαιω- 
νικόν  φρούριον,  ου  κάτωθεν  ευρίσκονται  ίχνη  τινά  αρχαίου  χωρίου• 
ανατολικώς  δ'  άνωθεν  του  πεδίου  κείται  τό  χωρίον  Νταβιά,  απέναντι 
δ'  αύτοΰ,  κατά  την  δεζιάν  ϊίχθην  του  Έλισσώνος,  ύψοΰται  μοναχι- 
κός βραχώδης  λόφος,  ου  ή  επίπεδος  κορυφή  περιβάλλεται  ύπο  λει- 
ψάνων πολυγωνικών  τειχών.  Δύςκολον  δέ  είνε  νά  κριθή,  άν  ταΰτα 
εϊνε  λείψανα  του  Μαινάλου,  της  πρωτευούσης  πόλεως  τών  Μαινα- 
λίων.  ...  ή  της  Διπαίας.  Άν  δέ  ή  πρώτη  γνώμη  τυγ^άνη  τοΰ 
όρθοΰ,  τότε  πρέπει  νά  καθορίσωμεν  τήν  θέσιν  της  Διπαίας  ώς  κειμέ- 
νης   εγγύς   της   Πιάνας.    Προς    δέ    τά   νοτιοανατολικά    της  Νταβιάς, 

1    Άθ.  Παπαδοπούλου  Κβραμέως  '  Ιεροσολυμιτιχή  βιβλιοθήκη  Τόμ.  Δ'  σ.  377. 

9  Έν  τί)  Στατιστική  της  Ελλάδος,  Πληθυσμός  1879  σ.  36,  «ρ.  975  ούχ  ορθώς 
γράφίται  Δαβιαί.  Κυρίως  ηθέλησαν  οΰτω  γράφοντες  νά  πλάσωσι  πληθυντικόν,  επειδή 
πράγματι  τό  /ωρίον  εινε  διμερές.  Άλλ'  υρθότερον  ε'ν  τη  Στατιστική  τοϋ  1889  (έν 
Αθήναις  1890  σ.  42)  και  τη  τοΰ  1896  (Έφημερϊς  της  Κυβερνήσεως  17  Ιουνίου  1897 
άρ.  59  δις  σ.  65)  άναγινώσκομρν  Δαβιά  ανω  χα!  Δαβιά  κάτω.  Παρά  δέ  τω  λαώ  τό 
χωρίον  καλείται  Νταβιά. 

3  ΟητΗκε  Ρβ1υροηηβ3θ5  Τόμ.  Α',  σ.  316. 


—  452  — 

κατ*  τους  πρόποδας  του  ορούς  μεταξύ  τών  χωρίων  Καρτερόλι  και 
Ζαράκοβα,  φαίνεται  δτι  εκείτο  ή  Λυκόα.  έν  ή  ύπήρχεν  ιερόν  της 
Λυκοάτιδος  '  Αρτέμιδος  ' . 

Ευτυχώς  δέ  καθίσταται  μοι  δυνατόν  νάνακοινώσω  πλειότερά  τίνα 
περί  της  Νταβιάς.  Χρεωστώ  δέ  τάς  ειδήσεις  ταύτας  εις  τόν  έμόν  μα- 
θητήν  καϊ  νϋν  διδάκτορα  της  φιλολογίας  κ.  Άπ.  Άρβανιτόπουλλον, 
όςτις,  λαβών  άφορμήν  έκ  της  εν  τω  έμώ  ίστορικώ  φροντιστηρίω  κατά 
τό  άκαδημαϊκόν  έτος  189*2-93  ερμηνείας  του  Βραχέος  χρονικού,  μετά 
την  άναχώρησιν  αυτού  εξ  Αθηνών  έγραψε  μοι  κατ1  έμήν  παράκλησιν 
έξ  Αρκαδίας  τα  έξής' 

«  Ή  Νταβ]ά  κείται  κατά  τους  πρόποδας  τών  Τρικόρφων  έπϊ  της 
όδοΰ  της  άγούσης  άπό  Τριπόλεως  εις  Δημητσάναν  κατά  μήκος  τής 
ανατολικής  όχθης  του  Έλισσώνος.  Καλείται  δέ  ούτος  σήμερον  τΓίς 
Νταβ]ας  το  ποτάμι,  άτε  πηγάζων  ολίγον  ανωτέρω  τοϋ  χωρίου. 
Άπεχει  δέ  τό  χωρίον  δύο  περίπου  ώρας  άπό  τής  Τριπόλεως,  έ'χει 
ΐκανόν  αριθμόν  οικιών  καϊ  χωρίζεται  εις  την  άπάνου  Νταβ]ά  και 
κάτον  Νταβ]ά.  Έν  άρχαιοτέροις  χρόνοις  αί  οϊκίαι  εύρίσκοντο  επί 
αποτόμου  στενού  άνωθεν  τής  θέσεως,  έν  ή  σήμερον  εκτείνεται  τό 
χωρίον.  Διηγούνται  δέ  ταύτα  οί  πρεσβύτεροι  τών  κατοίκων  τοΰ  χω- 
ρίου καϊ  αποδεικνύονται  έκ  τών  πράγματι  έν  τω  δηλουμένω  τοπω 
ευρισκομένων  άκομη  ήριιπιωμένων  καλυβών.  Αλλη  δέ  άποδιιξις  &ίν« 
τό  ύνομα  δι'  ού  καλείται  χείμαρρος  έκ  τού  στενού  τούτου  καταρρέων 
μεθ'  ορμής  προς  τόν Έλισσώνα,  όςτις  ονομάζεται  τής  Παλιονταδΐάς 
(=  Παλαιάς  Νταβ]άς)  τό  ρέμυ-α.  Απέναντι  δέ  τού  χωρίου  τούτου, 
κατά  την  άντιπέραν  οχθην  τοΰ  ποταμού,  κείται  μοναδικός  λόφος 
καλούμενος  Παλιόκασ'τρο,  όςτις  είνε  πέριξ  καθ'  ολοκληρίαν  τετει- 
χισμένος.  Όρώνται  δέ  ιδίως  τά  ερείπια  τής  πόλεως  καϊ  δύο  συναφή 
θολωτά  οικοδομήματα  έπϊ  τής  κορυφής•  προς  τούτοις  δέ  κείνται  έπϊ 
του  λόφου  διισπαρμέναι  καλύβαι,  διατηρούμεναι  πάσαι  καϊ  έξέχου- 
σαι  ϊν  μέσω  τών  έσκορπισμένων  λίθων.  Πολλαϊ  δέ  παραδόσεις  τών 
ιθαγενών  συνδέονται  προς  ταύτα  τά  ερείπια  ιδίως  δέ  πολύς  λόγος 
γίνεται  περί  τίνος  σΊΟερανΰρώπου.  'Γπάρχει  δέ  καϊ  άλλο  φρούριον, 
όπερ  είνε  μέν  μικρότερον  τού  άλλου,  άλλα  διατηρείται  καλλίτερον. 
Συναντά  τις  δέ  αυτό  πριν  ή  έξέλθη  εις  τό  χωρίον,  Ιπί  τίνος  ύψώμα- 
1  Βητβίαη  Οβο§ΐΕρ*ιίβ  νοη  Θηβοΐιβηίαικί  Τό,α.  Β'  α.  228  χ.έ. 


-   453  — 

τος  των  Τρικόρφων,  και  δεσπόζει  του  δλου  πεδίου.  Λέν  κατώρθωσα 
νά  επισκεφθώ  το  φρουριον  τούτο  διά  τε  το  προκεχωρημένον  της  ώρας 
και  διότι  ήτο  πολύ  άπόκρημνον  καϊ  έλένετο  βρΐθον  δφεων.  Έπ' 
αυτού  ευρίσκονται  νομίσματα,  ων  τίνα  φέρουσι  την  έπιγραφήν  Αγ- 
ΠΊίΐΐΒ.  ΜοΓβΗ  η  άλλας  έκ  της  βενετοκρατίας"  άλλα  μεταξύ  αυτών 
ύπάρχουσι  και  βυζαντιακά  ώς  και  άρχαϊα  αρκαδικά  του  κοινού  των 
Άρκάδων,  ιδίως  έν  τη  θέσει  Λαχίδια  οΰ  μακράν  της  Πιάνας,  ένθα 
εκείτο  ή  Λιπαία,  και  /.ατά  τά  Ζουζουλέϊκα  αμπέλια,  ένθα  εκείτο  τό 
πόλισμα  Έλισσών  .  .  .  Το  σημερινόν  όνομα  Νταβ]ά  εΰρον  εν  τινι  κώ- 
δικι  της  μονής  Έπάνω-Χρέπας  οΰ  μακράν  τού  χωρίου*  φαίνεται  οέ 
ανερχόμενος  ό  κώδιξ  ούτος  μόλις  εις  τόν  δέκατον  όγδοον  αιώνα,  και 
περιέχονται  έν  αύτω  σημειώματα  περϊ  πυρκαϊών  της  μονής,  απαγω- 
γής σκευών  εξ  αυτού,  φόνου  προϊσταμένων,  ίστορικαϊ  άναγραφαί  περί 
τής  Τριπόλεως  ι,  Ναυπλίας  καϊ  άλλων  πόλεων  και  ιδίως  κοιμηθείς 
πατέρων  και  ξεφώνησ'ες.  Έν  αύτη  δ'  ευρίσκεται  και  ή  εξής  ση- 
μείωσις•  Αναγνωστόπουλος  από  χωρίο  Ταβιά  ξεφώνησΊ  μία 
γροθιά  50.  Τό  αυτό  δε  όνομα  Ταβία  έμνημονεύετο  και  έν  τη  κοι- 
μησει  ενός  ηγουμένου.  Έν  ώ  δέ  άνεγίνωσκον  τά  σημειώματα  ταύτα, 
τινές  τών  μοναχών  και  τών  άλλων  παριστάμενων  διετείνοντο  ρητώς, 
ότι  Ταβία  ήτο  τό  άρχαιότερον  όνομα  τής  Νταβ]άς  ». 

Ορθώς  δέ  τέλος  παρατηρεί  ό  ταύτα  γράφων  έν  τη  επιστολή  αυ- 
τού, ότι  τό  όνομα  Νταβ]ά  προήλθεν  ϊκ  τού  Ταβία-Ταβιά-Ταβ]ά- 
τήν  Ταβ]ά-  τη  ν  Ταβ]ά-τή  Νταβ]ά-ή  Νταβιά.  Πρβλ.  την  Τριπο- 
λιτσα-τή  Ντριμπολιτσά-ή  Ντριπολιτσα  (Ντροπολιτσά). 

Τάνωτέρω  εκτεθέντα  άρκούσι  πάντως  προς  άπόδειξιν,  ότι  ή  σημε- 
ρινή Νταβιά  έπε/ ει  την  θεσιν  τής  μεσαιωνικής  Ταβίας.  Και  ε'πί  άλλο 
τι  δ'  όφειλω  νά  ελκύσω  την  προςοχην,  ήτοι  ϊπί  την  διαίρεσιν  τού  ση- 
μερινού χωρίου  εις  άπάνοιτ  και  ν.άτου  Νταβιά,  εξ  ης  εξηγείται  το 
άλλως  δυςερμήνευτον  ανωτέρω  Τα6ίαν  έν  τή  επιστολή  τού  'Ραούλ 
Μετοχίτου.  Και  δή  ή  Ταβία  ήτο,  καθ'  ά  δυνάμεθα  να  είκάσωμεν 
όρθως,  και  κατά  τους  μέσους  αιώνας  διμερής  έν  τή  ορεινή  αυτής 
θέσει,   καθ'  ά  καϊ  ή  σημερινή  Νταβιά. 

Επιστρέφοντες  δ'εΐς  τό  Βραχύ  χρονικόν,  εύρίσκομεν  έν  τω  δευτερω 

4   ΙΙρόλ.  Άρδανίτοπούλλου  Σημείωμα  περί  Τριπόλεως  τω   1769  έν  τω  Διλτι'ω 
τής  Ιστορικής  και  εθνολογικής  εταιρείας  Τόμ.  Δ'  σ.  Γ)7•'ί. 


—   454  — 

των  ανωτέρω  παρατεθέντων  νωρίων  νέαν  έπικύρωοην  του  ύφ  ημών 
υποστηριζόμενου  ταυτισμού  της  Ταβίας  και  της  Νταβιάς.  Λέγεται 
δήλα  δη  έν  αΰτω,  ότι  ό  Τουραχάν  έστράτευσεν  έκ  του  Έξαμιλίου 
(της  Κορίνθου)  εις  την  Λακεδαιμονίαν  (την  Σπάρτην  η  μάλλον  τον 
Μυστράν )  δι'  οδού  μη  οριζόμενης  λεπτομερέιτερον,  εκείθεν  δ'  έπέ- 
δραμε  τό  Λέοντος,  όπερ  είνε  άναμφηρίστως  το  σημερινόν  Λεοντάρη, 
έπειτα  δε  τό  Γαρδικόν  και  τέλος  την  Ταβίαν.  Άλλα  Γαρδικον  η 
μάλλον  Γαρδίκιον  εΐνε  πάντως  τό  σημερινόν  Γαρδίκι  τό  κείμενον  ού 
μακράν  του  Λεοντάρη  προς  βορράν  εν  τφ  αύτω  δήμω  Φαλάνθου. 
Κατά  ταύτα  δε  διαγινώσκομεν  τήν  κατ*  εϋθεϊαν  όδόν  τήν  άγουααν 
άπό  τής  Σπάρτης  εις  τήν  Νταβιάν  διά  του  Λεοντάρη  και  του  Γαρ- 
δικίου  *■. 

Το  δε  Γαρδίκιον  τούτο  έ'^ει  μικράν  τίνα  ίστορίαν.  Και  δή  μνημο- 
νεύεται τόν  δέκατον  τέταρτον  αιώνα,  ει  μή  και  πρότερον,  έν  τοϊς  /ρό- 
νοις  τής  φραγκοκρατίας  2.  Ό  δε  Χαλκοκονδύλης  γράφει  αυτό  Καρδι- 
κίην  ή  Γαρδικίην  και  περιγράφει  τήν  έν  ετει  Ι  460  πολιορκίαν  και 
άλωσιν  αυτού  ύπό  τού  Μωάμεθ,  δτε  οι  κάτοικοι  του  Λεοντάρη  έ'φυ- 
γον  σύν  γυναιξί  και  τέκνοις  εις  τό  Γαρδίκιον  δια  τό  όχυρόν  τής  πό- 
λεως ταύτης  (ες  έρι/μνήν  τίνα  πόλιν  Καρδικίην  καλουμένην). 
Ήτο  δε  τό  Γαρδίκιον  πολις  ίκανώς  πολυάνθρωπος,  καθ"  ά  άποδει- 
κνύουσιν  οί  ύπό  τού  Χαλκοκονδύλη  ίπ'  ευκαιρία  τής  στρατιίας  ταύ- 
της τού  Μωάμεθ  αναγραφόμενοι  αριθμοί3.  Άλλως  δέ  παρατηρουμεν, 

'  Τό  Γαρδίκι  τούτο  δέν  πρέπει  νά  συγ^υθή  προς  τά  ομώνυμα  έν  Φθιώτιδι  /ωρία, 
όντα  αυτόθι  δύο,  εν  μεν  έν  τω  νύν  δη'μω  Κρεμαστής  Λαρίσης,  εν  δ'  έν  τω  δήμω  Όμι- 
λαίων.  Τό  έτερον  δέ  τούτων  προς  τω  Πτελεω  έν  τω  δήμω  Πτελεατών  τής  Φθιώτιδος 
νοείται  άναμφιλέκτως  έν  τή  περιγραφή  τής  έν  ετει  1470  στρατείας  των  Τούρκιυν  έπί  τήν 
Ευβοιαν  έν  τή  Πολιτική  Ιστορία  (έκδ.  Βόννης  σ.  44, 1 8'  έλαθε  δέ  Καϊ  τήν  Φθελίαν 
Και  τό  Γαρδίκιον  και  έν  τή  Εκθέσει  /ρονική  [Σάθα  Μεσαιωνική  βιβλιοθήκη  Τόμ. 
Ζ'  σ.  584,25"  άρας  δέ  και  τό  Φτέλιον  και  τό  Γαρδίκιον).  Πρβλ.  8ρ• 
Σατηδτο8  ΕοΙήβδϊδ  ΟΙίΓοηϊοει.  Έν  Λονδίνω.   1902  σ.  33,6. 

2  Χρονικόν  τού  Μορε'ως  έκδ.  ΒηβΗ,οη  σ.  125"  Έκεϊ  ένι  Οήμερον  τό  κάάτρον 
τό  Γαρδίκιν.  Πρβλ.  έ'χδ.  8βΚηιία  σ.  354-355  στ.  5429  καί  σ.  634  έν  λ.  Γαρ- 
δίκι. 

3  "Εκδ.  Βόννης  σ.  474,13  κ.  ί.-  Εντεύθεν  ήλαυνε  διά  Λεονταρίου  της 
πόλεως,  και  στρατοπεδευόάμενος,  ώς  έπυνθάνετο  πάντας  είςενεγκα- 
μένονς  γυναικάς  τε  και  παΐδας  και  αυτούς  ές  έρυμνήν  τίνα  πόλιν 
Καρδικίην  καλουμένην,  αύτίκα  έπειςπεσών  εότρατοπευδεύετο.  Κα1 
τή"  ύότεραία  προςέόαλλε  μεν  άπό  της  ακροπόλεως   και  έτειχομάχει 


—   455  — 

Οτι  ό  Μωάμεθ  ελαύνει  εκ  της  Σπάρτης  δια  του  Λεοντάρη  είς  το  Γαρ 
δίκιον,  τρεπόμενος  έν  ταύτη  τη  εκστρατεία  την  αύτην  όδόν,  ην  είχε 
τραπή  τψ  Ι  423  ό  Τουρανάν.  Ταύτα  δε  μαρτυρεί  καϊ  ό  Φραντζής, 
όςτις  ομοίως  δεν  αμελεί  να  κάμη  λόγον  περί  της  όνυρότητος  του  Γαρ- 
δικίου  *.  Τέλος  δε  σημειωτέον,  ότι  την  άκρόπολιν  τού  Γαρδικίου  έπε- 
σκέφθη  καϊ  περιέγραψεν  ό  ΒυοΗοη2 

Δια  δε  του  φόνου  των  έν  Ταβία  ευρισκομένων  Αλβανών,  όν  μαρ- 
τυροϋσι  το  Βρανύ  χρονικόν  και  ό  Χαλκοκονδύλης,  έπερατώθη  ή  εις 
την  Πελοπόννησον    ϊν  ετει     14*23  στρατεία  τού  Τουρανάν  3.  "Οτι  δε 


σύν  τοις  νεηλυσι,  τους  δε  άζάπιδας  έκέλευε  κατά  τούτο  της  πόλεαις 
προς6άλλειν  ίι  βάσιμα  ήν  αΰτοϊς  ύπερβήναι.  Καί  οι  μεν  άζάπιδες  είς- 
πεόόντες  αύτίκα  υπερέβησαν  τους  "Ελληνας  καί  έτρέτ|ταντο,  φερόμενοι 
δε  άμα  αύτοΐς  είςέόαλλον  ές  την  πόλιν,  και  έφόνευον  άφειδέστατα, 
παραγγείλαντος,  και  άνδρας  και  γυναίκας  και  υποζύγια  καϊ  κτήνη, 
ούδενός  φειοόμενοι.  Αύτίκα  και  οι  έν  τ  μ  άκροπόλει  παρέδωκαν  σφάς, 
ές  όμολογίαν  χωρήσαντες.  Μποχάλης  δ  '  ήν  ό  της  πόλεως  άρχων  και  οι 
προςήκοντες  αύτω.  Ενταύθα  κήρυγμα  ποιηο*άμενος  ό  βασιλεύς  ές 
τδ  Οτρατόπεδον,  άνδράποδον  όςτις  άπηγετο,  άν  μη  αύτίκα  ήκμ  άγων, 
τδ  μέν  άνδράποδον  κελεύσει  άνελεΐν  τόν  όεσπότην,  μετά  δέάναιρήσει 
και  τδ  άνδράποδον.  Μετά  δέ  ταύτα  ουδέν  όπανκύτερον  ήν  έν  τω  Οτρα- 
τοπέδφ  άνδραπόόων  των  της  πόλεο^ς  ταύτης-  συναπήχθησαν  γάρ  ές 
χιλίους  μάλιστα  και  διακόσιους.  Τούτους  δε  άύμπαντας  άπάγων  ές 
ένα  χώρον  αυτού  (γρ.  αύτους)  ταύτμ  διεχρησατο,  ώςτε  μηδένα  των 
της  πόλεως  Λεονταρίου  προςόντων  λειφθήναι,  μήτε  άνδρα  μήτε  γυ- 
ναίκα. Έπυθόμην  όέ  μετά  ταύτα  των  περιοίκων  γενέσθαι  τά  σώματα 
άμφι  τα  έξακιςχίλια,  υποζύγια  δέ  πολλαπλάσια. 

'  "Εκδ.  Βόννης  σ.  405,18•  Έλθόντος  δ'  αυτού  δή  τού  άμηρά  και  είς  τά 
περί  τδ  Λεοντάρη,  και  εύρων  αύτο  έρημον  άνθρο^πων,  παρέλαβεν 
αυτό  διά  το  τους  ανθρώπους  φυγείν.  Έν  δέ  τω  Γαρδίκμ  ώς  ίσχυρότε- 
ρον  αυτού  είςήλθον  φυλαχθήναι,  ένθα  πάλιν  ό  άμηράς  παρεγένετο 
πολιορκούν  καί  αύτο  μέχρι  τινός-  τέλος  δέ  έδουλώθησαν,  μετά  συνθή- 
κης καί  όρκου  έπαγγειλάμενος  αύτοϊς  ίνα  μηδένα  αυτών  ένοχλήσμ  ή 
θανατιόσμ  ή  αίχμαλωτίσμ.  Αυτός  δέ  τους  όρκους  άθετήσας  καί  τμ  μνη- 
σικακία και  όργμ  κινούμενος,  έν  τινι  πεδίω  συνάξας  πάντας  καί  δε- 
σμεύσας  παρανάλωμα  μαχαίρας  σύν  γυναιξί  καί  παισί  πεποΐηκε.  Τοι- 
ουτοτρόπως καί  οι  ποτέ  προεστοί  αυτών  οί  Μπουχάλεοι  έπαθον,εί  μή 
έφθασεν  ό  μπεγλέρμπεης  Μαχουμούτης•  έξεζήτησεν  αυτούς  διά  τό 
τήν  γυναίκα  Μανουήλ  τού  Μπουχάλη  διςεξαδέλφην  είναι  αυτού. 

2  Ι«»  ΟΓβοβ  οοηΐϊηβηΐ&ΐε  βΐ  Ια  Μοί'ββ.Έν  Παρισίοις.  1863  σ.  485  κ.  ε. 

3  Ό  Φραντζής  (σ.  117,23,  μαρτυρεί  τ:ερί  της  στρατείας  ταύτης  απλώς  τά  εξής' 
Τω  δέ  Μαΐω  μηνίτοϋ  αυτού  έτους  (,  Τ^λ')  έάλω  τό  Έξαμίλιον  ήτοι  ό 


—  456  — 

ή  Ταβία  είχε  καταληφθή  ύπό  των  Αλβανών  ακριβώς  «τε  ούσα  οχυρά 
και  άλλως  αξία  λόγου  πόλις,  φαίνεται  άποδεικνυόμενον  έκ  της  πέντε 
ετη  πρότερον  έπιχειρηθείσης  και  Οπό  του  χρονικού  μνημονευομένης 
άλλης  στρατείας  του  έτους  1418.  Οί  δε  τότ'  έπιδραμόντες  την  πό- 
λιν  υπήρξαν  οί  Άναβαρεζοί  (γρ.  Άναβαρέζοι). 

Πρόκειται  δήλα  δη  περί  της  στρατείας  του  Γενουηνσίου  Κεντυ- 
ρίωνος,  όςτις  μετά  την  κατάληψιν  του  Ζόγκλου  (Ναβαρρίνου)  τη 
βοήθεια  πλοίων  εκ  Γενούης  και  τών  περί  αυτόν  Ναβαρραίων  μετεχει- 
ρίσθη  ταύτην  την  πόλιν  ώς  κέντρον  προς  διάδοσιν  της  ισχύος  αυτού 
εν  Πίλοποννήσψ  κατά  τών  Παλαιολόγων  και  τών  Βενετών  1.  Προς 
τόν  σκοπόν  δέ  τούτον  έμελλε  νά  χρησιμεύσει  εις  αυτόν  και  ή  στρα- 
τεία  έπί  την  όχυράν  και  υπό  τών  Αλβανών  κατενομένην  Ταβίαν. 

Πιστεύω,  ότι  απέδειξα  ίκανώς  την  σημασίαν,  ήν  είχεν  ή  Ταβία  έν 
τη'  Πελοπόννησο)  τού  δεκάτου  πέμπτου  αιώνος,  τούτο  μεν  ώς  όχύρω- 
μα,  τούτο  δέ  ώς  καλλιτεχνική  πόλις.  Είνε  ούτως  ειπείν  άλλος  τις  Μυ- 
στράς.  ΕΙνε  δέ  άξιον  πολλής  προςοχής  το  φαινόμενον,  καθ'  ότι  έν 
τήκεντρωα  λεκάνη  τής  Αρκαδίας,  και  δη  οϋ  μακράν  τής  Τεγεάτιδος, 
διηνεκώς  έν  τη  Ίστορί$  προώριστο  νάκμάζη  κεντρική  τις  πόλις.  Ούτω 
δη  την  άρχαίαν  Τεγέαν  έν  μεν  τοις  προτέροις  μεσαιωνικοίς  χρόνοις 
διεδεχθη  τό  Νύκλι,  ύστερον  δέ  ή  Ταβία'  τέλος  δέ  άπό  τού  δεκάτου 
εβδόμου  ήδη  αιώνος  άνεφάνη  ή  Τριπολιτσά. 

Είθε  νχ  ελθ/)  ταχέως  ό  χρόνος,  καθ'  ον  διά  λεπτομερέστερων  επι- 
τόπιων ερευνών,  εϊ  δυνατόν  δέ  και  δι'  ανασκαφών  θα  καταδειχθή  έ'τι 
φαεινότερον  ή  ιστορική  σπουδαιότης  τού  ορεινού  τούτου  βυζαντιακού 
και  αλβανικού  χωρίου  κατά  τους  μέσους  αιώνας. 


της  Πελοποννήσου  ισθμός  υπό  του  Τονραχάνη,  και  πολλοί  τών  Άλ- 
βανχτών  άπεκτάνθησαν. 

'  Ηορί  έν  ττ)  Εγκυκλοπαίδεια  ΕτΒβΗ  και  ΟτηδβΤ  Μέρ.  Α'  Τόμ.  86  ο.  78• 
Κατά  τό  Άνθος  χαρίτων  ή  στρατεία  εγεινε  τω  1416,  τοϋθ'  όπερ  εινε  πεπλανημινον, 
παθ'  α  άττοοί^εται  ό  Ηορί  και  αποδεικνύεται  εκ  της  χρονολογίας  έν  τω  Βραχεί  χρο- 
νικοί. 


ΑΝΥΠΑΡΚΤΑ   ΟΝΟΜΑΤΑ  * 


Ή  βυζαντιακή  παιδεία  δεν  Ιγεννησε  βεβαίως  αριστουργήματα" 
άλλ'  εξ  ϊσου  άναντίρρητον  είνε,  ότι  ή  εκδοσις  των  Βυζαντινών  συγ- 
γραφέων δεν  ήξιώθη  της  επιμελείας  εκείνης  και  ακριβείας,  ήτις  κατ- 
εβλήθη καϊ  καταβάλλεται  περί  την  εκδοσιν  των  συγγραφέων  της  ΐκ- 
κρίτου  άρναιότητος  και  των  έργων  των  αναφερομένων  εις  την  ίστο- 
ρίαν  και  τα  γράμματα  των  λαών  της  εσπερίας  και  άρκτώας  Ευρώ- 
πης. Οΰτω  δε  το  μεν  αϊ  γραφογνωστικαί  δυςχέρειαι.  το  δε  η  παρά- 
λειψις  άντιβολών  διαφόρων  κωδίκων  του  αύτοΰ  συγγράμματος,  το  δε 
τέλος  οΰ  σπανίως  ή  άγνοια  τών  ιδιωμάτων  της  βυζαντιακής  γλώσ- 
σης, άπενούσης,  παρά  πάντ'  αυτής  τον  κόμπον,  της  μεμελετημένης 
εκείνης  και  σώφρονος  ατθίδος,  παρήγαγον  συχνότατα  μεν  ιΐς  άτελε- 
στάτας  εκδόσεις,  ένίοτι  δέ  και  ιΐς  τερατώδη  παραπτώματα  άνάζια 
ανδρών  λογίων. 

Πλείστα  τούτων  των  ελαττωμάτων  θά  μοι  δοθη  εΰκ.αιρία  να  κατα- 
δείξω κατά  την  δημοσίευσιν  της  ΰλης  ην  συνέλεξα  εν  ταίς  κυριωτά- 
ταΐς  τών  βιβλιοθηκών,  έν  αίς  έναπόκεινται  κώδικες  ελληνικοί.  Σήμε- 
ρον δε  θεωρηθήτω  επαρκής  πρόχειρος  τις  έξέλιγξις  τής  υπό  τών  εκ- 
δοτών, και  αυτών  πολλάκις  τών  μεγαλωνυμωτατων,  ανεπαρκούς  γνώ- 
σεως τής  βυζαντιακής  και  νέας  ελληνικής  γλώσσης.  Συνέλεξα  δήλα 
δή  παραδοξοτατα  και  μονονού  γελοία  κυρία  ονόματα,  μάλιστα  συγ- 
γραφέων, έκ  τών  βυζαντιακών  και  έπειτα  χρόνων,  ών  ή  ΰπαρζις 
οφείλεται    εις  τήν  άνω  σημειωθείσαν    άγνοιαν    του  πνεύματος,    ενίοτε 


Έδημοσιεύδη  το  πρώτον  έν  το»  Παρνασσό»  Τόμ.  Α'  (1877;  5.  497  χ.ϊ.'Ίοί  ίτρος- 
0?|χα«  ιί{  τβύτην  τήν  πραγματιίαν  έν  τω  έμώ  Νεο»  Έλληνομνι^μονι  Τόμ.  Α'  (1904Ι 
β.  321  χ.  Ι. 


—   458  — 

δε  και   αυτού   του  γράμματος    τής   γλώσσης,  ης  έπενείρουν    οΐ   αλλό- 
γλωσσοι να  καταγράψωσιν  η  και  να  εκδώσωσι  τύποι;  τα  μνημεία. 

Και  πρώτον  ανάγκη  να  ύπομνήσω  τους  ανύπαρκτους  εκείνους  συγ' 
γραφείς,  οίτινες  ένομίσθησαν  ζήσαντες  δια  το  πλήθος  των  έργων  Βυ- 
ζαντινών τινών,  όν  τοιούτον,  ώςτε  να  προκαλή  την  άπιστίαν  Εν- 
τεύθεν ό  οι  τοιούτοι  πολυγράφοι  έχωρίσθησαν  υπό  τών  γραμματολο- 
γουντων  εις  δύο  και  τρεις  ομώνυμους.  Άλλα  πολλάκις  ή  κριτική 
έπανορθόνει  τό  λάθος,  αποδίδουσα  πάλιν  εις  έ'να  τα  νομιζόμενα  έ'ργα 
τών  πολλών  και  άπαλείφουσα  εκ  τών  καταλόγων  τους  μη  ύπάρξαν- 
τας  όμωνύμ,ους.  Τρανότατον  τού  τοιούτου  παράδειγμα  έστω  ό  Μι- 
χαήλ Ψελλός,   όν  άποκατέστησεν  ώς  έδει  ό  κ.   Κ.    Σάθας  1. 

Αξια  σημειώσεως  εϊνε  και  ονόματα  τίνα  συγγραφέων,  εθνικά  τό 
κατ  αρχάς  η  σημαντικά  άρ/ών  η  τέχνης,  άτινα,  κατ*  ολίγον  άπο- 
βαλόντα  την  έννοιαν  ταύτην,  ένίοτ'  εκλαμβάνονται  άντ'  οικογενεια- 
κών. Τοιαύτα  δ'  εϊνε  τά  του  Συμεών  τού  ΜεταφραΟτοΰ,  Ιωάννου 
τού  Δαμασκηνού,  Γεωργίου  του  Μοναχού,  Λέοντος  του  Διακό- 
νου, Νικήτα  Ακομινάτου  τού  Χωνιάτου,  Νικολάου  του  Μυρε- 
^θΰ,  Παύλου  τού  Σίλεντίαρϊου,  Πρόκλου  τού  Διαδόχου,  Στεφά- 
νου τού  Βυζαντίου,  Θεοδώρου  του  Άναγνώστου,  Θεοφίλου  τού 
ΠρωτοΟπαθαρίου,  Γεωργίου  του  Συγκέλλου  και  άλλων  όμοιων. 
Αλλ  ή  άντίληψις  τών  τοιούτων  όνομ-άτων  ώς  οικογενειακών  δεν  εινε 
λίαν  παράοοζος,  όταν  άναλογισθώμεν,  ότι  χ,αϊ  παρ  ήμϊν  έ'τι  τινά  τών 
αυτών  τούτων  ή  αλλ    άνάλογ'  απέβησαν  ονόματα  γενών. 

"Ανάλογα  δέ  είνε  τά  ονόματα  Στουοίτης  και  Άγιοκλίτης.  Και 
το  μεν  Στουδίτης,  σημαίνον  τό  κατ'  αρχάς  πάντα  καλόγηρον  τής  μο- 
νής του  Στουδίου,  τελευτών  έμεινεν  ώς  έπώνυμον  τού  μ,οναχ^ύ  Θεο- 
δώρου, τού  γνωστού  εϊκονοφίλου  τού  άκμάσαντος  έπί  τού  αΰτοκράτο- 
ρος  Θεοφίλου.  Τό  δε  Άγιοκλίτης  εϊνε  όλως  άνυπαρκτον,  προελθόν  έκ 
της  κακής  αναγνώσεως  τής  λέξεως  'Αγιοηλίτης,  ήτοι  μοναχός  εκ  τής 
μονής  τού  Άγιου  Ηλία,  άγνωστον  όποιας  των  ομωνύμων.  Παρανε- 
γνώσθη  οέ  ούτως  ύπό  τού  Ηίϊ,ΓαΊ,  τού  τον  κατάλογον  τών  ελληνικών 
κωδίκων  τής  εν  Μονάχψ  βιβλιοθήκης  συντάξαντος,  έν  τη  περιγραφή 
τού  ύπ'  άρ.   III  κωδικός2.   Περιέχονται  δ'  έν  αύτώ  ύπό  τού  Άγιοκλι- 

'  Ηατάί  0«ΐ3,Ιο§ιι$  οοάϊουπι  ηα&ηυδΟ'ΐρΙοΐΊίπι  Τ•μ.  Α'  σ.  17,19. 
2  Μεσαιωνική  Βιβλιοθήκη.  Τόμ.  Δ  '  εν  τω  προλόγω. 


—  459  — 

του  τούτου  Ιωάννου  γεγραμμένα  Μαρτύριον  τοΰ  αγίου  ίερομάρ- 
τυρος  Βασιλείου  πρεσβυτέρου  της  εν  Άγκυρα  άγιοίτάτης 
τοΰ  θεοΰ  εκκλησίας,  προς  δε  βίος  και  πολιτεία  τοΰ  οσίου 
πατρός  ημών  Νικήτα  ηγουμένου  μονής  τοΰ  Μηδικίου.  Μετά 

δε  την  άποκατάστασιν  τοΰ  ορθού  εν  τούτω  τω  ονόματι,  ην  είςηγή- 
σατο  πρώτος  ό  Ι.ι&αΙ}ΐΤΐαηη  χ,  έπικυροΐ  δέ  και  ή  6(*ή  αυτοψία  της  λέ- 
ξεως εν  τω  κώδικι  του  Μονάχου,  διορθωτε'ον  οριστικώς  και  το  εν  τοϊς 
Επιμερισμοί;  του  Ψευδηρωδιανού  Άγιοκλίτης 2  εις  το  άγίοηλί- 
της,   ώς  ήδη   είχε  προτείνει  και   ό   Κοραής3. 

Ένταύθχ  δε  κατατακτε'α  και  δύο  ονόματα  έπ'  ίσης  προιλΊόντα  Ικ 
παρανοήσεως,  ων  το  μέν  εϊνε  πατρωνυμικόν,  τό  δ'  έπίθιτον  ύμνηιι- 
κόν.  ΑπδΙοβιιΙϋδ  Αρο$ίοίϊάβ8  καλείται  ό  μεν  και  11  αν  εύφημος  ό 
έτερος.  Άλλ'  ό  [/εν  Αποστολίδης  ούτος  είνε  υΙός  [Μιχαήλ]  του  Άπο- 
στολίου  ή  Αποστόλη,  ό  Αρσένιος  είτα  κληθείς  και  ώς  Αρσένιος  Μο- 
νεμβασίας γνωστότατος"  άπορον  δε  πως  ό  Ισπανός  Ιπ&Γΐβ  ήγνοησεν 
αύτον  4.  Τόν  δέ  Πανεύφημον  κατηρίθμησεν  ό  κλεινός  λαιινόφρων, 
άλλ'  Έλλην  Άλλάτιος  έν  τοις  Νικήτ*ας  γράψας  ΝϊοβΙαβ  Ραηβυ,- 
ρΚβηιι  πΐ&£Ϊ8ΐπ  βρίδίοΐίΐθ  ΟΓ3.60216  5.  Τούτο  δέ  τό  σφάλμα  έπην- 
ωρβωσεν  ήδη  ό  καρδινάλιος  Μει    εκδίδων  του  μαγίστρου   τάς  έπιστο- 


•  Έν  τοις  .Τβ,ΙποϋοηβΓ  ίιΐΓ  Ρηι1οΙο§ιβ  αη<1  Ρ3άίΐ§ο§ϊ1ί.  1870  α.  821. 

5  Ήροοδιανον  Επιμερισμοί.  Ε  οοιίά.  Ρβπδίηϊδ  βάϊάίΐ  ί/ο  Ρν.  Βοίδδοηαάβ. 
Έν  Λονδίνω.  1819  α.  181"  τα  δια  του  ιτης  ονόματα  είτε  άρόενικα  είτε 
θηλυκά  δια  του  ι  γράφονται-  οίον  ηολίτης,  λυχνίνης.  .  .  άγιοστανΐίτης, 
άγιοχλιζης. 

3  Αυτόθι  α.  297.  Νοη  ηονί  ααίά  8ΪΙ  άγιοπαντίτη« ;  ίηοοίβ.  ΓοΓδβη  ικοίδ  οαιηο- 
πιβη  "Αγιοι  Πάντες,  βΐ  <|ΐιϊ  Νβ^υίΙιΐΓ  ηοιηβη  άγιοκλίτης  βχρΙίοβηαιιΐΉ  δΐπΐίΙ.ϊ  αιο- 
άο  νίάβΙϋΓ.  Οθ!3.3Γϋ?>  ρυΙ&Ι  ροδδβ  Ιβ^ϊ  άγιοηλίτης,  Γηοη&οηιΐδ  αθίηρβ  ίη  ιηοηίΐ- 
δΙβΠΟ  άγιου  Ηλία,  νβΙ  ϊηϋοΐβ,  ΠΓ0Ι8  810  νοο3.ΐ3.6.'Ότι  δέ  βεβαίως  μονα/όν  νοητέον 
δηλοϋσι  και  τά  ομοιοκατάληκτα  Στουδίτης,  Ίβηρίτης,  Νεαμονίτι,ς  και  άλλα  τοιαύτα, 
"Από  του  τελευταίου  δ'  εχομεν  και  επίθετον  νεαμονίτικον.  Οϋτ<υς  έν  τφ  Ιλληνικω 
κώδικι  765  της  έν  Παρισίοις  Εθνικής  βιβλιοθήκης  έν  τέλει  άνέγνων  νεαμονί,τίκον 
ένι  τό  βιβλίον  τούτο. 

'•  ΙΗαΗε  Ββρϊ?ιβ  ηίπΐίοίηβοίΐε  Μ&ΙπΙβηδίβ  οοπίοβδ  βΐίΐβοί  Μδβ.Έν  Μαδρίτη. 

1769  α.  32  έν  τή  περιγραφή  τού'  ΰπ'  άρ.  XIII  κοίοικος,  περιέχοντος  την  τραγωδίαν  του 
Λυκόφρονος,  ην   έξέγραψεν    ό  Αριστόβουλος  Αποστολίδης.  .  .  .1)00  6δΙ    ΑπδΙθΙ>υΙΐ1$ 

Αροδίοΐϊάβδ. 

:'  ΑΙΙαΗηζ  Οβ  ΝίοβΙίδ  έκδεδομένον  εν  τή  ΒΪΙιΙίοΙηβΟίΙ  Ραίπιιη  Νονά  Τόμ.  Τ' 
*Εν  'Ρώμτ).  1853  μέρ.  β'  σ.  24. 


—  460  — 

λάς  καϊ  σημειώσας,  ότι  το  πανευφήμου  δεν  είνε  δηλωτικόν  γένους, 
άλλ'  έξηγητέον   δια   του    ίΠΐΐδΙΠδδίπΐί  *. 

Αλλά  πολλώ  άτοπώτερον  είνε  να  έπαναλαμβάνωνται  ώς  κύρια  ονό- 
ματα συνήθη  τίνα  επίθετα  η  ουσιαστικά,  άτινα  προςελάμβανον  εις 
ενδειζ^ν  ταπεινοφροσύνης  οί  Βυζαντινοί  μοναχοί  και  κληρικοί.  Εΐνε  δε 
τοιαύτα  τό  Αμαρτωλός,  'Ρακενδύτας,  Ηύτης  καϊ  το  επίρρημα 
Τάχα,  άτιν'  άπαντώμεν  εν  τ'  έπιγραφαϊς  συγγραφών  καϊ  συχνότερον 
εν  τοις  ίαμβείοις,  εν  οίς  σημειούνται  οί  βιβλιογράφοι  και  οί  κτήτορες 
των  κωδίκων. 

Και  τό  μεν  Αμαρτωλός  είνε  γνωστόν  άπό  τού  οΰτως  επικαλου- 
μένου χρονογράφου  Γεωργίου,  ον  συνηθέστατα  εύρίσκομεν  παρά  τοϊς 
ίστορούσιν  οΰτως  απλώς  όνομαζομενον  Άμαρτωλόν,  λησμονηθεντος  η 
αγνοουμένου  του  αληθούς  νού  τού  ονόματος. 

Τό  δέ  "Ρακένδυτης  έδήλου  τό  κατ'  άρ^άς  ιδίαν  τάξιν  μοναχών, 
είτα  δ'εγεινε  κατά^ρησις  τού  ονόματος  έπϊ  τή  έννοια  καλογήρου 
καθ  όλου  Συχνά  δ'  ένομίσθη  όνομα  γένους,  καϊ  άρκεϊ  νά  μνημονεύ- 
σω τού  πίνακος  τών  κυρίων  ονομάτων  έν  τη  ΒίΒΙϊοΐΙΐβΟίΙ  Βΐβΐϊοΐΐΐε 
Ο&ΓΙΙΠΙ  τού  κλεινού  ΜοπίΓίΐυοοη,  εν  ω  έπ'  ίσης  φαίνεται  άποδοθείσα 
τοιαύτη  έννοια  εις  τό  έπίθετον  2 

Φύτας  δ  άπεκάλουν  εαυτούς  οί  Βυζαντινοί  καϊ  νεώτεροι  ίερεις  ίπϊ 
τό  φιλοσοφικώτερον  την  δέ  προςωνυμίαν  ταύτην  συχνότατα  έξέλαβον 
αντί  επωνύμου  οί  λόγιοι  επί  τό  άμαθέστερον.  Τών  δέ  πολλών  παρα- 
δειγμάτων άρκείτωσαν  δυο  τάδε.  Έν  τινι  κώδικι  της  Μαδρίτης  γε- 
γραπται  έγράφη  δια  χειρός  θύτου  Θωμά,  ό  δέ  ΙηαιΊβ  μετέ- 
φρασεν  ίν  τψ  καταλόγφ  το  σημείωμα  διά  τών  λέξεων  άβδΟΓΪρΙΐΙδ 
6Βΐ  1Ώ3ηυ  ΤΗγίί  ΤΗθΠ121β  3.  Έν  δε  τινι  τών  κωδίκων  του  έν  Κων- 
σταντινουπόλιι  μετοχίου  τού  Παναγίου  Τάφου  περιλαμβάνεται  καϊ 
ποίημα  περί  της  άγιας  πόλεως  και  έξήγηοΊς  του  αγίου  Ορους 
Σινά,  οίς  προςγέγραπται  χειρ  Δανιήλ  θύτου,  αχξα'.  Ό  δε  τους 
κώδικας  τούτους  άναγράψας  Γερμανός  ΒβΐΗπΐ3,ηη  εξέλαβε  τό  θύτης 
ώς  έπώνυμον  του  συγγραφέως  και  γράφει  τούτον   Οδίηίβΐ  ΤΗνΊΟΒ  *. 

'  Αυτόθι  ο.  439-444.  Πρβλ.  ο.  24. 

2  ΜοηΙίαηβοη  ΒίΜιοίΗεο»  βι&ΗοίΗβο&πιπι  ηονβ.  Έν  Παρίίίβις.  1739. 

Ί  ΙτΐατΗ  ϊν(»'  άν.  σ.  160. 

1  ΒιίΚτηαηη  ΗαικΙϋοΗπίΊβη  «Ιβκ  Ρ&Ιπ&ιοΙι&Ιδ  νοη  ^ηΐϋίΐΐβιη  ίη  Κοιΐ3ί3.η- 


—  461   — 

Τί  δέ  να  εϊπωμεν  περί  του  μονάχου  Τάχα  ;  Έν  τφ  καταλόγω 
των  κωδίκων  της  μεδικείας  βιβλιοθήκης  ύπό  του  ΒϋΠίϋηί  άπαντώ- 
μεν  ταΰτα*  εθτι  δε  η  παροϋσα  βίβλος  Γαλακτίωνος  τάχα  ιε- 
μονάχον,  όπερ  ό  Ιταλός  λόγιος  μεταφράζει  Οαΐίΐοΐίοηίδ  ΤαοΙΐ3 
ΗίβΙ'ΟΙΏΟηαηΙΐΐ  ι.  Τούτο  δέ  καίτοι  ό  ΟϋΟΒΠ^β  είχεν  ήδη  γράψει 
ορθώς  περί  της  λέξεως  νοχ  ρΓαΡίΤΊΪΙΐί  8θ1ίΐ3  (ϊΓ360υ1ί«  ηοίτΐίηί 
<ίί^ηίΐ3ΐί«  ΐη  ί3βιτιΪ88Ϊ  αηϊιηί  30  Ηυηιίΐΐΐαΐίκ  3Γ£ΐιιτΐ6ηΙϋΠΐ  και 
είχε  καταλέξει  ικανά  παραδείγματα  προς  άπόδειξιν  των  λεγομένων2. 
Έκτοτε  δε  και  έν  τη  διδοτείω  έκδόσει  του  Θησαυρού  του  Ερρίκου 
Στεφάνου  ό  ΟιποΙογΓ  κατέγραψε  ταύτην  την  σημασίαν  της  λέξεως 
συμφώνως  προς  τα  του  Βϋ03Π£β.  Άλλ'  δμως  και  πάλιν  έπανελή- 
φθη  το  πανύτατον  λάθος  υπό  των  έκδοτων  της  Νέας  βιβλιοθήκης 
των  Πατέρων  (Νονά  Βΐ ϋΐ ΐοΐΐΐβοα.  ΡίϊίΓΙΐηΐ),  ης  ό  όγδοος  τόμος  πε- 
ρατοΰται  δι'  ιάμβων  εις  τά  έργα  Ισαάκ  τοϋ  Σύρου  υπό  τίνος  μονά- 
χου.  Τό  ποίημα  τελευτά  διά  του  ατίγου 

και.  ί/πέρ  έμοΰ  τοϋ  τάχα  μονοτρόπου 

«ξ  ου  έπανιλήφθη  ή  λέξις  τάχα  έν  τω  πινάκι  ύπό  των  εκδοτών, μετα- 
φρασάντων  ως  έξης  ΘΙΪ3Π1  ρΓΟ  ΠΊβ  Τ3θ1ΐ3  ΙΉΟΠαοΗο  3.  Κατ'  άλή- 
θειαν  δε  τούτο  τό  τάχα  ουδέν  διαφέρει  των  άλλων  ταπεινωτικών, 
του  οικτρός  και  ανάξιος,  ά'τινα  έπιγράφουσιν  έαυταϊς  οι  Βυζαντι- 
νοί μονότροποι. 

Άλλα  και  Τάλα  ιερομόναχου  όνομα  εύρίσκομεν  ίν  τω  καταλόγω 
των  άρουνδελιανών    και  βουρνεϊανών   κωδίκων   του  Βρεττανικοϋ   μου- 

ΙίηορβΙ  Ιν  ΡβΜζ8  ΑτοΙιϊν  ά>Γ  Οβ§θΙ1&είΐ3ίΙ  ίϋι•  αΐΐβΐ'β  (1βαΙ§οΙιβ  ΟοδοΙιίοΙιΙδ- 
Ινίιηάβ.  Έν  Άννοβέρω.  1847  ,Τόμ.  Θ'  σ.  650. 

1  Βαηάίηϊ  ΟαΙαΙο§ιΐδ  οο(1ίουπι  Μ§.  βίίιΐίϋΐΐιβοαβ  Μβάϊοβίΐβ  1.8υΓβηΙίαη3β 
Τό|*   Α'  ».  38. 

2  Όηοαη^β  ΟΙο§5&πυιη  ιηβάίϋβ  βΐ  ϊηίπηϋβ  ΟΓΗβοϊΙαΙίβ  Ιν  λ.  τάχα  —  Εϊς 

τα  γνωστά  παραδείγματα  πρόςθες  και  την  έξης  σημε/ωσιν  ίκ  τοΰ  έν  τω  Οοά.  Ε$3- 
Γθ00Ϊ3ΐΐϋ§  91  «ν  Όξωνίω  άναγνοιότικοϋ,  5}ν  Εχδίδω  αΰτογράφως•  Έτελειό- 
θη  τό  παρόν  άναγνοΠτικόν  ήγουν  ό  δαμαόκηνός  δηά  χειρός  έμοΰ 
τοΰ  τριςαΟλίου  καϊ  τριπλοέχμαλλώτου  τάχα  και  ίέρέως  τω  έπίκλην 
όνομα  Νηκίτας.  Καϊ  μη  μεφθώ  διά  τώ  πλήθος  του  όωλικηόμού  και 
βαρόαριόμού  ό  ταλέπορος-  έτος  τρέχοντος    ςωξη'  έν  Ινδ.  ιγ'. 

3  Ε.  ΜίΙΙβν  ΝοανβΙΙο  Βί&ΙίοΙίιβαυβ  άβδ  ΡέΓβ«  έν  τώ  «Ιοϋΐηβΐ  άβε  δανβηΐΐ. 
1879  α    556. 


—  462  — 

σείου  1,  ένθα  το  τάλα  κακώς  άνεγνώσθη,  ίσως  δια  την  άμυδρότητα 
της  γραφής,  άντϊ  του  τά.^0,. 

Έξ  αναλόγου  δ'  άμυδρότητος  ίσως  προήλθε  και  το  δνομα  του 
Θεοδώρου  Ποτακίου.  Σώζεται  δε  τούτου  μονωδία  εις  Ίωάννην  τον 
ΙΙαλαιολόγον,  ης  μέρος  έζεδόθη  ΰπό  Σάθα  2.  Και  ούτω  μέν  εύρίσκο- 
μεν  γεγραμμένον  το  όνομα  εν  τε  τω  βιενναίω  κώδικι,  εξ  ού  τον  λόγον 
άτελη  έξέδωκεν  ό  Σάθας,  και  εν  τω  Όξωνιακώ,  καθ'  δν  πλήρη  έ£- 
έδωκ'  αυτόν  έγώ.  Άλλ'  επειδή  τό  όνομα  τούτο  δέν  φαίνεται  τι 
σημαίνον  έν  τη  ελληνική,  πριν  η  θεωρηθή  εν  τών  πολλών  βαρβα- 
ρικών ονομάτων  του  βυζαντιακοΰ  κόσμου,  ήδύνατο  ϊσως  να  νομισθή 
πιθανόν,  δτι  ήτο  έν  τω  άρχετύπω  κώδικι  γεγραμμε'νον  Ποτάμιος, 
όθεν  διεφθάρη  εις  Ποτά,Κίον,  άμυδράς  απόβασης  της  ουράς  του  μ. 
Και  δη  αναφέρεται  τις  Θεόδωρος  Ποτάμιος,  οςτις  μάλιστα  κατά  τους 
αυτούς  χρόνους  πρε'πει  να  έζησε,  διότι  αϊ  μνημονευόμεναι  αΰτοΰ  έπι- 
στολαί  εϊνε  καταγεγραμμέναι  έν  τω  κώδικι  μετ'  άλλων  έργων  συγ- 
γραφέων άκμασάντων  ύπό  τους  Παλαιολόγους3.  Διό  ορθώς  ηδη  ό 
Σάθας  εξεδήλωσε  ταύτην  την  είκασίαν,  ότι  ίσως  ό  Ποτάκιος  εϊνε  ό 
αυτός  και  ό  Ποτάμιος4. 

Έπ  ϊσης  δ'  άνύπαρκτον  εϊνε  και  τό  δνομα  Άμαθίου  Μακρεμ- 
βολίτου.  ου  μνημονεύει  ό  πατριάρχης  Ιεροσολύμων  Χρύσανθος  ώς 
συγγραφέως  τών  καθ'  Ύσμίνην  καϊ  Τσμηνίαν  &.  Τό  Α  προηλθεν  έκ 
παραναγνώσεως  του  ΕΙ",  ή  σύγχυσις  δ'  αύτη  δέν  εϊνε  δυςχερής  έν 
τοις  κώδιξι  μάλιστα  του  δεκάτου  τρίτου  και  τοΰ  δεκάτου  τετάρτου 
αιώνος.  "Ωςτ'  Ε'ύΐκίθιον  θα  έπέγραφε  μάλλον  τον  συγγραφέα  ό  κώ- 
διζ.  "Αλλο  δε  ζήτημα  εινε,  άν  καϊ  τούτο  τό  όνομα  ε'σφαλμένως  φέ- 
ρουσί  τίνες    τών    κωδίκων  άντϊ   τοΰ   όρθοΰ    ΕύΟτάθίος,     ώς  ύστατος 


1  Έν  τ7(  περιγραφή  τοα  ϋοά.  Βϋΐηθΐ&ηϋδ  20. 

2  Μεσαιωνική  Βιβλιοθήκη  Τόμ.    Α'  σ.  196  κ.ε. 

3  Χρύσανθου  πατριάρ/ου  Ιεροσολύμων  Κατάλογος  τών  Ιν  "Αθωνι  βιβλιοθηκών 
καρά  Σάθα  (Μεσαιωνική  βιβλιοθήκη  Του..  Α'  σ.  282.  "Εκτοτ'  έβεβαιώθη  τό  πράγμα 
δια  της  \»κ'  έμοΰ  μελε'της  τοΰ  αγιορείτικου  τούτου  κωδικός.  "13ε  τήν  ίμήν  πραγμα- 
τίίαν  Θεόδωρος  ό  Ποτάμιος  και  ή  είς  Ίωάννην  τόν  Παλαιολόγον  μονωδία  αύτοΰ  έν 
Δελτία»  Ιστορικής  και  εθνολογικής   εταιρείας   Τόμ.   Α'  σ.    48  κ.  ε, 

*  Σά&ας  έν  Μεσαιωνική   Βιβλιοθήκη   Τόμ.  Α'  σ.  ρλε'. 
5"Ενθ'  άν.  Τόμ.  Α'  σ.  274. 


—  4β3  — 

πάντων  απεφάνθη  ό  νεώτατος  των  εκδοτών  τοΰ  ερωτικού  τούτου  δρά- 
ματος ι.  Μάλλον  δέ  νομίζω  πρέπον  να  έζετασθή  εκ  νε'ου  τό  πράγμα, 
συνεζεταζομένου  πάλιν  και  του  χρόνου  καθ '  όν  έγράφη  το  έργον,  θα 
λάυω  δέ  προς  τούτο  άφορμήν  άπο  της  δημοσιεύσεως  ανεκδότου  επι- 
στολής Θεοδώρου  τοϋ  Βαλσαμώνος  προς  τον  έ'παρχον  Εΰμάθιον  τόν 
Μακρεμβολίτην  2. 

Έκ  δ'  αμαρτημάτων  γραφογνοιστικών  προήλθον  πλείστα  ανύπαρ- 
κτα ονόματα,  ων  τό  γε  νυν  έ'χον  αναγράφω  μόνα  τρία,  τό  τοΰ  κατε- 
πάνω  Ιταλίας  πρωτοσπαθαρίου  Βασιλείου  Βίο,  τό  του  Πρίκίου 
και  τό  βαρβαρικώτατον  'Εΐα,πτνϊς. 

Τό  Βίο  τοΰτο  εγραψεν  ό  άλλως  περί  την  άνάγνωσιν  και  έρμηνείαν 
τών  ελληνικών  περγαμηνών  της  κάτω  Ιταλίας  δεινότατος  Πασχά- 
λης Βάφης  εν  τη  λατινική  εξηγήσει  ελληνικής  περγαμηνής,  έν  ή  ανα- 
φέρεται ό  "Ελλην  κατεπάνω  Βιω  (=  Βοϊωάννης,  Βοϊδογιάννης), 
άγνοήσας  η  παραδραμών  την  παρά  Βυζαντίνοις  συνήθη  σύμπτυξιν 
τοΰ  Χ  ω  έν  τω  ονόαατι    Ιωάννης  3. 

Διά  παρανόησιν  δ'  αναλόγου  συμπτύξεως  άναγινώσκεται  δις  Μι- 
χαήλ Πρικίοιτ  αντί  Πατρικίου  έν  τώ  Καταλόγω  τών  άρουνδελιανών 
κωδίκων  τοϋ  Βρεττανικοΰ  μουσείου4, 

Ό  δ'  Έμπτνϊς  τοΰ  ζ'  μνημονεύεται  ως  κτήτωρ  τοΰ  υπ '  αρι- 
θμόν 366  έλληνικοΰ  κωδικός  της  Ιν  Μονάζω  βιβλιοθήκης  ύπό  τοΰ 
Η&Γ015. 

Έν  φ.  241  ^  τούτου  τοΰ  κωδικός  άναγινώσκει  ό  Γερμανός  λόγιος 
τάδε" 


1  Εύόταθίοΐτ  πρωτονοβελισσίμου  τό  καθ'  Ύσμι'νην  χαί  Ύσμινίαν  1x8.  ΗίϊΟ€ΐ'()' 
Έν  Βιέννη.  1876. 

2  Δεν  προέβην  εις  τούτο,  προληφθείς  ύπύ  τοϋ  Ε.  ΜίΙΙβΤ,  οςτις  Ιπραγματεύθη  Ιχ- 
τοτε  τό  αυτό  θέμα  έν  τώ  ΑηηυίΐΪΓβ  ροιίΓ  Ι'  βηι;οιιι•£ΐ§βπιβηΙ  άβ*  βΐυϋβδ  ^Γβϋςυβδ 
Τόμ.  ΙΗ'  (1884)  ι.  18  χ.  έ.  Ένταΰθα  δεν  ούναμα:  -/αποσιωπήσω,  οτι  κατά  περίεργον 
σύμπτωσιν  ί[όη  επτά  ετη  ποό  της  δημοσιεύσεως  ταύτης  τοΰ  ΜϊΙΙβν  είχον  ανακοινώσει 
ί!ς  αυτόν  τώ  1876  ε'ν  Παρισίοις  τα  της  εμϊ,ς  άνβχαλύψεως  της  επιστολής  ταύτης  χαί 
τάς  ε'μάς  γνώμας  περί  του  ονόματος  τοΰ  συγγραφέως  της  μυθιστορίας  περί  Ύσμίνης 
χαί  Ύσμιν'ου.  Και  ή  ένταΰθα  0'  άνατυπουμένη  πραγματεία  είχε  δημοσιευθη  πρό  τί^ς 
δημοσιεύσεως  τοΰ    άρθρου  εκείνου  τοΰ  ΜΪΙΙβΤ. 

3  Σπυρ.   Ζαμπελίου  Ίταλοελληνικά.   Έν  Αθήναις.  1865  σ.  95. 
*    Εν  τη  περιγραφή  τοϋ  κωδικός  509. 

5  ΗατάΙ  υαΐαΐο^ιΐδ  οοιίίοιιιιι  πίΛηϋδοπρΙοπιιη  Τόμ.  Δ'  σ,  87. 


—  464  — 

Ή  βίβλος  αϋτη  τους  δε  τους  λόγους  φ. 
μου  υπάρχει  του   Έμπτνϊς  του  ξ ' 
θεός  φυλάξει  τους  ταύτη  οίκοϋντας  άπό 
των  έναντίο>ν  βλάβης. 

Άλλ '  αντί  τούτων  άνέγνων  έγώ  τα  σωζόμενα  των  γραμμάτων 
άνευ   μεγάλης   δυςχερείας   ώς    έξης• 

Ή  βίβλος  αυτή  τούςδε  τους  λόγους  φέ[ρει]• 
μονής  υπάρχει  της  Οεπτης  τοϋ  Ξ[ενόφου  ,*] 
θεός  φυλάξει  τους  έν  ταύτη  οΐκοϋντας 
άπό  της  εξ  εναντίων  βλάβης.  Αμήν. 

Ούτω  δ'άποκτώμεν  τε'σσαρα  ιαμβικά  τρίμετρα,  ούτε  καλλίω  ούτι 
χείρω  των  συνήθων  παρά  Βυζαντίνοις.  Και  δμως  ό  Ηαΐ'ίΐΐ  μετέφρασε 
τους  κακώς  άναγνωσθε'ντας  στίχους  ώδε  Ι^ίβθΓ  Ηΐο,  86ΓΠ)θηθ8 
οοηΐίηβη«,   ιηβακ  681  Εηιρίηΐζ. 

Ιίολλώ  δέ  τούτων  άτοπώτερον  είνε  ώς  κύριον  όνομα  εκληφθεν  τό 
Κύρος,  μακρότατον  χρόνον  νομισθέν  ώς  προςωνυμία  μάλιστα  του 
Θεοδώρου  Προδρόμου,  και  δη  έξ  ήμαρτημένης  αναγνώσεως  αντί  τοΰ 
γ,νοός.  Σημαίνει  δε  τούτο,  ώς  άλλως  και  τό  κϋρίς  και  κΰρ  παρά 
τοις  Βυζαντίνοις,  ο  τι  και  παρ'  ήμΐν  ή  πλήρης  λεξις  κύριος.  Τούτο 
δε  παρετήρηιαν  ενωρίς  ύ^τ\  ό  ί«ίΙΠΐΙ)β(Μ118  και  ό  Δανός  ΗβηποΙίδβη  1. 
Ενίοτε  δε  και  εις  τό  Κύπρος  παρεφθζρη  τό  κυρός.  Ούτως  άπαν- 
τώαεν  παρά  τω  ΜοηΐΓ&ιιουη*  Ργο^γοπή  (ϋνρπ  ροβηιαίΒ  ναπα  2. 
ύπονοητι'α  δ'  ίνταϋθα  πάντως  τά  ποιήματα  τοϋ  Θεοδώρου  Προ- 
δρόμου. 

Απέκτησε  δέ  ή  βυζαντιακή  γραμματολογία  και  δύο  αλλόκοτους 
συγγραφείς,  οΰς  δυνάμεθα  νά  καλε'σωμεν  αδελφούς,  τους  Μελανίους, 
Μαυρον  και  Κόκκινον.  Και  εκείνος  μέν  εΰρηται  εν  τψ  καταλόγω 
τών  ελληνικών  κωδίκων  της  ΐν  Όξωνίω  βιβλιοθήκης  υπό  βθΧΘ  ένθα 
αναγράφονται  ώς  περιε/όμεναι  ίν  τω  κώδικι  39  έκ  της  τό  πρότερον 
βιβλιοθήκης  τών  Κανονικών  μονανών  ΡΓ3680ΠρΐίθΙ1θ8  ν3Γ13θ  6Χ 
ΜβΙαηίο   Μαιιιο.    Οδτω    δέ    μεταφράζει    ό    Οοχβ  την   έπιγραφήν 

•  ΐ)ΐ}βι•  άϊβ  ροΐϊΐίδοΐιβη  ΥβΓδβ  Ιιβί  άβη  ΟιίΐίοΙιβη  ϋ5βΐ£β1ζί  νοη  Ρ  ΡΗβά- 
ΗβΗββη.  Έν  Λειψία.  1839  α.  106. 

2  Βί1)1ϊοΐίΐ6θ3   5ϊί»1ίοΙΙιβθ3Γαιη  Τόμ.  Α'  σ.  584  Α 


—  465  — 

σημειώσεως  τίνος  την  λέγουσαν  Σκευασία  μελανιον  μαύροι/  καί 
αρχομένων  δια  των  λέξεων  Κικίδιον  μαϋρον,  μικρόν,  βαρύ1. 
Τον  αυτόν  δέ  καί  εν  τοις  πίναξι  των  συγγραφέων  κατέταξεν  ό  "Αγ- 
γλος βιβλιοθηκάριος,  γράψας  ΜβΙαηίιΐΒ  Μαιιηιε.  Ρΐ'3θ8θΓΪρΐίοηΡ8 
βΧ  βΟ2.  Ό  δε  Μελάνιος  Κόκκινος  εύρηται  έν  τω  πινάκι  των 
ανεκδότων  συγγραφέων  των  καταλεγομένων  υπό  του  Βϋ03Π2β  έν 
τω  Γλωσσαρίω  της  μέσης  και  νεωτάτης  έλληνίδος  ως  παρασχόντων 
αύτω  την  ΰλην  του  έργου.  Γράφει  δε  ΜβΙαηϋ  Οοσιηί  ΘΧί'βΓρΙίΙ 
Ϊ3ΐΓΪ0α  βΧ  Οθά.  Κβ§.  Μδ.*  1261  ΗθΟ  ΐίΐϋΐο  α  Ερμηνεία  πάνυ  όφε- 
λιμος  είς  τον  πυρετόν.  Γράφεται  8έ  ούτως  μετά  Μελανιού  Κοκίνου»  3. 
"Ωςτε  το  μελάνιον  τη  γοήσση  ράβδω  των  άλλοθρόων  μετειχορφώθη 
εις  ίατρόν  Κόκκινον  καϊ  Μαΰρον. 

Άλλα,  προς  τοΰ  μέλανος,  ϊδωμεν  καί  το  χείρον,  τον  Γάδαρον 
γενόμενον  όίγιον.  Έν  τφ  βιενναίω  Ιλληνικω  κώδικι  τφ  κατατετα- 
γμένω  έν  τοις  ίστορικοΐς  ύπ'  αριθ.  244,  έξ  ου  εξεδόθησαν  πλεϊστ'  άξια 
λόγου  ποιήματα  δημώδη,  περιέχεται  κατ'  άκολουθίαν  λόγου  ώς  και 
τάλλα  γεγραμμένον  άνευ  διακρίσεως  στίχων  καί  τό  ύπό  του  \να§Πβΐ* 
το  πρώτον  εκδοθέν  Συναξάριον  τοΰ  τετιμημένον  γαδάρου 4. 
Ό  δέ  ίιδΓΩΟΘίΜυδ,  παρέχων  τον  πίνακα  των  έν  τψ  κώδικι  περιεχομέ- 
νων, γράφει  περί  τούτου  του  στιχουργήματος  τάδε-  ΑΠΟΠΙΠΠ  Οΐΐ- 
]ϋ8(1βπι  αυοίοπδ  δγη&χαΓίαηι,  8ΐνβ  ηαιτ&ΐίο  βαοοΐηοίΕ  άβ  ςαο- 

(ΙδΙΏ  Ο&άαΐ'ο,  8£ΐηθΐίΐ&Ιβ  νίΐαβ  οΙεΓΟ,  τουτέστιν  "Ανωνύμου  συγ- 
γραφέως συναξάριον  η  βραχεία  διήγησις  περί  τίνος  Γαδάρου,  επι- 
φανούς έπί  άγιότητι  βίου  »  5. 

Νομίζομεν,  ότι  ή  ορθόδοξος  ανατολική  εκκλησία  δεν  ευχαριστεί 
τον  Λαμπέκιον  έπί  τη  φροντίδι  ταύτη  της  έξαγιάσεως  του  Γαδάρου. 

'Αλλ'  εχομεν  καί  άλλα  όνόματ'  ανάλογα.  Ούτως  έν  τω  σελδενια- 
νώ  κώδικι   14  της  έν  Όξωνίω  βιβλιοθήκης  περιέχεται  κατά  τον  κατά- 


'  Οοχβ  ΟαΙ*Ιο§ϊ  οοϋΐουαι  ιιιαηυϋΟΓίρΙοΐ'ΐιιη  ΒίΙ»ΙϊοΙΙιβθ3β  ΒοάΙβί^ηειβ.   Έν 

Όξωνίω.  1854  Μέρ.  Γ'  σ.  42. 

2  Οοχβ'ϊνΰ'  άν.  Τομ.  Α'  σ.  944. 

3  Γ>ηβαη(/β  ΟΙο*>ί»3.Γίυηι  ηιβιΐίαβ   βΐ  ίηβπι&β   ΟΐϋβοΐΙειΙίϊ  έν  τώ  Ιηάβχ  Ά\ιβ- 
ΙυΓυιη   ΟΓίΐβοοΓυιΐ)  σ.  29. 

*  \ν.  Μ^α^ηβι-  ΟαΓΠΐίηίΐ  Ογεθο»  πιβάϋ  α^νί     Εν  Λειψία.  1874  α.  122- 123. 
5  ΟοπιιηβηΐΛΓ.  άβ...  1>ϊΙ)ΠοΙΙΐ6θ3...  νϊηάο&οηβηδί  ΙίββΓ  V.  1778  α.  531. 

ΣΠΓΡ.    Π.    ΛΑΜΠΡΟΓ.    ΜΙΚΤΛΙ    ΣΚΛΙΛΕΣ  30 


-   466  — 

λογον  του  Οοχβ  1  Φυσιολογική  διήγησχς  τον  ΐ/περτνυ,ου  κρα- 
οοπατέρος  κυρίου  Πέτρου  τον  Ζυφοιιουστ,  και  ούτος  ό  Ρβ- 
Ιηία  Ζ2/ρ/ΐοηΐιΐ3ί  κοσμεί  παρά  τω  Οοχβ  τον  πίνακα  των  συγγρα- 
φέων. 'Λλλ'  έν  μεν  τω  κώδικι  άναγινώσκεται  τέλειον  το  όνομα  Πέ- 
τρου τοΰ  Ζυφομούστου 2,  ή  δε  Φυσιολογική  διήγησις  είνε  καταλογά- 
δην  γεγραμμένον  ποίημα  υπέρ  του  οϊνου  3,  το  αυτό  εκείνο  δπερ  έκ 
τοΰ  άνω  μνημονευθέντος  βιενναίου  κωδικός  έξέδωκεν  ό  ί<β§Γαη(1  έν 
τη  Συλλογή  δημοτικών  ασμάτων  υπό  την  έπιγραφήν  ΦίλοΟοφία 
ν,ρααΌπατέρα4.  Δικαίως  δ'  εξαίρει  το  ποίημα  τοΰτο  ό  Γάλλος  εκ- 
δότης ως  ϊν  των  αρίστων  έργων  τοΰ  μέσου  ελληνισμοΰ*  θαυμάζων  δΐ 
την  εξ  αύτοΰ  άποπνέουσαν  ζωην  και  δύναμιν,  δεν  διστάζει  νάποδώση 
αυτό  εις  Θεόδωρον  τόν  Πρόδρομον  5.  Και  ίσως  μεν  φανη  το  πρώτον 
αναίτιος  ή  άπόδοσις  αύτη,  άλλ'  ούχ  ήττον  φαίνεται  δικαιολογουμένη 
ύπό  τοΰ  όξωνιακοΰ  κωδικός,  εν  ω  προ  τούτου  τοΰ  ποιήματος  ιύρη- 
ται  αμέσως  ή  εν  τω  βιενναίω  ^ειρογράφω  αδέσποτος  Διήγησίς  τοΰ 
ΠωρίκΟλόγου,  ενταΰθα  ρητώς  αναγραφομένου  ώς  έργου  τοΰ  Προ- 
δρόμου. Άλλ'  όπως  και  αν  έ'χη  το  πράγμα,  είτε  τοΰτο  τό  ποίημα 
είνε  έργον  τοΰ  Προδρόμου  εί'τε  μη,  βεβαίως  ό  γράψας  αυτό  δέν  έκα- 
λεϊτο  Ζυφθ|χουθτ,  άλλα  μόνον  έχαριεντολόγησεν  έπονομάσας  εαυ- 
τόν Ζυφομούστην  αυτός,  η  ό  ίίιβλιογράφος  ήμιλλήθη  προς  τό  άλας 
τών  στίχων  ίπονομάσας  ούτω  τόν  φαιδρόν  κρασολόγον6. 

Τελειόνω  με  τό  ΦιλόχρηΟτον  και  'Ρουφέτιον. 

Περί  τα  μέσα  τοΰ  παρελθόντος  αιώνος  ίξεσκάφη  έν  τω  δημοσίω 
κήπω  της  Μασσαλίας  λίθος,  εξ  Ανατολής  ποτέ   κομισθείς  προφανώς 


1  Μί>.  Α'  1858  σ.  593. 

2  Οϋτως  άναγνωστέον  ώς  άπό  ονομαστικής  Ζυφομούστης  κατά  τό  ϊν  τινι  τών  στί- 
χων τοΰ  ποιήματος  Φιλομούόττίς. 

3  Συνηθέοτατα  έν  τοΐς  κώδιξι  τα  ποιήματα  εΰρηνται  γεγραμμένα  κατ '  άκολουθίαν 
λόγου,  εντεύθεν  δε  προήλθον  έν  τ*ΐς  έκδόσεσι  τών  αλλογενών  αμαρτήματα  δεινότατα, 
περϊ  ών  άλλοτε  δια  μακρών.  Πρβλ.  την  εμήν  ΟοΙΙβοΙϊοη  άβ  Ι'0ίϊ1£ΐη§  Οΐ'βΟδ.  Έν 
Παρισίο.ς.    1880  σ.  ΧΙ,ν. 

*  ΚβοιιβΠ  άβ  ο1ιαη§οηίί  ροριιΙαίΓβδ.  Έν  Παρισ/οις  1873  σ.  2  κ.  ε. 

3  Αυτόθι  σ.  XII. 

6  "Εκτοτε,  πεισθείς  περί  της  πατρότητος  τοΰ  Προδρόμου,  ύπεστήρις"  αυτήν  δια  μα- 
κρών έν  τω  Νέω  Έλληναμνήμονι  Τόμ.  Α'  σ.  433  κ.  έ.  εκδίδων  τό  ποίημα  όρθότερον 
έκ  νέου. 


—  467  — 

και  φέρων  την  έξης  έπιγραφήν,  ώ;  εξεδόθη  εν  τω  παραρτήματι  της 
Ποοβιγκιακής  εφημερίδος  ι*  Ή  παρούσα  οικοδομή  γέγονε  δια 
δαπάνης  και  συνδρομής  του  Φιλοχρήστου  'Ρουφετίου  των 
Μπακάλιδων  εις  μνημόσυνον  αυτών  και  υπέρ  ψυχικής  αω  - 
τηρήας  και  εύτυχείας  των  τίϊδε  πρωτευότων  αύτοϊς  Ίωάν- 
νης  Αργυρού  και  Δημήτριος  Μουστάκα  έν  ετει  ΙΑξω  ογ.~ 
κεμβρίου  κα'  ηγουμενεύοντος  Νικηφόρου. 

Βρίθει  δέ  η  επιγραφή  αμαρτημάτων,  ών  τιν'  αποδοτέα  ει;  την 
άμάθειαν  του  γλύψαντος,  τα  δέ  εις  την  του  εκδότου,  όςτις  *αί  ι/,ετέ- 
φρασεν  ώδε' 

Ι^ρ  ρΓθδβηΙ  βϋίΓιοβ  α  βίβ  οοηδίΓαίΐ  ααχ  ίταίδ  βΐ  ρατ  1ρ8  δοίηδ 
άβ  ΡΗϊΙοοηΓΡδΙβ.  (1β  Κυρίιβίϊιΐδ,  ο1ιαη§β3ηΙ  οβ  Ιίριι  ηυιτιίάβ  ριι 
υη  ΓποηυηιβηΙ  ρΓ0ΐβ§βαηΙ  βΐ  1ρ,  οοιηΐΏβΓββ  <1β  Ιαϊηβδ  βΐ  βοη 
§υοοθδ.  βοπιπιαηά^ηΐ  βη  οθΙΙρ  νιΐΐβ  υη  αηρί  ροαί'  βαχ  ϋβαη  ί*ί  1β 
άΆτ^νιβ  θΙ  Μοϋδίαΐί^  Π1§  άβ  ϋβπίθίπϋδ ;  βη  Γ  αηηθβ  άβ  ϊέ^ηδ 
0ηπ§1  964,  ααχ  οα1βη(1β8  άβ  ΟβοθηιΙϋ'β  βοιίδ  Ι'  θηιρΡΓθυΓ  Νί- 
οβρηοΓβ. 

Οία  ακολουθία  αμαρτημάτων  !  Το  φιλό/ριστον  ρουφέτιον  ηρκεσεν 
ίίς  την  κατασκευήν  δύο  ανδρών  μονονου  τηβεννοφόρων,  τοϋ  Φιλο/ρή- 
στου  και  τοΰ  'Ρουφετίου.  Πώς  δ'  ένοήθησαν  τάλλα  της  επιγραφής 
διδάσκει  ή  άντιβολή  της  μεταφράσεως  προς  τα  γράμματα  τοϋ  λίθου. 

Μετά  δε  τριάκοντα  ετη  επιληφθεί;  της  επιγραφής  ό  πολΰς  νϋΐοί- 
80)1,  ηθέλησε  νά  ελέγξη  δικαίως  του  πρώτου  εκδότου  τήν  θρασύτητα 
και  νά  έρμηνευση  τον  λίθον  όρθότερον  και  έν  μεν  τοις  πλείστοις  έ'τυ- 
νε  του  ορθού,  άλλ'  ό  'Ρουφέτιος  έ'μεινεν  ακέραιος  και  έν  τη  νέα  Ιπεζ- 
ιργασία.  Ό  νίΐΐοίδοη  μεταφράζει  ώδε'  ^βι  β(1ΐΓίοβ  α  βίβ  οοηδίηηΐ 
αυχ  ίϊαίδ  βΐ  ααχ  άβρβηβ  (1β  ΚυΓβΐίϋδ,  ρρρδοηηα^ρ  ΐΓΡδ  ρϊβυχ,  ι|ρ. 
Ια  ΓαΐΏΪΐΙβ  ϋβδ  Βα03ΐίι]βδ.  Και  προτείνει  μεν  ως  χρονολογίαν  το  έτος 
6961  άπό  κτίσεως  κόσμου,  έπ'  ίσης  οΰκ  ορθώς,  γράφει  δε  περί  τών 
Μπακάλικων,  ότι  δύναται  νά  βίνε  όνομα  κύριον,  σημαίνει  δ'  εν  τη 
νέα  ελληνική  ό  τι  το  βρΐοίθΓ  ή  οΙίαΐ'ΟυΐίβΓ .  αλλά  περί  τοΰ  'Ρου- 
φετίου  ουδέ  γρυ  λέγει,  οΰδ'  ίπί  στιγμήν  διστάσας,  ότι  άνδρα  ενει  μ£- 
γαλόόωρον  προ  αΰτοΰ. 

1  .ΙοιίΓηίΐΙ  άβ  ΡΓονβαοβ,  δαρρίβωβηΐ  της  12  Μαρτίου  1785  ο.  288  κ.  έ. 


—  468  — 

Άλλα  τίς  των  παρ'  ήμϊν  δύναται  να  διστάση  περί  της  εννοίας  του 
λίθου  ;  Είνε  προφανές,  ότι  ή  συντεχνία,  το  ίσνάφιον,  των  παντοπω- 
λών,  οΐκοδομήσασα  υπέρ  ψυχικής  σωτηρίας  κτίριον  έν  μονή  τινι,  ης 
ηγούμενος  ήτό  τις  Νικηφόρο;  ,  προεκάλεσε  την  άνόητον  έ'κδοσιν  της 
Προβιγκιακής  εφημερίδος  και  τα  εν  τη  γαλλική  Άκαδημί<£  των  Επι- 
στημών σοφά  υπομνήματα  του  νΐΙΙοίδΟη  Χ. 

Τα  αμαρτήματα  ταύτ'  άνορών  άλλως  σοφών  εστωσαν  σήμερον 
άρκετά'    άλλοτε    δέ    περί  άλλων    άτοπων  '2. 


'  ΗίδίοίΓβ  βΐ  τηόΐϊΚΗΓβδ  άβ  Γ  ΙηβΙΐΙυΙ  ΚογαΙ  άβ  Ρϊαηαβ.  ΟΙα88β  ά'  Ηΐ^Ιοίιβ 
βΐ  <1β  ΙϊΐΐίίΐίΐΙϋΐ'β  αιΐϋίβηηβ.  Τομ..  Α'.  Έν  Παρισίοις.  1815  σ.  124  χ.  Ι.  νΙδ«  χαί 
Κ.    Ασωπίου  Συνταχτιχόν.  Περίοδος  6'.  <ι.  οα'. 

2  'υλι'γα  ετη  προ  της  δημοσιεύσεως  της  άνά  χείρας  πραγματείας  εξεδόθη  όπό  τοϋ 
1<βηοΓηι&ηΙ  έν  τη  Ηβναβ  αι•ο1ιβο1ο§ί^υβ  τοΰ  1872  (Τόμ.  ΚΔ'  σ.  284)  όμοία  τη 
προκειμένη  άλλη  επιγραφή  επί  λίθου  άποκειμένου  έν  Δαφνίω  χαί  φέρουσα  όνομα  ά'λλου 
ηγουμένου,  Άνανίου,  χαί  χρονολογίαν  1704,  εξ  ής  εξάγεται,  οτι  χα!  η  ανωτέρω  εκδι- 
δομένη πιθανώς  άνήχει  εις  το  έτος  1761.  "Ιοε  ΜίΙίβΙ  Ι*β  ΐηοηίΐδΙβΓβ  άβ  ϋαρίΐηϊ. 
Έν  Παρισίοις.  1899  ο.  45  και  Δημ.  Καμπονρογλον  Ιστορία  τών  Αθηναίων 
Τόμ.  Β'  α.  245  χ.  έ. 


ΕΛΛΗΝΙΚΑ  ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ* 


Α'. 

Όλίγα  ήσαν  κατά  τον  λήξαντα  αιώνα  τα  ευρήματα  άπολωλότων 
συγγραφέων  της  αρχαιότητος  πριν  ή  διά  της  άνακαλύψεως  και  ανα- 
γνώσεως των  εξ  Αιγύπτου  ελληνικών  πάπυρων  και  των  λειψάνων  της 
βιβλιοθήκης  της  Κροκοδείλων  πόλεως  ή  Αρσινόης  άνοιχθή  ή  όσημέραι 
άφθονώτερον  ρέουσα  εκείνη  πηγή,  έξ  ή;  απέρρευσαν  αποσπάσματα 
πολύτιμα  του  Εύριπίδου,  του  Αλκμάνος,  της  Σαπφούς  και  τέλος 
ή  ανεκτίμητος  Άθηναίοίν  πολιτεία  του  Αριστοτέλους,  τοϋ  Ηρώνδα 
οί  μίμοι  και  τα  ποιήματα  του  Βακχυλίδου.  Μόλις  που  δυνάμεθα  προ 
τών  προςφάτων  τούτων  ανακαλύψεων  νάναφέρωμεν  την  ύπό  τοϋ  ημε- 
τέρου Μουστοξυδου  εκ  χειρογράφου  συμπλήρωσιν  του  Περί  άντιδο- 
σιως  λόγου  του  Ισοκράτους  και  έρμαια  τίνα  ήττον  αξιόλογα  άπο- 
καλυφθέντα  εν  κώδιζι  παλιμψήστοις  ύπό  της  επιμονής  τών  φιλο- 
λόγων. Ούτως  είχον  τά  πράγματα,  ότε  κατά  τάς  αρχάς  της  έκτης 
του  δεκάτου  ενάτου  αιώνος  δεκάδος  ό  επιστημονικός  κόσμος  έμαθε 
μιτ'  έκπληςεως,  ότι  θησαυροί  τέως  άγνωστοι  της  ελληνική;  φιλολο- 
γίας άπεκαλύφθησαν  έν  ταϊς  κρύπταις  τών  μοναστηριών  της  Ανα- 
τολής και  ότι  ό  μυστηριώδης  Αθως  άπεδιδεν  εις  τήν  φιλολογι- 
κήν  επιστήμην  όσα  ζηλοτύπως  εκρυπτεν  έπΐ  αιώνας  έν  τοϊς  κρυ- 
ψώσιν  αυτού.  Οί  νέοι  κώδικες  άπεκάλυπτον  τάς  τυχας  της  άρναίας 
Αιγύπτου,  τήν  ίστορίαν  της  Κεφαλληνίας  και  της  Σύμης,  τήν  ίε- 
ρογλυφικήν   σοφίαν   τών  κατοίκων    της  κοιλάδος   τοϋ   Νείλου    καϊ   τήν 

Τά  άρθρα  ταΰτα  έδ»)|λοσιεύθ»)σαν  έν  τη  εικονογραφημένη  Εστία,  χα'ι  δη  το  μέν 
πρώτον  τω  1892  (σ.  405  χ.  έ.),  τχ  δέ  λοι«&  τώ  1893  (σ.  86  *.'  Ι.,  264  χ.  Ι.,  327  χ.  έ.). 


—   470  — 

πρωτοφανή  γνώσιν,  ότι  οϊ  αρχαίοι  Έλληνες  έΐχον  προδράμει  του 
νεωτέρου  πολιτισμού  και  εκεί  όπου  δεν  φανταζόμεθα,  πρώτοι  εφευ- 
ροντες  την  ήλίοτα/πίαν  και  ποιησάμενοι  /ρήτιν  της  δαγερροτυπίας 
αιώνας  πολλούς  προ  τού  Δαγέρρου.  Ό  εΰτυν-ής  δε  κάτοχος  τών  τοι- 
ούτων πολυτίμων  χειρογράφων,  ό  θησαυροφύλαξ  της  βιβλιοθήκης 
εκείνης  τών  άγνωστων  συγγραφέων,  έν  οίς  έζεϊχον  τα  ονόματα  του 
Εϋλυρου  και  τοΰ  Ουρανίου,  ήτο  ό  Συμαϊος  Κωνσταντίνος  Σιμω- 
νίδης. Όποιον  πολύτιμ,ον  απόκτημα  δια  τάς  εύρωπαϊκάς  βιβλιο- 
θήκας  ή  κατάθεσι;  έν  αΰταΐς  τών  κειμηλίων  τοΰ  Σιμωνίδου  !  Ό 
κύριος  αυτών  συγκατετίθετο  μετά  δυςκολίας  και  άκων  μόνον  αντί 
αδρού  χρήματος  να  παραχώρηση  αυτά.  Ή  Εθνική  βιβλιοθήκη  τών 
Αθηνών  έδικαιούτο  νά  προτιμηθή.  Άλλ'  επιτροπεία  συστάσα  προς 
έξετασιν  και  έκτίμησιν  αυτών  ήδίκησεν,  έκ  παλαιογραφικής  αμά- 
θειας, ϊσως  δε  και  ζηλοφθονίας,  τον  ευτυχή  εύρετήν,  κηρύξασα  πλα- 
στά τά  χειρόγραφα  του.  Είνε  δέ  γνωστόν,  ότι  ουδείς  προφήτης  δε- 
κτός έν  τη  πατρίδι  αύτου.  Διό,  μάτην  άντεπεξελθών  έν  Αθήναις 
ό  Σιμωνίδη;  προς  τάς  άσόφους  επιθέσεις  τοΰ  'Ραγκαβή  και  τού  Κου- 
μανουδη,  συμπαρελαβε  το  βαρύτιμον  φορτίον  τών  κειμηλίων  του 
και  άπήλθεν  εις  την  Δύσιν,  όπου  τά  έρμαια  αυτού  έ'μελλον  νά  τύ- 
χωσι  καλλιτερας  εκτιμήσεως,  αλλά  και  τιμήματος  έν  χώραις,  όπου 
τά  όμματα  τών  λογίων  δεν  έτύφλονεν  ό  φθόνος !  *Αν  έκλείοντο  εις 
τον  Σιμωνιδην  αϊ  θύραι  της  Εθνικής  βιβλιοθήκης  τών  Ελλήνων, 
ήσαν  ανοικτοί  ο'ι  πυλώνες  τού  Βρεττανικού  μουσείου  και  τών  βιβλιο- 
θηκών της  Λειψίας  και  τού  Βερολίνου.  Άν  έβόων  και  έ'γραφον  κατ' 
αυτού  έν  Αθήναις  ό  'Ραγκαβής  και  ό  Κουμανούδης,  άλλ'  ήτο  έτοι- 
μος νά  τον  ύποδε^θή  έν  Λειψία  μέ  άνοικτάς  άγκάλας  ό  ΟιγκΙογΓ. 

Λεν  εΐνε  τού  παρόντος  ή  έ'κθεσι;  τού  τρόπου  καθ'  όν  κατώρθωσεν  ό 
Σιμωνίδη;  νάπατήση  τού;  Γερμανούς  και  "Αγγλους  φιλολόγους,  έως 
έπήλθεν  ή  μοιοαία  λύσις  διά  τού  έν  Λειψία^  τότε  σπουδάζοντος  Αλε- 
ξάνδρου Λυκούργου,  τού  έ'πειτ  αρχιεπισκόπου  Σύρου,  άποκαλύψαν- 
τος  τους  δόλους  τού  άγύρτου,  και  διά  της  αναμίξεως  της  αστυνομίας 
τού  Βερολίνου.  Τήν  φιλολογικήν  ταύτην  μυθιστορίαν  έπιφυλασσόμεθα 
νά  έκθεσωμεν  άλλοτε. 

Έγράψαμεν  δε  τήν  άναγκαίαν  ταύτην  είςαγωγην,  διότι  τά  ήδη  παρ' 


—  471   — 

ημών  εκτεθέντα  συνδέονται  στενώς  προς  το  χιιρόγραφον,  ου  πανομοιό- 
τύπον  δημοσιεύεται  ενταύθα. 

Μεταξύ  των  χειρογράφων  των  αποτελούντων  το  φορτίον  του  Σι- 
μωνίδου  εύρίσκοντο  και  τρία  φύλλα  περιέχοντα  αέρος  τού  Ποιμένος 
τού   Έρμα. 

Ό  Έρμάς  ήτο  εκκλησιαστικός  πατήρ,  εκ  των  αρχαιοτάτων.  Ή 
δέ  συγγραφή  αυτού  ή  έπιγραφομένη  Ποιμήν  διαιρείται  μεν  εις  τρία 
βιβλία,  ων  το  πρώτον  επιγράφεται  Όράσεις,  το  δεύτερον  Έντολαί 
καϊ  τό  τρίτον  Παραβολαί,  περιέχει  δέ  ήθικήν  διδασκαλίαν  ην  παρι- 
στάνεται παρέχων  ύπό  τύπον  εντολών  εις  τον  συγγραφέα  άγγελος  τις 
δίκην  ποιμένος  διδάσκοντος  αυτόν.  Αναμιγνύεται  δ'  έν  τη  συγγραφή 
ταύτη  ή  ηθική  τών  αποστόλων  μετά  δογμάτων  νεοπλατωνικοί.  Κα1 
εν  μεν  παλαιοτέροις  χρόνοις  εθεωρείτο  ό  Ποιμήν  γραφείς  περί  το  92 
μ.  Χ.  ύπό  Έρμα  μαθητού  τού  Παύλου  καϊ  επισκόπου  Φιλιππουπό- 
λεως  η  Φιλίππων  της  Μακεδονίας.  Οί  δέ  νεώτεροι  αποδέχονται  μάλ- 
λον ως  συγγραφέα  άλλον  όμώνυμον  Έρμάν,  άκμάσαντα  μετά  τά  μέ- 
σα τού  δευτέρου  αιώνος  και  όντ'  άδελφόν  τού  επισκόπου  'Ρώμης 
ΙΙίου. 

Ώς  εικός,  ή  συγγραφή  αύτη  αποστολικού  πατρός  έκ  τών  αρχαιο- 
τάτων χρόνων  της  εκκλησίας  είνε  έργον  περισπούδαστον  διά  τους  θιο- 
λόγους.Άλλ'  ατυχώς  τό  έργον,  καίπιρ  ελληνιστί  γραφέν,  μέχρι  τινός 
μόνον  εκ  ξινών  μεσαιωνικών  μεταφράσεων  ήτο  γνωστόν,  πλήρες  δέ 
περιεί/ετο  μόνον  εν  δυο  λατινικαϊς  μεταφράσισι  καϊ  έν  τη  αΐθιοπική. 
Ούτως  εϊ/ον  τα  κατά  τον  Ποιμένα  τού  Έρμα,  ότε  διά  της  ύπό  τού 
ΤΪ8θΚεΠ(1θΓΓ  άνακαλύψεως  τού  Σιναϊτικού  κωδικός  έγνωρίσθη  μέρος 
μικρόν  τού  ελληνικού  πρωτοτύπου  τού  Έρμα.  Αλλά  περί  τους  αυ- 
τούς χρόνους  έφθανεν  εις  Λειψίαν  τψ  1855  ό  φόρτος  τού  Σιμω- 
νίδου,  φέροντος  σύν  τοις  άλλοις  καϊ  το  πλείστον  τού  Ποιμένος  ελληνι- 
στί γεγραμμένον.  Τό  κείμενον  δέ  τούτο  δεν  ήτο  όλον  έν  άρχαίοις  χρό- 
νοις  γεγραμμένον.  Τρία  μόνον  φύλλα  ήσαν  έκ  παλαιού,  καϊ  δη  γνη- 
σίου, χειρογράφου  τού  Έρμα,  πυκνότατα  γεγραμμένου,  τό  δέ  λοιπόν 
μέρος  ήτο  άπόγραφον  αυτού  τού  Σιμωνίδου  έκ  τού  αυτού  κωδικός,  εις 
όν  ανήκον  τά  τρία  πρωτότυπα  φύλλα.  Έλεγε  δέ  ό  Σιμωνίδης,  ότι 
τά  φύλλα  εκείνα  είχε  λάβει  έκ  τού  έν  τινι  μονή  τού  Άγιου  "Όρους 
άποκιιμένου  χειρογράφου,  έξ  οΰ  και  αντέγραψε  πιστώς  τό  λοιπόν  μέ«» 


—  472  — 

ρος.  Περί  δέ  της  μονής,  εν  ή  εύρίβκετο  το  χιιρόγραφον,  ελεγεν  αόρι- 
στα και  συγκεχυμένα,  ότέ  μεν  αναφερών  την  μονήν  Γρηγορίου,  ότι 
δε  άνύπαρκτόν  τίνα  μονήν  Γεωργίου,  άλλοτε  δ'  ορίζων  την  μονήν 
Διονυσίου  ώς  τόπον^  ευρέσεως.  Και  άλλο  δε  άπόγραφον  παρουσία- 
σιν   έπειτα    ό    Σιμωνίδης. 

Τα  τρία  δ'  εκείνα  πρωτότυπα  φύλλα  ήγόρασεν  ή  βιβλιοθήκη  της 
Λειψίας,  εις  ήν  κατετέθησαν  και  τα  δύο  απόγραφα  του  Σιμωνίδου. 
Ούτως  έγνωρίζοντο  ήδη^τά  εννέα  δέκατα  του  όλου  ελληνικού  κειμέ- 
νου του  Ποιμένος,  όπερ  έξεδίδετο  τό  πρώτον  τω  1856  υπό  του  'Ρου- 
δολφου  Αη§6Γ  κοινή  μετά  του  Γουλιέλμου  1)Ϊπ(1ογΓ  και  έν  ετέρα  ίκ- 
δοσει  ΰπό  του  ΤΪ8οΗθπ(1ογΓ.  Έν  τούτοις  δ'  ή  επιτυχία  της  πωλήσεως 
του  Έρμα  εις  την  λειψιακήν  βιβλιοθήκην  και  ή  φήμη  ή  έκ  της  δήμο- 
σιευσεως  αυτού,  προάγγελος  της  επιτυχίας  και  εν  τη  πωλήσει  των 
ύπό  του  Σιμωνίδου  παραπεποιημίνων  χειρογράφων,  δεν  άφινεν  ήσυ- 
/ον  τόν  πλαστογραφον.  Μικρόν  δε  μετά  μικρόν  έμύθευε  περί  ευρέσεως 
και  άλλων  κωδίκων  του  Ποιμένος,  άτινα  έλεγε  τέλος  δέκα,  ων  τό  άρ• 
χαιότατον,  άνακαλυφθέν  δήθεν  ύπ'  αυτού  τω  1852  έν  τη  κατά  τό 
Σίναιον  όρος  ελληνική  μονή,  άνήκεν  εις  τόν  πρώτον  μετά  Χριστόν 
αιώνα,  παριστάνετο  δήλα  δη  σύγχρονον  τού  συγγραφέως,  όςτις  ύπό 
των  παλαιοτέρων  θεολόγων  έπιστεύετο  άκμάσας  τον  πρώτον  αιώνα. 
Ή  δ'  έ'κπληξις  ηύξανεν,  ότε  ό  Σιμωνίδης  έκ  τών  κεκρυμμένων  θη- 
σαυρών, ούς  διάφορα  και  άλλοτε  άλλα  ψευδόμενος  απέφευγε  νά  επί- 
δειξη, έφάνη  πρόθυμος  νά  παρουσίαση  έ'να  τών  πολυτιμότατων,  κώ- 
δικα τού  Έρμα  παλίμψηστον.  Άλλα  δέν  (πρόφθασε  νά  χαρή  επί  τή 
επιτυχία  τοϋ  δόλου.  Ό  Αλέξανδρος  Λυκούργος  και  ή  αστυνομία  του 
Βερολίνου  απεκάλυψαν  τον  απατεώνα,  και  έν  τψ  δωματίω  αϋτου  ευ- 
ρέθησαν τα  έζ  άλλων  χειρογράφων  άποκεκομμενα  τεμάχια  περγαμηνών 
και  αϊ  ύλαι,  δΓ  ων  ό  Σιμωνίδη;  παρεσκευαζε  τότε  πρώτον  τό  παλίμ- 
ψηστον. Καταλιπών  δε  κακός  κακώς  την  Γερμανίαν  έτράπη  εις  τήν 
Άγγλίαν,  όπου  έπί  έ'τη  έζηκολούθησεν  απατών  τους  φιλολόγους  και 
πωλών  πλαστά  χειρόγραφα,  έως  τό  έτος  1859  έξέδιδεν  έν  Λονδίνω 
συγγραφήν  έπιγραφομένην  «Όλίγα  έκ  πολλών  περί  τού  αποστολικού 
πατρός  Έρμα».  Έν  ταύτη  δε  σύν  τοις  άλλοις  έξεδίδετο  και  τό  λοι- 
πόν έλληνικόν  τέλος  του  Έρμα,  περί  ου  μέχρις  εκείνου  τού  χρόνου  ου- 
δείς εϊχέ  ποτέ  γείνει  λόγο;  ύπό  του  Σιμωνίδου.  "Εγραφε  δ'  έν  τή  δη- 


—   473  — 

μοσιεύσει  εκείνη  ό  Σιμωνίδης,  Οτι  το  τέλος  εκείνο  του  'ΕρμΧ,  το  τε- 
λευταϊον  δέκατον  του  δλου,  βίχεν  αντιγράψει  εκ  δύο  χειρογράφων  του 
τελευταίου];  φύλλου*  τοϋ  αγιορείτικου  κωδικός,  εν  [ω  άνεγράφετο  το 
όνομα  τοϋ  βιβλιογράφου  ΚλήμεντοςίΠλατυγένους  του  Λαρισαίου  και 
ή  χρονολογία  1457,  και  εξ  απογράφου  τινός  του  542  γραφέντος  υπό 
Άμφιλοχίου  τοϋ  Λαοδικέως. 

Άλλ'  ή  εκδοσις  εκείνη  του  ελληνικού  τέλους  τοϋ  Ποιμενος,  όπερ 
ό  Σιυ,ωνίδης  απλώς  είχε  μεταφράσει  έκ  της  λατινικής,  ψευδή  λέγων 
περί  των  κωδίκων  έξ  ων  δήθεν  άντέγραψεν  αυτό,  δεν  ήξιώθη  προς* 
οχής,  και  έμεινε  μέχρι  πρό  τίνων  ολίγων  ετών  εντελώς  ήγνοημένη. 
Έξηκολούθει  δ'  έκδιδόμενον  τό  έλληνικόν  κείμενον  τοϋ  Έρμα  μόνον 
κατά  τα  εννέα  δέκατα  Οπό  τών  θεολόγων  έπί  τη  βάσει  τών  έν  Λειψία 
άποκειμένων  τριών  πρωτοτύπων  φύλλων  και  τοϋ  σιμωνιδείου  απο- 
γράφου τών  λοιπών  εξ  αθωνικών  πλην  δε  τούτων  υπήρχε  μόνον 
τό  μικρόν  μέρος  τό  περιεχόμενον  και  έν  τψ  Σιναιτικώ  κώδικι.  Περί 
δε  της  μονής  έν  ή  είχεν  εΰρεθή  ό  κώδιξ  εκείνος  τοϋ  αποστολικού  πα- 
τρός, ό  μόνος  πλην  του  Σιναϊτικού  εξελεγχθείς  γνήσιος  έκ  τών  πολ- 
λών ους  άπηρίθμιι  ό  πλαστογράφος,  και  περί  τής  ευρέσεως  τών  υπο- 
λοίπων πρωτοτύπων  φύλλων,  έξ  ων  είχε  γείνει  τό  άπόγραφον  τοΰ  Σι- 
μωνίδου,  έπί  μακρά  ετη  ούτε  φροντίς  ούτε  λόγος  είχε  γείνει  ύπό  τών 
θεολόγων. 

Ούτως  ειχον  τα  κατά  τό  έλληνικόν  κ,είμενον  τοϋ  Έρμα,  ότ'  έν 
ετει  1880  άνελαβον  τήν  σύνταξιν  τών  ελληνικών  χειρογράφων  τοΰ 
Άγιου  "Ορους.  Εύρισκομην  δ'  έν  τή  μονή  Γρηγορίου,  κείμενη  κατά 
τα  δυσμικά  παράλια  τής  αθωνικής  χερσονήσου,  και  είχον  ήδη  κατα- 
γράψει τά  έν  τή  βιβλιοθήκη  τής  μονής  άποκείμενα  χειρόγραφα,  δτε 
ό  λόγιος  βιβλιοφύλαξ  Βίκτωρ  έφερε  μοι  προς  καταγραφήν  μικρόν  κώ- 
δικα εξ  μόνον  φύλλων,  λέγων,  ότι  τά  λοιπά  φύλλα  του  χειρογράφου 
εϊχεν  αφαιρέσει  πρό  πολλών  ετών  κατά  τάς  έν  τή  μονή  παραδόσεις 
ό  Μηνά;  Μηνωίδης.  Τοϋτο  τό  όνομα  έφερεν  "Ελλην  λόγιος,  όςτις, 
υπηρετών  την  γαλλικήν  κυβέρνησιν,  είχε  πράγματι  πλουτίσει  κατά 
την  πέμπτην  δεκάδα  τοϋ  λήξαντος  αιώνος  τήν  Έθνικήν  βιβλιοθήκην 
τών  Παρισίων  διά  πολλών  χειρογράφων  ληφθέντων  έκ  τών  αγιορείτι- 
κων μονών.  Άλλ'  έπί  τοϋ  προκειμένου  ητο  προφανές,  ότι  το  όνομα 
τοϋ  Μηνωίδου  συνεχέετο  μετά  τοϋ  άρπαγος  Σιμωνίδου.    "Αληθώς    τό 


—  474  — 

έπιδ&ιχθέν  μοι  χειρόγραφον  ουδέν  άλλο  ήτο  ή  κώδιξ  του  Έρμα,  και 
δη,  ώς  αναγνώρισα  κατόπιν,  αυτός  εκείνος  έξ  ού  ό  Σιμωνίδης  εΐχιν 
υπεξαιρέσει  τα  τρία  εις  την  βιβλιοθήκην  της  Λειψίας  πωληθέντα 
φύλλα  και  έξ  ού  είχεν  αντιγράψει  τα  λοιπά  έπ'  ϊσης  εν  τη  αυτή  βι- 
βλιοθήκη κατατεθέντα.  Έγράφη  δε  ό  κώδιξ  κατά  μεν  τον  έτερον 
των  πρώτων  έκδοτων  του  ελληνικού  κειμένου  Αη^βΓ  τον  ιε'  αιώνα, 
κατά  δε  την  έμήν  γνώμην  τον  ιδ'.  Ή  δ'  έμή  χρονολογία  συμπίπτει 
προς  την  ύπό  του  ΤΐδοΗβΠίΙοΓί'  δια  τά  έν  Λειψία  φύλλα  όρισθεϊσαν, 
ην  δεν  έγίνωσκον,  δτ'  ενέγραφον  εν  Άγίω  "Ορει  ευθύς  έπϊ  τη  βάσει 
της  πρώτης  έντυπώσεως  τον  ιδ'  αιώνα  εις  τον  κατάλογόν  μου.  Και 
τότε  μέν,  έπειγόμενος  και  μη  έχων  έν  Άγίω  "Ορει  βοηθήματα,  ήρ- 
κεσθην  εις  την  καταγραφήν  τού  κωδικός  και  την  λήψιν  αναγκαίων 
άλλων  περί  αυτού  σημειώσεων.  Έλθών  δ'  εις  Αθήνας  και  δεόντως 
μελετήσας  το  πράγμα,  έπείσθην  άδιστάκτως  περί  της  άμοιβαιότητος 
της  ύπαρχούσης  μεταξύ  τών  γρηγοριακών  και  τών  λειψιακών  φύλ- 
λων, αποτελούντων  απάντων  όμοΰ  ένα  και  τον  αυτόν  κώδικα.  Οΰ 
μόνον  αί  διαστάσεις  εκείνων  τε  και  τούτων  είνε  αί  αΰταΐ  (ύψος  21,5 
καϊ  πλάτος  14  εκατοστών  τού  μέτρου  δι'  έκάστην  σελίδα,  εν  δε  τω 
γιγραμμένω  μέρει  ΰψος  μέν  18,5  πλάτος  δε  12  εκάστης  σελίδος  πιρι- 
εχούσης  κατά  μέσον  όρον  72  στίχους,  ών  έκαστος  περιλαμβάνει  γράμ- 
ματα περί  τά  90),  οΰ  μόνον  ό  αυτός  εϊνε  ό  ρυθμός  της  γραφής  καϊ  ό 
αιών  καθ'  δν  εγράφησαν  έκεϊνά  τε  και  ταύτα,  αλλά  καϊ  τά  φύλλα 
συμπληροΰσιν  άλληλα,  αποτελουμένου  ούτως  έν  όλω  κωδικός  περι- 
έχοντος τά  εννέα  πρώτα  δέκατα  τού  Ποιμένος  τού  Έρμα.  Λείπει  δέ 
κατά  ταύτα  μόνον  το  τέλος,  το  τελευταϊον  δέκατον,  όπερ  έλειπιν 
ήδη  κατά  τήν  επίσκεψιν  τού  Σιμωνίδου  συμφώνως  προς  την  παρά- 
δοσιν  της  μονής.  Καϊ  άλλως  δέ  αποδεικνύεται  μή  υπάρχον  τότε  πλέον, 
διότι  άλλως  ή  θά  ύπεξήρει  αυτό  ό  Σιμωνίδης  μετά  καϊ  τών  τριών 
άλλων  πρωτοτύπων  φύλλων  ή  θάντέγραφεν,  ώς  έπραξε  διά  τά  λοιπά 
'έξ,  άτινα  δεν  ήδυνήθη  νά  υπεξαίρεση.  Κατά  ταύτα  δέ  και  εντεύθεν 
αποδεικνύεται,  ότι  το  ύπό  τού  Σιμωνίδου  έν  Λονδίνω  δημοσιευθέν  τω 
1859,  τέσσαρα  δήλα  δή  όλα  έτη  μετά  τήν  έν  Λειψία  διαμονήν  του, 
έλληνικόν  τέλος  τού  Ποιμένος  εϊνε  πλαστούργημ'  αυτού  κατά  μετά- 
φρασιν    έκ  τής    λατινικής   μεταφράσεως-    τά  δέ    ύπ'  αυτού    γραφέντα 


—  475   — 

περί  δήθεν  αντιγραφής  αύτοϋ  έκ  δύο  παλαιών  ν^ιρογραφων  ιίνε  των 
συνήθων  μυθευμάτων  του  Σιμωνίδου. 

Συνιδών  δε  την  σημασίαν  του  γρηγοριακού  κωδικός  του  Έρμί, 
έ'λαβον  τω  1883  πλήρες  των  ες  εκείνων  φύλλων  άντίγραφον,  γβνό- 
μενον  μετά  πλείστης  όσης  επιμελείας  ύπό  τοϋ  και  κατά  την  εν  τφ 
Άγίω  Όρει  τφ  1880  τετράμηνον  διαμ,ονήν  μου  συνεργασθέντος  μετ' 
εμού  μαθητού  μου  κ.  Φιλίππου  Γεωργαντά,  έπειτα  διδάκτορος  της 
φιλολογίας,  διευθυντού  τοϋ  έν  Αθήναις  διδασκαλείου  και  γενικού  επι- 
θεωρητού των  δημοτικών  σνολείων.  Έπί  τη  βάσει  δε  τοϋ  αντιγρά- 
φου εκείνου  και  της  έςαιρέτου  εκδόσεως  τοϋ  Έρμα  ύπο  ΟθΒΗβ,ΓγΙΙ 
και  ΗϋΠΐΗοΙί.  έάημοσίευσα  τω  1888  έν  Κανταβριγία  της  Αγγλίας 
παραβολήν  τοϋ  κείμενου  μετά  και  τοϋ  ιστορικού  της  ευρέσεως  τοϋ 
κωδικός.  Ό  ό'  έν  Κανταβριγία  καθηγητής  της  θεολογίας  κ.  Ιωσήφ 
Απτμ13<£6    ΗθΙ)ίπ80Π   προέταξεν  ευγενώς  ίδιον  πρόλογον1. 

Ή  δημοσίευσις  δ'  αϋτη  εκίνησε  τα  μέγιστα  το  διάφορον  τών  θεο- 
λόγων, ευλόγως  συγκινηθέντων  έπί  τη  εύρέσει  τοϋ  όπωςδήποτε  πα- 
λαιού κωδικός  τοϋ  Έρμα,  εις  ον  το  έ?ής  έδει  νά  βασίζωνται  αϊ  εκ- 
δόσεις, έν  ω  έπί  τρεις  δεκαετηρίδας  και  πλέον  ώς  άρ^έτυπον  τοϋ 
πλείστου  μέρους  τοϋ  ελληνικού  κειμένου  έ/ρησίμευε  τό  άπόγραφον  τοϋ 
Σιμωνίδου.  Ή  δε  νέα  παραβολή  έςήλεγνε  μεν  την  επιπολαιότητα 
τοϋ  Σιαωνίδου  η  και  τό  σκόπιμον  τών  παραναγνώσεων  αύτοϋ.  άπε- 
οείκνυε  δ'  όρθάς  πλείστας  όσας  τών  ύπό  τών  εκδοτών  γενομένων  διορ- 
θώσεων, παρείχε  δε  και  νέας  διορθώσεις  εΐςακτεας  εις  τό  κείμενον, 
Λιά  ταύτα  πάντ'  άσπασίως  έγεινε  δεκτόν  ύπο  τοϋ  θεολογικού  κό- 
σμου τό  έμόν  δημοσίευμα,  πάμπολλα  δ'  εγράφησαν  περί  αύτοϋ  έν 
θεολογικοίς  ιδίως  περιοδικοϊς  της  Γερμανίας  και  της  Αγγλίας.  Άλλα 
και  άγων  μέγας  έγεννήθη  ές"  αύτοϋ.  και  ύπεκινήθη  τό  ζήτημα  της 
γνησιότητος  ή  μη  τοϋ  τέλους  τοϋ  ελληνικού  κειμένου  τοϋ  ύπό  του 
Σιμωνίδου  έν  έ'τει  1859  εκδοθέντος.  Αληθώς  τό  δημοσίευμα  του 
Σιμωνίδου,  έν  φ  περιεί/ετο  το  ύπό  τοϋ  νοθευτού  εκείνου  πλα- 
στουργηθεν  τέλος  τοϋ  ελληνικού  κείμενου  τού  Ιίοιμένος,   άγνοηθεν  και 

'  Α  εοΙΙ&Ιϊοη  οΓ  Ιήε  ΑΐΗοκ  οοάεχ  οί  ΐΗε  8ήερϊιεΓ(1  οΓ  Ηβπηαδ  Ιο^βΐΗβΓ 
χνϊΐΗ  ηπ  ϊηίΓοθαοΙΐοη  1»ν  βρι/τ.  Ρ  ΣαηιϋΓΟδ  ΙγαπκΙ»16(1  βιιθ  εοΜίεΗ  \νίΐΗ  α 
ρΓβίΑοε  Άηά  Αρρεηίΐϊεεδ  1>ν  >Τ.  Αηηϋα^β  Κοϋϊηδοη.  Έν  Κανταβριγία  της 
Άγγλίβς.  ΑΙ  ΐΗε  ϋπίνβΓδίΙν  ρΓβ$$.  1888. 


—  476  — 

αμβληθϊν  έπί  πολλά  ετη,  έςείλκυσιν  αίφνης  άπό  της  λησμοσύνης  τψ 
1887  ό  Γερμανός  θεολόγος  Ιωάννης  ΟΓ&δβΙίβ,  μεθ'  δν  και  έξεδίδετο 
υπό  του  καθηγητού  Ηί1§βηΓβ1(1  κατά  το  αυτό  εκείνο  έτος  νέα  εκδο- 
σις  τοϋ  Ερμα,  περιλαμβάνουσα  και  τό  ύποτιθέμενον  ίκεϊνο  τέλος  του 
ελληνικού  κειμένου,  πιστευθέν  ώς  γνήσιον.  Εις  τον  καθηγητήν  ΗαΓ- 
Π30Κ,  άντεπεξελθόντα  κατά  της  τοιαύτης  αποδοχής  ώς  γνησίου  του 
νοθεύματος  τοϋ  Σιμωνίδου,  εϋπρόςδεκτον  έπικουρίαν  παρέσχεν,  ώς 
εικός,  ή  έμη  δημοσίευσις,  εζ  ης  άπεδεικνύετο,  ότι  δεν  ητο  αγιορεί- 
τικη ή  προελευσις  του  τέλους  τοϋ  Έρμα  και  ότι  ό  γρηγοριακός  κώ- 
δις  ίστερείτο  του  τελευταίου  φύλλου  ήδη  κατά  την  εις  τό  "Αγιον 
Ορος  έπίσκεψιν  τού  Σιμωνίδου.  Κα-,  ό  μεν  άγων  μεταςυ  τοϋ  ΗΪΙ- 
σβηίβΐίΐ  και  Ογ38ρΙ<ρ  έζ  ενός  και  τοϋ  ΗόΐΐΎίΗοΙί  έξ  ετέρου  π?ρϊ  τοϋ 
προκειμένου  ζητήματος  δεν  δυνάμεθα  νά  είπωμεν  Οτι  εληζεν  ακόμη 
οριστικώς,  είνε  δε  προφανές,  ότι  ή  νοθεία  τοϋ  Σιμωνίδου  εξακολου- 
θεί  νά  μένη    αναμφισβήτητος. 

Τοσούτον  πολυθρύλητου  δντος  τοϋ  γρηγοριακοϋ  κωδικός  τοϋ  Ποι- 
μενος  του  Έρμα,  νομίζω,  ότι  εύπρόςδεκτον  λίαν  είνε  τό  κατά  πρώ- 
τον νυν  ενταύθα  ιχοιδομενον  πανομοιοτυπον  μιας  των  σελίδων  αυ- 
τού ,  εκτελεσθέν  έπί  τη  βάσιι  φωτογραφίας,  ην  χάριν  εμού  έςεπο- 
νησεν  ϊν  Άγίω  "Ορει  ό  φίλος  κ.  Ερρίκος  Βιόγ,Ι<Η31Ι8,  νϋν  καθηγη- 
τής της  ίστορίας  της  τέχνης  έν  τψ  πανεπιστημίω  της  Λειψίας2. 

Έν  τελεί  σημειόνω,  ότι  πρό  μικρού  άνέκ,αλυφθη  έπί  πάπυρου  Ιϊ, 
Αιγύπτου,  γεγραμμενου  τόν  όγδοον  αιώνα,  μικρόν  τεμάνιον  τοϋ  ελ- 
ληνικού κείμενου  τοϋ  Έρμα,  περιλαμβάνον  της  Παραβολής  Β'τας 
παραγράφους  7-11)  και  της  Δ'  τάς  παραγράφους  -?  -  .^  3.  Είνε  δ  ού- 
τος ό  τρίτος  γνωριζομενος  κώδιξ  τοϋ  Έρμα  μετά  τόν  συναϊτικόν  και 
τόν  γρηγοριακ.όν,    ών    άμφοτεοων  εκείνων    πολύ    ελλιπέστερος.    Πόσον 

'  Ή  σ?λ'ις  αΰτη,  ανήκουσα  ύς  τό  7  φύλλον  του  όλου  κωδικός  από  τής  άρ/ης,  πιρι- 
>«μδάνει  τό  κείμενον   του  Έρμϊ  άπό  τών  λέξεων  τάς   Ιδίας   ράβδους    έκτιλάτο) 

μέχρι  τούτοις  ούν  τοις  διι{;υχήόαο"ι  δια  τας  (έκδ.   θβύύ,ατάΐ-  ΗατηαοΙΰ 
182,11-192,12). 

3   Τώρα  ό  κ.  ΒΓΟοΙίΙίΑϋδ    διευθύνει    ιό    έν    Φλωρεντία    γερμανικόν    ΚϋΠδίΗίδΙΟΓί- 

5οΙιβ«  ΙηβΙΐΙοΙ. 

3  \νίΙβ&βη  ΤαίβΙη  ζπγ  ΑΐΙβΓβη  κιϊβοΐίίδοΐιβη  Ρβ,ΙαοςΓζιρΙιίβ.  Έν  Λειψία  και 
Βερολίνω.  1891.  Ν°  III.  Όίβίδ  ηηά  ΗατηαΦΜ^^  βίηβη  ΒβΓϋηβΓ  Ραρ^πΐδ 
άβδ  Ρ»51ογ  ΗβΓαΐ36  Ιν  τβΐς  δίίζυη^δ&βποβίβ  αβτ  ΙνοηϊβΠοΙιβη  ρΓβϋ55Ϊ8θΗβη 
ΑΙίίκΙβπηε  άβι-  λΥίδ^βηδοΙι&Γΐβη  ζα  Ββιϋη.  XXIII  (1891). 


Σπγρ.  Π.  Λαμπρογ  Μικται  Σελίδες 


ΠίΝΑΞ    Γ' 


Αγιορείτικος  κώδιξ  του  Έρμα. 


—  477  — 

άπέχομεν  ακόμη  των  δέκα  κωδίκων,  ου;  εινε  συναποκομίσει  κατά 
φαντασίαν  ό  Σιμωνίδης,  εως  επήλθε  δια  του  φωτός  της  επιστημονι- 
κής αληθείας  ή  διάλυσι;  των  ονείρων,  άτινα  είχον  επί  τίνα  χρόνον 
βαυκαλήσει  τον  θεολογικόν  κόσμον,  και  ή  άποκάλυψις  τών  βόλων, 
οϊτινες  είχον  έφ'  ικανά  ετη  καταισνυνει  το  Ιλληνικόν  δνοαα  εν  τη  βο- 
ρείω  Ευρώπη  ι. 

Β'. 
Εύαγγέλοον   χ^ς   μ,ον^ς    1^?«**κάλλου 

ΟΙ  βιβλιογράφοι  τών  μέσων  αιώνων  του  ελληνισμού  κατέβαλον  ίδιά- 
ζουσαν  όλως  προςοχήν  εις  την  διακόσμησιν  τών  ευαγγελίων.  Περιώ- 
νυμος είνε  ό  γνωστότατος  Σιναϊτικός  κώδιξ,  ό  με'ρος  της  Παλαιάς 
διαθήκης  περιέχων, ον  ό  Γερμανός  καθηγητής  ΤΪ8θ1ΐβηΐ1θΐ'Γ  παρέλαβε 
τω  1859  εκ  της  ίπί  τοΰ  Σίνα  ορούς  μονής  της  Αγίας  Αικατερίνης 
και  οςτις  νυν  απόκειται  μέρος  μεν  έν  Λειψία,  μέρος  δ'  εν  Πετρουπό- 
λει.  Ό  κώδιξ  ούτος  ανέρχεται  είς  τόν  τέταρτον  αιώνα,  και  κατά  τίνα 
οχι  άπίθανον  ύπόθεσιν  είνε  εν  τών  πεντήκοντα  εκείνων  χειρογράφων 
της  Άγιας  Γραφής,  άτινα  παρεσκευάσθησαν  μετά  πολλής  πολυτε- 
λείας και  δαπάνης  υπό  τοΰ  Εϋσεβίου  κατά  διαταγήν  του  άγιου  Κων- 
σταντίνου τω  331  συμφώνως  προς  αυτήν  τήν  διήγησιν  του  Εϋσεβίου 
έν  τω  Βίω  του    Κωνσταντίνου. 

Και  ό  μεν  κώδιξ  εκείνος,  οςτις  θεωρείται  το  παλαιότατον  τών  σω- 
ζόμενων επί  περγαμηνής  ελληνικών  χειρογράφων,  είνε  επιφανής  διά 
τόν  ρυθμόν  τής  μεγαλογραμμάτου  γραφής,  τά  μέγεθος  του  σχήματος 
και  τών  γραμμάτων  καϊ  τήν  ορθότητα  τών  γραφών,  άλλως  δε  στε- 
ρείται καλλιτεχνικής  όιακοσμήσεως,  οΐαν  παρουσιάζουσι  πλεϊστ'  άλλα 
χειρογραφ'  άλλως  όλιγώτερον  πολύτιμα  του  σιναϊτικού.  Δέν  υπάρ- 
χει σχεδόν  βιβλιοθήκη  εκ  τών  πλουσιωτέρων  τών  πολλά  έχουσών  ελ- 
ληνικά   χειρόγραφα    ή    μή    κεκτημένη    ενα    κώδικα    ευαγγελίου   ή   και 

'  "Εκτοτε  και  πάλιν  έγραψα  περί  τοΰ  χοίοικος  τοό'.ου  ιού  Έρμα  ε'ν  τη  ΐμϊ)  πραγμα- 
τεία ΝοοΙι  βίηιιιαΙ  ι1»χ  ϋϊοηνϋϊοδίιΐυϋίβι•  αυΓ  (Ιβιπ  ΑΙΙιο»  τί]  δημοσιευθείσα  έν  τ*ί 
Ηνζ3ΐιΙίηί8θΙι^  ΖβίιδΟ&πίΙ  Τόμ.  Β'  (1893)  σ.  009  κ.  έ.,  εις  5}ν  προςέθηκα  χαί  όύο 
φωτοτυπικά  πανομοιότυπα  τα5  κωδικός,  τ[τοι  μιας  σί.λίόος  τών  αγιορείτικων  φύλλων 
χαί  μιας  τών  έν  Λειψία. 


—  478  — 

πλείονας  πολυτελώς  κεκοσμημένους.  Σύγκειται  δε  ή  πολυτε'λεια  αύτη 
είς  την  δια  καλλιτεχνικών  αρχικών  γραμμάτων,  έπιτίτλων  η  και  ει- 
κόνων διακόσμησιν.  Τοιαύτα  δι'  εικόνων  πεπλουτισμένα  χειρόγραφα 
ίλέγοντο  Ιστορημένα  υπό  τών  Βυζαντινών,  διότι  Ιστορία  έκαλεϊτο 
ή  είκών  και  Ιστορεΐν  έσήμαινε  το  ζωγραφεΐν.  Τίς  δεν  Ινθυμεΐται 
πολλάκις  άκουσας  κατά  τάς  παρακλήσεις  του  Δεκαπενταύγουστου  το 
γνωστόν  εκείνο  τίιν  εικόνα  σου  την  σεπτίιν  την  ίστορηθεΐσαν 
ί/πό  τοϋ  αποστόλου  Λουκά  ίερίοτάτου  την  Όδηγήτριαν  ; 
Και  ό  μεταγενέστερος  δ'  ελληνισμός  παρέλαβεν  έκ  της  βυζαντιακής 
χρήσεως  την  τοιαύτην  εννοιαν  τών  λέξεων  Ιστορώ  καϊ  Ιστορία. 
Και  σήμερον  δε  θα  ήδυνάμεθα  να  λέγωμεν  Ιστορημένα  βιβλία  τα 
ί11ϋ8ΐΓ68,  αν  ή  μεν  έννοια  της  λέξεως  δέν  ύπέκεπο  είς  παρανοήσεις, 
ή  δε  χρήσις  αυτής  δέν  παρήγεν  είς  σχολαστικότητα  βυζαντιακήν, 
ήτις  δένθάήτο  μικρότερα  σχολαστικότητος  ψευδαττίκου.  Έκοσμοϋντο 
δέ  τα  ευαγγέλια  και  τα  τετραευάγγελα  συνήθως  μέν  δια  τών  εικόνων 
ιών  τεσσάρων  ευαγγελιστών,  σπανίως  δέ  ποτέ  μόνον  δι'  άλλων.  Νρός 
προφύλαξιν  τών  εικόνων  ενετίθεντο  έν  τοις  χειρογράφοις  πολλάκις 
καλύμματα  εκ  μετάξης,  πρασίνου  συνήθως  χρώματος*  σωζόμενα  πολ- 
λάκις τα  τοιαύτα  μετάξινα  καλύμματα  παρέχΟυσι  δια  το  λεπτοφυές 
καϊ  την  μετά  πάροδον  πολλών  αιώνων  διατήρησιν  τών  χρωμάτων 
επιφανές  δείγμα  της  τέχνης  τών  Βυζαντινών  περί  την  μεταξοπλοκίαν, 
διαδοθεΐσαν  παρ'  αΰτοΐς  μεγάλως  από  τών  χρόνων  του  Ιουστινιανού. 
Άξιολογώτατα  δε  εϊνε  τά  πολλάκις  στολίζοντα  τους  κώδικας  έπίτιτλα 
κοσμήματα.  Εξαίρετος  δέ  είνε  και  ή  δι1  αρχικών  γραμμάτων  διακό- 
σμησις,  διότι  οι  Βυζαντινοί  μετ'  ιδιαζούσης  επιμελείας  έπεδόθησαν  είς 
την  φιλοτέχνησιν  τών  τοιούτων  γραμμάτων.  Έτίθεντο  δέ  ταύτα  ϊίχ( 
απανταχού  όπου  ηρχιζε  νέα  παράγραφος,  άλλ'  ίδίως  έν  άρχαϊς  κε- 
φαλαίων. ΤΗσαν  δ'  άλλοτε  μέν  απλούστερα,  άλλοτε  δέ  πλουσιώτερον 
πεφιλοτεχνημένα  μέχρι  πολυτεχνίας  αυτόχρημα.  Και  ενίοτε  μέν  άρκεϊ 
προς  άποτέλεσιν  περικόσμου  άρχικοΰ  γράμματος  ό  πλούτος  τών  χρω- 
μάτων ή  ή  συμπλοκή  καλλιτεχνικών  γραμμών.  "Οχι  δέ  σπανίως  τά 
απλούστατα  τών  κοσμηματικών  στοιχείων  άποτελοΰσι, και  ταΰτα  μετά 
χρήσεως  Ινός  μόνου  χρώματος,  σύνολον  αληθώς  καλλιτεχνικώτατον. 
"Αλλοτε  δέ  τά  κοσμήματα  είνε  ποικιλώτερα,  ιίλημμένα  εκ  του  φυτι- 
κού ή   του  ί,ωικοΰ    βασιλείου.    Φύλλα,  βότρυες,  φυτά,  πτηνά,   οφεις, 


—   479  — 

ελαφοι,  λύκοι,  άρκτοι,  άλλα  ζώα  φανταστικά  όρθοϋνται  η  επικλίνονται, 
περιπλέκονται  η  στρογγυλοϋνται,  όπως  εύαρμοστήση  το  όλον  αυτών 
σχήμ,α  είς  τάς  ευθείας  η  κυκλικάς  γραμμάς,  έζ  ών  πρόκειται  να  κατα- 
σκευασθώ το  γράμμα  ου  παρίσταται  ανάγκη.  Τέλος  δ'  ενίοτε  το  άρχικόν 
γράμμα  συνίσταται  έκ  συνθέσεως  ανθρωπίνων  μορφών,  ής  τα  συστατικά 
είνε  άγιοι  εύλογοϋντες ή  άγρόται  γεωργοΰντες  η  τέκτονες  πρίοντεςή  μα• 
χηταί  κραδαίνοντες  το  δόρυ.  Και  τά  μεν  απλούστερα  τών  σχημάτων, 
ίόίως  ότε  ταύτα  ήσαν  μονόχρωμα,  έγράφοντο  ΰπ  αϋτοϋ  του  βιβλιο- 
γράφου  του  γράφοντος  τον  δλον  κώδικα  ή  του  ίρυθρογράφου  τοϋ  διά 
κινναβάρεως  προςθέτοντος  τά  κεφαλαία  τών  γραμμάτων.  Άλλ'  αϊ 
πολυπλοκώτεραι  τών  συνθέσεων  ήσαν  αυτόχρημα  έργον  ζωγραφικής 
τέχνης,  ου  ίπελαμβάνοντο  ειδικοί  καλλιτέχναι.  Και  δια  τούτο  δεν  είνε 
σπάνιον  το  φαινόμενον  κωδίκων  εχόντων  κενά  πού  καί  που  Ιν  τη  θέ- 
σει τη  προωρισμένη  δια  τά  περίκοσμα  αρχικά  γράμματα,  λησμονηθεί- 
σης  ή  παραμεληθείσης  της  γραφής  αυτών  υπό  του  άναλαβοντος  την 
ίστόοησιν  του  κωδικός. 

Τοιαύτα  περίκοσμα  αρχικά  γράμματα  δύναται  νά  ϊδη  ό  αναγνώστης 
συνειλεγμένα  έν  ταϊς  Ιλληνικαΐς  Παλαιογραφίαις  τοϋ  Μοηΐίαυοοη  καί 
του  ΟίΙΓίΙΐΙΐίΙΙΙΒθη,  εν  τοις  Μνημείοις  προς  σπουδήν  τής  τέχνης  τοις 
ίκδεδομένοις  υπό  του  δθΓΟϋΧ  (Γ  Α^ΪΠΟΟϋΓΐ  και  έν  τή  Πατμιακή 
{ίιβλιοθήκτ,  τοϋ  μακαρίτου  Σακκελίωνος.  Παραπέμπω  δ'  είς  ταύτα 
τά  βιβλία,  επειδή  ή  γνώσις  τών  αρχικών  γραμμάτων  τών  Βυζαντινών 
δύναται  νά  εχη  καί  πρακτικήν  σημασίαν.  Ευχής  έργον  θά  ήτο  δήλα 
δή  ή  καί  βίς  την  κεντητικήν  παρ'  ήμϊν  εΐςαγωγή  τών  ωραίων  εκεί- 
νων γραμμάτων,  ην  εύχήν   καί  άλλαχοϋ  ήδη  εξέφρασα  Χ 

Είς  τους  περικόσμους  κώδικας  ευαγγελίων  ανήκει  καί  το  χειρο- 
γραφον,  ου  δημοσιεύω  ενταύθα  πανομοιότυπον.  Ανήκει  δέ  ό  κώδιζ 
ούτος  είς  τήν  βιβλιοθήκην  της  Ιν  τω  Άγίω  "Ορει  μονής  τού  Καρα- 
κάλλου,  καί  φέρει  τον  αριθμόν  11  κατά  τήν  έν  ετει  1880  υπ  έμοϋ 
γενομένην  κατάταζιν  τών  αθωνικών  χειρογράφων.  Ο  κώόιζ  δεν  φέρει 
το  όνομα  καί  τήν  χρονολογίαν  τοϋ  βιβλιογράφου,  άλλ',  ως  δυνάμεθα 
νά  εΐκάσωμεν  έκ  τής  γραφής,  ανέρχεται  εις  τόν  έ'νατον  αιώνα.  Είνε 
δι  γεγραμμένος  διά  τής  γραφής  τοϋ  μεγαλογραμμάτου  ρυθμοϋ,  ας 
1ίίθΓ£ΐ8    αηοΐαΐβδ  καλοϋσιν  οί   παλαιογράφοι   τής   Δύσεως.   Ό  κώδι; 

1    Έν  λ.  Αρχικά  γράμματα  τοΰ    Εγκυκλοπαιδικού  λίξικοΰ  Μπάρτ-Χίρστ. 


—  480  — 

εινε  μεγάλου  σχήματος,  τοϋ  άντιστοι/οΰντος  προς  το  είς  40ν  των  εν- 
τύπων βιβλίων,  τό  δε  σώμα  εκάστου  τών  γραμμάτων  αΰτοΰ  έχει  μή- 
κος 0,05.  Εΐνε  δ'  εκάστη  σελίς  διηρημένη  είς  δύο  στήλας  η  δύο 
σελίδας,  ως  ελεγον  οι  αρχαίοι.  Αξιόλογα  δε  και  ιδιόρρυθμα  εϊνε  τα 
επίτιτλα  και  τάρχικά  γράμματα,  δι'  ων  κοσμείται  τό  χειρόγραφον. 
Το  κεφαλαϊον  Β  όπερ  περιέχεται  έν  τω  ενταύθα  δημοσιευόμενο)  παν- 
ομοιοτύπω  δίνε  εν  τών  ϊδιορρυθμοτάτων  έν  τω  κώδικι  γραμμάτων. 

Η  όε  μονή  εις  ην  ανήκει  το  χειρόγραφον  εινε  μια  των  μικρότατων 
εν  τω  Άγίω  "Ορει.  Άλλ  εΐνε  όμως  τών  αρχαιοτάτων  του  "Αθω. 
Και  δεν  φέρει  μεν  βεβαίως  τό  δνομα  του  αΰτοκράτορος^Καρακάλλου, 
ώς  θέλει  ή  άλλως  φερομένη 'άσύστατος  παράδοσις,  άλλα  μαρτυρεΐται 
όμως  η  ύπαρξις  αυτής  τουλάχιστον  ήδη  μεταξύ  του  1068  και  του 
1070,  οτε  αναφέρεται  εν  τινι  εγγράφω  του  κατά  τα  έ'τη  εκείνα  βα- 
σιλεύοντος αύτοκράτορος  'Ρωμανοΰ  του  Διογένους.  Άλλα  τό  άρχαΐον 
εκείνο  μοναστήριον  δεν  σώζεται  πλέον,  έρημωθέν  μετά  πειρατικάς 
^ηώσεις,  έως  επειτ'  άνωκοδομήθη  ολίγον  άπωτέρω  ή  σημερινή  μονή 
υπό  του  βοεβόδα  της  Μολδαβίας  Πέτρου,  όςτις  άνέθηκε  την  φροντίδα 
της  κτίσεως  είς  τον  όμώνυμον  έαυτώ  πρωτοσπαθάριον  Πέτρον.  Κεί- 
ται δε  ή  μονή  έν  τη  μεσογαία  κατά  τά  νοτιοανατολικά  της  αθωνικής 
χερσονήσου,  διοικείται  κατά  σύστημα  κοινοβιακόν  και  περιλαμβάνει 
περί  τους  όγδοήκοντα  μοναχούς.  Έν  δέ^παλαιοτέρα  εποχή  έσώζοντο 
κατά  τάς  .διηγήσεις;τών  περιηγητών  έν  τη  βιβλιοθήκη  ]τής  μονής  χει- 
ρόγραφα τού  Δημοσθένους,  Εΰκλείδου,  Εΰριπίδου,  Όμηρου  και  Ησι- 
όδου, άτινα  δέν^ύπάρχουσι  πλέον. 

Σήμερον  ή  βιβλιοθήκη  της  μονής  Καρακάλλου  σύγκειται  έξ'^ενός 
φακέλου,  περιέχοντος  άναμΐξ --σπαράγματα  ^κωδίκων  καί^φύλλα^διά- 
φορα,  και]  έκ  διακοσίων  τεσσαράκοντα  έννέαΜν  ςλω  χειρογράφων. 
Τούτων  18  μεν  εΐνε  εις  φύλλον,  37  είς  4<^,  12  είς  μέγα  8ον  ,  123 
εις  80ν  και  59  είς  1  60ν .  Και  39^α,εν  εΐνε  γεγραμμένα  επί  περγαμη- 
νής, 7  δέ  βομβύκινα  και  ^03  νάρτινα.  Λέγων  δε  βομβύκινα  δεν  εν- 
νοώ χειρόγραφα'^συγκείμενα  έκ  φύλλων*κατεσκευασμένων  έκ  βάμβα- 
κος ή  ξύλου  και  διακρινομένων  τών  έκ  λινού  ή^ρακών,  ώς  έπιστεύετο 
έν  παλαιοτεροις 'χρόνοις.  αλλά  χάρτην*έκ  του  κατασκευαζόμενου  έν 
τω  κατά  την  Βαμβύκην  τη;  Συρίας  περιωνύμω  κατά  τους  μέσους 
αιώνας  χαρταποιείω    ή    κατά  τό  σύστημα   της   έν  αΰτώ  κατασκευής. 


Ζ* ί* ^    ^    ^    ~~ "^  ^  — 

<  «  ί^  -τ 2  <   -' "   ~  -  5 


.:  -  :  ?  -  5  ^ 


^ 


Ε-  «^-.-;Ζ-<<«?*Ζ  3  .~,_  χ£  Η 


ρ9Μ»ί^• 


**     ί  *~  -η 


*£.        <*~ 


*  *        Β — ?«*■>     .  .- 


-    -ί    <    ^    - 


-    ν1-*1-  *4 


Μ       «ί"      «_        « 


^~*  4   Ζ 

>^3Μ         «μ-•         £^       ****, 

«^,    ί**    V     **" 


* ; : 


Β^_ 


—  481  -,— 

Ή  σημασία   αύτη    του  βαμβυκίνου  ή  βομβυκίνου  χάρτου    εΐνε   πλέον 
γενικώς  παραδεδεγμένη  μετά  τάς  άπ6  τοϋ   1884  γενομένας  έρευνας. 

Ώς  προς  δε  τους  χρόνους,  καθ'  ους  εγράφησαν,  τα  249  χ*ιρό- 
γραφα  της  μονής  Καρακάλλου  διαιροϋνται  ώς  έζης' 

θ'      αιώνος         1 

Γ  »  1 

ΙΑ'  »  5 

ΙΒ'  » 3 

ΙΓ'  »  21 

ΙΔ*  »  ,  .  . 34 

ΙΕ'  »  , 37 

ΙΤ'  »  49 

ΙΖ'  ο  58 

ΙΗ'  β  34 

Ιθ'  »  . 6_ 

249 

Ή  εις  αιώνας  αύτη  κατάταξις  τών  χειρογράφων  της  μονής  Κα- 
ρακάλλου  παρέκει  την  αυτήν  περίπου  άναλογίαν  ην  πάσα  μοναστη- 
ριακή βιβλιοθήκη  της  Ανατολής.  Ή  αυτή  V  αναλογία  ί^έν  παρατη- 
ρείται ί'ν  ταϊς  βιβλιοθήκαις  της  άρκτώας  και  δυτικής  Ευρώπης,  Ιν 
αϊς  άπόκεινται  ελληνικοί  κώδικες,  δια  τον  άπλούττατον  λόγον,  οτ«  αί 
συλλογαΐ  αύται  κατηρτίσθησαν  κατ'  επιλογήν,  αγοραζομένων  ή  δω- 
ρουμένων  υπό  διαφόρων  συλλογέων  $ίς  αύτάς  χειρογράφων  τών  πα- 
λαιοτέρων χρόνων  ώς  το  πλείστον,  Επειδή  δε  τα  τοιαϋτα  ήίΐη  άπα 
της  υπό  τών  Λατίνων  αλώσεως  της  Κωνσταντινουπόλεως  τον  οέκα- 
τον  τρίτον  αιώνα  και  ολίγον  προ  αυτής,  πολύ  δε  μάλλον  άπό  της 
Αναγεννήσεως  σωρηδόν  άπεκομίζοντο  είς  τήν  Δύσιν  έκ  τής  "Ανατο- 
λής, είνε  θαϋμα  πώς  αί  κατά  τήν  Άνατολήν  μοναστηριακαί  βιβλιο- 
θήκαι  διετήρησαν  έκ  τών  παλαιοτέρων  χειρογράφων  και  αυτά  εκείνα 
όσα  νυν  άπόκεινται  έν  αΰταϊς.  Και  όλιγοστοί  μεν  πάνυ  και  σπάνιοι 
είνε  οΐ  κώδικες  οι  μέχρι  τοϋ  δεκάτου  αιώνος  συμπεριλαμβανομένου 
γεγραμμένοι,  άφθονώτεροι  δε  οί  άπό  του  ενδεκάτου  αιώνος  μέχρι  της 
ύπό  τών  Τούρκων  καταλύσιως  τοϋ  βυζαντιακοϋ  κράτους.  Άλλ' ή  μετά 
της   αλώσεως    τής    Κωνσταντινουπόλεως   συμπίπτουσα    έφευρεσις   τής 

ΪΠΓΡ.    Π^    ΛΑΜΠΡΟΓ,    ΜΪΚΤΑΙ    ΣΕΛΙΔΕΣ  ί>1 


—   Ί82  — 

τυπογραφίας  Ιν  τη  Δύσει  δέν  επιφέρει  την  παΰσιν  της  γραφής  χειρο- 
γράφων κωδίκων.  Μέχρι  της  επί  Κυρίλλου  του  Λουκάρεως  ιδρύσεως 
εν  τη  Ανατολή  του  πρώτου  ελληνικού  τυπογραφείου ,  του  εν  Κων- 
σταντινουπόλει  (1627),  παρήλθον  άπό  της  αλώσεως  δύο  σ/εδόν  αιώ- 
νες, καθ'  οΰς  βραδεία  και  κατά  μικρόν  έ'γεινεν  εν  τη  Ανατολή  η 
πρόςοδος  καϊ  η  διάδοσις  των  εν  τω  μεταξύ  κατά  την  Δύσιν  εκτυπω- 
θέντων  ιερών  τε  και  θύραθεν  βιβλίων.  Οί  "Ελληνες  των  χρόνων  εκεί- 
νων έξηκολούθουν  άντιγράφοντες  ακόμη  χειρόγραφα  βιβλία  πολύ  μάλ- 
λον  η  αγοράζοντες  την  μεδιολάνειον  Γραμματικήν  του  Λασκάρεως, 
τό  βενετικόν  Ψαλτήριον  του  1486  η  τάς  υπό  του  "Αλδου  και  τοϋ 
Ίούντα  έκτυπουμένας  εκδόσεις  των  Ελλήνων  συγγραφε'ων.  Άλλα 
καϊ  η  ϊόρυσις  των  εν  Βενετία  ελληνικών  τυπογραφείων,  άτινα  ήρχι- 
σαν  διαδίδοντα  εύωνα  έντυπα  βιβλία  καθ'  άπαντα  τον  Ιλληνικόν  κό- 
εν  καταφέρει  το  τελευταιον  τραυλά  εις  την  χρησιν  των  χειρο- 
γράφων. Άραιούται  μεν  αύτη,  αλλά  δεν  παύει.  "Ομως  μεταβάλλε- 
ται ή  ύλη  των  χειρογράφων  βιβλίων  και  ή  ανάγκη  ή  γεννώσα  αυτά. 
Το  διατηρούν  την  γραφήν  είνε  κυρίως  το  σχολεϊον.  Διά  τοΰτο  σχο- 
λικά τεύχη,  και  μάλιστα  τά  έν  τω  σχολείω  διδασκόμενα  κείμενα 
συγγραφέων  μετά  της  λεγομένης  ψυχαγωγίας,  ήτοι  διαστίχου  έξηγή- 
σεως,  είνε  τά  συνηθέστερα  χειρόγραφα  του  δεκάτου  ογδόου  καϊ  αύτοΰ 
δε  του  αρχομένου  δεκάτου  ένατου  αιώνος.  Πλην  δ1  αυτών  αντιγράφει 
άκομη  ό  ελληνικός  κόσμος  πού  και  που  και  τάς  φιλολογικάς  καϊ  φι- 
λοσοφικάς  συγγραφάς  τών  εν  τοις  μεγάλοις  σ^ολιίοις  του  γένους  δι- 
δασκόντων επιφανών  διδασκάλων. 

Τά  τοιαύτα  δέ  χειρόγραφα  βιβλία  συρρέουσιν  ιίς  τά  μοναστήρια, 
έν  οΐς  οί  λογιώτεροι  τών  μοναχών  καϊ  άλλως  ασχολούνται  ώς  βιβλίο 
γράφοι,  άντιγράφοντες  θεολογικά  βιβλία.  Ούτω  δ'  εζογκούται  ή  παρα- 
γωγή τών  χειρογράφων  βιβλίων,  καϊ  αυξάνει  τό  πλήθος  τών  έν  ταΐς 
μοναΐς  κωδίκων  τών  μετά  τήν  άλωσιν  αιώνων,  ανεπαρκώς  άναπληρο- 
νον  τον  μεγάλως  ϊλαττωθέντα  αριθμόν  τών  πολλώ  σπουδαιότερων  προ 
της  αλώσεως  χειρογράφων.  Καϊ  όμως  δέν  πρέπει  νά  περιφρονώμεν 
καϊ  ταύτα  τά  μεταγενέστερα  χειρόγραφα,  διότι  εν  αΰτοϊς  κρύπτεται 
πολλάκις  πολύτιμος  ύλη  της  νεωτέρας  ημών  έπί  τουρκοκρατίας  ιστο- 
ρίας και  φιλολογίας. 


—  483  — 

Γ'. 
Χετραευάγγελον  π<χλ£μ.ψϊ}ατον 

Ή  παρατιθεμένη  είκών  δεν  εκδίδεται  ενταύθα  δια  το  άξιοπερίεργον 
της  γραφής  τοΰ  κωδικός  έξ  ού  είνε  είλημμένη  η  δια  το  σπάνιον  της 
περιεχόμενης  εν  αύτω  ύλης.  Το  χειρόγραφον  καθ'  εαυτό  εϊνε  εν  τών 
κοινών  τετρχευαγγέλων,  όποια  συνήθα>ς  ευρίσκονται  εν  ταϊς  μοναστη- 
ριακαϊς  βιβλιοθήκαις.  Είνε  γεγραμμενον  εις  μέγα  σνημα,  το  κοινώς 
λεγόμβνον  ιΐς  4ον ,  όταν  πρόκειται  περί  έντυπων  βιβλίων,  κοσμείται 
δέ  καϊ  υπό  μιας  εικόνος  παριστώσης  τους  τεσσάρας  εΰαγγελιστάς, 
απαντάς  καθήμενους  και  γράφοντας,  έστραμμένους  δε  προς  τα  δεξιά. 
Άλλ'  ουδέ  δια  ταύτην  την  εικόνα,  ήτις  εϊνε  άτεχνοτάτη  και  λίαν 
άλλως  έφθαρμένη,  είνε  αξιομνημόνευτος  ό  κώδιξ  ούτος  της  αγιορείτι- 
κης μονής  του  '  Ε  σφιγμένου,  εν  η  φέρει  τον  αριθμόν  57  κατά  την 
τάξιν  ην  επέχει  Ιν  τω  καταλόγω  ον  συνέταξα  τώ  1880. 

Άλλη  είνε  ή  άξια  του  κωδικός,  δι'  ην  εκρίθη  άξιον  απεικονίσεως 
εν  τών  φύλλων  αύτοΰ  Ιν  μικρώ  ένταΰθα  κατά  φωτογραφίαν  του  φίλου 
έν  Λειψία  καθηγητού  της  ιστορίας  της  τέχνης  κ.  Ερρίκου  ΒΓΟοΙίΗαΐΐΒ, 
ευμενώς  γενομένην  παρ'  αυτού  πρό  τίνων  ετών  εν  Άγίω  Όρει  καθ 
ήμετέραν  παράκλησιν  μετά  καϊ  άλλων,  ών  ίπ'  ϊσης  τινάς  εδέχθη  νά 
φιλοξενήση  έν  ταΐς  στήλαις  αύτης  ή  Εστία.  "Εγκειται  δέ  ή  σημα- 
σία αύτη  τοΰ  κωδικός  ιΐς  τούτο,  ότι  αποτελείται  όλος  έκ  φύλλων 
παλίμψηστων. 

Παλίμψηστοι  κώδικες  λέγονται  εκείνοι,  οΐτινες  εΰρηνται  έχοντες 
συγγραφήν  τίνα  γεγραμμένην  επί  άλλης  παλαιοτέρας  άπό  σκοπού 
ίξαφανισθείσης.  Ό  δέ  λόγος  της  τοιαύτης  εξαφανίσεως  ήτο,  ότι  &έν 
έχρησίμευεν  είς  τον  βιβλιογράφον  ή  παλαιοτέρα  γραφή,  καϊ  διά  τούτο 
άπήλειφεν  αυτήν,  όπως  γράψη  έπ'  αΰτης  άλλην,  ης  είχεν  ανάγκην. 
Έσυνειθίζετο  δέ  η  τοιαύτη  άπάλειψις  παρά  τοις  άρχαίοις  διά  την 
σπάνιν  της  γραφικής  (ΰλης  εκπαλαι,  ηδη  άπό  τών  χρόνων  καθ'  οΰς 
εγραφον  έπϊ  παπύρου.  Γνωστότατον  δέ  εϊνε  το  λόγιον  εκείνο  τοϋ 
Πλάτωνος,  είπόντος  περί  τοΰ  τυράννου  τών  Συρακουσών  Διονυσίου, 
ότι   εύρεν    αυτόν    ώςπερ    βιβλίον   παλίμψηστον,   ηδη    μολυσμών   άνά- 


—  484  — 

πλέων  και  την  βαφήν   ουκ  άνιέντα    της  τυραννίδας,  εν  πολλώ  χρόνω 
δευσοποιόν  οΰσαν  και  δυςέκπλυτον  1ί 

Άλλα  κυρίως  πολύ  συνηθέστερος  ήτο  ό  αφανισμός  της  παλαιάς 
γραφής  προς  νε'αν  χρήσιν  των  φύλλων  έπΐ  περγαμηνής.  Έτελεϊτο  δέ 
ή  έξάλειψις  άποπλυνομένων  των  αρχαίων  γραμμάτων  δια  σπόγγου. 
Και  άλλα  δε  μέσα  ύπήρχον  προς  άπόσβεσιν  της  παλαιάς  γραφής, 
και  δη  ή  δια  γάλακτος  και  αλεύρου  μαλάκυνσις  της  περγαμηνής, 
έ'πειτα  δε  ή  δια  κισσήρεως  Ιπίτριψις  των  αρχαίων  γραμμάτων.  Εννο- 
είται οέ,  ότι  δσον  επιμονοιτερον  ό  βιβλιογράφος  ό  θέλων  να  γράψη  έπΐ 
των  παλίμψηστων  διφθέρων  άπήλειφε  τα  το  πρώτον  επ'  αυτών  γρα- 
φε'ντα,  τόσω  δυςαναγνωστοτέρα  απέβη  ή  αρχαία  γραφή,  έν  ω  τουναν- 
τίον όπου  το  έργον  του  αφανισμού  έτελέσθη  έπιπολαιότερον,  συν  τω 
χρόνω  άνεφάνησαν  πάλιν  ζωηρότερα  τάρναΐα  γράμματα  και  εύκολω= 
τέρα  αποβαίνει  ή  άνάγνωσις  αυτών.  Εξαρτάται  δε  το  εύανάγνωστον 
η  δυςανάγνωστον  τών  παλίμψηστων  καϊ  εξ  άλλων  λόγων,  μάλιστα  δ' 
ίκ  της  φοράς  της  νέας  γραφής.  Ότέ  μέν  δήλα  δη  ό  νέος  κώδιξ  απο- 
τελείται έκ  φύλλων  ταΰτοσνήμων  προς  τάπαλειφθέντα  παλαιά,  ότέ 
δι  κώδικες  μεγάλου  μεγέθους  άποτμηθέντες  η  πτυνθέντες  μετά  την 
άπάλειψιν  μετεπλάσθησαν  εις  νέα  βιβλία  σχήματος  μικρότερου.  Καϊ 
ότέ  μέν  τά  νέα  γράμματα  εγράφησαν  κατά  την  αυτήν  διεύθυνσιν  προς 
τάποξεσθέντα,  άλλοτε  δέ  κατ'  Ιναντίαν  ή  πλαγίως.  Έν  αίς  δε  περι- 
πτώσεσιν  ή  νέα  γραφή  ακολουθεί  τήν  διιύθυνσιν  τής  παλαιάς  ,  ένίατ« 
β  βιβλιογράφος  ίκάλυψε  δια  τής  νέας  γραφής  τάς  σειράς  τών  αρχαίων 
γραμμάτων,  άλλοτε  δέ  ή  νεωτέρα  γραφή  ενεγράφη  μεταξύ  τών  άρ 
χαίων  στίχων,  ο'ίτινες  καϊ  διακρίνονται  σαφώς  ίν  τοις  διαστίχοις  τής 
νέας  γραφής.  "Οταν  δέ  συμπέση  ή  τελευταία  αύτη  περίστασις  και  τύ- 
χη μέν  ή  αρχαία  γραφή  να  εΐνε  του  μεγαλογραμμάτου  ρυθμού  καϊ 
άόροτέρα,  ή  δέ  νεωτέρα  τύχη  ούσα  του  μικρογράμματου,  προςιπέλ- 
θη  δέ  και  ή  αγαθή  συγκυρία  να  είνε  τάρχαιότερα  γεγραμμένα  δια  μέ 
λανος  ζωηρότερου  ή  τα  νεώτερα,  τότ'  ενομεν  τους  εΰνοϊκωτάτους 
τών  όρων  προς  άνάγνωσιν  τών  παλίμψηστων.  Δύναται  δέ  αΰτη  να 
γείνη  τότε  ώς  τό  πλείστον  άνευ  χρήσεως  χημικών  μέσων  προς  άνά- 
διιξιν  τής  παλαιάς  γραφής.  Και  ευρέθησαν  μέν  ίκανά  τοιαύτα  μέσα, 

'   Πλοντάρχον  Περί  τοΟ  δτι  μάλιστα  τοις  ηγεμοαι  δεΐ  τόν  φιλ^σοφον   διαλίγϊσβάί 
«.   779  Ο. 


—  485  — 

άλλ'  άπε^εί^θη,  ότι  σχεδόν  ιτάντα  φθείρουσιν  αμέσως  ή  κατόπιν  τάς 
περγαμηνας,  και  δια  τούτο  εν  ταίς  πλείσταις  των  βιβλιοθηκών  έ'/εΐ 
άπό  ετών  ήδη  άπαγορευθή  πλέον  ή  /ρήσις  τών  τοιούτων  νομικών 
μέσων  ' . 

Είνε  δε  τα  παλίμψηστα  πάντοτε  άςια  αναγνώσεως  έπϊ  τοσούτον 
τουλάχιστον  ώςτε  νά  διαγνωσθή  το  περιεχομ.ενον  της  παλαιάς  γρα- 
φής, διότι  ενίοτε  τά  έζαλειφθεντα  άνήκουσιν  ε(ς  συγγραφήν  άλλως  μη 
διασωθείσαν.  Ούτω  δε  πολύτιμα  έ'γειναν  ευρήματα  έν  παλιαψή- 
στοις,  και  μάλιστα  λατινικοΐς,  ων  άζιολογώτατα  ευρέθησαν  έν  τή  βι- 
βλιοθήκη της  μονής  Βοββίου  (ΒοβΒίο),  κειμένης  παρά  τό  Παταύιον 
Ιν  τή  βορείω  Ιταλία,  σήμερον  δ  έζ  αυτής  άποκομ,ισθεντα  φυλάττον- 
ται  τούτο  μεν  έν  τη  Άμβροσιακή  βιβλιοθήκη  τών  Μεδ'.ολάνων,  τούτο 
δ'  έν    τη    του   Βατικανού   έν   'Ρώμη. 

Άλλα  τις  ό  λόγος  δι'  ον  κατά  τους  μέσους  αιώνας  ιδίως  άπηλεί- 
φοντο  τά  πρότερον  γεγραμμενα,  όπως  γραφώσιν  επ'  αυτών  νεα  ; 
Άπό  τού  παρελθόντος  αιώνος,  ότ'  έξεδωκι  την  έλληνικήν  του  Πα^• 
λαιογραφίαν  ό  ακάματος  Γάλλος  Βενεδικτίνος  Μοηΐίαυοοη,  είχεν 
επικρατήσει  ή  ιδέα,  ότι  ό  αφανισμός  έγίνετο  σκοπίμως  και  ότι  ε!ς 
αυτόν  ήγε  τους  μοναχούς  θρησκευτικός  φανατισμός  προς  έξάλειψιν 
μεν  τών  συγγραφών  της  θύραθεν  γραμματείας ,  μείζονα  δε  διάδοσιν 
-ιών  συγγραφέων  της  εκκλησίας.  Άλλα  τό  τοιούτον  ητο  και  καθ' 
έαυτο  άπίθανον,  καθ  ότι,  αν  ύπήρχεν  ό  σκοπός  της  καταστροφής, 
ητο  φυσικωτερα  ή  πυρπόλησις  των  νειρογράφων  ή  άλλος  τρόπος 
έπιφερων  τόν  τελειον  όλεθρον.  "Ετι  δέ  μάλλον  απεδείχθη  τό  μη 
σκοπιμον  τού  άφανισμ,οϋ,  ότε,  πολλών  έςετασθεντων  παλιμ,ψήστων, 
εύρεθη,  Οτι  δέν  Ικαλυφθησαν  μόνον  συγγραφαί  τών  έκκρίτων  χρόνων 
της  αρχαιότητος  δι'  εκκλησιαστικών  έργων ,  αλλά  και  τανάπαλιν 
επί  παλαιοτέρου  εκκλησιαστικού  βιβλίου  άπαλειφθεντος  έγράφη  πάλιν 
άλλο  έκκλησιαστικόν.  Έκ  τούτου  δ'  εγεινε  φανερόν,  ότι  μόνος  λόγος 
της  άπαλείψεως  τών  αρχαίων  γραμμάτων  ήτο  ή  προς  ώραν  ανάγκη 
δια  την  ελλειψιν   περγαμηνών,  και   ταύτα   έν  χρόνοις    καθ'  ους  κατ' 

1  "Εχτοτε  μετά  την  άναχάλυψιν  τών  αχτίνων  'Ραΐντγεν  ευρέθη  τρόπος  φωτογραφή- 
•ίως  τών  παλίμψηστων  τοιαύτης,  ώςτε  νά  παριστάνη  η  φωτογραφία  μόνον  τήν  άρ- 
χβίαν  γραφών  άπηλλαγμένην  της  έπ'  αυτής  νεωτέρας.  "Ιδε  ΤΗοηνρ&οη-Σπνρ.  Π. 
Λάμπρου  Ελληνική  χαΐ  λατινιχή  παλαιογραφία.  Έν  Αθήναις.   1903   σ.   141. 


—   486  — 

επικράτησιν  άνεγινώσκοντο  τά  εκκλησιαστικά  συγγράμματα .  Και  δι' 
άλλον  δι  λόγον  εϊχον  άποβή  άχρηστα  εν  μέρει  τά  παλαιότερα  χειρό- 
γραφα, δια  την  μετάπτωσιν  της  γραφής  άπό  του  ένατου,  μάλιστα  δε 
του  δεκάτου  αιώνος  έκ  του  μεγαλογραμμάτου  εις  τον  μικρογράμματον 
ρυθμόν,  ού  διαδοθέντος  δυςανάγνωστ'  απέβησαν  εις  τους  πολλούς  τά 
παλαιά  διά  κεφαλαίων  γραμμάτων  αντίγραφα.  Διά  τούτο  δέ  και 
έν  τοις  πλείστοις  των  παλίμψηστων  ή  μίν  άπαλειφθεϊσα  γραφή  εινε 
κεφαλαιώδης,  ή  δέ  μετά  την  άπόξεσιν  αυτής  έπιγραφεϊσα  νέα  είνε  ή 
του  μικρού  ρυθμού. 

Τοιούτον  δέ  παλίμψηστον  είνε  καϊ  εκείνο  ού  δημοσιεύω  ενταύθα 
πανομοιοτυπον.  Παρέχει  δέ  και  τοϋτο  νέαν  άπόδειξιν  τού  μη  σκόπι- 
μου αφανισμού  τών  έργων  της  κλασικής  αρχαιότητος,  διότι  ό  μεν 
νέος  κώδιξ  είνε  τετραευάγγελον,  ό  δέ  παλαιός  ό  χάριν  τού  νέου  τε- 
τραευαγγέλου  άποξεσθεϊς  περιεΐχεν  εύαγγέλιον.  Και  ό  μεν  νέος  κώδιξ, 
ών  έ'ργον  τού  δεκάτου  τετάρτου  αιώνος,  έγράφη  διά  τού  έν  τοις  χρό- 
νοις  έκείνοις  συνήθους  τρόπου  της  μικράς  γραφής,  ό  δέ  πρωτόγραφος 
ήτο  γεγραμμένος  διά  μεγάλων  γραμμάτων  διαφαινομένων  ακόμη  υπό 
την  νεαν  γραφήν  καϊ  εν  μέσω  αυτής,  ώς  δύναται  ό  αναγνώστης  να 
Εδη  ιδίως  έν  τη  έκ  δεξιών  σελίδι  τού  πανομοιότυπου. 

"Αξιον  δέ  λόγου  έν  τη  προκειμένη  περιστάσει  είνε,  ότι  έ'χομεν  ακρι- 
βώς μεμαρτυρημένον  τόν  τε  χρόνον  καθ  ον  έγράφη  το  νέον  χ*ιρό- 
γραφον  και  το  όνομα  τού  δράστου  τού  άποξέσαντος  τό  παλαιόν  εύαγ- 
γέλιον. Έν  τέλει  δήλα  δη  τού  κωδικός  φέρεται  τό  εξής  σημείωμα 
τού  βιβλιογραφου'  Έτελειοίθη  τό  παρόν  τετραβάγγελον  διά  χει- 
ρός θεοδο')ρου  ιερέως  και  ευτελούς  εξ  επιτροπής  κΰρ  Βαρ- 
νάβα ιερομόναχου  τού  έπίκλην  Όγωνικά,  βασιλεύοντος  κυρ 
Αλεξίου  τοϋ  μεγάλου  Κομνηνού  έτος  ,ς-ωιθ'  ινδ.  [θ']'.  Και 
τό  μεν  άναγεγραμμενον  άπό  κοσμογονίας  έ'τος  6819  αντιστοιχεί  προς 
τό  σωτήριον  έ'τος  1311,  ό  δέ  αναφερόμενος  βασιλεύς  έφ'  ού  έγράφη  ό 
κώδιξ  Αλέξιος  [Β']  ό  μέγας  Κομνηνός  εΐνε  αυτοκράτωρ  ούχϊ  τής 
Κωνσταντινουπόλεως,  αλλά  τής  Τραπεζούντας,  έξ  ού  εξάγεται,  ότι  έν 


1   "Ο  Μανουηλ  Γεδΐών  έν  τη   Έχχλησιαστιχη    Άληθεία    Τομ.    Θ'  σ.    110  «ντί 
Ογωνικά   άνεγνω  Ό   γονικός,    την   δέ  χρονολογία•/    εικάζει  λίαν  πεπλανημένα^ 
«ναγνωστέον  ,ς-χ1^    (  =  1129). 


1  β>"•.  ■  °ί£^ΪΕ*  =-• 


.ΕΦί 


"  '^'^'Υ'**•" 


3*  1 


Κ 

?» 
ο 
γ< 

ω 
>- 
ί~ 

•ΰ 

Ρ 
ω 

ϋ 

Οι 


—  487  — 

τη  πόλει  Τραπεζουντι  ή  άλλανοϋ  που   της  περιοχής  της  αυτοκρατο- 
ρίας της  Τραπεζοΰντος  έγραψε  τόν  κώδικα  ό  ιερεύς  Θεόδωρος. 

Και  άλλον  δέ  των  άπο£εσάντων  παλαιά  χειρόγραφα  προς  γρα- 
φήν  νέου  γινώσκομεν  κατ'  δνομα  ές  Άγιου  Όρους,  τόν  Σωφρόνιον, 
όςτις  κατά  τόν  δέκατον  τέταρτον  έπ'  ϊσης  αιώνα  πιθανώς,  ώς  συν- 
γεται  έκ  του  ρυθμού  των  γραμμάτων  του"  νέου  κωδικός,  μή  οντος 
κεχρονισμενου,  κατέστρεψεν  οκτώ  αρχαίους  κώδικας,  ους  άπήλει- 
ψε  και  περιέκοψεν,  έν  μέρει  και  άνατρέψας  τινά  φύλλα,  όπως  έπιγράψη 
έπ'  αυτών  το  Ψαλτήριον.  Εινε  δέ  πάντες  οί  παλαιοί  εκείνοι  κώδι- 
κες εκκλησιαστικοί,  ουδέ  ε'ις  δέ  περιέχει  έργον  αρχαίου  συγγραφέως• 
Και  άλλα  δέ  παλίαψηστα  ευρίσκονται  έν  ταϊς  μοναστηριακαΐς  βιβλίο  - 
θήκαις  τού  Άγιου  Όρους,  έν  όλω  δεκαπέντε  πλην  τών  τυχόν  έν  ταίζ 
βιβλιοθήκαις  τών  ευαγών  μονών  Βατοπεδίου  και  Λαύρας  σωζόμενων. 
Άλλ'  ουδέν  τών  παλίμψηστων  εκείνων  περιε'νει  έργον  συγγραφέως  τι" 
νός  τών  θύραθεν  και  τών  λοιπών  δ'  έν  αύτοϊς  περιλαμβανομένων  συγ- 
γραφών τών  εις  την  έκκλησίαν  και  την  λειτουργίαν  αναφερομένων 
μία  μόνον  είνε  άξια  περαιτέρας  μελέτης,  ή  έν  τω  ύπ'  αριθμόν  91 
κώδικι  της  μονής  Διονυσίου  άπεξεσμένη  συγγραφή  τού  πατριάρχου 
Ιεροσολύμων  Σωφρονίου,  (ήσαντος  τόν  εβδομον  αιώνα,  περί  περι- 
όδων τών  αγίων  Αποστόλων,  ήτις  δεν  διεσώθη  άλλως  ελληνιστί, 
μικρού  μόνον  αποσπάσματος  αυτής  εκδοθέντος  λατινιστί*. 

Δ'. 

-6^<§  μΛ>θε,βΈορς«.<|  Βαρλαάμ.  καΙ   Ίωάααφ 

Οί  αντιγραφείς  τών  κωδίκων,  οί  βιβλιογράφοι,  έλέγοναο  άλλως  και 
καλλιγράφοι  υπό  τών  αρχαίων  και  τών  Βυζαντινών.  Ευλόγως  δέ  του- 
το'  διότι  αληθώς  δεν  είνε  απλή  γραφή,  άλλ'  αυτόχρημα  καλλιγραφία 
ή  απαιτουμένη  προς  άπαρτισμόν  τών  χειρογράφων.  Ή  γραφή  δέν 
έ'χει  μεν  πλέον  κατά  τους  μέσους  αιώνας  τόν  μνημειακόν  εκείνον   χα- 

!  νΙδε  και  Σπνρ.  Π.  Λάμπρου  Περί  τών  παλίμψηστων  κωδίκων  τών  αγιορείτι- 
κων βιβλιοθηκών  (Τα  κατά  την  έορτήν  της  πεντηκονταετηρίδος  τού  'Εθν.  Πανεπιστη- 
μίου. Άθη'νησι.  1888  σ.  305  και  έν  ίδί;)  τεύχει  σ.  11). 


—  488  — 

ρακτήρα  των  γραμμάτων  τον  έγχαραττομένων  εις  τους  αρχαίους  λί- 
θους και  τάς  χαλκάς  πλάκας  της  αρχαιότητος.  Συν  τφ  χρόνω  έχει 
επέλθει  μεγάλη  μεταβολή  είς  την  μεγαλογράμματον  γραφήν  των  χει- 
ρογράφων και  έπειτα  εις  την  μικρογράμματον,  ήτις  και  συμμετα- 
βάλλεται  μετά  των  αιώνων.  Άλλ'  εν  τούτοις  ή  μεταβολή  αΰτη  έχει 
ώρισμένον  ρυθμόν  ουδέν  υπάρχει  έν  αυτή  τό  αΰτόγνωμον  και  αΰθαί- 
ρετον  πλην  σπανιωτάτων  περιστάσεων  συνήθως  δε  ό  βιβλιογράφος 
ακολουθεί  ώρισμένους  κανόνας,  οίτινες  εϊνε  χαρακτηριστικοί  διά  τους 
χρόνους  καθ'  ους  γράφεται  το  χειρόγραφον.  Διά  τούτο  δε  και  όταν 
δεν  σημειόνηται  ό  χρόνος  καθ'  ον  έγράφη  κώδίξ  τις,  δέν  εΐνε  δύςκολον 
ίκ  της  όλης  εικόνος  της  γραφής  νά  διαγνώσωμεν  τον  αιώνα  καθ'  όν 
είνε  γεγραμμένος. 

Ή  δέ  τοιαύτη  σταθεροτης  της  γραφής  και  εμμονή  εις  τό  κατ'  αιώ- 
νας παραδεδομένον  σχήμα  τών  γραμμάτων  εξακολουθεί  παρ'  "Ελλησι 
και  μετά  τήν  άνακάλυψιν  τής  τυπογραφίας  καϊ  κατ'  ολίγον  διάδοσιν 
αυτής  και  έν  ταϊς  έλληνικαίς  νώραις,  εξακολουθεί  δ'  έπϊ  μακρόν.  Μέ- 
^ρις  αυτού  τού  δεκάτου  ογδόου  αιώνος  υπάρχει  άπαραγνώριστός  τις 
γενικός  ναρακτήρ,  καθολική  τις  εΐκών  γραφής,  ες  ης  δυνάμεθα  νά 
όρίσωμεν  τον  αιώνα  καθ'  ον  έγράφη  χειρόγραφον  τι.  Μόνον  δέ  κατά 
τους  ημέτερους  χρόνους  συν  τή  μεγάλη  διαδόσει  τής  γραφής  και  διά 
τήν  παραμελησιν  τής  συστηματικής  καλλιγραφίας  έν  τοις  σχολείοις 
εξέλιπε  γενικός  τις  τύπος  γραφής  και  έ'χομεν  σχεδόν  τόσας  γραφάς 
όσαι  και  αϊ  γράφουσαι  χείρες. 

Όποσον  δέ  συντελεί  ή  κατά  σύστημα  διδασκαλία  τής  γραφής  ίν 
τοις  σχολείοις  εις  τήν  διάδοσιν  γενικού  τίνος  γραφικού  τύπου  αποδει- 
κνύει τό  παράδειγμα  τών  Επτανησίων,  οΐτινες  ιδίως  έν  Κέρκυρα1  έπΐ 
τής  αγγλικής  προστασίας  εΐ/ον  διαμορφώσει  όμοίαν  τινά  γραφήν  ευ- 
κόλως διαγινωσκομένην. 

Κατά  ταύτα  τήν  σήμερον  τό  ίδιότροπον  τής  γραφής  είνε  τό  σύνη- 
θες, έν  δέ  τοίς  άρχαιοτέροις  αίώσι  και  μετ  αυτήν  τήν  «λωσιν  συνή- 
θης ήτο  ή  κατά  σύστημα  και  μεθ'  ώρισμένου  χαρακτήρος  γραφή.  Αί 
γραφαϊ  τών  καθ'  ημάς  χρονών  δέν  δύνανται  νά  γείνωσι  τό  άντικείμε- 
νον  τής  οΰτω  δή  λεγομένης  παλαιογραφίας  ή  όρθότερον  γραφογνω- 
σίας'  τών  δέ  χειρογράφων  τών  παλαιοτέρων  χρόνων    ολίγα  μόνον  εϊνε 


—  489  — 

τα  μετέχοντα   αυθαιρέτου    γραφικού  χαρακτήρος    και    απέχοντα   των 
γνωστών  παλαιογραφικών  σχημάτων. 

Ενός  των  τοιούτων  αυθαιρέτως  γεγραμμένων  χειρογράφων  των  παρ- 
ελθόντων αιώνων  παρέχω  ενταύθα  τόπανομοιότυπον.  Εΐνε  δ'είλημμενον 


"1 


Ι 

ίΛ&ί^23>3£ 

Ο^ΤτΐΓ 

Ιβ^Ρ 

ΖηχβΕγ' •!  Ί 

30•3^  νβ'ί 

^  ^>.^  ^ΗΕο^ 

|| 

5ρδβ5^^^^ 

343ΒΕ£•*  ' 

Ι 

ΰΒβ&'  στο 

| 

Ί 

►Ι 
π 

^δ'Α; 

1 

Ι&3Ι 

325       Α,^:. 

ίΙβ| 


δ.ΜΡ'.ϊρ  ίη  ;-ην«{>  •ι  νχ  «>«»<>':  ^γικ  «*  τικ,  τίίι  «οίΤίομ  ®ν» 


γ  χ  %&  %~1  ζ£κ$*%Φ  -βηρ^γ-  ^ 


Ί6ηριτικόν  χειρόγραφον  της  μυθιστορίας  Βαρλαάμ  και  Ίωάϋαφ. 


έκ  κωδικός  του  δεκάτου  όγδοου  αιώνος  όλως  έζαιρετου  δια  την  έ'κτα- 
κτον  δεινότητα  τού  καλλιγράφου,  όςτις  άπεμιμήθη  πιστώς  το  σχήμα 
τών  τυπογραφικών  χαρακτήρων  μετά  τοιαύτης  τέχνης  και  προςοχής, 
ώςτε  ό  θιώμενος  το  χειρόγραφον  δύναται  νάπατηθή,  νομίζων,  ότι  ίχει 


—  490  — 

ενώπιον  του  εντυπον  βιβλίον,  καϊ  μόλις  μετ'  ακριβή  χλϊ  επιμελή  έξέ• 
τασιν  πείθεται,  ότι  πρόκειται  προ  αυτού  νειρόγραφον.  Και  ό  μεν  καλ- 
λιγράφος ώνομάζετο  Λάμπρος  ό  Τυρναβίτης,  τό  δ'  έ'τος  της  γραφής 
του  κωδικός  είνε  το  1748,  ώς  μανθάνομεν  εκ  του  εν  τέλει  τοϋ  χει- 
ρογράφου σημειώματος,  ενόντος  ώδε-  Τέλος  και  τω  θεώ  δόξα. 
Έγράφη  δια  χειρός  έμοΰ  τοΰ  ευτελούς  Λάμπρου  τοΰ  Τυρ- 
ναβίτου  ε{ς  έτει  αψμη'.  Είνε  δε  κεκοσμημένον  τό  χειρόγραφον  δι' 
έπιτίτλων  και  κοσμημάτων  καλλιτεννικωτάτων,  έσνεδιασμένων  πάν- 
των τη  γραφίδι  διά  μέλανος  και  ερυθρού*  χρώματος.  Όμοιας  δ'  επι- 
μελείας έχει  αξιώσει  ό  καλλιγράφος  καϊ  τα  κοσμοΰντα  τον  κώδικα 
ίνιαχού  αρχικά  γράμματα,  ων  δείγμα  έπ'  ϊσης  παρέχει  τό  ώραίον  Ο 
του  όπισθεν  δημοσιευθέντος  πανομοιότυπου. 

Τό  χειρόγραφον  τούτο,  συγκείμενον  έκ  φύλλων  358,  πριν  πιριιλθη 
εις  την  βιβλιοθήκην  της  μονής  Ιβήρων,  έν  ή  απόκειται  σήμερον  φέ- 
ρον  τόν  αριθμόν  465,  άνήκεν  είς  τόν  προηγούμενον  της  αυτής  ευαγούς 
μονής  Ζαχαρίαν,  ώς  διδασκόμεθα  έκ  σημειώματος  γεγραμμένου  έν  «ρη 
κάτω  ώα  τής  πρώτης  σελίδος.  "Αλλο  δε  σημείωμα  εν  τέλει  τοϋ  κω- 
δικός αναγράφει  τά  εξής•  "Ητον  τοΰ  μακαρίου  Ζαχαρίου  και 
μετά  τόν  θάνατον  εκείνου,  ώνησ'άμην  τοΰτο  έν  τη  καθ' 
ημάς  Ίερα  συνάξει1  δθεν  τανίϊν  γέγονε  κτήμα  κάμοϋ  τοΰ 
εΰτελοΰς  προηγουμένου  της  αύτης  μονΐίς  Μελετίου,  τοΰ 
έκ  Σμύρνης,  έν  έτει  χιλιοοτώ  έπτακοσΊοοίτω  όγδοηκοοτω 
τρίτω  κατά  τόν  Μάρτιον.  Και  οι  κατά  καιρόν  άναγινό^κον- 
τες  εΐ/χεσθε  υπέρ  έμοϋ  και  υπέρ  της  εκείνου  ψυχής. 

Περιλαμβάνεται  δ'  έν  τω  κώδικι.  ώ;  γίνεται  δήλον  εκ  τής  επι- 
γραφής τής  πρώτης  σελίδο;  τής  έν  τω  πανομοιοτυπφ  περιλαμβανομέ- 
νης «  "Ιστορία  ψυχωφελής  έκ  τής  ενδοτέρας  τών  Αιθιόπων  νώρας  τής 
Ίνδων  λεγομένης.  Μετενενθεϊσα  προς  τήν  άγίαν  πόλιν  Ιερουσαλήμ 
διά  Ιωάννου  μοναχού  μονής  τού  αγίου  Σάββα».  Είνε  δε  ή  διήγησις 
αύτη  τού  Βαρλαάμ  καϊ  Ίωάσαφ  ή  περιωνυμωτάτη  και  αρίστη  των 
θρησκευτικών  μυθιστοριών  τών  μέσων  αιώνων,  ής  την  ύπόθεσιν  ώς 
εξής  αναλύει  δια  βραχέων  ό  έν  Μονάχω  καθηγητής  ΚπιιώΒλοΗθγ  έν 
τη  έξαιρέτω  του  Ιστορία  τής  βυζαντιακής  γραμματείας.  «Ειδωλο- 
λάτρης βασιλεύς  τής  Ινδίας,  καλούμενος  Άβεννήρ,  μανθάνει  παρ' 
αστρολόγων,    ότι  ό  διά  τό  κάλλος  και  τήν  σύνεσιν  εξέχων  υιός  αυτού. 


—  491   — 

Ίωάσαφ  μέλλει  να  προςέλθη  εις  την  χριστιανικήν  πίστιν.  θέλων  σί 
να  παρακώλυση  την  έκπλήρωσιν  ταύτης  της  προμαντείας,  κτίζει  εις 
τον  υίόν  περικαλλϊς  άνάκτορον,  όπως  ό  Ίωάσαφ  ζήση  έν  αύτψ  μακράν 
των  του  βίου  ανιαρών  έν  διαρκεί  τέρψει  και  ευφροσύνη,  ϊνα  τού- 
τοις ό  νους  αυτού  τερπόμενος  και  έντρυφών  μηδέν  δλως 
περί  των  μελλόντο)ν  διαλογίζεσθαι  ίοχύοειε .  μήτε  μέχρι 
ψιλοϋ  ρήματος  τα  περί  του  Χριοτοϋ  και  των  αύτοΰ  δο- 
γμάτοίν  άκούοειεν.  ΙΙεριστοινίζει  δε  ό  βασιλεύς  τον  υίόν  δι'  υπη- 
ρετών νεαρών  και  εΰεκτοΰ"ντων,  ούδ'  είςάγεταί  τις  εις  τό  άνάκτορον 
ξένος,  όπως  ό  Ίωάσαφ  μηδεμίαν  λάβη  έ'ννοιαν  του  φθαρτού  τών  γήι- 
νων. Άλλα  παρ'  όλας  έκείνας  τάς  προφυλάξεις  συναντά  ό  βασιλόπαις 
ένα  τραυματίαν  καϊ  ενα  τυφλόν,  άλλοτε  δέ  ποτέ  ενα  γέροντα,  τέλος 
δέ  καϊ  ένα  νεκρόν.  Έρωτ^  δε  τους  περί  αυτόν  περί  τών  λόγων  τών 
τέως  άγνωστων  αϋτώ  φαινομένων  και  άρχεται  άπαύστως  ερευνών 
περί  τών  όσα  είδε  καϊ  ήκουσε.  Κρίσιμος  δε  διά  την  ένδόμυ/ον  του 
έκείνην  μεταβολήν  απέβη  η  συνάντησις  μετά  του  αυστηρού  ασκητού 
και  έρημίτου  Βαρλαάμ ,  όςτις  και  μυεί  αυτόν  την  χριστιανικην  πί- 
στιν.  Μάτην  δε  πειραθείς  ό  βασιλεύς  Άβεννηρ  νάποστήση  τον  υίόν 
άπό  της  νέας  διδασκαλίας,  αποφασίζει  τέλος  να  διαίρεση  τό  βασί- 
λειον  εις  δύο  μέρη,  ών  τό  έτερον  παραδίδει  εις  τόν  υίόν.  Ό  δέ  Ιωά- 
σαφ  αναλαμβάνει  μεν  τας  ηνίας  του  κράτους,  άλλα  μετ'  ου  πολύ 
παραιτείται  δημοσία,  όπως  άποσυρθή  εις  την  έρημίαν.  Και  πρώτον 
μέν  κατηχεί  εις  τόν  ^ριστιανισμόν  τους  εις  αυτόν  άποσταλεντας  υπό 
του  πατρός  πρέσβεις ,  έπειτα  δέ  και  αυτόν  τόν  Άβεννηρ  μετά  τών 
υπηκόων  αυτού.  ΙΙληρώσας  δέ  οΰτως  ό  Ίωάσαφ  την  ίεραν  αυτού  έν- 
τολήν,  μεταβαίνει  εις  την  έρημον  και  τελευτά  τόν  βίον  ώ;  ευσεβής 
ερημίτης.  Τό  δέ  τίμιον  αυτού  σώμα  θάπτεται  έν  λαμπρά  εκκλησία, 
και  τελεί  πλείστα  όσα  θαύματα  και  ιάσεις  »  ι. 

Απέρρευσε  δέ  ή  περίεργος  αϋτη  θρησκευτική  μυθιστορία,  ήτις 
έ'τυνε  μεγάλης  υποδοχής  παρά  τε  τοίς  Βυζαντίνοις  και  τοίς  Έσπε- 
ρίοις ,  έκ  της  Ινδικής.  Αληθώς  δέ  ή  ϋπόθεσις  τού  πρωτοτύπου 
στρέφεται  περί  τόν  βίον  του  Βούδδα.  Και  μέ/ρι  μέν  τίνος  έπιστεύετο, 
ότι  ό  εις  τήν  έλληνικήν  μεταφράσας  τό  έργον  καϊ  μεταπλάσας  επί  τό 

'  ΚτηηίύαοΙιβν  (τβδοΗίοΙιΙβ  άβτ  Ι^ζΛαΙϊηϊδοΗβη  Ι>ϊΙΙβΓ»ΙϋΓ  σ.  466.  Πρβλ.  Ιλλ. 
μετάφρ.  Σωζηριάδου  Τόμ.  Γ'  α.  201  χ.  \. 


—  492  — 

^ριστιανικώτιρον  την  ύλην  της  μυθιστορίας  ύπήρξεν  Ιωάννης  ό  Δα- 
μασκηνός" άλλ'  η  γνώμη  Λυτή  είνε  πεπλανημένη,  φαίνεται  δε  μάλ- 
λον, δτι  ορθή  είνε  ή  επιγραφή  των  πλείστων  χειρογράφων,  προςγρα- 
φόντων  το  έ'ργον  εις  Ίωάννην  τινά  μοναχόν  της  αρχαίας  εν;  Παλαι- 
στίνη μονής  τού  αγίου  Σάββα.  Έγεινε  δε  ή  μετάφρασις  πιθανώς 
το  πρώτον  ήμισυ  του  εβδόμου  αιώνος.  Εξεδόθη  δε  τό  έλληνικόν  κεί- 
μενον  τό  πρώτον  υπό  του  γνωστού  Γάλλου  φιλολόγου  ΒοΐΒδΟΠίκΙε 
τφ  183'2  έν  τω  τετάρτω  τόμω  τών  Ελληνικών  ανεκδότων  ή  δ'  έ'κ- 
δοσις  εκείνη  έπανελήφθη  κατόπιν  έν  τω  ένενηκοστφ  έ'κτω  τόμω  της 
Ελληνικής  πατρολογίας  του  Μϊ§ΐ)ϋ 

Έν  τέλει  σημειόνω,  ότι  άλλο  κεκαλλιγραφημενον  χειρόγραφον  του 
Λάμπρου  Τυρναβίτου  σώζεται  έν  τη  Εθνική  βιβλιοθήκη  Αθηνών, 
φερον  τόν  αριθμόν  876  καϊ  περιέχον  διαφόρους  εΰχάς  καϊ  κανόνας. 
Έγράφη  δε  ΰπ'  αυτού  τόν  Άπρίλιον  τού  1753. 


ΠΕΡΙ  ΤΩΝ  ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ  ΓΑΤΡΟΣΟΦΙΩΝ  * 


Ό  κ.  Λάμπρος  άνεκοίνωσε  περί  των  ΐατροαοφίων,  ιδίως  των 
έν  ταΐς  βιβλιοθηκαις  του  Άγιου  "Ορους. 

Και  πρώτον  μεν  προέταξέ  τίνα  περί  των  εν  Άγίω  "Ορει  περισω- 
ζομένων  κωδίκων  της  Ιπί  του  αυτοκράτορας  Κωνσταντίνου  του  Πορ- 
φυρογ$ννήτου  γενομένης  ιατρικής  συναγωγής,  και  συνέστησε  την  παρα- 
βολην  των  χειρογράφων  τούτων  προς  την  μόνην  ύπάρχουσαν  ικδοσιν, 
την  τοΰ  Στεφάνου  ΒβηιΙιατάί,  ύπο  το  όνομα  του  Θεοφάνους  Νόν- 
νου,  τοΰ  κατ'  έντολήν  τοΰ  αύτοκράτορος  πιρισυλλέξαντος  τα  Ιατρικά 
ταΰτα.  Ή  έ'κδοσίς  αύτη  έδημοσιεύθη  ίν  Γώθα  της  Γερμανίας  τω 
1795.  Κατέδειξε  δε  την  ανάγκην,  όπως  της  μελέτης  και  εκδόσεως 
των  μεσαιωνικών  ιατρικών  συγγραφών  Ιπιληφθώσι  φιλολογοΰντες  ια- 
τροί, Ιπειδή  δέν  ιίνε  δυνατή  ή  ύπό  αυτόχρημα  φιλολόγων  Ι'κδοσις 
τοιούτων  τεχνικών  Ι'ργων.  Υπέμνησε  δι  τάς  τοιαύτας  εργασίας  των 
Γάλλων  ί,ιΠΓβ  και  ΟαΓβηΐΰβΓβ,  ώς  και  τοΰ  ήμίτέρου  κ.  Κωστο- 
μοίρη. 

Προέβη  δ'  ιίτα  εις  την  άνάλυσιν  τοΰ  χαρακτήρος  των  μεσαιωνικών 
ίατροσοφίων ,  Έγξννήθησαν  δέ  ταύτα  έκ  πρακτικών  θεραπευτικών 
αναγκών.  Έν  δε  ταϊς  μοναΐς,  Ιν  αίς  την  ΐατρικην  Ιξήσκουν  μοναχοί, 
κατετίθιντο  ταΰτα  έν  τοις  μοναστηριακούς  νοσοκομείοις,  πλουτιζόμβνα 
πολλάκις  δια  συνταγών  ύπο  τών  μεταγενεστέρων  κατά  μικρόν.  Ένθυ= 
μιϊται,  λέγει,  ότι  εύρεν  Ιν  χειρογράφοις  μνημονευομένην  ιδίαν  βιβλιο- 
Οήκην  τοΰ  ξενώνος,  ήτοι  τοΰ  νοσοκομείου.  Έγκατεμίχθη  δ'  έν  τοις 
ΐατροσοφίοις  τούτοις  ή  άπό  τών  αρχαίων  ιατρών  παράοοσις  άφ'  ένος 
μεν  προς  την  δημώδη  ΐατρικην,  ήτις  «ϊλκυσέ  ποτι  την  προςοχήν  τοΰ 
κ.  Χατζημιχάλη,  άλλ'  «ινι  αξία   ειδικών  μιλετών,  άμα   δι  και  γιω- 

*  Έχ  των  Πραχχιχών  τοΰ  Πανελληνίου  Ίατριχαΰ  Σύνεδρε.  Έν  Ά&ήνβις.   1902, 
Το>.  Α'  σ.  769  χ.  έ. 


—  494  — 

πονικαί  ύλαι,  άφ'  έτερου  δε  προς  θρησκευτικούς  εξορκισμούς,  προς  εύ- 
χάς  και  θεραπείας  άποδιδομένας  εις  τους  πατέρας  της  εκκλησίας, 
προς  μαγικά  γοητευματα  συνδεόμενα  προς  τάς  Σολωμονικάς  και 
προς  καβαλλιστικάς  λέξεις  και  στοιχεία.  Έπί  τη  ευκαιρία  δε  ταύτη 
ποιείται  μνείαν  και  του  σήμερον  ετι  εν  χρήσει,  καίπερ  σπανιωτέρου 
άποβάντος,  διαβάσματος  και  της  δημώδους  θεραπείας  του  ανεμο- 
πυρώματος;. Δια  τον  σύμμικτον  δε  τούτον  χαρακτήρα  τα  ίατροσό- 
φια δεν  είνε  άξια  μελέτης  δια  μόνην  την  ίστορίαν  της  ιατρικής,  άλλα 
και  δια  την  γνώσιν  τής  λαογραφίας  και  των  δημωδών  προλήψεων. 

Πράγματι  οί  ιατροί  τών  τε  βυζαντιακών  χρόνων  και  του  δουλεύ- 
οντος  γένους  δεν  ήσαν  άπηλλαγμένοι  πολλών  προλήψεων.  Ούτως  ή 
συνηθέστατη  ίν  τοις  χρόνοις  έκείνοις  φλεβοτομία  συνδέεται  προς  τάς 
φάσεις  τής  σελήνης  και  έ'χει  ημέρας  αίσιας  και  αποφράδας,  έκείνας 
μΐν  επιμελώς  τηρουμένας,  ταύτας  δέ  άποφευγομένας  μετά  προςοχής. 
Έν  τω  ΰπ'  άρ.  187  κώδικι  τής  ίν  Άγίω  Όρει  μονής  τοΰ  Καρακάλ 
λου  σώζεται  οδηγία  αΠοίας  ημέρας  είνε  καλόν  νά  φλεβοτομ^  ό  άν> 
θρωπος».  Ανάλογοι  δέ  είνε  αί  όδηγίαι  και  εν  άλλοις  χειρογράφοις 
του  τε  Άγιου  "Ορους  και  άλλων  βιβλιοθηκών,  άλλα  και  ΐν  έντύποις 
βιβλίοις  τών  χρόνων  τής  τουρκοκρατίας.  Έν  δε  τφ  ύπ'  άρ.  217  κώ- 
δικι τής  μονής  τών  Ιβήρων,  βςτις  είνε  γεγραμμένος  τον  δέκατον  έκτον 
αιώνα,  ιύρίσκομεν  Ιν  τοις  δύο  πρώτοις  φύλλοις  δύο  εικόνας  άντρων  και 
γυναικών  μετά  οδηγιών  περί  φλεβοτομίας. 

Σώζονται  δ'  έν  ταϊς  (Ιιβλιοθήκαις  τών  μονών  τοΰ  Αγίου  "Ορους 
πλην  τών  τής  Λαύρας  και  τοΰ  Βατοπεδίου,  έν  αΐς  δεν  είργάσθη  ό  κ. 
Λάμπρος,  είκοσι  και  τέσσαρα  διάφορα  ίατροσόφια  διαφόρων  αιώνων, 
τά  πλείστα  γεγραμμένα  εν  τη  καθωμιλημένη,  πολλά  δέ  ανορθόγραφο  - 
τατα,  ων  ή  αναγραφή,  ενίοτε  δέ  και  ή  περιγραφή  εύρηται  Ιν  τω  έκ- 
δοθέντι  ύπ'  αύτοΰ  Καταλόγω  τών  έν  ταϊς  βιβλιοθήκαις  τοΰ  Άγιου 
"Ορους  ελληνικών  κωδίκων  τω  έκδοθέντι  έν  Κανταβριγίικ  τής  Αγ- 
γλίας τφ  1  895  και  1900.  Άλλα  και  άλλαχοΰ  πλην  τοΰ  Αγίου  "Όρους 
περισώζονται  εν  τέ  τή  Ανατολή  και  τή  Δύσει  χειρόγραφα  ίατροσό- 
φια, άτινα  ευχής  έργον  θά  ήτο  νά  έφελκύσωσι  συλλήβδην  τήν  προςο- 
χήν  Ελλήνων  ιατρών. 

Δεν  ήσαν  δέ  πάντες  οί  γράφοντες  ίατροσόφια  ιατροί.  Οΰτω  Κο- 
σμάς ό  Μακεδών,  ό  γράψας  τον  δέκατον  ογδοον   αιώνα   ιατροσόφιον 


—  495  — 

σωζόμενον  εν  τη  άγειορειτική  μονή  του  Άγιου  Παντελεήμονος  ύπ' 
άρ.  262,  ήτο  ψάλτης.  Έν  τή  αύτη  δε  μονή  ύπ'  άρ.  703  σώζετα1 
άλλο  ίατροσόφιον  γεγραμμένον  τον  αυτόν  δέκατον  ογδοον  αιώνα  υπό 
Χριστόφορου  ιεροδιακόνου  του  επισκόπου  Τρίκκης, 

Ή  δέ  κατάταξις  της  ύλης  είνε  διάφορος  ίν  τοις  διαφόροις  ίατρο- 
σοφίοις.  Καί  τίνα  μεν  εχουσιν  αυτόχρημα  τύπον  συνταγολογίου,  Ιν 
άλλοις  δέ  κρατεί  ή  κατ'  ασθενείας  η  κατά  βοτάνας  διαίρεσις,  ίν 
άλλοις  δέ  τε'λος  φύρδην  μύγδην  φέρεται  ή  ΰλη.  Έκ  των  κατά  βοτά- 
νας  γεγραμμένων  εΐνε  το  εν  τω  υπ  άρ.  355  κώδικι  της  έν  Άγίω  "Ορει 
μονής  Διονυσίου,  γραφέντι  τον  δε'κατον  τρίτον  αίώνα'  άρχεται  δέ  δια 
τοΰ  ήδυόσμου,  περί  ού  λέγονται  τάδε,  άνορθογράφως  γιγραμμένα* 
α  ΉδνΌσμον  ο  γαρ  αν  τραΰμα  προςενεχθεϊ  ουκ  αν  έ'τι  τοΰτο  δραδίως 
ήγιασθή».  Τελευταία  δέ  των  μετά  της  οικείας  ερμηνείας  περιεχομένων 
βοτάνων  είνε  ή  άψινθος-  α'Αι|/ήνθΐΐν•  εύστόμαχον  εστίν  και  τόνή 
(  =  τονεϊ)  και  ρήπτίΐ  καί  τους  έν  τη  κοιλία  χολόδεις  χυμούς  έπί  τα* 
την  κάτω  διάχόρησιν  άπάγι  και  δι'  ουρών». 

Αί  δέ  συνταγαι  ίν  μέν  τοις  άρχαϊκώτερον  γεγραμμένοις  ίατροσο- 
φίοις  λέγονται  αυτό  τούτο  (/Χ/νταγαΐ,  εύρίσκομεν  δέ  καί  τάς  λέξεις 
ί/ελίον,  άντίδοτον,  κολλΰριον  καί  άλλας.  "Επειτα  δέ  παρουσιά- 
ζονται αί  λέξεις  ^ιτζέτα  η  ^ετζέτα,  μαντζούνιον  και  άλλαι. 

Καί  έμμετροι  δέ  συνταγαί  ευρίσκονται  ένίοτ'  ίν  χειρογράφοις,  Ού- 
τως έν  τω  ύπ  άρ.  178  κώδικι  της  έν  'Αγιω  Όρει  μονής  Διονυσίου, 
γεγραμμένω  τον  δέκαιον  ί'βδομον  αιώνα,  ευρίσκονται  οΐ  έξης  στίχοι" 

Νά  λάβτις  καλτι  θηριακη,  νάχουν  και  μιθριδάτην 

καϊ  ροδοζάχαρι  πολλή,  καθάρια  ζαχαράτη 

κί'  άλλα  μαντζούνια  τινά  πούνε  καθάρια  πλάνη, 

κι'  όποιος  αυτά  'γοράζει  τα,  μόν'  τ'  άΟπρα  του  τά  χάντι. 

Της  δ1  έν  τοϊς  στίχοις  τούτοις  μνημονευομένης  θηρίακΤίς  γνωστή 
είνε  ή  έν  άρχαιοτέροις  χρόνοις  χρήσις  ή  μάλλον  κατάχρησις.  Τπήρχε 
δ'  έν  Βενετία  φαρμακεϊον,  μέχρι  προ  τριακονταετίας  περίπου  καυχώ- 
μενον  έπί  τη  καλή  θηριακή  ην  ά?ϊό  παλαιών  χρόνων  εξήγεν  είς  τήν 
έλληνικήν   Άνατολήν. 

Έκ  των  πολλών  δέ  ίατροσοφίων  των  σωζόμενων  έν  χιιρογράφοις, 


—  496  — 

δύο  και  μόνα  έξεδόθησαν  μέχρι  τούδε,  καθ'  όσον  γινώσκω,  τό  συντα- 
χθέν  η  κατ'  άλλους  πιθανώτερον  απλώς  άντιγραφέν  υπό  ανδρός  κα- 
λουμένου Ιωάννου  Σταφίδα  τω  1384,  όπερ  Ιξέδωκεν  εκ  κωδικός  τί- 
νος των  Παρισίων  τω  1881  ό  γνωστός  Γάλλος  καθηγητής  και  έκδοτης 
πολλών  μεσοχρονίων  και  νεοελληνικών  κειμένων  Αιμίλιος  Σ,β&Γαηά 
Ιν  τη  Βί1)1ίθΐ1ΐθ(}υβ  (ϊΓβοηιιβ  ναΙ^&ΪΓβ  (Τόμ.  Β'  σ.  1  κ.  έ.),  και 
τό  έκ  κωδικός  τίνος  της  Λειψίας  εκδοθέν  υπό  του  ΒΐΐΓ8Ϊαη  (Κγ3§- 
ΠΙβηΙυηΐ  ΠΙβαΙουίΤΙ  (τ>ί16ι31ΐΐη  Ιν  τω  ΙηάβΧ  8θ1ΐ  οία  ΠΙΠΙ  του  Παν- 
επιστημίου της  Ίένης  του  χειμερινού  εξάμηνου  1873-1874).  Ε!ς 
ταύτα  δε  δυνάμεθα  να  προςθέσωμεν  και  τα  ιατρικά  διάφορα  άλη 
θεΟτατα  εις  πάΟαν  άσθένείαν,  την  συλλογή  ν  ταύτην  συνταγών 
την  περιλαμβανομένην  εν  τω  πολλάκις  έπΐ  της  τουρκοκρατίας  έκδο- 
θέντι  Γεωπονικώ  του  Κρητός  μονάχου  Αγαπίου  Λάνδου.  Έν  γένει 
δε,  καθ'  ά  ελέχθη  και  ανωτέρω,  πολλή  ήτο  κατά  τους  μέσους  αιώνας 
η  σύγχυσις  γεωπονίας  και  Ιατρικής*  διό  και  εν  τών  αγιορείτικων  ία- 
τροσοφίων,  έν  τη  μονή  Ξενοφώντος  ΰπ'  άρ.  91,  επιγράφεται  α  Γιω- 
πονικόν,  τό  όποιον  περιέχει  ερμηνεϊαις  άριστες  και  βασιλικές  εις  κάθε 
πάθος  και  πληγάς  » . 

Τό  άπό  του  Σταφίδα  φιρωνυμούμενον  (ατροσόφιον  δεν  περιέχει 
μόνον  συνταγάς  προς  ϊασιν  ασθενειών,  είς  Οτένωσιν,  εις  (ϊη^α, 
περί  τριταίου  (Μγου,  εάν  τον  δείριι  ό  ήλιος  πολλά  και  πο- 
νη  την  κεφαλήν  αύτοΰ,  άλλ'  εύρίσκομεν  έν  αύτω  και  θεραπευτικά 
περί  τοϋ  μη  νυστάζειν,  και  έ'τι  πιριεργότερον  περί  τοΰ  γνώ- 
ναι  τον  κλέπτην. 

Ίδοϋ  μία  τών  Ιν  αύτω  Ιατρικών  συνταγών,  δεικνύουσα  την  κατά- 
στασιν  της  ιατρικής  τον  δέκατον  τέταρτον  αΙώνα,  χρησιμεύουσα  V 
άμα  καϊ  ως  δοκίμιον   της  δημώδους  γλώσσης. 

α  Είς  όδύνην  οφθαλμών.  Έπαρον  στρύχνον  (τό  λέγουσίν  τίνες  βρω- 
μοοότανον,  όπου  ποιεί  ώςάν  σταφύλια  μικρά  μαυρούτζικ,α,  λέγουν  τό 
και  μαυρόχορτον)  κοπάνισον  τοϋτον,  θέλεις  τα  κουκκία  του,  θέλεις  τα 
φύλλα  του,  καϊ  ιίς  τόν  ζωμόν  τούτου  βάλε  άλας  τριμμένον  και  άλίίφε 
τό  μέτωΛον». 

Ή  συνταγή  δι  αύτη  δεικνύει  και  πόσην  χρησιμότητα  δύναται  νά 
έ'χη  ή  μελέτη  τών  ίατροσοφίων  προς  καθορισμόν  τής^δημώδους  ονο- 
ματολογίας τών  βοτάνων,  ήτις  δύναται  νά  συμπληρωθεί  εκ  τών  πολ- 


—  497  — 

λών  εν  χειρογράφοις  σωζόμενων  βοτανικών  λεξικών.  "Ηδη  δέ  ό  κ. 
Δημ.  Βικε'λας  έφείλκυσε  την  προςο^ήν  τών  λογίων  εις  την  τοιαύτην 
δημώδη  βοτανικήν  όνοματολογίαν. 

Τον  δε  γοητευτικόν  χαρακτήρα  τον  έγκαταμεμιγμένον  εν  τοις  τοι- 
ούτοις  συνταγολογίοις  δεικνύουσιν  αί  δύο  επόμεναι  συνταγαί  εκ  του 
ίατροσοφίου   του  Σταφίδα. 

«Είς  άρμοπονίας.  Έκδυμαν  οφεως  και  άγριοχηναρίου  δέρμα  κο- 
πάνισον  και  ίάται». 

αΕίς  κεφαλαλγίαν.  Έν  ονόματι  του  Πατρός  καί  του  Υίου  και  του 
Αγίου  Πνεύματος  καί  της  δεσποίνης  ημών  Θεοτόκου  και  άειπαρθένου 
Μαρίας,  μικράνιον,  τι  πονεϊς  η  τί  πάσχεις;  ο, τι  πονώ,  δ, τι  πάσχω" 
είς  τόπον  Κρανίου  ό  Χριστός  έσταυρώθη  καί  το  κρανίον  όλων  έκάλε- 
σεν'  ορκίζω  σε  είς  [τους]  κδ'  ίερεϊς  τους  λειτουργοΰντας  τον  θρόνον 
καϊ  τό  με'γα  όνομα  τοΰ  θεοΰ'  ορκίζω  σε  είς  τόν  στυ>ον  τον  άδαμάν- 
τινον  όπου  κρατεί  τα  επτά  στεριώματα  της  οικουμένης,  να  λείπης 
άπό  τόν  δοΰλον  του  θεού  δείνα-  ιίς  τό  όνομα  του  Πατρός  καϊ  του 
Υίοΰ  καί  τοΰ  Αγίου   Πνεύματος,  νυν  και  άιί    καϊ  είς  τους  αιώνας»• 

Τοιούτοι  δ'  εξορκισμοί  περιλαμβάνονται  καϊ  άλλοι  έν  τω  ίατρο- 
σοφίω   τοΰ  Σταφίδα. 

Ουγ  ήττον  δέ  περίεργοι  εϊνε'  τίνες  τών  εξορκισμών  κ*1  τών  δει- 
σιδαιμονιών τών  περιλαμβανομένων  1ν  τω  ίατροσοφίω  της  Λειψίας 
τω  Ικδοθέντι  υπό  τοΰ  ΒϋΓδίαη.    Ιδού  δύο  αυτών 

(ι  Γυναίκα  μη  άναχωρησαι  εκ  τοΰ  ίδίου  ανδρός.  Χελιδόνος  ήπαρ 
καύσας  συν  οϊνω  δίδου  ποιεϊν  λάθρα». 

αΠερί  λΰσαι  άνδρόγυνον.  Είς  κρίθινον  κουλοΰραν  γράψον,  κλεΐσον 
δέ  καλά,  βαρην,  ζαρτΥν,  ζαρταρην,  σαρά,  σαρασήν». 

Τοιαΰται  δέ  δεισιδαίμονες  συνταγαί  καί  τοιοΰτοι  εξορκισμοί  μετά- 
γουσιν  ημάς  είς  τάς  μαγικάς  έκείνας  ενεργείας,  περί  ων  αξιόλογα 
εγραψεν  ό  κ.  Ν.  Πολίτης 1. 

Τοιαύτη  ήτο  ως  τό  πλείστον  ή  κατάστασις  της  ιατρικής  έπί  τουρ- 
κοκρατίας. Άλλα  κατά  μικρόν  ή  είς  την  Έσπερίαν  χάριν  σπουδής 
της  ιατρικής  μετάβασις  νέων  επιστημόνων  έκ  τών  ετι  αλυτρώτων  ελ- 
ληνικών χωρών  έβελτίωσεν  αισθητώς  συν  τω  χρόνω  την  παρ'  ήμΐν  έν 

4  Παλαιογροκρική  στοψυολογία  έκ  τών  μαγικών  βιβλίων  έν  τ?)  ΒγΖ»ηΙίηΪ8θΙΐβ  ΖβϊΙ- 
δοΙίΓΪί'Ι  Τόμ.  Α'  σ.  555  κ.  Ί. 

ΣΠΓΡ.    Π.    ΛΑΜΠΡΟΙ".    ΜΙΚΓΑΙ    ΣΕΛ1ΑΕΣ!  $*■ 


—  498  — 

τοις  χρόνοις  της  δουλείας  εξάσκησιν  του  ιατρικού  επαγγέλματος.  Γνω- 
στόν δέ  είνε,  δτι  τινές  των  επιστημόνων  τούτων  ιατρών  έπεδίδοντο  συγ- 
χρόνως είς  φιλολογικάς  και  άλλας  μελετάς,  ένεκα  δέ  της  συμμίξεως 
ταύτης  των  ασχολιών  εδόθη  εις  αυτούς  τό  δνομα  {ατροφίλοσ'όφων. 
Οι  ιατροφιλόσοφοι  ούτοι  εΐνι  ούτως  ειπείν  οί  δια  μακρών  χρόνων  διά- 
δοχοι τών  αρχαίων  (ατροσΌφίΟτών.  Πρώτη  δέ  μνεία  της  λέξεως 
ιατροφιλόσοφος  γίνεται,  καθ*  ά  φαίνεται,  παρά  τω  Κρητΐ  Ιερεΐ 
Ιωάννη  Άβραμίω  τω  1709.  Έπ'  ϊσης  δέ  γνωστόν,  ότι  οί  πλείστοι 
μετέβαινον  χάριν  σπουδής  είς  την'Ιταλίαν,  κυρίως  δέ  τό  Παταύιον.Έν 
τω  Μουσείω  της  Ιστορικής  και  εθνολογικής  εταιρείας  περισώζονται  επί 
περγαμηνής  διπλώματα  Ελλήνων  ιατρών,  γραφέντα  έν  Βενετία  και 
κοσμούμενα  υπό  εικόνων,  εν  αϊς  και  ή  του  Αγίου  Μάρκου.  Άλλα  και 
εις  Γερμανίαν  και  Γαλλίαν  ήρχισαν  έπειτα  μεταβαίνοντες  "Ελληνες 
προς  σπουδήν  τής  ιατρικής  και  συνδέοντες  την  ίατρικήν  παιδείαν  προς 
τα  ελληνικά  γράμματα,  έν  οΐς  εξέχει  ή  μορφή  του  Αδαμαντίου 
Κοραής  ον  δικαίως  έ'στησεν  ή  εθνική  ευγνωμοσύνη  λίθινον  προ  τών 
πυλώνων  του  Έθνικοΰ  Πανεπιστημίου,  όπερ  υπήρξε  τό  μάλιστα 
συντέλεσαν  είς  την  παρ'  ήμϊν  άνύψωσιν  τής  ιατρικής. 


ΕΙΚΟΝΕΣ  ΑΝΕΥ  ΕΙΚΟΝΩΝ 


Και  άλλοτε  έ'σχον  την  εύκαιρίαν  να  υποδείξω  πόσα  η  εθνική  ημών 
ιστορία  δύναται  να  παράσχη  λαμπρά  θέματα  εις  την  ίστορικήν  μεγα- 
λογραφίαν  ι.  Ή  ιστορική  ζωγραφιά  δεν  ήτο  άγνωστος  εις  αυτούς  τους 
ήαετέρους  προγόνους.  Άρκεϊ  να  ύπομνήσω  δύο  και  μόνα  μεγάλα  έ'ργα, 
την  έν  Μαραθώνι  μάχην  την  ύπό  του  Πολυγνώτου  γραφεϊσαν  έν  τη 
Ποικίλη  στοά  των  Αθηνών  και  την  μάχην  του  Αλεξάνδρου,  πιθα- 
νώς την  έν  Ίσσώ,  ης  άντίγραφον  είνε  το  έν  Πομπηία  εΰρεθέν  μέγα 
ψηφιδωτόν,  εικόνα  ης  άλλοι  άλλον  λέγι,υσι  τον  ζωγράφον,  τον  Άπελ- 
λην  η  την  Έλένην.  Θα  ήτο  δε  περιττόν  νάναγράψω  νεωτέρας  μεγά- 
λας  ίστορικάς  ζωγραφιάς,  έργα  καλλιτεχνικώτατα  μεγάλης  επιβολής, 
οϊαι  αϊ  εικόνες  του  'Ραφαηλ  αί  κοσμουσαι  τάς  8ΐαηζβ  του  Βατικα- 
νού η  αί  του  ΚϋαΙβϋοΗ  άνωθεν  της  μεγάλης  κλίμακο:  του  έν  Βερο- 
λίνω  μουσείου. 

"Αληθώς,  όσον  και  άν  μεταβάλληται  συν  τω  /ρόνω  η  περί  την  ζω- 
γραφικήν  καλαισθησία,  δεν  έξελιπεν  ή  αγάπη  προς  την  ίστορικήν  με- 
γαλογραφίαν,  καθ'  όν  τρόπον  το  νεώτερον  δράμα  όέν  κατέπνιξε  την 
ίστορικήν  τραγωδίαν. 

Τρανόν  δε  δείγμα  του  αξιώματος  όπερ  ετι  διατηρεί  ή  Ιστορική  με- 
γαλογραφία  είνε  το  γεγονός,  ότι  εκ  τών  μεγάλων  σκηνών  της  αρχαίας 
ελληνικής  και  ρωμαϊκής  ιστορίας  ορίζονται  τά  θέματα  του  έν  Παρι- 
σίοις  ρωμαϊκού  λεγομένου  άθλου  (Ρπχ  (1β  ΚοίΏβ),  έν  ω  ή  εύδοκί- 
μησις  παρέχει  εις  τους  διακρινόμενους  τών  Γάλλων  γλυπτών  και  ζω- 
γράφων το  δικαίωμα  υποτροφίας  έν  τη  μεγάλη  σχολή  της  νεωτέρας 
τέχνης,  τή  "Ρώμη. 

'    Έδημοσιεύθτ)  το  πρώτον  ρν  τω  περιοοικώ  Πινακοθήκη  Τομ.  Α'  (1901-2)  ο.  28-33. 
'  Σπνρ.   Π.   Λάμπρου  Ιστορικά  μελετήματα  σ.  46  κ.  Ι. 


—  500  — 

Ή  δέ  νεάζουσα  ημών  τέχνη  όλιγώτερον  επελήφθη  της  ιστορικής 
μεγαλογραφίας.  Έν  μεν  άρχαιοτέροις  χρόνοις  ό  Βρυζάκης  έγραψε  τον 
Καψάλην,  έπειτα  δέ  ό  Βολωνάκης  σκηνάς  έκ  της  ναυτικής  ιστορίας 
της  αρχαιότητος  και  του  εθνικού  αγώνος•  έπ'  έσχατων  δέ  μάλιστα 
ό    'Ροϊλός    έλαβε   θέματα    έκ   τοΰ   τελευταίου   ημών   πολέμου. 

Χωρίς  μηδαμώς  να  κακίσωμεν  τους  έκ  τών  ημετέρων  ζωγράφων 
επιδιδομένους  εϋδοκίμως  έν  μέσω  μυρίων  δυςχερειών  και  πολλαπλής 
άπογοητεύσεως  εις  την  προςωπογραφίαν  ή  την  ρωπογραφίαν,  την  έκ- 
κλησιαστικήν  γραφικήν  η  την  έφ'  ΰγροΐς  ζωγραφίαν,  θεωροΰμεν  καθή- 
κον έν  ήμέραις,  καθ'  ας  άρχεται  επιφαινόμενη  ποια  τις  καλλιτεχνική 
παρ'  ήμϊν  κίνησις  και  αύξεται  κατά  μικρόν  το  υπέρ  της  γραφικής  εν- 
διαφέρον, να  ύπενθυμίσωμεν  και  τήν  ίστορικήν  μεγαλογραφίαν. 

Και  ταΰτα  διότι  προςφορώτατα  πράγματι  παρέχουσι  θέματα  είς 
τήν  ίστορικήν  γραφικήν  άπασαι  αϊ  περίαοοι  τοΰ  έθνικοϋ  ήυών  βίου, 
ή  τε  αρχαία  ιστορία,  ή  τών  βυζαντιακών  και  φραγκικών  χρόνων  και 
ή  του  μεγάλου  εθνικοί]  αγώνος.  Και  ή  μέν  αρχαία  ιστορία  εΓλκυσε 
τήν  προςοχήν  και  έδόξασε  τήν  γραφίδα  πολλών  ονομαστών  αλλογε- 
νών ζωγράφων.  Άλλα  μή  οι  βυζαντιακοί  χρόνοι  εϊνε  όλιγώτερον  γρα- 
φικοί και  ενδιαφέροντες  ύπό  έ'ποψιν  ιστορικών  σκηνών,  ενδυμασιών, 
σκευών,  γραφικού  καθ'  όλου  διακόσμου;  Ό  Γουσταϋος  ϋθΓβ.  ό  Αΐίϊ1& 
ΤαάβΓϊΐεΐ  ένεπνεύσθησαν  εξ  αυτών  άξια  λόγου  έργα.  Περί  δέ  τοΰ 
μεγάλου  ημών  αγώνος  οντος  τοΰ  λόγου,  άρκεΐ  νά  ΰπομνήσω  τάς  σφα- 
γάς  της  Χίου  τοΰ  Όρατίου  νβΙ'ΠβΙ,  τον  πίνακα  της  ναυμαχίας  τοΰ 
Ναβαρρίνου,  το  ώραϊον  τοΰτο  έ'ργον  τοΰ  ίι&Π^Ιοίδ  το  κοσμοΰν  τήν 
Έθνικήν  πινακοθήκην  τών  Βερσαλλιών.  Είς  πάντων  δέ  τήν  μνήμην 
θά  έ'λθη  βεβαίως  μάλιστα  ή  σειρά  τών  θαυμάσιων  εικόνων  τοΰ  ίεροΰ 
αγώνος,  ας  έφιλοτέχνησε  μετά  μεγάλην  μελέτην  και  έπιτόπιον  έπί- 
σκεψιν  της  Ελλάδος  και  μετά  πολλής  εμπνεύσεως  ό  Πέτρος  νοη 
Ηβ88.  Λί  τοιχογραφίαι  αύται  αϊ  κοσμοΰσαι  τάς  Αΐ*ΐ££1ΐ3βη  τοΰ  Μο- 
νάχου, έπαναληφθεϊσαι  δέ  και  έν  τοις  άνακτόροις  τών  Αθηνών,  είνε 
γνωστόταται  έκ  τών  φερομένων  χαλκογραφικών  αυτών  άποτύπων. 
Ούχ  ήττον  δέ  γνωστοί  είνε  και  οί  δύο  ωραίοι  μεγάλοι  πίνακες  τοΰ 
αυτού  ζωγράφου  οί  κοσμούντες  τήν  έν  Μονάχω  Νέαν  Πινακοθήκην 
και  παριστάνοντες  τήν  εϊςοδον  τοΰ  βασιλέως  "Οθωνος  είς  Ναύπλιον 
και  τήν  εϊςοδον  αύτοΰ  είς   Αθήνας. 


—  501    — 

Νομίζω  δε,  δτι  επέστη  ό  /ρόνος  νά  τραπή  και  παρ'  ήμίν  ή  γρα~ 
φική  εις  την  παράστασιν  μεγάλων  ιστορικών  εικόνων  κατά  το  υπό- 
δειγμα των  ζωγράφων  τής  Εσπερίας  και  του  Βορρά  και  των  ολίγων 
παρ'ήμΐν  μέχρι  τούδε  ζωγράφων  των  πειραθέντων  ιστορικών  θεμάτων. 

Είνε  δ'  αί  σκηναϊ  της  αρχαίας,  μεσαιωνικής  και  νεωτέρας  ημών 
ιστορίας  αϊ  κατάλληλοι  νά  γείνωσιν  άντικείμενον  μεγαλεπήβολου  χρω- 
στήρος  πολλαί  καϊ  ποικίλαι.  Βιβλίον  δλον  μόλις  θα  ήρκει  προς  εκθεσιν 
αυτών.  Απλή  άνάγνωσις  τών  αρχαίων  συγγραφέων,  γινομένη  ύπό 
ψυνών  φιλοτεννων,  ήρκει  νά  μετάπλαση  εις  γραφικωτάτας  εικόνας 
νωρία  τών  αρχαίων,  θαυμάσια  αληθώς.  "Ηδη  προ  ετών  έπειοάθην 
νάναλύσω  ύπό  τοιαύτην  έ'ποψιν  εν  χωρίον  τού  Ηροδότου,  εν  ω  εκτί- 
θεται ή  συγκομιδή  τών  λαφύρων  μετά  την  μάχην  τών  Πλαταιών. 
*Ας  έπιτραπή  νά  επαναλάβω  ενταύθα  όσα  έγραψα  τότε. 

«Ή  λεία  υπήρξε  πολλή  μετά  τήν  μάχην  τήν  έν  Πλαταιαΐς.  Ό 
Πέρσης  δεν  ήδύνατο  νάποβάλη  οΰδ'  έν  τή  ώρα  τών  πολέμων  και  τών 
μαχών  τάς  απολαύσεις  και  τήν  τρυφήν  τής  Ασίας  εκείνης  τής  πλού- 
σιας και  φιλήδονου,  προς  ην  μόνη  ελληνική  πόλ'.ς  μία,  ή  Σύβαρις, 
διαμφισβητεΐ  το  προνόμ.ιον  του  νά  καταστή  παροιμιώδης  έπϊ  τρυφή. 
Έκ  τού  στρατοπέδου  αυτών  δεν  έ'λειπεν  ούτε  ό  χρυσός,  ούτε  ό  άρ- 
γυρος οςτις  έκόσμει  τά  μέγαρα  τής  πατρίου  γης,  ούδ'  α'ί  κάμηλοι  κα' 
αϊ  άρμάμαξαι  καϊ  οι  μάγειροι  καϊ  αί  παλλακίδες  αί  πολλαί.  Τήν 
λείαν  ταύτην  ό  Παυσανίας  διά  τού  κήρυκος  παρήγγειλε  νά  μή  έγγίση 
κανείς,  και  διεταςε  τους  είλωτας  νά  συγκομ.ίσωσι  τά  λάφυρα.  Αφε- 
λέστατα, άλλ'  ως  έν  είκόνι  περιγράφει  ό  Ηρόδοτος  τήν  συγκομιδήν 
τών  λαφύρων  Παυσανίας  δε  κήρυγμα  ποιησάμενος  μηδένα 
άπτεσθαι  τής  λείης,  Ουγκομίζειν  έκέλευσε  τους  είλωτας 
τά  χρήματα.  Οί  δε  ανά  το  Οτρατόπεδον  οκιδνάμενοι  ευρι- 
Οκον  Οκηνάς  κατεΟκευαομένας  χρυσώ  και  άργύρω,  κλίνας 
τε  επίχρυσους  καϊ  επάργυρους,  κρητήράς  τε  χρυσέους  καϊ 
Ψιάλας  τε  καϊ  άλλα  έκποίματα.  Σάκκους  τε  έπ'  άμαξέων  ευ- 
ριοκον,  εν  τοΐσι  λέβητες  έψαίνοντο  ένεόντες  χρύσεοί  τε  καϊ 
άργύρεον  από  τε  τών  κειμένου  ν  νεκρών  έσκύλευον  ψέλιά  τε 
καϊ  οτρεπτους  καϊ  τους  άκινάκας  έόντας  χρυοέους,  έπεϊ 
έσθήτός  γε  ποικίλης  λόγος  έγίνετο  ουδέ  είς .  Ή  εΐκών  είνε 
γραφικωτάτη.  Φαντάσθητε  τήν  ύστεραίαν  τής  μάχης  τό  πεδίον  έκεϊνο 


—  502  — 

τό  μυριόνεκρον,  έν  ω  την  προτεραίαν  μέγας  Ιγίνετο  άγων  και  συνε- 
κρούοντο  τα  δόρατα  και  αί  ασπίδες  και  έ'φευγεν  ή  ίππος  και  αντη- 
χούν ή  άλαλαγή  και  αί  οίμωγαί  όλλύντων  τ  όλλυμένων  τε.  Εκεί  νυν 
ακούονται  της  νίκης  μόνον  οί  αλαλαγμοί  έν  μέσω  πολυθρηνήτου  σω- 
ρείας οικείων  και  φίλων  νεκρών  καί  μυριάδων  βαρβάρων  οίτινες  κείν- 
ται πεσόντες  ούχ  ήττον  γενναίως  υπέρ  αγώνος  αδίκου.  Άλλ'  αίφνης 
ηχεί  του"  ίεροΰ  κήρυκος  ή  διάτορος  φωνή,  καί  ουδείς  τολμφ  να  έπιλη- 
φθή  τών  λαφύρων,  άτινα  δέν  είνε  ώρισμένα  δια  μόνους  τους  ανθρώ- 
πους, άλλ'  άνήκουσι  καί  είς  τους  θεούς  καί  τάς  θεαίνας.  Τό  φιλόχρυ- 
σον  γένος  τών  ειλώτων  λαμβάνει  την  διαταγήν  νά  συναγάγη  καί  φέρη 
έπί  τό  αυτό  την  λείαν.  Οί  είλωτες  σκορπίζονται  ταχείς  άνά  τό  στρα- 
τόπεδον,  ό  είς  έδώ,  ό  άλλος  έκεϊ'  οί  μεν  είςέρχονται  έκθαμβοι  εις  τάς 
σκηνάς  τας  πλούσιας,  οί  δε  θαυμάζουσι  τάς  κλίνας  καί  τους  κρατή- 
ρας καί  τα  ποτήρια.  Άλλ'  όποια  ή  έκπληξις  τών  άλλων  περαιτέρω" 
εκείνοι  οί  σάκκοι  έπί  τών  αμαξών  περιέχουσι  λέβητας,  άλλ'  οί  λέβη- 
τες έκείνρι  είνε  χρυσοί  καί  αργυροί,  καί  οί  είλωτες  διανοίγουσι  μεγά- 
λους τους  οφθαλμούς,  διότι  κρατούσι  παρά  τόν  Άσωπόν  ποταμόν 
ίδίαις  χερσί  σκεύη  απείρως  πολυτιμότερα  τών  άκαλλών  εκείνων,  εν- 
τός τών  όποιων  παρεσκεύαζον  παρά  τόν  Εύρώταν  τόν  μέλανα  ζω- 
μόν  του  λιτού  αυτών  δεσπότου.  "Αλλοι  έτράπησαν  είς  συναγωγήν 
λείας  προ/ειροτέρας'  ότέ  μεν  πίπτοντες  έπί  τά  γόνατα,  ότέ  δε  πρη- 
νείς  σκυλευουσι  τά  πτώματα  τών  πεσόντων.  Καί  αί  έσθήτες  είνε  ποι- 
κίλαι  καί  πολυτελείς  προς  την  πενιχράν  αυτών  έξωμίδα.  Άλλα  τις 
θέλετε  νά  προςέξη  είς  τάς  έσθήτας  ;  "Εως  τις  γύμνωση  έ'να  νεκρόν 
καί  λάβη  μίαν  έσθήτα,  ό  άλλος  συνήγαγε  ψέλια  πολλά  έκ  τών  χει- 
ρών καί  πολλούς  στρεπτούς  έκ  τών  λαιμών  καί  πολλούς  άκινάκας  αι- 
μοσταγείς. Άν  είνε  πολλά  τούτων  μεστά  αιμάτων  καί  λύθρου,  τι 
σημαίνει;  Είνε  χρυσός,  καί  δέν  υπάρχει  δι'  αυτούς  κηλίς  δυναμένη 
νάμαυρώση  την  λάμψιν  του  χρυσού.  "Αλλος  σύρει  καμήλους  πεφορ- 
τωμένας'  ή  κάμηλος  προςκρούει  έπί  πτωμάτων,  καί  ίσως  που  ακούε- 
ται στεναγμός  ούπω  έκπνεύσαντος  τραυματίου. 

α  "Ολην  ταύτην  την  ποικίλην  καί  πλήρη  κινήσεων  καί  αντιθέσεων 
εικόνα  έξάγομεν  έκ  τών  ολίγων  λέξεων  του  Ηροδότου,  ας  παρεθήκα- 
μεν  ανωτέρω  "Ολα  περιέχονται  έν  τοίς  ολίγοις  έκείνοις  ττίχοις,  αρκεί 
νάναγνωσθώσι   καί    κατανοηθώσι    καλώς    Τοιαύτας  δέ  εικόνας,  περί- 


—  503   — 

λαμβανομένας  έν  όλίγαις  λέξεσιν,  άς  αρκεί  μόνον  νάναπτύξτ)  ή  φαντα- 
σία, περιέχει  πολλάς  το  έ'ργον  του  Ηροδότου,  και  δια  τοΰτο  δικαίως 
έλεγεν  ό  μέγας  Γερμανός  ιστορικός  ΝίβΙ^αΗτ•  «  ό  διατριβών  περί  την 
φιλολογίαν  θα  ζήση  και  θα  χάρη  με  τον  Ήρόδοτον  πρέπει  νάναγι- 
νώσκηται  καϊ  πάντοτε  εκ  νέου  νάναγινώσκηται  » .  Την  εικόνα  δ'  έκεί- 
νην  ανέπτυξα  δια  μακρών  οΰ  μόνον  ίνα  δείξω  έν  μικρω  δείγματι  τον 
γραφικόν  τρόπον  του  Ηροδότου,  άλλα  και  ίνα  δηλώσω  την  διαφο- 
ράν  της  αρχαίας  άπό  της  νέας  ιστοριογραφίας  έν  ταΐς  είκόσιν.  Ή 
τέχνη  ημών  τών  νεωτέρων  Ινασμενίζει  εις  εικόνας  γραφικάς.  Καλλι- 
τεχνουμεν  μετά  χρωμάτων,  και  το  έ'ργον  ημών  στηρίζεται  εις  την 
κατάλληλον  έναλλαγην  τού  φωτός  καϊ  της  σκιάς.  Λέγομεν  δε  ταύτα, 
εννοείται,  περί  της  ιστοριογραφίας  ως  καλής  τέχνης,  ουχί  δε  περί 
της  ιστορικής  άναδιφήσεως.  Άλλα  παρά  τοις  άρχαίοις  ή  ιστορική 
τέχνη  είχεν  άλλους  κανόνας•  αϊ  εικόνες  αυτής  είνε  διαγράμματα, 
έχουσι  πλαστικόν  τό  κάλλος.  Ό  δε  νεώτερος  ιστοριογράφος  δεν  πρέ- 
πει νά  θεωρήται  φαντασμαγορών,  όταν  περιγραφάς  τών  αρχαίων  πη• 
γο.>ν  μετατρέπη  εις  εικόνας  οίας  απαιτεί  ό  νεώτερος  κόσμος,  όταν  τό 
πλαστικόν  έργον  μεταπλάσση  είς  ζωγραφίαν  μόνον  δ'  είνε  ανάγκη 
πασαι  αί  γραμμαί  τής  ζωγραφιάς  ταύτης  νά  περιέχωνται  έν  τη  αρ- 
χαία είκόνι.  Και  δι'  άλλον  δέ  τίνα  λόγον  ανέπτυξα  την  περιγραφήν 
ταύτην,  ίνα  φανή  όπο'ία  αξιόλογα  θέματα  ιστορικών  ζωγραφιών 
περιέχει  ή  αρχαία  ιστοριογραφία,  μελετωμένη  ώς  δεί.  "Οταν  ή  ελ- 
ληνική γραφική  άνδρωθείσα  έπιληφθή  μεγάλων  Ιστορικών  θεμάτων, 
δεν  θάμελήση  βεβαίως  νά  επιχείρηση  τήν  έξεικόνισιν  τών  Ειλώτων 
σκιδναμένίον  ανά  τό  στρατόπεδον  και  σι/γκομιζόντων  τα 
χρήματα»1. 

Όμοιας  σκηνάς  πολλάς  ήδύνατο  νά  γράψη  νεώτερος  ζωγράφος, 
έχων  άνά  χείρας  τό  κείμενον  τού  Ηροδότου.  Ή  Αρτεμισία,  βυ- 
θίζουσα  έν  τω  στενψ  τής  Σαλαμίνος  τήν  τριήρη  τού  Δαμασιθυμου, 
έν  ω  κατά  γήν  εγγύς  κάθηται  έφ'  υψηλού  έπΐ  τού  άργυροποδος 
θρόνου  ό  Ξέρξης,  έχων  περί  αυτόν  τους  γραμματείς  σημειούντας 
τους  άνδραγαθοΰντας"  οί  τριακόσιοι  τού  Λεωνίδου  κτενιζομενοι  έν  Θερ- 
μοπύλαις,  είνε  δύο  μόνον  έκ  τών  θαυμάσιων  εικόνων  άς  παρέχουσιν  έκ 

1  Σπνρ.   Π.  Λάμπρου  Ίστοριχά  μελετήματα  σ.  45  χ. ε. 


—  504  — ■ 

των  μεγάλων  ήμερων  των  περσικών  πολέμων  αί  αθάνατοι  σελίδες  του 
Άλικαρνασέως. 

Άλλ'  εΐπερ  τις  και  άλλος  των  άρναίων  συγγραφέων  παρέχει  θέ- 
ματα ιστορικών  μεγαλογραφιών  δια  το  γραφικώτερον  τών  περιγρα- 
φών αύτοϋ  ό  Πλούταρχος.  Οί  βίοι  αυτού  εϊνε  αυτόχρημα  ιστορική 
πινακοθήκη.  *Ας  άναγνώσωσιν  οί  ημέτεροι  ζωγράφοι  έπϊ  παραδείγματι 
τήν  περιγραφήν  του  θανάτου  του  Δημοσθένους  εν  τω  ναώ  της  Κα- 
λαυρείας,  τήν  κηδείαν  του  Φιλοποίμενος,  τήν  προ  της  κλίνης  του 
μελλοθανάτου  Άλεςάνδρου  παρέλασιν  τών  στρατιωτών  αύτοΰ,  τήν 
εικόνα  της  έν  "Ρώμη  πομπεύσεως  του  τελευταίου  βασιλέως  τών  Μα- 
κεδόνων ΓΙερσέως,  τήν  διά  του  ποταμού  Κύδνου  προς  τον  Άντώνιον 
έ'λευσιν  της  Κλεοπάτρας  ώς  Αφροδίτης,  τον  θάνατον  της  τελευταίας 
Έλληνίδος  βασιλίσσης  της  Αιγύπτου,  και  είμαι  βέβαιος,  ότι  θα 
έμπνευσθώσιν. 

Ένουσι  δε  σήμερον  οί  ζωγράφοι  οί  έπιλαμβανομενοι  θεμάτων  της 
αρχαίας  Ιστορίας  μεγάλ'  αρχαιολογικά  βοηθήματα,  ου  μόνον  εις  τήν 
ένδυμασίαν  και  τα  σκεύη  τών  αρχαίων  αναφερόμενα,  άλλα  και  διευ- 
κολύνοντα τήν  είκονογραφικήν  παράστασιν  τών  επισήμων  της  αρ- 
χαιότητος προςώπων  έξ  ου  μάλιστα  χρόνου  τήν  άπαρχαιωθεϊσαν  ήδη 
Έλληνικήν    εΐκονογραφίαν    του    Βισκόντη    ήρ/ισεν    άντικαθιστάνουσα 

ή  ΟπβοΙιίδοΐΊβ  ΙΙίοηο^Γ3,ρΙιίβ  του  ΒβΓηουίΙΙί. 

Δυςχερεστέρα  βεβαίως  θα  είνε  ή  επιβολή  αυτών  έπιχειρούντων  τήν 
παράστασιν  σκηνών  της  βυζαντιακή;  ιστορίας,  ης  και  αί  αρχαιότητες 
κ.αί  ή  εικονογραφία  έ'χουσι  μελετηθή  πολύ  ολιγώτερον  ή  τα  κατά  τους 
αρχαίους  χρόνους.  Άλλ  υπάρχει  περί  ταύτ  άπο  τίνος  αρκετή  κίνη- 
σις.  και  δύνανται  νά  δοθώσιν  ίκαναί  οδηγία•,  ώς  προς  τήν  εΐκονογρα- 
φίαν τών  αυτοκρατόρων  και  τών  πατριαρχών,  καθ'  ά  έζέθηκ'  άλλα- 
χου  ι. 

Ατελεύτητος  δ'  είνε  ή  σειρά  πινάκων,  οΐτινες  ήδύναντο  νά  ε/ωσιν 
άντικείμενον  σκηνά;  έκ  της  βυζαντιακής  ιστορίας,  τών  χρόνων  της 
φραγκοκρατίας  καϊ  της  τουρκοκρατίας  και  τών  μεγάλων  ήμερων  του 
ίεροΰ  αγώνος. 

Υποδεικνύω  απλώς  τι  ήδύνατο  νά  γείνη,    και  παύομαι   του  λόγου 

1   "Ιδί  ανωτέρω    σ.  373  κ.  έ. 


—  505  — 

αντιγράφων  ΐνταΰθα  ολίγου;  στίχους  του  Κεδρηνου  περί  του  πέρατος 
των  προς  τους  Βουλγάρους  αγώνων  Βασιλείου  του  Βουλγαροκτονου" 
Έπιοτήοας  ουν  άρχοντα  της  πόλεως  (Άχρίδος)  Εύοτάθιον 
πατρίκιον  τον  Δα<|)νομήλην  και  φρουράν  άξιόλογον  αΰτω 
δοΰς,  έξηλθεν  εις  την  παρεμβολίιν,  και  άχθεϊσαν  ώς  αυτόν 
έδέξατο  την  γυναίκα  Ιωάννου  του  και  Βλαδιοθλάβου,  συν 
τρισιν  υίοΐς  και  θυγατράοιν  εξ,  έπαγομένην  και  νοθογενη 
υίόν  Σαμουήλ  και  δύο  θυγατέρας  'Ραδομηροΰ  του  υίοΰ  του 
Σαμουήλ  και  πέντε  υίοί/ς,  ών  ό  εις  πεπήρωτο  τους  οφθαλ- 
μοί/ς παρά  τοϋ  Ιωάννου  λωβηθείς.  Μάτην  βεβαίως  θάναζητή- 
ση  τις  έν  τοις  στίχοις  τούτοις  την  γραφικήν  δύναμιν  του  Ηροδότου 
η  του  Πλουτάρχου.  Άλλ'  ούχ  ήττον  έζ  αυτών  δύναται  νά  ληφθή  εΐ- 
κών  θαυμάσια.  Φαντάζομαι  μέλλοντα  "Ελληνα  ζωγράφον  δι'  όλης 
της  δυνάμεως  του  χρωστήρο;  άπεικονίζοντα  τον  Βασίλειον,  ου  την 
άρρενωπήν  μορφήν  και  βασιλικήν  στολήν  περιέσωσεν  εις  ήμά;  περι- 
ώνυμον  χειρόγραφον  της  Βενετίας,  μετά  τριακονταετείς  αγώνας  γηθό- 
συνον  έπί  τη  έκνικήσει  τών  Βουλγάρω•  .  Έχει  ήδη  πέσει  ύπό  χειρός 
δολοφόνου  5  τελευταίος  τών  αντιπάλων  τσάρος  Ιωάννης,  έχει  χαλα- 
ρωθή  πδσα  τών  βαρβάρων  ή  άντίστασις.  και  ό  νικηφόρος  βασιλεύς  δια- 
τρέχει θριαμβευτικώ;  τάς  ύπ'  αυτών  έπί  μακρόν  κατεχόμενα;  ελληνι- 
κά; χώρας.  Ή  Άχρίς  και  τα  έν  αύτη  βασίλεια  του  πεσόντος  βα- 
σιλέως έχουσι  παραδοθή  ει;  τον  νικητήν,  εύρόντα  έν  αύτοίς  πλούτη 
χρυσού  και  στέμματα  έκ  μαργάρων,  χρυσοϋφεϊς  έσθήτας,  πολυτελή 
λάφυρα  της  ύπό  τόν  αυτοκράτορα  στρατιάς.  Και  ιδού  έν  τω  στρατό- 
πεδο) αυτού  τω  προ  της  Άχρίδος  έρχεται  προς  ύπάντησιν  αυτού 
μετά  τών  ηττημένων  συγγενών  και  της  ακολουθίας  μελανείμων  ή 
τσαρΐνα.  ή  χήρα  τοϋ  ύστατου  τών  ηττημένων  Βουλγάρων  ήγεμονος, 
και  πίπτει  εις  τους  πόδας  του  Βουλγαροκτόνου  παραδ•.δομενη.  Ό 
Σκυλίτσης  και  ό  αυτόν  άντιγράψας  Κεδρηνό;  δεν  είχον  τήν  γραφί- 
δα τού  Ηροδότου  ή  τού  Πλουτάρχου,  όπως  έπιχρώσωσι  προ;ηκόντως 
τήν  περιφανή  σκηνήν  νής  μεγάλη;  εθνικής  νίκη;.  *Α;  συμπλήρωση  τά 
λείποντα  χρώματα  ό  πατριωτικός  '/^ρω'ίτΥιρ  ευφαντάστου  "Ελληνο; 
καλλιτέχνου. 


Ο  1ΗΣ0ΤΣ  ΤΟΥ  ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΥ  * 


Εκδίδων  σήμερον  την  $ίκ.όνα  του  Ιησού  του  Πανσελήνου  ευρίσκο- 
μαι εις  την  θέσιν  του  παλαιού  εκείνου  ζωγράφου,  όςτις  γράψας  ποτέ 
φυσικωτάτην  αΰλαίαν  και  παρακελευόμενος  νάνασύρη  αυτήν  ίνα  φανή 
ή  κρυπτομενη  εικών,  έ'λεγεν,  ότι  ή  αυλαία  είνε  αυτή  ή  είκών.  Μή  θέ- 
ληση τις  νά  μ'  έρωτήσν)  τις  ό  Πανσέληνος,  τις  ό  χρόνος  καθ'  όν  έ'ζη 
σεν,  όποιος  αυτού  ό  βίος.  Αντί  πάσης  απαντήσεως  θά  περιορισθώ  εις 
επίδειξιν  των  έ'ργων  αυτού.  Ευχαρίστως  δε,  ποιούμενος  έ'ναρξιν  της 
δημοσιεύσεως  των  κατά  το  παρελθόν  έτος  έν  'Αγίω  Όρει  ύπό  τού 
διακεκριμένου  καλλιτέχνου  κ.  Αιμιλίου  0ί11Ϊ6Γ0Π  γενομένων  αντι- 
γράφων, πρώτον  πάντων  δημοσιεύω  τον  παϊδα  Ίησοϋν,  δν  παρι- 
στάνει   ό    παρε'νθετος   πίναξ. 

Τις  ητο  ό  Πανσέληνος  και  πότ '  έζησεν  ;  Έν  τη  ελληνική  έκδοσει 
της  Ερμηνείας  τών  ζωγράφων  άπαντώμεν  περί  του  πολυθρύλητου 
Βυζαντινού  καλλιτέχνου  τα  έζής'  «...  .μιμούμενος  κατά  το  δυνατόν 
))  μοι  τόν  εκ  θεσσαλονίκης  λάμψαντα  "Εμμανουήλ  Πανήλιον  τόν  Παν- 
κ σε'ληνον  άπό  τε  τάς  είκονισθείσας  παρ'  αυτού  άγιας  εικόνας  τε  και 
»  τους  περικαλλεΐς  ναούς  έν  τω 'Αγίω  "Ορει  τού  Άθω'  όςτις  και  λάμ- 
»  πων  ποτέ  εις  τήν  ζωγραφικήν  ταύτην  έπιστήμην  ώς  άν  άλλος  ήλιος 
»  και  χρυσολαμπροκίνητος  σελήνη  ύπερηκοντισε  και  κατεκάλυψε  με 
»  τήν  θαυμαστήν  τέχνην  του  όλους  τους  παλαιούς  και  νέους  ζωγρά- 
τ>  φους,  ώς  το  δείχνουν  σαφέστατα  αί  έν  τοϊς  τοίχοις  και  πίναξιν  ΰπ' 
τ>  αυτού  είκονισθεϊσαι  εικόνες,  και  τούτο  θέλει  τό  καταλάβη  ό  καθ' 
ο  είς  καλώτατα  άνίσως  μόνον  μετεχη  όπωςούν  άπό  τήν  ζωγραφικήν, 
»  όταν   επιμελώς  τάς  στοχασθη  και  τάς  θεώρηση  »  ι. 

'Αλλά  βέβαιον  και  αληθές  είνε,  ότι  πλην  ταύτης  της  μνείας  παρ' 
οΰδενί  τών  Βυζαντινών  γίνεται  λόγος  καν  απλούς  περί  τού  Πανσελή- 
νου. Και  οι  μεν   χρονογράφοι  σπανίως    επιβάλλονται  τήν  περιγραφήν 

*  Εξεδόθη  τό  πρώτον  έν  τω  Παρνασσω  Τόμ.   Ε'  (1881)  σ.  445  χ.  έ. 
1  Ερμηνεία  τών   ζωγράφων   ώς   προς  τήν  εκκλησιαστικήν  ζωγραφιαν  υπό  Διονυσίου 
ιερομόναχου  και  ζωγράφου  του   έκ   Φουρνά  τών  Αγράφων.  Άθήνησι.  1853  σ.  3. 


—  507  — 

έργων  τέχνης,  μόνον  παροδικώς  άναγράφοντες  γεγονότα  τίνα  έχοντα 
σχέσιν  προς  την  καθολικωτέραν  ίστορίαν,  οίας  άντελαμβάνοντο  οί 
ιστορικοί  των  παλαιοτέρων  χρόνων1.  Άλλ'  έν  ελλείψει  τοιούτων  καλ- 
λιτεχνικών ειδήσεων  πάρα  τοις  ίστοριογράφοις  εχομεν  ίδιον  είδος  της 
βυζαντιακής  γραμματολογίας,  τάς  λεγομενας  εκφράζεις,  αϊτινες 
άντικείμενον  Ιχουσι  την  περιγραφήν  έργων  τέχνης,  ιδίως  της  αρχιτε- 
κτονικής 2.  Άλλα  και  έν  τοις  τοιούτοις  λογοτεχνήμασιν  έκπλησσόμεθα 
μη  εύρίσκοντες  το  όνομα  του  Πανσελήνου. 

Είνε  λοιπόν  μΰθος  ή  ύπαρζις  του  Πανσελήνου;  Δεν  τολμώ  να  το 
δασχυρισθώ.  Και  αν  δεν  γινώσκωμιν  εκείνον,  άλλα  βλεπομεν  τα  έργα 
αυτού.  Οί  οπαδοί  του  Βολφίου,  καίπερ  μη  δεχόμενοι  την  ύπαρ£ιν 
του  Χίου  τυφλού  άοιδοϋ,  δεν  αρνούνται  ούτε  το  κάλλος  ούτε  τό  ύψος 
των  ομηρικών  έπων.  Πιστεύω  εϊς  τίνα  Πανσεληνον  ζωγρχφον  του 
Πρωτάτου  τών  Καρυών,  του  Βατοπεδίου  και  τής  Λαύρας,  ώς  πι- 
στεύο^  εις  τίνα  Όμηρον  ποιητήν  τής  Ίλιάοος  και  τής  Οδύσσειας,  ώς 
πιστεύει  ό  Φαΰστο:  του  Γκαίτε  ίί'ς  τίνα  δύναμιν  άνωτάτην,  συγκρα- 
τούσαν καί  διατηρούσαν  τους  πάντας  και  έαυτήν.  Εις  τους  ερωτών- 
τας δε  ακριβέστερα,  μίαν  μονην  δύναμαι  να  δώσω  άπάντησιν.  τάς 
λεζεις  αυτού  τού  Φαύστου  προς  τήν  Μαργαρίταν,  δι'  ων  άποπερα- 
τονει  τήν  υπέρ  τού  υπέρτατου  όντος  θεωρίαν  του' 

Νεηη'δ  άαηη,  \νϊο  <1υ  τνίΐΐδΐ. 
Νβηη'δ  βΐϋοΐν!  ΗβΓζ!  1„ίβΙ»β !  (ϊοΐΐ! 
ΙοΙι  ή 3.1)β  Ινβίηβη  Ναιηβη 
(ΙαΓϋτ!  ΟβΓαΗΙ  ϊδΐ  ΑΙΙβδ  ; 
Νίΐιηβ  ϊδΐ  8οΙΐ3ΐ1  ϋηά  Β3ΐιοΙι. 

Δεν  πρέπει  δε  να  θεωρηθή  ή  άπάντησις  ώς  υπεκφυγή  Ή  ιστορία, 
όταν  δεν  θεωρή  αξιοπρεπές  να  έκπέση  ει;  σιμωνιδείους  νοθείας,  αναγ- 
κάζεται να  στέργη  ιδέας  γενικάς  οία  ή  φαυστεία  θεολογία. 

Ά  ν  ό  Διονύσιος  ό  εκ  Φουρνά  τών  Αγράφων  έσχηματίζετο  ώς 
γινώσκων  άκριβέστερον  τον  βίον  τού  Πανσελήνου,  ημείς,  δυςπιστουντες 
προς  ταύτας  τάς  ειδήσεις,  ορθώς  έμμένομεν  εις  τό  πράγμα,  εις  τήν 
άλήθειαν   τής   ιδέας  ην  έκπροςωπεί   ό   μέγας  Βυζαντινός   καλλιτέχνης. 

1  Σττνρ    27.  Λάμπρου  Μι/αήλ  Ακομινάτου  τά  σωζόμενα.  Τομ.  Β'  σ.  442. 

2  ϋηΓ/βτ  ΟΗπδίΜοΗ-ίϋΊβοΙιίδοΙιβ  ιιικί  Ι^ζαη ΙίιιίδοΙιβ  ΚϋΐΐδΙ  Ιν  τη  Έγχυχλοπαι' 
δε•α  ΕτβοΗ  και  θηώβΤ,  Μέρ.  Α'  Τόμ.  84  σ.  435. 


—  508  — 

Ώνομάζιτο    Μανουήλ  ;     προςεπωνυμεϊτο    Πανσέληνος  ;    ήτο    αληθώς 
Θεσσαλονικεύς  ; 

ΙοΙι  ΙιαΙ»β  Κβίηβη  Ναηιβη 

Και  όμως  υπάρχει  βυζαντιακή  τις  τέννη,  δυνηθέίσα  να  γέννηση  ζω- 
γραφιάς ϋπερτέρας  τών  συνήθων  εκείνων  και  πάσης  φιλοκαλίας  έστε- 
ρημενων 'έξαμβλωμάτων,  δι'  ων  κοσμούνται,  η  ας  εϊπω  μάλλον  άσχη- 
μίζονται,  τα  τέμπλα  τών  παρ'  ήμϊν  εκκλησιών  και  τά  κατ'  οίκους  ει- 
κονοστάσια. Υπάρχει  τέχνη  τις  ελληνική,  ήτις  δεν  ζητεί  νά  ύψωση 
προς  τον  θεόν  διά  της  νεκρώσεως  της  ιδέας  του  καλού,  ήτις  δεν  καθι- 
στά δύςμορφον  και  ώχράν  τήν  ανθρωπινή  ν  μορφήν,  μακρούς  τους  δα- 
κτύλους, στενόμακρον  τήν  ρίνα,  ήτις  δεν  βυθίζει  τους  οφθαλμούς  ιίς 
μέλαιναν  κόγχην,  άφ'  ης  δεν  άκτινοβολεΐται  το  πυρ  της  ζωής.  Μηδέ 
νομίση  τις  ημάς  νεωτερίζοντας  άνευλαβώς"  άπ'  εναντίας  φιλοκαλούμεν 
άρχαιοπρεπώς  και  έπιθυμούμεν  εϊπερ  τι  και  άλλο  τήν  ακριβή  γνώσιν 
της•  τέχνης  ταύτης.  Είνε  δέ  άναντίρρητον,  ότι  έχει  και  αύτη  τήν  άκ- 
μήν  αυτής  και  παρακμήν,  και  δτι  τήν  άκμήν  αυτής  άντιπροςωπεύει  ό 
μέγας  ζωγράφος  τών  αγιορείτικων  ευκτήριων,  θέλοντες  λοιπόν  νά  δη- 
λώσωμεν  τούτον  και  σύν  αΰτώ  τήν  ύψίστην  άνθησιν  της  αγιορείτικης 
και  της  καθ'  όλου  βυζαντιακής  εκκλησιαστικής  ζωγραφιάς,  διά  τι 
νά  ποιήσωμεν  χρήσιν  του  αλγεβρικού  Χ  και  να  μή  καλέσωμεν  αυτόν 
μάλλον  διά  του  ήμϊν  υπό  τής  παραδόσεως  διαφυλαχθέντος  ονόματος; 

Ό  περιοδεύων  τό  Άγιον  "Ορος  θά  εύρη  τους  μονανούς  αποδίδον- 
τας σχεδόν  πάσας  τάς  ζωγραφιάς  τών  εκκλησιών  και  ευκτήριων  οϊκων 
ίΐς  τον  ΙΙανσεληνον.  Άλλ'  ή  επισταμένη  παρατήρησις  διδάσκει,  ότι, 
ώς  έν  'Ιταλία  πάνθ'  όσα  ο'ι  οδηγοί  έπιδβικνύουσιν  ως  ζωγραφήματα 
τοϋ  'Ραφαήλ  δεν  είνε  έργα  τοΰ  μεγάλου  ζωγράφου,  ούτω  και  κατά 
τον  "Αθω  ολίγα  τών  επιδεικνυομένων  ώς  έργων  τού  Πανσελήνου  έλέγ- 
^ουσι  τόν  νρωστήρα  τού  Βυζαντινού  άριστοτε^νου.  Κατά  δέ  γνώμην 
γενικώς  επικρατούσαν,  τήν  άκμάζουσαν  γραφικήν  τών  Βυζαντινών  τήν 
συνδεομενην  μετά  τού  ονόματος  τοΰ  Πανσελήνου  άνευρίσκομεν  έν  ταΐς 
ξκκλησίαις  δύο  μοναστηριών,  τού  Βατοπεδίου  και  τής  Λαύρας,  και 
έν  τω  Πρωτάτω  τών  Καρυών,  ήτοι  τη  άρχαιοπρεπεΐ  εκκλησία  ήτις 
κοσμεί  τήν  οιονεί  πρωτεύουσαν  ταύτην  τού   Άγιου  Όρους. 

'Αλλά  πότ'  εγράφησαν   αύται  αί  είκόνβς;    άνήκουσιν  αϊ  ζωγραφίαι 


—  Π09  — 

και  των  τριών  τούτων  ευκτήριων  είς  μίαν  και  την  αυτήν  χείρα; 
Ασάφεια  και  αμφιβολία  μεγίστη  επικρατεί  περί  τούτων  των  ζητημά- 
των. Περιοριζόμενοι  εις  μόνους  τους  τελευταίους  των  γραψάντων  περί 
Άθω  εύρίσκομεν,  ότι  ό  μέν  Βίκτωρ  Ι^αη^Ιοίδ  θεωρεί  τον  Πανσέλη- 
νον  άκμάσαντα  μεταξύ  τοΰ  ΙΑ'  και  ΙΓ'  αιώνος1,  ομοίως  δέ  και  ό 
(Ιθ  Υο^ϋβ,  όςτις  παλαιότατα  πάντων  τών  έργων  θεωρεί  τα  έν  Κα- 
ρυαϊς,  δέχεται  δέ  δευτέραν  τινά  περίοδον  της  αθωνικής  αγιογραφίας, 
καθ'  ην  ίστορήθησαν  αϊ  έκκλησίαι  της  Λαύρας  και  τοΰ  Βατοπεδίου '. 
"Ο  δε  Βθ88Πΐαηη  3  δεν  ορίζει  τόν  χρόνον  της  ακμής  της  αθωνικής 
γραφικής  Τόν  ΙΒ'  αιώνα  φαίνεται  δεχόμενος  και  ό  8ΐ3ηΪ8ΐ&8  <3β 
ΝοΙΗαο4,  Ιν  ω  ό  Λυονναϊος  άββάς  Νβ^Γ&Ι,  ου  προ  βραχέος  μόλις 
•χρόνου  εξεδόθη  η  εις  τόν  "Αθω  περιήγησις,  θεωρεί  τόν  Πανσέληνον 
ζο>γράφον  τοΰ  ΙΑ'  αιώνος  5.  Και  αυτός  δ'  ό  εϊπερ  τις  και  άλλος 
ασχοληθείς  περί  την  βυζαντιακήν  γραφικών  τοΰ  Άγιου  "Ορους,  ό 
Γάλλος  ΟίάΓΟη,  διατάζει  εις  ποίον  αιώνα  νάναγάγη  τάς  παλαιάς 
ζωγραφιάς  τοΰ  Καθολικού  της  μονής  Βατοπεδίου,  όπερ,  κοσμηθέν  το 
πρώτον  δια  ψηφιοωμάτων  κατά  τόν  δέι-ατον  περίπου  αιώνα,  άνιστο- 
ρήθη  έπειτα  επί  τοΰ  αύτοκράτςρος  Ανδρόνικου.  Άλλ'  είνε  ούτος 
Ανδρόνικος  ό  Κομνηνός  η  ό  έτερος  τών  ομωνύμων  Παλαιολόγων  ; 
Ό  ϋίάτοη  φαίνεται  θεωρών  τάς  ζωγραφιάς  έργα  τοΰ  ΙΒ'  αιώνος, 
άρα  δέχεται  έκ  τών  τριών  αυτοκρατόρων  τόν  πρώτον  6.  Άλλ'  ή  ίστο 
ρία  τοΰ  μοναστηρίου  καθίστα  πιθανωτέραν  την  παραοοχην  μάλλον 
τοΰ  ετέρου  τών  Παλαιολόγων,  οϊτινες  εκαλοΰντο  'Ανδρόνικοι,  λι- 
γομεν  'Ανδρόνικον  Β'  Παλαιολόγον  τόν  Γέροντα  (  1  ^ 8 ^  --Ι328)  και 
'Ανδρόνικον  Γ'  τόν  εκείνου  εγγονον  (1  328- 1  33Ί),  ούς  εύρίσκομεν 
αμφότερους  μεγίστην  δεικνύοντας  φροντίδα  περί  της  μονής  και  πολ- 
λάς  αυτή  ποιούμενους  δωρεάς   διά   χρυσοβούλλων  '.    Περί   δέ   τής   μο- 

1    Εβ  Ιϊΐοηΐ  Αΐϋυδ.  Έν  Παρισι'οις.  1866  σ.  14. 

8  8γπβ  Ραΐβδίΐηβ  ΜοιιΙ  ΑΐΙιυϋ.  Έν  Παρισΐοις.  1876  β.  296. 

3  Εϊη   ΒβϋαοΙι  Ιιβΐ  ιΐβη    ΜΰηοΙιβη   ειιιΓ  (Ιβιη  Βυΐ'§•β  ΑιΙιοϊ   εν  τν)  ΟβαΙ^οίιβ 
ΒαΐΐάκϋΙΐαα.   1877.  Τομ.  Γ  φυλλάδιον  Ιανουαρίου. 

4  ΙΙηβ    νϊϋϊΐβ   »αχ    ΠΐοηαδΙβΓβδ    <1β    ΓΑΙ&08   εν    τω   πίριοδιχώ   συγγρά|Λ|Αατι   Εβ 
(<υηβ&ροη(1αηΙ  της  10  Φεβρουαρίου  1880  «.  507. 

5  Ιι'ΑΙΙιΟδ.  ΝοΙβϋ  (1'  ιιηβ  βχυιίΓδΐοη  &  ΙαρΓβ$ΐ|ΐι'  ί!β  βΐ  ϋ  Ι»  πιυηΐϊ^ηβ    άβϊ 
ωοΐιΐΒί.  Έν  Παρισίοις.  1880  α.  100. 

6  Αηη»1β5  αιοΐιβοΐοβϊιΐϋβϋ  Τομ.  Ε'  σ.  153. 

7  νίΰίοτ  Σ,αηρΙοίζ,  Εβ  αιοηΐ  ΑΙ&05.  Έν  Παριαίοις.  1867  σ.  18  χαί  41, 


—  510  — 

νής  Λαύρας  λέγει,  ότι  κατά  μεν  τους  μοναχούς  αϊ  ζωγραφίαι  τοΰ  Κα- 
θολικού, της  Πηγής  και  της  Τραπέζης  ανέρχονται  εις  το  δεύτερον 
ήμισυ  τοΰ  δεκάτου  αιώνος,  είνε  δ'  έργον  της  χειρός  αύτοΰ  τοΰ  Παν- 
σελήνου, κατ  άλλους  δε  των  καλογήρων  έ'ζησεν  ό  Πανσέληνος  τον 
ΙΒ'  αιώνα.  Άλλ'  ό  ΟϊάΓΟΠ  φρονεί,  δτι  είνε  μάλλον  έργα  τοΰ  ΙΔ'-ΙΤ' 
αιώνος  *.  Συνδέοντες  τάς  κρίσεις  ταύτας  τοΰ  Γάλλου  τεχνοκρΐτου 
περί  τών  ζωγραφιών  τοΰ  Βατοπεδίου  και  τών  της  Λαύρας,  εύρίσκο- 
μεν,  ότι  δεν  θεωρεί  ταύτας  άνερχομένας  είς  τους  αυτούς  χρόνους, 
άλλ'  ότι  δέχεται  Ικείνας  άρχαιοτέρας  τούτων  κατά  δύο  τουλάχιστον 
αιώνας  Άλλ'  οΰδ'  ό  ΟΐάΓΟη  είχε  κυρίως  ειπείν  μορφώσει  σταθεράν 
γνώμην  περί  τοΰ  χρόνου  εις  όν  ανέρχονται  τα  υπό  τών  μοναχών  τοΰ 
Άγιου  "Ορους  είς  τον  Πανσέληνον  αποδιδόμενα  έργα.  Έν  ω,  καθ" 
ά  είδομεν  μέχρι  τοΰδε,  εν  τω  ΰπ'  αΰτοΰ  έκδιδομένω  περιοδικώ  συγ- 
γράμματι,  τοις  Αηη&1β8  3ΓθΙΐ6θ1θ§ί(}υβ8,  τάς  μεν  ζωγραφιάς  τοΰ 
Βατοπεδίου  έθεώρει  έργον  τοΰ  ΙΒ',  τάς  δέ  της  Λαύρας  τοΰ  ΙΕ'  ή 
Ιζ"*  αιώνος,  εκδίδων  έν  γαλλική  μεταφράσει  τήν  Έρμηνείαν  τών  ζω- 
γράφων, εγραφεν  έν  τφ  προλόγω  περί  τοΰ  Πανσελήνου,  ότι  έζη  κατά 
τον  ΙΑ'  αιώνα2.  Έν  δέ  τινι  σημειώσει  της  αυτής  συγγραφής3  ορίζει 
ώς  αιώνα  καθ'  όν  εζη  ό  Βυζαντινός  καλλιτέχνης  τον  δωδέκατον  4. 
Τούτων  ούτως  ενόντων,  τίνος  έργον  είνε  και  έν  τίνι  χρόνω  έκαλ- 
λιτεχνήθη  ή  ζωγραφιά  ην  δημοσιεύω  σήμερον  ;  Κοσμοΰσα  το  Πρωτα- 

'  Αηη3ΐβ5  3ΓθΙΐ6θ1ο§ί(ΐιιβ$  Τόμ.  ΚΑ'  σ.  34.  "Ιο.  χαί  σ.  92. 

2  Μίΐηυβί  ά'  ΐοοηο^ΓαρΙιίβ  οΐιιβίίβηηβ  §ΐβα\\ιβ  βΐ  Ι&Ιίηβ  ανβο  ιιηβ  ίηΐτο- 
άιιοΐϊοη  βΐ  ιΐβ  ηοΙβ§  ρ&Γ  Μ.  Ώίάνοη.  Έν  Παρισίοις.  1845  σ.  XX. 

3  Αυτόθι  σ.  7  3ημ.   1 . 

■*  Εις  τα  τότε  γραφέντα  πρόςθες,  ότι  ό  ΜανουηΧ  Γεδεών  (Τδ  περί  Αγίου  "Ορους 
(ϊιβλίον  του  αϋϋβ  ΑΙβχαηάτβ  Ηΐααϊδίβδ  ΝκγιαΙ  έν  Άνατολιχώ  Αστέρι  Τόμ.  Κ'σ. 
250)  απεφάνθη,  ότι  τό  πρόςωπον  του  Πανσέληνου  καταντά  σχεδόν  μυ'ίικόν.  Πρβλ. 
τοΰ  αντον  Ό  "Αθως.  Έν  Κωνσταντινουπόλει.  1885  σ.  235  χ.  ε.  Ό  δέ  χ.  ΆΘ. 
Παπαδόπουλος  Κεραμεύς  έν  Μαυρογορδατείω  βιβλιοθη'χη  σ.  ιζ'  έξέδωκε  σημείωμα 
τι  ίχ  χειρογράφου  τινός  της  εν  Λέσβω  μονής  τοΰ  Λειμώνος,  καθ'  δ  ιερεύς  τις  Πανσέ- 
ληνος έ/ειροτοντ]θη  τω  1558,  χαί  έπειράθη  λίαν  άπιθάνως  νά  συσχέτιση  τούτον  προς 
τόν  ζωγράφον  τών  αγιορείτικων  μονών.  Ό  δέ  Βαΐ/βί  Ι-ι'  ΟΤΙ  Β^ζαηΙΪΙΙ  σ.  262  χ.  Ε. 
άποοε'/εται  τόν  Μανουήλ  Πανσέληνον  ώς  ίδρύσαντα  ιδίαν  σχολήν  αγιογραφίας  έν  θεσ- 
σαλονίκη τόν  δε'χατον  τρίτον  αιώνα  η  τάς  αρχάς  του  δεκάτου  τετάρτου.  Τέλος  δε  ό 
ΒτθοΜιαΗ8  (ϋίβ  ΚαηδΙ  ίη  (Ιβη  ΑΙΙιΟδΙίΙϋδΙβΓη  σ.  158  χ.  Ε.)  δειχνύεται  έφεχτιχός 
ώς  προς  τήν  υπαρξιν  τοΰ  Πανσελήνου,  αποδέχεται  δέ  τάς  μέν  -αρχαίας  τοιχογραφίας 
τοΰ  Βατοπεδίου  γοαφείσας  τω  1312,  τάς  δέ  τοΰ  Πρωτάτου  μεταξύ  τοΰ  1282  χαί 
1328,  τάς  δέ  της  Λαύρας  τω  1360  (αυτόθι  σ.  57). 


—  511   — 

τον  των  Καρυών,  ανήκει  και  αύτη  εις  τάς  ζωγραφιάς  αϊτινες  άποδί 
δονται  κατά  παράδοσιν    κοινήν   είς   τον  Πανσέληνον.  ΤΑρα  μία  χειρ, 
ή  αύτη,   Ικόσμησε    την  έκκλησίαν  ταύτην   δια  των  θαυμάσιων  τοιχο- 
γραφιών δι'  ων  είνε  Ιστορημένοι  άπαντες  αυτής  οί  τοίχοι  ;     Είνε  πά*- 
σαι  αύται  έ'ργα  της  αύτης  εποχής,  και  ποίας  ;  Ό  περιεργασμένος  την 
έκκλησίαν    έκείνην  δεν  θα  δυςκολευθή  νά  πιστεύση,  ότι  εϊς  μόνος  ζω- 
γράφος   ίστόρησεν   αυτήν  —  εννοώ  δέ  μόνον    το  έσωτερικόν,  επειδή  ό 
νάθρηξ  είνε  προφανώς  έργον  τών  νεωτέρων  χρόνων, —  καίτοι  εινε  μυ- 
θωδης    ό    πλούτος    και    μέγα    το    πλήθος    τών    εικόνων.     Άλλ'    άρκεϊ 
νάναλογισθώμεν  την   εύχέρειαν    μεθ*  ης   εργάζονται   οί   ζωγράφοι    τής 
Ανατολής,    ίνα    μη    όκνήσωμεν    να    δεχθώμεν    ώς    έργα    ενός   ανδρός 
πάντα    τα    κοσμοΰντα    τό    Πρωτάτον    τών     Καρυών    ζωγραφήματα. 
Πάντως  δέ  πρέπει  να  θαυμάσωμεν  την  άσφάλε(αν  τής  χειρός  και  την 
φιλοκαλίαν   του    καλλιτέχνου,    όςτις   δέν   συνέδεε  μετά  τής  ταχύτητας 
την    βαναυσουργίαν,  άλλ'  ένεπνέετο    υπό    τής    ιδέας    τής   τέχνης    και 
επλαττεν  αυτός  κάλλιστα  σχεδΐα  ή  έμιμεϊτο  τάριστα  τών  προτύπων. 
Εξεταζόμενα  δέ   τα  διάφορα  ταύτα  έ'ργα  προς  άλληλα   ένδεικνύουσι 
μέν    διάφορα    γνωρίσματα,  άλλα    δέν  παρέχουσιν  ευδιάκριτους  άφορ- 
μάς  χωρισμού  χειρών   καΙ  χρόνων. 

Νομίζομεν  λοιπόν,  ότι  μετά  παρρησίας  δυνάμεθα  νά  κηρύξωμεν  ώς 
έργα  μιας  και  τής  αυτής  χειρός  τάς  ζωγραφίας  τάς  κοσμούσας  τους 
εσωτερικούς  τοίχους  του  Πρωτάτου  τών  Καρυών.  ^Αλλο'  δέ  ζήτημα 
πολυπλοκώτερον  είνε,  αν  τής  αυτής  χειρός  ή  καν  τής  αυτής  εποχής 
και  σχολής  έ'ργα  είνε  και  αϊ  ζωγραφίαι  τής  Λαύρας  και  του  Βατοπε- 
δίου.  Άλλ'  ιστορικώς  εξετάζοντες  τό  πράγμα  άγομεθα  εις  ενότητα 
τίνα  χρονικην,  ήτις  ϊσως  δεικνύει  και  τον  άμφισβητούμενον  χρονον 
καθ*  ον  ενζησεν  ό  Πανσέληνος  η  ώς  άλλως  έκαλεϊτο  ό  Βυζαντινός  εκεί- 
νος άριστοτέχνης,  ούτινος  υπό  τούτο  τό  όνομα  διεσώθη  έν'Αγίω  Όρει 
ή  θολή  άνάμνησις.  Τά  γεγονότα  ταύτα  συνδυάζω  ενταύθα  παραγό- 
μίνος  εις  είκοτολογίας  έπιβαλλομένας,  ίσως  δέ  και  δικαιολογουμενας 
μέχρι  τινός  έν  θέματι  περί  ού  ελάχιστα  μέχρι  τοΰδ'  εγράφησαν  και 
ίτολμήθησαν. 

Εϊδομεν  ανωτέρω, δτι  έπϊ  τών  Άνδρονίκων  Παλαιολόγων,  ήτοι  κατά 
τό  πρώτον  ήμισυ  του  δεκάτου  τετάρτου  αιώνος,  διαφαίνεται  διακε- 
κριμένη τις  επιμέλεια  τής  βυζαντιακής  βασιλείας  περί  την  μονήν  Βα• 


—  512  — 

τοπεδίου.  Κατά  δε  την  διαβεβαίωσιν  του  Γάλλου  ΡίφβΙγ,  άν  πρέπη 
να  πιστεύσωμεν  αυτόν,  άλλως  έλεγ/όμενον  πικρώς  υπό  του  Οί(3ΐΌΠ 
ε'πί  άνακριβείαις,  εν  ταϊς  ζωγραφίαις  του  Βατοπεοίου  συχνή  απαντά- 
ται η  είκών  του  αύτοκράτορο;  Ιωάννου  Κατακουζηνοΰ,  οςτις,  ώς  γνω- 
στόν, εν  αυτή  διήγαγε  τα  τελευταία  ετη  του  βίου  ώς  μονα/ός1. 
Ευρισκόμεθα  λοιπόν  και  πάλιν  έν  τω  ΙΔ'  αίώνι  μεσοΰντι.  Άλλα  και 
των  Καρυών  ή  ιστορία  παρουσιάζει  κατά  τον  ΙΔ'  αιώνα,  περί  τους 
αυτούς  χρόνους,  γεγονός  άξιον  παρατηρήσεως,  δυνάμενον  νά  ληφθη 
ύπ'  όψιν  εν  συσ/ετισμώ  προς  τά  προμνημονευθέντα.  Τότε  δήλα  δη 
άνα^ιοργανωθεΐσα  η  σύνοδος  τών  μονών,  αΐτινες  έκηρύνθησαν  ανεξάρ- 
τητοι από  του  μητροπολίτου  Θεσσαλονίκης  και  τοΰ  επισκόπου  Ιερισ- 
σού το  πρώτον  «πι  Αλεξίου  Α'τοΰ  Κομνηνού,  ανέλαβε  την  διοίκησιν 
τοΰ  Όρους  κα;  έστησε  την  εδραν  αυτής  έν  Καρυαϊς  2.  Και  άλλως  δε 
ό  δέκατος  τέταρτος  αιών  παρίσταται  ουσιώδης  δια  την  κοινότητα 
του  Άγιου  "Ορους. 

Είς  τά  ιστορικά  ταΰτα  γεγονότα  προςτίθεται  καί  τι  γνώρισμα,  όπερ 
ας  μοι  έπιτραπη  νά  ονομάσω  γραφογνωστικόν.  Πολλάς  τών  ζωγραφιών 
του  Πρωτάτου,  ίν  αΐς  και  την  ενταύθα  δημοσιιυομένην,  περιθέει  ται- 
νία τις  ίξ  άνθεμίων,  παραλειφθεϊσα  έν  τγ)  ημετέρα  άναπαραστάσει, 
ήτις  χωρίζει  αύτάς  άπό  τοΰ  μονό^ρου  κονιάματος  τών  τοίχων.  Τό 
ώραϊον  και  χαρακτηριστικόν  τοΰτο  θωράκιον  ενέχει  εν  τε  τοις  χρώ- 
μασι  καί  τη  τεχνική  διασκευή  τον  χαρακτήρα  τών  ΐπιτίτλων  τών 
κοσμούντων  τά  βυζαντιακά  χειρόγραφα  του  δεκάτου  τετάρτου  καί 
δεκάτου  πέμπτου  αιώνος 

Είνε  άρά  γε  αϊ  ίστορικαί  καί  καλλιτεννικαί  αύται  συμπτώσεις  τυ- 
/αΐαί  τίνες  η  δυνάμεθα  νά  ειπωμεν  καί  περί  τών  ζωγραφιών  τοΰ 
Πρωτάτου  τών  Καρυών  καί  τοΰ  Βατοπεδίου  ό  τι  ήδη  έτολμήθη 
περί  τών  της  Λαύρας ,  ότι  έζωγραφήθησαν  δήλα  δη  εν  χρόνοις 
νεωτέροις  τών  κοινώς  άνευ  λόγου  τινός  εσωτερικού  παραδεδεγμένων; 
Ό  Πανσέληνος  έζησε  κατά  ταΰτα  τον  ΙΔ'  αιώνα  ;  Κλείομεν  τον  λό- 
γον  δι'  ερωτήσεως   ώς  κατηρξάμ,εθα  αΰτοΰ  ερωτώντες. 

Αί  είς  τόν  Πανσέληνον  άποδιδόμβναι  ζωγραφίαι  πολλάκις  μεν  έμε- 
λετήθησαν,  άλλ'  έλά^ισται  αυτών  έδημοσιεύθησαν.  Ό  Γάλλος  ΡΜΐΌΠ, 

«  Κβναβ  άβ5  άβαχ  πιοηάβδ  Τομ.  ΙΗ'  (1847)  σ,  987. 
2  ΣαηρΙοίδ  ίβ  ιηοηί  Αΐ&ο$  «.  9. 


ο 
ζ 

< 

ω 


> 


—  513  — 

περιοδίύσας  τφ  1839-1840  τήνΈλλάδα  και  την  Τουρκίαν,  ίνα  με- 
λετητή τα  έργα  της  βυζαντιακής  τέχνης  μετά  του  ζωγράφου  ΟϋΓΕΓκΙ, 
έδημοσίευσεν  ολίγα  μόνον  αντίγραφα,  και  ταΰτ'  άνευ  χρωμάτων,  έν 
ταΐς  συγγραφαϊς  αύτοΰ.  Έκ  δέ  των  δώδεκα  αγιογραφιών  της  Λαύρας, 
αίτινες  άντιγραφεΐσαι  ύπτό  του  ΡαρβΙ^  εΰρηνται  νυν  έν  τη  συλλογή 
των  σ/εδιογραφημάτων  του  Λούβρου,  τέσσαρες  έζεδόθησαν  έν  χρω- 
ματολιθογραφίαις  υπό  του  ίιΟΙΙ&ΙκίΓΘ  έν  τη  πολυτίμω  συγγραφή  ί<68 
£ΙΓΐ8  80ΐΤφΙα£ΐίΓβ8.  Μία  δε  ξυλογραφία  παριστώσα  τον  "Αγιον  Γεώρ- 
γιον  των  Καρυών  κοσμεί  την  εις  τον  "Αθω  περιήγησιν  του  ΡΓ011811. 
Έκ  δε  της  πλουσιωτάτης  συλλογής  αντιγράφων  και  φωτογραφιών  της 
άπαρτισθείσης  άδροτάταις  δαπάναις  τού'Ρώσου  εύπατρίδου  Σεβαστια- 
νώφ  και  άποκειμένης  έν  τω  μουσείω  της  Πετρουπολεως  εϊ  τίνες  έδη- 
μοσιεύθησαν  ϊσως  εΰρηνται  κεκρυμμέναι  έν  συγγραφή  τίνι  ρωσική  δυς- 
προςίτω   και  μόλις  που  γνωστή. 

Είς  πρακτικωτέρους  δε  σκοπούς  άπέβλεπεν  ή  μελέτη  τών  ζωγρα- 
φιών του  Πανσελήνου  ΰπό  του  έν  Μονάχω  ζωγράφου  Μαχ  8θίΐΖ  και 
τών  ημετέρων  Λύτρα  και  Χατζηγιαννοπούλου,  ήτις  και  εις  μίμησιν 
ηγαγε  της  βυζαντιακής  τεχνοτροπίας  έν  ττ\  εκτελέσει  αγιογραφικών 
έργων.  Δεν  έζεύρομεν  δε  κατά  πόσον  εί/ον  γνωρίσει  και  μελετήσει  του 
Πανσελήνου  τα  έργα  οί  φιλόκαλοι  ζωγράφοι  οι  μονάζοντες  έν  τω  βε- 
νεδικτείω  μοναστηρίω  του  ΒβυΐΌΠ  έν  Γερμανία.  Ούτοι,  κοσμήσαντες 
όΓ  αγιογραφιών  έπϊ  τω  ίωβιλαίω  της  δεκάτης  τετάρτης  έκατονταε- 
τηρίδος  από  της  γεννήσεως  τού  άγιου  Βενεδίκτου  το  ύπ'  αύτοΰ  Ιδρυ- 
θέν έπι  του  Κασίνου  ορούς  της  Ιταλίας  πρώτον  μοναστήριον  του 
ομωνύμου  τάγματος,  άπέστησαν  ουσιωδώς  του  συνήθους  έν  τη  Δύσει 
τρόπου  της  κοσμικωτέρας  αγιογραφίας,  έπανελθόντες  είς  σεμνότερα; 
και  ιδεωδεστέρας  παραστάσεις,  βάσιν  έχουσας  την  μελέτην  της  αρ- 
χαίας   ελληνικής  τέχνης   και    της    βυζαντιακής  γραφικής2. 

Ή  δε  ζωγραφιά,  ην  έκδίδομεν  σήμερον,  εύελπιστουντες,  ότι  πρα,ε- 
χώς  θά  δυνηθώμεν  νά  άημοσιεύσωμεν  και  άλλα  τών  περιλαλήτων  έρ- 
γων του  Πανσελήνου  ανέκδοτα    έκ  της  συλλογής    ην  άπηρτίσαμεν    τό 

'  ΤοαΓ  άα  πιοπάβ  1860,  Τομ.  Β',  σ.  116. 

3  "Ιοε  τήν  ίιπ'  αυτών  τω  1880  ρκδοθείσαν  ίιπά  την  ΐπιγραφην  8.  Ββηβ(1ίθΙΐ15  συλ- 
λογήν  ε'ι'χοσι  και  επτά  φωτογραφικών  άπει/.ονυμάτων  μετά  προτασσομε'νου  επεξηγημα- 
τικού κειμένου  γαλλικού  και  γερμανικού. 

ΣΠΓΡ-    Π.    ΛΑΜΠΡΟΓ,    ΜΙΚΤΑ!    ΪΕΛΙΔΒΕ  33 


—  514  — 

θέρος  του  1880  έν  Άγίω  Όρει,  κοσμεί  εσωθεν  το  ύπέρθυρον  της 
πύλης  του  νάρθηκας  της  έν  Καρυαΐς  εκκλησίας  του  Πρωτάτου,  δια- 
τηρείται δ'  άριστα  πλην  ελαχίστου  μέρους,  όπερ  έδήλωσε  πιστώς  ό 
άντιγραφεύς.  Παρίσταται  6  έν  αύτη  ό  ' Ιησούς  έν  τη  φάτνη,  ουχί  ώς 
βρέφος,  άλλα,  κατά  συνήθειαν  ην  και  άλλως  άπαντώμεν  έν  τη  ελλη- 
νική χριστιανική  τέχνγ),  ώς  παις  ήδη  ηΰξημένος.  Σεμνή  είνε  ή  οψις 
του  θείου  παιοός,  δςτις  παρίσταται  ένδεδυμένος,  ώς  έκ  της  συνήθους 
τή  ελληνική  χριστιανική  τέχνγ)  σεμνότητος,  άποφευγούσης  όσον  ενε- 
στι  το  γυμνόν.  Το  πρόςωπον  έχει  τους  χαρακτήρας  της  θείας  πραό- 
τητος  συνδεδεμένης  προς  τήν  παιδικήν  άφέλειαν.  Γλυκεία  δε  είνε  ή 
εκφρασις  τών  ήρεμα  συγκεκλεισμένων  χειλέων  και  των  ολίγον  τι  μυόν- 
των  οφθαλμών.  Μαλακός  είνε  ό  τρόπος  της  αναπαύσεως  και  εύκο- 
λος ό  ύπερεισμός  του  κεκλιμένου  προςώπου  επί  της  δεξιάς  χειρός. 
Ύπεμφαίνεται  δε  διά  τούτων  ή  θειότης  του  ρεϊα  ζώοντος  Ίησου. 
Όποια  διαφορά  μεταξύ  της  γαληνιαίας  ταύτης  ραστώνης  του  νεαρού 
υιού  του  θεού  και  της  κοπώσεως  ην  ενέχει  και  αυτή  ή  άπό  τών  άθλων 
άνάπαυσις  του  φαρνεσιακου  Ηρακλέους.  Ενταύθα  μεν  εχομεν  ρέουσαν 
έκχυσιν  τών  μελών  τού  νεήλυδος  θεού,  έκεϊ  δ'  έντασιν  μυώνων  και 
ογκον  σαρκών  του  καθεστηκοτος  ήρωος.  Ό  Ηρακλής  του  Γλύκωνος 
έπόνησε  κατά  τών  τεράτων  της  γής  και  μέλλει  ακόμη  νά  έντείνη 
νέας  δυνάμεις  προς  νέους  άθλους. Ό  δε  Ιησούς  τού  Πανσελήνου  κατ- 
ήλθεν  έκ  τών  κόλπων  του  ουρανού  και  άπόνως  θά  έπιδαψιλεύσγι  εΐ- 
ρήνην  και  έλεος  εις  τόν  κόσμον.  *Αν  ό  λυσίππειος  εκείνος  "Ηρακλής 
άναλαβών  ζωήν  βάδιση,  πρέπει  νά  τον  φαντασθώμεν  καταφέροντα  το 
ρόπαλον  κατά  λέοντος  τίνος  νεμειείου  ή  ύδρας  τινός  λερναίας '  ό  δε 
Ιησούς  τών  Καρυών,  αν  έγερθή,  δέν  θά  παλαίση  ουδέ  θάθλήσ/), 
άλλα  θά  τεένγι  τάς  χείρας  προς  εύλογίαν. 

Ό  τύπος  ούτος  του  άναπαυομένου  παιδός  Ιησού  άφωρμήθη  έν 
σχέσει  προς  το  γνωστόν  χωρίον  τής  Γενέσεως  (Χί,ΙΧ,  9)  «και  άνα- 
πεσών  έκοιμήθη  ώς  λέων,  και  τις  δύναται  έγερεϊν  αυτόν;»  Κατ'  ολί- 
γον δε  κατέστη  κοινός  έν  τή  γραφική  τής  ελληνικής  εκκλησίας.  Σχε- 
δόν έν  πάση  εκκλησία  τού  Άγιου  Όρους  έπανελήφθη  ό  Ιησούς  τοϋ 
Πανσελήνου,  άλλ'  οι  άντιγράψαντες  αυτόν  ζωγράφοι,  καίπερ  μείναν- 
τες  όσον  οίον  τε  πιστοί  εις  τόν  άρχαϊον  τύπον,  διέφθειραν  τάς  ανα- 
λογίας   τού    πρωτοτύπου    και    έμείωσαν    αισθητώς   το   κάλλος    αυτού. 


—  515  — 

"Η  εκφρασις  του  προςώπου  έξέλιπεν,  ή  ειρήνη  ή  διαπνέουσα  το  δλον 
έργον  διεταράχθη,  ή  υποδόριος  εκείνη  ύποπρασίνη  χροιά  ή  χαρακτη- 
ρίζουσα  τάς  ζωγραφιάς  του  καλλιτέχνου  και  έχουσα  την  γέννησιν  αυ- 
τής έν  ταΐς  άνάγκαις  της  προοπτικής,  ένεκα  του  ύψους  έν  ω  συνήθως 
βϊνε  καταγεγραμμέναι  αϊ  εικόνες,  παρανοηθεΐσα  απέβη  πυκνή  πρά- 
σινη βαφή,  ήτις  επιτιθεμένη  εις  τα  πρόςωπα  δίκην  κονιάματος  καθι- 
στό* ταΰτα  ώχρα  και  άκαλλή.  Τέλος,  ως  και  έν  άλλαις  παραστάσεσιν, 
ή  τέχνη  έξέπεσεν  έν  ταΐς  χερσίν  άδεξίων  μιμητών  εις  άπλοΰν  μηχανι- 
σμόν.  Σπανιώτερον  δέ  ποτέ  ή  νεωτέρα  ελληνική  τέχνη,  άφισταμένη 
τοΰ  τύπου  τούτου  και  εμμένουσα  μάλλον  εις  το  γράμμα  του  χωρίου 
της  Γενέσεως,  παριστά  μεν  τον  Ίησουν  ως  παϊδα,  ζωγραφίζει  δέ  παρ' 
αύτώ  και  λέοντα,  ως  βλέπομεν  τούτο  εν  τινι  ζωγραφιά  της  μονής 
Φιλόθεου,  ήτις  έγράφη  μεσοΰντος   τοΰ  παρελθόντος  αιώνος1. 

Τον  δέ  τύπον  τοΰ  άναπαυομένου  παιδός  Ιησού  παρέλαβε  πλην  της 
νεωτέρας  ελληνικής  τέχνης  ή  τε  ρωσική  άγ'.ογραφία  2  και  ή  εικονογρα- 
φία των  Ιταλών,  Έν  τή  πινακοθήκη  τοΰ  Έθνικοΰ  Μουσείου  της 
Νεαπόλεως  πλην  τοΰ  πίνακος  τοΰ  Νεαπολίτου  Λουκά  ΟΐοΓίΙ&ηο 
(  1632-  1705)  αξιοθέατος  είνε  υπό  ταύτην  τήν  έ'ποψιν  μάλιστα  ό 
Οβδίΐ  βο,ΓηβίΐΙΟ  τοΰ  Βονωναίου  ζωγράφου  Οϋϊ(1θ  Κθηί  (1574- 
164*2)  3,  όςτις  μεγάλως  ενθυμίζει  τον  Ίησοΰν  τοΰ  Πανσελήνου. 
Ουδαμώς  δέ  παράδοξος  θα  φανή  ό  συσχετισμός,  αν  άναλογισθώμεν 
τάς  ποικίλας  επιδράσεις  της  βυζαντιακής  τέχνης  έπί  τήν  της  Δύσεως, 
|δίως  έν   Ιταλία. 

Εΰχόμεθα  όπως  ή  ενταΰθα  γινομένη  δημοσίευσις  τοΰ  ωραίου  τούτου 
έργου  της  βυζαντιακής  γραφικής  γείνη  αφορμή  ευρύτερων  μελετών 
περί  της  τέχνης  τών  Βυζαντινών,  ήτις  περιφρονείται  και  διαβάλλεται, 
επειδή  ελάχιστα  εϊνε  γνωστή.  Ουδαμώς  δ'  άμφιβάλλομεν,  ότι  κάλ- 
λιον  γινωσκομένη  οΰ  μόνον  θα  εΰρη  τους  εις  αυτήν  άρεσκομένους, 
άλλα  και  θα  προκαλέση,  ως  έν  τή  Δύσει,  μιμητάς  παρά  τοις  καλλι- 
τέχναις.  Ήμεϊς  τουλάχιστον  θα  προςπαθήσωμεν  να  συντελέσωμεν  εις 
τοΰτο  πάση   δυνάμει. 

1  Αηη»1β8  αΓοΙιβοΙο^ΐςηβδ  Τομ.  ΙΗ'  σ.  200. 

2  ^.  ΜανΙίηον  Ιι'  ίοοηο^ΓίίρΙπβ  Β,αβδβ  έν  ταΐς  Εΐοάβδ   ι•β1ϊ£ΐβυ<565  ,  Ιιΐ*>Ιο- 
ΐ'ίηυβκ  βΐ  ΙίΙΙβταίΓβ*  ρ3,Γ  άβ5  ρβΓβ5  (1β  1η  οοιηρ»§ηίβ  ιΐβ  ,Ιέδΐϋί.  1875  σ.  169. 

3  Έν  τί)  αίθοΰστ)  τοϋ  Βονωνικού  εργαστηρίου  (8θΟθ1όΙ  Βθ1θ£ηβ5β)  όπ'  άρ.  7. 


ΕΙΚΩΝ  ΙΕΡΕΜΙΟΓ  Α' 
ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ  ΤΗΣ  ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ 


Ή  Ιν  τώ  απέναντι  πίνακι  δημοσιευομένη  εΐκών  παριστάνει  τον 
άγιώτατον  πατριάρχην  Κωνσταντινουπόλεως  Ίερεμίαν  τον  Α'.  'Επα- 
τριάρχευσε  δ'  επί  τρία  δλα  και  εΐκοσιν  ετη,  από  του  1520  μέχρι  του 
1543,  μικρές  μόνον  έν  έ'τει  1523  διακοπής  γενομένης,  καθ'  ην  αντι- 
κατεστάθη, απουσιάζων  της  Κωνσταντινουπόλεως  εις  Ιεροσόλυμα, 
υπό  του  έπιβάτου  Ίωαννικίου  Α'.  Κυριώτατον  δ'  αύτοΰ  έργον  ύπήρ- 
ξεν  ή  προστασία  και  διάσωσις  των  εκκλησιών  της  Κωνσταντινουπό- 
λεως, αΐτινες  μικρού  δεϊν  έγίνοντο  άπασαι  θΰμα   των  ούλεμάδων. 

Παριστάνεται  δ'  έν  τη  εΐκόνι  ταύτγι  ώς  κτίστης  της  έν  Άγίω'Ορει 
μονής  του  Σταυρονικήτα,  ην  και  κρατεί  έν  χερσί.  Πράγματι  δε  ή 
μονή  αύτη,  κειμένη  κατά  την  άνατολικην  πλευράν  του  "Ορους  εις 
μικράν  άπόστασιν  άπο  της  μονής  των  Ιβήρων,  Ικτίσθη  τή  φροντίόι 
αύτου  τω  1540  η  1541.  Αναφέρεται  δε  ήδη  έν  τω  τυπικώ  των 
αθωνικών  μονών  τω  συντεταγμένο)  τω  1544  * .  Έν  &έ  τφ  γνωστώ 
Προςκυνηταρίω  του  Αγίου  "Ορους  ό  τάς  μονάς  περιγράψας  ιατρός 
Ιωάννης  ό  Κομνηνός,  έκτιθείς  τα  κατά  την  ευαγή  ταύτην  μονήν, 
λέγει  τά  έξης  περί  της  κτίσεως"  ατό  ιερόν  μοναστήριον  τό  καλοΰ- 
»  μενον  του  Σταυρονικήτα  τό  έ'κτισεν  ό  παναγιώτατος  πατριάρχης 
«Κωνσταντινουπόλεως    κυρ   Ιερεμίας    ό    παλαιός». 

Ώς  δε  και  έν  άλλαις  έκκλησίαις  αγιορείτικων  μονών  εΰρηνται  άπει- 
κονισμενοι   οι    κτισται    αυτών    και    οι  ευεργεται,    ούτω    όεν  ημελησαν 

*  Έδημοσιεΰθη  τό  πρώτον  εν  τω  Δελτίω  της  Ιστορικής  και  εθνολογικής  εταιρείας 
Τό>.  Α'  (1883)  α.  121  χ.έ. 

1  "Ιδί  τό  περιοδικόν  του  εν  Πετρουπόλει  βωαικοΰ  υπουργείου  της  Παιδείας.  1848 
Τόμ.  ΝΖ'  σ,  61. 


ΓΤΊΥΡ.  Π. ΛΑΜΠΡΟΥ     Μ1ΚΤΑΙ    ΣΕΛΙΔΕΓ 


Πίνπί  ζ; 


ιβ£ΏΠ3 
£ΙΏΙ3ΙΙΕ 


ίϊκιω 


Ο    ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ   ιερεμιας 


—  517  — 

και  οί  του  Σταυρονικήτα  μοναχοί  νάπεικονίσωσιν  επί  του  τοίχου  της 
ίπ  ονόματι  του  Άγιου  Νικολάου  τιμώμενης  εκκλησίας  της  μονής  τον 
ευσεβή  πατριάρχην,  είς  όν  ώφείλετο  η  ύπαρξις  αυτής.  Έγράφη  δέ 
πιθανώς  ή  εΐκών  (ϋραχύν  χρόνον  μετά  τον  εν  ετει  1543  θάνατον  του 
πατριάρχου,  δςτις  και  έφρόντισε  δι'  ιδίας  διαθήκης  να  προνοήση  περί 
της  ύπ'  αυτού  ιδρυθείσης  μονής  V  Ευτυχώς  δε  ή  είκών  αύτη  διεσώθη 
άβλαβης,  μη  φθαρείσα  υπό  της  πυρκαΐάς  της  παραναλωσάσης  την 
μονήν  πρό  τίνων  ολίγων  ετών,  έξ  ης  ου  μικράς  άλλως  υπέστη  ζημίας 
και  αύτη   ή  εκκλησία. 

Έπειδη  δε  ή  εικονογραφία  τών  μεσαιωνικών  χρόνων  της  εθνικής 
ιστορίας  έχει  μεγάλην  σημασίαν,  δπως  κατ'  ολίγον  δια  τής  περισώ- 
σιως  όσημέραι  πλειόνων  εικόνων  άποβη  ζωντανότερα  ή  Ιστορία  ημών 
και  οίονεί  προςιτωτέρα  εις  τους  ημετέρους  οφθαλμούς,  έφρόντισα  κατά 
την  έν  ετει  1880  τετράμηνον  εν  τφ  'Ορει  διαμονήν  μου,  όπως  αντι- 
γραφή και  αύτη  ή  τοιχογραφία  ώς  επιμελέστατα  και  πιστότατα  ύπό 
τού  συνοδεύσαντός  με  δεζίωτάτου  Ελβετού  ζωγράφου  κ.  ΟίΙΙίβΓΟΠ• 
Νΰν  δε  δημοσιεύω  αυτήν  πανομοιοτύτως,  σημείων,  ότι  ή  δημοσιευ- 
μένη  είκών  έσχεδιάσθη  είς  το  725  πεΡ'που  τ0^  πρωτοτύπου. 


1  ΣαηρΙθί$  1^6  ΗΙΟΠΐ  ΑΙ&05  σ.  71.  Ή  διαθήκη  αίίτη  φέρει  χρονολογίαν  Γ546, 
ίν  ω  ύπ'  ά'λλων  ό  θάνατος  τού  πατριάρ/ου  ανάγεται  είς  τό  έτος  1543.  Ιδε  Μαθά 
Κατάλογος  πατριαρχών  σ.  179.  Ό  δέ  Γεδεών  (  Πατριαρχικοί  πίνακες  σ.  505)  λέγει 
αυτόν  θανόντα  τω  1544  η   1545. 


ΠΡΟΧΕΙΡΑ  ΤΙΝΑ 

ΠΕΡΙ  ΤΩΝ  ΠΗΓΩΝ  ΤΗΣ  ΑΘΗΝΑΪΚΗΣ  ΙΣΤΟΡΙΑΣ 
ΚΑΤΑ  ΤΟΤΣ  ΜΕΣΟΤΣ  ΑΙΩΝΑΣ  ΚΑΙ   ΕΠΙ  ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΣ  * 


Α' 

Ήθέλομεν  πλανηθή  τα  μέγιστα  πιστεύοντες,  ότι  ήδυνάμεθα  νάνα- 
πλάσωμεν  ζώσαν  την  ίστορίαν  της  ημετέρας  πατρίδος  κατά  τους  μέ- 
σους αιώνας  δια  μόνης  της  αναγνώσεως  και  του  υπομνηματισμού  τών 
Βυζαντινών  και  τών  έπιγενεστέρων  ιστοριογράφων.  Ου  μόνον  πλείστα 
γεγονότα  θα  εμενον  τότε  άγνωστα  ημϊν,  άλλα,  το  κυριώτατον,  προ 
πολλών  συμβάντων  ηθελεν  επικρατήσει  άντίληψις  μονομερής  και  ατε- 
λής, αν  μη  συνεπληρουντο  αί  ειδήσεις  τών  ιστοριογράφων  δι'  άλλων 
πηγών  άμεσωτέρων,  οία  τα  έγγραφα  τα  γεννηθέντα  κατ  αυτήν  τήν 
τελεσιν  τών  ιστορικών  γεγονότων  και  αί  έπιγραφαϊ,  τα  νομίσματα, 
τα  δημώδη  άσματα,  ίνα  περιορισθέντες  είς  ταύτα  μή  καταγράψωμεν 
ένταΰθ'  ακριβή  κατάλογον  τών  πρώτων  και  άμεσων  πηγών  της  Ιστο- 
ρίας, τούθ'  όπερ  δεν  είνε  του  παρόντος. 

"Ινα  δε  περιορισθώμεν  εις  τάς  Αθήνας,  ή  μεσοχρόνιος  ιστορία  της 
πόλεως  ταύτης,  αν  ηθελεν  άφορμηθή  άπό  μόνων  τών  έν  ταϊς  έτοίμοις 
ίστοριογραφίαις  τών  Βυζαντινών  και  της  Δύσεως  εγκατεσπαρμένων 
ίστορημάτων,  έμελλε  να  όμοιάση  προς  πάλαιαν  μουσειακήν  εικόνα,  ης 
αί  ψηφίδες  αί  πλείσται  έκσπασθεϊσαι  ΰπο  τών  οδόντων  του  χρόνου 
άφήκαν    άραιόν    και   άσυνάρτητον    πίνακα   μόλις   που    διαχρωννύμενον 

'   Έδημοσιεύθη  τό  πρώτον  εν  τώ  Παρνασσω  Τομ.  Ε'  (1881)  σ.  244  κ.  έ. 


—  519  — 

ύπό  λίθων  ασύνδετων  προς  αλλήλους.  "Ινα  δέ  ή  είκών  άποβή  πλήρης, 
ανάγκη  να  συγκομίσωμεν  όθενδήποτε  τάς  έκπεσούσας  ψηφίδας. 

Έν  τοις  πρώτοις  δε  τακτέα  η  μελέτη  των  έν  τοις  διαφόροις  άρ- 
νείοις  σωζόμενων  εγγράφων.  Ή  ιστορία  της  αλώσεως  της  πόλεως  ύπό 
του  Μοροζίνη  θάπέβαινεν  ατελέστατη,  αν  μή  έμελετώντο  προςηκόν- 
τως  τα  πλούσια  έγγραφα  τάποκείμενα  έν  τοις  άρχείοις  οΰ  μόνον  της 
Βενετίας,  άλλα  και  της  Βρουνσβίκης  και  του  Άννοβέρου,  του  Λυνε- 
βούργου  και  των  άλλων  πόλεων,  έξ  ων  κατήγοντο  οΐ  την  στρατιάν 
το•ί  Βένετου  συναποτελούντες  Γερμανοί  μισθωτοί.  Περί  δε  της  κατα- 
στάσεως των  Αθηνών  κατά  τον  δωδέκατον  αιώνα  ήθελεν  υπάρξει 
άγνοια  σ/εδόν  πλήρης,  αν  μη  έσώζετο  έν  τοις  εργοις  του  Ακομινάτου 
πλην  άλλων  ειδήσεων  ή  προς  Άλέξιον  τον  Γ'  αναφορά  τών  ύπό  τών 
πραιτώρων  και  εΐςπρακτόρων  τού  Βυζαντίου  ταλαιπωρουμένων  Αθη- 
ναίων. Προς  δέ  διαφώτισιν  τού  οικογενειακού  καί  κοινωνικού  τών  πο- 
λιτών βίου  κατά  τους  παρελθόντας  αιώνας  παρά  μέν  τών  μεγαλεπή- 
βολων Ιστοριογράφων  ελάχιστα  θά  διδαχθώμεν,  άτινα  δεν  άρκοΰσι 
νά  συμπληρώσωσιν  ούτε  της  προφορικής  παραδόσεως  αί  σαλευόμεναι 
αναμνήσεις  ,  ούτε  τών  περιηγητών  αί  αόριστοι  καί  πολλάκις  έπϊ 
παρανοήσεων  βασιζόμεναι  περιγραφαί-  ανάγκη  δέ  νά  καταφύγωμεν  είς 
έπισταμένην  μελέτην  τών  άρνειακών  εγγράφων,  τών  προικοσυμφώ- 
νων, τών  διαθηκών,  τών  άλλων  συμβολαίων,  έν  οίς  απεικονίζεται  ως 
δι'  αλγεβρικών  τύπων  ό  βίος  της  μεσονρονίου  αττικής  οικογενείας. 
Ευτυχώς  δέ  πάμπολλα  τών  τοιούτων  έγγραφων,  άπαρτίζοντα  τόν 
παλαιόν  κώδικα  τών  προ  τού  ιερού  αγώνος  Αθηνών,  διεσώθησαν  έν 
σώματι  άπό  τών  αρχών  τουλάχιστον  τού  δεκάτου  ογδόου  αιώνος, 
άλλα  δέ  άπόκεινται  έν  οίκογενειακοϊς  άρ^είοις,  αποτελούντα  βάσιν 
αξιόλογων    μελετών    ιστορικών    καί    κοινωνικών. 

Το  αυτό  δέ  ρητέον  έν  πολλώ  μείζονι  μετρώ  περί  τής  σημασίας 
τών  αρχειακών  έγγραφων  δια  την  ίστορίαν  τών  Αθηνών  έν  τοις  σκο- 
τεινοϊς  νρόνοις  τών  μέσων  αιώνων,  ήτις  μόνον  δι  εκτεταμένων  ερευ- 
νών έν  τοις  εΰρωπαϊκοΐς  άρνείοις,  μάλιστα  δέ  τοις  τής  Βενετίας  καί 
Φλωρεντίας,  ήδύνατο  νά  έπιτευ^θή.  Άλλα  τα  δημόσια  ιταλικά  μη• 
τρφα  δέν  είνε  τκ  μονκ  άξια  ίςερευνήσεως.  Άρκείτω  νά  σημειώσω, 
ότι  έν  ίδιωτί/ίώ  δυςπροςίτω  άγγλικώ  άρνείω  σώζεται  έν  πολλοίς  τό• 
μοις  ή  αλληλογραφία  σχεδόν  ολόκληρος  τού  φλωρεντιακοΰ  οίκου    τών 


—  520   — 

Άτζαίωλών,  όςτις   έδέσποσε  των  Αθηνών  άπό   του  1385  μέχρι  της 
ύπό  των  Τούρκων  αλώσεως  ! . 

Πολλά  δε  θα  έξαγάγωμεν  διδακτικώτατα  περί  της  ιστορίας  πορί- 
σματα έκ  της  μελέτης  τών  νομισμάτων  και  τών  επιγραφών.  Τα  έπί 
τών  νομισμάτων  έπιγεγραμμένα  ονόματα  διασαφηνίζουσι  πολλάκις 
Ιστορικά  γεγονότα,  και  άλλως  δε  ή  έρευνα  περί  της  τέχνης,  του  κρά- 
ματος, τού  πλήθους  ή  της  σπάνιος  τών  νομισμάτων  παρέχει  άφε- 
τηρίαν  εις  ΐστορικάς  κρίσεις  και  γνώσεις  περί  της  εν  διαφόροις  χρό- 
νοις  καταστάσεως  τών  πραγμάτων.  Τα  δε  μολυβδόβουλλα  ού  μόνον 
την  ίστορικήν  όνοματολογίαν  πλουτίζουσι  πολλαχώς,  άλλα  και  γνω- 
οίζουσιν  ήαϊν  ποικιλίαν  πραγμάτων  άλλοθεν  εντελώς  άγνωστων.  Τοι- 
ούτο τι  συμβαίνει  και  περί  τάς  έπιγραφάς.  Έπιφανέστατον  δέ  δείγμα 
του  πλουτισμού  τών  ιστορικών  γνώσεων  δι'  επιγραφών  έ'στωσαν  Οσα 
αανθάνοαεν  περί  της  έπί  Μιχαήλ  τού  Δ'  αποστασίας  τών  Αθηνών 
της  ύπό,τού  Βαράγγου  Άράλδου  κατασταλείσης,  συμβάν  δπερ  ουδείς 
τών  Βυζαντινών  ιστοριογράφων  αναφέρει  2.  Ούτω  δη  δια  τών  μολυ- 
βδοβούλλων  και  τών  έπί  τών  Προπυλαίων,  τού  Παρθενώνος,  τού  Θη- 
σείου και  της  παλαιάς  βυζαντιακής  εκκλησίας  τού  Άγιου  Νικόδημου 
έγγεγλυμμένων  επιγραφών  γνωρίζεται  ή  ιστορία  της  επισκοπής  Αθη- 
νών και  διασαφηνίζεται  πολλαχώς  ή  τύχη  τών  αρχαίων  εκείνων  μνη- 
μείων ίπί  τών  χριστιανικών  χρόνων.  Και  ήμφισβητήθη  μέν  πως 
τούτων  τών  επιγραφών  ή  γνησιότης  ύπό  τού  γνωστού  Γερμανού  με- 
σαιωνοδίφου  Ηορί,  άλλ'  είνι  όμως  άναντίρρητον,  ότι  τα  έν  αΰταίς 
φαινόμενα  τίνα  ασυμβίβαστα  προς  τάς  άλλοθεν  περί  Αθηνών  γνω- 
στάς  ειδήσεις  δεν  πρέπει  νά  ζητήσωμεν  νά  εξοικονομήσωμεν    δια  της 


1  Τό  άρχείον  τούτο  είνε  τό  του  λόρδου  ΑδβΐΙΓηΙΐίίΠΙ,  ου  θανόντος  ή  αλληλογραφία 
τών  Άτζαΐωλών  έξηγοράσθη  υπο  της  ιταλικής  κυβερνήσεως  και  κατετέθη  έν  τη  Λαυρεν- 
τιακή  βιβλιοθήκη  της  Φλωρεντίας.  "Ιδε  περί  αυτής  Φερδ  Γρηγοροϋου  Ιστορία 
της  πόλεως  Αθηνών,  Ιλλ.  μεταφρ  Σπυρ.  Π.  Λάμπρου  Τόμ..  Β'  σ.  626  κ.  έ.  Ανέκ- 
δοτα <ξ  αύτ^ς  έγγραφα  μέλλω  να  εκδώσω  προςεχώς  έν  τώ  Γ"  τόμω  της  ελληνική^ 
μεταφράσειυς  του  Γρηγοροβίου,  περιέχοντι  ανέκδοτα  έγγραφα  λατινιστί  γεγραμμένα. 

2  "Υστερον  απεδείχθη,  δτι  η  γνώμη  περί  αλώσεως  τών  Αθηνών  υπό  του  Άράλδου 
προήλθεν  έκ  πεπλανημένης  ερμηνείας  της  έπί  του'  έν  Βενετία  έκ  Πειραιώς  λέοντος  ρου- 
ν.κής  επιγραφής. "Ιοε  Γρηγοροβίον  Ιστορία,  ελλ.  μετάφρ.  Σπυρ  Π.  Λάμπρου  Τόμ- 
Α'  σ.  237.  Σπυρ.  Π  Λάμπρου  Ιστορία  Ελλάδος  Τόμ.  Λ'  σ.  282  κ.  ε. 


—  521  — 

απλής  κηρύξεως  αυτών  ώς  πλαστών.  'Γπάρχουσι  δέ  πλην  τούτων  τών 
επιγραφών,  ας  πρώτοι  ανέγνωσαν  ό  μακαρίτης  ΙΙιττάκης  και  ό  χλ- 
λοτε  ποτ'  έν  Αθήναις  'Ρώσος  αρχιμανδρίτης  Άντωνίνος.  και  άλλαι 
τινές,  μέχρι  τούδε  δλως  διαλαθούσαι,  όσον  γέ  μοι  γνωστόν,  την  όζυ- 
δέρκειαν  τών  περί  τα  τοιαύτα  σχολαζόντων.  Είνε  δέ  αύται  έπιγρα- 
φαί  ή  [/.άλλον  χαράγματα  μικρογράμματα,  δυςδιάγνωστα  και  περί- 
πλοκα, επί  πολλών  αρχαίων  μνημείων  έγγλυφέντα  κατά  τους  μέσους 
αιώνας  και  τους  χρόνους  της  τουρκοκρατίας  και  περιέχοντα  πολλά 
και  ποικίλα  περί  τών  μεσαιωνικών  και  τών  τουρκοκρατούμενων  Αθη- 
νών. Έν  τω  λιθίνω  ^ρονίκω  *  τούτω  της  πόλεως  ότέ  μεν  αναγρά- 
φονται ειδήσεις  άφορώσαι  εις  την  ίστορίαν  της  αθηναϊκής  εκκλησίας, 
ότέ  δέ  σημειώσεις  περί  της  κτίσεως  μεσαιωνικών  μνημείων,  περί  τής 
καταστάσεως  αυτών  τών  αρχαιοτήτων  έφ'  ών  είνε  κεχαραγμέναι  αϊ 
έπιγραφαί.  Έπί  τίνος  τών  κιόνων  τού  Θησείου  έχομεν  άναγραφήν 
λοιμικών  νόσων  στύλος  δέ  τις  τών  τού  Όλυμπιείου  περιέχει  έν  ύψηλώ 
σπονδύλω  και  οιονεί  έν  άποκρύφω  μονονού  πλήρη  κατάλογον  τών 
ύπό  του  Χασεκή  άπαγχονιζομένων.  Το  δέ  περιεργότατον  εινε,  ότι  αϊ 
έπιλίθιοι  αύται  σημειώσεις  δέν  είνε  άσχετοι  προς  τά  έν  χειρογράφοις 
σωζόμενα  χρονικά  τών  χρόνων  τής  τουρκοκρατίας,  Αλλά  φαίνονται 
έκεΐναι  ώς  άπαρτίζουσαι  την  κυριωτάτην  τούτων  πηγήν. 

Χρησιμευουσι  δε  και  ταύτα  τά  έν  παλαιοίς  χειρόγραφοι;  άναγε- 
γραμμένα  χρονικά  και  τά  οικογενειακά  υπομνήματα  ούχ  ήττον  τών 
άλλων  προμνημονευθεισών  πηγών  εις  διαλευκανσιν  τής  αθηναϊκής  ιστο- 
ρίας τών  παρελθόντων  αιώνων.  Τοιούτο  χρονικόν  είνε  τό  ύπ'  έμοϋ 
εκδοθέν  πρό  τίνων  ετών  ε"κ  τίνος  κωδικός  μιας  τών  έν'Οζωνίω  βιβλιο- 
θηκών 2.  Χρονικόν  άλλο,  άναφερόμενον  εις  την  ίστορίαν  τών  Αθη- 
νών έπί  τουρκοκρατίας  και  σχόν  τυχας  περιεργοτάτας,  ουκ  ολίγον  6ε 
συντεϊναν  εις  τους  ισχυρισμούς  του  Φαλλμεράγερ,  είν'  εκείνο,  όπερ  ήδη 
ενωρίς    έξέδωκεν    έν  μέρει  ό  Περραιβός    έν  παραρτηματι    τής  ιστορίας 


'  Άφ'  ης  ώνδμασα  ούτω  τά  έπ'ι  τών  αρχαίων  λίθων  έγκεχολαμμένα  χρονικά  χα- 
ράγματα εγεινε  δεκτή  ή  λέξις  παρά  πάντων  σ/εδδν  ιών  έκτοτε  γραψάντων  περί  τού- 
των ή  δ'  ειίχαρίστησις  ΙπΙ  ττ\  αποδοχή  ιού  όρου  εινε  δι'  έμε'  τι  μείζον  του  παράπονου» 
δτι  οι  πλείστοι  έληιμόνησαν  νά  σημειώσωσι  τίς  ό  είςαγαγών  τήν  λίξιν. 

2  Άθηνα.Όυ  τομ.  ζ"  σ.  438  χ.  1.  Εϋΐΐιοίί*  οΙπυηίοΗ  »η«Ι  οΗγοιϊϊοοιι  ΛΐΗβιι»- 
Γιιπι.  Έν  Λονδίνο).  1902  σ.  85  κ.  ί. 


—  522  — 

του  Σουλίου  και  Πάργας,  άποσιωπήσας  τον  συγγραφέα1.  Του  χρονι- 
κού δε  τούτου  το  σπουδαιότατον  μέρος  εξεδόθη  μετά  ταύτα  τφ  1869 
εκ  των  χειρογράφων  του  Π ιττά κη  2.  Υπόμνημα  δε  περιεργότατον  περί 
των  χρόνων  της  του  Χατζή  -Άλή'  η  Χασεκή  τυραννίδος  φαίνεται  όν 
το  γραφέν  υπό  του  πατρός  του  Γεωργίου  Σκουζέ,  ου  απόσπασμα  μι- 
κρόν έδημοσιεύθη  άλλοτε  υπό  τοΰ  μακαρίτου  Γ.  Τερτζέτη  και  όπερ 
ευχής  έργον  είνε  να  έκδοθη  ποτέ  καθ'  ολοκληρίαν  3. 

Τέλος  δε  πρέπει  να  μνημονεύσωμεν  άλλης  τινός  πηγής  περί  της 
ιστορίας  των  τουρκοκρατούμενων  Αθηνών  λέγω  τα  δημώδη  άσματα, 
ών  ΐδιορρυθμότατα  και  περιεργότατα  είνε  δίστιχα  τίνα,  σκωπτικά 
συνήθως  η  δηκτικά  επιγράμματα  περί  γεγονότων  της  ημέρας.  Τοι- 
αύτα τίνα,  διασωζόμεν'  ακόμη  έν  τη  μνήμη  τών  πρεσβυτέρων  έκ  τών 
επιζώντων  αυτοχθόνων,  πρέπει  ταχέως  νάναγραφώσιν,  επειδή  περιέ- 
χουσιν  είδήσειςή  κρίσεις  περί  συγχρόνων  συμβάντων,  μέλλουσας  νά 
χρησιμεύσωσι  σπουδαίως  εις  τον  θέλοντα  νάναπλάση  την  ζωντανήν 
ίστορίαν  της  πόλεως  έν  τω  παρελθόντι. 

Συμπληρωτικόν  δε  βοήθημα  προς  άντλησιν  ιστορικών  ειδήσεων 
περί  τών  Αθηνών  κατά  τε  τους  μέσους  αιώνας,  μάλιστα  δ'  έπί  τουρ- 
κοκρατίας, είνε  αί  διηγήσεις  και  περιγραφαί  τών  περιηγητών.  Άλλ' 
ή  χρήσις  τοΰ  βοηθήματος  τούτου  πρέπει  νά  γίνηται  μετά  προφυλά- 
ξεως  μεγίστης.  Ήθέλομεν  περιπέσει  εις  ιστορικόν  σφάλμα,  αν  τά  λε- 
γόμενα υπό  του  "Αραβος  γεωγράφου  Έδρισή  τω  1  153  περί  πολυαν- 
θρωπίας  και  καλλονής  της  πόλεως  τών  Αθηνών  έθεωρούμεν  ώς  άπαρ- 
εγκλίτως  ισχύοντα  περί  της  πόλεως  έπί  τών  χρόνων  του  Ακομινάτου 
μετά  τήν  έπελθοϋσαν  άλωσιν  ΰπό  τών  Νορμαννών,  καίπερ  ύπ' άλλων 
άμφισβητουμένην,  και  τάς  μεσευούσας  άλλας  συμφοράς.  ΑΙ  δε  δύο 
βραχεΐαι  περί  τών  αθηναϊκών  μνημείων  κατά  τόν  δέκατον  πέμπτον 
αιώνα  υπομνήσεις  ανωνύμων  τοπογράφων,  αί  γνωσταί  ώς  Βιενναΐος 
ανώνυμος  και  Ιίαρισϊνος  ανώνυμος  άπό  τών  βιβλιοθηκών  έν  αίς  άπό- 
κεινται  τά  χειρόγραφα  έ£  ών  έξεδοθησαν  τά  κείμενα  ταύτα,  είνε  μι- 


1  Επιτομή  περί  της   τών  Αθηνών  πολιτείας  εν    Ίότορία  Σουλίου  και  Πάρ- 
γας.   Έν  Βενετία.  1815  τομ..  Β'  σ.  95  χ.  έ. 

2  Έπ.  Σταματιάδον  Οι  Καταλάνοι  έν  τη    Ανατολή  σ.  267-327. 

3  "Εξεδόθη  κατόπιν  υπό  Θ.  Φιλαδελφέως  (Ιστορία  Αθηνών  Τόμ.  Β'  σ.  263  χ.  έ  .) 


—  523  — 

σταί    ανακρίβειας   και  ασάφειας,    άποφαινούσης    την    μεν  χρήσιν  αυ- 
τών επισφαλή,   την  δ'  ίστορικήν  λυσιτέλειαν  πάνυ  σμικράν  1. 

Εις  δε  την  ζωηράν  έξεικόνισιν  της  εξωτερικής  δψεως  των  αρχαίων 
μνημείων  και  άλλων  τής  πόλεως  μερών  κατά  την  μεσο"/ρόνιον  εποχήν 
τα  μάλιστα  συντελουσιν  αί  εικόνες  και  τα  σχεδιογραφήματα  τα  δια- 
γραφέντα κατ'  εκείνους  τους  χρόνους.  Τοιούτων  εικόνων  όλόκληρον 
σειράν  έδημοσίευσεν  ό  Γάλλος  Ββ  Ι^£ΐΐ30Γ(1β  εν  τη  αξιολογώ  αυτού 
συγγραφή  περί  τών  Αθηνών  κατά  τον  δε'κατον  πέμπτον,  δέκατον 
έ'κτον  και  δεκατον  εβδομον  αιώνα.  Και  είνε  μεν  αληθές,  ότι  δεν  είνε 
άπασαι  αύται  αί  εικόνες  ούτ'  έξ  ϊσου  επιτυχείς,  ούτ  έξ  ίσου  αξιόπι- 
στοι, καθ' όσον  εϊχον  τέχνης  ή  αυτοψίας  οι  διαγράψαντες  αύτάς,  αλλ 
οΰχ  ήττον  πολλά  διδασκόμεθα  εξ  αυτών  προς  ίστορικήν  άνοικοδόμη- 
σιν  τών  Αθηνών  κατά  τους  παρελθόντας  αιώνας.  Δύναται  δε  ή  σειρά 
τών  τοιούτων  παραστατικών  εικόνων  και  νά  πλουτισθή  έπαισθητώς 
δι'  επιμελούς  έξερευνήτεως  τών  πλουσίων  συλλογών  σχεδιογραφημά- 
των  εν  τοις  εΰρωπαϊκοΐς  μουσείοις,  οίαι  μάλιστα  ή  τών  Παρισίων,  ή 
του  Λονδίνου  και  ή  τού  Βερολίνου.  Και  εξεδόθησαν  δ'  έπ'  έσχατων 
πράγματι  δύο  τοιαύτα  νέα  σχέδια  τής  Ακροπόλεως  2,  ϊσως  δε  και  εν 
άττικοϊς  ή  άλλοις  έλληνικοϊς  οϊκοις  περισώζονται  που  τοιαύτα•,  εικό- 
νες τών  παλαιοτέρων  Αθηνών,  αΐτινες,  όσον  και  αν  ήσαν  ατελώς 
έζειργασμεναι,    δύνανται    νάποβώσι   χρήσιμοι    εις    τον    ϊστοριογράφον. 

"Αλλως  παρά  τών  αλλογενών  περιηγητών  τών  γραψάντων  κα!  περί 
Αθηνών  πολλά  δυνάμεθα  νά  μάθωμεν  και  παραλάβωμεν,  επειδή  πολ- 
λοί λόγιοι  επεσκέφθησαν  τήν  πολιν  τής  Παλλάδος  ήδη  άπό  του  δεκά- 
του πέμπτου  αιώνος,  ότε  ήλθεν  αύτόσε  Κυριάκος  ό  έξ  Άγκώνος.  Εϊ- 

'  Τους  Ανωνύμους  τούτους  τοπογράφους  ευρίσκει  νυν  ό  βουλόμενος  προχείρως  εν 
τη  συγγραφή  του  ΟητΙ  Ψ^αοΗδϊΠΧΐΙίΐ  ΠΪ6  8ΐα<11  Αΐ1ΐ6!1  ΪΙΙ1  ΑΙΙβΓίΗΐΗΠ.  Έν  Λει- 
ψία. 1874  Τομ.  Α'  σ.  731  κ.  έ.Άνετυπιόθησαν  δέ  άνευ  νέας  άντιβολής  και  παρά  τώ 
Δημ.  Καμποΰρογλου  Μνημεία  της  Ιστορίας  τών    Αθηνών  Τομ.  Α'  σ.  9'2  κ.  ε. 

3  Τό  έτερον  τών  σ/εδιογραφημάτικν  τούτων  εξεδόθη  κατά  τό  έν  τώ  μουσείω  του 
Λούβρου  πρωτότυπον  του  1686  υπό  του  κ.  Χρήστου  Παπαγιαννάχη  έν  τη  (ϊίΐζβΙΙβ 
ΗΓΟίΐβοΙοςΐςυβ  τών  Παρισίων  του  έτους  1875,  έκ  Πίν.  VIII.  "Ιδε  και  τό  έξηγητικόν 
άρθρον  έν  σ.  26  κ.  έ.  Το  δέ  άλλο  υπό  του  κ.  Ρ.  υθΠ  ΌΐίΗη  έκ  του  έ'τους  1670  έν  τοις 
ΜίΙΙΙιείΙαηζβη  άβδ  ϋβαΐδοΐιβη  &Γθ1ϊ3,υΙθ£Ϊ5θΗβη  Ιη§1ϊ1υΐ5.  1877  σ.  38  κ.έ.  Πρβλ. 
Πίν.  II.  Περί  δέ  τών  άλλων  έκτοτε  δημοσιευθέντων  σχεδίων  και  εικόνων  τών  Αθηνών 
Ιδε  Φερδ.  Γρηγοροβίου  Ιστορία  τής  πόλεως  Αθηνών,  ελλ.  μετάφρ.  Σπυρ.  Π.. 
Λάμπρου  Τόμ.  Β'  σ.  369  κ.  έ.,  σ.  425  έν  σημ.  και  σ.  525. 


—  524  — 

μέσα  ό  ηναγκασμ,ενοι  να  προςφυγωμεν  εις  τας  υπ  αυτών  γενομενας 
περιγραφάς  της  πόλεως  και  τα  ίστο ρήματα  περί  των  τυχών  αυτής 
και  των  ηθών  και  εθίμων  τών  έν  αύτη  οίκούντων,  επειδή  είδον  την 
πόλιν  και  έγραψαν  περί  αυτής  έν  χρόνοις  καθ'  ούς  ολίγα  γινώσκο- 
μεν  περί  τών  Αθηνών.  Άλλ'  όπόση  περίσκεψις  και  κριτική  προςοχή 
πρέπει  να  καταβληθή  περί  την  χρήσιν  τών  ύπ'  αυτών  άναγεγραμ.μέ- 
νων  διηγήσεων  δύναται  να  γείνη  δήλον  εξ  ενός  και  μόνου  χαρακτηρι- 
στικού παραδείγματος.  Εις  τών  άριστων  περιηγητών,  ό  κατά  την  δε- 
κάτην  έβδόμην  εκατονταετηρίδα  τελευτώσαν  έλθών  είς  Αθήνας  Γάλ- 
λος Σπών,  ρητώς  διισχυρίζεται,  ότι  ό  προ  αυτού  περί  της  πόλεως 
ιδίαν  γράψας  βίβλον  ΟιιϊΙΙοΙ  επτά  μόνον  ημέρας  είχε  διατρίψει  έν 
Αθήναις.  Και  όμως  ούτος  πλεϊστ'  αναγράφει  άλλοθεν  άγνωστα,  έν 
οίς  και  μακράν  διήγησιν  περί  της  έπί  του  σουλτάνου  Μωάμεθ  Γ'  εξ 
εύνοιας  προς  την  περικαλλή  Άθηναίαν  γανούμισσαν  Βασιλικήν  ευμε- 
νούς εξαρτήσεως  τών  Αθηνών  άπό  τού  κισλάρ  αγά  ι.  Ή  διήγησις  δε 
αύτη  διαφωνεί  ουσιωδώς  προς  το  άναργύρειον  χρονικόν,  μαρτυρούν, 
ότι  ενθέως  την  προςήλωσεν  εις  το  χαρέμι,  τουτέοτι  είς 
την  βασιλικην  γυναικωνίτη»  είς  την  διαι/θέντει/σιν  τοΰ  άρ- 
χιευνούχου2. 

Τοιαΰται  εϊνε  συλλήβδην  και  προχείρως  έξεταζόμεναι  αί  κυριώ- 
"ϊίραι  πηγαί  της  ιστορίας  τών  Αθηνών  κατά  τους  μέσους  αιώνας  και 
έπί  της  τουρκοκρατίας.  Μόνον  δέ  διά  της  ακριβούς  αυτών  μ.ελέτης 
και  κριτικής  επεξεργασίας  θά  κατορθωθή  ή  συγγραφή  αξίας  λόγου 
ιστορίας  τών  μεσαιωνικών  και  τουρκοκρατούμενων  Αθηνών  αί  δέ 
μέχρι  τούδε  γενόμεναι  άπόπειραι  ως  μη  στηριχθείσαι  εις  τοιαύτην  ευ- 
συνείδητον  έπιστημονικήν  έργασίαν  απεδείχθησαν  πρόωροι  και  μικρού 
λόγου  3.  Κυριώτατον  δ'  έργον  τών  σημερινών  χρόνων  $ΐνε  ακόμη,  εως 


1  Σα  ΟίΐίΙΙβϋέτβ  ΑΙΗβηβδ  αηοϊβηηβ  βΐ  ηουνβΐΐβ.  Έν  Παρισίοις.  1675  β. 
163  χ.  έ. 

2  Έπ.  Σταμαχιάδον  Οι  Καταλάνοι  σ.  267. 

3  Έκτοτε  ή  ιστορία  τών  μεσαιωνικών  "Αθηνών  εγεινεν  αντικείμενο/  τών  μελετών 
τοδ  Φερό  Γρηγορο€ίου  (  Ιστορία  της  πόλεως  Αθηνών,  έλλ.  μετάφρ.  Σπνρ.  Π. 
Λάμπρου  Έν  ' Αθήναις.  Τόμοι  δύο  1903-1904,  είς  ους  προ;τ«θήσ§ται  μετ' οΰ  πολύ 
τρίτος  περιέχων  ανέκδοτα  λατινικά  έγγραφα  Ι.  Περί  δέ  της  επί  τουρκοκρατίας  ιστο- 
ρίας της  πόλεως  έξεδόθησαν  η  τοϋ  Δημ.  Καμπούρογλου  Ιστορία  τών  Αθηνών  είς 
τόμους  τρεις,  έν  Αθήναις  1889-1896  μετά  τών  Μνημείων  της  ιστορίας  τών  Αθηναίων 


—  525  — 

πολλά  δημοσιευθώσιν  ετι  ανέκδοτα  και  παρασκευασθώ  ή  Ιστορική  ύλη, 
ή  κατά  μονογραφίας  διαπραγμάτευση  τμημάτων  της  έν  έκείνοις  τοις 
χρόνοις  αθηναϊκής  ιστορίας  και  ή  κατ'  ολίγον  εκδοσις  και  /ρησιμο- 
ποίησις  της  παρουσιαζόμενης  νέας  ΰλης. 

Β' 

Εις  τάνωτέρω  γραφέντα  προχείρως  περί  της  φύσεως  και  του  τρό- 
πον της  έξερευνήσεως  των  πηγών  της  αθηναϊκής  ιστορίας  έπιτραπήτω 
νά  προςθέσω  ολίγα  περί  τίνος  έπ'  έσχατων  εκδοθείσης  ουκ  άσημου  πη- 
γής αναφερομένης  εις  την  υπό  των  Τούρκων  άλωσιν  των  Αθηνών. 
Εΐνε  δ'  αυτή  ποίημα  έπιγραφόμενον  Περί  της  αναλώσεως  και 
τής  αιχμαλωσίας  ή  γέγονεν  ύπο  των  Περσών  εις  άττικήν 
Αθήνα  και  εκδοθέν  ύπό  του  έν  Πετρουπόλει  ομογενούς  καθηγητού 
του  Πανεπιστημίου  Γαβριήλ  Δεστούνη  έκ  του  αυτού  κωδικός  της  έν 
Πετρουπόλει  αυτοκρατορικής  βιβλιοθήκης  (άρ.  0(]ΙΙ),  έξ  ου  ό  αυτός 
έξέδωκε  τω  1877  το  περίεργον  περί   Άρμούρη  έπύλλιον  ι. 

Το  περί  ού  ό  λόγος  ποιημάτιον,  άποτελούμενον  έκ  μόνον  έξήκοντα 
και  εννέα  στίχων,  ορθώς  έχαρακτηρίσθη  υπό  του  έκδοτου  ώς  θρή- 
νος. Άλλα  δεν  πρέπει  νά  νομισθή,  ότι  ανήκει  εις  την  σειράν  τών 
καθαρώς  δημωδών  εκείνων  ποιήσεων,  δι'  ων  ό  ελληνικός  λαός  έθρή- 
νησεν  ότέ  μεν  την  άλωσιν  της  βασιλέυούσης,  ότέ  δε  την  της  Τραπε- 
ζούντας?.  Πολύ  δε  μάλλον  είνε  το  στιχουργημα  τούτο  έ'ργον  ανδρός 
οΰ^  όλως  απαίδευτου,  συντα/θέν  ήδη  [4ραχύν  χρονον  μετά  τό  συμ- 
βάν όπερ  πραγματεύεται  και  περισωθέν  είς  ημάς  ουχί  διά  της  προ- 
φορικής από  γενεάς  εις  γενεάν  παραδόσεως,  άλλα  διά  καταγραφής 
συγχρόνου  προς  τήν  σύνταξιν  αυτού.  Ανάλογα  δ  έμμετρα  θρηνωδή- 
ματα  εχομ,εν  και  άλλα,  οίον  τον  Θρήνον  περί  Ταμυρλάγγου 3  καϊ 
τον  τού    Εμμανουήλ    Γεωργιλλά    περί    του    θανατικού  τής   'Ροδου  4, 

«ϊς  τόμους  τρεις  (1889-1892)  και  ή  του  Θ.  Ν.   Φιλαδελφέως  Ιστορία  τών  Αθηνών 
επί  τουρκοκρατίας  εις  τόμους  δύο.  Έν  Αθήναις.  190"2. 

1  Περί  της  αναλώσεως  χαί  τής  αιχμαλωσίας  ή  γέγονεν  υπό  τών  Περσών  είς  άττικήν 
Αθήνα.  Ποίημα  τής  εποχής    τής   τουρκικής    κατακτήσεως,  εκδοθέν,  £ωσιστί  μεταφρα- 

σθέν  καϊ  διερμηνευθεν   πάρα  Γαβριήλ  Δεστούνη.  Εν  Πετρουπόλει.    1881.  Εις  8ον  σ. 
VI   και  9. 

2  "Ιδε  περί  τών  τοιούτων   δημοτικών  ασμάτων   τήν  είςαγωγήν   τής  έμής  ΟοΙΙβΟΐίοη 

ιΐβ  ιοαίΒΐηδ  θΓβο:>  έν  σ.  XV. 

3  Ον/ΪΙ.  ]¥αςιηβΓ  υαπηίηίΐ  Θι-3βο<ι  πικάπ  ϋβνί  α.  -28  χ.  έ. 

λ   Α-τόθι  σ.  32  κ.  έ, 


—  526  — 

Ώς  δ'  εν  έκείνοις,  επικρατεί  και  εν  τούτω  τω  ποιήματι  η  ρητορική 
χροιά  ούτως,  ώςτε  αϊ  έν  αύτώ  περιπλεκόμεναι  ίστορικαί  ειδήσεις  δεν 
εκφράζονται  σαφώς  και  διαρρήδην,  άλλα  περιβάλλονται  τον  αυτόν 
χαρακτήρα  τής  άλλως  άσαφοΰς  σοφιστικής  εκφράσεως.  Ούχ  ήττον  το 
ποίημα  τοΰτο  χρησιμεύει  διττώς  εις  αύξησιν  των  ημετέρων  γνώσεων 
περί  του  συμβάντος  δπερ  υπόκειται  ώς  βάσις  αύτου.  Και  δη  πρώτον 
μεν  παρέχει  ήμϊν  την  ψυχολογικήν  έκτίμησιν  τών  ιδεών  και  τών  αι- 
σθημάτων τών  κατεχόντων  τήν  καρδίαν  τών  Αθηναίων  κατά  τάς  θλι- 
βεράς  ημέρας  τής  μοιραίας  αλώσεως,  δεύτερον  δέ  παραδίδει  ήμϊν 
όπωςόήποτε  ίστορικάς  τινας  ειδήσεις,  συμπληρούσας  τά  άλλοθεν  ήμϊν 
γνωστά  περί  τούτου  του  γεγονότος.  Και  περί  μεν  τοϋ  χρόνου  καθ'  όν 
έγράφη  το  ποίημα  δυνάμεθα  νά  έξαγάγωμεν  ασφαλές  πόρισμα  εκ  τών 
έξης  δύο   στίχων  αύτοΰ' 

Άρχτιν  αίχμαλωτίο'αόνν  Λεγουρικού  τό  μέρος, 
δεύτερον  τρίτον  τίλθαΟι  ε\ς  τον  αυτόν  τόν  τόπον. 

Επειδή  δέ  Λεγουρικόν  είνε,  καθ'  ά  ισχυρίζεται  ό  έκδοτης,  τό  έν  τή 
Έπιδαυρία  τήν  σήμερον  καλούμενον  Λιγουριό,  θά  ήδυνάμεθα  νά  συν- 
αγάγωμεν  εντεύθεν  τήν  έζής  χρονολογικήν  σειράν.  Δια  μεν  του  πρώ- 
του στίχου  εμφαίνεται  πάντως  ή  έκπολιόρκησις  τών  πελοποννη- 
σιακών πόλεων  υπό  του  σουλτάνου  Μωάμεθ,  καίτοι  δεν  έννοοϋμεν 
τόν  λόγον,  δι'  δν  ή  Άργολίς  δηλούται  διά  ταύτης  τής  εκφράσεως 
και  γίνεται  μνεία  τής  αλώσεως  μέρους  άλλως  μή  αναγραφομένου 
$ν  ταΐς  μέχρι  τοΰδε  γνωσταΐς  πηγαϊς.  Έν  δέ  τω  άλλω  στίχω  ό  γι- 
νόμενος λόγος  περί  δευτέρας  και  τρίτης  αλώσεως  τών  Αθηνών  ανα- 
φέρεται βεβαίως  εις  τήν  όριστικήν  έκπολιόρκησιν  τής  πόλεως  υπό  του 
στρατηγού  Όμάρ  και  τήν  είς  τήν  πόλιν  ταύτην  επέλευσιν  αύτου  του 
Μωάμεθ.  Άλλ'  επειδή  ό  Σουλτάνος  δις  μετέβη  είς  Πελοπόννησον, 
τό  θέρος  του  1458  και  τω  1460,  ότε  απεφάσισε  νά  προβή  οριστικώς 
εναντίον  τών  Παλαιολόγων,  δις  δέ  μετέβη  και  εις  Αθήνας,  τό  μεν 
πρώτον  τελευτώντος  του  Αυγούστου  1  458  μετά  τήν  υπό  του  Όμάρ 
κατάληψιν  τής  πόλεως,  δεύτερον  δ'  έν  έτει  1460  μετά  τήν  όρι- 
στικήν καθυπόταξιν  τής  Πελοποννήσου,  άπορον  καθίσταται  αν  τήν 
πρώτην    ή    τήν  δευτέραν  τών  μεταβάσεων    τούτων    του    Μωάμεθ    εις 


—  527  — 

την  Πελοπόννησον  ύποδηλοΐ  ό  πρώτος  των  προμνημονευθέντων  στί- 
χων ,  και  άν  δια  των  λέξεων  δεύτερον  τρίτον  ίιλθασι  έννοή- 
ται  ή  οριστική  υπό  του  Όμάρ  κατάληψις  των  Αθηνών  και  η 
πρώτη  τω  1458  εις  Αθήνας  ελευσις  του  Μωάμεθ  η  μάλλον  ή 
πρώτη  και  δευτέρα  επιδρομή  του  σουλτάνου.  Κλίνω  να  πιστεύσω 
μάλλον  το  δεύτερον  τοΰτο  ,  βλέπων,  οτι  εν  τω  ποιήματι  πικρός 
γίνεται  λόγος  περί  της  δηώσεως  και  αιχμαλωσίας  τών  Αθηνών. 
Κατά  -ιόν  άνώνυμον  θρηνωδόν  οι  Τούρκοι,  είςελάσαντες  εις  την  πό- 
λιν, φόνευσαν  μ,εν  τους  Ιερείς  του  υψίστου,  τους  γέροντας  και  τους 
προύχοντας,  έφθειραν  δε  γυναίκας  και  παϊδας,  ένέπρησαν  δι  τάς  οι- 
κίας, έμίαναν  τάς  εκκλησίας,  έμόλυναν  τάς  εικόνας.  Άλλα  τοιαύτας 
ωμότητας  δεν  μαρτυροΰσιν  αϊ  μέχρι  τούδε  γνωσταί  πηγαί  ώς  συμβά- 
σας  εις  τους  Αθηναίους.  Ουδέ  παρέστη  τοιαύτη  τις  ανάγκη,  επειδή 
ό  μέν  Ομάρ  παρέλαβε  την  πόλιν  διά  συνθήκης  παρά  του  τελευταίου 
δουκός  Φράγκου  Άτζαϊώλη  μετά  διετή  σχεδόν  πολιορκίαν  της  Ακρο- 
πόλεως, ό  δέ  τό  φθινόπωρον  του  1458  επισκεφθείς  την  πόλιν  Μωά- 
μεθ ού  μόνον  δεν  προςηνέχθη  σκληρως  προς  τους  κατοίκους  της  ύπο- 
ταγείσης  πόλεως,  αλλά  και,  καταγοητευθεϊς  εκ  της  νέας  αΰτοΰ  κτή- 
σεως,  παρεσχεν  ηόη  αμέσως,  ως  φαίνεται,  ικανά  προνομία  εις  τους 
Αθηναίους.  Άλλ'  οτε  ό  σουλτάνος  μετέβη  τό  δεύτερον  εις  την  πόλιν 
τώ  1460,  επιστρέφων  έκ  της  έπισημοτέρας  αυτού  δευτέρας  στρατείας 
έπϊ  την  Πελοπόννησον  καϊ  την  ψυχήν  έ'χων  προςωχθισμένην  υπό  τών 
τελευταίων  έν  αύτη  αγώνων,  ουδαμώς  είνε  παράδοξον  άν  επέδειξε 
προς  τους  Αθηναίους  άπαν  της  βαρβαρικής  αυτού  ισχύος  τό  κράτος. 
Καϊ  δεν  μαρτυροΰνται  μεν  ουδέ  κατά  ταύτην  την  έπίσκεψιν  του  Μω- 
άμεθ υπό  τών  ιστορικών  τοιαΰται  βιαιοπραγίαι,  οϊας  αναφέρει  τό 
προκείμενον  ποίημα,  άλλα  τά  ήδη  γνωστά  γεγονότα  έπιτρέπουσιν 
ήμΐν,  η  όρθότερον  επιβάλλουσιν  άναγκαστικώς,  εις  την  δευτέραν  ταύ- 
την έπίσκεψιν  του  Μωάμεθ  νάποδώσωμεν  τά  υπό  του  ποιητου  θρη- 
νωδούμενα  δεινά  τών  Αθηναίων.  Πράγματι  ό  σουλτάνος,  επιστρέφων 
εις  την  προςφιλή  αύτώ  κτήσιν,  δε»  εύρισκε  τους  Αθηναίους  ούτω 
πιστούς  υπηκόους,  όσον  ήδύνατο  νάναμένη  έκ  της  προτέρας  αύτοΰ 
πραείας  προς  εκείνους  συμπεριφοράς.  Καϊ  τοΰτο  συνεβαινεν,  επειδή  αϊ 
ρίζαι,  ας  βαθείας  ήδη  έπϊ  επτά  όλας  ετών  δεκάδας  είχε  καταβάλ^ 
έν  τιρ  χώρα  ή  δυναστεία  τών'Ατζαΐωλών,  &έν  ήδυναντο  οΰτω  ταχέως 


—  558   — 

νά  έκσπασθώσι.  Και  δη  ό  τελευταίος  των  Άτζαϊωλών  Φράγκος, 
όςτις  συνωδά  ταΐς  προς  τον  Όμάρ  συνθήκαις  εΐχεν  άναγκασθή  νά 
περιορισθη  εις  την  Βοιωτίαν,  ζών  έν  Θήβαις  ώς  υποτελής  της  Πύλης 
διενήργει  την  εις  τάς  Αθήνας  κάθοδον  1,  ό  δε  σουλτάνος  μεταβάς  είς 
Αθήνας  ήναγκάσθη  δια  παντός  τρόπου  νά  καταστείλη  την  υπέρ  του 
εκπτώτου  Κούκος  παρασκευαζοαένην  συνωμοσίαν.  Τπό  των  ιστορικών 
αναφέρεται  συν  τοις  άλλοι;,  ότι  τότε  άπεκομίσθησαν  έξ  Αθηνών  είς 
Κωνσταντινούπολη  δέκα  τών  επιφανέστατων  πολιτών,  ό  δε  δούξ 
Φράγκος,  κελευσθεΐς  νά  μεταβη  προς  τον  Ζάγανον,  έ'τυχεν  οικτρού 
παρ'  αύτου  θανάτου 2.  Κατά  πιθανώτατον  άρα  λόγον  είς  τά  προς 
άμυναν  κατά  της  μελετωμένης  καθόδου  του  Άτζαϊώλη  ληφθέντ' 
αυστηρά  μέτρα  καταλεκτέαι  και  αί  ωμότητες  ας  περιγράφει  το 
ποίημα   τοΰ    πετρουπολιτικοΰ    κωδικός. 

Έκ  δε  τών  άλλων,  άτινα  διδάσκει  ημάς  το  ποίημα  τούτο,  άζια 
λόγου  εΐνε  τά  κατά  την  γεωργικήν  σημασίαν  τών  περί  την  Άκαδη- 
μίαν  τόπων  αΐτινες  καλούνται  Σωπόλια  έν  τφ  στιχουργήματι,  ου  ό 
ποιητής  παριστάνει  τήν  πολιν  διά  τών  εξής  στίχων  θρηνούσαν  τήν 
δήωσιν  τών  οπωροφόρων  εκείνων  τόπων  και  τον  αίχμαλωτισμον  τών 
αυτούς  γεωργούντων 

«ΤΩ  Σωπολιάταις  μου  καλοί  πού  νά  <1ας  καταντήόουν, 
45     ώ  γεωργοί  παμπλούμιστοι  είς  άπαντα  τον  κόόμον, 

τους  είχα  φούμος  κ'  έπαινος  είς  όλον  μου  το  κράτος, 

τους  τρέφοντας  το  κράτος  μου  άπό  παντός  πραγμάτου, 

τους  ζήο*αντας  ελεύθερα  μετά  χαράς  μεγάλης. 

Τώρα  Οκλάδοι  έκλήθηΟαν  καί  εις  ΠερΟΐαν  υπάγουν». 
50     Πάλιν  "Αθήνα  όδυρμοϋς  έκ  βάθους  αναπέμπει. 

«[ΤΩ]  δένδρη  μου  πανώραια,  και  τίς  νά  όας  άρδεύόη; 

Τίς  νά  ραδδίΟη  τον  καρπόν  ώραϊον  τον  έδικόν  ό"ας ; 

Τίς  νά  πονφ  τό  έλαιον,  τήν  άρτυόίαν  τοϋ  κόόαου, 

τήν  λυχναψίαν  τοϋ  φωτός  και  φωταυγίαν  τοϋ  όκότους-, 
55    [ΤΩ]  Ιίαραδείόια  μου  τερπνά,  και  τίς  νά  Οας  γεργεύη, 

άρουραί  [μου]  έξάκουότοι,  και  τίς  νά  όας  τρυγήόη  ; 

Ή  γης  μου  ή  πολύόπορος,  τίς  νά  όε  καταόπέρνη; 

Τους  γεωργούς  έπήράν  τους  τό  περόικόν  τό  γένος 

1  Πρβλ.  τήν  έπ'  εσχάτων  Ικδοθεΐσαν  &π'  έρ.οΰ  άνέ"κδοτον  Έπιατολήν  το3  Φράγκου 
Άτζαϊώλη  προς  τον  δοίκα  Μεδιολάνων  Φραγκί'σχον  Σ©όρτσαν  έν  τώ  Νεω  Έλληνο- 
μνήμονι  Τόμ.  Α'  (1904)  σ.  216  χ.  ε. 

2  Δαονίχον  Χαλκοκονδύλη  εκδ.  Βόννηί  σ.  483, 


—  529  — 

και  ερτιμόν  ο*ε  άφηκαν  άπό  παντός  πραγμάτου, 

60     ζωή  μου  ή  παμπλούμιΟτη,  χρυΟη  και  κοσμημένη. 

Οϋτο)ς  και  Ου  Σωπόλιον  όπώρας  γεμχΟμένον  '». 

Έκ  των  στίβων  τούτων  βλέπομεν,  ότι  μεγίστην  ό  θρηνωδός  των 
Αθηνών  απέδιδε  σημασίαν  εις  τους  γεωργούς  τών  Σεπολίων,  άτινα 
κατά  τον  δέκατον  πέμπτον  αιώνα  ονομάζει  εκείνος  Σωπολια.  Ταϋτα 
δ'  εύρίσκομεν  τελευτώντος  η  δη  του  δεκάτου  έκτου  αιώνος  εν  τη  επι- 
στολή τοΰ  Ζυγομαλά  προς  τον  έν  Τυβίγγη  σοφόν  Κρούσιον  λεγόμενα 
έπ'  ϊσης  Σωπόλια'  ώςτε  είκάζομεν,  ότι  ομοίως  ήτο  γνωστή  αύτω 
κατ'  εκείνους  τους  /ρόνους  ή  δια  τοΰ  ω  προφορά.  Ιδού  δέ  τά  γρα- 
φέντα  υπό  τοΰ  Ζυγομαλά,  λαλοΰντος  περί  της  γλώσσης  τών  συγχρό- 
νων Αθηναίων  ηέλλουσι  γάρ  ειπείν 'Όρα  ώ  ευτυχές  και  άντι 
τούτου  λέγουσιίΓοαπα,  καλότυχε,  τά  σύκα  σοϋκ*  λέγου- 
σι,  τον  [Μτραχον  πακα,κα,ν  και  άλλα  γελοία-  την  στολην 
οολήν,  τά  έξω  της  πόλεως  προαύλια,  ά  έξωπόλια  έδει  λέ- 
γειν, ϋοτϊόλ&*  λέγουσιν'2.  Και  δεν  εξεύρω  μεν,  αν  τό  εν  τούτοις 
υπό  τοΰ  Ζυγομαλά  ΰποδηλούμενον  έ'τυμον  τοΰ  ονόματος  Σωπόλια  ί'χει 
ορθώς"  άλλα  πάντως  ή  εύρεσις  τοΰ  έτύμου  της  λέξεως  πρέπει  νάφορ- 
μηθ'?ί  έκ  της  διά  τοΰ  ω  άρχαιοτέρας  προφοράς  τοΰ  ονόματος.  "Ωςτε 
κατά  ταΰτα  δέν  δυνάμεθα  νά  θεωρήσωμεν  όρθήν  την  πρό  τίνων  ετών 
προταθεϊσαν  υπό  τοΰ  κ.  Χρήστου  Νικολαΐδου  Φιλαδελφέως  άλλως 
εύφυά  γνώμην,  καθ'  ην  ή  λεζις  Σεπόλια  γραπτέα  διά  τοΰ  0Κ.6  και 
έζηγητέα  ως  προελθοΰσα  έκ  τών  [εΐ]ς  αΐπόλια,  ως  εν  τοις  χρόνοι; 
της  φράγκικης  και  τουρκικής  κατακτήσεως  προήλθον  τά  Στανκώ  = 
είς  την  Κώ,  Σετίνα  =  είς  Αθήνα,  Σταμπούλ  -  εις  την  Πόλιν  και 
άλλα    πολλά    τοιαύτα3. 

1  Είς  τό  κε/μενον,  <ος  ενταΰθα  εκδίδεται,  επηνέχθησαν  όλίγαι  μόνον  μεταόολαί,ίδίως 
περί  τους  τονισμούς  τών  εγκλιτικών  και  έγκλινομένων.  Την  δέ  κυριωτάτην  διόρθωσιν 
ρ'ποίησα  εν  στ.  53  γράψας  τίς  νά  ποιη  τό  έ"λαιον  αντί  τοΰ  παρά  τοΰ  Λεστούνΐ) 
τίς  να  πΐΗ  τόν  ελαΐον.  Πρ2λ.  τό  τοΰ  Ζυγομαλά  παρά  Κρονσίω  (ΤθΓ0Ο§Γ&6- 
0Ϊ3.  σ.  95)'  Τούτο>ν  τών  ποταμών  τοις  ϋδαΟιν  ποτΐζουαιν  οϊ  Αθηναίοι 
τά  δένδρα  τών  έλαιών,  χιλιάδες  όντα  πολλαϊ,  και  ελαιον  ποιονσι  δι'  ου 
ΚωνΟταντινούπο?ας  και  άλλαχ  πόλεις  έξαρκοΰνται. 

2  Οηΐδίηζ  ΤϋΓοο^Γαβοΐα  σ.  99. 

3  Έφημερις  ττ|ς    17  Νοεμβρίου  1875. 

ΕΠΓΡ.    Π.    ΛΑΜΠΡΟΙ-,    ΜΙΚΤΑΙ    ΣΕΛΙΔΕΣ  Ο  4 


—  530  — 

Τοιούτον  δι'  ολίγων  το  άξιον  λόγου  τούτου  στιχούργημα,  όπερ  δύ- 
ναται να  θεωρηθή  ώς  σπουδαία  συμπληρωματική  πηγή  ειδήσεων  περί 
της  αλώσεως  των  Αθηνών  ύπό  των  Τούρκων  και  της  κοινωνικής 
καταστάσεως  της  πόλεως  Ιν  τοις  χρόνοις  καθ'ούς  έτελέσθη  αΰτη  1 . 

"Αλλως  δε  ή  εκδοσις  εγεινεν  ύπό  του  κ.  Δεστούνη  μετά  πολλής 
έπιαελείας,  καίτοι  ό  κώδιζ  εν  ω  περιε'χεται  τό  ποίημα  είνε  λίαν  άμε- 
λώς  γιγραμμένος  και  τό  κείμενον  καθίσταται  πολλανοΰ  σνβδον  άδιά- 
γνωστον.  Και  τω  μεν  φιλοπόνω  κ.  Δεστούνη  εύγνωμονούμεν  έπί  τώ 
μικρώ  τούτω,  άλλα  φιλίω  δώρω,  ευχόμενοι  ίνα  έκ  των  χειρογράφων 
της  Ιν  Πιτρουπόλει  βιβλιοθήκης  και  άλλα  δημοσίευση  σπουδαία  άνε'κ- 
δοτ'  αναφερόμενα  εις  την  μεσο/ρονιον  του  έθνους  φιλολογίαν  και  ίστο- 
ρίαν.  Εύελπιστοΰμεν  δέ,  δτι  και  άλλων  ομογενών  θ»  τραπώσιν  αί  με- 
λέται  μετά  ζήλου  Ιπΐ  την  εύρεσιν  καϊ  έπεξεργασίαν  τών  πηγών  της 
αθηναϊκής  ιστορίας  κατά  τό  ανωτέρω  διά  βραχέων  δια^αραχθέν  σνέ- 
διον,  ίνα 'καταστή  ποτέ  δυνατή  ή  συγγραφή  άζιοσπουδάστου  ιστορίας 
τών  Αθηνών  άπό  της  αλώσεως  ύπό  του  'Ρωμαίου  Σύλλα  μέχρι  της 
ανακηρύξεως  της  πόλεως  εις  πρωτεύουσαν  της  άναγεννηθείσης  Ελ- 
λάδος. 


1  Ό  χ.  Δημ.  Καμπούρογλονς  (Ιστορία  τών  Αθηναίων  Τομ.  Α'  σ.117  χ.έ.),  ποι- 
ούμενος λόγον  περί  του  θρήνοι*,  ουκ  άπιθάνως  εκλαμβάνει,  οτι  Λεγουριχο  δέν  είνε  τό 
Λιγοοριό  της  Αργολίδος,  άλλ'  άγνωστον  νυν  ημΐν  μέρος  της  Αττικής.  Άλλα  τά  λε- 
γόμενα υπ'  αυτοί  «Μήπως  αρα  δέν  πρόκειται  περί  της  ΰπό  Μωάμεθ  του  Β'  αλώσεως 
της  πόλεως,  άλλα  περί  πολύ  μεταγενεστε'ρας  επο/ής,  της  επί  Βενετοκρατίας  (τω  1688) 
είςβολής  τών  Τούρκων»,  καίπερ  υπ'αύτοΰ  άμε'σως  έπειτα  ε'ξασθενούμενα  διά  της  παρα- 
τηρήσεως, οτι  τω  1688  οι  Τοϋρκοι.  παρέδοο*αν  είς  τό  πϋρ  και  την  κατα- 
Οτροφήν  τάς  Αθήνας,  έρημους  ούΟας  κατοίκων,  ουδέ  νά  λεχθώσι  καν  Ιιτρ§- 
πεν,  αφ  ού  ο  περιλαμβάνων  τό  ποίημα  κώοις"  εινε  άρ/αιότερος  του  δεκάτου  εβδόμου 
αιώνος.  Απίθανος  δε  εινε  ή  άναγιυγή  του  ποιήματος  είς  τουρκικήν  είςβολήν  προγενεστε- 
ραν  της  ΰπό  τοϋ  Μωάμεθ  κατακτήσεως,  καθ'  α  προτϊίνουσιν  ο  τε  κ.  Καμπούρογλονς 
ενθ'  άν.  σ.  123  και  ό  Θ.  Ν.  Φιλαδελφενς  (Ιστορία  τών  Αθηνών  Τόμ.  Α'  σ.  134  κ. 
ε.).  Όρθώς  δ'  ό  Γρηγορό€ιος  (Ιλλ.  μετάφρ.  Σπνρ.  Π.  Λάμπρου  Τόμ.  Β'  σ.  389) 
αναφέρει  τόν  θρήνον  εις  την  υπό  τοϋ  Μωάμεθ  άλωσιν.  Περί  δέ  της  λέξεως  τά  Λεγού. 
ρχα  Ι'δε  δσα  έγραψα  έν  τώ  Νε'ω  Έλληνομνήμονι  Τόμ,  Β'  ( 1905)  σ.  237  χ.  έ. 


ΑΙ   ΒΤΖΑΝΤΙΑΚΑΙ   ΕΚΚΛΗΣΙΑΙ  ΤΩΝ   ΑΘΗΝΩΝ* 


Ή  χριστιανική  θρησκεία,  διεδοθη  έν  Αθήναις  βραδέως,  άλλ'  άνευ 
πολλών  θυσιών  και  μεγάλων  μαρτυρίων.  Ό  Παύλος  ήναγκάσθη  μεν 
να  καταλίπη  την  κατείοωλον  πόλιν  χωρίς  να  μετατρέψη  αμέσως  τά 
πνεύματα,  άλλ'  οί  λόγοι  αύτο>'  έκέρδησαν  τουλάχιστον  την  ψυχήν 
Διονυσίου  του  Αρεοπαγίτου,  του  λεγομένου  πρώτου  τών  Αθηναίων 
επισκόπου.  Άλλα  πλην  του  πρώτου  τούτου  μάρτυρος  ολίγους  ί'χει 
νά  έπιδείξττ  ή  αθηναϊκή  εκκλησία.  Επιφανέστατος  δε  πάντων  μετά 
τον  Διονυσιον  είνε  ό  ίερομάρτυς  Λεωνίοης,  άθλήσας  αετά  της  μάρ- 
τυρος Χαρίσσης  και  του  περί  αυτήν  χοροΰ  έπϊ  του  αύτοκράτορος 
Δεκίου. 

Πότε  ο  έκτίσθη  ίν  Αθήναις  ή  πρώτη  χριστιανική  εκκλησία  άγνο- 
ουμεν.  Προηγήθησαν  άρα  τών  έν  τω  φανερώ  ιδίων  οικοδομημάτων  λα- 
θραία ευκτήρια  έν  κατακόμβαις  μυστ-.καϊς  και  ΰπογείοις  ώς  ίν  'Ρώμη, 
Παρισίοις,  Νεαπόλει;  Κατακόμβας  τοιαύτας  εχομεν  και  έν  Έλλαδι 
τάς  της  Μήλου,  ας  τό  πρώτον  παρατηρηθείσας  υπό  του  Κθ88,  οιά 
μακρών  έπειτα  έξήτα^  και  πεοιεγραψιν  <π'  έσχά-ων  ό  Γάλλο;  ΒίΐνΡΐ. 
Τις  δε  οίδεν,  άν  πέπρ<>>ταί  ποτέ  να  εύρεθώσι  τοιαΰται  κατακοαβαΐ 
και  εν  Αθήναις.  Αλλά  πιστεύω  μάλλον,  ότι  ό  χριστιανισι/,ός  ενταύθα 
ο\ε<!>οθη  ούτως,  ώςτε  νά  μη  είνε  χρεία  πχλης  πολλής  καϊ  κρύφιο  ;  λα- 
τρείας. Προςλαμβάνων  οέ  χαρακτήρα  ήττον  συγκρουομενον  προς  τήν 
ίλευθεριωτέραν  ήδη  κχταστάσχν  γρχαίαν  θρησκειών  /Ύ-ο')ρθωσεν  ίσως 
νά  εΐςελάση  βαθμηδόν  ανενόχλητος,  έως  έπ?στησαν  αϊ  ήμεραι  τοϋ 
μεγάλου  Κωνσταντίνου. 

Τότε  δέ  ή^ύνατο  πλέον  θριαμβεύων  νά  επικράτηση  έν  τη  πολει  και 
άναβή  καϊ  εις  αυτήν  τήν  'Ακοοπολιν.Ό  Παρθένων  εμεινεν  εις  το  2ζήΊ 

*   Έδημοσιεΰθη  το  πρώτον    έν  τω  Έσπέρω  "Ετ.  Α'  (1881)   σ.  97  κ.  έ. 


—  532  — 

Παρθενών,  και  μόνον  ύποκατεστάθη  εις  την  'Αθηνόέν  ή  Παναγία. 
'Αγνοουμεν  ακριβώς  τον  χρόνον  της  τοιαύτης  μεταβολής  του  λαμ- 
πρού Παρθενώνος  είς  έκκλησίαν  χριστιανικήν.  Ό  Παρθενών  δεν  άπέ- 
βαλεν  ως  χριστιανική  εκκλησία,  άφιερωθεϊσα  εις  Παναγίαν  την  'Αθη- 
νιώτισσαν,  την  άρχαίαν  αυτού"  λάμψιν  εστιλβε  δε  ύπό  κάλλους,  και 
είς  τον  πλοϋτον  τών  μαρμάρων  προςετέθη  το  πολύχρουν  στόλισμα  τών 
εικόνων  και  τών  ψηφιδωτών.  Την  άγίαν  τράπεζαν  έβάσταζον  τέσσα- 
ρες  κίονες  εκ  πορφυρίτου,  άλλαχού  δέ  ΐσταντο  κίονες  εξ  ίάσπιδος. 
Εντός  δέ  τίνος  κόγχης  έχρύσιζε  μεγάλη  εΐκών  της  Παναγίας,  διην- 
θισμένη  δια  μυρίων  ψηφίδων,  αϊτινες  σΰν  τω  χρόνω  καταπεσουσαι 
συνελέγοντο  ετι  κατά  τους  χρόνους  της  παιδικής  μου  ηλικίας  υπό  τών 
παίδων,  καλούμεναι  ύπ'  αυτών  ^ρυσόπετραι.  Έπί  δε  τών  τοίχων 
του  οπισθόδομου  σώζονται  ετι  και  σήμερον  βυζαντιακών  εικόνων  λεί- 
ψανα αμυδρά,  ων  τίνες  αρκούντως  ετι  διακρίνονται.  Τούτων  αί  κο- 
σμοΰσάι  τον  προς  βορράν  τοϊχον  έ'χουσι  διαγραφήν  άρίστην  και  είνε 
καλλιτιχνικώτατα  έξειργασμέναι . 

Άσβεστος  λυχνία  έ'καιεν  έν  τή  εκκλησία,  ην  εξυμνούν  πάντες  οί 
είς  "Αθήνας  ερχόμενοι,  έν  οϊς  και  οί  ξένοι  περιηγηταί.  Υπέρ  δέ  την 
άγίαν  τράπεζαν  έφαίνετο  ύπεραιωρουμένη  κατά  τους  χρόνους  τους 
προηγηθέντας  της  αλώσεως  ύπό  τών  Λατίνων  χρυσή  περιστερά  παρι- 
στάνουσα  τό  άγιον  Πνεύμα  και  αενάως  περιστρεφόμενη  όιά  κινήσεως 
κυκλοφορικής.  "Οτε  δέ  Βασίλειος  ό  Βουλγαροκτόνος  μετά  τάς  εναν- 
τίον τών  Βουλγάρων  νίκας  έπεσκέφθη  τάς  Αθήνας  τω  1019,  άναβάς 
είς  την  Άκρόπολιν  προςεκύνησε  την  Παναγίαν  και  έκοσμησε  την 
έκκλησίαν  αυτής  δια  λαμπρών  και  πολυτελών  αναθημάτων.  Κατά  δέ 
τήν  ύπό  τών  Λατίνων  άλωσιν  της  πόλεως  τω  1205  έσυλήθη  μέν 
ή  εκκλησία,  μετετράπη  δ'  είς  καθολικήν.  Και  αναφέρεται  τό  εξής  ό 
ναός  τής  Αθηνάς  ώς  δαηία  Μάπα  ϊΐΐ  Αίβηβ  έν  τοις  έγγράφοις  του 
φλωρεντιακοΰ  οίκου  τών  'Ατζαϊωλών.  Ούδ'  ήτο  ή  περιπέτεια  αύτη 
ή  τελευταία,  άλλ'  ό  Παρθενών  μεταβαλών  θρησκείαν  συν  τοις  νέοις 
δυνάσταις  τής  πόλεως  έ'γεινε  τέλος  μώαμεθανικόν  τζαμίον,  πριν  άπο- 
δοθή  οριστικώς  είς  τήν  παγκόσμιον  θρησκείαν  τής  επιστήμης,  ήτις 
λατρεύει  τήν  ένοικουσαν  έν  αύτώ  θεότητα  του  κάλου. 

'Αλλά  του  Παρθενώνος  προηγήθησαν  πάντως  άλλαι  χρισπανικαί 
εκκλησίαι   έν   "Αθήναις,   είς  άς  ανήκει  αναντιρρήτως  καϊ  ή  ανώνυμος 


—  533  — 

εκείνη,  ης  ερείπια  ευρέθησαν  πρό  τίνων  δεκαετηρίδων  εν  τινι  των  παρι- 
λισσίων  κήπων,  τω  σήμερον  καλουμένω  των  Ίλισσίδων  Μουσών. 
Αυτό  το  όνομα  της  Βασιλικής  (ΒαδίΗβα),  όπερ  άπεδίδετο  αύτη  καϊ 
κατά  τον  δέκατον  ογδοον  αιώνα,  δτε  αναφέρεται  ως  βλαβεϊσα  έπ'εύ- 
καιρία  του  μεταξύ  του  1687  καϊ  1751  συμβάντος  σφοδρού  σεισμού, 
αποδεικνύει,  δτι  ήτο  μία  των  παλαιότατων  εκκλησιών  τών  Αθη- 
νών τών  κτισθεισών  κατ'  αυτούς  τους  πρώτους  χρόνους  του  χριστιανι 
σμού.  Δυςτυγώς  εξ  αμελείας  άσυγγνώστου  το  πηχθέν  αυτόθι  πρό  τί- 
νων ετών  θερινόν  θέατρον  ώκοδομήθη  έπ'  αυτών  τών  θεμελίων  της 
Βασιλικής  εκείνης,  ης  ή  έξερεύνησις  κατέστη  ούτως  αδύνατος,  του- 
λάχιστον έπϊ  τού  παρόντος. 

Κατά  δε  τον  πέυ,πτον  αιώνα,  δτε  ή  Αθηναία  Ευδοκία  άνέβη  Ιπί 
του  αυτοκρατορικού  θρόνου  ως  σύζυγος  Θεοδοσίου  τού  μικρού  (424- 
460)  λέγονται  κατά  φήμην  τινά  άλλως  άμφίβολον  κτισθείσαι  ΰπ'αΰ- 
τής  δώδεκα  έκκλησίαι  έν  Αθήναις.  Μία  δε  τούτων  πιστεύεται  ότι 
ίίνε  και  ή  νυν  εκκλησία  του  Άγιου  Νικόδημου^  ή  επί  τουρκοκρατίας 
ονομαζόμενη  Σωτήρα  Λυκοδήμου,  ην  ά,'οράσαντες  οί  'Ρώσοι  άνεκαί- 
νισαν  καϊ  εξωράισαν.  Είνε  δε  αύτη  ή  σημερινή  "Ρωσική  εκκλησία  τών 
Αθηνών,  ήτις  διασώζει  ένιαχού  τού  εσωτερικού  λείψανα  της  βυζαν- 
τιακής  γραφικής  τών  χρόνων  καθ'  ους  ώκοδομήθη.  Δυςτυχώς  ή  άνα- 
καίνισις  αυτής  δεν  παρέκει  ήμϊν  πλήρη  ίδέαν  τού  αρχικού  σχεδίου. 

Ώς  έξοχα  δε  δείγματα  ιής  βυζαντιακής  αρχιτεκτονικής  δύνανται 
νά  θεωρηθώσι  τρεις  άριστα  διατηρούμεναι  έκκλησίαι  τών  Αθηνών, 
ή  Καπνικαρέα,  ό  Άγιος  Ελευθέριος  καϊ  οί  Άγιοι  Θεόδωροι.  Τις 
ακριβώς  ό  χρόνος  της  οίκοδομήσεως  τής  Καπνικαρέας  δεν  είνε  γνω- 
στόν. Έπ'  ϊσης  άγνωστος  είνε  και  ή  ετυμολογία  του  ονόματος  Κα- 
πνικαρέα ή  Καμκαρέα,  κατά  την  κοινοτέραν  προφοράν,  ή  Καμουχα- 
ρεα,  ώς  γράφεται  υπό  παλαιοτέρων  περιηγητών.  Κατά  τον  μακαρί- 
την  Σουρμελήν  ή  εκκλησία  ώνομάσθη  ούτω  κατά  τήν  έπιστροφήν 
τών  Αθηναίων  μετά  τον  γενόμενον  έξοικισμόν  τόν  επακολουθήσαντα 
εις  τήν  άλωσιν  τής  πόλεως  υπό  τού  Μοροζίνη  τω  1688.  Τότε,  λέ- 
γει, οί  κάτοικοι  καθαρίζοντες  τήν  έκκλησίαν  εΰρον  μεταξύ  τής  κεκαυ- 
μένης  ύλης  τήν  εικόνα  τής  Παναγίας  άκαυστον  μεν,  αλλά  κατακα- 
πνισμένην  δλως,  έφ'  φ  και  Καπνηκαρέαν  εκ  του  καπνός  καϊ  κάρα 
έκάλεσαν   αυτήν.    Ανάλογους  δ'  άλλας  εξηγήσεις   του  ονόματος    έπν- 


—  534  — 

φέρει  ή  κοινή  παράδοσις,  εν  φ  ό  Πιττάκης  ηθέλησε  νάναγάγη  τάς 
αρχάς  της  ονομασίας  εις  την  άρχαίαν  μυθολογίαν.  Άλλ1  άντϊ  πάν- 
των τούτων  νομίζω,  δτι  ώνοαάσθη  ούτως  από  κτιστού  τίνος  Καπνι- 
κάρη,  ώς  έ'χομεν  και  άλλας  εκκλησίας  ούτως  ώνομασμένας  εν  Αθή- 
ναις, τον  Άγιον  Γεώργιον  Καρύτση,  τον  Νικόλαον  του  'Ραγκαβά, 
τον  Σωτήρα  Κοττάκη,  τον  Χριστόν  Κοπίδη  και  άλλας. 


Ή  έν  Αθήναις  έκκλτκίία  Παναγίας  της  Γοργοεπτνκόον. 


Ή  δ'  εκκλησία  η  σήμερον  καλούμενη  τού  Άγιου  Ελευθερίου 
εκλήθη  ποτέ  και  Καθολικόν  ώς  ούσα  ή  παλαιά  Μητρόπολις  των  Αθη- 
νών, παρά  δε  τω  λαφ  είνε  γνωστότερα  ώς  ΙΙαναγία  Γοργοπήκου, 
ήτοι  Παναγία  ή  Γοργοεπήκοος.  Ή  εκκλησία  αύτη  διακρίνεται  διά 
την  άρμονίαν  και  χάριν  της  αρχιτεκτονικής  και  διά  τον  πλούτον  των 
μαρμάρων.   Το  έξωτερικόν  των  τοίχων  αυτής  απαρτίζεται  6ίκην  μου- 


—  535  — 

σείακού  ύπό  διαφόρων  λειψάνων  της  αρχαιότητος,  επιγραφών,  ανά- 
γλυφων, επιτύμβιων  στηλών,  άς  συναποκομίσασα  έκ  πλησιοχώρων 
πιθανώς  μνημείων  εναπέθεσεν  αυτόθι  ώς  ετυχεν  ή  αρχιτεκτονική 
ανάγκη  του  χριστιανικού  εκείνου  κτίσματος.  Σηααντικόν  ιδίως  είνε 
δια  την  τέχνην  το  άνάγλυφον  άρχαϊον  μηνολόγιον  όπερ  ένετοιχίσθη 
άνωθεν  τού  υπερθύρου.  Χαρακτηριστική  δε  είνε  ή  χάραξις  του  σταυ- 
ρού έπί  των  αρχαίων  εκείνων  μαρμάρων,  ίνα  έξαγνισθώσιν  από  της 
έγκεκολαμμένης  εις  αυτά  είδωλολατρείας. 

Άλλ'  ό  Γάλλος  μεσαιωνοδίφης  ΒυοΗοη,  όςτις,  επισκεφθείς  την 
Έλλχδα  τω  1840-  1841,  έμελέτα  τα  περισωζόμενα  μνημεία  του 
φραγκισμοϋ,  τους  σταυρούς  τούτους  τους  πολλαχώς  έπιγεγλυμμένους 
ΐπΐ  τών  λίθων  τών  αποτελούντων  τον  έξωτερικόν  τοίχον  της  εκκλη- 
σίας του  Άγιου  Ελευθερίου  δεν  έθεώρησε  τυχαίους,  άλλ'  έζήτησε  νά 
εύρη  Ιστορικην  αυτών  έξήγησιν  και  νά  έξαγάγη  εντεύθεν  συμπερά- 
σματα περί  τοϋ  χρόνου  καθ*  όν  έκτίσθη  ή  εκκλησία.  Ανεγνώρισε  δήλα 
δ/)  διάφορα  σχήματα  σταυρού  είλημμένα  έκ  τών  οΐκοσημων  διαφό- 
ρων οϊκων  φραγκικών,  και  ήθέλησεν  ω,  έξης  νά  εξήγηση  την  ύπαρξιν 
αυτών.  Γοδοφρεδος  ό  Βιλλαρδουΐνος,  ό  αΰθέντης  τού  Μορέως,  άπιρ- 
τησε  κατά  τα  συμπεφωνημένα  παρά  τών  Λατίνων  ιεραρχών  τού  κρά- 
τους αυτού  την  προςωπικην  στρατείαν  άποποιηθέντων  δε,  έδήμευ- 
σεν  αυτών  τ  ά.  κτήματα,  τούθ  όπερ  προεκάλεσε  τον  άφορισμόν  τού 
πάπα  κατά  τε  αυτού  και  τών  αύτώ  συμπραζάντων  βαρώνων.  Τέλος 
δέ  τω  1218ο  Βιλλαρδουίνος  κατώρθωσε  νά  εξιλέωση  τον  ποντίφικα. 
υποσχόμενος  μείζονα  έν  τω  μελλοντι  εΰλάβειαν.  Τότε  δέ  εικάζει  ό 
ΒυοΗοη,  ότι  αυθορμήτως  ή  έκ  ποινής  επιβληθείσης  υπό  τού  πάπα 
έκτίσθη  τό  Καθολικόν,  έπιχαραχθεντων  τών  στεμμάτων  πάντων  των 
μετασχόντων  της  έριδος  και  τυχόντων  της  έξιλεώσεως. 

Άλλ'  ή  έξήγησις  αύτη  φαίνεται  βεβιασμένη,  δεν  πρέπει  δέ  νά  λη- 
σμονήσωμεν,  ότι  ό  Γάλλος  εκείνος  Ιστοριοδίφης  πολλάκις  έξ  υπερβο- 
λικού ζήλου  προς  την  εΰρεσιν  λειψάνων  της  έν  Ελλάδι  φραγκοκρατίας 
εσπευδεν   εις  τάς  κρίσεις  αυτού    και  έξέφερεν  εικασίας   τολμηροτάτας. 

Κατά  τίνα  δέ  ύπό  τών  επίτροπων  της  Μητροπόλεως  τό  πρώτον 
και  έπειτα  ύπό  της  Αρχαιολογικής  εταιρείας  γενομένην  έπ'  έσχατων 
πρόχβιρον  άνασκαφήν  κατεφάνη,  ότι  τό  άρχικόν  έδαφος  της  εκκλη- 
σίας ταύτης   εκείτο  περί  τό  εν  μέτρον  βαθύτερον,  τούθ'  όπερ  συμβαί- 


—  536  — 

νει  και  εις  τάς  λοιπάς  βυζαντιακάς  εκκλησίας  των  Αθηνών.  Κατα- 
κεχωσμέναι  ώς  εύρηνται  τα  νυν  χάνουσι  πολύ  τής  παλαιάς  αυτών 
ραδινότητος  '. 

Άλλ'  ή  εκκλησία  εκείνη  ήτις  δικαίως  δύναται  να  επασχολήση  ημάς 
μακρότερον  διά  τε  το  κάλλος  αυτής,  άνάλογον  ίσως  προς  το  της  εκ- 
κλησίας του  Άγιου  Ελευθερίου,  και  τάς  υπάρχουσας  περί  αυτής 
πλείονας  ειδήσεις,  εϊνε  ή  των   Άγιων  Θεοδώρων. 

"Ανωθεν  της  προς  δυσμάς  μεσαίας  θύρας  της  εκκλησίας  ταύτης  σώ- 
ζονται έντετοιχισμέναι  δύο  έπιγραφαΐ  βυζαντιακαί,  ων  ή  μέν  εμπερι- 
έχει απλώς  την  χρονολογίαν  του  μηνός  Σεπτεμβρίου  του  έτους  6558 
από  κτίσεως  κόσμου,  ήτοι  του  1049  μετά  Χριστόν,  ή  δ'  έτερα  ανα- 
γράφει, Οτι  την  έκκλησίαν  άνεκαίνισε  παλαιωθεΐσαν  ό  σπαθαροκανδι- 
δάτος  Νικόλαος  ό  Καλομαλάς.  Και  ή  μέν  πρώτη  τών  επιγραφών,  ή 
συντομωτέρα,  διδάσκει  ημάς  ίσως  τόν  χρόνον  της  κτίσεως  ή  πρώτης 
τινός  επισκευής  της  εκκλησίας*  έκ  δε  τής  δευτέρας  μανθάνομεν  πλην 
άλλων,  ότι  ή  εκκλησία  δεν  έτιμάτο  έπ'  ονόματι  τών  Άγιων  Θεοδώ- 
ρων, άλλ'  ενός  μόνου  Θεοδώρου,  διότι  ενα  μάρτυρα  επικαλείται  ό 
άναχ-τίζων.  Επειδή  δε  ό  άνεγείρων  τόν  ναόν  ήτο  στρατιωτικός,  δι- 
καιούμεθα  νά  είκάσωμεν,  ότι  έπ'  ονόματι  Θεοδώρου  του  Στρατηλά- 
του  έτιμάτο  ή  εκκλησία.  "Οτι  δε  και  έν  μεταγενεστέροις  χρόνοις  ή 
εκκλησία  ήτο  γνωστή  ώς  "Αγιος  Θεόδωρος,  ένικώς,  φαίνεται  έκ  του 
Γάλλου  περιηγητου  Σπών. 

Άν  δε  ή  εκκλησία  αύτη  ήτο  κατά  τους  μέσους  αιώνας  αυτοτελής 
ή  άνήκεν  εις  παραπλησίαν  όμώνυμον  μονήν,  αγνοώ.  Βέβαιον  δε  είνε, 
ότι  ύπήρχεν  έν  Αθήναις  μοναστήριον  του  Άγιου  Θεοδώρου,  ώς  μαν- 
θάνομεν εξ  επιστολής  τίνος  του  πάπα  Ίννοκεντίου  Γ'  προς  Βεράρ- 
δον,  τόν  πρώτον  Αατΐνον  άρχιεπίσκοπον  Αθηνών,  γραφείσης  τόν  Φε- 
βρουάριον  του  1208.  Ό  δε  μοναχός  ταύτης  τής  μονής  ώνομάζετο 
Άγιοθεοδωρίτης.Άρα  κατά  πιθανώτατον  λόγον  έκ  ταύτης  τής  μονής 
είχε  ληφθή  ό  μητροπολίτης  Αθηνών  Νικόλαος  ό  επονομαζόμενος 
Άγιοθεοδωρίτης,  όςτις  τω   Ι  166,  πατριάρχου  δντος  τού  Λουκά  Χρυ- 

1  Έξ  δτου  εγράφησαν  ταύτα,  έκαθάρθησαν  αί  βάσεις  της1  τε  Παναγίας  τής  Γοργο- 
επηκόου,  τών  Αγίων  ®εοοώρων  και  τής  Καπνικαρέας,  και  παρουσιάζονται  αί  έκκλη- 
σίαι  αύται  έν  δλω  αυτών  τω  άρχικψ  ύ'ψει. 


—  537  — 

σοβέργη,  μετέσχε  της  εν  Κωνσταντινουπόλει  συνόδου  της  άπαγορευσά- 
ση;  τους  γάμους  μεταξύ  συγγενών  εβδόμου  βαθμού. 

Την  ΰπαρξιν  μονής  παρά  την  σημερινήν  έκκλησίαν  των  Άγιων 
Θεοδώρων  τεκμηριοΰσι  και  τα  λείψανα  μεσαιωνικών  τοινίων  τα  ευρε- 
θέντα πλησιέστατ'  αυτής  κατά  την  οίκοδόμησίν  τίνος  των  εν  τη  προ- 
κείμενη μικρά  πλατεία  οικιών. 

Τοιαύται  προς  τη  τών  Άγιων  Αποστόλων  αϊ  κυριώτεραι  τών  σω. 
λομένων  βυζαντιακών  εν  Αθήναι;  εκκλησιών    Πλεϊσται  άλλαι  ή  έντε- 


Ή  έν  Αθήναις  έκκληόία  τών  Αγίων  Θεοδώρων. 

ζώς  κατεστράφησαν.  αί  μικρότεραι  και  μάλλον  ήρειπιωμέναι,  κτιζο- 
(ομένης  της  νέας  Μητροπόλεως,  ίνα  χρησιμεύση  δια  ταύτην  ή  οικο- 
δομική αυτών  ΰλη,  ή  απέβησαν  άδιάγνωστοι  ένεκα  τών  ίπανειλημ- 
ενων  νεωτέρων  επισκευών  και  ανοικοδομήσεων.  Αί  ολίγαι  δ'  έναπο- 
μείνασαι  χρησιμεύουσιν  έν  απουσία  κοσμικών  μνημείων  τών  βυζαντια• 
κών  χρόνων  ως  αί  μόναι  ενδείξεις  του  έπί  μακρού;  αιώνας,  έκ  τών  μέ- 
σων, βίου  τής  πόλεως  υπό  τους  Βυζαντινούς,  ότε  τών  Αθηνών  προε- 
στάτει  αντί  τής  Πολιάδος  Παναγία  ή   Άθηνιώτ-.σσα . 


ΈΙΣΜΟΙ   ΕΝ  ΑΘΗΝΑΙΣ   ΠΓΟ  ΤΟΓ   1821* 


Του  λόγου  γινομένου  έπ'  ΐσ/άτων  περί  του  σφοδρότατου  σεισμού 
του  καταστρέψαντος  την  άνθηράν  Χίον,  εγεινε  συν  τοις  άλλοις  ή 
παρατήρησις,  ότι  ή  εκσπασις  και  άπό  της  φυσικής  των  θέσεως  άποκί- 
νησις  των  σπονδύλων  άρναίων  στύλων  σημαίνει,  δτι  και  την  Άττικ,ήν, 
ιδίως  δε  τάς  Αθήνας  συνετάραξαν  κατά  τήν  μακράν  περίοδον  των 
αιώνων  σφοδροί  σεισμοί. 

Ή  παρατήρησις  αύτη  είνε  ορθότατη"  θά  ήδυνάμεθα  δε  να  έζετά- 
σωμεν  άκριβέστερον  τάς  ζημίας  ας  έπήνεγκον  οί  σεισμοί  εις  τήν  πόλιν 
κατά  διαφόρους  νρόνους,  αν  ή  ιστορία  διεφύλαττεν  ήμΐν  πλήρη  κατά- 
λογον  των  γενομένων  σεισμών.  'Αλλά  τοιαΰται  ακριβείς  σημειώσεις 
έλλείπουσι  δυςτυ/ώς  και  μόνον  σποραδικάς  μανθάνομεν  ειδήσεις. 

Αυτοί  οί  μύθοι,  έν  οίς  συμβολικώς  και  μυστηριωδώς  πολλάκις  διε- 
φυλαξαν  οί  αρχαίοι  τήν  παλαιοτάτην  φυσικήν  ίστορίαν  τών  /ωρών  ας 
κατωκουν,  φαίνονται  μαρτυροΰντες  και  έν  Αττική  περί  προϊστορικών 
γεωλογικών  φαινομένων.  "Ισως  δε  ή  άμιλλα  της  'Αθηνας  και  του  Πο- 
σειδώνος και  μάλιστα  ό  περί  του  'Αγ/έσμου  μϋθος,  ώς  πέτρου  πεσόν- 
τος άπό  τών  χειρών  της  θεοϋ  έν  ω  διεσκεύαζε  τα  τής  πόλεως,  είνε 
αμυδρά  και  συμβολική  άνάμνησις  προαιώνιων  σεισμικών  ενεργειών. 

Τας  δε  πρώτας  ακριβείς  σημειώσεις  περί  σεισμών  έν  Αθήναις  γε- 
νομένων εΰρίσκομεν  παρά  τω  Θουκυδίδη.  Ανέγραψε  δ'  αΰτάς  ό  μέγας 
ιστορικός  ουχί  εξ  απλής  άναγραφικής  περιέργειας,  ώς  ποιουσιν  οί  κοι= 
νοί  τών  νρονογράφων  οί  τά  φυσικά  συμβάντα  άναμίξ  μετά  τών  αν- 
θρωπίνων έργων  συνονθυλεύοντες,  άλλ  έζ  ανωτέρας  τινός  σκέψεως 
φιλοσοφικής.  Και  δή,  έκθετων  έν  τφ  προοιμίω  τήν  σύμπτωσιν  τών 
δεινών  άτινα    -:πήνεγκεν    ό  πελοποννησιακός  πόλεμος,   ορθώς   παρετή- 

'   Έδημοσιεύθη  το  πρώτον  έν  τω  πιριοδιχώ  Εστία  Τόμ.   ΙΑ'  (1881)  σ.  289  κ.  έ. 


—  539  — 

ρησεν,  ότι  μετά  της  άπό  των  ανθρώπων  κακίας  συνειργάσθη  κατά 
περίεργον  σύμπτωσιν  προς  την  καταστροφήν  και  έρήμωσιν  μοιραία 
τις  μανία  και  εκτροπή  της  φύσεως.  Τά  τε  πρότερον  άκοίϊ,  μέν 
λεγόμενα,  έργω  δε  σπανκότερον  βεβαιούμενα  ούκ  άπιστα 
κατέστη,  σχισμών  τε  πέρι,  οι  έπι  πλείστον  άμα  μέρος  γης 
και  ισχυρότατοι  οί  αϋτοι  έπέσχον,  ήλιοι;  τε  εκλείπεις,  αϊ 
πυκνότεραι  παρά  τά  εκ  του  πριν  χρόνου  μνημονευόμενα 
ξυνέβη,σαν,  αύχμοί  τε  έστι  παρ'  οίς  μεγάλοι  άπ'  αυτών  και 
λιμοί  και  ή  οΰχ  ηκιστα  βλάι|τασα  και  μέρος  τι  φθείρασα, 
ή  λοιμώδης  νόσος. 

Λιαρκοΰντος  τοΰ  πελοποννησιακού  πολέμου  δις  γίνεται  μνεία  σει- 
σμών συμβάντων  έν  Αθήναις.  Και  πρώτον  μεν  οί  πολλοί  σεισμοί  οί 
διαταράζαντες  τον  χειμώνα  τοΰ  427  την  Άττικήν,  Βοιωτίαν  και 
Εύβοιαν  και  μάλιστα  τον  (ίοιώτιον  Άρχομενόν  εγειναν  αισθητοί  και 
έν  Αθήναις,  ώς  ρητώς  τούτο  μαρτυρεϊται  ύπό  τοΰ  θουκυδίδου  1. 
*Ησαν  δε  οί  σεισμοί  ούτοι  σύγχρονοι  προς  την  δευτέραν  έν  Αθήναις 
έπιδημίαν  τοΰ  γνωστού  λοιμού,  δςτ>.ς  τελείως  μεν  οΰδεποτ'  εί^εν  έκ~ 
λίπει,  άλλ'  είχεν  όμως  όπωςδήποτε  κοπάσει  έν  τω  μεταξύ,  επελθού- 
σης τίνος  διαλείψεως. 

Μετά  τίνα  δ'  ετη,  κατά  το  εαρ  τού  420,  συνέβη  άλλος  σεισμός  έν 
Αθήναις.  Συμπίπτει  δ'  ούτος  μετά  μιας  τών  σπουδαιότατων  εκκλη- 
σιών τού  αθηναϊκού  δήμου,  εκείνης,  καθ'  ην  ό  νεαρός  Αλκιβιάδη; 
αντέταξε  το  πρώτον  είς  τον  Νικίαν  τά  σχέδια  και  τάς  ενεργείας  του 
πολυκινήτου  και  πολυμήχανου  αυτού  νού.  Άφορμώμενος  έκ  της  πρό 
τίνος  ύπό  τών  Λακεδαιμονίων  συναφθείσης  συμμαχίας  μετά  τών  Βοι- 
ωτών και  ύπό  της  δυςαρεσκείας  ην  αύτη  τε  και  ή  μη  παράδοσις  τού 
ύπό  τών  Βοιωτών  κατεχομένου  φρουρίου  Ιΐανάκτου  και  της  Άμφιπό- 
λεως  είς  τους  Αθηναίους  είχε  προκαλέσει  έν  τή  πόλει,  διενοήθη  νά 
διαπραγματευθή  την  φιλίαν  τού  δήμου  προς  τους  Άργείους  και  τους 
συμμάχους  αυτών.  Πρέσβεις  δε  τών  'Λργείων  άφίκοντο  είς  'Λθήνας 
την  άνοιξιν  τού  420  κατά  τόν  αύτον  χρόνον  καθ'  ον  και  απεσταλμέ- 
νοι της  Σπάρτης  έζήτουν  παντί  τρόπω  νά  έπιφέρωσι  συμβιβασμον  των 
διαφορών  τών  δύο  μεγάλων  πόλεων.  Και  είς  μεν  την  βουλήν  παρα- 
στάντες   οί  Σπαρτιάται   έδήλωσαν,  ότι  εστάλησαν  ώς   πρέσβεις   αύτο- 

•    θονκυδίδον  Γ"  87,  4, 


—  540  — 

κράτορες  πάρα  της  Σπάρτης*  άλλα  δόλψ  του  Άλκιβιάδου  πεισθεντες 
νάρνηθώσι  τοΰτο  έν  τη  έκκλησί^  του  δήμου  έξήγειραν  την  γενικήν 
άγανάκτησιν,  καταβοώντος  αυτού  πρώτου  του  Άλκιβιάδου.  Έπιτυ- 
χούσης  δέ  της  πανουργίας  του  νεαρού  δημαγωγού,  οί  Αθηναίοι  παρε- 
σκιυάζοντο  να  καλέσωσιν  ήδη  τους  Άργείους  όπως  δεχθώσι  την  συμ- 
μαχίαν  μετ'  αυτών  και  των  συμμάχων,  ότε  σεισμός  έπελθών  έπήνιγκε 
την  διάλυσιν  της  εκκλησίας,  τοΰθ'  δπερ  έβοήθησεν  εις  τα  σχέδια  του 
φιλολάκωνος  Νικίου,  τουλάχιστον  μέ/•ρι  τινός. 

Άναγινώσκοντες  δέ  την  διήγησιν  ταύτην  παρά  τφ  Ηαυκυδίδη 1 
και  τω  ΙΙλουτάρχω  ι,ί,  δεν  πρέπει  να  νομίσωμεν,  ότι  ή  εκκλησία  του 
δήμου  έν  βίο»:  διελύθη  ένεκα  της  σφοδρότητας  του  γενομένου  σεισμού. 
Ουδέτερος  των  συγγραφέων  χαρακτηρίζει  τον  σεισμόν  ώς  σφοδρόν, 
μάλλον  ο  εκ  των  λόγων  αυτών  δυνάμεθα  να  εΐκάσωμεν,  ότι  ήτο  ανά- 
ξιος λόγου.  Αίτια  λοιπόν  της  διαλύσεως  της  εκκλησίας  δεν  ήτο  ή 
σφοδρότης  του  σεισμού  και  ή  εντεύθεν  επελθούσα  ταραχή,  αλλ1  αυτό 
τό  φυσικόν  φαινόμενον,  όπερ  έθεωρήθη  ώς  διοσημία'  κατά  δέ  τήν 
επικρατούσαν  συνήθειαν  έν  Αθήναις  αί  διοσημίαι  έπέφερον  τήν  διάλυ- 
σιν της  εκκλησίας  τοϋ'  δήμου.  Δια  τούτο  δ'  ευφυέστατα  ό  Αριστοφά- 
νης, καταγελών  της  υπερβολής  έν  τη  χρήσει  ταύτης  της  συνήθειας, 
είςάγει  έν  τοις  Άναρνεΰσι  3  τον  Δικαιόπολιν  άπαγορεύοντα  να  γείνη 
συζήτησις  έν  τη  έκκληση  περί  τού  μισθού  τών  Θρακών,  επειδή  έ'στα- 
ξεν  έπ'  αυτόν  ρανϊς  βροχής,  άρα  είνε  διοσημία.  Μεθ'  δ  ό  κήρυξ  δια- 
λύει διαταγή  τών  πρυτάνεων  τήν  έκκλησίαν  τού  δήμου    . 

Άλλα  και  άλλαχοΰ  της  Ελλάδος  υπήρχε  τό  αυτό  έ'θος  ένεκα  διο- 
σημίας.  Οΰτως  έν  Κορίνθω  βλέπομεν  ένεκα  σεισμού  γενομένου  έπερχο- 
μένην  τήν  διάλυσιν  συνεδρίας.  Έν  δέ  τη  Σπάρτη  τω  412  π.  Χ.,  Οτ« 
έψηφίσθη  συμμαχία  μετά  τών  Χίων  και  Έρυθραίων  και  αποστολή 
στόλου  έκ  δέκα  νηών  ύπό  τον  Μελαγκρίδαν,  έπελθόντος  σεισμού  μετε- 
βλήθη ή  άποφασις,  και  ναύαρχος  μεν  εστάλη  άλλος,  ό  Χαλκιδεύς,  ό 
δέ  αριθμός  τών  νηών  άπό  δέκα  περιεστάλη  εις  πέντε  μόνας  &. 

1  θουπνόίδον  Ε'  45. 

2  Πλούταρχος  έν  βίω  Νικίου  10. 

3  Αριστοφάνης  έν   Άχαρνεΰσι  στ.   169  κ.  έ. 

4  "Ιδε  Αριστοφάνους  'Εκκλησιαζοΰσας  στ.  791  και  Σχόλια  Αριστοφάνους  εί€ 
Άχαρνεων  στ.  171. 

5  Θονκνδίδου  Ε'  50,  5. 


—  541  — 

Μετά  τούτους  τους  επί  του  πελοποννησιακού  πολέμου  γενομένους 
έν  Αθήναις  σεισμούς,  ών  την  επιμελή  άναγραφήν  χρεωστοΰμεν  εις 
τον  Θουκυδίδην,  ουδέν  παρεδόθη  επί  μακρότατους  αιώνας,  επί  ΰπερ- 
διςνίλια  δλα  έ'τη,  περί  άλλων  σεισμών.  Άλλα  τότε  μανθάνομεν  περί 
του  σφοδρότατου  τών  σεισμών  τών  εν  Αθήναις  γενομένων.  Ιδού  δια 
τίνων  περιγράφεται  ούτος  υπό  τίνος  τών  συγχρόνων  Τω  έτεί  τούτω 
μέγας  σεισμός  έγένετο  και  άπαντες  οι  οίκοι  έσείσθησαν 
και  ή  εκκλησία  του  Άγιοι;  Διονυσίου  εις  δυο  έσχίσθη  και 
ο  τοΰ  άρχιεοέως  οίκος  κλόνω  μέγα  και  λίθω  έκ  τοΰ  Βρά- 
σου προςβληθεις  το  άνώγειον  έκρημνίσθη.  Τοΰτο  δε  έγέ- 
νετο το  εσπέρας  τοΰ  αγίου  Χαρίτωνος•  πολλοί  δε  οίκοι  τϊϊς 
τοΰ  Σωτηρος  Νικόδημου  μονής  κατεκρημνίσθησαν  και  η 
Βασιλική  εκκλησία  έρράγη,  και  τη  τρίτη  ημέρα  είς  την 
Μητρόπολιν  ό  Δημτιτριος  κεραυνω  βληθεις  έτελεύτησεν 
ά^ήσας  όργανα  και  }(ήραν  ι.  Άν  καϊ  αί  ειδήσεις  αύται  περι- 
λαμβάνονται έν  τω  λεγομένω  χρονικω  της  μονής  τών  Άγιων  Αναρ- 
γύρων, όπερ  ίξήγειρε  πολλάς  αμφιβολίας,  ούδένα  εχομεν  λόγον  νά  δυς- 
πιστήσωμεν  προς  την  διήγησιν  τοΰ  γράψαντος.  Μάλλον  δε  πρέπει  νά 
έπιμείνωμεν  είς  τα  λεγόμενα  ύπ'  αυτού,  τοΰτο  μεν  ίνα  εύρωμεν  τον 
^ρόνον  καθ'  ον  έ'γεινεν  ό  σεισμός,  τοΰτο  δε  ίνα  έξηγήσωμεν  τα  κατ' 
αυτόν.  Το  έ'τος  τοΰ  σεισμού  δεν  αναγράφεται  εν  τω  άποσπάσματι  τοΰ 
χρονικού"  άλλ'  εχομεν  τον  χρόνον  κατά  προςέγγισιν  δεδηλωμένον  διά 
της  μνείας  τού  Δημητρίου,  όςτις  δεν  εινε  κατά  πιθανώτατον  λόγον  ό 
ιερεύς  Δημήτριος  Κολοκύνθης  ό  τω  1651  πορευθείς  είς  Κωνσταντι* 
νούπολιν  προς  τον  πατριάρχην  Ίωαννίκιον  και  λαβών  πατριαρχικήν 
άδειαν  ϊνα  ίδρύσγι  την  μονήν  τών  Άγιων  Αναργύρων.  Άλλ'  ουδέ  μέ- 
χρι τού  1687  δυνατόν  νά  συνέβη  ό  σεισμός  ό  καταστρέψας  τον  οίκον 
τού  αρχιεπισκόπου,  επειδή  ούτος  έσώζετο  έ'τι  ακέραιος  δτε  ήλθεν  ό 
Σπών  εις  Αθήνας  καϊ  κατά  τήν  υπό  Βενετών  άργότερον  έν  έκείνω 
τω  έ'τει  γενομένην  άλωσιν  της  πόλεως.  Αλλά  τω  1751,  δτ'  έπεσκέ- 
φθη  τήν  πόλιν  ό  δΐυαί'Ι,  τού  οϊκου  τού  αρχιεπίσκοπου  και  της  εκ- 
κλησίας Διονυσίου  τοΰ  Αρεοπαγίτου  έσώζοντο  μόνα  τά  ερείπια."  Αρα 

4    Άναργύρειον  χρονικόν  ίν  Άρ/βιολογιχί]    Έφημϊρίδι  1853  σ.  944.  Πρβλ,  Θ.  Ν, 
Φίλαδελφέα  (Ιστορία  της  πόλίως  Αθηνών  Τόμ.  Β'  α.  92  χ,  έ.) 


—  542  — 

ό  σεισμός  εγεινε  μεταξύ  του  168Τ  και  του  1751  *.  Έγεινε  δέ  την 
έσπέραν  τοϋ  άγιου  Χαρίτωνος,  ήτοι  την  είκοστήν  όγδόην  του  Σε- 
πτεαβρίου,  ουχί  δέ  την  πρώτην  Ιουνίου,  ώς  εσφαλμένως  έγραψαν  ο 
Αύγουστος  Μοπίηίδβη  και  ό  Ιούλιος  δθ1ΐΓΠΪ(1ΐ. 

Των  δέ  βλαβέντων  κτιρίων  ή  εκκλησία  του  Άγιου  Διονυσίου  του 
Αρεοπαγίτου  και  ό  οίκος  του  μητροπολίτου  έ'κειντο  προςεχή  αλλή- 
λοις,  καθ'  άς  άλλοθεν  εχομεν  μαρτυρίας,  κατά  τους  προςβορείους 
πρόποδας  του  Αρείου  Πάγου.  "Ωςτε  τον  λόφον  εκείνον  προφανώς 
αποκαλεί  Βράχον  ό  χρονογράφος,  έξ  ου  κατέπεσεν  ό  μέγας  λίθος.  Ή 
δέ  μονή  του  Νικόδημου,  ής  πολλοί  οίκοι  έσχίσθησαν,  είνι  βεβαίως 
ή  ομώνυμος  την  σήμερον  'Ρωσική  εκκλησία.  Ούτω  και  ή  βυζαντιακή 
εκκλησία  των  Άγιων  Θεοδώρων  εν  Αθήναις  ΐ'ν  τινι  εγγράφω  του 
πάπα  Ίννοκεντίου  Γ'  τφ  1208  αναφέρεται  ώς  αΐοη£ΐ8ΐβπαΐΙΐ  δαπ- 
Οΐϊ  Τ1ΐ6θάθΠ?.  Τους  δ'  ίν  τω  χρονικώ  αναφερομένους  οίκους  πρέπει 
να  έννοήσωμεν  ή  πραγματικά  κελλία,  αν  ό  "Αγιος  Νικόδημος  δεν  ήτο 
μόνον  κατ'  όνομα  μονή,  ή  γειτονικά  τίνα  κτήματα  της  εκκλησίας 
ταύτης,  όποια  και  τήν  σήμερον  έ'χει  αύτη,  ανήκοντα  τοις  'Ρώσοις. 
Ήτο  δέ  γνωστή  ή  πάλαια  αύτη  βυζαντιακή  εκκλησία  επί  της  τουρ- 
κοκρατίας ώς  Σωτήρα  Λυκοδήμου  ή  Νικόδημου.  Άλλα  τις  είνε  ή  Ιν 
τΦ  χρονικώ  μνημονευομένη  Βασιλική  εκκλησία,  περί  ής  δεν  είνέ  τι 
γνωστόν3;  Εικάζω,  οτι  τούτο  το  υνομα  είχεν  ή  έκτων  παλαιών  χρι- 
στιανικών χρόνων  ΒαδίΙκ'α,  ήτις  άνεκαλύφθη,  ώς  παρετηρήθη,  προ  ει- 
κοσαετίας έν  τω  νυν  κήπω  τών  Ίλισσίδων   Μουσών  έ'νθα  τά  πρό  τίνων 

1  "Ιδε  και  ΜοΤϊΙΠΙΒβη  ΑΙΙΐβΠ&β  ('ΙΐΓΪδΙίαηαβ  σ.  44,  ίίςτις  αποδέχεται  ώς  έτος  τοϋ 
σεισμοΰ  τό  1701.  Ό  σοφός  διευθυντής  τοϋ  έν  Αθήναις  Αστεροσκοπείου  κ.  Ιούλιος 
δο&ΠΐίάΙ  έν  μεν  τη  συγγραφή  8ΐϋ<ϋβη  ϊϊββί'  ΕΓάββΙΐβΠ  (εκδ.  β'.  Έν  Λειψία.  1879 
σ.  160)  τάσσει  τον  σεισμόν  τοΰτον  αορίστως  μεταξύ  τοϋ  1641  και  1660,  έν  δέ  τη  δια. 
τριβή  αΰτοΰ  ναΐΐίαηβιαρίϊοηβη  ιιηιΐ  Επ11)βΙ>βη  (έν  τω  τοϋ  Όβίΐηβτ  ΑγοΙιϊυ  ίϋι• 
ηΐίΐΐβΐ  -  ιιιιϋ.  ηβυ^ήβοΐιίδοίιβ  ΡΙιίΙο1ο§ΐβ  Τεδχ.  Α'-Β'.  1880  σ.  111)  μεταξύ  τοϋ 
1636  και  1660.  'Εν  τοΐς  8ΐυάίβη  ό  ΒοΚτηίάΙ  συγκεχυμένως  αναγράφει  τα  τών 
αθηναϊκών  σεισμών  κατά  τον  πελοποννησιακόν  πόλεμον  ή  δέ  μελετητών  πηγών  πείθει, 
οτι  ορθότερα  εινε  τά  έν  τη  προμνημονεεθείση  έτερα  αύτοΰ  νεωτέρα  διατριβή  αναγρα- 
φόμενα. Τών  δέ  μετ'  έμέ  γραψάντων  ό  μέν  Δημ.  Καμηούρογλονς  (Ιστορία  τών 
"Αθηναίων  Τόμ.  Α'  σ  66)  αποδέχεται  τον  έπί  τουρκοκρατίας  σεισμών  ώς  συμβάντα 
μάλλον  τω  1701,  ό  οέ  Θ.  Ν.  Φιλαδελφενς  (Ιστορία  τί]ς  πόλεως  "Αθηνών  |Τόι*.  Β 
σ.  95)  τώ  1694. 

2  "ίδε  ανωτέρω  σ.  536. 

3  Μοπιιηδβη  Αΐββη&β  ΟΙιπδΙϊαη&β  α.  44  σημ.  ** 


-  5Ί3  — 

ετών  πηχθέν  θερινόν  θέατρον  εξ  άσυγγνώστου  αμελείας  ώκοδομήθη 
κατά  ιχέρος  έπί   των   θεμελίων    της    Βασιλικής    εκείνης. 

Τοιούτος  και  ό  σεισμός  του  δεκάτου  εβδόμου  η  δεκάτου  όγδοου 
αιώνος,  εις  όν  προ  του  ίεροΰ  αγώνος  εις  και  μόνος  μαρτυρεϊται  επα- 
κολουθήσας  εν  ετει  1805.  Έγεινε  δ'  ούτος  τον  μήνα  Σεπτέμβριον 
τη  5/17  κατά  τον  Οθ(3\νβ11  ι.  Προηγήθησαν  δ'  αύτοΰ  ραγδαϊαι  (ϊρο- 
/αϊ,  άστραπα!  και  βρονταί  μετά  πνιγηράν  θερμότητα.  Ή  δε  καται- 
γίς  αΰτη  διήρκεσεν  είκοσι  και  εξ  όλας  ώρας  άνευ  διακοπής  Καθ' 
ά  δ'  αναφέρει  ό  "Αγγλος  περιηγητής,  τότε  προς  τοις  άλλοις  ό  Ίλισσός 
άπο  ανύδρου  δ-ώρυγος  μετεβλήθη  εις  άγριον  και  βαθύρρουν  ποτα- 
μόν  κατακλύσαντα  τά  πέριξ,  θέαμα  άξιον  λόγου  δι*  τους  συγχρόνους 
Αθηναίους,  οΐτινες  συνέρρεον  παμπληθεϊς  ίνα  θαυμάσωσι  τον  έ'κτα- 
κτον  ρουν  του  ποταμού.  Τη  δ'  ύστεραία  του  σεισμού  ό  Ίλισσός  είχεν 
αποβάλει  ήδη  τήν  προτέραν  όρμήν,  και  μετά  τρεις  ημέρας  έπανήλθεν 
ή  συνήθης  αΰτοΰ  ξηρότης,  άφ'  ής  σπανιώτατ'  αφίσταται,  ώς  γνωστόν. 

Τοιούτοι  οί  έν  Αθήναις  γενόμενοι  μέχρι  του  1821  σεισμοί,  περί 
ων  έσώθησαν  ειδήσεις.  Πάντως  δ'  έ'γειναν  και  άλλοι  μή  άναγραφόμβ- 
νοι  ύπό  τών  ιστορικών  και  χρονογράφων.  Πιθανώτατον  δέ  βίνε,  ότι 
και  κατ'  άλλους  σεισμούς,  ών  έσώθησαν  εις  ημάς  περιγραφαΐ,  εσείσθη- 
σαν  μέν  και  αί  Αθήναι,  δέν  άνεγράφη  δε  το  γεγονός,  περιορισθείσης 
της  διηγήσεως  εις  τους  τόπους  έν  οϊς  οί  σεισμοί  εγειναν  μάλιστα  αι- 
σθητοί ή  προΰξένησαν  μεγάλας  ζημίας.  Τοΰτο  μάλιστα  δυνάμεθα  νά 
είκάσωμεν  περί  τών  κατ'  Αύγουστον  τοϋ  έτους  553  μ.  Χ.  επανει- 
λημμένων καϊ  φοβερών  σεισαών,  οΐτινε:  -τήνεγκον  καταστροφάς  σπου- 
δαίας καϊ  ζημίας  ανυπολόγιστους  άνά  τον  Κρισαϊον  κόλπον,  τήν  Κο- 
ρινθίαν,  τήν  Άχαίαν  και  τήν  Βοιωτίαν,  οΰς  εκτενώς  περιέγραψαν  οί 
Βυζαντινοί  Ιστορικοί. 

Άπό  δέ  του  18*21  καϊ  εντεύθεν  ου  μόνον  σεισμοί  πολλοί  έσει- 
σαν και  τάς  Αθήνας,  αλλά  και  ή  αναγραφή  εγεινεν  όσημεραι  τακτι- 
κωτέοα.  Μάλιστα  δέ  άπό  του  έτους  1858,  ότε  ανέλαβε  τήν  διεύθυν- 
σιν  του  έπ'  άγαθοϊς  ίορυθέντος  Αστεροσκοπείου  των  Αθηνών  ό  ακά- 
ματος επιστήμων  Ιούλιος  8ο1ίιώη11,  δυνάμεθα  ειπείν,  ότι  εχομεν  τα- 

1  ΏοάινβΙΙ   Οΐ358Ϊ5θ1ιβ   υηά    Ιορο^Γ3ριιϊ§οΙιβ    Κβΐδβ   άυτοιι    ΟηβοΗβηΙαικΙ 

Υ«ρ|ΐ.    αζτχφζ.  Τόμ.  Α'  σ.  295. 


—  544  — 

κτικον  ημερολόγιον  των  εν  Ελλάδι  και  κατά  την  Άνατολην   γενομέ- 
νων σεισμών,  άνερχόμενον  εις  χιλιάδας  πολλάς  παρατηρήσεων,  ας  δύ 
νανται  νάνεύοωσιν   ευχερώς   οι  άναγνώσται  εν  τη  διδακτικωτάτη   αυ- 
τοί» γερμανική  συγγραφή  τη  Ιπιγραφομένη  Μελε'ται   περί  σεισμών. 


ΑΙ  ΑΘΗΝΑΙ  ΠΡΟ  ΤΗΣ  ΣΥΣΤΑΣΕΩΣ  ΤΟΥ  ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ 


ΑΠΟΓΡΑΦΙΚΑ  ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ 


Όλίγαι  εί/ε  αί  περισωζόαεναι  ειδήσεις  πεοί  του  άριθίλου  των  κατ- 
οικούντων  εν  Αθήναις  κατά  τους  [Λε'σους  αιώνας  και  προ  της  συστά- 
σεως του  βασιλείου.  Τω  1395  ό  Ιταλός  περιηγητής  Νικόλαος  ά& 
Μ&ΓίΟΠΪ  εγραφεν,  δτι  ή  πόλις  περιωρίζετο  έν  ταϊς  ήριε'ραις  αύτοϋ 
περί  τήν  Άκρόπολιν  (ΓβαυοΙα  βδί,  ρΓΟρβ  038ΐΓϋΠ1  οΐνΐΐθδ),  περιε- 
λάμβανε δε  περί  τους  /ιλίους  οίκους  (ΝϋΠΟ  νβΓΟ  ϊρδδί  ϋΐνΐΐαδ  ΙΐΣίββΙ 
ί*οοαΐ3.ΓΪ3.  υηυπι  πιίΐΐβ  νβΐ  οιγοη)  ι.  Τω  δε  1576  6  Συμεών  Κχβα- 
σιλας  τήν  έπιφάνειαν  των  Αθηνών  ΰπελόγιζεν  εις  'έζ  ή  επτά  (χίλια 
αετά  δωόεκας^ιλίων  κατοίκων  2.  ΙΊερί  δε  τό  αΰτο  έτος  6  Θεοδόσιος 
Ζυγοααλάς  έγραφε  προς  τον  Γεραανόν  καθηγητήν  Κρούσιον,  ότι  ή 
πόλις  είχεν  οικήματα  εως  χίλια3.  Ό  αυτός  δ'  έγραφε  τω  1579 
χάριν  του  Στεφάνου  Γερλαχίου"  Αΐτθις  αί  Άθηναι.  αϊ  εχουσιν 
επισκόπους  (;),  και  ιερείς  ώςει  Ι604.  Σώζεται  δε  και  σηαείωαα 

*  'Εδημοσιεΰθη  τό  πρώτον  εν  τω  Ήμερολογίω  Εστίας  τοϋ  έτους  1887  σ.  143 
χ.  ε.  "Ιδε  και  το  έμόν  σημείωμα  έν  τη  μεταφράσει  της  Ιστορίας  της  πο'λεως  Αθηνών 
υπό  Φερδινάνδου  Γρηγοροξίον  Τόμ.  Β'  σ.  395  αημ.  '2.  Έχ  τοϋ  σημειώματος 
τούτου  χαί  έξ  άλλων  πηγών  προςέθηκα   ε;ς  τό  άρθρον  τοϋτο  ενταύθα  Ίχανά  νε'α. 

1  "Ιδε  ^ιάβίβ/ι  εν  ταΐς  ΜΐΙΙΙιβΐΙυιι^βη  άε*  ϋβιιΐδοΐϊβη  3ΐχ•Ιι&οΙο§Ϊ5θΙιβη  Ιηβΐΐ- 
Ιαΐ5  Τόμ.  ΚΒ'  (1897)  σ.  426. 

1    ϋΤΊ18%113  ΤϋΓΟυ^ΓΗβΟΪΕΙ  VII   επιστ.   18. 

3  "Ιοε  προ/ειρως  τό  /ωρίον  παρά  Δ ημ.  Καμπούρογλου  έν  Μνημείοις  της  Ιστο- 
ρίας τών  Αθηναίων  Τόμ.  Α'  σ.   88. 

4  Σβ^ναηά  ΝυΙίοβ  1)ΐυ£ΐ•ίψΙ)πιιΐ6  8αΓ  <Ιβ»η  βΐ  ΤΙιέοίΙοιβ  Ζν^οπιαΙα^  Ιν  ταΐς 
ΗαΙ>Ιιο£ΐ(ίοΐΐΝ  άβ  Γ  ΕοοΙβ  ιΐβκ  Εδίι^ιιβπ  (^ιίβιιΐίΐΐβϋ  νί ναιιΐβδ .  ΚβουβίΙ  <1β  ΙβχΙ*ϊϋ 
βΐ  (Ιβ  ΙταϋαοΙϊοιίδ.  Τόμ.  Β'.  'Εν  Παριαίοις.  1889  σ.  193. 

ΣΠΓΡ.    Π.    ΛΑΜΠΡΟΙ",    ΜΙΚΤΑ!    ΕΕΛΙΑΕ2  <3  Ο 


—  546  — 

του  Κρουσίου,  καθ'  δ  αϊ  Αθήναι  είχον  εξακιςχιλίους  οίκους1.  Όμοίως 
ο  έςακιςχιλίας  λέγει  τάς  οικίας  και  έννεακις/Γλίους  τους  κατοίκους  ό 
Ιησουίτης  Β&6ίη  εν  επιστολή  του  167'22.  Και  όλίγω  δε  άργότε- 
ρον,  τω  1687,  εις  των  Βενετών  αξιωματικών  έν  εκθέσει  έκδοθείση 
ΰπό  του  Ι^£ΐΙ)ΟΓ(Ίβ  λέγει  πάλιν  έξακίςχιλίας  τάς  οικίας  3.  Άλλ'  όμως 
εν  άλλη  εκθέσει  της  22  Νοεμβρίου  λέγεται,  δτι  ΰπήρχον  οΐκίαι  πε- 
ρισσότεραι  τών  διςχιλίων  πεντακοσίων  και  πεντακιςχίλιοι  άνδρες  δυ- 
νάμενοι νά  φέρωσιν  όπλα4. 

Όλίγω  δέ  πρότερον,  τω  1674,  αναφέρει  ό  Σπών,  ότι  η  πόλις  είχεν 
οκτώ  μέχρις  εννέα  χιλιάδας  κατοίκων,  ων  τα  μεν  τρία  τέταρτα  "Ελ- 
ληνες, το  δ'  'έν  τέταρτον  Τούρκοι5.  Συμπίπτει  δέ  ό  αριθμός  ούτος 
προς  τον  του  ΒίϊΙ)ίη,  ου  μην  άλλα  και  προς  τον  του  ννΐΐβΙίΤ,  άνα- 
βιβάζοντος  τω  ΙβΒ^  τους  κατοίκους  εις  όκτακιςχιλίους  μέχρι  δεκα- 
κΐςχιλίων6.  Άλλα  το  αυτό  έτος  ό  Κορνήλιος  Με^ιπ  άνεβίβαζε  τους 
κατοίκους  τών  Αθηνών  εις  δωδεκακιςχιλίους  7.  Και  άλλην  V  έ'χομεν, 
μαρτυρί'αν  εις  τους  αΰτοΰς  άνερχομένην  χρόνους,  την  του  Γερμανού 
ΤΥαηβΙβΙΐΙΐ,  καθ'  ην  περί  τό  αυτό  έτος  1674  έν  Αθήναις  ήριθμοΰντο 
τετρακιςχίλιαι  ίδιωτικαΐ  οΐκίαι  (Οοίϊΐϋδ  ρπναΙΟΠΠϊΐ  ηϋΐΏβΓ&ηΙΐΐΓ 
4000)  8.  Κατ'  άλλην  δέ  ειδησιν  περιηγητοΰ  αί  Αθήναι  τελευτών- 
τος  του  δεκάτου  εβδόμου  αιώνος  κατωκοϋντο  υπό  δεκαπέντε  μέχρι 
οεκαέξ  χιλιάδων  κατοίκων,  ών  φίλιοι  μέχρι  χιλίων  διακοσίων  Τούρ- 
κοι9. Έπ'  ϊσης  δέ  δεκαεξακιςχιλίους  λέγει  τους  κα•,  οίκους  τών  Αθη- 
νών τώ  1669  ό  ΟαΐΠβΙ10. 

'    Δημ.    Καμπονρογλον    Μνημεία  Τόμ.  Α'  σ.  87. 

2  Ηβίαΐίοη  (Ιβ  ΓβΙαΙ  ρΓβδβηΙ  (1β  Ια  νίΐΐβ  <1'  ΑΐΙιέιιβδ.  Έν  Λουγδοΰνω.  1674. 

3  ΑΐΙιβηβ*  ααχ  XV8  XVI»  βΐ  XVII6  ϋίέοΐβ»  Τόμ.  Β'  σ.  188. 
*  Αυτόθι  σ.  148. 

5  Βροη  Τόμ.  Β'  σ.  235.  ΡΓβί'αοβ  παρά  Σαϋοτάβ  Τόμ.  Α'  α.  184. 

6  Α  ,ιυιίΓηβΥ  ίηΐο  ΟΓββοβ.   Έν  Λονδίνω.  1682  σ.  347. 

7  ΚβΙαζΐοηβ  άβΐΐα  οίΙΙϋ  ιΐϊ  Αίβηβ  σ.  22. 

8  ΜίοΗαβΙίβ  έν  ΜΐΙΙΙΐ6ΪΙιιη§βη  (Ιβδ  ϋβυΐκοΐιβη  ΑιοΙίΗοΙο^ίδοΙιβη  Ιη^ΙίΙυΙδ 
Τόμ.  Α  (1876)  σ.  121  έν  σημ.  Οΰ/^  ήττον  υπερβολική  εΐνε  ή  μαρτυρία  του  περιη- 
γητοΰ ϋ ' .  Β.  Τανβνηϊβν,  αυξάνοντος  τόν  αριθμόν  τών  /.ατοιχούντων  τάς  Αθήνας  εις 
είχοσιούο  -^ιλιάδας^  ών  δεχαπενταχις/^ίλιοι  Έλληνες,  /ίλιοι  Τούρκοι  χαϊ  Ιξακις/ίλιοι 
Λατίνοι. "Ιδε  θ  Ν.  Φιλαδελφέως  Ιστορία  της  πόλεο>ς  τών  Αθηνών  επί  τουρκοκρα- 
τίας. Τόμ.  Α'  σ.  306  έν  σημ. 

'  8ροη  παρά  Σ,αϋοτάβ  Τόμ.  Α'  σ.  152. 
,0  Σα  ΟϊΐίΙΙβέίέτβ  Α11ιβηβ5  αηοϊβηηβ  βί  αουνβΐΐβ.  Έν  ίίαρισίοις  1675. 


—  547  — 

Κατά  ταύτα  δεν  εινε  πολύ  διάφοροι  οι  αριθμοί  των  κατοίκων  οί 
παραδιδομενοι  είς  ημάς  περί  των  χρονών  προ  της  έν  ?τει  1687  πο- 
λιορκίας ύπό  του  Μοροζίνη  *αί  μετ'  αυτήν,  και  δεν  έχει  δίκαιον  ό 
Ηοαίοΐΐβ  παρατηρών,  ότι  οί  βενετικοί  υπολογισμοί  αναφέρονται  είς 
μόνον  τον  έπί  της  Ακροπόλεως  πληθυσμών  και  τους  έγκαταμείναν- 
τας  έν  τη  πόλει  μετά  την  πολιορκίαν  έκείνην  κατοίκους,  οΰδ'  εινε 
ανάγκη  νάποδεχθώμεν,  6τι  έν  ταΐς  βενετικαϊς  έκθέσεσιν  ύπολογίζον- 
ται  μόνοι  οί  δυνάμενοι  να  φέρωσιν  όπλα  ι. 

Άλλ'  όπωςδήποτε  τά  έπί  τοϋ  Μοροζίνη  συμβάντα  έπήνεγκον 
έλάττωσιν  του  άριθμοΰ  των  κατοίκων  των  Αθηνών  άργότερον  τόν 
δεκατον  δγδοον  αιώνα.  Ό  "Αγγλος  ΗοΙίΙΐΟϋδβ.  επισκεφθείς  τας  Αθή- 
νας τω  1810.  ποιείται  λόγον  μόνον  περί  χιλίων  διακοσίων  μέχρι  χι- 
λίων τριακοσίων  οικιών2.  Άλλα  και  πάλιν  ηυξήθησαν  οί' κάτοικοι 
αρχομένου  του  δεκάτου  ένατου  αίώνος.  Και  δή  τώ  1813  κατά  τόν 
περιηγητην  Ηοΐΐαηά  ήρίθμει  ή  πολις  δεκακιςχιλίους  κατοίκους  3. 
Τόν  αυτόν  δε  αριθμόν  παρέχει  και  ή  ΡθΓΐ)ΐη  τω  1819 4.  Ό  δε 
Ροα^αβνΐΐΐβ  λέγει  τους  κατοίκους  δεκακιςχιλίους,  ων  τριςχίλιοι  μέν 
Τούρκοι,  τριςχίλιοι  δε  "Ελληνες  και  τετρακιςχίλιοι  Αλβανοί.  Ό  αυ- 
τός δ'  ύτελόγιζε  τους  άγροτας  εις  δεκαπεντακιςχιλιους,  ώςτε  κατ' 
αυτόν  τό  σύνολον  τών  κατοίκων  της  Αττικής  ανήρχετο  είς  εί'κοσι  και 
πέντε  χιλιάδας,  ων  Τούρκοι  ήσαν  μόνον  οί  τριςχίλιοι  οί  οίκοϋντες  τ*ς 
Αθήνας  3. 

Μεγάλως  δε  συνέτειναν  εις  έλάττωσιν  του  αριθμού  τών  κατοίκων 
τών  Αθηνών  έπί  τουρκοκρατίας  τά  λεγόμενα  θανατικά,  ήτοι  λοι- 
μικαί  νόσοι  καί  άλλαι  έπιδημίαι.  "Εν  τινι  χρονικώ  περί  τών  Αθη- 
νών αναγράφονται  άπό  του  έτους  1480  μέχρι  του  1554  επτά  τοι- 
αύτα θανατικά,  ονομαζόμενα  ως  τό  πλείστον  άπό  προςώπων,  άτινα 
πιθανώς  εινε  τά  πρώτα  προςβληθέντα  ή  τά  επισημότατα   τών   θανόν• 


1  ΗοτηοΙΙβ  έν  τώ  ΒαΙΙβΙίη  <1β  οοιτβ^ροηιΐίΐηϋβ  ΗέΙΙϋΐιίυυο  Το*  ΙΗ'  (1894) 
α.  520. 

1  Α,ιυιίΓηβν  Ιΐιι•υιΐ£ίι  Α1ί»£ΐαία  χτλ.Έν  Λονδίνω.  1813  α.  39. 

*  Γερμανός  μεταφράσεως  ββίββΟ  ΐΙϋΝ,Ίί  ιΐι'β  ΙοηίβΰΙίβα  ΙΐΐϋβΙϋ.  Έν  Ίενη.  1816 
ο.  344. 

4  νονα^β  (1»η5  Ιβ  Γ,βναιιΙ.  Έν  Παριβίοις.  1819. 

5  Υο^β  (Ιααδ  Ια  ΟΓβΟβ.    Έν  Παρισίοις.  1820.  Τομ.  Δ'  σ.  92. 


—  548  — 

των.  Ούτω  καλούνται  ταΰτα  το  θανατικόν  της  Σπετζαρέας,  το  θα- 
νατικόν τοΰ  Τριαντάρη,  το  θανατικόν  του  Ματζάκη,  τό  θανατικόν 
του  παπά  Γιαλούρη,  το  θανατικόν  του  Κουτρούλη  Βηλαρά  και  ούτω 
καθεξής  χ.  Άλλα  και  έν  μεταγενεστέροις  /ρόνοις  αναφέρονται  θανα- 
τικά φθοροποιά,  οίον  τό  τοΰ  1789,  δτε  άπέθανον  Χριστιανοί  περί 
τους  χίλιους  διακόσιους  καϊ  πολλοί  Τούρκοι,  και  τό  του  179*2,  δτ' 
έπ  ίσης  απεβίωσαν  πλην  πολλών  Τούρκων  Χριστιανοί  υπέρ  τους  χί- 
λιους. Αλλά  τό  ολεθριώτατον  απάντων  των  μνημονευομένων  θανα- 
τικών υπήρξε  τό  ένσκήψαν  έν  ετει  1554,  όπερ  διήρκεσεν  όλόκληρον 
τριετίαν.  Κατά  τό  άνω  μνημονευόμενον  χρονικόν  οί  κατά  τά  τρία 
ετη  τοΰ  θανατικού  τούτου  αποθανόντες  ανέρχονται  εις  δεκακιςχι- 
λίους  2.  Ό  αριθμός  ούτος  φαίνεται  αληθώς  λίαν  υπερβολικός,  αλλά 
και  άλλως  μαρτυρεϊται,  ότι  τά  θύματα  υπήρξαν  πλείστα.  Συνείθιζον 
δήλα  δη  οί  Αθηναίοι  έπί  τουρκοκρατίας  νά  χαράσσωσιν  έπί  τών 
παραστάδων  εκκλησιών  ή  έπί  κιόνων  αρχαίων  ναών  έπιγραφάς  διά 
μικρότατων  γραμμάτων,  έν  αίς  άνεγράφοντο  διάφορα  γεγονότα  τής 
ίστορίας  τής  πόλεως.  Μεταξύ  διαφόρων  τοιούτων  επιγραφών  κεχα- 
ραγμένων  έπί  τίνος  τών  κιόνων  τής  νοτιοδυτικής  γωνίας  του  Θησείου, 
αΐτινες  οέν  είνε  άσχετοι  προς  τάς  ειδήσεις  του  χρονικού,  αναγράφεται 
και  σημείωμα  περί  τούτου  τοΰ  φοβεροΰ  λοιμοΰ,  καθ'  δ  οί  θανόντες 
λέγονται  έξακιςχίλιοι. 

Τά  σημειώματα  ταΰτα  περί  τών  θανατικών,  προερχόμενα  πιθανώς 
παρ'  Ιερέων  τής  πόλεως,  δύνανται  νά  θεωρηθώσί  πως  ώς  επίσημα.  Περί 
δε  τοΰ  πληθυσμοΰ  τής  πόλεως  έπί  μεν  τής  τουρκοκρατίας  δεν  ε/ομεν 
ειδήσεις  επισήμους.  Άλλ'  ήδη  έπί  τής  επαναστάσεως  βλέπομεν  τάς 
πρώτας  απόπειρας  επισήμων  απογραφών.  Άξιον  δε  λογού  είνε  ση- 
μείωμα εύρεθέν  έν  τοις  έγγράφοις  τής  παλαιάς  Μητροπόλεως  Αθηνών 
περί  τών  οικιών  τής  πόλεως  έν  ετει    1822. 

Τό  σημείωμα  τοΰτο  ε/ει  ώς  εξής 


1  "Ιδε  τό  χρονικών  τοΟτο  εκδοθέν  νκ'  έμοΰ  εν  τώ  Άθηναίω  Τομ.  ζ"'  (1877)  ?.  438 
κ.  έ.  χαί  έν  τί)  ΕθΙΙΐ68Ϊ5  ΟιΊΓΟΠΪΟ»  211(1  ΟΙϊΙΰΙΐίοοη  ΑΐΙίθη&ΙΠίη.  Έν  Λονδίνω. 
1902  σ.  85  κ.έ'. 

2  Αθηναίου  Τομ.  ζ"  σ.  441.  Εοΐββ8Ϊ8  ϋΐϋ'οηϊο»  σ.  8δ. 


—  549  — 

Καταγραφή  δια  τά  δσα  όσ'πήτια  έχει  ό  κάθε  μαχαλάς. 
1852   "Οκτωβρίου   8. 


Κανδύλη 

Άγιου  Νικολάου 
Κιιανιάτου  .  .  .  . 
Κωτάκη 


'Ραγκαβας  .  .  . 

Μανγκούτη  .  . 
Κατάφορη .  .  . 
Καλωγρειώνη 
Χβιλ&ς 

Μητρόπολις.  . 


'Ροδακίου 

Αγγέλου 

'Ρόμπη 

Καπνικαρέα 

Καθολικόν 

Μεγάλω  μοναστήρι 


Ειρήνη  . 
Καρήκη 


474 
54 
26 


Θεόδοιρος    .  .  . 
Σπηλαιώτησα 

Χτενάς 

Νέος 


Πρόδρομος    .  .  .  . 

Ανάργυροι 

Δικαίου 

Αθανάσιος 

Χριστοκοπήδι   .  . 

Άγια  Οικονόμου 
"Αγιος  Φίλιπος  .  . 

Βλασαροΰ 

Απόστολοι   .  .  .  . 

"Αγιος  θωριάς    .  . 

Σκαλία 


Υπαπαντή 
Ελεούσα  .  . 


24 
60 
40 
50 


728 
42 
55 
54 
25 
57 

~96Ϊ 
28 
49 
60 
50 
18 
14 


180 
15 
40 


1235 


Ό  κατάλογος  ούτος  επί  πολλά  ετη  εκείτο  άπερριμμενος  μετά  πλεί- 
στων άλλων  μοναστηριακών  έγγραφων  εν  τινι  θήκη  του  Υπουργείου 
της  παιδείας,  όπου  εύρον  αυτόν  έν  ετει  1884.  Νυν  όέ  απόκειται  εν 
τψ  άρχείω  της  "Ιστορικής  και  εθνολογικής  εταιρείας  ι,  εις  ην  έδω- 
ρήθησαν  τά  έγγραφα  ΰπό  του  Τπουργείου.  Το  έ'γγραφον  εινε  σπου- 
οαϊον  ΰπό  τε  την  τοπογραφικην  εποψιν,  περί  ης  οέν  πρόκειται  ενταύ- 
θα, και  ώς  ανηαεΐον  άπογραφικόν.   Γεγραμμένον  πιθανώτατα  διά  χει- 


*   Φέρει  αριθμόν  1736  έν  τώ  καταλόγω  των  έγγραφων  τοϋ  άρχίίου. 


—  550  — 

ρός  αύτοΰ  του  Βαρθολομαίου,  του  τοποτηρητοϋ  του  αρχιεπισκόπου 
Αθηνών  Διονυσίου,  στηρίζεται  βεβαίως  έπϊ  σημειωμάτων  των  ιερέων 
των  εκκλησιών  της  πόλεως.  Και  δεν  περιέχεται  μεν  εν  αΰτω  ό  αρι- 
θμός των  κατοίκων,  άλλ'  ευκόλως  και  ασφαλώς  δυνάμεθα  να  εϋρωμεν 
τον  πληθυσμόν,  πολλαπλασιάζοντες  τον  αριθμόν  τών  οικιών  έπϊ  επτά 
τουλάχιστον.  Και  ταΰτα  διότι  ό  σήμερον  συνήθως  υπολογιζόμενος  αρι- 
θμός πέντε  δια  του:  κατοίκους  μίας  οικίας  είνε  μικρός  ως  προς  χρό- 
νου; καθ  ους  τα  μέλη  μιας  οικογενείας  έξηκολούθουν  συχνότερον  συν- 
οικοϋντα  και  μετά  τον  γάμον  τών  υιών  και  θυγατέρων.  Λ•.ά  τοιούτου 
δε  υπολογισμού  δυνάμεθα  να  εύρωμεν,  ότι  έν  ετει  18*22  αί  1*235  οι- 
κία•, τών  Αθηνών  περ•.ελάμβανον  περίπου  κατοίκους  8645. 

"Οτι  δέ  ή  απογραφή  αύτη  προήλθεν  έ£  επισήμου  αφορμής  κα' 
έ'γεινε  διά  τών  ιερέων  τών  ενοριών  αποδεικνύεται  και  έζ  άλλου  έγγρα- 
φου σωζόμενου  εν  τω  αύτώ  άρχείω.  "Οτε  θεσπίσματι  του  Βουλευτι- 
κού, έπικυρωθεντι  υπό  τού  Εκτελεστικού,  ή  προςωρινή  διοίκησις  της 
Ελλάδος  προέβη  έν  ετει  1  8*2*2  εις  ίδρυσιν  επαρχιών  άνά  τήν  Ελλά- 
δα1, κατεστάθη  και  έν  Αθήναις  έπαρχος  ό  Μιχαήλ  Σούτσος.  Ούτος 
δ'  ίξεδωκε  μετά  δυο  έ'τη  τό  έξης  έ'γγραφον* 

Περίοδος  Β ' 


Αριθ.  69 

ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ  ΔΙΟΙΚΗΣΙΣ  ΤΗΣ  ΕΛΛΑΔΟΣ 

Προς  τον  δεβάόμιον  τοποτηρητήν  του  αγίου  Αθηνών 

Τό  έπαρχεϊον  Αθηνών 

Επειδή    ανάγκη    πάσα    να    γείνη    ακριβής   καταγραφή    όλων    τών 
ί,θνικών  όσπητοτοπων  ερειπίων,  παρακαλείσθε  να  διατάζητε  τους    Ιε- 
ρείς  όλων    τών   ένοοιών   διά   νά   καταγράψη   ό   καθείς  της  ενορίας  του 
τους   όσπητοτοπους    με   τήν   προςήκουσαν    άκρίβειαν. 
Έν  Αθήναις  τή   29  Σεπτεμβρίου   1824 

Ό  έπαρχος 
ΜΙΧΑΗΛ  ΣΟΤΤΣΟΣ 

[Τ.  Σ. 
Επαρχείου]  Ό  Γ.   Γραμματεύς 

Δ.  ΒΟΤΑΣ 

1  "Ιδε  Α.  Μάμουκα  Τα  κατά  τήν  Άναγέννησιν  της  Ελλάδος  Τόμ.  Γ '  σ.  61  κ.  έ. 


—  551   — 

Ουδεμία  υπάρχει  αμφιβολία,  ότι  ή  διαταγή  αύτη  του  έπαρχου1 
έζετελεσθη  υπό  του  δραστήριου  τοποτηρητοϋ,  άλλα  δυςτυχώς  δέν 
περιεσώθη,  καθ'  όσον  γινώσκω,  τό  σημείωμα  της  γενομένης  κατα- 
γραφής. 

Οί  ιερείς  ήσαν  έν  γένει  τα  κύρια  όργανα  της  απογραφής  εν  πάση 
περιπτώσει.  Ούτως  οί  δημογέροντες  Αθηνών  δι'  επιστολής  προς  τον 
οΐκονομον  της  πόλεως  2  παρακαλουσιν  αυτόν  τά  έζης' 

«Νά  λάβης  την  καλοσύνη  να  δώσης  λόγον  εις  τόν  κάθε  έφημέριον 
να  κάμουν  καταγραφήν  των  σκοτομένων  καϊ  λαβομένων,  πότε  κα' 
πού,  έσκοτώθη  ή  έλαβώθη.  Νά  έπιμεληθήτε  νά  γένη  αύτη  ή  κατα- 
γραφή  εως  αύριον,    και  νά    μας  τήν   στείλετε  εις  τήν   κατζελαρία . » 

Ή  επιστολή  φέρει  ήμερομηνίαν  12  Φεβρουαρίου,  άλλ'  άνευ  χρονο- 
λογίας. Ώς  δ'  αποδεικνύεται  έζ  άλλων  έγγραφων,  τό  έ'τος  καθ'  δ 
έγράφη  είνε  τό  1825  Οί  ιερείς  των  ενοριών  έσπευσαν  νάνταποκριθώ- 
σιν  εις  τήν  διαταγήν  τών  δημογερόντων,  και  σώζονται  αί  απαντήσεις 
τών  εφημερίων  Έλεούσης,  τών  Άγιων  Θεοδώρων,  Κτενά,  Ντουβέρ- 
γενας  και  Κοντίτου ,  Καπνικαρέας ,  Σπηλαιωτίσσης ,  Σωτήρος  Δι- 
καίου, 'Ρόμβης,  Βλασαροΰς,  Άγιων  Αποστόλων,  Άγιων  Αναργύρων, 
Μητροπόλεως,  'Ροδακιοΰ,  Καρύτζη,  Σωτήρος  Κωτάκη,  Χριστοκοπί- 
δη,  Δημητρίου  του  Νέου,  Κανδίλη,  Άγιου  Φιλίππου,  Αγγέλου  5. 
Άλλ'  ό  αναγνώστης  δέν  πρέπει  νά  φαντασθή  τήν  άλλως  έπίσημον 
ταύτην  άπογραφήν  γενομένην  διά  τακτικών  έγγραφων  μεθ  υπογρα- 
φών ή  σφραγίδων.  Αί  απαντήσεις  είνε  τεμάχια  μικρά  χάρτου  διάφορα 
τό  χρώμα  και  τό  σχήμα,  έφ'  ων  αναγράφονται  άνευ  τάξεως  καϊ  ορθο- 
γραφικών κανόνων  τά  ζητηθέντα  σημειώματα.  Αλλ  αί  άπλοϊκαϊ  αύ- 
ται άναγραφαί  ιερέων  ώς  τό  πλείστον  εντελώς  αγραμμάτων  είνε  πο- 
λύτιμοι ύπό  ίστορικήν  εποψιν,  περιεχουσαι  έν  τοις  πλείστοις  τον  τό- 
πον και  χρόνον  του  θανάτου  ή  του  τραυματισμού  τών  ενοριτών  κατά 
τά  πολυώδυνα  έ'τη  τοΰ  υπέρ  ελευθερίας  αγώνος  τών  Αθηναίων. 

Δι'  άλλου  δ'  έγγραφου,  σταλέντος  ύπό  τού  γενικού  αστυνόμου  Αθη- 
νών   Γ.    Βασιλειάδου    προς    τόν    αυτόν    αίδεσιμώτατον   οΐκονομον  της 


1   Φέρει  ΐν  τώ  άρχείω  της  Ιστορικής  και  εθνολογικής  εταιρείας  αριθμόν  1737. 

'  Φέρει  έν  τω  αύ;ώ  άρχείω  αριθμόν  1956. 

3  Αρχείου  Ιστορικής  χαί  εθνολογικής  εταιρείας  άρ.  1939-1960. 


—  555  — 

πολεω;  κυρ  Βαρθολομαΐον  και  φέροντος  νρονολογίαν  19  Φεβρουαρίου 
18*23  παραγγέλλονται   τα    έζης' 

«  Διορίζεσαι  παρά  της  Γεν:  Αστυνομίας  να  ειδοποίησης  εις  όλας 
τάς  ενορίας  της  πόλεως,  τους  Ιερείς,  οίτινες  ευρίσκονται  εις  τάς  εκ- 
κλησίας, Οταν  άποθάνη  τις  των  Χριστιανών  νά  ειδοποιούν  πρότερον 
την  Γενικήν  Άστυνομίαν,  και  δεύτερον  νά  τους  θάπτουν"  να  φυλάτ- 
τουν  ακριβώς  καταγραφήν  τών  αποθανόντων,  πώς  τους  ώνόμαζον  καϊ 
την  φαμυλλίαν  των, 

»  Προς  ετι  καταγραφή  δια  τα  όσα  τέκνα  γεννώνται,  ποίου  πατρός 
είναι,  ποίας  μητρός  και  ποίας  φαμυλλίας,  όταν  βαπτισθώσι  το  όνομα 
του  βαπτισμένου,  του  ανάδοχου  και  την  φαμυλίαν  του.  "Ολα 
ταύτα  να  τους  διορίσητε  να  τα  φυλάττουν  ακριβώς,  και  εις  το  τέλος 
του  Μηνός  να  ύποχρεόνωνται  νά  τα  στέλλουν  εις  την  Αΐδεσιμώτητά 
σας,   και  ή  Αίδεσιμώτης  σας  εις  την  Γεν:    Άστυνομίαν»  '-. 

Σώζονται  αρά  γε  αϊ  μηνιαϊαι  αύται  ληξιαρ/ικαί  πράξεις,  αν  ποτ' 
έζετελεσθησαν  ακριβώς,  ώς  διετασσεν  η  αστυνομία  ;  Σωζομεναι  θα 
ήδυναντο  να  ^ρησιμεύσωσι  πολλαχώς  εις  συγκριτικας  άπογραφικας 
μελετάς.  Τις  οΐδί  πόσος  καπνός  ίτυλίχθη  εις  τοιαύτα  έγγραφα,  άτινα 
μετ'  ευλάβειας  ώφειλον   να  είνε  περισυνηγμενα  έν  ίστορικοϊς  άρχείοις. 

Ούτως  όλιγαι  είνε  αί  περισωθεϊσχι  άπογραφικαΐ  ειδήσεις  περί  τών 
κάτοικων  των  Αθηνών  με/ρι  της  ιδρύσεως  τού  βασιλείου.  Άλλ'  άν 
αύται  είνε  ανεπαρκείς,  πλείστα  έσωθησαν  έγγραφα  έζ  ών  δυνάμεθα 
να  συναγαγωμεν  άςιολόγους  ειδήσεις  περί  τών  προικών,  περί  τών  οι- 
κιακών δαπανών,  τών  τιμών  τών  τροφίμων,  τών  οικιών  και  αγρών 
έπι  τουρκοκρατίας.  Άλλ'  ή  έλλειψις  χώρου  μέ  αναγκάζει  νάναβάλω 
εις  άλλοτε  τον  περί  των  τοιούτων  λογον. 


'     Αρχείου  Ιστορικής  χαί  εθνολογικής  εταιρείας  άρ.  2021. 


ΑΝΕΚΛΟΤΟΣ    ΔΙΗΓΗΣΙΣ 
ΠΕΡΙ  ΤΗΣ  ΕΝ  ΕΤΕΙ  1650  ΠΑΡΑ  ΤΗΝ  ΘΗΡΑΝ  ΕΚΡΗΞΕΩΣ 


Μία  των  περιέργων  εκρήξεων  τ9)ς  έν  Θήρα  ηφαιστείου  ενεργείας 
ύπήρζεν  ή  έν  έ'τει  1650.  ότε  άνεφάνη  παρά  τό  άκρωτήριον  της  Θή- 
ρας Κολούμβον  νησίς  έκλιποΰσ?  έπειτα  περί  τα  τέλη  τοϋ  αύτοϋ  έτους, 
ήτις  νυν  εΰρηται  εις  βάθος  δεκαοκτώ  μόνον  μέτρων  ύπό  την  έπιφά- 
νειαν  της  θαλάσσης. 

Περί  της  εκρήξεως  ταύτης,  καθ'  ην  περίεργα  παρουσιάσθησαν  φαι- 
νόμενα, σώζονται  διάφοροι  διηγήσεις,  αί  έςής'  πρώτον  ή  ύπό  τοϋ 
μακαρίτου  ιατρού  Ιωάννου  Βούρου  εκδοθείσα  έκ  χειρογράφου  ευρε- 
θέντος έν  Νάζω,  ήτις  έγράφη  εις  την  καθωμιλημένην  παρά  Θηραίου 
μάρτυρος  αύτόπτου.  ης  και  έμμετρος  παράφρασις  ύπό  του  Καισαρίου 
Δαπόντε  εϊγε  δημοσιευθή  τφ  1770  έν  Βενετία"  δεύτερον  έμμετρος  έν 
τη  καθωμιλημένη  διήγησις,  γεγραμμένη  έν  τω  χειρόγραφο)  όπερ  εύ- 
ρεν  ό  αυτός  Βοΰρος  και  δημοσιευθείσα  έν  τω  Άττικώ  Ήμερολογίω' 
τρίτον  δε  σύντομος  διήγησις  του  Κρητός  Τζάνε  Μπουνιαλή'  τέταρτον 
έκθεσις  του  Ίησουίτου  ΒϊθΗαΓ(1,  δςτις  έζησεν  έν  Θήρα  άπό  τοϋ  1644 
μέ^ρι  του  1675,  ήτις  έδημοσιεύθη  έν  ΙΙαρισίοις  ολίγα  μετχ  τήν  έκ- 
ρηζιν  έτη,  και  πέμπτον  ανώνυμος  τις  έκθεσις  ίταλιστί  γεγραμμένη. 
Έν  δε  τοις  νεωτέροις  χρόνοις  ίδιον  λόγον  έποιήσαντο  περί  της  εκρή- 
ξεως ταύτης  τοϋ  1650,  στηριχθεντες  ει:  τάς  ανωτέρω  καταλεχθείσας 
πηγας,  οί  Γάλλοι  Ρβ^αβδ  και  Ρου(]αβ  και  ό  ημέτερος  Κλων  Στέ- 
φανος. 

Έντυπων    δ'  έν   τφ  ύπ'  άρ.    131    κώδικι   της   έν  Άγίψ   "Οριι  εύα- 

*  'ΕδημοβιεΛη  ιό  πρώτον  έν  τω  Δελτίω  της  Ιστορικής  και  εθνολογική,  εταιρεία; 
Τ<$[Α.  Β'  σ.  107  κ.  ε.  και  έπειτα  έν  τω  περιοδικω  Αττική  Μρις  "Ετ.  Ε'  «ρ.  7 
(1   Απριλίου   1902)    σ.    78. 


—  554  — 

γοΰς  μονής  Δοχειαρίου  γεγραμμένω  έπί  χάρτου  κατά  τον  δέκατον 
εβδομον  αιώνα,  άνεκδοτω  διηγήσει  περί  της  έν  λόγω  εκρήξεως,  περιε- 
χόμενη έν  τοϊς  φ.  1  <*  -  5β  τού  κωδικός,  εκδίδω  αυτήν  ενταύθα, 
όπως  αυξηθώσιν  αί  ειδήσεις  περί  της  σπουδαίας  εκρήξεως  τοϋ  1650, 
ήτις  παρέχει  εις  τους  γεωλόγους  άφορμήν  πολλών  μελετών  και  πολ- 
^α  ί^ΧΡ'  τ0^οε  παρουσιάζει  τάμφισβητούμενα  και  ανεξήγητα  ένεκα 
της  ανεπαρκείας  τών  περί  αυτής   ειδήσεων. 

Σημειωτέον  δ'  ότι  εις  τάς  διαφοράς  του  κωδικός  ενέγραψα  μόνας 
τάς  έχουσας  τινά  σημασίαν  διά  την  σταθερότητα  της  νεοελληνικής 
γραφής  έν  κώδιξι  τών  παρελθόντων  αιώνων  ή  δι'  άλλον  λόγον,  παρέ- 
λειψα όέ  τάς  ασήμαντους  ανορθογραφίας  του  βιβλιογράφου. 

«αχν'  μηνί  Σεπτεμβρϊω  ιδ'. 

«  Εδώ  γρ'άφομεν  διά  τά  σημεία  και  τέρατα  όπου  εγειναν  εις  τό  νησί 
της  Σαντορίνης.   Άπό   το  βόρειον   μέρος  είς  τάς  ιδ'  τοϋ   Σεπτεμβρίου 
μηνός   έκίνησαν   σεισμοί   μεγάλοι    και   φοβεροί   κάθε  ήμέραν  και  κάθε 
0  νύκτα  έως  της  κς-'  του  άγιου  Ιωάννου  του  Θεολόγου  ήγουν  ήμερα  εϊΓ 
και  τή  αύτη  ήμερα  έ'γεινεν  ένας  φοβερός  σεισμός,  και  έσείσθησαν   τά 
θεμέλια  της  γης,  και  με  τόν  σεισμόν  έβγήκε  μεγάλη  βρώμα  ώςάν  από 
?■  Ι*    ||  βοτάνι  και  τεάφι.  Μετά  δε  ταύτα  έβγήκε  μία  φλέβα  μέσα  εις  τό  πέ- 
λαγος  άλάργου  άπό   τό    νησί  έως  δέκα  μίλια,   και  έβγήκεν  ώςάν  κά- 
10  (ΐχρον  μικρόν  και  έσηκόνετον  ψηλά  και  πάλιν  έ'πεφτε  μέσα  είς  τό   βά- 
θος  πότε   εξη    πότε    επτά    φορές   τήν    ήμεραν    έ'ως    τάς    κθ'  τοΰ   αυ- 
τού μηνός.   Και  τη  Κυριακή  μετά  τόν  όρθρον  έσήκωσεν  ένα  σύννεφον 
ώςάν  ενα   φοβερόν   και  μέγα  βουνόν,   και    έφάνη  πώς  έπήγεν  είς   τον 
?•  -"  οΰρανόν,  και  όσον  έπήγαινεν  απάνω  ||  έ^αμοβρόνταν  και  όταν  εφθα- 
15  σεν  απάνω  είς  τόν  οΰρανόν,  εγειναν    σεισμοί  μεγάλοι  και  φοβεροί  και 
βρονταίς    με    φωτιαίς    μεγάλαις  ,     και    έκατέβαιναν    άπό  τόν  οΰρανον 
ώςάν  λάτζαις,    όπου  άνθρωπος    δεν  ενθυμάται   ή    ταίς  ήκουσε   νά  γε- 
νούν καμμίαν  φοράν. 

1.  όεπτεβρίω        2.  εδώ  (και  κατωτέρω),  έγιναν       3.  Οαντορήνης 

βόριον  ϋζπτεδρίον  δ.  αγίου  6.  έγινεν  έόνόθη- 

όαν         7  (χαί  κατωτέρω).  εΰγηκε         10.  έΟηκώνετον  ψυλά        έπευτε 

11  (χαΐ  κατωτέρω),  έξι        12.  όύνεφον        14.  έπήγενεν        16.  βρον- 
ταΐς  17  (χαϊ  κατωτέρω),  ταΐς  18.  καμίαν 


—  555  — 

Και   έβγήκεν  δλος  ό  κόσμος  μικροί  και  μεγάλοι,  άνδρες  καί  γυναί- 
κες από  τα  κάστρη  και  από  τα  σπίτια  με  ταίς  άγίαις  εικόνες  εζω  ίΐς  20 
τόν    κάμπον    μέ    πολλά    δάκρυα,    και    έλεγαν,    ότι    εφθασεν    ή  συντέ- 
λεια ||  του  κόσμου,  και  έσυγχωρούνταν  ένας  τόν  άλλον   με    πολλά  καϊ  ψ.  Τ,β 

ακρυα.    Και    την    ωραν   του  εσπερινού    εγειναν    τρεις    σεισμοί 
άπό  τους   προτητέρους    μεγαλήτεροι,    όπου  ήθελε    να  γυρίση    το  νησί 
άνω    κάτω.   Και  την    ωραν    έκείνην   όπου  ήτον    ό  κόσμος    συναγμένος,  25 
ήτον    έκεϊ  μία  πέτρα    πολλά    μεγάλη-    και  έκατέβη    άπό  τόν  οΰρανόν 
ενα  αστροπελέκι    και    έκτύπησεν    έκείνην   την  πέτραν    και   την  έκαμεν 
ώςάν    αλεύρι '   καϊ  ό  λαός    ό||λος    δεν  έπαθε    τίποτες.   Καϊ  έκείνην    την  φ.  3α 
ήμεραν  επήγαν  εις  τόν  αίγιαλον  είκοσι  παλληκάρια  νά  γυρεύουν  όψά- 
ρια  όπου  τά  ερριχνεν   ή   θάλασσα   εξω,  και  ηλθεν   ή  βρώμα  της  θα-  30 
λάσσης  καϊ  έξεψύχησαν    όλα  τα  παλληκάρια.   Και  όταν   έπέρασε    μία 
ώρα  της  νυκτός,  έπαυσαν  οί  σεισμοί  καϊ  αϊ  βρονταί  καϊ  αϊ  άστραπαί, 
καϊ  ίβγήκε    μία    εΰωδία    καλή  καϊ  έβάστα    ως  μίαν   ωραν.   Μετά  δε 
ταύτα  έφούσκωσεν   ή  θάλασσα   καϊ   άνέβηκεν    απάνω  εις  τό  νησί  ||  ώς  φ.  3£ 
δύο  μίλια,  καϊ  έπήρεν    έρημοτοίχια  καϊ  παρακκλήσια    όπου  εΰρίσκον-  35 
ταν  ανάμεσα  εις  τά  χωράφια,  όπου  δεν  άφησε  μήτε  θεμέλιον.  Ώςαύ- 
τως  καϊ  τρία  καμίνια    φορτωμένα   καϊ  καράβια   όσα  έφτασε   και  χω- 
ράφια καϊ  αμπέλια  όλα  τά  επήρε. 

Καϊ    έξημερόνοντας   ή   Δευτέρα    έπλακωσε  καταχνιά    ώςάν  καπνός 
όλον  τό  νησί,  και  έκτύπα  τους  ανθρώπους  εις  τά  'μάτια  και  έτυφλαί-  40 
νονταν,    καϊ    έμειναν    οί    άνθρωποι    τυφλοί    ό    μεν    έξη    ήμέραις,  ό    δε 
επτά,  ||  ό  δε  οκτώ"   ομοίως  και  άπό  τά  ζώα  καϊ  πουλιά  ολίγον  μέρος  φ    4* 
απόμειναν,    τά   δε   άλλα  έψόφησαν   και   έγεμισεν    ό    κάμπος.    Όμοίως 
καϊ  τά  αργυρά  όπου  και    αν  ήταν  έγίνονταν    κόκκινα,  και  τα  έσφόγ- 
γιζαν   καϊ  ήρνονταν    εις    την    τάξιν  τους    και    πάλιν    έκοκκίνιζαν.  Τά  45 
νρυσχφια  έγίνονταν   ώςάν   ασήμι,  τά   νερά    έπίκρισαν    και    έφαίνονταν 
απάνω  ώςάν  λάδι.  Καϊ  περνώντας  οκτώ  ήμεραις  εως  τήν  άλλην  Δευ- 
τεραν   ΐσήκωσε   πάλιν    ενα    σύννεφον    καϊ    έπλακωσεν    ενα  ||  μέρος  τού  ?•  4£ 

20.  κάότροι            όπήτια            εΐκόναις  24.  προτιτέρους 

29  (χαι  κατωτέρω),  παλικάρια          όψάρια  30.  έριχνεν         31.  έξε- 

ψΰχισαν        33.  μετά         35.  παρακλήόια  3β.  χωράφια          40.  έτν- 

φλένονταν        42.  ολίγον         43.  άπόμιναν  (χαί  χαιωτέρωί.  έψοφιΟαν 

44    αργυρά          45.  έκοκίντιζαν          46.  άοήμι          48.  Οίνεφον 


—  556  — 

νησιού.  Και  ευρέθησαν  έκεΐ  σαράντα  άνθρωποι  γεωργοί,  και  άπέθαναν 

50  όλοι,  και  τα  ζώα  Οσα  ευρέθησαν  έκ,εϊ    έψόφησαν.    Και  ήρχονταν  δύο 

καραβόπουλα  Σαντορινέϊκα  φορτωμένα  σιτάρι,  και  το  μεν  ενα  έζέπεσε 

μακρά  άπό  το  νησί  και  έγλΰτωσε,  το  δε  άλλο  ήτον   σιμά  εις  το  νησί 

ώς  τρία  μίλια,  και  ήσαν  μέσα  εννέα  παλληκάρια,  και  άπέθαναν  όλοι, 

ψ.  5α  και  το  καραβόπουλον  έβγήκεν  εξω.   Μετά  δε  ταΰτα  ήλθε  μία  ||  βρώ- 

55  μα  —  τις   λόγος  νά  την   διηγηθή,  ποία    ακοή    νά  την    άκούση; — όπου 

έπεφταν  οι  άνθρωποι  ώς  άπεθαμμένοι.   Και  όταν  ήτον  νότος  δεν  τους 

έπαράβλαβεν,  όταν  δε  ήθελε  γυρίσει  γραϊος,  είχαν  μεγάλην  στενο/ω- 

ρίαν.  Και  θεού  βοήθεια  δεν  απέθανε  τότε   τινάς,  διότι  δεν  έβάσταξεν 

ή  βρώμα  πολύ,  μόνον   έ'ως  τρεις  ώραις.   Και  έπέρασε    σαράντα  ήμέ- 

60  ραις  και  άνεμος  δεν  επνεεν.  Και  είνεν  ό  κόσμος  μεγάλην  στενοχωρίαν, 

ν>.  5/8  και  άναφτεν  ή  φωτία  εως  ||  του  άγιου   Νικολάου.   Και  το  βράδυ  του 

άγιου  Νικολάου  έβγήκαν  τρεις  σιφοΰνοι  από  έκεϊ  όπου  έβγήκεν  εις  τήν 

αρχήν  το  κακόν,  και  εκείνοι  οί  σιφοΰνοι  έφάνηκαν  πώς  επήγαν  εις  τό 

65  μέρος    του  πονέντε,  και  απόμεινε  με  τήν    βοήθειαν   του   θεού  ό   τόπος 

καθώς  ήτον  κ,αϊ   πρώτα,  και  ή  πέτρα   όπου  έφάνη   εις  τήν    θάλασσαν 

έβγήκεν  άπό  τό  βάθος  της  θαλάσσης. 


51.  όαντορηνέηκα  55  (δις),  να  την  56.  έπευταν 

άπεθαιιένοι  οέν  τους  62.  εύγτίκαν 


ΠΕΡΙ   ΟΛΙΓΩΝ  ΚΑΤΕΣΤΡΑΜΜΕΝΩΝ   ΣΕΛΙΔΩΝ 
ΤΗΣ  ΠΑΤΡΙΟΤ  ΙΣΤΟΡΙΑΣ  * 


Πολύς  γίνεται  έν  τη  Ιστορία  λόγος  περί  των  ζημιών  άς  υπέστη  ή 
αρχαία  τέχνη  και  φιλολογία  ένεκα  του  φανατισμού  των  μοναχών.  Και 
είνε  μεν  αληθείς  αύται  αϊ  μομφαΐ,  άλλα  δεν  στερούνται  υπερβολής 
τίνος.  Συστηματική  καταστροφή,  εθελούσιος  αφανισμός  των  αρχαί- 
ων κτιρίων  και  των  κλασικών  συγγραφών  σπανίως  μόνον  συνέβη"  αί  ο' 
έπελθουσαι  βλάβαι  αναφέρονται  κυρίως  εις  την  χρήσιν  του  υλικού  τών 
μνημείων  προς  τάς  άνάγκας  της  νέας  θρησκείας  και  της  νέας  φιλολο- 
γίας. Ναοί  τίνες  αρχαίων  θεοτήτων  μετεποιοϋντο  εις  εκκλησίας  χρι- 
στιανικών άγιων,  πολλαί  δέ  τών  μεσαιωνικών  εκκλησιών  ού  μόνον 
την  θέσιν  αρχαίων  ναών  δεικνύουσιν,  άλλα  και  διασώζουσιν  εκείνων 
λίθους,  στύλους,  ανάγλυφα,  Ιπιγραφάς.  Οί  παλίγκτχ<7τοΐ  ούτοι  ναοί 
επένουσιν  ακριβώς  την  θέσιν  τών  παλΐμ,τ|;ήσ"Γο:>ν  χειρογράφων.  Ώς 
ΐπί  τών  θεμελίων  ναού  τίνος  του  Ποσειδώνος  άνωκοδομήθη  εκκλησία 
τις  του  Αγίου  Νικολάου,  ούτως  έπΐ  περγαμηνοϋ  κωδικός  του  Στρά- 
βωνος έπεγράφοντο  μετά  την  εκπλυσιν  ώδαί  του  Ψαλτήρος.  Πολλά- 
κις δ'  εχομεν  διπλούν  ^ριστιανικόν  μνημείο  ν  επί  αρχαίων  θεμελίων 
και  διπλην  νεωτέραν  γραφήν  έπί  παλαιάς  περγαμηνής.  Ως  δ'  ό  Αγ- 
γλος Μαΐΐοοίγ  κατώρθωσε  να  μελετήση  καϊ  χωρίση  άπ'  αλλήλων  τά 
επάλληλα  οικοδομικά  στρώματα  τής  έν  "Ρώμη  εκκλησίας  τοϋ  "Αγίου 
Κλήμεντος,  ούτως  ό  κλεινός  ΜοηΐΙΏ8θη  ήδυνήθη  νάναγνώση  τάς  άλ- 
λήλαις  επικειμένας  γραφάς  του  παλίμψηστου  κωδικός  του  "Ρωμαίου 
νομοδιδασκάλου  Γαίου.Άλλά  δεν  πρέπει  νά  νομισθή,  ότι  ή  νέα  αύτη 
κτίσις  τών  οικοδομημάτων   και  ή  νέα  διάζεσις  τών  χειρογράφων    έγί- 

'    Έδημοσίίύθη  τά  πρώτον  έν  τω  περιοδικοί  Έατία  Τομ..  ΙΑ'  (1881)   α.  406  κ.  έ. 


—  558  — 

νετο  πάντοτ'  εκ  φανατισμού  κατά  του  αρχαίου  κόσμου,  της  θρη- 
σκείας, της  τέχνης  και  των  γραμμάτων  αύτοΰ.  Ου  σπανίως  εύρίσκο- 
μεν  κλασικά;  συγγραφάς  γεγραμμένας  επί  διεξεσμένων  εκκλησιαστι- 
κών βιβλίων  Προς  δε  την  μεταποίησιν  η  μάλλον  άνανεωσιν  ήγε  πολ- 
λάκις απλώς  και  μόνον  η  σπάν.ς  του  ύλικοΰ,  όπερ  εΰρίσκοντες  προς 
τάς  νέας  άνάγκας    έ'τοιμον  παρελάμβανον  οί  Χριστιανοί  "Ελληνες. 

Υπήρξαν  όμως  και  τα  περισσόθρησκα  πνεύματα,  οί  μισόκαλοι  κα- 
λόγηροι,  οί  φανατικοί  λάτραι  της  εκκλησιαστικής  παιί^&ίας  ή  _£*λ~_^ 
λον  οί  τυφλοί  και  άβέλτεροι  όπαδοϊ_-χώ^  εξωτερικών  αυτή:  τ^/πων, 
έξ  ων  προήλθε  βλάβη  δεινή  είς  την  ύπ'  αυτών  έξωτερικήν  και  θύρα- 
θεν θεωρηθεΐσαν  γραμματείαν,  την  τε  τής  αρχαιότητος  και  την  κο- 
σίΑΐκήν  των  νεωτέρων  χρόνων.  Έν  τη  εν  Σέρραις  μονή  τοΰ  Προορό- 
αου,  ήτις  διεφύλασσε  συν  τοις  άλλοις  την  (ϋιβλιοθήκην  τοΰ  πολλοϋ 
πατριάρχου  Γενναδίου  τοΰ  Σχολαρίου,  οί  μοναχοί  διηγοϋντο  τω  παρ 
ήμϊν  καθηγητή  κ.  Πανταζίδη,  5τι  πρό  τίνων  δεκαετηρίδων  μόλις, 
συμφώνως  προς  την  αυτόθι  σωζομένην  παράδοσιν,  ένεκεν  έλλείψε- 
'ως  χώρου  εχωρίσθησαν  τώννεΐ£ογράφων  τα  εκκλησιαστικά  άπό  τών 
κοσμικών,  και  έκεΐνα_  μεν  διεφυλάχθησαν.  τ«.ΰτ(χ_  δ'  έκάησαν.  Και 
έδεικνυετο  εις  τον  έκπεπληγμένον  θεατήν  ό  τόπος  τής  αυλής ,  έν  ώ 
έλέγετο   άναφθεισα  ή   μοιραία  πυρά. 

"Αλλο  δε  παράδειγμα  έπ'  αυτοφώρω,  οΰτως  ειπείν,  συλληφθεν  και 
άναισχύντως  έξομολογούμενον  θέλω  να  ίκθέσω  σήμερον  {νταϋθα  όΓ  ολί- 
γων, μαρτυρούν  την  εις  άεί  άπώλειαν  ολίγων,  πάντως  πολυτίμων,  σε. 
λίδων  τής  πατρίου  ιστορίας.  Τα  ελληνικά  χειρόγραφα  τών  παρελθόν- 
των αιώνων  σπανίως  ποτέ  περιέχουσι  πίνακα  τών  περιεχομένων,  και 
αν  δ'  έμπεριέχωσιν,  είνε  ούτος  ατελής  καϊ  ανάξιος  πίστεως.  Μία  όε 
τών  σπανίων  εξαιρέσεων  χειρογράφου  περιέχοντος  πίνακα  είνε  ο  ύπ 
άρ.  493  '  κώδιξ  τής  αγιορείτικης  μονής  τών  Ιβήρων.  Είνε  ^έ  τοΰτο 
χειρόγραφον  έπϊ  χάρτου,  σχήματος  τετάρτου,  συνιστάμενον  έκ  φύλ- 
λων 218,  και  περιέχει  λόγους  και  συγγραφάς  πατέρων,  ών  ή  άπαρί- 
θμησις  δεν  ενδιαφέρει  τον  άναγνώστην  2.  Μετά  χαράς  καϊ  άνυπομονησί- 

1  Του  λογού  ό'ντος  περί  αθωνικών  /ειρογράοων,  ό  αριθμό;  νοείται  τεθείς  υπ'  ε'μοΰ 
χατά  την   έν   έ'τει   1880   υκ'  έαοϋ  γενομένην   κατάταξιν   αυτών. 

2  Ό  ενδιαφερόμενο;  δύναται  νά  ΐ'δη  την  περιγραφήν  τοΰ  κώδι/.ο;  έν  τω  :μω  Κατα- 
λόγω  τ>Γ>ν  έν  ταΐ;  (^ιβλιοθηκαι;  τοϋ  Άγιου  "Ορου•:  ελληνικών  κωδίκων.  Έν  Κανταβρι- 
γία.  1900  Τόα.  Β'  σ.  154  χ.  Ι. 


559 


ας  εύρον,  μόλις  άνοίξας  τον  κώδικα,  σημειούμενα  εν  τώ  προτασσομένω 
πινάκι  και  τα  έξης  ώς  περιεχόμενα  έν  αύτώ-  θάνατος  Οοΐ/λτάν 
ΊμπραΊμ,  βασιλεία  σοι/λτάν  Μεχμέτ.  Πόλεμος  τού  Μωρέως. 
Άνυπομόνως  έστρεψα  τα  φύλλα,  ίνα  εύρω  και  αναγνώσω,  πριν  γείνη 
ή  τακτική  τοϋ  κωδικός  περιγραφή,  την  διήγησιν  περί  της  αλώσεως 
της  Πελοποννήσου  ύπό  των  Βενετών.  Άλλ'  έν  τη  ώρισμένη  θέσει  του 
βιβλίου  ένθα  έμελλε  να  περιέχηται  αύτη  τί  εύρον  αντί  των  προςδο- 
κωμένων  άγνωστων  ϊσως  και  νέων  Ιστορικών  ειδήσεων  ;  Των  φύλλων 
εσωί,ετο  μονή  η  προς  τη  ραχει  του  χειρογράφου  ενιων  ωα,  ήσαν 
δ'  επιμελώς  δια  κοπίδος  έξηρημένα,  και  μόνον  έσώζετο  αικρόν  μέρος 
έκ  τοϋ  τέλους  της  ιστορικής  διηγήσεως,  ού  κάτωθεν  ήρχιζε  νέον  κε- 
φάλαιον,  εκκλησιαστικός  τις  λόγος  εξ  εκείνων  οΐτινες  έπλήρουν  τό 
χειρόγραφον.  Ή  πρώτη  σκέψις  μου  επί  τη  θέα  της  βαρβάρου  εκείνης 
κολοβώσεως  ύπήρξεν,  ότι  έσυλήθησαν  ίσως  τα  φύλλα  εκείνα  ύπό  τίνος 
των  πολλών  επιδρομέων  τών  αγιορείτικων  βιβλιοθηκών,  οιτινες  πολ- 
λάκις είχον  άνά  χείρας  μάλλον  ετοίμην  την  κοπίδα  ή  πρόγειρον  την 
γραφίδα.  Άλλ  ύνι.  Έν  τω  περιθεωρ^ω  έφρόντισεν  ό  δράστης  ν  ά.  δή- 
λωση εαυτόν,  και  μονονουχϊ  ηθέλησε  νάποσπάση  τα  επιφωνήματα  φι- 
λευλαβοΰς  θαυμασμού  δια  την  ώραίαν  του  πράξιν.  Άνέγνων  δ'  έκεϊ 
ανορθόγραφα  τα  έξής'  Είς  τό  παρόν  βιβλίον  ευρέθησαν  και  εί 
δήσεις  τών  βααιλέων"*καΥ'π'ολέμων  και  δια  τούτο  θείω  ζή- 
λω  κινούμενος  έκοψα  αυτούς  τους  λόγους  καί  τοι/ς  έκαψα 
Απορώ  είς  την  άγνωσίαν  τού  καλλιγράφοι;  πώς  ένωσεν  με 
θεία  λόγια  τα  εξωτερικά.  Θείος  ζήλος  λοιπόν  ήτο  ή  αφορμή  τής 
έκκοπής.  Άλλα  δεν  έφρόνησα  τούτο  έγώ,  καί  ό  αναγνώστης  δέ  βε- 
βαίως δεν  θα  χαρακτηρίση  ούτω  τό  γενομενον.  Ίκανόν  δε  χρόνον  πρό 
ημών  ^είρ  άγνωστου  φιλοκάλου  ερευνητού  τού  ημετέρου  αιώνος  εξέ- 
φρασε κάτωθεν  τής  ανωτέρω  παρατεθείσης  ομολογίας  τού  ένζηλου 
καλογήρου  τήν  προςήκουσαν  άγανάκτησιν  δΓ  εκφράσεως  αρμοδίας,  ην 
τό  κατ'  έμε  υπογράφω  με  όλα  τά  σωστά  μου"  Τύν  ψυχρόν  σον 
τον  καιρόν  ασεβέστατε  τών  ανθρώπων. 

Έν  δέ  τώ  περισωθέντι  στενώ  περιθεωρίω  ενός  τών  άποκοπέντων 
φύλλων  προςεθηκε  πιθανώς  ό  αΰτος-  Κατιιραμένη  η  χειρ  ή  ΐυ- 
ψααα  ταύτα  τά  φύλλα.  "Ω  της  άνοιας  και  αμάθειας  τού 
τριςαθλίου. 


{ 


? 


—  560  — 

Ούτως  ενικεν  υπερβάλλοντος  θείου  ζήλου  κατεστράφησαν  όλίγαι 
σελίδες  της  εθνικής  ημών  ιστορίας,  άς  και  άγνοών  δύναμαι  να  κα- 
λέσω πολύτιμους  ένεκα  της  σπάνιος  των  παρ'  ήμΐν  τοιούτων  χρονι- 
κών. Και  τις  [/.εν  ό  συντάξας  τοΰτο  άγνοοΰμεν,  ως  εικός,  ως  καϊ  τί- 
νας  λεπτομέρειας  περιεΐχον  τάποκοπέντα  φύλλα-  τοΰτο  δέ  μόνον  επι- 
τρέπεται να  εΐπωμεν,  ότι,  καθ'  ά  δυνάμεθα  να  εΐκάσωμεν  εκ  του  ρυ- 
θμού της  γραφής,  το  χειρόγραφον  άντεγράφη  ύπά  του  μονάχου  Ιωσήφ 
του  έκ  Σινώπης,  δςτις  και  άλλους  πολλούς  κώδικας  της  ϊβηριτικής  βι- 
βλιοθήκης έγραψε.  Και  η  μεν  ιστορική  εκείνη  διήγησις  άπώλετο  άν- 
επιστρεπτεϊ,  άφ1  ού  ό   εύλογημε'νος    έκκοπεύς   εφρόντισε  και  να  καύση 

Ι  τα  φύλλα  κατά  την  ρητήν  του  όμολογίαν.  "Ωςτε  ημείς  επάθομεν 
Σχεδόν  τό  πάθημα  του  ήρωος  του  Άπολωλότος  χειρογράφου  τοΰ 
Ργ6^13§,  όςτις,  άφ'  οΰ  πολλά  είδε  και  έπαθε  βαίνων  έπ!  τα  ίχνη  του 
κωδικός  του  περιέχοντος  τάπολωλότα  βιβλία  τών  Ιστοριών  του  Τακί- 
του, κατεληξεν  εις  το  νά  εύρη  ...  τα  ξύλινα  εςώφυλλα  αΰτοΰ.  Άλλ' 
εκείνος  μεν  πλην  των  εξώφυλλων  του  σταχωτου  συνηντησεν  εν  ω 
έζήτει  τό  χειρόγραφον  την  ώραίαν,  μεθ'  ης  έ'μελλε  νά  συνδεθή  δια 
τών  δεσμών  τοϋ  έρωτος  καϊ  του  γάμου,  ημείς  δ'  άντϊ  τούτου  ευρο- 
μεν  .  .  .  μόνον  τον  θείον  ζήλον  του  καταστροφέως  καϊ  τό  έζής  μι- 
κρόν απόσπασμα,  δι'  οΰ  έπερατούτο  τό  χρονικόν,  διασωθέν  χάριν  του 
αυτού  θείου  ζήλου,  ίνα  μη  άφανιζομένου  καϊ  τούτου  συναφανισθή 
κανείς  ασκητικός    λόγος    Ιωσήφ   του  Βρυεννίου.   Τό   έσώσαμεν   ως  άι- 

δακτικόν    έπισφράγισμα    της    άνω    εκτεθείσης    μικρας    ιστορίας 

[αρχιστρατήγου,  τον  έξοχώτατον  Δωμένικον  Μοτζενίγον, 
άνδρα  έμπειρότατον  τοϋ  πολέμου,  ελπίζοντας  άπό  τήν  με• 
γάλην  του  θαυμαστίιν  <|>ρόνησιν  δτι  θέλει  κάμει  πολλά  καϊ 
μεγάλα  ανδραγαθήματα  εις  τιμήν  της  πατρίδος  του  και 
παντελή  άφανισμόν  τών  άπίοτίον  Άγαρηνών,  και  διατι  ευ- 
ρίσκεται εις  αυτόν  μία  θαυμαοιωτάτη  εμπειρία  εις  τά  του 
πολέμου  και  διατϊ  θέλει  πολεμήσει  κρατώντας  τά  σκήπτρα 
τής  βασιλείας  ένας  τοσούτον  ευτυχέστατος  πρίγγηψ,  ό 
Μουρεζίνης. 


ΝΕΟΣ   ΕΛΛΗΝ  ΑΙΣΩΠΟΣ  * 


Η  φιλολογία  των  άπό  τοΰ  παλαιού  υιυθοποιοΰ  Αισώπου  κληθέν- 
των  αίσωπείων  μύθων,  των  χαριέντων  εκείνων  διηγηαατίων,  άτινα 
εχουσι  συνήθως  τα  πρόςωπα  είλημμένα  έκ  τοΰ  κόσμου  των  ζώων  και 
σκοποΰσι  την  ήθικήν  διαπαιδαγώγησιν  των  ανθρώπων  άγοντα  εις  έπι- 
μύθιον,  έμπεριένον  ηθικόν  αξίωμα  εκ  της  διηγήσεως  της  έν  τω  μύθω 
αμέσως  η  εμμέσως  έξαγόμενον,  ϊπλουτίσθη  κατά  τάς  τελευταίας  δε- 
καετηρίδας μεγάλως  δια  διαφόρων  εΰοημάτων.  Τά  πλείστα  τούτων 
ανάγονται  εις  τους  μεταγενεστέρους  βυζαντιακοϋς  νρόνους,  άποδει- 
κνύοντα,  ότι  δεν  εξέλιπε  κατ'  αΰτοϋς  ή  μυθοπλαστική  δύναμις  των 
Ελλήνων  η  τουλάχιστον  ή  επιθυμία  να  περιενδύσωσι  δια  νέας  περι- 
βολής τα  ΰπο  των  παλαιών  άλλως  εΐρημένα.  Άλλ'  ή  τάσις  αΰτη  δεν 
εξέλιπε  και  έν  τοις  μετέπειτα  χρόνοις  μέχρι  των  καθ'  ημάς,  ότε  και 
ιδίαν  μυθογραφικήν  λογοτεχνίαν  δυνάμεθα  να  έπιδείξωμεν,  άπό  τοΰ 
Κοραή  μέχρι  των  ήμερων  ημών  διήκουσαν  και  τό  μεν  άναπλάσσου- 
σαν  τους  παλαιούς  μύθους,  το  δέ  μυθογραφοΰσαν  κατά  τον  Λαφον- 
ταΐνον,  τό  οέ  και  έξ  ιδίας  φαντασίας  νεα  δημιουργούσαν.  Ή  κατά 
κληρονομίαν  ούτως  ειπείν  παράδοσις  αΰτη  τής  μυθογραφίας  είνε  και 
γενικωτέρου  λόγου  άξια"  αλλά  δεν  πρόκειται  νυν  ενταύθα  περί  τού- 
του. Σήμερον  θέλω  μόνον  νά  γνωρίσω  δι'  ολίγων  εις  τους  άναγνώστας 
άγνωστον  μέχρι  τούδε  κρίκον  συνδέοντα  τους  Βυζαντινούς  προς  τους 
νεωτέρους  τών  παρ'  ήμϊν  μυθογράφων.  Ό  ποιητής  ούτος  αίσωπείων 
μύθων  είνε  ΓεώργίΟίό^Αίτωλός. 

Περί  του    Γεωργίου  Αιτωλού    ολίγα    γινώσκομεν.     Εκ  τής    Τουρκο- 

Έοημοσιεύθη  τό  πρώτον  ϊν  τώ  τοΰ   Κ.  Σχόχον   Έτησίω   Ήμιρολογίω  "Ετ.  Γ' 

(1888)  α.  3-25  χ.  έ. 

ΣΠΓΡ.    Π.    ΛΑΜΠΡΟΙ,    ΜίΚΤΑΙ    ΣΕΛΙΔΕΣ  ΟΟ 


—  562  — 

γραικίας  του  Μαρτίνου  Κρουσίου  διδασκόμεθα,  δτι  οιέτριψεν  επί  τίνα 
χρόνον  έν  Κωνσταντινουπόλει  παρά  τω  πατριαρνείω  και  δτι  ήτο  άνήρ 
σοφός  και  έλλόγιμος,  ώς  έκάλει  αυτόν  Ιωάννης  ό  Βοναφεύς  ι.  "Εκ 
τίνος  ο'  επιστολής  Δαμασκηνού  τοΰ  Στουδίτου,  έπ'  εσχάτων  εκδοθεί- 
σης ΰπό  του  κ.  Αθανασίου  Παπαδοπούλου  Κεραμέως  2  και  προς  τον 
Αίτωλόν  απευθυνόμενης,  μανθάνομεν,  δτι  και  έν  Βένετη  είχε  διατρί- 
ψει.  Ή  δ'  εκ  Βενετίας  εις  την  Ελλάδα  επιστροφή  Γεωργίου  του  Αι- 
τωλού συνέβη  πάντως  περί  την  τρίτην  δεκάδα  τοΰ  δεκάτου  έκτου 
αιώνος3.  Άκριβέστερον  οέ  τι  περί  αυτού  ουδέν  άλλο  γίνεται  ημΐν 
γνωστόν  πλην  δτι  την  παιδείαν  αυτού  βλέπομεν  θαυμαζομένην  ύπό 
τού  Δαμασκηνού  έν  τη  μνημονευθείση  επιστολή. *Ητο  δε  πιθανώτατα 
εϊς  των  ανδρών  τών  καταστησάντων  επιφανή  την  έν  Άγράφοις  σχο- 
λην,  έν  ή  διεκρίθησαν  πλην  άλλων  Ευγένιος  ό  Αιτωλός  και  άργότε- 
ρον  ό  τούτου  μαθητής    Αναστάσιος  ό  Γόρδιος4. 

Ουδέν  τού  Γεωργίου  σύγγραμμα  εΐνε  γνωστόν  μέχρι  τούδε  πλην 
δύο  επιστολών  αυτού  προς  τόν  Μηθύμνης  Ίππόλυτον,  άς  έδημοσίευ- 
σεν  ό  κ.  Κεραμεύς 5.  Άλλα  σώζεται  έν  τη  κατά  το  Άγιον  "Ορος  εύα- 
γεΐ  μονή  τών  Ιβήρων  χειρογραφον,  έν  ω  περιλαμβάνονται  ποιητικά 
έργα  αυτού  ή  μάλλον  στιχουργήματα,  αν  άποβλέψωμεν  εις  τήν  ποιη- 
τικήν  αυτών  άξίαν,  ήτις  εΐνε  μικρότατη  Τούτων  δύο  μεν  αναφέρονται 
εις  Μιχαήλ  τόν  Καντακουζηνόν  τόν  γνωστόν  άλλως  ύπό  το  έπώνυμον 
Σεϊτάνογλουν,  τόν  έν  'Αγχιάλω  μαρτυρικώς  υπό  τών  Τούρκων  άπαγ- 


1  Οτηείηε  ΤυΓθο§Γ3β<πα  σ.  270. 

2  Συμβολαί  εις  την  ίστορίαν  της  νεοελληνικής  φιλολογίας.    Έν  Κωνσταντινουπόλει. 

1886  σ.  62. 

3  Τοΰτο  είκάζομεν  βλέποντες,  δτι  τήν  είρημένην  έπιστολήν  εγραψεν  ό  Δαμασκηνός, 
ό  έπειτα  γενόμενος  επίσκοπος  Λιτής  καϊ  'Ρενδίνης,  έ'τι  υποδιάκονος  ών.  Ύποδιάκονος 
δέ  ητο  οτε  συνέγραψε  τόν  Θησαυρόν,  τυπωθέντα  τω  1527. 

4  Πλειότερα  περί  τοΰ  Γεωργίου  Αΐτωλοΰ  έγραψα  κατόπιν  εκδίδων  πάντας  αΰτοϋ 
τους  αΰθους  Ιν  τω  Δελτίω  της  Ιστορικής  και  εθνολογικής  εταιρείας  Τόμ..  Ε'  και  έν 
ίδίω  τεόχει.  Έν  Αθήναις.  1885  σ.  1  κ.  έ.  Και  αλλάς  δέ  τινας  περί  αδτοΰ  ειδήσεις 
ευρίσκει  ό  αναγνώστης  εν  τή  βρα/ΰν  χρόνον  μετά  τήν  έμήν  έκδοσιν  δημοσιευθείση 
συγγραφή    τοΰ  Αιμιλίου  Ι,βς/ταηά    ΚβΟϋβίΙ  άβ  Ί'αίιΐβδ   έ80ρϊ(ΐυβδ    Ηΐίδβδ   βη   νβΓδ 

ρίΐΓ  ΟβοΓ^βδ  ΙΈΐοϋβιι  βΐ  ρυβϋβδ  ρουι•  \ά  ριβαιίβιβ  Γοΐδ  (ΓαρΓβδ  υη  ΐϊΐαηιΐδοπΐ 

άϋ  ΜοηΙ    ΑΐΐίΟδ.     Εν  Παρισίοις.   1896.    Περί  δε   του  ζητήματος  της  προτεραιότητος 
της   εκδόσεως   ί'δε   τά  γραφέντα  υπό  του  ΚτΗΐηϋαβΗβν  έπανορθοΰντος  τόν  Εβ^Γαΐΐά. 

5  Ένθ'  άν.  σ.  61-62. 


—  563  — 

χονισθέντα  έν  έ'τει  1578,  το  δέ  τρίτον  δίνε  έγκώμιον  Ανδρόνικου 
του  υίοΰ  του  Μιχαήλ  Καντακουζηνού.  Των  στιχουργημάτων  τούτων 
το  πρώτον  έγράφη  έν  ετει  1569,  τα  δε  έτερα  δύο  πάντως  μεν  εινε 
αρχαιότερα  του  έν  έ'τει  1576  τελεσθέντος  γάμου  του  Ανδρόνικου 
μετά  τής  πολυφέρνου  θυγατρός  του  πλουσιοτάτου  εμπόρου  της  'Αδρι- 
ανουπόλεως  Ιακώβου  'Ράλλτ!,  ίσως  δ'  εγράφησαν  κατά  το  αυτό  έτος  ~ 
και  το  πρώτον. 

Και  περί  μεν  τών  ποιημάτων  τούτων  θέλω  διαλάβει  άλλοτε  δια 
μακροτέρων.  Ό  δε  αυτός  ΐβηριτικός  κώδιξ,  όςτις  φέρει  τόν  αριθμόν 
152,  δοθέντ'  αύτώ  ύπ'  έμοΰ  κατά  την  ετει  1880  κατάταξιν  τών  βι- 
βλιοθηκών του  Άγιου  "Ορους,  περιλαμβάνει  και  συλλογήν  έμμετρων 
μύθων,  γραφέντων  ύπό  Γεωργίου  του  Αιτωλού  κατά  ταύτα  περίπου 
έ'τη  καθ'  ά  και  τάλλα   ποιήματα. 

Οί  μΰθοι  Γεωργίου  του  Αιτωλού  οί  έν  τω  ΐβηριτικφ  κωδικι  περιε- 
χόμενοι είνε  εκατόν  τεσσαράκοντα  και  τρεις  τόν  αριθμόν.  Τούτων  μό- 
νον τέσσαρες,  οί  έπιγραφόμενοι  μϋθος  γονροννίου,  μνθος  βοτά- 
νου, μΰθος  μεθυστοΰ  και  μΰθος  μοσχαρίου,  φαίνονται  νέοι, 
οί  δε  λοιποί  πάντες  φέρονται  έν  ταϊς  έλληνικαϊς  συλλογαϊς  τών  λε- 
γομένων αίσωπείων  μύθων  η  τών  του  Βαβρίου.  'Αλλά  και  οί  τέσσα- 
ρες ούτοι  νέοι  μύθοι  δέν  φαίνονται  πλασθέντες  ύπό  του  Αιτωλού, 
αλλά  και  αυτοί  έκ  προτύπων  περιλαμβανομένων  έν  παλαιαϊς  συλλο- 
γαϊς  στιχουργηθέντες.  Οί  δε  λοιποί,  περί  ων  ασφαλώς  δυνάμεθα  νά 
κρίνωμεν  έκ  παραβολής  προς  τους  σωζόμενους,  έστιχουργήθησαν  μετά 
πολλής  δεξιότητος  έν  τη  δημώδει  γλώσση  και  εις  στίχους  πολιτικούς 
ομοιοτελεύτους.  'Αλλ'  ή  ομοιοκαταληξία,  ήτις  συνήθως  εινε  φυσική 
και  εύκολος,  έχει  ενίοτε  τι  το  τραχύ,  καθ'  ότι  μόλις  εις  αιών  είχε 
παρέλθει  άπό  τών  χρόνων  καθ'  ους  είχεν  είςαχθή  εις  την  νεαν  έλ- 
ληνικήν  ποίησιν. 

Κατά  ταύτα  οί  μύθοι  Γεωργίου  του  Αιτωλού  ύπό  μέν  την  επο- 
ψιν  τής  μυθογραφίας  δέν  είνε  παντελώς  ασήμαντοι,  άτε  χρησιμεύον- 
τες έν  συγκρίσει  προς  τάς  υπάρχουσας  προγενεστέρας  συλλογάς  εις 
την  όιαφωτισιν  ενιων  (,ητημάτων  αναφερομένων  εις  την  καθ'  όλου 
μυθογραφικήν  γραμματείαν  τών  Ελλήνων,  άλλα  και  δέν  παρέχουσι 
μεγάλην  σπουδαιότητα.  "Αλλως  όμως  έχει  το  πράγμα,  αν  έξετα- 
σθώσιν  ώς  προϊόντα  τής  νεοελληνικής  φιλολογίας.  Ύπό  τοιαύτην  έπο- 


—  564  — 

ψιν  εξεταζόμενοι  εχουσι  διττην  άξίαν,  τούτο  μεν  δι*  την  φυσικότητα 
και  άφε'λειαν  της  στιχουργίας,  τοΰτο  δε  δια  την  γλώσσαν,  εν  ή  εινε 
γεγραμμένοι.  Ή  γλωσσική  μάλιστ'  αυτών  σπουδαιότης  εϊνε  μεγάλη* 
εκδιδόμενοι  δε  μέλλουσι  να  παράσχωσι  πολλαπλην  ώφέλειαν  εις  τους 
μελετώντας  την  ίστορίαν  της  νέας  ελληνικής  γλώσσης  1. 

Περαίνων  την  πρόχειρον  ταύτην  σημείωσιν  περί  του  Γεωργίου  Αι- 
τωλού και  τών  μύθων  αυτού,  παρέχω  ένταϋθα  ώς  δείγμα  της  συλλο- 
γής ταύτης  τρεις  μόνον  έκ  τών  μύθων,  καθαίρων  αυτούς  άπό  τών  έν 
τω  χειρογράφω  γραφικών  πταισμάτων  του  βιβλιογράφου,  όςτις,  ώς 
δικαιούμεθα  νά  εΐκάσωμεν.  εϊνε  αγράμματος  άντιγραφεύς  του  πρω- 
τοτύπου   του   Αιτωλού. 

Είς  '  σπίτι  μέσα  ποντικών  άτζίδι  είχε  'πάγει' 

πολλά  έπονηρεύοντον  τους  ποντικούς  νά  φάγη. 
Καθημερνώς  έσκότονε  και  'τρωγεν  έ'ναν  έναν, 

κ'  οί  ποντικοί  αρχίνησαν  όλοι  και  'λιγοσταϊναν. 
Τότε  έκεϊ  'ςτό  ι/.έσον  τους  είπεν  ό  εις  τον  άλλον 

«δεν  βλέπετε  'τί  'πέσαμεν  'ςέ  κίνδυνον  μεγάλον ; 
Ελάτε  και  ας  φύγωμεν  'ς  τόπον   'ποΰ  δεν  είξεύρει, 

άλλου  νά  κατοικήσωμεν  διά  νά  μην  μας  εύρη  » . 
Ώςάν  εσκορπιστήκασι  όλοι  άλλου  έπηγαν, 

τινάς  και  δεν  άπόμεινεν,   άμ'  όλοι  τους  έφυγαν. 
Τάτζίδι  έκαμώθηκε  πώς  είν    άποθαμμένο 

κ'  εις  έναν  τόπον   κοίτουνταν  ώςάν  το  νεκρωμένο, 
διά  νά    'πάγη  ποντικός  κοντά  νά  πλησίαση 

και  τότ'  εκείνο  με  σπουδή  ευθέως  νά  τον  πιάση. 
Εϊπέ  του  ένας  ποντικός  τότε  άπό  μακρεία" 

α  αύτα  όπου  καμόνεσαι  ημάς  δεν  κάμνουν  χρεία" 
ώςάν  τό  ξύλ'  αν  κοίτεσαι,  ώςάν  ασκί  αν  γένης, 

έδώ  ποτέ  άπό  ημάς  τινάν  μην  αναμένης  ». 

'    Καθ'  α  ίιπεσημειώθη  ανώτερος  έξεοόθηααν  έκτοτε  τω  1896. 

2    Προς  τον  αϋθον  τούτον  παραβληθ^τω  ό  έν  τί)  έκοόσει  τών  Αΐσωπείων   υ,ΰθων  υπό 

ΗαΙτη  (Έν  Λειψία.  ΤκιιΙιιιβΓ.  1875)  ό  υπ'  άρ.  15  ό  φέρων  τήν  έπιγραφήν  Αίλου- 
ρος και  μύες. 


565  — 


Έπιμύθχον. 


Ό  μύθος  λέγ    οι  φρόνιμοι   πρώτον   "ςάν  πειραχθοϋσι, 
οΐ  λόγοι  καϊ  τα  ψέμματα  πλέον  δεν  τους  γελοΰσι. 


ΙΧχϋλος  κα.1  πετεινός  1. 


Σκύλος  και  ένας  πετεινός  έκαμαν  συντροφίαν 

χωρίς  κανένα  δόλωμα  νάχουν  άγάπην  μίαν. 
Έκεϊ    που  περπατούσασι  κάπου   βραδειαστήκαν 

δεν  είχαν  που  να  κοιμηθούν  και  στενοχωρήθηκαν 
Και  δια  τούτο  εις  δενδρόν  κ'  οι  δύο  διάβηκαν, 

μη  να  εύρουν  άνάπαυσιν  πολλά  έννοιαστήκαν. 
Ό  πετεινός  άνέβηκεν  επάνω  και  'κοιμήθη 

καϊ  να  λαλήση   άρχισε  την  νύκτα  έθυμήθη. 
Τότ'  έ'δραμεν  ή  αλεπού   'ςάν  άρχισε  καϊ  κράζει, 

καθώς  και  την  συνήθειαν  την  έχει  να  φωνάζη. 
Και    άποκάτω  στέκοντον,   εϊπέ  τον  να  καταίδη, 

ότ    άγαπ<£  νά  τον  ΐδη,  καϊ  πάλε  νά  άναίβη. 
Λέγει  την  τότ'  ό  πετεινός  πώς  εϊνε   'κεϊ  πορτάρις. 

καϊ  ξύπνισέ  τον  και  αυτόν,  θέλημα    νά  τον    'πάρης. 
Τότε  τόν  γϋρον  του  δένδρου    "γύρευε    νά  ρωτήση, 

κ'  εΰθϋς  ό  σκύλος  εδρααε  κ'  είχε  τηνε  ξεσκίσει. 

Έπιμΰθιον 


Ίδέτε  πώς  ό  φρόνιμος  πέμπει  τον  τόν  εχθρον  του 
εις  άλλον  δυνατώτερον  δια  άντίδικον   του. 


1    Παράβαλε   τόν  ϋκ    άρ.  225    υπό  την  έπιγραφήν   Κύίον   και  ά,λεκτρυών  μύθον 
εν  τ^  έχδόσει  τοϋ  ΗαΙηΐ. 


—  566  — 

ΛΙϋβος  1ξι>λέν&ο\>  βεοΟ  Κ 

"Ενας  ζυλένιον  θεόν  είχε  και  παρακάλειε, 

νά  τόνε  ποίση  άρχοντα  καθημερνώς  έλάλειε. 
'Σάν  έ'βλεπ'  ό  ταλαίπωρος  'πώς  πάγει  'ςέ  πτώχεια, 

άπ'  τον  θεόν  τον  ξύλινον  δεν  βλέπει  άρχοντεία, 
τον  ερριξε   'ς  το  έδαφος,  και  τότε  έτζακίστη, 

ή  κεφαλή  του  χώρισε,   μέσα    'ςτή  μέση    'σχίστη. 
Έβγήκαν  περισσά  φλωριά.  Τότε  εκείνος  λέγει" 

απρωτητερα  ό  πάσα  εις  έπρεπε  νά  με  κλαίγη. 
"Οταν  σε  'τίμουν  εύκαιρα,  δεν  είδα  καλωσύνη, 

και  τώρα  'ποΰ  σε  έκαμα  τούτην  τήν  κακωσύνη, 
φλωρία  μ'  έδωκες  πολλά  τώρα  καϊ  νά  συνάζω* 

όμως  από  την  σήμερον  άτυχον  νά  σε  κράζω  ». 

Έπιμύθιον 


Λέγει  διά  τους  άτυχους  μή  τους  καλοκρατοΰμεν, 
μηδέ  νά  τους  φοβούμεστε  και  νά  τους  άγαποϋμεν. 


Τοιαύτη  ώς  εν  δείγματι  ή  συλλογή  μύθων  του  νέου  Έλληνος   Αι- 
σώπου, ήτις  έ'-/ει  μείνει  αέχρι  τούδε  παντελώς  άγνωστος. 


1    Παραβληθήτω  ό  παρά  ΗαΙΐΠ   δπ'  άρ.    66  μύθος   ό  φέρων   την    έπιγραφήν  "Αν- 
θρωπος ■καταθραύόας  άγαλμα. 


Ο  ΜΑΖΕΠΠΑΣ  ΠΑΡΑ  ΤΟΙΣ  ΝΕΟΙΣ  ΕΛΛΗΣΙ 


Μεταξύ  των  εικόνων,  άς  συχνότερον  μεν  εν  παλαιοτέροις  χρόνοις, 
ενίοτε  δ'  ακόμη  και  την  σήμερον  βλέπει  τις  επί  των  τοίχων  άρχαιο- 
τροπώτερον  κεκοσμημενων  οικιών  και  καταστημάτων,  άποκε'ντρων  τι- 
νών καφενείων  ή  άφιλοκάλων  επαρχιακών  κουρείων  εΐνε  και  ή  παρι- 
στάνουσα  την  τιμωρίαν  του  Μαζέππα.  "Ορμητικός  φέρεται  ό  άχά- 
λινος  ίππος,  εφ1  ου  εΐνε  προςδεδεμένος  έξανάστροφα  ό  Μαζέππας 
εξόφθαλμος,  με  την  κόμην  ατάκτως  προς  τα  κάτ&)  κεχυμένην,  επι- 
δεικνύων μονονού  σπαρασσόμενα  τα  μέλη  ύπό  της  βιαίας  του  κή- 
λωνος    φοράς. 

Εις  την  άνάρτησιν  τών  εικόνων  εκείνων  ήγαγε  πάντως  μόνον  το 
καταπληκτικών  και  θεαματικόν  της  παραστάσεως,  βεβαίως  δέ  δυνά- 
μεθα να  εϊπωμεν,  ότι  οι  πλείστοι  τών  άναρτησάντων  και  τών  θεω- 
μένων  άγνοουσι  την  ίστορίαν  και  τάς  τύχας  του  πολυπλάγκτου  Πο- 
λωνού εύπατρίδου. 

Μόνον  δ'  οι  λογιώτεροι  και  φιλίστορες  ενθυμούνται,  αν  δχι  άλλο- 
θεν,  τουλάχιστον  έκ  της  ύπο  του  Βολταίρου  γραφείσης  Ιστορίας  Κά- 
ρολου ΙΒ'  του  βασιλέως  της  Σουηδίας,  τας  κυριωτάτας  τών  περιπε- 
τειών και  τό  έρωτικόν  έπειςόδιον  του  Μαζέππα.  Ό  Ίβάν  (Ιωάννης) 
Στεφάνοβιτς  Μαζεππας  είχε  γεννηθη  περί  τό  1645  εν  τη  διοικήσει 
του  Κιέβου,  ανήκοντος  τότε  εις  την  Πολωνίαν,  έξ  ης  μόλις  τω  1668 
περιήλθεν  ή  πολις  αύτη  και  πάλιν  εις  την  'Ρωσίαν.  Ίσχύσας  δ'  έν 
τη  αυλή  τοϋ  βασιλέως  της  Πολωνίας  Ιωάννου  Καζιμίρ,  ϊσχυσεν  οχι 
όλιγώτερον  έν  τη  καρδί<£  της  συζύγου  του  Πολωνού  εΰπατρίοου  Φα- 
λιβόσκη.    Άλλ'  ό  απατηθείς   σύζυγος,  άνακαλύψας  την  άπιστίαν  της 

*  Έδημοσιεύθη  έν  τω  «ρύλλω  της  Α'  του  νέου  έτους  1903  της  έν  Σμύρνη  Αρμο- 
νίας άρ.  6016  σ.  9. 


—  568  — 

συνεύνου,  επεφύλαξε  δεινήν  τιμωρίαν  είς  τό./  παράτολμον  έραστήν. 
Και  δή  προςέδεσεν  αυτόν  έπί  του  ιδίου  ίππου  όλόγυμνον ,  βέβαιος 
ών,  οτι  έμελλε  νά  κατασπαραχθή  εν  τω  όρμητικφ  του  ζψου  δια 
των   στεππών    τροχασμφ. 

Ή  συζυγική  αύτη  έκδίκησις  είνε  το  θέμα  της  εικόνος,  περί  ης 
έποιησάμην  λόγον  ανωτέρω.  Άλλα  το  αυτό  άντικείμενον  εϊλκυσε  και 
την  προςοχήν  "Ελληνος  στιχουργού,  πειραθέντος  να  συγκίνηση  δια 
της  περιγραφής  του  παθήματος  του  έραστού.  'Τπό  την  έπιγραφήν 
Ή  εκδίκησης  τού  ανδρός  έξέδωκε  τό  άνώνυμον  τούτο  ποίημα 
αγνώστου  στιχουργού  ό  έν  Παρισίοις  γνωστός  καθηγητής  της  νέας  ελ- 
ληνικής κ.  Αιμίλιος  Λεγράνδ,  τό  μεν  πρώτον  τφ  1870  έν  τφ  τεύνει 
τω  έπιγραφομένω  Δημοτικά  τραγούδια,  έπειτα  δε  και  πάλιν  τφ 
1874  έν  τή  συλλογή  ΚβΟϋβίΙ  θβ  οΗβΠδΟΠδ  ρορυΐ31ΓΘ8  Ογ60(|1168. 
Και  είνε  μεν  γεγραμμένον  τό  ποίημα  ίν  τή  δνιμώδε'.  γλώσση,  άλλα 
πάντως  δεν  είνε  κατασκεύασμα  του  λάου,  οίον  έξέλαβεν  αυτό  ό  εκδό- 
της• είνε  δε  μάλλον  έργον  ήμιλογίου  ιτιχουργου  ,  έμπνευσθέντος  έχ 
του  περί  τοΰ  Μαζέππα  ΐστορήματος  ,  εί  και  δεν  ποιείται  μνείαν 
αυτού    ονομαστί. 

Ώμορφονειός  άγάπηόε  ώμορφη  πανδρεμμένη 

κατ,  έχαίρονταν  'ς  τον  έρωτα  και.  'ς  τήν  γλυκειάν  αγάπη. 

Πλην  πίκρα  'ς  τήν  ξεφάντωόΊ  έμελλε  να  φυτρώΟη. 

Ό  άνδρας  ό  βαρυόμοιρος  τήν  προόοόιά  λογιάζει, 

και  παίρνει  τους  όυντρόφους  του  και  πάει  νά  τους  πλακώοη. 

Ηύρε  τους  και  ξεφάντοναν  γλυκά  'ς  το  μεσΌνύχτν 

και  είχανε  δτρώμα  τήν  δροδιά  και  φα>τερο  τάάτέρια. 

Ό  άνδρας  τήν  γυναικά  του  αλύπητα  Οκοτόνει, 

αίμάτωόε  τά  χέρια  του   'ς  τά  Οτήθη  'πού  έφιλούόε. 

Διά  τούτων  των  στίχων  άρχεται  το  ποίημα.  "Επειτα  οε  διηγεί- 
ται ο  ποιητής  τήν  έκδίκησιν  τοΰ  συζύγου  κατά  του  άπατεώνος  τής 
όμεύνου. 

Τον  έραότήν  έπιάΟανε  οί  'πΐλοιποι  Ουντρόφοι, 
και  έφεραν  άτι  άγριο  βρεμένο  μέά'  'ς  τους  λόγγους. 
Σαράντα  το  κρατούδανε  τάλογο  τδ  άψιαΟμένο, 
και  'ςαν  θηρίο  χλημίτριζε  και  έτδαλαπατούΟε. 
Τδν  δόλιο  τον  ώμορφονειδ  'ς  τδ  άλογο  τδν  έδέΟαν. 
κ'  έπειτα  τδ  βαρέόανε  νά  φύγη  νά  μανίόη. 


—  569  — 

Πέντε   δλας  ημέρας  έτρεχεν  ό  ίππος, 

ποτάμια,   λόγγους  έόκιόε  και  ράχες  και  λαγκάδια- 

τι  όαρκες  ματο^θήκανε  τον  δόλιου  καδαλλάρι- 

του  ήλιου  'ς  το  βαόχλεμμα  της  πέμπτης  της  ημέρας 

τό  άλογο  γονάτιόε  και  πέφτει  άποθαμμένο, 

κηί  άψυχος  του  κείτετ'  άπάν'  ό  καβαλλάρις, 

κι'  άγρια  πουλιά  μαζώχθηκ<ιν  νά  φάνε  τά  κορμιά  τους. 

Έν  φ  δε  διαβάται  διερχόμενοι  παρεσκευάζοντο  νά  θάψωσι  τον  νο- 
μιζομενον  νεκρόν, 

ό  νειός  βαρειαναδτέναξε,  άνοιγοκλεϊ  τά  χείλη, 

τυχών  δε   της  προςηκουσης  περιθάλψεως     έθεραπεύθη    άπό  των  δεινών 
της  κακοπορίας 

καχ  βαόιλειάς  έγίνηκε  'ς  έκεϊνα  τά  'λημέρια. 

Και  πικρά  μεν  ΰπήρξεν  ή  έκδίκησις  του  οΰτως  άνελπίστως  σωθεν- 
τος,  θανών  δε 

'ς  τόν  "Αδην  άγκαλιάόθηκε  με  την  αγαπητή  του. 

Ή  διηγησις  του  ποιητοϋ  μικρόν  διαφέρει  άπο  της  ιστορικής  αλη- 
θείας περί  του  Μαζεππα.  Αληθώς  ούτος  έσώθη.  Ό  Βολταίρος  διη- 
γείται, ότι  ό  ίππος,  άτε  καταγόμενος  άπό  της  Ούκραίνης,  ήγαγε  τόν 
έπ'  αυτού  προςδεδεμένον  Μαζεππαν  εις  ταύτην  την  νώραν.  Άγρό- 
ται  δε  της  Οΰκραίνης  έβοήθησαν  και  διέσωσαν  τόν  ύπό  της  κοπώσεως 
και  της  πείνης  ήμιθανή  έραστήν.  Άληθως  δε  κατά  τάς  διηγήσεις  των 
Ιστορικών  ταχέως  διεκρίθη  ό  Μαζεππας  μεταςύ  τών  Κοζάκων  της 
Οΰκραίνης  διά  της  ρώμης  αυτού  και  της  ανδρείας  Και  πρώτον  μεν 
εγεινε  βοηθός  τού  χατμάνου,  ήτοι  αρχιστρατήγου,  Ίβάν  Σαμουήλο- 
βιτς,  είτα  δέ  τω  1687  προήχθη  αυτός  εις  χάτμανον,  και,  όσημέραι 
μάλλον  ένισχυόμενος  έν  Οΰκραίνη,  άνηγορεύθη  τω  1693  ύπό  ΙΙέτρου 
τού  μεγάλου  ήγεμών  της  χώρας.  Άλλα  μετά  τίνα  έτη  έπειράθη  νά 
άποστατήση  άπό  τού  ισχυρού  αύτοκρχτορος  της  'Ρωσίας,  και,  βοη- 
θούμενος ύπό  τού  μεγάλου  τού  τσάρου  αντιπάλου,    τού   βασιλέως  της 


—  570  — 

Σουηδίας  Καρόλου  ΙΒ',  ηθέλησε  να  ένωση  την  Ούκραίνην  μετά  της 
Πολωνίας.  Άλλα  τα  βυσσοδευόμενα  άπεκαλύφθησαν  εις  τον  Πέτρον. 
Ούτος  δέ  το  μεν  κατ'  αρχάς  δεν  έπίστευσεν  εις  τα  καταγγελλόμενα, 
άπ'  εναντίας  δ'  απέστειλε  τους  καταδότας  ποός  τον  Μαζέππαν,  όςτίς 
και  έθανάτωσεν  αυτούς.  Άλλ'  έπειτα  ύπ'  αυτών  των  πραγμάτων  έ- 
πείσθη  ό  τσάρος  περί  της  παρασκευαζόμενης  προδοσίας  του  Μαζέππα, 
ει  και  ούτος  δολίως  συνεκάλυπτεν  αυτήν  και  έπειράτο  να  διαβουκο- 
λήση  τον  Πέτρον.  Ό  αυτοκράτωρ  δεν  ήδυνήθη  να  μείνη  πλέον  άδιά- 
φορος.'Ήρχισεν  ή  καταοίωζις  τοΰπροδότου'  η  ισχυρά  αύτου  ακρόπο- 
λις, το  Βατουρΐν,  έκυριεύθη  υπό  του  στρατηγού  Μετζικώφ,  και  ό  Μα- 
ζέππας  ήναγκάσθη  ναΰτομολήση  φανερώς  προς  τον  ήδη  έν  τη  Ού- 
κραίνη  στρατευόμενον  Κάρολον  ΙΒ'.  Αλλά  μετ'  ού  πολύ  ήττάτο 
μετά  του  Κάρολου,  τελευτώντο;  τού  Ιουνίου  1709,  έν  τη  Πουλτάβα, 
και  μετ'  ολίγους  μήνας,  τόν  Σεπτέμβριον  του  αύτου  έτους,  άπέθνη- 
σκε  φυγάς  ύπό  δηλητηρίου,   καθ'  α   έπιστεύθη. 

Ώς  δε  τό  έρωτικόν  έπειςόδιον  του  Μαζέππα,  ούτω  και  ή  αποστα- 
σία αύτου  δεν  έμεινεν  αδιάφορος  παρά  τοις  "Ελλησιν.  Έν  τή  κατά  τό 
"Αγιον  "Ορος  εύαγεϊ  Μονή  Παντελεήμονος  εναπόκειται  κώδιζ  του 
δεκάτου  ογδόου  αιώνος,  ό  φέρων  τόν  αριθμόν  567,  έν  φ  προς  άλ- 
λοις διαφόροις  έργοις  περιλαμβάνονται  και  δύο  Μελέται  άναφερόμε- 
ναι  εις  τόν  Μαζέππαν.  Και  ή  μεν  πρώτη  αυτών  επιγράφεται  ώδε" 
«Μελέτη  τίνας  αν  εϊποι  λόγους  ό  φιλόχριστος  θεοστεφής  τε  και 
νικητής  αεί  βασιλεύς  Πέτρος  'Αλεξιοβίτζης  προς  τόν  αύτου  άποστά- 
την  Μαζέππαν,  ίκετεύοντα  μη  θανατωθηναι,  αλλά  συγγνώμης  τυ- 
χεΐν  εφ'  οϊς  έπραξε».  Ή  δε  δευτέρα  φέρει  την  έπιγραφην  τήνδε" 
«  Μελέτη  τίνας  αν  εΐποι  λόγους  Μαζέππας,  μετά  την  άποστασίαν 
και  τον  πόλεμον  κρατηθεί:  ύπό  τού  φιλοχρίστου  βασιλέως  Πέτρου 
και  μέλλων  φονευθήναι». 

Αύται  αί  έπιγραφαϊ  τών  δύο  τούτων  πραγματειών  δεικνύουσι  τόν 
χαρακτήρ'  αυτών.  Δεν  ένομεν  πρό  ημών  Ιστορικά  μελετήματα, 
αλλά  ρητορικά  δοκίμια.  Ό  γράψας,  όςτις  είνε  ανώνυμος  και  άγνω- 
στος, δεν  αποσκοπεί  εις  ίστορικήν  έκθεσιν  τών  κατά  την  άποστασίαν 
του  ίύπατρίδου,  και  δια  τοΰτο  ολίγον  στοχάζεται  της  ιστορικής  ακρι- 
βείας, παριστανων  τόν  Μαζέππαν  συλληφθέντα  και  άπολογούμενον 
πρό  τών  συμβούλων  του  τσάρου,  παρ*  ων  ούτος  άπήτει  τόν  θάνατον 


—  571   — 

του  υποδίκου.  Ό  σκοπός  του  συγγραφέως  είνε  απλώς  ρητορικός"  θέ- 
λει να  επίδειξη  την  τέχνην  αύτοΰ  ϊσην  έν  τη  κατηγορία  και  τη  απο- 
λογία. Εΐνε  όψίγονος  διά  πολλών  αιώνων  διάδοχος  του  Λιβανίου  και 
του  Χορικίου.  Ό  Μαζέππας  εϊνε  το  θέμα  ιστορικών  προγυμνασαά- 
των,  έν  οις  το  κύριον  δεν  είνε  ή  μετάδοσις  ιστορικών  γνώσεων,  άλλ ' 
ή  έπίδειξις  ρητορικής  τέχνης.  Μη  λησμονώμεν,  ότι  μικρόν  άπέχομεν 
τών  χρόνων  καθ'  ούς  είχεν  ήδη  έκδοθή  ή  "Ρητορική  του  Φραγκίσκου 
Σκούφου  (1681),  και  ϊσως  ευρισκόμεθα  περί  αύτας  τάς  ημέρας  καθ' 
ά:  ό  Θεόφιλος  Κορυδαλλεύς  έζέδιδε  τα  ΙΙρογυμνάσματα  του  Άφθο- 
νίου   εις  την  περί  ρητορικής  εκθέσεως  πραγματείαν. 

Ύπό  του  αύτοΰ  δ1  εκείνου  ρητορικού  πνεύματος  τών  χρόνων  δια- 
πνεόμενος ό  άγνωστος  ρητοροοιδάσκαλος  του  αγιορείτικου  κωδικός 
έ'λαβεν  ΰπόθεσιν  τον  Μαζέππαν  αντί  να  λάβη  οιονδήποτε  άλλον  άπο- 
στάτην,  οιονδήποτε  άλλον  ύπόδικον.  Άλλα  προετίμησεν  όμως  τόν 
άντάρτην  της  Ούκραίνης,  άτε  δυνάμενος  νά  παραστήση  έν  μεν  τη 
κατηγορία  αύτοΰ  τόν  άποστάτην  και  κακοποιόν,  έν  δε  τη  απολογία 
τόν  ήρωα  και  έλευθερωτήν  και  φιλοδοξών  να  επίδειξη  την  ιδίαν  τέ- 
χνην  έν  τη  παραστάσει  του  ήττονος  λογού  ώς  κρείττονος.  Άλλα 
καίπερ  ταύτα  ϊσως  τό  κατ'  άρν/άς  προτιθέμενος  παρεστησε  μάλ- 
λον έν  τη  απολογία  τόν  Μαζέππαν  μεταχειριζόμενον  άπαντα  τα  επι- 
χειρήματα της  πειθούς  και  της  σοφιστείας,  όπως  κινήση  τόν  έλεον 
του    νικητου. 

Ό  έπιμεμετρημένος  μοι  χώρος  δεν  επιτρέπει  τήν  δια  μακρών  άνά- 
λυσιν  τών  ρητορικών  τούτων  προγυμνασμάτων  και  τήν  παράθεσιν 
αποσπασμάτων.  Άλλα  και  τά  βραχύτατα  χωρία,  άτινα  θα  ήδυνά- 
μην  νά  παράσχω  ενταύθα  ώς  απόγευμα  τοΰ  όλου,  πριν  η  αργότερόν 
ποτ'  εκδώσω  τό  όλον  κείμενον  τών  δύο  Μελετών,  θά  ήρκουν  νά  δεί- 
ξωσιν,  ότι  αύται  είνε  γεγραμμέναι  μετά  χάριτος  άμα  και  γλαφυρίας 
και  ότι  ό  γράψας  ήτο  έντεθραμμένος  μάλλον  εις  τόν  άρχαΐον  "Ελ- 
ληνα λόγον  ή  εις  τά  λογοτεχνήματα  τών  μέσων  χρόνων. 


ΤΑ  ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ   ΤΩΝ   ΠΑΠΠΩΝ  ΜΑΣ 


Ο  ΜΠΕΡΤΟΛΔΟΣ 


Εν  τών  δημωδών  βιβλίων  άτινα  έτερψαν  επί  μακρόν  νρόνον  τα 
μέγιστα  τόν  ελληνικον  λαόν  εινε  αϊ  «  Πανουργίαι  ύψηλόταται  Μπερ- 
τολοου,  εις  τας  οποίας  φανερώνεται  ένας  νωριατης  πανούργος  και  οζυ- 
νους,  ό  όποιος  ύστε£ον_άπό_διάφορά  παθήματα  δια  τον  πολύν  και  οζύ- 
τατόν  τοι^νοϋν^γίνεται  βασιλικός  σύμβουλος  ». 

Το  βιβλίον  δεν  εΐνε  μεν  γέννημα  πρωτότυπον  του  ελληνικού  λαού, 
αλλά,  καίπερ  μεταπεφρασμενον  εκ  του  ιταλικού  τοϋ  Ιουλίου  Καίσα- 
ρος Οαΐΐα  Οτοοβ,  κατέστη  οΰτω  κοινόν  ανάγνωσμα  τών  Ελλήνων  ίπϊ 
αιώνας  όλους,  ώςτ'  εξακολουθεί  έκτυπουμενον  ετι  και  την  σήμερον  με 
τάς  αΰτάς  χονδροιιδεστάτας  και  όλως  ιδιορρύθμους  ξυλογραφίας,  αί- 
τινες  έκοσμουν,  ας  εϊπω  μάλλον,  ησχυνον  τό  βιβλίον  άπό  τών  πρώτων 
αυτού  εκδόσεων. 

Τό  όλον  συγγραμμάτιον  έχει  τύπον  άγροίκου  σατύρας,  οίαι  αΐ  μ,όναι 
δυνάμ^ναι  να  εΰαρεστήσωσι  τα  πλήθη^,Άλλ'  ή  σάτυρα  ήν  εχομεν  πρό 
ημών  δεν  τοξεύει  τον  άπαίδευτον  χωρικόν,  τόν  κοινόν  άνθρωπον  τού 
λαού,  άλλ  απευθύνεται  κατά  τών  αυλικών,  κατά  τών  ευπατριδών, 
κατά  τών  ευγενών  γυναικών.  Άναγινώσκοντες  την  κοινωνικήν  ταύτην 
σάτυραν  ευρισκόμεθα  ενώπιον  της  ήούς  της  αυτοσυνειδησίας  τοϋ  λαού, 
όςτις  πιεζόμενος  τέως  κατά  τους  μακρούς  μέσους  αιώνας  ύπό  του  πλού- 
του και  τού  γένους  άναθάλλει  ως  ύπό  την  πνοήν  νέας  ζωής.  Ό  ήρως 
της  μυθιστορίας  ταύτης  δεν  είνε  περικαλλής  ούτε  πλούσιος  ούτ  ευγε- 
νής*  δεν  ελκύει  διά  τίνος  τών  αέσων  εκείνων,  δι'  ων  κατεδυνάστευε  τού 

*     Απόσπασμα    διατριβής    άναγνωσθείσης    έν  τω  Φιλολογικω   Συλλόγω  Παρνασσω, 
δημοσιευθέν  τό  πρώτον  έν  τω  περιοδικά»   Εστία  Τόμ.  ΙΓ'  (1882)  σ.  209  κ.  ε. 


—  573  — 

λάου  ό  θρασύς,  ό  σιδηρόφρακτος  ιππότης,  ό  πονηρός  και  λόγιος  επί- 
σκοπος, ό  εύπορος  και  κερδοσκόπος  αστός  της  αεσοχρονίου  Ιστορίας. 
Εινε  ό  απλούς  και  κακοφορεαένος,  άλλ'  εργατικός,  θαρραλέος,  πολύ- 
μητις  χωρικός  των  ρ-,ετά  την  Άναγε'ννησιν  χρόνων,  ό  έπινοών  και  τολ- 
μών, ό  κρηι/,νίζων  και  άνιδρυων.  Ό  μισέρ  Μπερτόλόος  ήτον  μι- 
κροπρόςωπος,  χοντροκέφαλος,  ολοστρόγγυλος  ώς  ψούσκα• 
το  μέτωπόν  τον  ζαρωμένον,  τα  'μάτια  του  κόκκινα  ώς  (|>ω- 
τία,  τα  '^ρύδια  του  μακρά  και  άγρια  ώς  γουρουνότριχες,  τά 
αυτιά  του  γαϊδουρινά,  μεγαλόστομος,  στραβόστομος,  με  τά 
χείλη  κρεμασμένα  κάτω  ώς  τοΰ  αλόγου,  τά  γένειά  του  πυ- 
κνά, και  πολλά  ύποκάτω  είς  το  πηγούνι  του,  και  έπεφταν 
ώς  εκείνα  τοΰ  τράγου,  ή  μύτη  του  στραβίι  και  σηκωμένη 
έπάνο)  μέ  ταϊς  τρύπαις  πλατείαις,  τά  'δόντια  του  έξω  ώς 
των  κάπρων,  με  τρία  η  τέσσαρα  ύποκάτω  είς  τον  λαιμόν, 
τά  όποια  όταν  ώμίλει  έφαίνοντο  ώς  τόσα  τζουκάλια  οπού 
νά  έβραζαν.  Είχε  τά  ποδάρια  του  τραγίτικα  μακρά  καΊ  πλα- 
τέα ώςάν  των  Σατύρων,  και  όλον  του  το  κορμίον  μαλλια- 
ρόν  τά  καλτζούνια  του  ήτον  άπό  χονδρό  ν  βαμπάκιον,  όλα 
μπαλλωμένα,  τά  παπούτζια  του  υψηλά  και  στολισμένα  μέ 
χοντρά  κομμάτια.  Εις  κοντολογίαν  τούτος  ήτον  όλο^ς  το 
εναντίον  τού  Ναρκίσσου. 

Έν  τή  γελοιογραφία  ταύτη  και  τή  υπερβολή  υποκρύπτεται  «.έν  τις 
ειρωνεία,  άλλα  συνυπάρχει  και  ή  έννοια  της  αντιθέσεως  της  φυσικής 
άσχηα,ίας  προς  την  έγκρυπτου.ένην  εντός  εκείνου  τού  αισχρού  σώματος 
ψυχικην  εύφυίαν.  Ό  Μπερτόλδος  δεν  εΐνε  Νάρκισσος  αληθώς,  άλλα 
πολλω  [/.άλλον  Σάτυρος-  και  όαως  έχει  αεγάλην  δόσιν  της  άγχινοίας 
καϊ  τού  θάρρους  τού  θερσίτου,  τού  ΙΙα.118  \νΊΐΓ8ΐ,  τού  ΡΐΐΙοΐηβΙΙα, 
τού  Σκαπίνου,  της  αγέρωχου  ευαισθησίας  τού  Τριβουλέτου,  της  καρ- 
τερικής καρδίας  τού  (^υαδίΐηούο  .  Τής  δε  τοιαύτης  αντιθέσεως 
είχε  πλήρη  συναίσθησιν  και  αυτός  ό  ΟίΐΙΙίΙ  Οθ06  γράφων  έν  τω 
προοιαίω  ταύτα•  "Ομως  σού  παρασταίνω  έμπροσθά  Ινα  χω- 
ριάτην  άσχημον  και  τερατώδη,  άλλ'  επιμελή  και  πανούρ- 
γον  και  νουν  υψηλότατον,  είς  τόσον  ότι  συγκρίνοντες  τίιν 
άσχημάδα  τού  κορμιού  του  μέ  την  ωραιότητα  της  ψυχής 
του    ημπορείς  νά  είπης,  καλέ  μου   άναγνώστα,    ότι   αυτός 


—  574  — 

ομοιάζει  μέ  ενα  σακκίον  άπό  χοντρόπανον,  ένδυμένον  άπό 
■μέθα  με  μετάξιον  κα\  χρυσάφιον. 

Έν  δε  τη  ιστορία  και  τη  φιλολογία  των  μέσων  αιώνων  ουδαμώς 
εϊνε  σπάνιαι  αί  τοιαΰται  μορφαί  των  γελωτοποιών,  οΐτινες  φαιδρύ- 
νουσι  την  άνίαν  των  αυλών,  έν  ω  συγχρόνως  κατορθοΰσι  να  έγχέωσι 
πολλάκις  άψινθον  έπιτρεπομένην  είς  το  μέλι  το  έπιβεβλημένον.  Είνε 
ούτοι  ούτως  ειπείν  ό  χ_ορός  της  αρχαίας  τραγωδίας•  εΐνε  το  πνεύμα 
του  αδικούμενου  λαοΰ,  ή  δύναμις  ή  λανθάνουσα,  ή  κεκρυμμένη  εκείνη 
βοή.  ήτις  τώρα  [Λεν  χρησιμεύει  μόνον  Σνα  προκαλέση  το  μειδίαμα  και 
τον  γέλωτα,  αλλ  ήτις  αυριον  εν  τη  εξελίξει  της  ιστορίας  θα  προκα- 
λέση δάκρυα  καί  θα  ένσπείρη  φόβον.  ΒΪΓ3.  βίθη  (}ϋί  ΓΙΓ3.  1β  (ΙβΓ- 
ΠΪβΓ. 

'Τπό  τοιαύτην  άνωτέραν  ίστορικην  καί  φιλοσοφικήν  έ'ποψιν  πρέπει 
να  έξετασθη  η  παρά  τω  έλληνικώ  λαώ  εύδοκίμησις  του  κατά  το  φαι- 
νόμενον  άσημου  καί  γελοίου  τούτου  φυλλαδίου,  δπερ  όμως  έχει  εύρύ- 
τερον  ύποκεκρυμμένον  σκοπόν,  την  έξέγερσιν  της  συνειδήσεως  της 
άξιας  του  λάου,  και  όπερ  υπό  τον  πέπλον  της  άστειότητος  καί  έν 
μέσω  διηγήσεων  γελοίων  διαδίδει  εις  τα  πλήθη  πνευματώδεις  παροι- 
μίας καί  γνωμικά  σοφά.  Μη  λησμονώμεν  δε,  ότι  ό  ελληνικός  λαός 
εν  τε  τοις  βυζαντιακοΐς  χρόνοις  καί  έπί  τουρκοκρατίας  είχε  νά  πα- 
λαίση  κατά  τών  ευπατριδών  εκείνων,  οΐτινες  έπειρώντο,  ώς  οί  της 
Δύσεως,  νά  δουλώσωσι  τά  πλήθη  καί  ύποτάξωσι  το  πνεύμα  είς  το 
γένος  ή  τον  πλοΰτον.  Είχε  καί  ό  μεσαιωνικός  ελληνισμός  τον  τιμα- 
ριωτισμών του,  καίτοι  ούτος  δεν  έμελετήθη  ακόμη  δεόντως.  Είχεν  ό 
βυζαντιακός  κόσμος  τάς  λεγομένας  προνοίας,  είχεν  ή  τουρκοκρα- 
τούμενη Ελλάς  τους  κοτζαμπάσιδές  της.  Ώς  λοιπόν  είχεν  ό  ελλη- 
νικός λαός  τον  τιτάνειον  αγώνα  κατά  τών  μεσαιωνικών  προνομίων, 
ούτω,  πριν  άναφανώσιν  ήρωες  ύπερασπισταί  τών  δικαίων  του,  πριν 
διευκρινηθη  τό  ζήτημα  τών  απαιτήσεων  του,  μόνον  συνήγορον  είχε 
τον  μωρόν  εκείνον  γελωτοποιόν  ,  τον  δειλόν  εκείνον  άλλ'  έπιδέξιον 
χωρικόν,  όςτις  έκαλεΐτο  Μπερτόλδος. 

Παρίσταται  δ'  ούτος  έν  τω  φυλλαδίω  κατορθόνων  νά  διειςδύση  είς 
την  αύλήν.  "Αρχεται  δε  διάλογος  μεταξύ  αύτου  και  του  βασιλέως, 
όςτις  χαρακτηρίζει  τό  όλον  έργον.    Ό  βασιλεύς  προςκαλεΐ  τόν  Μπερ- 


—  575   — 

τόλδον  να  γείνγ)  αυλικός,  λέγων  Έλα  άν  θέλης  να  γείνης  άν- 
θρωπος της  αυλής. 

Μπ.  Ό  ελεύθερος  δέν  γυρεύει  να  γείνη  σκλάβος. 

Β.  Τί  λοιπόν  σε  παρεκίνησε  να  έλθης  εδώ  ; 

Μπ.  Επειδή  ένόμιζα  δτι  ένας  βασιλεύς  να  ήτον  μεγα- 
λήτερος  άπό  τους  άλλους  ανθρώπους  δέκα  ή  δώδεκα  πο- 
δάρια, και  αυτός  νά  ύπερβαίνη  τους  άλλους  ανθρώπους, 
καθώς  τα  καμπαναρεΐα  υπερβαίνουν  τά'σπίτια.'Όμως  βλέ- 
πω πώς  έσύ  είσαι  άνθρωπος  κοινός,  ως  είναι  και  οι  άλλοι, 
άγκαλά  και  είσαι  βασιλεύς. 

Β.  Είμαι  βέβαια  άνθρωπος  ώςάν  τους  άλλους  κατά  την 
μορφήν,  άμμή  κατά  την  δύναμιν  και  τον  πλοΰτον  υπερ- 
βαίνω τους  άλλους  ανθρώπους,  όχι  μόνον  δέκα  ποδάρια, 
άλλ'  εκατόν  και  χίλιαις  πήχαις.  Άλλα  τίς  σε  έδίδαξε  νά 
κάμνης  τοιαύτας  διαλέξεις  ; 

Μπ.  Ό  γά'ίδαρος  τοϋ  φαττόρου  σου,  ήγουν  εκείνου  όπου 
έχει  την  έπιστασίαν  των  χο^ραφίων  σου. 

Β.  Τί  έχει  νά  κάμη  ό  γά'ίδαρος  τοΰ  φαττόρου  μου  με  την 
μεγαλοπρέπειαν  της  αυλής  μου  ; 

Μπ.  Πριν  νά  είσαι  έσύ  και  η,  αυλή  σου,ό  γάιδαρος  είχεν 
άγγαρίση  τέσσαρες  χιλιάδες  χρόνους  προτήτερα. 

Β.   "Αχ,  αχ,  αχ,  ω  ναι,  τοϋτο  είνε  νά  γελάση  τινάς. 

Μπ.  Το  γέλασμα  πάντα  περισσεύει  εις  τά  στόματα  τών 
μωρών. 

Β.  Έσύ  είσαι  ένας  πονηρός  χίοριάτης. 

Μπ.  Ή  φύσις  μου  είναι  τοιαύτη 

Β.  Σε  προςτάσσω  ώςτε  ευθύς,  ευθύς  νά  μισσεύσης  άπό 
έμπροσθά  μου-  εί  δε  μη  σέ  κάνω  νά  μισσεύσης  άπ'  έδώ  με 
ζημίαν  σου  και  έντροπήν. 

Μπ.  Έγώ  μισσεύω-  δμως  ήξευρε  πώς  ή  μυίγαις  έχουσι 
τοιαύτην  φύσιν,  δ  τι  άγκαλά  και  οιωχθώσι,  γυρίζουσι  πά- 
λιν διά  το  όποιον  άνίσως  και  κάμης  νά  με  διώξωσι.  έγώ 
γυρίζω  πάλιν  νά  σε  πειράζω. 

Β.  Λοιπόν  ύπαγε,  και  άν  δέν  γυρίσης  είς  έμενα  ως  κά- 
νουν ή  μυίγαις,  προςτάζω  νά  σε  κουτζοκεφαλίσουν. 


—  576  — 

Το  λοιπόν  ό  Μπερτόλδος  άνεχώρησε,  και  άφ'  ου  έφθα- 
οεν  είς  το  'σπίτιον,  έπιαοεν  ένα  παλαιόν  γάϊδαρον  όπου 
είχε  γόαομένην  όλην  την  $άχιν,  και  μισοφαγωμένον  άπό 
ταΐς  μυίγαις  επάνω  εις  ταϊς  άμασχάλαις  του•  τον  όποιον  ό 
Μπερτόλδος  έκαβαλ?ακευσε  και  έγύρισε  πάλιν  εις  την  αυ- 
λην  τοϋ  βασιλέως,  συντροφευμένος  μέ  ενα  μιλλιοΰνιον 
μυίγαις  και  σφήκες  α  ι  όποΐαι  δλαι  αντάμα  έδειχναν  ενα 
σύννεφον  μεγάλον,  ώςτε  όπου  μετά  βίας  έφαίνετο  ό  Μπερ, 
τόλδος,  ό  όποιος  άφ'  συ  έφθασεν  είς  τον  βασιλέα,  λέγει  του- 

Μπ.  Νά  με,  ώ  βασιλεΰ.  όπου  έγύρισα  έμπροσθεν  σου. 

Β.  Λέν  σου  είπα,  ότι  αν  δεν  γυρίσης  προς  εμένα  ώς  κά- 
νουν η  υυίγαις,   προςτάζω  νά  σε  αποκεφαλίσουν  ; 

Μπ.  Τάχα  ή  μυίγαις  δεν  πηγαίνουσιν  επάνω  είς  τοί/ς 
βρώμους ; 

Β.  Ναι.  πηγαίνουσι. 

Μπ.  Τώρα  λοιπόν,  όπου  έγύρισα  έπάνο)  είς  ενα  βρώμον 
γάϊδαρον.  γεμάτον  μυίγαις,  ώς  βλέπεις  όπου  τον  κατέφα- 
γαν  δλον.  και  εμένα  αντάμα,  νομίζω  πώς  έκαμα  δλον 
εκείνο  όπου  έταξα. 

Σκανδάλων  δ'  άφορτη  γίνεται  η  υπό  του  βασιλέως  κρίσις  δύο 
γυναικών,  ων  ή  αέ^  οασχυρίζετο,  δτι  ή  έτερα  έ'κλεψεν  αΰτης  ενα  κα- 
θρέπτην.  Ό  Μπερτόλδος  πείθει  τον  βασιλέα,  δτι  το  δάκρυ  των  γυ- 
ναικών είνε  δόλο;"  ύπεοασπιζοαένου  δ'  εκείνου  τό  ασθενές  φΰλον,  ό 
Μπερτόλδος  κατορθόνει  νά  πείση  αυτόν  περί  του  εναντίου,  διαδίδων 
είς  τάς  γυναίκας  της  χώρας,  ότι  ό  βασιλεύς  άπεφάσισεν  ίνα  έκαστος 
άνηρ  λάβη  επτά  γυναίκας.  Ή  ψευδής  είδησις  τοϋ  Μπερτόλδου,  ανα- 
κοινωθείσα εις  την  έτέραν  ιχόνον  τών  υπό  του  βασιλέως  δικασθεισών 
γυναικών,  διαδίδεται  άνά  πάσαν  την  χώραν  αί  δε  γυναίκες  στασιά- 
ζουσι,  και  ό  βασιλεύς  πείθεται,  ότι  τό  θηλυκόν  φΰλον  είνε  κακός 
πειρασαός.  Έν  τούτοις  δε  (Λανθάνει  ή  βασίλισσα  τά  θαύματα  τού 
Μπερτόλδου  και  ζητεϊ  νά  τον  ϊδη.  Άλλ'  έννοών  εκείνος,  δτι  πρόκειται 
περί  καταδιώξεως  εαυτού  πάρα  της  άνάσσης,  κατορθόνει  διά  πολλών 
δόλων  νά  έκφύγη  τάς  εναντίον  αυτού*  μηχανορραφίας.  Όαοίως  ό' 
έπιτηδειότατα  απαλλάσσεται  τών  καθ'  εαυτού  ενεργειών  τών  αυλικών 
και  τών  γυναικών  και  της   εκάστοτε  ένεκα  νέας  τινός  αυθάδους  πρά- 


—  577  — 

ξεως  εκρηγνυμένης  όργης  του  βασιλέως.  Και  αυτόν  δέ  τον  έπαπειλού- 
μενον  θάνατον  διαφεύγει,  δτε  ποτέ  εγκλεισθείς  διαταγή  της  βασιλίσσης 
εις  σάκκον  έμελλε  να  ριφθη  είς  την  θάλασσαν.  Σώζεται  δέ  πείθων 
πανουργότατα  τον  φυλάσσοντ  αυτόν  στρατιώτην  νά  τον  έξαγάγη 
έκ  του  σάκκου,  είς  ον  έμβαίνει  αυτός  εκείνος,  πάσχων  δια  τοΰτο  τά 
πάνδεινα. 

Τέλος  δέ,  καίπερ  σωθείς  άπό  αμέσου  κινδύνου,  δέν  παύεται  παν- 
ουργευόμενος  ουδέ  σοφιζόμενος"  διό  ό  βασιλεύς  αυτός  άχθεσθείς  διατάσ- 
σει τόν  θάνατον  του.  Άλλα  και  πάλιν  σώζεται  έξαιτούυ,ενος  παρά  του 
βασιλέως  την  έξης  χάριν  Ιΐρόςταξε,  παρακαλώ  σε,  τούτους  τους 
δουλευτάόες  σου,  ότι  νά  μιίν  με  φουρκίσουν  έως  όπου  νά 
εύρο)  εγώ  ένα  φυτόν  κα\  δένδρον  νά  -μου  άρέση  και.  έτσι 
άποθαίνω  ευχαριστημένος.  Άνα/ωρεϊ  δέ  μετά  των  στρατιωτών, 
εως  εύρεθή  τό  κατάλληλον  δένδρον  άλλ',  ώς  εικός,  τοϋτο  δέν  ευρέθη 
καθ'  όλους  τους  δρυμώνας  της  Ιταλίας.  "Απολύεται  λοιπόν  και  ελκύει 
την  χάριν  του  βασιλέως,  δςτις  εξαναγκάζει  αυτόν  νά  γείνη  αυλικός. 
Και  ποτέ  δέν  έκανε  πράγμα  χωρ.,ς  την  συμβουλή ν  του  και 
εως  δπου  εκείνος  έστάθη  είς  έκείνην  τίιν  αυλίιν,  κάθε 
πράγμα  έπήγαινεν  άπό  καλόν  εις  καλήτερον  άλλ'  ε'πειδή 
ήτον  συνηθισμένος  νά  τρώγη  φαγητά  χοντρά  και  καρπούς 
άγριους,  πάραυτα  οπού  άρχισε  νά  γευθη  εκείνα  τά  αρ- 
χοντικά φαγητά  και  δελικάτα  ,  άρρώστησεν  είς  θάνατον 
μέ  μεγάλην  λύπην  τοΰ  βασιλέως  και  της  βασιλίσσης,  οι 
όποιοι  μετά  τόν  θάνατον  του  έζησαν  πάντα  κακήν  ζωήν 
κα\  δυςτυχίΟμένην.  Δια  τοΰτο  και  έπί  της  νεκρικής  αΰτοΰ  στή- 
λης έπεγράφη,  ότι  μέ  τρομερούς  πόνους  απέθανε  διά  νά  μίιν 
ήμπορΐϊ,  νά  φάγη  £>άβαις  και  φασούλια.  Κα!  έν  τή  διαθήκη  του 
δέ  διέταξεν  ' Ακόμη  άφίνω  τοΰ  μαστόρου  Μαρτίνου  μάγειρα 
τό  μαχαίρι  μου  και  τό  θηκάρι  μου,  διατι  κάποιαις  φοραις 
μοϋ  έψησε  ^>άβαις  ύποκάτω  είς  τίιν  στάχτην  και  μοϋ  έκαμε 
μαγείρευμα  άπό  φασούλια  μέ  τά  κρεμμύδια,  φαγητό  ν  όπου 
ώφελεϊ  είς  τίιν  φύσιν  μου  περισσότερον  παρά  τά  τρυγόνια 
κα\  πέρδικες  και  ψωμοκρέατα. 

Τοιούτο  περίεργον  μίγμα  ευφυίας  και  μωρίας,  ανέκδοτων  και  διη- 
γήσεων, διαλόγων  και  παροιμιών  είνε  ό  Μπιρτολδος. 

ΣΠΓΡ.    Π,    ΛΑΜΠΡΟΓ,    ΜΙΚΤΛΙ    ΣΕΛΙΔΕΣ  37 


—  578  — 

Άλλ'  ούτε  ό  βασιλεύς  Άλβοΐνος  ηδύνατο  να  παρηγορηθη  μετά  τον 
θάνατον  του  Μπερτόλδου,  ούτε  ό  ελληνικός  λαός  ηδύνατο  να  στερηθη 
του  γένους  αύτοΰ"  διό  εις  τον  Μπερτόλδον  έπηκολούθησεν  ό  Μπερτολ- 
δϊνος.  Άλλ'  ό  υίός  του  Μπερτόλδου  και  της  Μαρκόλφας  δέν  είχε  την 
εύφυίαν  του  πατρός"  ητο  δέ  μωρόν  καΐ  παράςενον  άνθρωπάριον,  το 
όποιον  ηρώτα  τον  βασιλέα  ποία  είνε  μεγαλειτέρα  ημέρα,  ή  της  πόλεως 
η  η  του  χωρίου,  το  όποιον  ερριπτεν  εις  τους  βατράχους  της  λίμνης  τα 
δίς  αυτόν  δωρηθέντα  σκοΰδα,  νομίζον  ότι  ένέπαιζον  αυτό  δια  του 
κοάσματος  αυτών  κοί/άτρο  ΚΟΊ/άτρο  ως  έχοντα  μόνον  τέσσαρα 
σκοΰδα.  Ό  Μπερτολδΐνος  μάχεται  προς  τάς  μυίας  και  προςκαλεΐ  την 
μητέρα  ως  σύμμαχον,  έμβαίνει  εις  τό  καλάθιον  της  χηνός  δια  νά  πύ- 
ρωση αυτός  τα  αυγά  της,  κόπτει  τα  ώτα  του  κηπουρού,  και  τα  τοι- 
αύτα. Κατά  της  μωρίας  δ'  αύτοΰ  εν  μόνον  φάρμακον  ευρέθη,  ό  γά- 
μος. Νυμφευθείς  δ'  έν  ήλικί^  ετών  τριάκοντα  έγέννησεν  υίόν  τόν  Κα- 
κασσένον,  έ'γγονον  τοΰ  πολυθρύλητου  Μπερτόλδου.  Αλλά  θα  συγχω- 
ρήσητε  νά  μη  συμπεριλάβωμεν  εις  την  έ'ρευναν  ημών  και  τον  εγγονον, 
ίνα  μη  φθάσωμεν  μέχρι  παππαγαθίας,  άφ'  ου  χάριν  πατραγαθίας 
ένδιετρίψαμεν  ολίγον  και  περί  τόν  Μπερτολδΐνον. 


ΚΑΝΑΝΟΣ  ΛΑΣΚΑΡΙΣ  ΚΑΙ  ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ  ΒΑΤΑΤΖΗΣ 

ΔΥΟ  ΕΛΛΗΝΕΣ  ΠΕΡΙΗΓΗΤΑΙ  ΤΟΥ  ΔΕΚΑΤΟΥ  ΠΕΜΠΤΟΥ 
ΚΑΙ  ΔΕΚΑΤΟΥ  ΟΓΔΟΟΥ  ΑΙΩΝΟΣ  * 


ΟΙ  "Ελληνες  οΰδεποτ'  έπαυσαν  οντες  περιηγείται.  Είτε  κατ'  ανάγ- 
κην και  δι'  έ(χπορίαν  περιοδεύοντες  είτε  καθ'  ίστορίαν  των  ξένων 
χωρών  επιδιδόμενοι  εις  ιχακρούς  πλάνους,  υπήρξαν  έπ'  ίσης  έπιχάρι- 
τες  γεωγράφοι,  οσάκις  άπεπειράθησαν  να  περιγράψωσι  τους  τόπους 
ενθ'  ανθρώπων  άστεα  είδον.  Έκ  των  βυζαντιακών  χρόνων  σώζονται 
ίκαναϊ  περιγραφαϊ  χωρών,  πόλεων  και  (χνηκ,είο)ν.  Άλλ*  και  [Αετά 
την  άλωσιν  είνε  γνωστοί  "Ελληνες  τίνες  γεωγράφοι,  ων  έ-'.φανέστα- 
τος  ό  Κερκυραίος  Ανδρόνικος  ό  Νούκιος,  όςτις  αεσουντος  του  δεκάτου 
έκτου  αιώνος,  ακολουθών  τω  πρεσβευτή  Καρόλου  του  Ε'  Γεράρδω, 
περιώδευσε  πλείστα  της  Ευρώπης  [Λ•έρη  και  περιέγραψεν  αυτά  έν  ταϊς 
εαυτού  'Αποδηΐλίαις.  Τοιούτος  περιηγητής,  επισκεφθείς  τάς  βορείους 
εΰρωπαϊκας  χώρας,  ΰπήρξεν  ό  Λάσκαρις,  περί  ου  θα  γράψω  κατω- 
τέρω. Άλλ'  οΰ  αόνον  προς  την  Εύρώπην  έχώρουν  οι  "Ελληνες,  υ.εθ 
ης  συνέδεεν  αυτούς  ηδη  από  των  ι/,ε'σων  αιώνων  ποικίλη  επικοινωνία, 
άλλα  και  προς  τάς  άλλας  ηπείρους,  αάλιστα  δε  την  Άσίαν,  προς  ην 
έσχετίζοντο  καϊ  έπεκοινώνουν  ηδη  άπό  χρόνων  παλαιτάτων.  Άφ'  ου 
δε  υπήρξε  πολύπλαγκτος  και  πολυπράγαων  Κεφαλλήν.  ό  Κωνσταντί- 
νος Γεράκης,  όςτις  κατώρθωσε  νά  γείνη  πρωθυπουργός  έν  Ιαπωνία, 
πολλω  εύκολώτερον  και  φυσικώτερον  ήτο  να  εΰρεθώσιν  "Ελληνες,  οΐ- 
τινες  περιηγηθέντες  τά  ενδότερα  της  Ασίας  νάξιωθώσι  τιμητικών  θέ- 
σεων και  καταγράψωσι  χάριν  τών  όαογενών  τας  εαυτών  εντυπώσεις. 
Τοιούτος  είνε  ό  Νικόλαος  Σπαθάρης,  όςτις  τω  1675  εστάλη  πρεσβευ- 

*   Έοημοσιεύθη  το  πρώτον  έν  τώ  Παρνασσώ  Τομ..   Ε'  (1881)   ο.  705  χ.  έ. 


—  580  — 

της  εις  Πεκΐνον   ύπό   του    τσάρου    Αλεξίου,    και  Βασίλειος  ό  Βατα- 
τζής, περί  ου  γενήσεται  λόγος  κατωτέρω. 


Α' 


"Εν  τινι  χειρογράφω  της  Βιενναίας  αυτοκρατορικής  βιβλιοθήκης, 
τω  εχοντι  αριθμόν  Ηΐδί.  Ο  Ι*.  ΟΧΙΙΙ  (Νβδδβΐ),  γεγραμμένω  δ'  επί 
χάρτου  κατά  τον  δέκατον  έκτον  αιώνα,  εΰρηται  εν  φ.  174α-175α  ή 
έζής  βραχεία  περιήγησις,  ην  άντιγράψας  τό  έ'αρ  του  1876  παραθέτω 
ένταΰθα  όλόκληρον.  Ύπό  δε  τό  κείμενον  καταγράφω  τάς  έσφαλμένας 
του  κωδικός  γραφάς  κατά  την  έμήν  άνάγνωσιν,  προςθέτων  εν  παρεν- 
θέσει  ολίγας  διαφόρους  αναγνώσεις  (ί<)  και  διορθώσεις  (ί«χ)  τοΰ  μετ' 
έμέ  μελετήσαντος  τον  κώδικα  και  έκδόντος  πρό  τίνων  ετών  σουηδιστϊ 
ϊδιον  βιβλιάριον  περί  της  περιηγήσεως  του  Κανανοΰ  κ.  ίιΐΐηίΙδίΓϋΐϊΙ1. 
Ούτος  έπειτα  άνεκοίνωσέ  μοι  ίδια  και  δύο  διορθώσεις  άλλων  λογίων, 
των  κ.  κ.    ΗβίδθηββΓβ  και  ΚΐΙΓίζ,  ας  ομοίως  παραθέτω. 

ΛΑΣΚΑΡΕΩΣ    ΤΟΤ    ΚΑΝΑΝΟΥ 

Έγώ  περιήλθον  γην  πολλήν  της  Ευρώπης  και  επεριπάτησα  την 
παράλιον  πασαν  αυτής  άπό  τοΰ  υπερβορείου  Ωκεανού.  'Ενταϋθα  υπ- 
άρχει κόλπος  μέγιστος  καλούμενος  ελληνικώς  Οΰενεδικός  καΙ  εστίν  ή 
5  περίμετρος  αΰτοΰ  μίλια  τετρακιςχίλια  και  ή  διάμετρος  αΰτοΰ  άπό 
τοΰ  υπερβορείου  ακρωτηρίου  τοΰ  καλουμένου  άκρου  της  Νορβεγίας 
άχρι  τοΰ  μυχοΰ  αύτοΰ  εν  τη  επαρχία  της  Πουρσίας  μίλια  διςχίλια 
'ταλικά  των  άνά  χιλίων  όργυιών  τό  μίλι,  καθ  ημάς  δέ  των  άνά 
επτακοσίων  πεντήκοντα  όργυιών  τό  μίλι  μίλια  οιςχίλια  διακόσια   πε- 


1  8ηιαιτ6  ΒγζαηΙϊιΐδΙία  «Ινί'ϊΓΐβΐ' υΙ§ίίη»  οοΐι  ΙιοιηηιβηΙβΓαάβ  αΓ  ΥίΙ/ι  £η?ιά- 
είτδιη.  Ι.  Ι^αδίνίΐπδ  Καηαηοδ'  ΚβδβίΐηΙβο1νηίη§'3ΐ•  ίν&η  άβ  ηοπϋδΚίΐ  Ιβηάβιηβ. 
Έν  υύψάλτ).  1902. 

2.  περίελθών  :  περϊ  έλθών  ί,:  τιερχελθών  ίι«  ένπερχπατήΟας 

Τό  την  διορθόνει  6  ΗβίδβηΙιβΓ^  «νευ  «κάγχης  είς  'ς  την         4.  ούενεδχκώς 

έΟτχν  5.  αν  <).  άκρωτχρχου  νορδέγχας  7.  μοιχού 

8.  άναχχλίων  ούργυχών         κά  μας  ί,ί."         9.  πεντίκοντα  ούργυχών 
δυΟχχλχα  πενίντα  :  πενίν  Ε 


—  581  — 

νήντα.  Περιέχει  δε   άπό  ανατολών  και  άπό  δυσμών  αΰτοΰ  [επαρχίας  10 
ες].  Και  πρώτον  μεν  άπ'  ανατολών   και  εν  τοις  βοοειοτάτοις   μερεσιν 
αΰτοΰ  εστίν  ή  επαρχία  της  Νορβεγίας,    ήτις  έχει  και  προκαθεζομένην 
πόλιν   καλουμένην   Μπέργεν    Βάγεν   έν   ταύτη   τη   πόλει  χάραμμα  οΰ 
πολιτεύεται   ούτε   χρυσού   ούτε   αργύρου,    ούτε   χαλκού    ούτε    σιδήρου, 
άλλα  ζουν  μετά  εμπορίων  και  οι  ώνούμενοι  και  οι  πιπράσκοντες.  Έτι  15 
έν    ταύτη    τη    πόλει   γίνεται    ή  ημέρα    [ληνός    ενός*     άπό    τη    εικοστή 
τετάρτη  τοΰ    Ιουνίου  άχρι  τη  εικοστή  πέμπτη    Ιουλίου   τό  παν  έστιν 
ήμερα   και   νύξ    ουδόλως   εστίν.   Μετά   τήν   έπαρνίαν   ταύτην  εστίν    ή 
επαρχία   της    Σουήτζιας  ήτις     έ'χει    και    προκαθεζομένην    πόλιν    Στο- 
κόλμω.  Έν  ταύτη  τη  πόλει  χαράσσεται  χάραγμα  άργυροΰν  άναμεμι-  20 
γμενον. Αύται  αϊ  δύο  έπαρχίαι  άρχονται  παρά  τού  ρηγος  της  Δατίας. 
Μετά   τήν    Σουήτζιαν    έστϊν   ή   επαρχία  της  Λιβονίας.    "Εχει    δή  [ή] 
επαρχία    αύτη    προκαθεζομένην    πόλιν    ήτις   καλείται  'Ρήγα    και    χω- 
ράν 'Ρήβουλε.  Αύται   άρχονται  υπό  τοΰ  αρχιεπισκόπου  και  κοσμικώς 
και  πνευματικώς.  Ή  δε  επαρχία  άρχεται  υπό  του  δουκός  μεγάλου  μα-  25 
ίστορος  τών  λευκών  ενδυμάτων  και   τοΰ   μέλανος  σταυροΰ.  Μετά  τήν 
έπαρχίαν   ταύτην   καϊ   έν   τω   μυχώ   τού  κόλπου   έστϊν   ή    επαρχία  της 
Ιΐουρσίας' έχει  δε  προκαθεζομένην  πόλιν  Τάντζικ  όνομαζομένην.  Μετ' 
αυτήν    έστιν   ή    επαρχία   της    Σθλαβουνίας   ήτις    έχει  προκαθεζομένην 
πολιν   Λουπήκ   όνομαζομένην.  Άπ'  αυτής   της    επαρχίας   υπάρχουν  οι  30 
Ζυγιώται  οΐ  έν  τη  Πελοποννήσω'  έπεϊ  έκείσε  υπάρξουν  πλείστα  χωρία 
άτινα  διαλέγονται  τήν  γλώσσαν  των  Ζυγιωτών.  Μετ'  αυτήν  τήν  έπαρ- 
νίαν υπάρχει  ή  επαρχία  τής  Δατίας,  ήτις  ή  Δατία  έ'χει  πολιν  καλου- 

10.   άλατολών  ί,  11-12.  τάς  λέξεις  επαρχίας  {ξ  προςέθηκα  λειπούσας  έν 

τω  χώδικι,  ό  δέ  ί™  άποδέ/εται  απλώς,  επόμενος  μοι,  /άσμα  ενταύθα  II.  βορείω- 

τάτοις         12.  έστιν  τι  έπαρία  13.  χάραμα.    Έν  τη  πρώτη  έκδο'αει  είχον 

διορθώσει  χάραγμα  (  και  1^  όςτις  ιδία  άνεκοίνωσέ  μοι,  οτι  μετά  τήν  εκδοσιν  αύτου 
ΰπολαμβάνει  τηρητε'ον  τό  χάραμα  τού  κωδικός)  15.  άλλα  ζοί'ν  :    αλλάζουν 

προτείνει  ό  ΚαιΙζ         ώνόμενοι         16.  ένταϋθη        ενός        (καί  14).  εικοστή 

20.  χαράζεται  21.  δατείας  ώς  καϊ  κατωτέρω  πάντοτε. Έν  τη  πρώτη  έκδόσει 

ει/ον  γράψει  Δανίας,  άλλα  πείθομαι  τω  Ι/»  γράψαντι  Δατΐας,  δςτις  τύπος  δέν  εινε 
καί  άλλως  άγνωστος  22.  λιβανίας  23-24.  χώρα.  Ό  Ι,«  δκύρθωσεν  ετέρα, 
άλλα  μετά  τήν  εκδοσιν  αΰτοΰ  άνεκοίνωσε'  μοι,  ότι  θεωρεί  άτυ/ ί,  τήν  διορθωσιν  ταύτην. 

25.  πνευματικός        27.  έπαρχείαν        μοιχώ        έστιν        28.  τάντζτικ 
28-29.  μεταυτην  έστϊν         29.  σθαόουνΐας:  Σθλαόουνίας  !,« 
30.  άπαυττίς        31.  πελοποντΊσω  επεΐ        32.  γλώσαν :  γλοϊσαν  Ι- 


—  582  — 

μένην  Κουπανάβε.  Αύτη  εστίν  και   βασίλειον  του  ρηγός  της  Δατίας. 

35  Αύται  είσιν  αί  εξ  έπαρχίαι  κύκλωθεν  του  κόλπου. 

Εφθασα  δέ  και  εις  την  νήσον  Ιχθυοφάγων  την  καλουμένην  κοι- 
νώς μέν  Ισλάντην,  παρά  δε  τω  σοφώ  Πτολεμαίω,  ώ;  μοι  δοκεί,  αύτη 
έστϊν  ή  Θούλη'  έ'νθα  και  εύρον  την  ήμεραν  μηνών  εξ,  άπ'  αρχής  έα- 
ρος άχρι  τροπών    φθινοπωρινών.    Έπέρασχ    γαρ  άπό  της    Ήγγληνίας 

40  εις  ταύτην  την  νήσον,  και  ην  ό  πλους  μίλια  χίλια,  και  έπλημμέλησα 
έκεϊσε  ημέρας  εΐκοσιτεσσαρας.  Και  είδον  άνδρας  ρωμαλέους  και  ισχυ- 
ρούς, και  ην  ή  τροφή  αυτών  ίχθύες  και  ό  άρτος  αυτών  ίχθύες  και  το 
πόμα  αυτών  ύδωρ.  Είτα  πάλιν  έστράφην  όπισθεν  εις  την  Έγγλητέ- 
ραν.   Ένε  δε  ό  μιλιασμός  άπό  της  άνωθεν  πόλεως  του  Μπε'ργεν  Βά- 

45  γεν  ά^ρι  τών  Κλουζών  τα   έπΐ  νοτίου  της  Φλαντρίας  όδω  ευθεία  μί- 
λια τρεις   χιλιάδες    και  πεντακόσια,    και  άπό  τών  Κλουζών    έως    του 
Ιερού  άκρου  εις  το  Πορτεγάλλε  μίλια  διςχίλια   [και  εκατόν]  έξηντα- 
τεσσαρα,    ήτοι  ομού  μίλια  χιλιάδες  πέντε    και   εξακόσια   εξήντα   τέσ- 
σαρα μη  κατακολπίζοντι. 

Ώς  βλέπει  ό  αναγνώστης,  έ'χομεν  πρό  ημών  συγγραφέα  γράφοντα 
φυσικώς  μεν  και  άβιάστως,  άλλ'  έν  γλώσση,  ήτις  αποδεικνύει,  ότι  ό 
συγγραφεύς,  μη  δυνάμενος  νά  ύψωθή  [^έχρι  τήζ  άττικιζοΰσης  τών 
καθαρογραφούντων  Βυζαντινών,  παρασύρεται  υπό  της  έν  αύτω  εγγε- 
νούς δυνάμεως  της  καθωμιλημένης,  ην  έπ'  Ι'σης  διαστρέφει  ώς  άπα- 
ζιών  νά  γράψη  αυτήν.  Τις  δε  ούτος  ό  Κανανός  και  πότε  περιηγήθη 
τάς  υπερβορείους  χώρας  της  Ευρώπης  δεν  ομολογεί  ήμϊν  αυτό;  έν 
τώδε  τφ  συνταγματίω,  όπερ  δεν  φαίνεται  ον  άρτιον  έ'ργον,  ολοσχε- 
ρές εις  ημάς  περισωθέν,  αλλά  μάλλον  απόσπασμα  μακροτέρας  γεω- 
γραφικής πραγματείας,  απολεσθείσης.  Άλλ'  ήμεΐς  δυνάμεθ'  ασφαλώς 
νάποφανθώμεν  τις  ό  συγγραφεύς  και  ποτ'  έ'ζησε.  Τώ  συντάγματι  τών 

35    αύται  είσίν  Μετά  τό  κύκλωθεν  κενόν  έν  τώ  χώδικι  ίι  36.  εϋ- 

τασα        37.  παραόέ         αντη        38.  απαρχής  εαρως         39.  φθεινοπο- 
ρχνών  :  φθεινοπωρηνο~)ν  Ιι  39.  τινγλτινίας;  Λνγκλτινίας  Ι. 

40.  νιίσον  έπλημέλη,σα  41.   ρωμαλαίους 

42.  ίσχυες        ίσχυες        43-44.  έγκλητέραν  εναι        45.  φιλαντρίας  1/ 
έπινοτίου        εύθετα        46-47.  έως  ίεροϋ        47.  πόρτε  γάλλε:  Πορτε- 
γάλλε 1.1. α        δυσ^ςίλια  έξιντατέσσαρα        και  εκατόν  προςέθηχε  ί,α, 
11.  εξακόσια  έξίντα 


—  583  — 

Βυζαντινών  συγγραφέων  βίνε  συνεκδεδομένη  βραβεία  πραγματεία  επι• 
γραφομένη  ως  Ιςης'  «  Ιωάννου  του  Κανανοΰ  διήγησις  περί  τοϋ  έν 
»  Κωνσταντινουπόλει  γεγονότος  πολέμου  κατά  το  ς-λ'  έτος,  ότε  ό 
»  Άμουράτ-πεϊς  παρέπεσε  ταύτη  μετά  δυνάμεως  βαρείας  και  παρ' 
»  ολίγον  ταύτην  ίκράτει  ει  μη  ή  ύπέραγνος  μήτηρ  του  Κυρίου  ταύ- 
»  την  έφύλαζε  »  1.  Ή  ιστορική  αύτη  πραγματεία  είνε  γεγραμμένη  έν 
γλώσση  ένθυμιζούση  ευθύς  αμέσως  την  της  ημετέρας  περιηγήσεως. 
Περί  του  ύφους  αποφαίνεται  αυτός  ό  συγγραφεύς  ώς  έξης*  Έκκόπτεί 
δέ  με  ή  απειρία  τοϋ  λόγου,  άντωθεΐ  δε  με  πάλιν  και  έλκει  το 
ίδιον  της  όρέξείος  το  άνθρίόπινον  πάθος.  Και  ήττημαι  και 
την  ήτταν  ομολογώ,  και  άπό  τούτων  την  ίστορίαν  ήρξάμην. 
Και  δέομαι  τους  άναγινοοοκοντας  ταύτην  και  των  γραμμά- 
των την  πεϊραν  έχοντας,  μήτε  τον  κόρον  τοϋ  λόγοι;  άκη- 
Οιάοωοη  (γρ.  άηδιάοωσι),  μήτε  την  οολοικοβάρβαρον  κατα- 
γνώοονται  φράοιν,  έπει  κάγώ  της  απειρίας  μου  των  γραμ- 
μάτων ομολογώ  την  άοθένειαν.  Άλλ'  ουδέ  δια  σοφούς  ή 
λογίους  έγραψα  ταϋτα,  άλλα  δια  ΐδιώτας  και  μόνον,  ώς 
και  εγώ  ίδιο^της,  ϊνα  οί  ίδιώτοι  ώς  ιδιώται  άπεριέργο^ς  και 
άκαταγνώστο)ς  άναγινώοκουοι  ταύτην  2.  Αναφέρεται  δέ  ή 
διήγησις  αύτη  τοϋ  Κανανοΰ  εις  την  έν  έτει  1422  ύπό  τοϋ  Μου- 
ράτ  πολιορκίαν  της  Κωνσταντινουπόλεως,  ήτις  έλύθη  διά  της  καρ- 
τερικής αντιστάσεως  των  έγκατοίκων.  "Αρα  πιθανώτατα  κατά  τους 
αυτούς  χρόνους,  ήτοι  το  πρώτον  ήμισυ  τοϋ  δεκάτου  πέμπτου  αιώνος, 
έγράφη  ή  τε  διήγησις  και  ή  ύπ'  όψιν  περιήγησις.  Είνε  δέ  αύτη  κατά 
λογον  πιθανώτατον  έργον  τοϋ  αυτού  συγγραφέως,  επειδή  ό  Ιωάννης 
Κανανός  της  Διηγήσεως  περί  τοϋ  έν  ΚωνΟταντινοι/πόλει  γε- 
γονότος πολέμου  και  ό  Λάσκαρις  Κανανός  της  ημετέρας  περιηγή- 
σεως είνε  εις  και  ό  αΰτος  άνήρ,  (ονομασμένος  έν  μεν  εκείνη  έκ  τού 
προωνυμίου,  έν  δέ  ταύτη  έκ  δευτέρου  τινός  ονόματος,  τοϋ  της  μεγά- 
λης οικογενείας  τών  Λασκάρεων,  ων  κλάδος  τις  πιθανώς  έκ  κηδεστίας 
εσυγγένευσε    μετά  τοϋ  οίκου  τών  Κανανών. 

'  Έν  τη  έκδόσει  της  Βόννης  ή  διήγησις  τοϋ  Κανανοΰ  εΰ'ρηται  έν  τώ  τόμο>  τώ  περι- 
έχοντι  τό  χρονικόν  τοϋ  Γεωργίου  Φραντζή  και  τοϋ  "Ιωάννου  Άναγνώστου  την  διη'γη- 
αιν  και  μονωδίαν  περί  της  αλώσεως  της  Θεσσαλονίκης. 

3   Έχδ.  Βόννης  σ.  458,1-11. 


—  584  — 

"Οτι  δέ  ή  περιήγησις  αύτη  έγράφη  αρχομένου  τοϋ  δεκάτου  πέμ- 
πτου αιώνος  πειθόμεθα  και  δια  της  εξετάσεως  των  έν  αυτή  μνημο- 
νευομένων γεγονότων.  Πράγματι  κατ  εκείνο  του  χρόνου  η  τε  Σουη- 
δία και  ή  Νορβεγία  ύπεκειντο  εις  την  Δανίαν,  διατηρούμαι  μεν  καθ' 
έκάστας  την  ιδίαν  άνεξαρτησίαν,  έχουσαι  δ'  όμως  έ'να  κοινόν  κυρίαρ- 
χον,  τον  βασιλέα  της  Δανίας.  Το  δε  καθεστώς  τούτο  ητο  αποτέλε- 
σμα της  τον  Ίούλιον  του  1  397  μεταξύ  των  τριών  κρατών  συναφθεί- 
σης ενώσεως,  ήτις  εκλήθη  Καλμαρική  άπό  τού  σουηδικού  Καλμάρ 
ένθα  συνετελέσθη.  Διετηρήθη  δε  αλώβητος  ή  ενωσις  μέχρι  τού  1448, 
ότε  ή  Σουηδία  άνεκήρυξεν  ϊδιον  βασιλέα,  έκτοτε  μείνασα  έναλλχς 
ότέ  μεν  ανεξάρτητος,  ότε  δε  υπό  την  κυριαρχίαν  της  Δανίας  μέχρι 
τού  1524,  ότε  διελύθη  οριστικώς  ή  Καλμαρική  έ'νωσις.  "Αρα  δυνά- 
μεθα ώρισμένως  νάποφανθώμεν,  ότι  ό  Κανανός  περιηγήθη  τάς  βο- 
ρείους χώρας  μεταξύ  τού  1397  και  τού  1448.  Μετά  της  χρονολο- 
γίας δε  ταύτης  συμπίπτει  και  ή  ύπό  Λασκάρεως  παρεχομένη  εϊδησις 
περί  της  κυκλοφορίας  αργυρών  νομισμάτων  έν  Σουηδία.  Πράγματι 
πρώτος  έκοψεν  άργυρούν  γρόσσον  Αλβέρτο:  ό  Μεκλεμβουργικός 
(1 365-  1388) *  ώςτε  καθ'  ον  χρονον  περιώδευεν  ό  Κανανος  ΰπήρ- 
χον,  ώς  εικός,  ήδη  αργυρά  νομίσματα  έν  τη  κυκλοφορία.  Τα  δε  ύπ' 
αυτού  λεγόμενα  περί  ελλείψεως  νομίσματος  έν  Μπέργεν  και  περί  τοϋ 
έτι  υπάρχοντος  έθους  τού  ανταλλακτικού  εμπορίου  εΰθυς  μεν  πρώτον 
άναγινωσκόμενα  φαίνονται  παράδοξα  και  όλως  απίστευτα  οιά  τους 
χρόνους  περί  ων  πρόκειται"  άλλα  πρέπει  νομίζω  να  παραδεχθώμεν, 
ότι  ένεφιλοχώρησε  παρανόησίς  τις  τού  Κανανού,  ου  οί  λόγοι  έχουσι 
ταύτην  μόνην  την  αληθή  βχσιν,  ότι  έν  Νορβεγί<£  ή  χάραξις  νομί- 
σματος ητο  δικαίωμα  μόνον  τών  ηγεμόνων,  ουχί  δε  και  τών  πόλεων  . 

Και  τά  περί  Λιβονίας  δέ  η  Λιθουανίας  λεγόμενα  έν  τη  περιηγήσει 
ανάγονται  εις  την  κατάστασιν  της  χώρας  κατά  τάς  αρχάς  τοϋ  δεκά- 
του πέμπτου  αιώνος.   Την  πρωτευουσαν  αυτής  'Ρήγαν  έκτισε  περί  τό 

1200  ό    επίσκοπος   Αλβέρτος    νοη    ΑρβΙάβΓΠ ,   όςτις    και   ίδρυσε    τω 

1201  το  ίπποτικόν  τάγμα  τών  Λιθουανών  ξιφηφόρων,  όπερ  βραδύ- 
τερον  τώ  1237  ήνώθη  εΐςηγήσει  τού  πάπα  μετά  τού  τευτονικοΰ  τά- 
γματος ( ΟβυΙδοΗβΓ  ΟΓάβη).   Μετά  δε  την  εν  έτει  1370  έν  Βϋθ&ϋ 

1  ΕβΙβιυβΙΙ  ΝυιτιΪ8Γη3.1ϊ^υβ  άυ  ωο^βη  &£β.Έν  Πβρισίοις.  1835  Μέρ.  Γ'σ.51. 

2  Ι,εΙ&ινβΙΙ  ενθ'  άν.  σ.  52. 


—  585  — 

μάχην  ϋπετάγησαν  οι  Λιθουάνιοι  εις  τον  μέγαν  μάγιστρον  του  τευτο- 
νικοΰ  τούτου  τάγματος,  τον  ΥνβΐηποΐΊ  νοη  ΚηϊρΓοθβ,  ού  άρχοντος 
το  τάγμα  έφθασεν  εις  την  ύψίστην  άκμήν,  ήτις  ήρξατο  κατ'  ολίγον 
έκπίπτουσα  μετά  την  έν  έ'τει  1410  παρά  το  ΤΒΠΠβηββΓ^  συγκροτη- 
θεϊσαν  κατά  των  Πολωνών  μάχην,  δτ'  έφονεύθησαν  τετρακιςμύριοι 
των  Ιπποτών.  Όπωςδήποτε  δε  η  τε  Λιθουανία  και  ή  πόλις  'Ρήγα 
δεν  έπαυσαν  μέχρι  του  1562  άνήκουσαι  εις  το  τευτονικόν  τάγμα. 
συνάρχον  μετά  του  αρχιεπισκόπου  της  'Ρήγας.  Κατά  ταύτα  δε  ό 
πλην  του  αρχιεπισκόπου  της  'Ρήγας  μνημονευόμενος  εν  τη  περιηγή- 
σει  δούς  μέγας  μαίστωρ  τών  λευκών  ενδυμάτων  και  του  μέλανος 
σταυρού  ευχερώς  αναγνωρίζεται  εκ  τε  της  περιγραφής  της  στολής 
αυτού  και  εκ  της  ανωτέρω  εκτεθείσης  ιστορικής  σημειώσεως  ώς  ό 
αρχηγός  του  τευτονικού  τάγματος,  δπερ  ό  Κανχνός  είδεν  ϊσως  έν 
τη    μεγίστη    αυτού    ά*μή    πρό    της    παρά    το    ΤαηηβηββΓ^    μάχης. 

Και  ταύτα  μεν  περί  'Ρήγας.  Τό  δε  'Ρήβουλε  του  Κανανού  είνε  ή 
'Ρεβάλη,  ή  της  Εσθονίας  νυν  πρωτεύοσα,  ήτις  γερμανιστί  μεν  κα- 
λείται ΚβνΕΐΙ  ή   Ββννβΐ,   έν  δε  τη  τών  Λιθουανών  γλώσση    ΗβΗνθΙβ. 

Και  Οσα  δέ  λέγει  ό  Κανανός  περί  Ταντζικ  μετάγουσιν  ημάς  πιθα- 
νώτατα  εις  τον  δέκατον  πέμπτον  αιώνα  άρχόμενον,  επειδή  ή  πολις 
αύτη  δύναται  νά  θεωρηθή  ώς  προ*αθεζομένη  της  ΙΙρωτσίας  άπό  του 
1310  μέχρι  του  1454,  καθ'  ους  δήλα  δη  χρόνους  άνήκεν  εις  τό  τευ- 
τονικόν τάγμα'   τω  δέ   1454  παρεδόθη  εις  τους  Πολωνούς 

"Ασάφεια  δέ  και  σύγχυσις  επικρατεί  έν  τοίς  λεγομενοις  περί  Σθλα- 
βουνίας  και  Λουπήκ.  Τις  είνε  ή  επαρχία  Σθλαβουνία,  τις  δέ  ή  πολις 
Λουπήκ ;  Τις  ό  έν  αυτή  κάτοικων  λαός,  όςτις  ει;  τον  ήμετερον  περιη- 
γητήν  ενθυμίζει  τους  Ζυγιώτας  τής  Πελοποννήσου  ;  Τίνες  δέ  πάλιν 
ούτοι ; 

Ή  προχειρότερα  τών  επερχομένων  σκέψεων  είνε,  ότι  τό  Λουπήκ 
του  Κανανού  είνε  ή  γερμανική  πολις  ί/ϋ!)βθ1ί,  καίτοι  δυςεξοικονόμη 
τος  φαίνεται  τότε  ή  σχέσις  τής  πόλεως  ταύτης  προς  τήν  Σθλαβουνίαν. 
Υποτιθέμενου,  ότι  πρόκειται  περί  ίιϋ1)βθ1ί,  πειράζεται  τις  ίσως  νά 
υπόθεση,  ότι  πάρα  τφ  Κανανψ  γίνεται  λόγος  περί  Σλάβων,  και  τοι- 
αύτη τις  ητο  ή  γνώμη  του  έν  Βιέννη  γερμανιστού  Η&ΙίρΙ,  εις  όν  εί- 
χον  επιδείξει  τούτο   τό  χωρίον.    Άλλα,   καθ'  α   έξεθηκ'  άλλοτ     ϊν  τη 


—  586  — 

"Ωρα1,  νομίζω  ότι  έν  τοις  Ζυγιώταις  τούτοι;  πρέπει  νάναγνωρίσωμεν 
τους    Ατσιγκάνους   τους   κατοικουντας   έν  Πελοπόννησο)   από  του  δε- 
κάτου τετάρτου    αιώνος   μεσούντος.  "Οτι  'Ατσίγκανοι   κατωκησαν  έν 
Πελοποννήσω  Ικανοί  τον  αριθμόν,  αποδεικνύεται  εκ  τε  των  εις  αυτούς 
ύπό  του  Βένετου  τοποτηρητοΰ  Όκταβιανοϋ  ΒΐΙΟΠΟ  παραχωρηθέντων 
προνομίων   και  του  άπαντωμένου   ένιαχου   της  Πελοποννήσου   ονόμα- 
τος Γυφτόκαστρον,   ως  και  εκ  της  συγγραφής  του  Μάζαρι,  έν  η  μνη- 
μονεύονται  ώς   οΐκοΰντες    τήν    Ιίελοπόννησον    μετά    εξ    άλλων   φυλών 
και   Αιγύπτιοι 2.   Έχομεν   δέ   και    άλλας   ρητάς   μαρτυρίας   Γερμανών 
περιηγητών  του  δεκάτου  πέμπτου  αιώνος  τελευτώντος,    εύρόντων  ουκ 
ολίγους  Άτσιγκάνους,  μάλιστα  παρά  τήν   Μεθώνην.    Άλλ'  Γσως  άντι- 
παρατηρήση  τις,  δτι  το  όνομα  Ζυγιώται   εις  οΰδεμίαν  εΰρηται  σχέσιν 
προς   τους    Άτσιγκάνους.     Άλλ'    έν    τη    συγγραφή    του    εκ   Κολωνίας 
πατρικίου  προςκυνητού  Άρνόλφου  νοη  ΗατίΤ  (1496-1499)  ευρίσκε- 
ται, περί  της  Μεθώνης  οντος  τοϋ  λόγου,    το  έξης   χωρίον    «Ενταύθα 
κατοικουσι  πολλοί   πτωχοί,  γυμνοί  άνθρωποι  έν   μικροΐς    καλαμοσκε- 
πάστοις  οίκίσκοις,  περί  τάς  τριακόσια;  οικογενείας,  καλούμενοι  δϋ^- 
§ΙΠ6Γ,  οί  αυτοί  ους  ήμεϊς  καλοΰμεν  εθνικούς   έξ  Αιγύπτου  και  οίτινες 
περιφέρονται   έν  ταϊς  ήμετέραις  χώραις  κτλ.»   Λέγει   δ'  άλλαχοΰ  αυ- 
τούς  καταγόμενους   έκ  χώρας  τινός    Γύπης  ή  Τζύπης  οΰ  μακράν  τής 
Μεθώνης,    και   τό  αυτό  δνομα   εΰρίσκομεν  μνημονευόμενον   έν  άρχαιο- 
τέραις    έκθέσεσι    Γερμανών    προςκυνητών    τοϋ   'Αγίου    Τάφου    έπισκε- 
φθέντων   και   τήν  Ελλάδα.    *Αν    μή  λοιπόν    τό   όνομα   Ζυγιώται   είνε 
έν   τω   κακώς   γεγραμμένω   χειρογράφω   τυχόν   παρεφθαρμένον   έκ   του 
Τζυπιώται   ή   Ζυπιώται,    πάντως  όμως  φαίνεται   συγγενέστατον   προς 
τό  δΐΐ^£ΙΠΘΓ  του  έκ  Κολωνίας  πατρικίου,   αν  ζητακίσωμεν   τό  σίγμα 
κατά  τήν  συνήθη  προφοράν  τών  Γερμανών  και  άναλογισθώμεν,  ότι  ό 
Γερμανός    περιηγητής    αντικατέστησε    τήν    έλληνικήν    κατάληξιν    διά 
γερμανικής. 

Τήν   γνώμην   μου   δέ   ταύτην,   ότι  οί    Ζυγιώται    τής    Πελοποννήσου 
δεν  είνε  Σλάβοι,  άλλ'  'Ατσίγκανοι  πλανήτες,  άνεκοίνωσα  προς  τον  έν 

4    «  Όλίγαι  λέξεις  περί  Σλάβων  έν   Πελοπόννησο)   και  περί  τών  κληθέντων  σλαβικών 
χτιρίων  τής  "Ολυμπίας»  έν  τί)  "Ωρα  τής  5  Μαίου    1879  σ.  6. 

2     Επιδημία    Μάζαρι   έν  "Αδου    παρά  ΒθΧ88θηαάβ  (ΑηοοάοΙα    0τΓ3.βο3.  Τόμ  Γ 
σ.   174). 


—  587  — 

Βερολίνω  καθηγητήν  \ν&ΙΙβηΒεΙθΗ,  έ'να  των  άριστα  γινωσκόντων  την 
κατά  τόπου;  μεσαιωνικήν  ίστορίαν  της  Γερμανίας,  δςτις  μοι  εγραψεν 
έπί  του  προκείμενου  τάδε"  «Πιστεύω  μεν  και  εγώ,  ότι  ΰπήρςαν  Άτσίγ- 
»  κανοι,  άλλα  μόνον  μάτην  ανεζήτησα  μ.νείαν  τινά  Άτσιγκάνων  έν 
»  χρονικοί;  των  γερμανικών  εκείνων  τόπων  κατά  τον  δέκατον  πέμπτον 
«αιώνα*  άλλα  τοΰτο  δεν  σημαίνει,  ότι  και  πάντως  δεν  ύπάρνουσι 
» τοιαύτα  χωρία,  είνε  δε  δυνατόν  και  νά  περιεπλανήθησάν  ποτ'  Ιν 
»  έκείναι;  ταϊ;  χώραις  όμάδε;,  ων  δεν  γίνεται  μ.νεία  παρά  τοΐ;  χρονο- 
»  γράφοι;». 

Διά  τών  ρηθέντων,  άτινα  προεδημοσίευσα  και  έν  τη  Ώρα,  εικα- 
σίας μόνον  έξήνεγκον,  οΰδ'  έπενείρησα  όριστικήν  τοϋ  ζητήματος  λύ- 
σιν,  τοΰθ  όπερ  ένεκα  της  αοριστία;  και  συγχύσεως  του  χωρίου  του 
Κανανοϋ  φαίνεται  μοι  λίαν  δυ:επίλυτον.  Περιεαενον  δε  και  νχκούσω 
την  γνώμην  τών  παρ'  ήμϊν  ίστοριογραφούντων,  ϊνα  ίδω  χυνόμενον 
πλειότερον  φώ;  εί;  τά  λεγόμενα  περί  Ζυγιωτών.  Χαίρω  δε,  ότι  δύνα- 
μαι  νά  παραθέσω  ένταΰθα  τάς  γνώμας  ενός  τουλάχιστον,  του  κ. 
Κωνσταντίνου  Σάθα,  του  μόνου  γράψαντος  περί  του  προκειμένου. 
Κατ'  αυτόν  πλανώμαι  νομίζων,  ότι  οι  Ζυγιώται  εΐνε  Άτσίγκανοι,  έν 
φ  εΐνε  άποικοι  καταγωγή;  γερμανικής"  φαίνεται  δε  δεχόμενος,  ότι 
Ζυγιώται  είνε  οι  κάτοικοι  του  Ζυγού  τη;  Μάνης,  ήτοι  οι  Μαν,άται. 
«Καίτοι,  λέγει  έπί  λέξει  ό  κ.  Σάθας,  ό  Κανανός  Λάσκαρις,  όςτις 
»  περιώδευε  την  βόρειον  Εϋρώπην  κατά  τόν  δέκατον  πέμπτον  αιώνα, 
»  φαίνεται  συγγραφεύς  ελαφρό;,  δεν  δυνάμεθα  όμ.ω;  νά  ύποθεσωμ,εν, 
»  ότι  υπήρξε  τοσούτον  απλούς,  ώςτε  νά  έκλάβη  τήν  γλώσσαν  τών 
ι>  Μανιατών  ή  τών  Τσακώνων  ώς  διάλεκτον  ην  ώμίλουν  κατά  του; 
»  χρόνους  έν  οίς  έ'ζη  οι  Γερμανοί  τών  ακτών  τη;  Βαλτική;  θαλάσ- 
»  σης,  ήτοι  οί  τού  Λύβεκ.  Είνε  δε  πιθανόν,  ότι  έκ  τών  ςένων  τιμάρι- 
»  ούχων  τών  κατασχόντων  έπί  νρόνον  τίνα  μικρά  φρούρια  έν  Λακω- 
»  νια  εύρε  τις  τό  συμφέρον  νά  έγκαταστήση  αυτόθι  σταθμόν  Γερμα- 
ΐ)  νών  στρατιωτών.  Πράγματι  δέ  εί;  τών  ανωνύμων  βαρώνων  τής 
»  Λακωνίας  φέρει  τό  όνομα  Αλαμανός,  μαρτυρούν  τήν  γερμανικήν 
»  αυτού  καταγωγήν  τό  δέ  φρούριον  τού  Άγιου  Ηλία  έπϊ  τοϋ  Ταύ- 
»  γέτου  άνήκεν  αΰτώ.  Τω  1423  ή  χήρα  τοϋ  Αλαμανού  τούτου  ΰπ- 
»  ανδρεύθη  εις  δεύτερον  γάμον  τόν  Άδαμ  ΜβΙρί^ΠεΙΠΟ  βαρώνον  τών 


—  588  — 

ΐ  Μύλων,  φρουρίου  κειμένου  ού  μακράν  της  Καλαμάτας '.  Ή  δε  είκα- 
»  σία  περί  γερμανικής  αποικίας  έν  τή  Πελοποννήσω  ήδύνατο  να  ύπο- 
»  στηριχθή  διά  των  δυο  εξής  γεγονότων,  ότι  σήμερον  ετι  απαντώνται 
»  έν  τη  Μάνη  οίκογένειαι  φέρουσαι  το  όνομα  Ντο\/δε(*κέας  (Τίκΐβ- 
»  δ^αβ)  και  δτι  μεγάλη  κώμη  342  κατοίκων  ανήκουσα  εις  τον  δήμον 
»  Τροπαΐοι  της  επαρνίας  Γόρτυνος  ονομάζεται  Βρετεμβούργον,  τοΰθ' 
»  δπερ    έχει   γερμανικήν    την    αρχήν»  2. 

Δια  τών  παρατηρήσεων  τούτων  δεν  προέβηιιεν  έπαισθητώ;  εις  την 
έπίλυσιν  του  έπασχολούντος  ημάς  ζητήματος.  Μόνον  δε  προςετέθη 
μία  ετι  εικασία,  προς  ην  άντιπαρατηρώ  τά  έξης.  Ό  κ.  Σάθας  ανα- 
φέρει δύο  χώρας  της  Πελοποννήσου,  την  Μάνην  και  την  Τσακωνίαν, 
ώς  δηλουμένας  παρχ  τοις  νρονογράφοις  δια  του  ονόματος  Ζυγός, 
αποκλίνει  δε  προς  τήν  γνώμην,  ότι  ό  Κανανός  Ζυγιώτας  ε'ννοεϊ  τους 
Μανιάτας.  Έγώ  δε  νομίζω,  οτι  τό  όνομα  απαντάται  και  άλλαχού 
της  χερσονήσου,  οΰ^'  είνε  χαρακτηριστικόν  μόνον  ώρισμένων  τόπων, 
αλλά  σημαίνει  καθ'  όλου  τους  κατοίκους  τών  ζυγών  ,  ήτοι  τών  μεθυ- 
δρίων,  έφ'  ων  χωρίζονται  τά  ύδατα  ( \ν£ΐδ86Γδθ1ΐβίάβ),  ή  άλλως  τών 
στενών  ώςτε  &έν  δυνάμεθα  νάποφανθώαεν  οριστικώς,  ότι  πρόκειται 
περί  τών  κατοίκων  της  Μάνης.  Χωρίς  δε  να  θελήσω  νά  διαμφισβητήσω 
έν  γένει  την  ΰπαρςιν  γερμανικού  τίνος  γεωργικού  σταθμού  έν  Πελοπόν- 
νησο), έν  τή  προκειμένη  περιστάσει  θεωρώ  άπίθανον  τήν  συσχέτισιν 
τών  Ζυγιωτών  τού  Κανανου  μετά  τών  Γερμανών  έν  γένει  διά  τόν  λό- 
γον,  ότι  ό  Βυζαντινός  περιηγητής,  περιοδευσας  αν  μή  όλην  τήν  Γερ- 
μανία-;, άλλα  τοΰλά/ιστον  τήν  Πρωσσίαν,  ης  ρητώς  ποιείται  μνείαν 
προ  της  αμφισβητούμενης  Σθλαβουνίας  έν  ή  τό  Λουπήκ ,  θα  ήτο 
παράδοζον  νά  μή  κάμη  λόγον  πιρι  Γερμανών  κατοίκων  της  Πελοπον- 
νήσου εύθυς  ώς  έποιήσατο  μνείαν  της  Πρωσσίας.  *Αν  ήθελεν  απλώς 
νάναφέρη,  ότι  οι  Ζυγιώται  είνε  Γερμανοί  τήν  καταγωγήν,  δια  τί  περι- 
έμενε  νά  το  εΐ'πη  άμα  τή  άφίξει  του  εις  Λουπήκ; 

Κατά  ταϋτα  οι  Ζυγιώται,  αν  δεν  είνε  Άτσίγγανοι,  είνε  πολλώ 
όλιγώτερον  Γερμανοί.  Όποιοι  δε  είνε  άναμφηρίστως,  τότε  μόνον  θα 
λυθή,  όταν  έζηγηθη  σαφώς  και  ώρισμενως  τις  ή  Σθλαβουνία  και  ποιον 

'  Ηορ/ Ούτοη\(\ιιβ$  Οιβοο -  ίίοιιΐίΐηβδ  σ.  472,  III. 

2  Κ.  Σάθα  Μνημεία  ελληνικής  ιστορίας.  Έν  Παρισιοις.   1880  Τομ..  Α'  3.  XXII 
σημ..  3. 


—  589  — 

τό  Λουπήκ,  περί  ου  ό  λόγος  παρά  τω  Κανανφ,  και  γνωσθή  εντεύθεν 
τίς  ή  αυτόθι  λαλουμένη  γλώσσα  ην  έγίνωσκεν  εκ  Πελοποννήσου  ό 
περιηγητής.  Πάντως  δέ  πρόκειται  περί  ξένης  τινός  γλώσσης,  ουχί  δί 
διαλέκτου  τίνος  πελοποννησιακής.  *Αν  λόγου  χάριν  ό  προμνημονευθείς 
Μάζαρις  έξενίζετο  έπί  τοις  λακωνικοϊς  ίδιωτισμοΐς  και  άνέγραφεν 
ιδιαιτέρως  ώς  τσακωνικάς  φράσεις  τινάς  και  λέξεις1,  ας  άλλως  οί 
περί  την  διάλεκτον  ταύτην  τα  νυν  διατρίβοντες  κηρύττουσι  μή  αν- 
ήκουσας αυτή,  δεν  δυνάμεθα  να  ύποθέσωμεν,  ότι  ώς  ξένη  τις  θα 
έ'πλησσε  τό  ους  του  Κανανοΰ  ή  διάλεκτος  αύτη,  άφ'  ου  ούτος  δεν 
άπαξιοϊ  να  χυδαιογραφή,  ποιών  τι  πάνυ  διάφορον  και  φυσικώτερον 
του  καθαρογραφοΰντος  Μάζαρι.  Ανάγκη  λοιπόν  να  ταλανισθή  ακόμη 
τό  περί  Σθλαβουνίας,  Λουπήκ  και  της  γλώσσης  τών  Ζυγιωτών  ζή- 
τημα, όπερ  λυόμενον  θά  πλουτίση  ημάς  δια  γνώσεως  τίνος  σπουδαίας 
περί  της  εθνολογίας  της  Πελοποννήσου  κατά  τον  δέκατον  πέμπτον 
αιώνα.  Έπί  δε  του  παρόντος  ας  εκφρασθή  και  ή  υπόνοια,  μή  Σθλα- 
βουνίαν  έννοή  την  Έσθονίαν  ό  Κανανός,  υπό  δε  τό  του  χειρογράφου 
Λουπήκ  ΰπολανθάνη  παρεφθαρμένον  τό  όνομα  της  κουρλανδικής 
πόλεως  Ι,ϊύαϋ  2. 

1  Μάζαρι  Επιδημία  σ.  164. 

2  Περί  τοΰ  ζητήματος  τούτου  τα  έξης  έ'γραψεν  ώς  σημείωσιν  εις  την  λέξιν  Σθλαόου- 
νίας  ό  μετ'  έμέ  χαί  πάλιν  έκδούς  την  περιγραφήν  τοΰ  Λασκάρεως  Κανανοΰ  Σουηδός  χ. 
ΙιίΐηάδΙί'ΟΙϊΙ  έ'νθ'  άν.  σ.  28  χ.  έ.  «Της  λέξεως  ταύτης  ή  ερμηνεία  πολλήν  εί;  τόν 
Λάμπρον  ένόχλησιν  παρέσχον,  ιδία  ένεκα  της  έν  τη  χώρα  ταύτη  οΰ'σης  έν  χρήσει 
γλώσσης,  η  οποία  ήτο  ή  αυτή  προς  την  τών  έν  Πελοπόννησο»  Ζυγιωτών.  Ζητεΐ  δε  νά 
όρίση  τούτους  ή  ώς  Άτσιγκάνους  ή  φυλάς  γερμανικάς  ή  Σλαύους,  άν  χαί  έξ  άλλου 
αποκρούει  πάσας  ταύτας  τάς  εξηγήσεις  χαί  κατ"  εξοχήν  την  τελευταίαν.  Τέλος  κατα- 
λήγει είς  τό  αμφιβόλου  όρθότητος  μέτρον  νά  προτείνη  μεταβολί,ν  άπό  Σθαβουνία 
εις  Εσθονία  κα'ι  άπό  Λουπήκ  είς  ί,ίβ&ΐΐ,  άν  και  αυτός  ό  συγγραφεύς  ήδη  έν  τοις 
πρόσθεν  διά  τοΰ  Λιβονία  όπενόει  την  Έσθονίαν,  η  δε  Ιιί  1)311  έξ  άλλου  δεν  κείται  έν 
τη  Εσθονία.  Ή  αιτία  της  πλάνης  τοΰ  Ασπρου  έγκειται  είς  τό  δτι  ούτος  δέν  έγνώ- 
ρισε  τό  χατά  τόν  μεσαίωνα  σύνηθες  όνομα  8Ι&νΪ£ΐ,  ΒοΙανϊΐΐίίΙ,  8θΙανοηΪ3ΐ,  δι'  ού  ίπ•- 
καλεΐτο  ή  δυτική  ακτή  της  Βαλτικής  θαλάσσης  (ανατολικής  θ.  05ΐβΓδ)Οη),  «ή  Βεν- 
δική»  (Βανδαλιχή  χώρα).  Σθαβουνία  ί)  πιθανώς  όρθότερον  Σθλαβουνία  εινε  συνεπώς 
ή  υπό  τοΰ  Κανανοΰ  μεταγραφή  τοΰ  ονόματος  τούτου  (πρβλ  Σλάβοι,  Σκλάβοι,  Σθλά- 
βοι  —  τρεις  συνήθεις  τύπους  τής  υπό  τών  Βυζαντινών  ονομασίας  τών  Σλαύων). — Λου- 
πήκ είναι  φυσικώς  ή  ίάΊΙϊβοΙί  (κατά  τόν  μεσαίωνα  Ι,ιιΙιι-Ιν,  ΙιΙΐϋθΙίε,  μεσαιωνολατινι- 
στί  Ι,υρβΟΗ,  ΙιΐιίιΐΰΟ&'  πρβλ.  ώςαύτως  τήν  προς  τήν  Λουπήκ  ακριβώς  αντιστοιχού- 
σαν γραφήν  ΙλιΙ>ΪοΙι  τήν  ύπάρχουσαν  είς  τους  χάρτας  τής  14  έχατονταετηρίόος  ιούς 
0ποίους  ό  Νορδινσκιέλδ   διακρίνει    διά    τοΰ  ονόματος    όκανδίναυίκοδυζαντίνοϊ, 


—  590  — 

Ταύτα  άρκείτωσαν  Ιπί  του  παρόντος,  καίπερ  ούκ  δντ'  άμοιρα  εν- 
δοιασμών και  άμφιγνωμιών,  περί  της  περιηγήσεως  του  Κανανοΰ  είς 
τάς  χώρας  των  υπερβορείων. 

Β' 

Ό  δε  Βασίλειος  Βατατζής  έγεννήθη  εν  Θεραπείοις  του  Βυζαντίου 
ΰπό  πατρός  ιερέως  και  μεγάλου  οικονόμου  τω  1694.  Μόλις  δ'  αυξη- 
θείς και  γενόμενος  ετών  δεκατεσσάρων  εστάλη  χάριν  εμπορίας  εις 
'Ρωσίαν  υπό  τών  γονέων,  οϊτινες  ήναγκάσθησαν  ϊσως  να  έκπατρί- 
σωσιν  ούτω  νεαρόν  τη  ήλικίιχ  τον  υίόν,  ένεκα  πτώχειας  μόλις  δυνά- 
μενοι νά  διατρέφωσι  τά  τε'κνα,  ών  πε'ντε  προηγούντο  του  Βασιλείου* 
ίσως  δ'  εϊποντο  και  άλλα  μετά  την  γέννησιν  εκείνου.  Μετά  δέ  την 
εκείθεν  έπιστροφήν  βιώσας  βραχύν  χρόνον  έν  τη  πατρίδι  επεχείρησε 
και  δεύτερον  πλουν  είς  την  ξενιτείαν 

ταξχδεύόας  μεν  δις  καϊ.  τρις  £ως  είς  Μοΰχοδΐαν. 
έπανακάμπτων  δ '  αύθις  δέ  είς  την  έμϊιν  πατρίδα. 

Τάς  ειδήσεις  ταύτας  περί  του  Βατατζή  μανθάνομεν  εκ  τίνος  άνεκ 
δότου  ποιήματος  αυτού,  εν  ω  περιγράφει  τάς  άνω  μνησθείσας  περιο- 
δείας1.  Εύρον  δέ  τούτο  τω  1876  άποκείμενον  έν  τή  πλουσιωτάτη  βι- 
θήκη  τού  λονοινείου  Βρεττανικού  μουσείου,  περιελθόν  εις  αυτήν  μετά 
της  βιβλιοθήκης  τού  λόρδου  Γυίλφορδ'  φέρει  δέ  αριθμόν  Αάά.  10075, 

ή  οποία  φέρεται  ως  πρώτη  εμπορική  πόλις  της  περιοχής.  Δυνατόν  ό  Κανανός  νά  ήκου- 
σεν Ιν  Ι^ϋΙ»(ϊθΙν,  η  τοις  περιχώροις  αυτής,  σλαυικήν  τίνα  διάλεκτον  χαί  άνεγνώρισεν 
ομοιότητα  τίνα  ταύτης  προς  τα  εν  τη  Πείοποννήσ.ο  σλαυικά  ιδιώματα,  ήτις  κατά  τον 
μεσαίωνα  κατά  τίνα  μέρη  ει /ε  βεβαίως  έκσλαυισθή.  Διότι  ή  ξένη  γλώσσα,  την  οποίαν 
ούτος  ήκουσεν  έν  ΙιϋϋβοΙν  και  οΰτως  έταύτισεν,  δεν  ήδύνατο  νά  είνε  γερμανική  τις 
παραλλαγή.  "Αλλως  έν  'Ρήγα  και  έν  τοΐς  έμπορικοΐς  πλοίοις  θά  ήκουσεν  ούτος  αρκούν- 
τως όμιλουμένην  την  γερμανιχήν,  ώςτε  νά  μη  υπάρχη  λόγος  νά  έκπλαγή  διά  τούτο. 
Επομένως  τό  περί  ού  ό  λόγος  ΐδίοιμα  ήτο  σλαυικόν,  και  απομένει  νά  έρευνηθή  ποία  ήτβ 
ή  έν  Πελοποννήσω  σλαυική  φυλή  την  οποίαν  ούτος  αποκαλεί  Ζυγιώτας».  Έπ'ι  τή  μετα- 
φράσει τού  χωρίου  τούτου  έκ  της  σουηδικής  πολλάς  απονέμω  χάριτας  τω  χ.  Ιωάννη 
Χρυσαφή. 

1  Ό  κ.  Κωνστ.  Σάθας,  άγνοών  την  υπαρξιν  του  ποιήματος  τούτου  έν  ω  περιέχον- 
ται αϊ  περί  Βατατζή  λεπτομερείς  ειδήσεις,  ελάχιστα  λέγει  περί  αυτού  έν  σ.  918  της 
Νεοελληνικής  φιλολογίας,  παραλαμβάνων  ταύτα  έκ  τού  Γεωγραφικού  της  "Ρουμανίας 
τού  Λ.  Φιλιππίδου. 


—  591*— 

και  εινε   γεγραμαε'νον    κατά    τβ   πρώτον   ήμισυ   του   δεκάτου    ογδόου 
αιώνος '. 

Περιλαμβάνει  δε   περί   τους  διςχιλίους   εκατόν  πολιτικού,   όμοιοτε- 
λευτους  στίχους,  οΐτινες  ούτε   δια  το  εύη/ον,  ούτε   δια  την  άκρίβειαν 

<1ω    ί  *  /7„ν  Μ~.  ζ/Λ*  /)ΰσΐι  ) 


Αύτόγραφον^'καΛ^ΰπογραφη  τοΰ^Βαΰιλείου  Βατατζή. 


περί  το   όυοιοτέλευτον  διακρίνονται,  και  εινε  γεγραυ.ριε'νον   εις  γλώσ- 
σαν   [χετεχουσαν   της   τε   καθαρευούσης   και   της   καθωιχιληριένης.   Και 

'  "Αλλος  κώδιξ  τοϊ  στι/ουργήματος  τοϋ  Βατατζή  σώζεται  παρά  τω  έν  Κέρκυρα  χ. 
Άν2ρέα  Ίορωμένω,  όςτις  και  προ  της  δημοσιεύσεως  της  ένταΰθ'  άνατυπουμένης  πρα- 
γματείας ε ϊ ■/ εν  ανακοινώσει  εν  τω  Φιλολογικοί  Συλλο'γω  Παρνασσω  τινά  περί  του  Βα- 
τατζή και  μετά  τήν  δημοσίευσιν  αυτής  εγραψεν  εν  τω  Παρνασσω  Τομ.  Ε'  (1881)  σ. 
801  κ.  έ.  «Συμπληρωτικά  περί  Βασιλείου  Βατατζή».  "Αλλος  οέ  κώδιξ  τοΰ  αυτού 
στι/ουργήματος  εινε  ό  ίιπ'  άρ.  ΧΝΑ'  της  εν  Πάτμω  βιβλιοθήκης,  έν  ω  περιέχεται  χαι 
δίστιχον  εις  τον  Βατάτζην  τοϋ  Κυινσταντίνου  Τζουκή  Σαχχελίωνος  Πατμιακή  βι- 
βλιοθήκη σ.  2.ΰ9).  Εις  τόν  αυτόν  οέ  Βασίλειον  Βατάτζην  άνηκε  και  άντίτυπον  των 
Άρισταινέτου  επιστολών  της  εκδόσεως  Παρισίων  159ό  άποκει'μενον  έν  τη  βιβλιοθήκη 
τοϋ  πατρός  τοϋ  μακαρίτου  έν  Πετρουπολει  "Ελληνος  καθηγητού  Γαβριήλ  Δεστούνη, 
όν  πιθανώς  έκ  των  βιβλίων,  άτινα  ό  πατήρ  αυτού  ει/ ε  παραλάβει  παρά  τοϋ  θείου 
της  μητρός  τοϋ  Γαβριήλ  Δεστούνη,  τοϋ  έν  Κιονσταντινουπυλει  Μι/αήλ  Δημητρίου 
Δοΰζη,  δςτις  άρ/ομένου  τοϋ  δεκάτου  ενάτου  αιώνος  ει/ε  χρηματίσει  διερμηνεύς  τή; 
τουρκικής  γλώσσης  παρά  τώ  έν  Πετρουπολει  ΚΟλλεγίω  τών  εξωτερικών.  Έπΐ  δέ  τοϋ 
δευτέρου  τίτλου  τοϋ  βιβλίου  τούτου  έγράφη  υπό  τοϋ  Βασιλείου  Βατατζή  τώ  1727  τό 
σημείωμα,  οϋ  παραθέτω  ανωτέρω  πανομοιότυπον  κατά  τό  σταλέν  μοι  έπΐ  διάφανους 
/άρτου  ΰπό  του  Δίοτοόνη,  δςτις  εινε  και  ό  ανακοινώσας  μοι  τάνωτέρω  δι'  επιστολής 
*',;    22  Σεπτεμβρίου  1885. "Ιδε  χαί  Νέου  Έλληνορνη'μονος  Τόμ.  Β'  (1905)  σ.  238  κ. ί, 


—  595  — 

έχει  μεν  ό  Βατατζής  γράφων  πλήρη  συναίσθησιν  τη;  ιδίας  αμάθειας, 
άλλ'  όμως  δεν  άποκνεΐ,  τοΰτο  αέν  ίνα  ευχαρίστηση  εαυτόν  δια  της 
αναγραφή;  των  πολλών  τόπων  ούς  περιηγήθη,  τούτο  δέ  νομίζων,  ότι 
δύναται  όπωςδήποτε  να  έ'νη  τινά  χρησιμότητα  ή  άφήγησι;  τών  απο- 
δημιών αύτοΰ.   Δια  ταΰτα  λέγει  έν  φ.   19^  του  κωδικός" 

Κ'  Ϋικονϋα  πάμπολλαις  φοραΐς  άνδρας  τους  Οοφωτάτους 
νά  δίδοννε  άκρόαΟι  και,  τους  άμαθεΟτάτους. 

Τών  άμαθων  ώς  είς  κάγώ,  ώς  οΐδα  διηγούμαι, 
καϊ  άν  δόξη  τινών  μάταια  την  Ουγγνα)μην  αιτούμαι. 

Ή  όλη  περιήγησις  τοϋ  Βατατζή  διαιρείται  εις  δύο  μέρη.  Και 
έν  μεν  τω  πρώτω  αναγράφεται  διπλή  περιοδεία  εις  Περσίαν  και  τα 
κατά  τήν  'Ρωσίαν.  Έν  δέ  τω  δευτέρω  γίνεται  λόγος  περί  της  μετά 
πολλά  ετη  τω  1727  έπιχειρηθείσης  τρίτης  όδοιπορίας,  καθ'  ην  έπε- 
σκέφθη  καϊ  τάς  εΰρωπαϊκάς  νώρας.  Αλλά  περί  τούτων  ποιείται  βρα- 
νύτερον  λόγον  ώς  περί  γνωστότερων.  Πολλανοΰ  δέ  της  περιγραφές 
αύτοΰ,  όταν  μάλιστα  όμιλί)  περί  τόπων  άγνωστων  είς  τους  πολλούς, 
θέλει  νά  ταύτιση  τους  λαούς  περί  ων  ποιείται  λόγον  προς  τους  παρά 
τοις  άρχαίοις  γεωγράφοι;  μνημονευομένους"  ιδίως  δέ  ποιείται  μνείαν 
Διονυσίου  του  Θρακός.  Της  περιηγήσεως  ταύτης  τό  δεύτερον  μέρος 
είνε  και  τό  περιεργότερον,  επειδή  ό  "Ελλην  περιηγητής  φθάνει  μέ/ρι 
Χί6ας,  Βουχάρας,  Τρκανίας,  Άραλικής  θαλάσσης  και  άλλων  ενδοτέ- 
ρων ασιατικών  χωρών,  περιγράφει  δέ  καϊ  τόν  Ταϋρον  κα!  τά  κατά 
τήν  Περσίαν.  Ιδίως  δ'  εκφράζει  τόν  προ;  σάνην  Ναδίρ  θαυμασμόν 
αύτοΰ,  παραπέμπων  είς  τήν  προ  του  γεωγραφικού  πονήματος  συντα- 
/θεϊσαν  ύπ'  αύτοΰ  Ίστορίαν  τον  βάγη  της  Περσίας  Ναδίρ,  ής 
περίληψις  έκ  μνήμης  εξεδόθη  ύπό  Δανιήλ  Φιλιππίδου  έν  παραρτή- 
μάτι  του  Γεωγραφικαΰ  της  "Ρουμανίας,  έκτυπωθέντος  έν  Λειψία  τώ 
1816.  Κατά  τόν  Ικδόντα  τήν  Ιπιτομήν  ταύτην  Φιλιππίδην  ό  Βασί- 
λειος Βατατζής,  όςτις  κατείχε  τήν  λατινικήν,  άραβικήν  και  περσικήν 
και  διαφόρους  εύρωπαϊκάς  γλώσσας,  διατρίψας  πολύν  χρόνον  έν  Περ- 
σία, απεστάλη  πρέσβυς  είς  'Ρωσίαν  παρά  τοΰ  σάχη  Ναδίρ1.  Ώς  δέ 
μανθάνομεν  εκ  της  Περιηγήσεως  αύτοΰ,  ό  σάχης  ένεπιστεύθη  αύτώ 
και  πρεσβείαν   τίνα   εις  Τρκανίαν,  ής   τηρεί   άπόκρυφον   τόν    σκοπόν. 

'    Ιίαράρ-ηαα  Γίωγραφιχοΰ  τ Γ,ς  "Ρουμανία;  ο.  22. 


Ι 


—   593  — 

Τών  δύο  (χερών  της  Περιηγήσεως  το  μεν  πρώτον  έγράφη  προ- 
φανώς προ  του  1727,  το  δε  δεύτερον  μετά  το  πέρας  τών  έν  Ασία 
και  Ευρώπη  όδοιποριών  αύτοΰ,  και  δη  μετά  τό  1732,  δτ'  έδημοσι- 
εύθη  έν  Λονδίνω  ό  χάρτης  αύτοΰ,  ου  γίνεται  μνεία  έν  φ.  31^  του 
λονδινείου  απογράφου  του  ποιήματος.  Και  οί  μεν  στίχοι  αύτοΰ  εΐνε, 
ως  ανωτέρω  είπον,  κακόζηλοι,  ουδέ  την  φαντασίαν  έχει  άφθονον, 
άλλ'  αί  ελλείψεις  αύται  άναπληροΰνται  ύπό  της  μεγάλης  άφελείας 
περί  την  διήγησιν  και  του  παρατηρητικού.  Τα  δ'  έμφυτα  ταΰτα 
δώρα  καθιστάνουσιν  ένδιαφέρουσαν  την  άνάγνωσιν  της  περιηγήσεως 
αύτοΰ,  εις  ην   συνεχώς  έγκατασπείρονται  έπειςόδια  λόγου    άξια. 

Έν  τω  χειρογράφω  προηγοΰνται  κατά  τα  έν  έκείνοις  τοις  χρόνοις 
είωθότα  στίχοι  εις  τον  συγγραφέα  της  βίβλου  και  αφιερωτικά  τοΰ 
ποιητοΰ  επιγράμματα  διάφορα  είς  την  Θεοτόκον  και  τον  άπόστο- 
λον  Παΰλον.  Ευθύς  δ'  έν  τοις  πρώτοις  στίχοις  τοΰ  πρώτου  μέρους 
διδάσκει  ημάς  τα  κατά  την  γέννησιν  και  παιδικήν  ήλικίαν  εν  φ.  31° 
κ.  έ.,  έχοντα  ούτως- 

Χρίστος  μόνος  ως  έφησεν  έν  τω  Εύαγγελίω 

παντϊ  γαρ  δίδει  άδειαν  γένει  τω  άνθρωπίνω, 
έλευθερίαν  τοΰ  γαμεϊν  ώς  μόνος  του  προςτάζει1 

ό  γάμος  είνε  τίμιος  είς  όλους  τοΰτο  κράζει. 
Ούτω  και  ό  γεννέτης  μου  έμοΰ  τοΰ  νεανίου 

έσυνεζεύχθη  γυναικϊ  εις  δνομα  Κυρίου, 
ώς  πέφυκε  Χριστιανούς  όλοις  τοϊς  όρθοδόξοις 

δι'  ευλογίας  ιεράς  έλπίζειν  θείας  δόξης. 
"Οςτις  δε  ό  γεννέτης  μου  μετά  την  συζυγίαν 

'χειροτονήθη  ιερεύς  τοΰ  λειτουργεϊν  τα  θεία. 
Μετά  δε  χρόνους  μερικούς,  ώς  εκ  θεοΰ  ελέχθη, 

κ'  έπειτα  άλλων  μ'  αδελφών  '  κάγώ  τότε  έτέχθην 
έκτος  μετά  την  γέννησιν  τών  άλλων  αδελφών  μου, 

και  γεννηθείς  δοξολογώ  τριαδικώ  θεώ  μου 
κατ'  έτος  τό  άπο  Χρίστου  άνακτος  τοΰ  θεοΰ  μας 

τοΰ  ποιητοΰ  και  πλαστού  μας  και  τοΰ  δημιουργοΰ  μας 

4  Έν  τψ  κώδιχι  άλλον  μ'  άδελφόν 

ΣΠΓΡ,    Π.    ΛΑΜΠΡΟΓ,    ΜΙΚΤΑί    ΣΕΛΙΔΕΣ  3 Ο 


—  594  — 

χιλιοστω  έξακοστώ  έννενήντα  τεσσάρω' 

διό  άεί  δοξολογώ  κράτει  του  τω  μεγάλω. 
Πατρίς  ην  με  έγέννησε  μήτηρ  μου  ή  κυρία 

υπάρχει  εις  τό  Κατάστενον  'ποΰ  λένε 1  Θεραπεία 
πλησίον  της  περίφημου  πόλεως  Κωνσταντίνου 

της  λαμπούσης  επί  της  γης  ώςπερ  άκτίς  ηλίου. 
Άναθραφθείς  δε  έπ'  αυτής  της  περιφημισμένης, 

της  άνάσσης  των  πόλεων,  Πόλις  της  ακουσμένης, 
θεία  πρόνοια  δ'  αυξηθείς  μετά  των  γεννησάντων 

εως  ετών  ών  αριθμόν  δέκα  τε  και  τεσσάρων 
την  τάζιν  τε  και  άσκησιν  έπιθυμών  εμπόρων 

και  περιήγησιν  φιλών  κόσμου  και  πολλών  χώρων 
εν  ηλικία  ταύτη  δέ,  ως  άνωθεν  φανίζω, 

και  εν  ονόματι  Χρίστου,  προς  ζέν'  άναχωρίζω" 
με  τάς  εύχάς  γεννέτων  μου  και  με  την  θέλησίν  τους, 

με  έπεμψαν  προς  αρκτικά  ώς  ήτον  η  βουλή  τους, 
εις  γην  λέγω  όρθόδοξον  που  λάμπει  Εκκλησία 

και  είς  την  βασιλεύουσαν  πόλιν  την  Μοσχοβία. 
Έζ  ού  δέ  βούλομ'  άρξασθαι  διήγησιν  ποιησαι, 

πάσάν  μου  περιήγησιν  ώς  δύνομ'  ίστορήσαι 
πόλεων  τών  έξακουστών  και  χωρών  περίφημων 

και  θαλασσών  κ.αί  ποταμών  ά  οφθαλμοί  μου  ειδον. 

Έν   τω  πρώτω   δέ   μέρει  ποιείται  ήδη  λόγον   περί  του   σάχη  και 
τών   ακολούθων   αυτού   έν  φ.  20*  διά   τών  εξής" 

συχνά  δέ  πάντα  δι'  αυτού  αύλίζεται  και  ό  σάχης 

και  αρκετά  αν  θες  νά  τον  ίδής  2  έκεΐ  πρέπει  νά  λάχνις, 

καθώς  πολλάκις  έτυχα  κάγώ  έκεΐ  'ς  τον  φορον 

κ'  είδα  του  την  παράταξιν  και  τών  ανθρώπων  τ'  όλων. 

Βέβαια  έβγαίνει  3  μ'  άρκετόν  πλήθος  πολλών  ανθρώπων, 
καβαλλαρέων  και  πεζών  και  αρχόντων  πολλών  πρώτων. 

1  Έν  τω  κώδικι  λέναί 

2  Έν  τω  κώδικι  τον  είδιτίς 

3  Έν  τω  κώδικι  εύγένει 


—  595  — 

Πολλάκις  και  ελέφαντα  ακολουθούν  *  μαζί  του, 

μέ  λιθοκόσμητα  χρυσά  έχουν  την  ένδυσίν  του 
Φορέματα  χρυσόφαντα  φορούν  και  αυτοί  ατοί  τους, 

ομοίως  κ' οί  ραβδούχοι  τους 2  και  όλη  ή  προπομπή  τους. 
θαύμα  πολύ  είνε    ς  τα  χρυσά  την  εφεσιν  όπώχουν3, 

σχεδόν  αν  ήτον  δυνατόν  χρυσήν  σάρκα  να  έχουν. 

Έν  οέ  τη  αρχή  του  δευτέρου  μέρους  αναγγέλλει  τάδε* 

άπαντα  ούν  κατά  σειράν  συντόμως  Ιστορήσω 

κ'  εκ  της  πατρίδος   δ'  αύθις  δε  τον  δρόμον  νά  αρχίσω. 

Έν  ετει  σωτηρίω  τε  τφ  χιλιοστω  λέγω 
κ'  έπτακοσιοστψ  όμοΰ  είκοστω  τψ  έβδόμω 

έξήλθον  έκ  Κωνσταντίνου,   ήλθον  εις  Μοσχοβίαν, 
κ'  έκ  Μοσχοβίας  άρχισα  μακράν  όδοιπορίαν. 

Έν  τούτω  τφ  μέρει  περιέχονται  έν  <ρ.  33α  και  τά  έξης  περί  της 
Άραλικής  θαλάσσης,  έν  οΐς  ό  *Έλλην  περιηγητής  άξιοι  τήν  άνακά- 
λυψιν  αυτής" 

και  μετά  ταύτα  ου  μακρά,  λέγω  δε  προς  τήν  Χίβαν 

έως  ημέρας  εξ  επτά  λέγω  όδοιπορίαν 
έφθάσαμεν  'ς  τήν  θάλασσαν  ην  οί  πάλαι  ούκ  ήσαν  4 

και  οί  έξης  ιστορικοί  ην  όλως  αγνοούσαν, 
λέγω  δε  τήν   Άραλικήν,  εις  ην  όταν  επήγα 

τ'  άλμυρόν  της  δοκίμασα  γλώσση  μου  τη  ίδί<χ, 
έχουσα  απαράλλακτα   'ςάν  θάλασσα  εις  πάντα* 

ή  δε  περιφέρει'  αυτής  εϊν'  ήμερων  τριάντα. 
Εις  αυτήν  δε  κ'  οί  ποταμοί  ό  Ώξος  κ'  Ίαξάρτης, 

ρέουσι  γάρ  αμφότεροι  εις  το  πέλαγος  ταύτης, 
και  ουχί  δ'  ώς  οί  παλαιοί  έδόξαζαν  νά  τρέχουν 

εις  τήν  Κασπίαν  θάλασσαν,    ως  εξ  άγνοιας  λέγουν* 

*  "Ε/ίΐ  ορθώς.  Τό  δέ  ελέφαντα  ακολουθούν  σημβίνιι  ίνταίθα  παρέχουΟιν 
αύτω  άκόλονθον  ελέφαντα 

3  Έν  τω  χώδιχι  ραβδούχοι 

3  Έν  τω  κώδικι  δπόχονν 

*  Έν  τώ  κώδικι  ΙΟαν 


—  596  — 

μάλιστα  δ'  ή  Άραλική  εως  ε!ς  την  Κασπίαν 

διάστασιν  έχει  πολλών   'μερών  όδοιπορίαν. 
Την  δ'  αυτήν  την    Άραλικήν  την  θάλασσαν  ην  εφην 

πρώτος  την  έφανέρωσα  εγώ  εις  την  Εύρώπην, 
κ'  είς  την  Λονδών  την   'δέχθησαν  ευχαρίστως  οί  όσοι 

σοφοί  'που  καταγίνονται  τη  γεωγράφων  γνώσει. 

Περί  δέ  Βουχαρίας  δντος   του  λόγου  και  τών  αύτη  πολεμίων  Κα- 
σάτζκων  ό  Βατατζής  λέγει  έν  φ.   38ζ  -  39α  τα  έξης* 

κ'  εν  τη  έμή  διατριβή  είς  το  ρηθέν  Βουχάρι, 

αύθις  οί  ρηθέντες  εχθροί  ήλθον  ώςπερ  το  πάλιν 
κ'  αύθις  έπολιόρκησαν  δεινώς  την  Βουχαρίαν 

οντες  χιλιάδες  εκατόν  και  ουχί  παρά  (λίαν. 
Έν  ταύτη  δ'  όμως  τη  μακρά  τη  τετραμηνιαία 

πολιορκία  τή  δεινή  τή  νυκτΐ  και  ήμέρ^ 
τις  άρα,   τις  τα  δυςτυχή  να  'πή  και  να  'μιλήση 
τα  όσα  πάσχει  τών  δεινών  ή  ανθρωπινή  φύσι  ; 
Φεΰ  φευ,  θεέ  τοΰ  ουρανού,  ανθρώπους  τις  να  βλέπη 

να  τρώσιν   άλλον  άνθρωπον  εκ  της  πείνης  και  βρέφη  ; 
Έν  τούτοις  δέ  και  τα  έμά  θέλω  να  παραστήσω 
και  με  άλλοίους  στίχους  δέ  ήδη  να  ιστορήσω. 
Πότε  μ'  έν  δε'ινοΐς  κάτ  τύχη  κατά  σώμα 
τύχη  μεν  τυχών,  πνέουσ'  έν  πόλει  τάδε, 
άλωσιν,  λιμόν,   σαρκανθρωποφαγίαν  *. 
Σώμα  δ'  έμοί  ύστατα  πνέον  έζ  όλου2, 
τούτο  δ'  έκ  πληγής  άμα  λειεντερίας. 
Άλλ'  έν  τούτοις  κείμενος  έκήδετό  μοι 
γυμνοσοφιστών  τις  τών  είς  τά  έκεϊσε, 
όςτις  έν  μια  έλθών  έπισκέψασθαί  με 
κ'  ίδών  με,  ως  οϊομαι,  κατηφή  σφόδρα 


—  Έχεις  συ  θεόν  ;  —  Έγώ  «Και  μάλα  »  έ'φην. 

'  Έν  τώ  κώδιχι  όάρκ'  άνθρωποφαγίαν 
2  Έν  τώ  χώδιχι  πνέων  έξόλου 


ταύτα  τάδε   μ'  έ'λεξε  συν  πολλώ  ζήλω' 


—  597  — 

Κ'  αύθις  δ'  αύ  αυτός  μετ'  εύθαρσίας  εφη ' 
— Τί  δ'  ούν   κατηφής  ;  τι  δ'  όλως  και  λυπεί  σε  ; 
και  γαρ  θεόν  έχων  ουν,   τί  ούν  λυπεΐσαι ί ; 
Και  προς  εαυτόν  τάδ'  αύθις  αυτός  εφα* 
«Χουδά  δαρέμ,  τζέ  γαιχ  δαρέμ  ;  » 
θεόν  εχω  εγωγε,  τί  λύπην  εχω  ; 
Τοία  δ'  ούν  ταϋτα  και  τάμα  τα  έν  τη  Βουχαρίίζ, 

ων  τα  πολλά  εγώ  'λειψα  οιά  την  συντομία. 
Οί  ρηθέντες  όμως  εχθροί  αύθις  μή  δυνηθέντβς 

πορθήσαι  την  Βουχάριαν  κ'  έζ  έκεΐσ'  απελθόντες 
πάντες  ήλευθερώθημεν  κ'  ή  πόλις  έλυτρώθη, 

τω  βουλομένψ  άπελθεϊν  ό  θρόνος  ήνεώχθη. 
Τότες    κάγώ   'βουλήθηκα  τόν  δρόμον  μου  νά  κάμω 
και  δι'   Ινδίας  νά  έβγώ  2    ς  την  Εύρώπην  νά  'πάγω. 

'Επιστρέψας  δέ  μετά  πολλάς  έν  Άσ>'α  περιπλανήσεις  εις  την  'Ρω- 
σίαν,  άπε'ρνεται  εκείθεν  διά  'Ρήγας  εις  Γερμανίαν,  είτα  εις  Όλλαν- 
δίαν,  Γαλλίαν  και  Άγγλίαν,  και  διά  βραχέων  περιγράφει  πάσας 
ταύτας  τάς  χώρας.  "Αξια  δ'  αναγνώσεως  εΐνε  τά  έξης  ύπ'  αΰτοϋ*  λε- 
γόμενα περί  Αγγλίας* 

Έγώ  δε  κ'  άπ'  την  Φράντζ'  αυτήν,  ήτοι  άπ'  τήν  Γαλλίαν 

έπέρασα  τήν  θάλασσαν  κ   επήγα    'ς  τήν  Άγγλίαν3. 
Εις  τήν  Λονδών  έστάθηκα'  πολις  είν  '  γνωρισμένη 

πολλά  τε  πολυάνθρωπος  και  παντού  ακουσμένη. 
Εις  αυτήν  κ'  ή  καθέδρα  δέ  εΐνε  4  της  βασιλείας 

του  βασιλέως  των   Άγγλων  κ'  όλης  της  Βρεττανίας  5. 
Περαιτέρω  δέ  ουκ  έμόν  εϊνι  νά  Ιστορήσω 

των  Άγγλων  τάξιώματα  έγω  νά  παραστήσω. 
Και  γάρ  εις  πάντας  είν  *  γνωστή  ή  πλουσιότητά  τους 

και  ή  ισχύς   'ς  τήν  θάλασσα   και  ή  σοφότητά  τους. 

4  Έν  τω  κώδιχι  λνππόαι 

2  Έν  τω  χώδιχι   ενγώ 

3  Έ»  τω  χώδιχι  <3την  ως  καΐ  κατωτέρω  ότάς  κτλ. 

4  Έν  τω  χώδιχι  Άγχλίαν  ως  χαί  κατωτέρω  Άγκλοη»  κτλ. 

5  Έν  τώ  χώδιχι  πάντοτε  είναι 


—  598  — 

Μάλιστα  το  φιλέλληνον  ιίς  αυτούς  πλεονάζει 

και  'ς  τάς  ακαδημίας  τους  ες  δύναμιν  ακμάζει. 
Και  αυτούς  δε  τους  "Ελληνας,  Γραικούς  ως  ονομάζουν, 

καί  τους  τιμούν  και  αγαπούν  κ'  εις  πάντα  τους  δοξάζουν. 
Έγώ  όμως  προς  τάλλά  τε  όπούδα  'ς  την  Άγγλίαν 

ιστόρησα  με  θαυμασμόν  καί  την  άκαδημίαν, 
'κείνην  λε'γω  την   'ξάκουστον  'ποΰ  λέσι   'ς  τ    Όζοφόρτι, 

είς  ην  καθ'  επιστήμης   δε  διδάσκεται  ή  γνώσι, 
εις  ην  κάγώ  τ'  έπρόςφερα  την  χάρταν   'πουχα  κάμει 

δι'  ην  μ'  εύχαριστήσασιν  οι  έκεΐσε  πάντες  πάνυ. 
Έν  αύτώ  δε  τω  Όξφορτ  είν'  κ'  ή  βιβλιοθήκη, 

άλλ'  ουκ  οίδα  αν  είν'  κ'  άλλου  βιβλίων  τόσων  πλήθη. 

Τέλος  δ'  επιστρέφων  είς  'Ρωσίαν  δια  της  Βορείου  θαλάσσης  καί 
της  Βαλτικής  επισκέπτεται  καί  την  Κοπενάγην.  Τελευτ$  δε  διά 
των  έξης" 

Άλλ'  εϊθε  το  συμπαθές  όμμα  λέγω  το  θείον 

είς  δ  ελπίζω  δ'  έλεγε  θεοΰ  το  πανοικτίρμον 
εύσπλάγχνως  καί  έμβλέψοι  με  καί  ετι  έλεήσοι 

καί  ετ'  αμαρτωλού  του   'μου  θάνατον  ου  θελήσοι, 
άλλα  δώσοι  μ*  νουν  καινον  κ'  έζ  ώδε  μετοικίαν 

κ'  είς  δν  λιμένα  βούλεται  ψυχής  την  σωτηρίαν. 
Τα  δ'  αυτά  ό  τλησίπονος  Βατατζής  ίστορήσας 

τλήσας  μεν  τλήσας  τα  πολλά,  άλλα  περιηγήσας. 

Εις  το  λονδίνε'.ον  τοϋτο  άπόγραφον  τής  Περιηγήσεως  του  Βατατζή 
εινε  προςδεδεμένον  καί  εν  άντίτυπον  του  χάρτου,  δν  έςέδωκεν  έν  Λον- 
δίνω  ό  περιηγητής  διά  λιθογραφίας  τψ  1732.  Καί  το  μεν  χωρογρα- 
φικόν  μέρος  τοΰ  χάρτου  κατέχει  το  μέσον  τής  λιθογραφίας,  τά  δε 
περιθεώρια  φέρουσι  διαφόρους  έπιγραφάς  καί  σημειώσεις. 

Καί  άριστερόθεν  μεν  ύπάργουσι  διάφοροι  έρμηνιϊαι  καί  σημειώσεις 
περί  των  χωρών  καί  εθνών  των  έν  τω  χάρτη  περιλαμβανομένων,  γε- 
γραμμέναι  ελληνιστί,  δεξιόθεν  δ'  αί  αύται  λατινιστί.  "Ανω  δε  γέγρα- 
πται  ελληνιστί   καί  λατινιστί  ήδε  ή   επιγραφή"   «Χάρτα,  δι    ης  τοις 


—  599  — 

»  φιλομαθέσι  παρέχεται  είδεϊν  μέρος  τι  τήςΆσίας  δ,  ουδείς  των  περί- 
ϊ>  ηγητών  έ'ως  του  νυν  είδεϊν  ταυτοψί,  και  ώς  είδώς  ειπείν  τι  καθα- 
»  ρώς  εύμοιρήσατο,  ένεκεν  των  της  κατεκεΐσε  όδοιπορείας  (ώς  οΐμαι) 
»  πολυειδών  κινδύνων  και  απείρων  καμάτων.  Νυν  πρώτοις  τύποις 
»  εκδοθείσα  παρ'  έμοΰ  Βασιλείου  Βατατζή  υίου  του  ποτέ  μέγα  Οί- 
»  κονόμου  της  εν  τη  Κωνσταντίνου  αγίας  του  Χρίστου  Μεγάλης  Έκ- 
»  κλησίας.  Έπεί  η  φορά  του  περιτρέχοντας  κύκλου  των  ανθρωπίνων 
«πραγμάτων  (και  τάμα  ώς  ύπαυτης  εϊποι  τις,  άλλως  εξ  άλλου  άό- 
»  κνως  περιφερόμενα)  μετά  και  άλλων  προτούτου  γαιών  τε  και  εθνών 
»  και  του  ώδε  σημειωθέντος  Ασιατικού  μέρους  κατά  το  αψκζον  έ'τος 
»  (μέχρι  του  αψλου)  περιηγητην  με  άνέδειξεν.  Προς  τούτοις  δέ  και 
»  της  αξιοθέατου  μεγάλης  Βρεττανίας  ηδη  θεατήν  γενέσθαι  με  οΰχ 
»  ύστέρισεν  ». 

Τέλος  δ'  εν  τη  &οι.  κάτωθεν  πλην  σημειώσεων  τίνων  και  άπεικονι- 
σμάτων  άναγινώσκονται  τά  έξης"  «  Έν  Λωνδώνη  της  Βρεττανίας. 
Έτει  σωτηρίω  αψλβ'  κατά  μήνα   Όκτο'βριον». 

Ό  χάρτης   ούτος   κατέστη    σπανιώτατος,    Ισως    δέ  και  μοναδικός. 
Εγώ   τουλάχιστον    μόνον   τούτο   το  λονδίνειον    άντίτυπον    εϊδον.    Έν 
Όξωνίω  έζήτησ'  αυτόν,   προςενε/θέντα,  ώς  ρητώς  αναφέρει  ό  Βατα- 
τζής έν  τω  ανωτέρω  άνακοινωθέντι  άποσπάσματι,  άλλα  δεν  εΰρίσκετο 
άντίτυπον  αυτού  τουλάχιστον  έν  τη  Βοδληιανη  βιβλιοθήκη. 

ΤΌιαύται  αϊ  γεωγραφικαϊ  συγγραφαι  και  δημοσιεύσεις  του  Βατατζή, 
ου  ή  Περιήγησις  είνε  αξία  νά  έκδοθη  ποτέ  και  ολόκληρος.  Προςτιθε- 
μένη  εις  τάς  συγγραφάς  του  Κανανού,  τοδ  Νουκίου,  τοΰ  Δρομοκαί- 
του,  τοΰ  Νοταρά  και  τών  ολίγων  άλλων  παρ'  ημΐν  κατά  τους  παρ- 
ελθόντα; αιώνας  συγγραψάντων  περιηγητών  δύναται  νά  συναποτε- 
λίσ>)  ευπρόςωπον  ποτέ  σύνταγμα  τών  έπί  τουρκοκρατίας  Ελλήνων 
γεωγράφων  προ  τοϋ  Μελετίου  και  Φιλιππίδου. 


ΤΗΣ  ΚΕΡΑΣ  ΤΟ  ΜΑΡΜΑΡΟ* 


Δεν  ενθυμούμαι  τις  των  νεωτέρων  συγγραφέων  έ'χει  ειπεί,  δτι  αϊ 
πεδιάδες  δεν  εχουσιν  αναμνήσεις  ποιητικάς  και  θρύλους.  Ή  ποίησις 
και  ή  λαογραφική  άπόλαυσις  άρχεται  έπί  των  ορέων  και  εν  μέσω  των 
φαράγγων.  Δέν  θέλω  να  εξετάσω,  αν  ό  αφορισμός  ούτος  εΐνε  ακριβής 
περί  πάσης  πεδιάδος,  αλλά  πάντως  εφαρμόζεται  εις  τήν  θεσσαλικήν. 
Έγώ  τουλάχιστον  πεδινάς  παραδόσεις  εκ  Θεσσαλίας  δέν  γινώσκω.Ή 
περί  Τπερείας 1  δέν  δύναται  νά  θεωρηθη  πεδινή,  διότι  ό  Βελεστΐ- 
νος,  δςτις  είνε  αυτόχρημα  δασις  έν  μέσω  της  μονότονου  πεδιάδος, 
προςερείδεται  εις  δρη,  ων  αϊ  τελευταϊαι  παραφυάδες  έγκλείουσι  τάς 
πηγάς  των  ναμάτων  της  καλλιρρόου  και  ποιητικής  Ύπερε,ίας.  Αί  δ 
αναμνήσεις  της  θεσσαλικής  πεδιάδος  είνε  ίστορικαί  μόνον,  δχι  ποιη- 
τικαί.  Ούτε  περί  της  πεδιάδος  της  Φαρσάλου,  ούτε  περί  των  Κυνδς 
κεφαλών,  ούτε  περί  της  Σκοτούσσης  γινώσκω  θρύλους  και  ορσματα 
δημώδη.  Μόνον  ό  ιστορικός  ε/ει  νά  διηγηθη  περί  αυτών  μάχας,  άλλ' 
ό  ποιητής  και  ό  λαογράφος  δέν  ευρίσκει  έν  αύταϊς  ύλην.  Άλλ'  όποιος 
κόσμος  ποιητικών  ιδεών  ανοίγεται,  δταν  ό  οδοιπόρος  άναβγ)  τδ  Πή- 
λιον,  διέλθη  δια  τών  Τεμπών  και  ΐδη  άνωθεν  του  Πηνειού  τδ  Κά- 
στρον  της  'Ωρη&ς,  άναρριχηθν)  άνά  τόν  Όλυμπον,  έπισ*εφθΫ)  τους 
βράχους  τών  Μετεώρων. 

"Οχι  δλιγώτερον  ποιητικόν  είνε  τδ  Κερκετιον  όρος,  ό  σήμερον  λε- 
γόμενος Κοζακας,  υψηλή  της  Πίνδου  παραφυάς  έν  τη  αρχαία  Έστι- 
αιώτιδι.  Έπ'  αυτού  κείται  ή  μονή  Δουσίκου  ή  ύπδ  τοΰ  οσίου  Βησ- 
σαρίωνος   κτισθεΐσα   έν  μέσω    περικαλλοΰς  τοπείου  άξιου  θέας  αληθώς 

'  Έδημοσίίύθη  το  πρώτον  έν  τη  Εικονογραφημένη  Έστι'α  τοΰ  1895  σ.  202  κ.  έ•, 
210  χ.  έ. 

'  "Ιδί  ανωτέρω  σ.  355  χ.  έ. 


—  601  — 

και  καθ'  εαυτό,  πολύ  δε  μάλλον  χάριν  της  επισκέψεως    της  ιστορικής 
ταύτης  μονής. 

Ό  έπειγόμενος  να  γνώριμη  την  Θεσσαλίαν  εν  σπουδή  μόνον  από 
της  θυρίδος  της  σιδηροδρομικής  αμάξης  ανεπαρκή  όλως  θάποκομίση 
γνώσιν  της  ωραίας,  της  πλούσιας,  της  ποιητικής  ταύτης  χώρας  της 
μεστής  αναμνήσεων  και  άξιων  θέας  τοπεΐων.  Αϊ  μακρότεραι  και  κο- 
πιωδέστεραι  έκδρομαι  και  πορεϊαι  εϊνε  ακριβώς  αϊ  μάλιστα  ένδιαφέ- 
ρουσαι.  Μεταξύ  δε  τούτων  μία  τών  υπέροχων  αληθώς  είνε  και  ή  εις 
την  μονήν  τοΟ  Βησσαρίωνος  εκδρομή,  ήτις  έχει  και  τούτο  το  άζιον 
λόγου,  ότι  ύπ'  ολίγων  επισκεπτών  τής  Θεσσαλίας  επιχειρείται,  τών 
πλείστων  άρκουμένων  εις  τα  Τέμπη  και  τα  Μετέωρα. 

Ό  θελων  να  μεταβή  εις  την  μονήν  Δουσίκου  εκ  Τρικκάλων  έχει 
νά  διανύση  το  πρώτον  όδόν  δύο  ωρών  και  ημισείας  έφ'  αμάξης  μέχρι 
τής  Πόρτας,  χωρίου  του  δήμου  Αίθίκων,  έχοντος  περί  τους  πεντα- 
κόσιους κατοίκους.  Τήν  έκδρομήν  επεχείρησα  μετά  τής  συζύγου  μου 
και  δύο  φίλων  πολιτευόμενων,  τών  κυοίων  Κ.  Χατζηπέτρου  και  Γ. 
Βλιτσάκη,  μίαν  τών  πρώτων  ήμερων  του  Σεπτεμβρίου.  Άλλ'  ητο 
ήμερα  χειμερία,  δύναμαι  νά  εϊπω.  Τά  νέφη  καλύπτοντα  τον  ουρανον 
άπήλλασσον  ήμας  τών  ακτινών  του  ήλιου,  ή  δε  βροχή,  καίπερ  επι- 
βραδύνουσα ενίοτε  τήν  προχώρησιν  ημών,  παρεΐχεν  αλησμόνητα  θέλ- 
γητρα εις  τήν  κατάφυτον  χώραν,  ης  τά  δένδρα  έφαίνοντο  ακόμη  θα- 
λερώτερα,   ούτω  λελουμενα  ύπό  τών  ύετίων  σταγόνων. 

Ή  δ'  εις  τήν  Πόρταν  άφιξις  ημών  ητο  μόνον  ή  αρχή  τής  πολύ 
ώραιοτέρας  ορεινής  εκδρομής  προς  επίσκεψιν  τής  μονής  Δουσίκου. 
Κατά  δε  τήν  άναγκαίως  έπελθοϋσαν  χρονοτριβήν  προς  εύρεσιν  και 
παρασκευήν  τών  προς  τήν  όρειβασίαν  απαιτουμένων  κτηνών  είχομεν 
τον  καιρόν  νά  ιδωμεν  τό  χωρίον  ή  μάλλον  νά  πηλοοατήσωμεν  οιά 
τής  κυρίας  αυτού  όδου  μέχρι  τοϋ  μαγαζείου .  Οί  λίθοι,  δ'.  ων  έβα- 
ρύνοντο  αί  κέραμοι  τών  στεγών  τών  άλλως  πενιχρών  οικιών  του  χω- 
ρίου, έδείκνυον  φανερώς  τήν  όρμήν,  μεθ'  ης  πνέουσι  τον  χειμώνα  οί 
άνεμοι  έν  τη  διασφάγι,  έν  ή  κείται  ή  κώμη,  έςαπλουμενη  έν  τή  μετα- 
ξύ τοϋ  Κόζακα  και  τοϋ  ανατολικώς  αυτής  υψουμένου  δρους  άνοι- 
γομένη  οιονεί  τινι  φυσική  πύλη,  έξ  ης  τό  όνομα  Πόρτα.  Εντεύθεν 
ή  ποία  τις    εύπορία    και  κίνησις    τοϋ    χωρίου,  κειμένου    έν  τω  μεταξύ 


—  609  — 

της  άπό  του  νομού  Τρικκάλων  είς  τον  νομόν  Άρτης  και  την  άλλην 
'Ηπειρον  άγούσης  όδοΰ. 

Ώς  δ'  ήτοιμάσθησαν  οί  ίπποι,  διήλθομεν  το  πρώτον  δια  της  κοί- 
της του  Πορταϊκου.  Και  ύδωρ  μέν  δεν  είχε  πολύ,  άλλ'  η  διάβασις 
αύτου  υπήρζεν  όχι  ολίγον  ανιαρά  δια  τό  πολύ  πλάτος  της  κοίτης.  Ό 
Πορταίτικος,  πηγάζων  άπ'  αύτου  του  Κερκετίου  δρους  παρά  την 
Τύρναν  και  έπειτα  ρέων  προς  νότον,  τρέπεται  προς  βορράν,  και,  διερ- 
χόμενος δια  της  διασφάγος  της  Πόρτας,  είςορμά  προς  βορράν  μέχρι 
χυθη  παρά  τους  Στεφανωσαίους  είς  τον  Πηνειόν.  Όλίγων  χιλιο- 
μέτρων,  περίπου  είκοσιν,  εΐνε  κατά  ταύτα  ό  ρους  του  ποταμού,  αλλά 
τοιαύτη  είνε  κατά  τον  χειμώνα  και  τό  έ'αρ  ή  ορμή  τών  άπό  του  δρους 
κατερχομένων  και  ογκώδεις  λίθους  συμπαρασυρόντων  περισσών  υδά- 
των, ώςτε  αποτελείται  κοίτη  ευρύτατη  μεστή  καχλήκων  δυςχεραι- 
νόντων  ανά  πάν  βήμα  την  διάβασιν  τών  υποζυγίων. 

Πέραν  δε  της  αριστεράς  του  Πορταϊκου  δχθης  άρχεται  ή  εις  τάς 
νοτιοανατολικάς  του  Κερκετίου  κλιτύας  άνάβασις.  Ή  εις  την  μονην 
Δουσίκου  άγουσα  ανάντης  οδός  διέρχεται  διά  μετοχίου  τινός  της 
μονής  και  διά  του  ομωνύμου  πτωχού  χωρίου,  οΐκουμένου  μέν  ύπό 
ύπερδιακοσίων  ψυχών,  ανήκοντος  δέ  είς  τήν  μονήν.  Είνε  δε  αΰτη  ή 
οδός  ύπό  εποψιν  φυσικών  καλλονών  μία  τών  ωραιότατων  όσας  εί- 
δον  έν  Ελλάδι,  ιδίως  μετά  τό  χωρίον  Δούσικον,  μεθ'  ο  άρχεται  ή 
προς  τά  μετεωρότερ'  άνάβασις.  Διηρχόμεθα  διά  δασών  πυκνότατων, 
ων  ή  πυκνή  φυτεία  μόλις  που  άφινεν  ένιαχού  χώρον  διά  τό  στε- 
νόν  μονοπχτιον,  δι'  ου  κοπιώντες  άνέβαινον  οί  ίπποι.  Ώς  τό  πλείστον 
λοιπόν  περιωρισμένος  ήτο  ημών  ό  ορίζων,  και  ουδέν  άλλο  ειχομεν  νά 
θαυμάζωμεν,  και  έθαυμάζομεν  άκορέστως,  πλην  τών  ποικιλόσχημων 
και  γηραιών  δένδρων,  ων  οί  κλάδοι  εψαυον  ενίοτε  τον  άναβάτην,  κλί- 
νοντα  τήν  κεφαλήν,  όπως  διέλθη  άβλαβης.  Άλλ'  εκαστον  τών  δέν- 
δρων εκείνων,  άφ'  ων  κατέπιπτον  ύδατος  σταγόνες,  ητο  ώραϊον  και 
ποιητικόν,  ώς  νύμφη  έκ  λουτρού  αναδυόμενη.  ΤΗσαν  δε  τά  δένδρα 
παντοϊα,  αλλά  τά  επικρατούντα  ή  φιλύρα  και  ύψηλότερον  ή  κράνεια 
και  ή  δρυς.  Τό  θαλερόν,  άνοικτόν  πράσινον  χρώμα  της  φιλύρας,  άλ- 
λως τόσον  σπανίας  έν  Ελλάδι,  μετέφερε  τήν  φαντασίαν  μου,  ότ« 
διηρ/οαεθα  κάτωθεν  του  φυλλώματος  δάσους  όλου  φιλυρών,  είς  Βε- 
ρολϊνον,  και  μ1  έπλήρου   ιδίας  τινός  χαράς  και  νεανικών  αναμνήσεων 


—  603  — 

διαβαίνοντα  δια  της  όρείου  εκείνης  ύπό  τάς  φιλύρας  (ϋηΙβΓ  (ΙβΠ 
Ι^ίη^βη)  όδοΰ.  Τό  δ'  ανωτέρω  έπειτα  βαθύσκιον  δάσος  μακραιώνων 
δρυών  μοϊ  εξήγησε  το  δνομα  του  χωρίου  Δουσίκου  και  της  φερωνύμου 
αυτού  μονής,  κληθέντων  ούτως  άτε  κειαένων  έν  μέσω  του  δρυμώνος, 
επειδή  τό  δνομα  Δονσ"Κθν  (Ντοΰσκον),  σλαβικόν  όν,  καθ'  ά  φαίνεται, 
τούτο  ακριβώς,   την  δρΰν,  σημαίνει 1. 

Και  έν  μέσω  μεν  των  φιλυρίνων  φυλλωμάτων  και  του  δρυμώνος 
τον  θαυμασμόν  ημών  προχωρούντων  προεκάλει  αυτή  ή  ύλομανούσα 
φύσις.  Άλλα  κατά  τάς  στροφάς  της  δασώδους  στενωπού,  ότε  ποτέ 
αύτη  διήρχετο  παρά  τό  χείλος  υψώματος,  ού  μόνον  ή  εσωτέρα  πλευ- 
ρά έκαλύπτετο  ύπό  δε'νδοων,καϊ  εκεί  όπου  σπανία  τις  έξαίθρα  παρεΐ- 
χεν  άπαρεμπόδιστον  έπί  τά  κάτω  την  από  τοΰ  ύψους  θέαν,  ή  άποψις 
ητο  αυτόχρημα  θαυμάσια.  Ό  οφθαλμός  έφέρετο  άπό  των  καταδέν- 
δρων  και  θαλερών  τοΰ  Κόζακα  κλιτύων  επί  την  κάτωθεν  άπλουμένην 
πεδιάδα  τών  Τρικκάλων  και  τα  περιβάλλοντ'  αυτήν  υψηλά  δρη,  και 
έξικνεΐτο  μακράν,  απώτατα,  άπό  της  Πίνδου  μέχρι  τών  Καμβουνίων 
και  τού  Όλύμπου,  έν  φ  άφ'  έτερου  έν  τη  πεδινή  χώρΐ£  παρηκολου• 
θούμεν  έν  μέσω  ανθηρών  χωρίων  και  αγρών  εύφορων  το  ρεύμα  τοΰ 
ΙΙορταϊκοΰ  και  πέραν  αυτού  τόν  Πηνειόν  και  τον  Ληθαΐον.  Ήδυνήθη 
μεν  τότε  νά  έννοήσωμεν  πληρέστατα  τά  αισθήματα,  ύφ'  ών  κατείχί- 
το  ή  ψυχή  τών  Θεσπρωτών  Θεσσαλών  εκείνων  της  Ηπείρου,  οΐτι- 
νες  εν  χ ρονοις  απωτατοις.  της  πατριοος  αυτών  στενοχωρουμενης  υπο 
τών  μετακινήσεων  τών  λαών,  εις  ας  είχε  δώσει  άφορμήν  πρώτη  τις 
ώθησις  έκ  της  Ιλλυρίας,  απεφάσισαν  νά  καταλίπωσι  τάς  παρά  την 
σημερινήν  Παραμυθίαν  και  τό  Σοΰλι  αρχαία:  οικήσεις.  Έτράπησαν 
τότε  ανατολικώς  προς  τήν  ώραίαν  και  εύφορον  γήν,  ήτις  όέν  έκαλεϊ- 
το  ακόμη  τότε  Θεσσαλία,  άλλχ  κατείχετο  ύπό  τών  Βοιωτών.  Α' 
αναμνήσεις  ας  έφερεν  εις  τόν  νουν  ημών  ή  άπό  τού  Κερκετίου  από- 
λαυσις  της  περικαλλοΰς  και  πλούσιας  θεσσαλικής  φύσεως  ήσαν  πρά- 
γματι άρχαιόταται,  άναφερόμεναι  εις  τους  πρώτους  αιώνας  της  ελ- 
ληνικής Ιστορίας,  εις  αυτούς  τους  χρόνους  καθ'  ους  έδημιουργήθη  ώς 
προϊόν    μεγάλων    εσωτερικών    αγώνων    τής    ιλλυρικής    χερσονήσου,  ών 

1  Ή  λέξις  αίίτη  λείπει  έχ  του  βιβλίου  του  καθηγητού  ΟΐΐδΙαν  Μΐ^βΤ  Νβ11£ΠΟ- 
οΐιίίβήβ  8ΐυάίβπ  II.  ϋϊβ  «ΙανϊδοΙιβη,  ίίΙόίΐηοΜκοίιβη  ιπιά  ΓυιηϋηϊίοΐΊβη  Ι,βΗη- 
ννοΓίβ  ίπι  Νβυ^ΓίβοΙιίδοΙιβη.  Έν  Βιέννη.  1894. 


—  604   — 

διαλανθάνουσιν  ημάς  αϊ  λεπτομέρειαι,  ή  εθνολογική  εκείνη  δψις  των 
ελληνικών  χωρών,  ήτις  αναλλοίωτος  σχεδόν  παρέμβινεν  έπειτα  επί 
αιώνας  όλους.  Έφέρετο  ό  νους  ημών  εις  τους  χρόνους  καθ'  ους  ή 
Βοιωτία  έ'γεινε  Θεσσαλία,  οί  δε  Βοιωτοί  όσοι  δέν  συμπαρέμειναν  μετά 
τών  νικησάντων  επιδρομέων  εν  τη  πατρίω  χώρα  ως  πενέσΊαΐ,  συμ- 
παραλαβόντες  την  πάτριον  βασιλείαν  καί  τα  ίερά  έτράπησαν  την 
άγουσαν  προς  νότον.  Πανηγυρική  υπήρξε  κατά  τάς  διηγήσεις  τών 
αρχαίων  ή  έςοδος  τών  φυγάδων  εκ  του  πατρίου  εδάφους,  ταχθέντων 
ύπο  τον  βασιλέα  αυτών  Όφε'λταν  και  πειθομένων  εις  τά  κελεύσματα 
του  παρακολουθοΰντος  αυτόν  μάντεως  Περιπόλτα.  Μόνον  δ'  ότ'  έφθα- 
σαν εις  την  παρά  την  Κωπαίδα  εύκαρπον  καϊ  καρποφόρον  γήν  την 
ύπενθυμίζουσαν  εις  αυτούς  τά  πάτρια  εδάφη,  έστησαν  οί  έκπατρι- 
σθέντες,  καί,  οιονεί  δυςωπούντες  την  έπϊ  τή  εγκαταλείψει  τών  αρ- 
χαίων αυτών  οικήσεων  πικρίαν  της  ψυχής  των,  (ονόμασαν  Βοιωτίαν 
την  νέαν  χώραν,  και  μετωνόμασαν  Κουράλιον  ως  εν  τη  πατρίδι  τόν 
παρά  τήν  νέαν  "Αρνην  παραρρέοντα  ποταμόν,  καί  άφίδρυσαν  ιερά 
ομώνυμα   προς   τά    έγκαταλειφθέντα    έν    τη   γενετείρί*:. 

Είχον  δε  δίκαιον  να  ενθυμηθώ  πάντα  ταύτα  κατ'  έκείνην  τήν  ώραν, 
διότι  ή  θέα,  ης  άπηλαύομεν  από  τών  προπόδων  τού  Κόζακα,  ήτο 
αυτή  εκείνη  περίπου,  ήτις  είχε  δώσει  εις  τους  άπό  της  άγονου  Θε- 
σπρωτίας Ήπειρώτας  νέον  σθένος  προς  έφόρμησιν  έπί  τήν  άπό  τών 
υψωμάτων  τού  Κερκετίου  τότε  πρώτον  ύπ'  αυτών  όρωιιένην  πολύ- 
καρπον  καί  ώραίαν  γήν  τήν  έκτοτε  όνομασθεϊσαν  θεσσαλίαν.  Εις  μι- 
κράν αληθώς  μόνον  άποστασιν  άπό  της  Πόρτας,  μιας  καί  ημισείας 
μόλις  ώρας,  κείται  έν  μέσω  κλεισωρείας,  πανομοίας  σχεδόν  προς  έκεί- 
νην, το  Μουζάκι,  ου  προς  τά  βορειοανατολικά  κείται  ή  ορεινή  άκρα 
Παληά  Επισκοπή  ή  επέχουσα  τήν  θέσιν  τού  αρχαίου  στενού  τών 
Γόμφων.  Οί  Γόμφοι  οέ  και  τό  στενόν  τού  Αθηναίου,  ώς  δυνάμεθα 
νά  όνομάσωμεν  τό  της  Πόρτας,  είνε  οί  δύο  κυριώτατοι,  έν  πολλοίς 
άνάλογον  έχοντες  τήν  φυσικήν  κατασκευήν  πυλώνες  οί  συνδέοντες  τήν 
Θεσσαλίαν  προς  τήν  "Ηπειρον,  έξ  ης  ήλθον  οί  Θεσπρωτοι,  καί  δή 
προς  τήν  δι'  ης  διήλθον  άρχαίαν  Άθαμανίαν,  ήτις  τό  πλείστον  αντι- 
στοιχεί προς  τά  σημερινά  Τζουμέρκα. 

Λέγω  δε,  ότι  τό  στενόν  της  Πόρτας  δυνάμεθα  νά  όνομάσωμεν 
Αθήναιον,  επειδή  πλησιέστατα  αΰτου  κείται  τό  χωρίον  Πόρτα  Πα- 


-   605  — 

ζάρι,  ου  επίκειται  αρχαία  ακρόπολις  εν  ερειπίοις  σωζόμενη,  ην  ό 
Γάλλος  ΗβϋΖβγ  αναγνωρίζει  ώς  την  τοΰ  αρχαίου  πολίσματος  των 
Άθαμάνων  Αθηναίου.  Αμφότερα  δε  τα  ώχυοωμένα  εκείνα  πολί- 
σματα,  οι  τε  Γόμφοι  και  τό  Αθήναιον,  άτε  δεσπόζοντα  των  άπό  της 
Ήπείοου  εις  την  Θεσσαλίαν  είςόδων,  εσχον  οΰ  μικράν  σημασίαν  εν  τη 
ιστορία. 

Άμύνανδρος  ό  βασιλεύς  των  Άθαμάνων,  οϊτινες  εβασιλεύοντο 
ακόμη  ώς  και  οι  λοιποί  Ήπειρώται,  οί  Μακεδόνες  και  οί  Σπαρτιάται 
καθ'  ους  χρόνους  άλλως  ή  βασιλεία  είχεν  εκλίπει  άπό  μακρού  εν  ταϊς 
έλληνικαϊς  χώραις,  κατέλαβε  τους  Γόμφους  τφ  198  π.  Χ.  "Επραξε 
δέ  τοΰτο  ώς  σύμμαχος  τοΰ  "Ρωμαίου  υπάτου  Τίτου  Κοϊντίου  Φλα- 
μινίνου,  πολεμοΰντος  προς  τον  βασιλέα  της  Μακεδονίας  Φίλιππον  Ε' 
τον  πατέρα  τοΰ  Περσέως.  Ή  δέ  πτώσις  των  Γόμφων  εσχεν  ώς  έπα- 
κολούθημα  την  υπό  των  πολεμίων  τοΰ  Μακεδόνος  βασιλέως  άλωσιν 
και  των  λοιπών  παρακειμένων  θεσσαλικών  πολισμάτων.  Μετά  εν  δ' 
έτος,  τω  197  π.  Χ.,  ό  Φίλιππος  ήττάτο  παρά  τάς  Κυνός  Κεφάλας 
περί  τάς  εξ  ώρας  μακράν  της  Λαρίσης  ΰπό  τοΰ  ευτυχούς  Φλαμινίνου, 
και  ήναγκάζετο  νά  έγκαταλίπη  την  Θεσσαλίαν.  Και  ήδυνήθη  μεν 
έπειτα,  ένεκα  της  εν  τω  έπακολουθήσαντι  πολέμω  των  'Ρωμαίων 
προς  τους  Αιτωλούς  συντάξεως  αύτοΰ  προς  τους  'Ρωμαίους  νάνα- 
κτήση  την  θεσσαλίαν  και  την  Άθαμανίαν,  άλλ'  οί  ί•ποταχθέντες  βα- 
ρέως εφερον  την  νέαν  δουλείαν.  Διά  τοΰτο  βλέπομεν  νέας  εναντίον 
τών  Μακεδόνων  επαναστάσεις,  τον  δέ  Φίλιππον  ματαίως  έπιχειροΰντα 
τω  189  π.  Χ.  την  επίθεσιν  κατά  τοΰ  Άμυνάνδρου,  όςτις,  έκπτωτος 
ων  και  παρά  τοις  Αίτωλοϊς  διαμένων,  είχε  μετακληθή  υπό  τών  Άθα- 
μάνων προς  άποτίναξιν  τοΰ  μακεδόνικου  ζυγού.  Ό  βασιλεύς  τών 
Μακεδόνων  δεν  κατώρθωσε  τό  ποθούμενον,  ματαίως  τό  πρώτον  άνα- 
λαβών  την  πολιορκίαν  τών  Γόμφων,  της  ετέρας  τών  παρόδων,  αϊτινες 
έφρούρουν  τήν  προς  την  Άθαμανίαν  όδόν.  Μόνον  δ'  ότ'  έξεβίασε 
τους  Γόμφους,  κατώρθωσε  νάναλάβη  τον  εναντίον  τοΰ  Άμυνάνδρου 
αγώνα,  όςτις,  άποβάς  άτυχης,  ήνάγκασε  τον  Φίλιππον  νά  έπιστρεψη 
άπρακτος  εις  τήν  Μακεδονίαν. 

Άλλ'  οί  κάτοικοι  τών  Γόμφων  δεν  υπήρξαν  έπ'  ϊσης  ευτυχείς  άρ- 
γότερον.  "Οτε  Περσεύς  ό  υιός  τοΰ  Φιλίππου  ανέλαβε  τον  τελευταϊον 
τών  Μακεδόνων  προς  τους  'Ρωμαίους   άτυχη  πόλεμον,  διά  τοΰ  στ•- 


—  606  — 

νου  εκείνου  πιθανώτατα  είςήλασεν  άπό  της  Ηπείρου  εις  την  Θεσσα- 
λίαν  τω  169  π.  Χ.  δ  ύπατος  Κόϊντος  Μάρκιος  Φίλιππος  δ  εν  τη 
στρατηγία  του  μακεδόνικου  πολέμου  προκάτοχος  του  νικήσαντος  τέ- 
λος τδν  Περσέα  το  επόμενον  έτος  παρά  την  Πύδναν  και  καταλύσαν- 
τος  την  μακεδόνικη  ν  βασιλείαν  Αιμιλίου  Παύλου. 

"Απαξ  άργότερον  επειράθησαν  οι  Γόμφοι  να  φυλάξωσι  το  στενδν 
αυτών.  Δεν  προέκειτο  πλέον  περί  αγώνος  εθνικού.  Οι  Θεσσαλοί  ήσαν 
υπόδουλοι  εις  τους  "Ρωμαίους,  και  τών  Γόμφων  ή  άντίστασις  ητο 
απλή  επέμβασις  υπέρ  του  ετέρου  δύο  μεγάλων  'Ρωμαίων  άντιπα- 
λαιόντων  προς  αλλήλους  έν  εμφυλίω  πολέμω  ύπερ  της  μοναρχίας. 
"Ηθελον  να  εμποδίσωσι  τω  48  π.  Χ.  την  εις  την  Θεσσαλίαν  είςόρμη- 
σιν  του  Καίσαρος,  ερχομένου  δια  της  Ηπείρου  έκ  της  Ιλλυρίας,  όπου 
ει/εν  ήττηθή  υπό  του  Πομπηίου  παρά  το  Δυρράχιον.  Άλλ'  δ  Καί- 
σαρ έξεβίασε  την  πάροδον,  και  μετ'  ολίγον  τη  9  Αυγούστου  του  αυ- 
τού* έτους  ένίκα  παρά  την  Φάρσαλον  έπιφανώς  τον  Πομπήιον,  δςτις 
ι/.ετά  πεντήκοντα  ήμερα;  έ'θνησκεν  οίκτρώς  προδιδομενος  ύπδ  Πτολε- 
μαίου του  Διονύσου  καθ'  ην  ώραν  άπεβιβάζετο  εις  την    Αλεξάνδρειαν. 

Βραχυτέρα  δ'  είνε  ή  ιστορία  του  Αθηναίου,  δπερ  άπαξ  και  μόνον 
αναφέρεται,  και  δή  κατά  την  εναντίον  του  Άμυνάνδρου  έκστρατείαν 
του  Φιλίππου,  ως  το  μόνον  τών  άθαμανικών  πολισμάτων  τδ  μεΐναν 
πιστδν  εις  τους  Μακεδόνας. 

Ούτω  δε  μεταξύ  λόγων  και  τών  πλουσίων  ιστορικών  αναμνήσεων, 
άς  γενν*  ή  επίσκεψις  τών  προπόδων  του  Κερκετίου  και  ή  άπ  αυτών 
απαράμιλλος  θέα,  έφθάσαμεν  εις  την  μονήν  μετά  ίπποδρομίαν  μιας 
και  ημισείας  περίπου  ώρας  άπδ  της  Πόρτας. 

Ούτε  την  μονήν  αυτήν  καθ'  έαυτήν  επιβάλλομαι  νά  περιγράψω 
ενταύθα,  ουδέ  τήν  ίστορίαν  αυτής  νά  εκθέσω.  Οι  άναγνώσται  της 
Εστίας  γινώσκουσιν  ήδη  ταϋτα  έξ  άλλης  αξιόλογου  -πραγματείας 
δημοσιευθείσης  έν  ταύταις  ταΐς  στήλαις1.  Ή  μονή  του  Σωτήρος  τών 
Μεγάλων  Πυλών,  ως  είνε  τδ  άρχαΐον  αυτής  και  έπίσημον  όνομα, 
τδ  πρώτον  υπήρξε  κτίσμα  παλαιδν  τών  χρόνων  τών  Κομνηνών. 
Άλλ'  ιδίως  ή  ακμή  αυτής  και  ή  φήμη  ^συνδέεται  πρδς  τδ  δνομα 
τοϋ  κατά  τδν  δέκατον  έκτον  αιώνα  άκμάσαντος*  επισκόπου    Λαρίσης 

1  "Ιδε  Ν.  Γ.  Ζωγίδου  Θεσσαλιχά  εν  τί|  Εικονογραφημένη  Εστία  τοΰ  1894,  σ, 
346  χ.  έ. 


— •  607  — 

Βησσαρίωνος  του  οσίου,  όςτις  έκ  βάθρων  άνωκοδόμησεν  αυτήν.  "Εκ- 
τοτε η  μονή  και  πάλιν  ήζιώθη  των  μερίμνων  Νεοφύτου  τοϋ  ανεψιού 
και  επί  του  επισκοπικού  θρόνου  διαδόχου  του  Βησσαρίωνος,  και  αλ- 
λάς δε  υπέστη  μεταβολάς.  "Ετι  δε  και  σήμερον  έν  τη  παρακμή  αυ- 
τής ό  υψηλός  αυτής  περίβολος  και  το  πλήθος  των  κελλίων  μαρτυ- 
ροϋσι  περί  του  παλαιού  πλούτου  και  του  μεγάλου  αριθμού"  των  μονα- 
χών, οΐτινες  φαίνονται  άνελθόντες  καί  μέχρι  τριακοσίων.  Σήμερον  δε 
διαμένουσιν  έν  αύτη  μόνον  οκτώ  μοναχοί,  τέσσαρες  δόκιμοι  καί  είκο- 
σιεπτά  ΰπηρέται,  καί  τα  είςοδήματα  της  μονής  άνήλθον  καθ'  όλον 
τό  1894  εις  39240  δραχμάς  κατά  την  επί  του  προϋπολογισμού  τοΰ 
έ'τους  εκείνου  άπόφασιν  τοΰ  Υπουργείου  τών  Εκκλησιαστικών  καί 
της  Δημοσίας  Εκπαιδεύσεως. 

Άλλα  καί  άλλην  αϊσθησιν  γέννα  ή  θέα  τοΰ  τρόπου,  καθ'  δν  είν' 
έκτισμένη  ή  μο^ή,  την  της  οχυρότητος.  Είνε  αυτόχρημα  φρούριόν  τι 
διάδοχον  τοΰ  εκλιπόντος  αρχαίου  Αθηναίου  κατά  τους  χρόνους  της 
δουλείας.  Αϊ  σωζόμεναι  πολεμίστραι  δεικνύουσιν,  οτι  οι  καλόγηροι 
πολλάκις  ήναγκάσθησαν  νά  μεταβληθωσιν  εις  μαχητάς.  Καί  σήμερον 
δε  δύναται  ή  μονή  νά  σώση  έαυτήν  από  τών  ληστρικών  επιδρομών, 
οταν  οι  μονάχοι  όεν  αναγκάζονται  χάριν  σωτήρια:  των  σωμάτων  και 
κτημάτων  αυτών  νά  φαίνωνται  χριστιανικώτεροι  τοΰ  προςήκοντος 
προς  τάς  συμμορίας  τάς  λυμαινομένας  την  Θεσσαλίαν.  Μη  λησμονώ- 
μεν,  ότι  ή  μονή  τών  Μεγάλων  Πυλών  κείται  έν  αύτη  τη  περιοχή, 
έν  ή  τρεις  αιώνας  μετά  τόν  όσιον  Βησσαρίωνα  έδρασαν  οι  ανόσιοι 
Τσίκουραίοι.  Καί  διά  τούτο  οΰ  μόνον  εν  τη  ΙΙόρτα  κατά  την  προς 
τήν  μονήν  άνάβασιν  ημών  εϊδομεν  στρατιωτικόν  απόσπασμα  έκ  τών 
προς  δίωξιν  της  ληστείας  ώρισμένων,  άλλα,  καί  ότε  κατηρχόμεθα, 
συνηντήσαμεν  εν  τω  μετοχίω  οΰ  μακράν  τοΰ  Δουσίκου  αυτόν  τόν 
στρατιωτικόν  έπόπτην  τών  μεταβατικών  αποσπασμάτων  ίχνηλα- 
τούντα  επί  τη  βάσει  νέων  ειδήσεων  έν  τοις  περιχώροις  αυτούς  εκεί- 
νους τους  ασύλληπτους  συμμορίτας,  ων  μόλις  προ  μικρού  ήγγελθη 
τέλος  τούτο  μεν  ό  φόνος,  τούτο  δε  ή  ζώγρησις,  καί  ταύτα  μακράν 
τοΰ  νομοΰ  Τρικκάλων. 

Είνε  δ'  άλλως,  καλώς  εχόντων  τών  πραγμάτων,  ευχερής  ή  υπερά- 
σπισις  της  μονής  άφ'  ενός  μεν  διότι  περιβάλλεται  πανταχόθεν  ύπό 
τείχου;  Ικανώς  ύψηλοΰ,  περί  τά  οκτώ  μέτρα,  άφ    έτερου  δε  διότι  ού- 


—  608  — 

δαμόθεν  έχει  εί'ςοδον  βατήν  έκ  του  εδάφους.  Ή  είςοδος  αυτής  εινε 
μία  και  (λόν•/),  άλλα  κείται  υψηλά,  περί  τα  δώδεκα  μέτρα,  και  κλείε- 
ται  δια  καταπακτής  θύρας  την  νύκτα  και  εν  ώρα  κινδύνου.  "Ωςτε 
μόνον  περί  ανόδου  δύναται  να  γείνη  λόγος.  Γίνεται  δε  η  άνοδος  η  δια 
κλίμακος  εκ  σχοινιών  κινητής  και  ανασυρόμενης,  όταν  θέλωσιν  οι  μο- 
ναχοί, ή,  καθ'  όν  τρόπον  και  εν  ταΐς  πλείσταις  μοναϊς  των  Μετεώρων, 
δια  δικτύου,   του  υπό  των  μοναχών   λεγομένου  βρυζονίον. 

Είνε  οέ  το  βρυζόνιον  όικτυωτόν  πλέγμα  εκ  χονδρών  σχοινιών, 
προςοεοεμένον  εις  παχύ  σχοινίον  άνωθεν  άνελκυόμενον.  Είνε  λοιπόν 
ίδιόσχημός  τις  αδΟβηββαΓ,  άνελκυστήρ  η  κατά  τον  φίλον  συνάδελφον 
κ.  Χατζιδάκην  αναβάτης.  Διά  τούτου  του  άνελκυστηρος  αναβιβά- 
ζονται είς  τάς  μονάς  των  Μετεώρων  και  εις  την  του  Δουσίκου  αϊ  τε 
τροφαί  και  τά  ξύλα,  τά  τε  κτήνη  και  οι  άνθρωποι.  Το  δίκτυον  κατα- 
σπάται  εκ  της  άνω  θυρίδος,  διδομένης  εις  αυτό  βιαίας  προς  τά  εζω 
ώθήσεως,  έπειτα  δε  δύο,  τρεις  η  και  τέσσαρες  άνδρες  έν  τω  προς 
τη  θυρίδι  δωματίω  στρέφουσι  τόν  έργάτην,  δι'  ου  ανελκύεται  το 
φορτίον.  ΙΊεριττόν  νά  προςθέσω,  ότι  ή  προςοχή  τών  άνελκυόντων 
είνε  πολύ  μεγαλειτέρα,  όταν  άναβιβάζωσιν  εμπνοα  δντα.  Τάπης 
στρώννυται  εντός  του  δικτύου,  έφ'  ου  κάθηται  όκλάζων  ό  άναβιβα- 
σθησόμενος,  και  καταβάλλεται  προςοχή,  όπως  μη  τά  άνωθεν  τοΰ 
οκλαδόν  άνελκυομένου  περιβάλλοντα  την  κεφαλήν  αύτοΰ  σχοινιά  πιέ- 
ζωσι  και  παραβλάπτωσιν  αυτήν.  Μετά  δέ  την  άνέλκυσιν,  ευθύς  ώς  το 
δίκτυον  φθάση  μέχρι  της  θυρίδος,  είςβιβάζεται  μετά  προςοχής  ό  ανα- 
βιβασθείς μετά  και  τοΰ  δικτύου  εις  αυτήν  και  απαλλάσσεται  τών  δε- 
σμών. Δεν  δύναμαι  βεβαίως  νά  ισχυρισθώ,  ότι  ή  τοιαύτη  άνέλκυσις 
δίνε  αναπαυτική  ή  καν  άφοβος.  Ό  ΐλιγγιών  ευκόλως  ταράσσεται  υπό 
της  περιστροφής  του  δικτύου,  και,  καθ  όσον  αίρεται  είς  μείζον  ΰψος, 
συναυξάνει  και  ό  ίλιγγος.  Και  ταΰτα  μεν  πάντα  δεν  συμβαίνουσι 
βεβαίως  έν  τη  μονή  Δουσίκου,  όπου  το  ύψος  της  ανελκύσεως  περιο- 
ρίζεται εις  δώδεκα  μόνον  μέτρα.  "Αλλως  όμως  έχει  το  πρ&γμα  εν 
ταϊς  μοναϊς  τών  Μετεώρων,  ων  το  ύψος  ανέρχεται  είς  δεκάδας  όλας 
μέτρων.  Ή  μονή  τοΰ  Βαρλαάμ,  είς  ην  άνεβιβάσθην  εν  τω  δικτύω, 
έχει  ΰψος  τριάκοντα  και  πέντε  μέτρων,  είς  τεσσαράκοντα  δέ  και  τρία 
ανέρχεται  τό  ΰψος  της  μονής  της  Άγιας  Τριάδος,  είς  ην  δεν  ήδυνή- 
θην  νάνελκυσθώ,    διότι   ήτο    κατά  σύμπτωσιν   έφθαρμένον   τό  βρυζό- 


—  609  — 

νιον  την  ήμέραν  τής  εις  τα  Μετέωρα  μεταβάσεως  μου.  Άλλα  περί 
τρόμου  και  κινδύνου,  περί  ων  λαλοΰσιν  ένίοτ '  εκ  περισσής  ίσως  επι- 
δείξεως τίνες  των  περιγραφόντων  τα  Μετέωρα,  ουδείς  λόγος.  Ή  λαμ- 
πρά θέα  άπό  του  δικτύου  κατά  την  μετάρσιον  έκείνην  άεροβασίαν 
ανταμείβει  διά  τα  μόνα  κακά,  την  στενοχωρίαν  και  την  έλλειψιν  άν- 
έσεως  έν  τη  άπαθεΐ  εκείνη  όκλάσει  και  την  δυςάρεστον  ενίοτε  προς- 
τριβήν  επί  των  καθέτων  βράχων.  Προςτίθενται  δ'  εις  έπαύξησιν  του 
φόβου  των  δειλότερων  αναβατών  και  αϊ  διηγήσεις  των  άγωγέων  περί 
ρήξεως  ενίοτε  των  συνεχόντων  το  δίκτυον  σχοινιών  και  συμβαινόντων 
δυςτυχημάτων.  Άλλα  κατά  περίεργον  σύμπτωσιν  εγώ  μόνον  περί 
ατυχημάτων  εις  α  ένέπεσον  φορτία  ξύλων  άνελκυόμενα  έτυχε  νάκού- 
σω,  όχι  δε  και  περί  καλογήρων  η  επισκεπτών  τών  μονών  τυχόν  συν- 
τριβέντων  κατά  τών  βράχων. 

Οι  μοναχοί  του  Δουσίκο»  κατά  κανόν'  άπαράβατον  δεν  έπιτρέ- 
πουσι  την  εις  την  μονήν  αυτών  άνοδον  εις  γυναίκας,  κατά  ρήτραν  έπι- 
βεβλημένην  εις  αυτούς  υπό  της  έπιδειχθείσης  μοι  διαθήκης  του  οσίου 
Βησσαρίωνος.  Διά  ταύτα  μετά  περισσές  φιλοφροσύνης  προέτειναν, 
άφ  ου  δεν  έπετρέπετο  ή  εις  την  σύζυγόν  μου  άνάβασις,  νά  παρα- 
σκευάσωσι  το  γεύμα  έξωθεν  τής  μονής  έν  ύπαίθρω.  Έδοθη  λοιπόν  εις 
ημάς  τους  άνδρας  ευκαιρία  έν  τω  μεταξύ  νά  περιεργασθώμεν  την  μο- 
νήν και  τά  κειμήλια  αυτής,  έ/άρην  δ'  επί  τή  έξελεγχθείση  ακρίβεια 
της  περιγραφής  τών  καθ'  έκαστα  έν  τή  προμνησθειση  διατριβή  τή 
δημοσιευθείση    έν   τή    Εικονογραφημένη   Εστία. 

Και  χειρόγραφα  μεν  δεν  έ'χει  πλέον  ή  βιβλιοθήκη  τής  μονής,  αλλά 
τά  έν  αυτή  άλλοτε  ευρισκόμενα  άπόκεινται  νΰν  έν  τή  Εθνική  βιβλιο- 
θήκη, εις  ην  κατετέθησαν  μετά  και  τών  άπο  τών  Μετεώρων,  λη- 
φθέντα κατ'  έντολήν  του  υπουργείου  τω  1882  ΰπό  του  σεβασμιωτά- 
του  πρώην  Πατρών  Νικηφόρου  Καλογερά  και  τοΰ  μακαρίτου  καθη- 
γητού Σπυρίδωνος  Φιντικλέους.  Τά  δ'  έγγραφα  τής  μονής  δεν  στε- 
ρούνται μεν  άξιας,  άλλ1  ανάγονται  πάντα  εις  τους  μετά  την  άλωσιν 
/ρόνους,  μή  υπαρχόντων  αυτοκρατορικών  χρυιοβούλλων.  Μεταξύ  δε 
τών  σωζόμενων  εΰρηνται  και  αί  τρεις  έπί  περγαμηνής  διαθήκαι  τοΰ 
οσίου  Βησσαρίωνος,  περί  ών  έποιήιατο  ήδη  λογον  ό  κ.  Ζωγιδης.Τιον 
δε  άξιων  λογού  κειμηλίων,  άτινα  φυλάσσονται  έν  τω  σκευοφυλακίω 
τής  μονής,  ών  τίνα  περιγράφει  ό  αυτός,   ίδιάζουσαν  εύχαρίστησιν  μοι 

ΪΠΓΡ.    Π.    ΛΑΜΠΡΟΙ•,    ΜΙΚ.ΤΑΙ    ΣΚΛΙΑΕΕ  ^ 


—  610  — 

ένεποίησεν  ή  θέα  των  έργων  Καλαρρυτιωτών  τίνων  χρυσοχόων  των 
άρχων  του  καθ'  ήμας  αιώνος.  Είνε  δε  ταΰτα  ό  άργυρότευκτος  κόσμ,ος 
του  καλύμματος  έντυπου  Ευαγγελίου  ό  κατασκευασθείς  ύπο  του  Τζη- 
μούρη και  λειψανοθήκη  τορευθεϊσα  ύπο  του  Νικολάου  Αποστόλη 
Παπαγεωργίου  και  του  υίοΰ  αύτοΰ  Αποστόλη.  Και  τό  μεν  άργυρό- 
τευκτον  κάλυμμα  του  Ευαγγελίου  τ6  τορευθέν  ύπο  Τζημούρη,  του  μέ 
γα  τιμωμένου  παρά  τω  Άλή  πασσ#  χρυσοχόου  και  κατασκευαστου 
των  τορευτών  αύτοΰ  όπλων,  έχει  τορευθή  καθ'  ώρισμένον  τύπον,  ου 
συχνή  έγίνετο  έπανάληψις  Ιν  όμοίοις  πολυτίμοις  Εΰαγγελίοις,  έργοις 
της  /ειρός  του  περιδόξου  καλλιτέχνου,  δι'  ων  έκοσμοΰντο  αί  πλουσιώ- 
τεραι  των  εκκλησιών  άπό  της  δευτέρας  δεκάδος  του  δεκάτου  ένατου 
αιώνος  τελευτώσης.Τήν  γενομένην  παρά  του  Τζημούρη  τακτικήν  κατά» 
σκευήν  και  έξ  Ιωαννίνων  έξαγωγήν  τοιούτων  Ευαγγελίων  τρανώς  δει- 
κνύει ή  έπί  τίνος  τών  κοσμουσών  το  κάλυμμα  αργυρών  η  φλωρο- 
καπνισμένων  πλακών  επιγραφή  Έκατεσκεβάσθη  και  κατασκε- 
βάζωνται  εις  Καλα^ύταις  χωρίον  τών  Ιωαννίνων  δια  χει- 
ρός Αθανασίου  Νικολάου  Τζημούρη.  'Λλλά  περί  τών  τοιού- 
των αξιόλογων  Ευαγγελίων  του  Τζημούρη,  του  βίου  αΰτοΰ  και  τών 
λοιπών  τορευτικών  έργων  επιφυλάσσομαι  νά  γράψω  άλλοτε  διά  μα- 
κροτέρων,  ότε  και  ελπίζω  νά  δυνηθώ  νά  καταστήσω  τον  περί  αύτου 
λόγον  έτι  μάλλον  ενδιαφέροντα  διά  της  προςθήκης  εικόνων  τών  καλ- 
λιτεχνημάτων αύτοΰ.  Τό  αυτό  δ'  έπρεπε  νά  γείνη  και  περί  δύο  άλ- 
λων, ούχ  ήττον  ονομαστών  έκ  Καλαρρυτών  τορευτών  και  χαρακτών, 
του  Νικολάου  Αποστόλη  Παπαγεωργίου  και  του  υίου  αύτοΰ  Απο- 
στόλη, ων  έργον  είνε  ή  έν  τη  μονή  Δουσίκου  προμνησθεϊσα  λειψανο- 
θήκη, φέρουσα  τήνδε  την  έπιγραφήν  Έργασθεν  διά  Νικολάου 
Αποστόλη  Παπαγεωργίου  και  τοΰ  υιού  αύτοΰ  Αποστόλου 
1814  'Ιουνίου  23  εις  Καλα^ρείτας  -|-  Τό  παρόν  ιερόν  κιβ(ο- 
τιον  τοΰ  θαυματουργού  αγίου  Βησσαρί^ονος  αρχιεπισκόπου 
Λαρίσσης  και  κτήτορος  της  ίερας  μονής  Δουσίκου  κτήμα 
υπάρχει  αύτίϊς.  Είνε  δε  τό  άργυρότευκτον  τοΰτο  κατασκεύασμα 
ναϊδιόσχημον  και  φέρει  κατά  τά  κάτω  χωρίσματα  τάς  έξης  τορευτάς 
εικόνας,  α')  τοΰ  μυστικοΰ  δείπνου,  β')  της  φιλοξενίας  τοΰ  Αβραάμ, 
γ')  της  μονής  τοΰ  Δουσίκου,  εις  ής  τό  βάθος  φαίνονται  τά  Μετέωρα 
και    δ')   τοΰ    όσιου    Βησσαρίωνος.    Κατά   δέ    τάς  σχηματιζομένας  «ν 


—   611    — 

τοις  ακροις  τούτων   τών  παραστάσεων  τεσσάρας   γωνίας  παριστάνον- 
ται τα  έξαπτέρυγα. 

Μετά  δε  την  επίσκεψιν  της  μονής  κατελθόντας  άνέμενεν  ήδη  ημάς 
το  γεύμα,  ποιητικώτατα  παρατεθέν  υπό  τα  δένδρα,  ει  και  δέν  εϊχο- 
μεν  ανάγκην  σκιάς,  επειδή  ό  ουρανός  ητο  εϊπερ  ποτέ  νεφελώδης  και 
τα  σύννεφα  έκάλυπτον  τό  ορός  μέχρις  αυτής  σχεδόν  της  μονής,  διερ- 
χόμενα υπέρ  τάς  κεφάλας  ημών.  Δια  ταΰτα  παρέστη  ανάγκη  να 
σπεύσωμεν,  όπως  έπιστρέψωμεν,  τόσω  μάλλον  καθ'  όσον  διενοούμεθα 
νά  έπισκεφθώμεν  κατερχόμενοι  και  την  οΰ  μακράν  της  Πόρτας  βυ- 
ζαντιακήν  έκκλησίαν  της  Πόρτα-Παναγιάς.  Και  έξετελέσθτι  μεν  αύτη 
ή  εκδρομή  κατά  τά  προδιαγεγραμμένα,  άλλα  χωρίς  νά  δυνηθώμεν 
νάποφύγωμεν  την  καταρραγεϊσαν  καθ'  όδόν  ραγδαίαν  βροχήν,  ήτις 
έ'λουσεν   ημάς   πεσούσα   κρουνηδόν. 

Ή  συνοδία  ημών  εΐχεν  αύξηθή  κατά  την  κατάβασιν  ύπό  τίνος  τών 
καλογήρων,  όςτις  φιλοφρόνως  ηθέλησε  νά  καταβη  μεθ'  ημών  μέχρι 
τοϋ  μετοχίου'  ως  εκ  τούτου  δέ  διάφορα  η  κατά  την  άνοδον  ήσαν  τά 
θέματα  της  συνομιλίας  ημών  Ιππευόντων  έν  μέσω  της  βροχής.  Τότε 
μεν  έπεκράτουν  αϊ  αναμνήσεις  της  αρχαιότητος,  τώρα  δε  κύριον  ημών 
θέμα  ήσαν  τά  κατά  την  μονή  ν  και  την  ίστορίαν  αυτής.  Ώς  εικός  δέ, 
ό  βίος  του  ίδρυτου  αυτής  και  τά  έ£  αΰτου  έπειςόδια  παρεϊχον  τήν 
άφορμήν  τών  πλείστων  λόγων.  Όχι  δε  άτόπως,  διότι  ό  όσιος  Βησ- 
σαρίων εΐνε  τών  ανδρών  εκείνων,  οϊτινες  εν  τοις  πικροϊς  της  δουλείας 
χρόνοις  πρόκεινται  παραδείγματα  φαεινά  πιστής  εκτελέσεως  του  καθ- 
ήκοντος και  εξαίρετου  κοινωφελούς  δράσεως.  Ή  δ'  εκκλησία  κατέ- 
λεξε  δικαίως  εις  τους  οσίους  τον  άνδρα,  έφ'  ω  δύναται  νά  καυχηθή  ή 
χορεία  ?κεινων,  όσοι  εν  ταις  ημεροας  της  οουλειας  υπο  το  ρασον  ανε- 
δείχθησαν  άληθεΐς  ύπό  πάσαν  έ'ποψιν  ποιμένες  του  υποδούλου  ελλη- 
νικού λαοΰ.  Ό  βίος  του  οσίου  άναγινώσκεται  εϊπερ  τις  και  άλλος 
εύαρέστως1.  Δέν  κουράζει  τόν  άναγνώστην  ή  παρακολούθησις  ασκή- 
σεως   μονότονου,    οΰδ'  αποπνέει    ή    χειρ    τοϋ    όσιου    μόνον  λιβανωτόν. 

1  Εΰρηται  έν  τω  βιβλίω  Ακολουθία  εορτάσιμος  τοϋ  έν  άγίοις  πατρός  ημών  Βησσα- 
ρίωνος άρ/ιεπισκοπου  Λαρί'σσης  τοϋ  θαυματουργού  και  κτίτορος  της  του  Σωτηρος  Χρι- 
στοί ιεράς  μονής  τών  Μεγάλων  Πυλών  της  κοινότερον  καλούμενης  Λουσίκου —  Αιορ- 
θωθείσα  δέ  νΰν  ακριβώς  και  καλλωπισθεΐσα  υπό  Πολυχρονίου  Φιλιππίδου —  Έν  Βε- 
νετία.  1846. 


—  612  — 

Είνε  χειρ  χυλώδης  εθνικού  εργάτου,   ου  ποικίλος  είνε  και  μεστός  ορά- 
σεως ό  βίος,  μή   αφιερωμένος   εις  μόνην  την  έκκλησίαν,  άλλα   και  είς 
τήν  κοινωνίαν.   Είνε  ό    ιερός  άνήρ  ό  ιθύνων   θεοπρεπώς  την    έκκλησίαν 
της  Λαρίσης  από  του   1520  μέχρι  του   1541,  εΐνε  ό  κτίστης  της  ευα- 
γούς μονής   των  Μεγάλων    Πυλών,    άλλ'  είνε  και  ό  άντιλήπτωρ    των 
πτωχών  και    ορφανών,   είνε    ό  ρυομενος  αιχμαλώτους  εν   ήμεραις    πο- 
νηραΐς,   είνε    ό   έν  σιτοδεί<£    άνοίγων   τάς    σιταποθήκας    της   μητροπό- 
λεως χάριν  τών  ενδεών.   Και  έν  ω  άφ'  ενός  εύαγγελικώς  υπομένει  την 
άντίδρασιν    τών    διωκτών,   ώς    πρωτοστάτης    πάσης    κοινωνικής    καϊ 
εθνικής  προόδου  πρωταγωνιστεί  έν  τω  άγαθώ  ώς  κεφαλή   του  ΰπ    αυ- 
τού ποιι/.αινομένου    λάου,  δςτις  στερείται   πολιτικής  κυβερνήσεως    με- 
ριμνώσης    υπέρ   αυτού    πατρικώς.   Ένδεικτικώτατα   δέ   γίνεται    τούτο 
δήλον    και  δια    της  μερίμνης  του    όσιου    υπέρ   της   έν   Θεσσαλία  μέχρι 
και  αυτής   της   Ηπείρου    οδοποιίας.   Αυτός   είνε  ό  ζεύζας   πολλάς  γέ- 
φυρας, ων  μεγίστη  και  σπουδαιότατη  ή  έν   Ήπείρω  έπϊ  τού    Αχελώου 
ή  γνωστότατη  υπό   τό  όνομα  τον  Κοράκου  το  γεφύρι  κατά  την 
από  της   Ηπείρου   εις  την  Θεσσαλίαν  άγουσαν   δια  της  Πίνδου  όοόν. 
Ώς  έζής  ό  βιογράφος    τού  όσιου  διηγείται  τα  κατά  τό  αληθώς   θαυ- 
μάσιον  τούτο  έργον  αυτού '   «Τούτο  τό  μεγάλον  κακόν  και  την  κακήν 
»  βλάβην    όπου    έκαμνεν    είς  όλους  ό   ποταμός,  στοχαζόμενος    ό  άγιος 
»  Βησσαρίων,  έλυπεϊτο    πολλά.   Συλλογιζόμενος   όμως   τήν    δυςκολίαν 
»  οπού  εί/εν  ή  τού  τοιούτου  κακού  διόρθωσις,   έτραβίζετο  οπίσω,  και 
»  να  έπιχειρισθή    τήν    θεραπείαν    δεν    ήθελε.    Τέλος   πάντων,    νικάται 
»  από  τήν   φιλανθρωπίαν    και    συμπάθειαν    τών   αδελφών    ό   συμπαθε- 
»  στατος   και  φιλανθρωπότατος,  και  έλπίζωντας  εις  τήν  δύναμιν  και 
»  τό  έλεος  τού  θεού.  τού  έν  άπόροις  πόρους  καϊ  ευκολίας  εύρίσκοντος, 
»  έπιχειρίζεται  τήν   διόρθωσιν,  και  κτίζει  και   οικοδομεί   μεγάλην  και 
»  θαυμαστήν   γέφυραν  έν  τω  αΰτώ   ποταμώ,   καθώς   έως  τήν  σήμερον 
«φαίνεται   κτισμένη,   είς  τον   τόπον    τόν  καλούμενον  Κόρακα,   είς  έ'να 
»  τόπον  δηλαδή  όπου  δεν  ήτον  καμμία  έλπίς  νά  κτισθή  ποτέ  γέφυρα* 
»  πάρεξ  μετά  κόπων  άμετρων,   μετά  εξόδων  σχεδόν  αναρίθμητων  και 
»  μετά  κινδύνων    πολλών.    Και  ακούσατε    τί  ήκολουθησεν  οπού  ηρχι- 
»  σαν    οι  οικοδόμοι    νά  κτίζουσι,   και   νά  στερεώνουν    με  μάρμαρα  τε- 
»  τράγωνα  και  μεγάλα  τάς  αντικρύ  δυο  οχθας  τοϋ  ποταμού,  και  παρ- 
»  ευθύς    μετά  τούτο    να   σηκώνουν  Ιπανω  τα  κεφαλογιφυρα.    Είς  και- 


—  813  — 

ΐ)  ρόν  όπου  έ'στησίν  το  ξύλινον  σχεδιον,  επάνω  είς  το  όποιον  έ'ρ,δλλε 
»νχ  γυρίση  ή  καμάρα,  καθώς  είνβ  συνήθεια*  να,  καϊ  γίνεται  έξαφνα 
»  μία  μεγάλη  βροχή,  από  την  οποίαν  αΰξήσας  ό  ποταμός,  έκατέβασε 
»  τόσα  μεγάλα  ξύλα,  όπου  έγιναν  ώςάν  μία  μεγάλη  καμάρα,  με  τά 
»  όποια  κατακτυπήσας  εκείνα  τά  νεόκτιστα  κτίρια  τά  κατεκρήμνισεν 
»  όλα  και  τά  ήφάνισεν.  "Οθεν  έμβηκεν  ό  άγιος  πάλιν  εις  καινούριον 
»  κόπον  και  έξοδα  και  συμμαζώξας  άλλην  ΰλην,  έκαμε  δευτέραν  άρ- 
»  χήν  της  γέφυρας,  στερεωτεραν  άπό  την  πρώτην,  καϊ  ούτως  έτε- 
»  λείωσε  το  έργον  μέ  την  βοήθειαν   και  την  δύναμιν  του  θεοΰ . 

«  Προνοώντας  όμως  ό  άγιος  δια  να  μένη  το  γεφύρι  αυτό  παντο- 
ΐ)  τεινόν  και  στερεόν  εις  όλους  τους  μετά  ταΰτα  χρόνους,  έκαμε  τους 
»  Χριστιανούς  όπου  κατοικούν  εις  το  πλησίον  τοϋ  ποταμού  χωρίον, 
»  Βουστερνίτζαν  έπονομαζόμενον,  ελευθέρους  πάντη  άπό  κάθε  δόσιμον 
>)  έκκλησιαστικόν,  επί  σκοπώ  τοιούτω,  διά  να  έ'χωσιν  εκείνοι  παν- 
ί τοτεινά  την  φροντίδα  να  ανακαινίζουν,  όποιον  μέρος  του  γεφυριού 
»  ήθελε   τύχει   να   χαλάση  )) . 

Ευχαρίστως  άνεμιμνησκόμεθα,  έν  ω  κατεβαίνομεν  έκ  της  μονής, 
των  τοιούτων  έπειςοδίων  του  βίου  του  όσιου  Βησσαρίωνος,  εί  και  ή 
διήγησις  περί  της  κτίσεως  της  γέφυρας  του  Κοράκου  δεν  είνε  ποιητι- 
κή όσον  ό  περί  της  γέφυρας  της  "Αρτης  δημώδης  θρύλος.  Οιονεί 
ο  ήσθανομεθα  εν  μέσω  τών  συσκίων  εκείνων  δασών  τήν  άνάνκην  νά 
ένωτισθώμεν  της  φωνής  του  ελληνικού  λαού,  έπαναλαμβανούσης  εν  τι 
τών  ωραίων  αυτής  εκείνων  δημιουργημάτων  τών  έμποιούντων  βα- 
θείαν  αϊσθησιν  εις  τόν  άκροώμενον.  Καϊ  δεν  ελειψεν  αληθώς  τοιαύ- 
τη διήγησις,  αποτελούσα  λαμπράν  κατακλείδα  τής  ωραίας  ημών  εκ- 
δρομής. 

Έν  μέσω  τοϋ  δάσους  έστησαν  έπϊ  βραχύ  οϊ  ίπποι  κατά  τόν  κατή• 
φορον,  και  έκλιναν  τους  μακρούς  αυχένας  πείσμονες  ό  είς  ιμετά  τόν 
άλλον.  Οΰ^'  άνεστείλαμεν  αυτούς. Έκλινον,  όπως  πίωσιν  έκ  τής  παρά 
τήν  όδόν  πηγής.  Κατέρρεε  δ'  αύτη  άπό  βράχων,  ων  ή  λευκότης  άπε- 
τελει  πλήρη  αντίθεσιν  προς  τήν  πέριξ  χλοάζουσαν  φυσιν.  Είς  μάλιστ' 
αυτών  ώρθοϋτο  άπό  τοϋ  εδάφους  είς  ίκανόν  ύψος  οιονεί  καθ'  εαυτόν 
έμπεπηγμενος  εις  τήν  γήν,  έν  ω  προ  αΰτοϋ  κατεκειντο  μεγάλα  τεμάνη 
λίθων  άπερρωγοτα.  "Ισως  είχε  διασπάσει  τους  λίθους  εκείνους  σεισμι- 
κή  βία,  ϊσως   είχε  διαθρύψει   αυτούς    και   κρημνίσει    άπό   τών    άνω   ή 


—  614  — 

ενέργεια  των  υδάτων.  Το  όλον  τοπεΐον  ειχέ  τι  το  έξαίρετον  και  διά- 
φορον  των  συνήθων  θεαμάτων  εν  τη  όλη  περιοχή  άφ'  ης  ώρα:  είχομεν 
εγκαταλείψει  την  μονήν. 

—  Τί  είνε  εδώ  ;    ήρώτησα  τον  όδηγούντα  ημάς  μοναχόν. 

—  'Εδώ  είνε  της  Κεράς  το  μάρμαρο,  απήντησε. 
— -    Και  διά  τί  ονομάζεται  ούτω  ; 

—  "Εχει  την  Ιστορίαν  του,  άνταπήντησε.  Και  ήρχισε  τήν  έπομε' 
νην  διήγησιν,  ην  χαίρων  επαναλαμβάνω  χάριν  των  αναγνωστών  τής 
Εικονογραφημένης  Εστίας ' 

«  Είδες  όπου  εις  το  μοναστήρι  μας  δεν  έχει  τήν  άδεια  νάναίβη 
καμμία  γυναίκα.  Γι'  αυτό  δεν  άφήκαμε  καϊ  τήν  κυρία  σου.  "Ετσι 
διάταξε  εις  τήν  διαθήκη  του  ό  άγιος  Βησσαρίων,  νά  έχουμε  τήν  ευχή 
του.  Μπορούμε  έμεϊς  νά  μή  κρατήσουμε  το  θελημά  του  ;  "Ετσι  το 
βρήκαμε  από  τους  αρχαίους,  και  έτσι  πρέπει  νά  μείνη.  Ποτές  δεν 
ανέβηκε  γυναίκα  εις  το  μοναστήρι.  Ποιος  'μποροΰσε  ποτέ  νά  θελήση 
τήν  κατάρα  του  άγιου  ;  Και  ή  γυναίκες  δεν  έφαντάσθηκαν  ποτέ  νά 
ζητήσουν  τήν  χάρι  όπου  τους  έ'χει  άρνηθή.  Μή  δεν  'μποροΰν  νά 
ασπασθούν  τήν  κάρα  τοΰ  άγιου  όταν  οί  καλόγεροι  τήν  καταιβάζουν 
από  το  μοναστήρι  και  τήν  πηγαίνουν  εις  τά  περίχωρα  και  μακρειά 
γιά   ζητεία   ή   λιτανεία  ; 

α  Μια  γυναίκα  ευρέθηκε  μοναχά  νά  θελήση  νάναιβή  με  πείσμα  εις 
τό  μοναστήρι.  ΤΗταν  ή  γυναίκα  τοΰ  άγά.  Έμήνυσεν  εις  τους  καλόγε- 
ρους νά  ετοιμασθούν  νά  την  δεχθούν  επάνω  όπου  θά  έλθη  νά  προςκυ- 
νήση.Έστειλεν  ό  ηγούμενος  και  της  είπε  πώς  δεν  γίνεται,  πώς  δέν 
είνε  συχωρεμένο,  πώς  ό  άγιος  δέν  το  θέλει.  Τοΰ  κάκου.  Τό  είπε 
εκείνη  τοΰ  άγά  και  ό  αγάς  διάταξε  νά  γείνη  τό  θέλημα  της.  Διατα- 
γή τοΰ  άγά  και  τά  σκυλιά  δεμένα.  Έρχεται  ή  Κερά  πλούσια  στολι- 
σμένη, ντυμένη  'ς  τό  χρυσάφι  και  'ς  τό  μάλαμμα.  Τήν  έσυντρόφευαν 
στρατιώτε:  με  τουφέκια.  Τί  νά  κάμουν  οί  καλόγεροι  ;  Νά  τραβήξουν 
απάνω  τό  γιοφύρι  και  νά  πολεμήσουν  ;  Κ'  έπειτα  ;  ΤΗταν  άσχημα 
χρόνια  και  δέν  'μποροΰσαν  νά  πάρουν  απάνω  τους  τέτοιο  κακό  κα'• 
νάφήσουν  νά  πατηθή  έπειτα  τό  μοναστήρι  τοΰ  άγιου.  Με  κλάϋματα 
παρακάλεσεν  άλλη  μιά  φορά  τήν  Κερά  ό  ηγούμενος  νά  μην  έπιμένη^ 
νά  τους  άφήση  νά  κάμουν  όπως  είχαν  κάμει  τόσα  χρόνια  σύμφω- 
να μέ  τή  διαθήκη  τοΰ  άγιου.  Ή  γυναίκα  τοΰ  άγά  δέν  ήθελε  νάκούση 


—   615  — 

τίποτες,  και  μέ  τά  πολλά  παρακάλια  του  ηγουμένου  άρχισαν  ή  φο- 
βέρες της  γυναικός,  και  αγρίεψε  ή  συνοδία  της.  Τα  τουφέκια  λαμπο- 
κοπούσαν 'ς  τον  ήλιο.  Κοντολογίς  οί  καλόγεροι  καταίβασαν  αθέλητα 
τους  τό  βρυζονι  για  να  'μπή  ή  γυναίκα  του  ,'άγά.  Το  δίχτυ  συγυ- 
ρίστηκε, και  άρχισαν  να  γυρίζουν  επάνω  τον  αργάτη.  Βαρυγνωμοΰσαν 
οί  καλόγεροι,  έβογκοϋσε   τό   βρυζόνι. 

«Είχαν  την  ελπίδα  τους  εις  τόν  άγιο  πώς  κάποιο  θάιιμα  θα  κάνη 
να  εμπόδιση  τό  κακό.  Ένθυμούμεσθα  ακόμα  τώρα  πώς  μια  φορά 
'ποϋ  ηθέλησαν  οί  καλόγεροι  νάνκιβάσουν,  με  συμπάθειο,  μια  γουρούνα 
καϊ  μια  άλλη  φορά  που  είχαν  νάναιβάσουν  κάτι  κατσίκαις  έ'σπασε  τό 
δίχτυ,  γιατί  καϊ  για  τα  θηλυκά  ζώα  είν'  εμποδισμένο  τό  μοναστήρι. 
Ώς  τόσο  άνεβαινεν  ή  Κερά-  άνεβηκεν  ώ:  τη  μέση,  ανέβηκε  παραπά- 
νω, 'ς  τό  παραπόρτι.  Σταμάτησε  μια  στιγμή  ό  αργάτης.  Σωτηρία 
δεν  ήταν.  Έτράβηζαν  μέσα  τήν  γυναίκα,  και  ή  Κερά  έμπήκε  'ς  τό 
μοναστήρι. 

«Τέτοιο  πράμμα  δεν  είχε  γείνει  ποτές•  δεν  'μπορουσε  νά  μείνη 
ατιμώρητο.  Κατέβηκεν  ή  γυναίκα  από  τό  μοναστήρι  ευχαριστημένη. 
—  Νά  'ποϋ  δεν  έπάθατε  τίποτε  ούτε  σεϊς  ούτ'  εγώ,  έ'λεγεν  εις  τους 
καλόγερους.  Έσελλοχαλίνωσαν  τά  άλογα,  και  έφυγεν  ή  γυναίκα  του 
αγά  με  τή  συνοδία  της.  Οί  καλόγεροι  ήταν  λυπημένοι  γιά  τό  κακό 
'πού  έπαθαν.  'Λίγη  ώρα  είχε  περάσει  'ποϋ  είχε  φύγει  ή  Κερά,  και 
άκούγουν  'ςάφνου  φοβερή  βοή. Το  μοναστήρι  έσειόταν,  όλα  γύρω  "πή- 
γαιναν 'δώθε  'κείθε.  Έκαμαν  τό  σταυρό  τους.  Καταιβαίνουν  έπειτα 
παρακάτω  εις  τό  δάσος,  και  τι  νά  ίδοΰν  ;  Ή  Κερά  είχε  φθάσει  εδώ 
'ς  αυτό  τό  μέρος,  όταν  εγεινεν  ό  σεισμός.  Οί  βράχοι  κατρακύλισαν 
από  πάνω,  έ'γεινε  χαλασμός  κόσμου,  καϊ  πλακώθηκε  άπό  τες  πέτρες 
ή  Κερά  με  τήν  συνοδία  τιης.  Άπό  εκείνο  τόν  καιρόν  αυτό  έδώ  τό  λι- 
θάρι τό  λένε  της  Κεράς  τό  μάρμαρο.  "Ετσι  τό  διηγουντανε  οί  πα- 
λαιοί ». 


ΕΜΠΟΡΙΚΑΙ   ΠΑΝΗΓΤΡΕΙΣ  ΚΑΙ  ΑΓΟΡΑΙ 
ΕΝ  ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟ  ΚΑΤΑ  ΤΟΝ  ΔΕΚΑΤΟΝ  ΕΒΔΟΜΟΝ  ΑΙΩΝΑ  * 


Πολύτιμοι  εΐνι  αί  ειδήσεις  ας  δύναται  νάρυσθή  ό  περί  την  πάτριον 
ίστορίαν  των  παρελθόντων  αιώνων  ασχολούμενος  έκ  των  βενετικών 
αρχείων.  Ώς  εικός  δέ  πλεϊσται  δύνανται  να  γείνωσιν  εντεύθεν  γνω- 
σταί  άπογραφικαί  ειδήσεις,  μάλιστα  περί  τοΰ  Μορέως  ύπό  την  βενε- 
τικην  κυριαρχίαν,  και  σπουδαίως  να  έξερευνηθώσι  προς  τοις  άλλοις  τα 
κατά  το  έμπόριον   και  τάς  τέχνας  έν  έκείνοις  τοις  χρόνοις. 

"Γπό  τοιαύτην  εποψιν  πολύτιμοι  είνε  πλην  των  εκθέσεων  των  Βε- 
νετών προνοητών,  πλην  τών  σωζόμενων  κτηματολογίων  κ. τ. λ.,  αί 
στατιστικαϊ,  τα  δικαστικά  έγγραφα,  τά  σχεδιαγράμματα  κτημάτων, 
άλατοπηγείων,  λιμένων.  Υπέρ  πάσας  δέ  τάς  εκθέσεις  τών  Βενετών  αρ- 
χόντων σπουδαία  προς  γνώσιν  τών  προϊόντων,  τοΰ  εμπορίου,  της  βιομη- 
χανίας είνε  ή  σειρά  τών  επιστολών  και  εκθέσεων  ιδιαιτέρας  επιτροπεί- 
ας, ήτις  εστάλη  άμα  τη  κατακτήσει  του  Μορέως  ύπό  τών  βενετικών 
Οπλων  έκεϊσε,  ίν  άσχοληθή  περί  τήν  διοργάνωσιν  κχί  διάταξιν  της 
νιας  ταύτης  κτήσεως  και  περί  τήν  πύνταξιν  γεωδαιτικού  χάρτου  και 
κτηματολογίου  της  όλης  χερσονήσου.  Ή  δ'  επιτροπεία  αύτη  τών 
δίηίϋοϊ  03.ΐ£ίδΐίθ£ίΙθΠ,  ώς  εκλήθησαν,  αποτελούμενη  υπό  τριών  Βενε- 
τών πατρικίων,  του  Δομίνικου  Γρίττη,  Μαρίνου  Μικιέλ  και  Ιερωνύ- 
μου 'Ρενιέρ,  ήδη  πρότερον  λελειτουργηκότων  άλλαχοΰ  της  Ανατολής 
και  παρακολουθούμενη  ΰπό  πολλών  υποδεεστέρων,  μηχανικών,  αρχι- 
τεκτόνων, εργατών  ήρξατο  τών  εργασιών  αυτής  έν  Πελοποννήσω  κατά 
μήνα  Αυγουστον  τοΰ  1688.  ΙΙαλαίουσα  δέ  κατά  τοΰ  λοιμοΰ,  πλεί- 
στων  άλλων  νόσων   και  μυρίων  δυςχερειών   περί  τήν  σύνταξιν  χώρας 

*    Έδηαοσιεύθη  τό  πρώτον  έν  τω  Δελτίο;  της  έπί  τη;  έμψυ/ωσεως  της  εθνικής  βιο- 
μηχανίας επιτροπής  Τομ.  Α'  (1877)  σ.  74  χ.  ε. 


—  617  — 

καταβεβλημένης  υπό  της  τουρκικής  διοικήσεως,  του  πολέμου  και  του 
λοιμού  και  έργασθείσα  μέχρι  του  1691  τελευτώντος,  διωργάνωσε  μεν 
τα  της  Πελοποννήσου  κατά  το  ενόν,  άλλα  δέν  ήδυνήθη  να  φέρη  εις 
πέρας  τα  γεωδαιτικά  έργα,  έπαναληφθέντα  τω  1700  καϊ  άποπερα- 
τωθέντα  κατά  μέγα  μέρος  τη  είςηγήσει  του  περινουστάτου  Φραγκί- 
σκου Γριμάνη,  γενικού  προνοητου  τη;  Πελοποννήσου,  ανδρός  αγαστού, 
είς  ον  μυρία  οφείλει  ή  χώρα  αγαθά. 

Έκ  της  επιτροπείας  δε  ταύτης  ήδη  ενωρίς  άπεχώρησεν  αναγκα- 
σθείς ύπό  νόσου  ό  'Ρενιέρ,  δςτις  και  άπέθανεν  αμέσως  κατόπιν  έν 
Βενετία,  το  δ'  εαρ  τού  1691  και  ό  Μικιέλ,  διορισθείς  εις  άλλην  θέ- 
σιν,  ώςτ'  έπεράτωσε  τό  έργον  μόνος  απόμεινα:  ό  Γρίττης.  Τούτων 
εχομεν  τάς  τακτικάς  προς  την  βενετικήν  γερουσίαν  εκθέσεις  μετά  πλεί- 
στων άλλων  συνεπιστελλομένων  έγγραφων,  άφορώντων  εις  την  πολι- 
τικήν  και  οίκονομικήν  διοργάνωσιν  της  Πελοποννήσου,  θά  γράψω  δέ 
περί  τούτων  άλλοτε  διά  μακρών.  Νυν  δέ  δημοσιεύω  εκθεσιν  του  Γρίτ- 
τη  καταριθμούσαν  τάς  έν  Πελοποννήιω  τελευτώντος  του  δεκάτου 
έβδομου  αιώνος  τελουμένας  έμπορικάς  πανηγήρεις  κατ'  αϊτησιν  αυ- 
τής   τής  γερουσίας. 

Εκδίδω  δ'  ενταύθα  την  έ'κθεσιν  κατά  μετάφρασαν  άπό  τού  ιτα- 
λικού πρωτοτύπου,  άποκειμενου  έν  τοις  δημοσίοις  άρνείοις  τής  Βε- 
νετίας. Έπέστειλε  δέ  ταύτην  ό  Γρίττης  τη  28  Δεκεμβρίου  1691 
κατά  το  γρηγοριανόν  ήμερολόγιον,  μετά  την  άπό  τής  λειτουργίας 
αύτου  έπάνοδον,  πιθανώς  έκ  Βενετίας.  Την  θέσιν  λέζιών  τίνων  ενια- 
ίου του  κειμένου  άδιαγνώστων  γενομένων  ύπό  τής  υγρασίας  σημειόνω 
διά  στιγμών,  παρέχων  έν  άμφιβόλοις  χωρίοις  και  το  πρωτότυπον  έν 
υποσημειώσει. 

Ή  περί  ης  ό  λόγο:  έκθεσις  έχει  ώδε" 
«Γαληνότατε  άρνων'. 

«Μόλις  κατά  τάς  τελευταίας  ταύτας  ήμερα:  αφίχθησαν  μοι  ενταύθα 
αϊ  παραγγελίαι  τής  Υμετέρας  Γαληνότητος  αί  χρονολογίαν  φέρουσα  ι 
15  Ιστάμενου  μηνός  μετά  τής  εσωκλείστου  περιλήψεως  τής  επιστολής 
του  έζονωτάτου  γενικού  προνοητου  του  Μορέως  κυρίου  *, 

'  Οϋτω,  56Γ6ηί85ΪΠ10  ρΓΪΐΙΟΪρο,  έπεγραφον  είς  τάς  έπιστολάς  αυτών  οι  Βενετοί 
αρχοντις,    καίπερ    έπιστέλλοντες    είς  τήν  γερουσίαν. 

3  Λείπει  προφανώς  τό  όνομα  τοϋ  γενικού  προνοητου"   ηρ/,ε  δέ  τότε  υ  ΑαΙΟΟΪΟ  Ζίίΐΐυ, 


—  618  — 

έςαιτουμένου  συμβουλήν  περί  των  μέτρων,  άτινα  θα  ενομίζοντο  κατ- 
άλληλα προς  διάταζΊν  των  κατ'  άπηρχαιωαένον  έ'θος  τελουμένων  εν 
τούτω  τω  βασιλείω  εμπορικών  πανηγύρεων  και  περί  του  αν  πρέπη  να 
συγκατάνευση  ό  τιμιώτατος  εις  την  ΐδρυσιν  άλλων  τινών  αγορών,  αίτι" 
νες,  φαίνεται,   εϊνε  έπιθυμηταί  έν  διαφόροις  τόποις  τών  λαών  εκείνων1. 

α  Ανατιθέμενης  δ'  εις  έμέ  τόν  ασθενή  υπό  του  υπάτου  κύρους  τών 
υμετέρων  έςοχοτήτων  της  εντολής  να  υποβάλω  τάς  εμάς  εΰπειθεϊς  κρί' 
σεις  περί  της  είςαγωγής  τών  ρηθεισών  αγορών  και  ανακοινώσω  όποιας 
ενεργείας  έκαμα  μετά  τών  συνδίκων  περί  τών  τοιούτων  και  περί  του 
τι  θα  συνετέλει  μάλιστα  εις  τούτο  άνευ  σπουδαίας  βλάβης  τών  δημο- 
σίων τελών,  άρχομαι  έκθετων  μετά  της  συνήθους  μοι  άφοσιώσεως  και 
υποταγής  ό  τι  θεωρώ  άναφερόμενον  εις  το  προκείμενον  θέμα. 

«Πέντε  λοιπόν  πρωτεύουσαι  έλληνικαί  πανηγύρεις  τελούνται  μόνον 
άπαζ  ετησίως  έν  τω  βασιλείω  του  Μορέως,  ή  μεν  πρώτη  κατά  μήνα 
Μάϊον  έν  τη  χώρα  Γαστούνης,  ή  δε  δευτέρα  κατ'  Ίούνιον  έν  Τριπο- 
λιτσά,  ή  τρίτη  [και  τετάρτη]  κατ'  Αύγουοτον  ή  μεν  έν  τφ  τόπω  τω 
καλουμένω  'Αγίω  Ιωάννη  τω  προςκειμένω  εις.  .  .  .  ,  ή  δε  εν 
τινι  θέσει  ονομαζόμενη  τό  Τζαμί  (Ια  ΜοδοΗθβ)  μεταξύ  Καλαβρύτων 
και  Γαστούνης  .  .  .  ,  ή  δε  τελευταία  κατά  Σεπτέμβριον  έν 
τη  χώρα  τών  είρημένων  Καλαβρύτων.  Διαρκουσι  δε  αύται  δέκα 
πέντε  ημέρας  και  γίνεται  έν  αύταΐς  συναλλαγή  μετάξης,  έρίων,  υφα- 
σμάτων, πανικών  και  όμοιων  πραγματειών,  ώς  και  παντοειδών  σιτη- 
ρών και  ζώων.  Οΰδ'  ένόμισε  δέον  ή  αρχή  νά  έπιβάλη  οιονδήποτε 
δασμον,  άλλ'  άφήκεν  αΰτάς  απεριόριστους  ώς  ατελείς  έμπορικάς  παν- 
ηγύρεις ,  ώς  τούτο  έγίνετο  και  επί  τής  οθωμανικής  κυριαρχίας ,  καθ' 
όσον  ήουνήθημεν  νά  μάθωμεν  τούτο  δε  μάλιστα  ίνα  μη  διασπασθή 
διά  νέων  μέτρων  ή  αμοιβαία  αύτη  μεταξύ  υπηκόων  εμπορία.  Άλλ' 
όμως  εν  τη  πανηγύρει  τών  Καλαβρύτων  υπάρχει  περίβολος  τις  καλώς 

1  Το  -ρωτότυπον  τής  παραγράφου  ταύτης,  ής  ή  έννοια  εΐνε  εν  τισιν  ασαφής  διά  τήν 
άμυδροτητα  τής  γραφής  λέξεοίν  τίνων,  έχει  ώς  έπεται*  Ια  Γ-υβδΓ  αΙΙϊΟΊΪ  §Ϊ0Γαί  50- 
Ι&οιεοΙβ  αιϊ  ίατοηο  &ν«ιαζ3ΐβ  Ά  (ΐαβδία  ραιΊβ  Ιβ  οοοιαιϊδδίοοϊ  άΐ  νοδΙίΕ  8βΓβ- 
αί(3  013.10316  15  οοιτ.  οοα  Ι'ϊακβΓίο  Οαρίΐοΐο  άί  ΙβΙΐβΓ-ι  άβΙΓΕοο™0  8ί£Γ  ΡΓοννβά1- 
§βοβΓ&Ιβ  ίη  Μοι•βα οηβ  Γίοβκοα  \&  ΐαΐβαΐίοαβ  οποβ.  Ιβ  Γβ§ο1β  α,ααΐϊ 

(ΌδδβΓΟ   5ΐΪ0Ί3ΐΙβ  ρΓΟρί'ίβ  <1ϊ    ΓΪΙδδΟΪ ΟβΠβ  ΓϊβΓβ    ρβΓ  ΐθνβΙβΓ3.1θ    080  Λ 

ΡΓβΙϊο&Γβ  ϊα  ο,υεΙ  Κβ§οο,  οοαιβ  ρατε οαβοί  \ά  νΪΓΐϊι  δα»  3.  ρΓεδΙβτβ  1' 

35δβηδθ  ά\Υ  ϊοδίϊΐυΐϊοαβ  ο"  3ΐΙιβ  αιβ οηβ  ραΓβ  δΐίοο  ϊη  άίτβΓβί  Ιαοςο1 

άζ,  ςιαβί  Ροροΐί  άβϊΐάβΓ&Ιϊ. 


—  619  — 


ωκοδιψΥ)ΐ/.ένος  κτιρίων  καταλλήλως  διατεθειαε'νων  δίκην  εργοστασίων, 


> 
α• 


ανν,κων  άλλοτε  τοις  Τούρκοις,    ού  γίνεται  γρ-ησι;  προς  ύποστεγον  έν- 
αποθεσιν  των  πραγματειών  των  έμπορων  ι.    Τούτον  δε  τόν  περίβολον 

Τοιαύτα  εινε  τα   έπί   της    τουρκοκρατίας   λεγόμενα    καραβανύεράία,  ών    ϊν  έν 
Κορίνθίϋ  παριστάνει  τ,  παρατιθεμένη  είχών. 


—  620  — 

κατά  την  αυτόθι  τελευταίαν  (/.ου  διαμονήν  έκθέσας  εις  δημοσίαν  πλειο- 
δοσίαν  κατώρθωσα  να  εκμισθώσω  αντί  έβδομήκοντα  ρεαλίων  ετησίως, 
εν  φ  πρότερον  είςεπράττοντο  ές  αύτοΰ  μόνον  πεντήκοντα-  έπέβα- 
λον  ο  άμα  είς  τους  έκμισθωτάς  καϊ  την  ύποχρέωσιν  να  έγείρωσιν 
ϊοίαις  δαπάναις  τα  των  εργαστηρίων  τούτων,   άτινα  έσον- 

ται άςια  λόγου,  μέλλοντα  ναύξήσωσι  κατά  τά  προςεχή  έτη  το  τί- 
μημα της  εκμισθώσεως. 

«  ΙΙαρακινηθέντες  δ'  ϊσως    υπό  τούτου    του  παραδείγματος    έξγ)τή- 
σαντο   οί  κάτοικοι    τοΰ   Μυστρά  την   οΐκοδόμησιν    Ιν   τφ   τόπω 

.    κειμένω ,  δντι  δέ  όλως  κενφ,  ομοίων 

εργαστηρίων ,   έφ '  φ   θά  παρεδέ^οντο    καϊ    την 

καταβολήν  ετησίας  τίνος  εΐςφοράς.  Επειδή  δέ  την  περί  τούτου  άπό- 
φασιν  άνέβαλον  εκάστοτε,  διστάζων  μή  τοιούτος  νεωτερισμός  προκα- 
λέση  τους  ενδοιασμούς  της  επιεικούς  γερουσίας,  φρονώ,  ότι  κατά  τήν 
έμήν  ταπεινήν  γνώμην  ή  εις  αυτούς  τώρα  παρονή  της  συνδρομής 
ήδύνατο  νά  συνδυάση  μετά  της  εύχαριστήσεως  των  ανθρώπων  εκεί- 
νων και  της  διακοσμ,ήσεως  τοΰ  τόπου  καϊ  δημόσιον  τι  όφελος.  Επ- 
αναλαμβάνω δέ  ταπεινώς,  ότι  ή  εις  αυτούς  επιβολή  οιουδήποτε  άλ- 
λου δασμού  θά  ήθελεν  έμποιήσει  ου  μικράν  λύπην  είς  άνδρας  είθισμέ- 
νους  πάντοτε  νά  τυγχάνωσιν  έν  τοις  τοιούτοις  πλήρους  άτελείας. 
"Αλλως  δέ  οϋδεμίαν  τά  τοιαύτα  έπιφέρουσι  βλάβην  εις  τά  δημόσια 
τέλη,  εΐςπραττόμενα  μόνον  έν  τοις  έμπορίοις  (δοαίβ)  κατά  τήν  είς 
τό  βασίλειον  είςαγωγήν  και  τήν  έκ  τούτου  έξαγωγήν,  ελευθέρου  δν- 
τος  του  κατά  ζηράν  διαμετακομιστικού  εμπορίου*  μάλλον  δέ  προζε- 
νεΐται  καί  τι  όφελος  είς  τά  τέλη,  των  κατοίκων  έ/όντων  τό  έ'θος  νά 
προςάγωσιν  ίδίαις  δαπάναις  εις  τάς  προκειμένας  έμπορικάς  πανηγύ- 
ρεις τάς  πραγματείας  περί  ας  διατρίβουσι,  συνισταμένας  τό  πλείστον 
έκ  μετάξης  καί  έρίων  ,  αΐτινες  έξαγόμεναι  έπειτα  έκ  του  βασιλείου 
έπιφέρουσι    τό    κέρδος    τοΰ    εξαγωγικού   τέλους. 

«  Πλην  δέ  τούτων  τελούνται  άγοραί  τίνες  καθ'  ώρισμένας  ημέρας 
πάσης  εβδομάδος,  είνε  δ'  αί  έξης"  κατά  Κυριακήν  έν  Πάτραις,  Κορώ- 
νη, Μεθώνη,  Κελεφά,  Κορίνθω,  "Αργεί,  Μυστρα  καί  Βοστίτζα,  κατά 
Δευτεραν  έν  Τριπολιτσά,  Καρυταίνη,  Ζαρνάτ<£,  κατά  Τετάρτην  έν 
Νησίω  ...  1,  μεγάλοις  χωρίοις.  κατά  Σάββατον  έν  Ναυ• 
'  Έν  τω  πρωτοτυπώ  η  λέξις  Εϊοΐίηΐίί .. 


—  621    — 

πλίω  και  Καλαμάτα*  είνε  8ε  αύται  καθιδρυμέναι  δια  τάς  συνήθεις 
χρείας  των  κάτοικων  και  ιοιως  των  χπορων  εκ  των  περικειμενων  χω- 
ρίων, οΐτινες  έκποιοΰντες  τα  σιτηρά  αυτών  και  άλλους  καρπούς  των 
αγρών  πορίζονται  τα  κατ'  οίκον  χρειώδη.  Ούδ'  εις  ταύτας  δε  τάς 
αγοράς    έκριναν    πρέπον    οι    σύνδικοι    νά  έπιβάλωσι    χείρα. 

«Ή  δε  άπόφασις  περί  της  επιθυμίας  ην  έπιδεικνύουσί  τίνες  τών 
λαών  εκείνων,  νά  εΐςαγάγωσι  και  άλλας  τών  ρηθεισών  πανηγύρεων, 
πέντε  αγοράς  %  ένθα  νυν  δεν  ύπάρχουσιν,  απαιτεί  σκέψιν  ου  μικράν 
διότι  πλην  το)ν  ....  επιτυχιών  άς  συνεπιφέρουσιν  οί  νεωτε- 
ρισμοί, πρέπει  νά  γείνη  σκέψις,  ότι,  καίπερ  ούτοι  δντες  κατά  βούλησιν 
τινών,  δυνατόν  νά  μή  εύχαριστήσωσιν  άλλους,  είθισμένους  νά  έπωψε- 
λώνται  εκ  της  χρήσεως  τών  νυν  ύπαρχουσών  πανηγύρεων,  αίτινες 
τούτων  πληθυνομένων  θά  έβλάπτοντο  ΐκανώς  εν  τί)  ύπολήψει  τγι  αναγ- 
καία προς  συρροήν  του  πλήθους,  καθισταμένης  κοινής  της  πανηγυρικής 
εκείνης  συνελεύσεως,  ήτις  ούσα  σπανία  συνεπάγεται  άζίαν  και  τιμήν. 
Διό,  αδυνάτου  οντος  νά  κερδηθή  εντεύθεν  δημοσία  τις  ωφέλεια  και 
άλλως  καθισταμένου  αμφιβόλου  του  αποτελέσματος  όπερ  ήδύνατο  νά 
έπέλθη,  θά  ένομιζον  προςήκουσαν  ή  μόνον  την  παραχώρησιν  άδειας 
μετά  μεγάλης  έπιφυλάςεως  μόνον  έν  τόπω  απομεμακρυσμένα)  άπο 
τών  ήδη  καθ'  α  ανωτέρω  εϊπομεν  τελουμένων,  ή  μάλλον  τήν  προς 
ώραν  τελείαν  άναβολήν  Τούτο  δε  ήδυνατο  νά  γείνη  υπό  τάς  διατυ- 
πώσεις άς  θά  έφρόνει  καταλλήλους  και  έπιτηδειοτάτας  ό  έςοχώτα- 
τος  γενικός  προνοητής  κ.  Ζένος,  όςτις,  λαμβάνων  τά  δέοντα  μέτρα 
περί  του  προκειμένου,  θά  δυνηθη  νά  εξοικονόμηση  τά  πράγματα  δια 
της  μεγάλης  φρονήσεως  της  πάντοτε  συνοδευούσης  τάς  συνετάς  αΰτοϋ 

αποφάσεις. 

«Ταΰτα  ο'  είνε  πάνθ'  όσα  ήδύναντο  έπί  του  προκείμενου  νά  ύπο- 
βληθώσιν  ύπό  της  αναλλοίωτου  έμής  εύπειθείας  εις  τήν  σεβαστήν  και 
ΰπερτάτην  κρίσιν    της   'ϊ'μετέρας  Γαληνοτητος.  Χαίρετε». 

τ?ί  28  Δεκεμβρίου  1691. 

ΔΟΜΕΝΙΚΟΣ  ΓΡΙΤΤΙΙΣ 
μετά  τήν  έπάνοδον  άπό  της  λειτουργίας  συνδίκου  του  Μορεω;». 

3  Το  πριυτότυκον  έχει  ώδε-  (Γ  ίηΙΐΌΐΙαπβ  &1ΐΓβ  (Γβ536  ΠβΓβ,  Ο ί ιι« | ικ*  Π16ΙΌ&ΙΪ, 
<>ν<:  ρΐ'βδβπίβΐϊίβηΐβ  ΠΟΙ)  Ν0110.  Εινε  δ'  7,  φράαι;  ΐΊΙκμίβ  ΐηβίοαίΐ  κατά  γενικί,ν, 
νοουμένων  τών  προμνημονευθεισών  πέντε  πανηγύρεων,  ή'  κατ'  αιτιατικών,  προκειμένου 
περί  νέων;  Πιατεύω  μάλλον  τό  δεύτερον,  οίίτω  οέ  και  μετέφρασα. 


—  622  — 

Και  τοιαύτη  {/.εν  ή  άξια  λόγου  αύτη  εκθεσις.  Και  άλλως  δε  ειχον 
φροντίσει  οι  σύνδικοι  περί  των  αγορών  των  εν  Πελοποννήσω.  Έπι- 
σκεφθέντε;  τελευτώντος  του  1689  την  Καλαμάταν  έθεώρησαν  μεν 
άξίαν  λόγου  την  έν  αυτή  βιομηχανίαν  των  μεταξίνων  υφασμάτων,  άλλ' 
έστρεψαν  την  προςοχήν  αυτών  και  εις  την  συναγειρομένην  έκεϊ  άγο- 
ράν,  περί  ης  γράφουσιν  εις  την  γερουσίαν  εκ  Κορώνης  τη  25  Νοεμ- 
βρίου 1 689  τάδε*  « Έν  τών  άξιολογωτάτων  πλεονεκτημάτων  τών 
καθιστώντων  ττου^αϊον  τον  τόπον  εκείνον  εΰρομεν  την  εΐςαγωγήν  της 
αγοράς  αυτών,  ει:  ην  συρρέει  αληθώς  μέγα  πλήθος  λάου,  συνεπιφέ- 
ροντος  και  την  συμβολήν  ουκ  άσημου  εμπορίου.  Άλλ'  εύρόντες  αυ- 
τήν καθιδρυμένην  κατά  Κυριακήν,  την  μόνην  ήμέραν  καθ'  ην  οί 
"Ελληνες  τελοΰσι  την  ίεράν  λειτουργίαν,  παρετηρήσαμεν  το  μέγα 
άτοπον  της  υπό  τών  πλείστων  εκείνων  τών  ανδρών  χάριν  επιμελείας 
τών  ίδιων  συμφερόντων  τελείας  παραμελήσεως  του  ουσιώδους  καθή- 
κοντος- της  θείας  λατρείας».  "Ενεκα  δε  τούτου  του  άτοπου  ή  φιλακό- 
λουθος  τών  συνδίκων  επιτροπεία  ώρισεν  ως  ήμέραν  της  αγοράς  αντί 
της  Κυριακής  την  Τρίτην. 

Τοιαϋται  αί  έμπορικαί  πανηγύρεις  της  Πελοποννήσου  έπϊ  Βενετών. 
Αϊ  ιχείζονες  τούτων  και  καθ'  άπαξ  γινόμεναι,  συμπίπτουσαι  μετά 
θρησκευτικών  εορτών  ή  τελούμεναι  έν  ήμέραις  συγκομιδής  ώρισμένων 
καρπών  ή  κατά  φυσικάς  τινας  τροπάς,  είνε  λείψανα  χρόνων  πανάρ- 
χαιων, ΰπήρχον  αί  αύται  κατά  τήν  αρχαιότητα,  ομοίως  ετελουντο 
έπί  Βυζαντινών,  τον  δε  σημερινόν  αυτών  χαρακτήρα  μόλις  ϊσως  θά 
μετάλλαξη  ή  αύξησις  τής  επικοινωνίας  και  επερχόμενη  τις  μείζων 
ευμάρεια  τών  κατά  τον  βίον.  Διότι  τήν  αρχήν  αυτών  δεν  εχουσι  μό- 
νον έν  τη  καθ'  ήμέραν  ανάγκη  τη  εμπορική,  άλλ'  έξις  απηρχαιωμένη 
έβάθυνεν  αυτών  τήν  ούσίαν,  συνδυάσασ'  αΰτάς  μετά  τών  εποχών 
τής  άγηράτου  και  αιωνίου  φύσεως  και  μετά  θρησκευτικών  τίνων  ιδε- 
ών εκ  τών  αναλλοίωτων  εκείνων  και  άπό  τοϋ  εκάστοτε  πιστευομένου 
θρησκεύματος  ανεξαρτήτων. 


ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ   ΠΕΡΙ   ΡΗΓΑ   ΚΑΙ   ΠΕΡΡΑΙΒΟΓ* 


α'  Ή  εΐκών  Αλεξάνδρου  τοΰ  μεγάλου.  —  (Γ  Χάρτα  της  Μολδαβίας.— 
γ'  Νέαι  εΙκόνες  του  'Ρήγα. —  δ'  Ό  Θούριος  τοϋ  'Ρήγα. —  ε'  Ή  Οφρα- 
γχς  τοϋ  ΧατζτιβαΟίλη. —  <-'  "Αγνωότα  ποιήματα  τοϋ  Περραιβοϋ.— 
ζ'  Περίεργον  έγγραφον  τοϋ  Περραι6οϋ. 


Χαρά    ς  τους  πεθαμμένους• 
άλλοίμονο  'ς  εμάς. 

Ή  επιτυχέστατη  αύτη  κατακλεΐς  τοΰ  είς  τον  Σολωμόν  επί  τη 
έκατονταετηρίδι  της  γεννήσεως  αύτοΰ  προςφάτου  ωραίου  ποιήματος 
του  Γερασίμου  Μαρκορά  δύναται  να  έφαρμοσθή  και  εις  την  εκατον- 
ταετηρίδα τοΰ   μαρτυρίου  'Ρήγα   τοΰ   Βελεστινλή. 

Και  ή  μέν  γενε'τειρα  τοΰ  πρωτομάρτυρος,  περί  ιδίας  άπό  της  τέ- 
φρας και  των  ερειπίων  αναστάσεως  μεριμνώσα  κατ'  ανάγκην  εν  τοις 
πρώτοις,  δεν  ήδύνατο  ούτε  να  φαντασθη  να  εορτάση  προςηκόντως 
την  άξιομνημόνευτον  έκείνην  II  ή  12  Ιουνίου  τοΰ  1798,  άφ  ης 
συμπληροΰνται  εκατόν  ακριβώς  ετη  μόλις  την  ύστεραίαν  της  άπο 
νέου    τουρκικού    ζυγοΰ    άπολυτρώσεως    της    Θεσσαλίας. 

Άλλ'  ή  άνεπίληστος  ήμερα  δεν  πρέπει  να  παρέλθη  χωρίς  να  στρέ- 
ψωμεν  και  πάλιν  τον  νουν  προς  τον  μάρτυρα.  Δεν  πρόκειται  περί  έξι- 
στορήσεως  των  κατ'  αυτόν  και  εκθέσεως  των  κατά  το  μέγα  μ«ρτύ- 
ριον.  Ταΰτα  όφείλουσι  να  είνε  γνωστά  εις  πάντα  "Ελληνα  μετά  τάς 
προ  ολίγων    μόλις   ετών   γενομένας   περί   αυτών   ευρείας    δημοσιεύσεις 

*  Έδημοσίίύθη  τό  πρώτον  ΐν   τϊ)  Έθνιχί)  Άγωγί)    Έτ.  Α'  (1898)  σ.   129  χ.  έ., 
147  χ.  Ι.,  163  χ.  έ.  180  χ.  Ι. 


Ι 


—  624  — 

και  αποκαλύψεις1.  Άλλ'  επιτρέπεται  ή  (/.άλλον  επιβάλλεται  ή  συμ- 
πλήρωσις  αυτών  δια  παντός  δ  τι  νέον  περί  αΰτοΰ  ήδυνήθη  να  προςθέ- 
ση  έκτοτε  ή  έρευνα.  Μετά  δε  του  'Ρήγα  συνδέεται  άναποσπάστως 
ό  θαυμασίως  σωθείς  συνεργός  αΰτοΰ  Χριστόφορος  ό  ΓΙερραιβός  ό  και 
βιογραφήσας  τον  μέγαν  Θεσσαλόν  μόλις  έξήκοντα  και  δύο  όλα  έ'τη 
μετά   το   μαρτύριον. 

Και  δεν  άποτελοΰσι  μεν  όσα  νέα  εχω  νά  προςθέσω  ίστόρημα  συνα- 
φές, άλλ'  αναφέρονται  εις  διάφορα  σημεία  εν  τω  βίω  τοΰ  'Ρήγα  και 
του  Περραιβοΰ  και  τω  περί  αυτών  λόγω.  Οΰχ  ήττον  νομίζω,  ότι  και 
τα  άπλα  ταύτα  σημειώματα  δέν  εΐνε  περιττή  συμβολή  εις  την  δια- 
φώτισιν  τών  κατά  τους  άνδρας  εκείνους  έν  αίς  ήμέραις  έδει  υπό  αλ- 
λάς συνθήκας  νά  τελέσωμεν  τοΰ  μαρτυρίου  τοΰ  'Ρήγα  την  έκατοστήν 
άμφιετηρίδα 

α'    Ή   εΐ/ών  Αλεξάνδρου  τοΰ  μ,εγάλον» 

Μεταζΰ  τών  δημοσιεύσεων,  δι'  ών  ό  'Ρήγας  έσκόπει  την  διέγερσιν 
τοΰ  φρονήματος  τών  Ελλήνων,  ητο  κατά  τά  πρακτικά  της  ανακρί- 
σεως και  εΐκών  Αλεξάνδρου  τοΰ  μεγάλου,  άντιγραφεϊσα  έκ  δακτυλιο- 
λίθου  τοΰ  έν  Βιέννη  μουσείου.  Λέγονται  δε  συνοδεύουσαι  τήν  εικόνα  ση- 
μειώσεις περί  τών  πράξεων  τοΰ  ήρωος,  ελληνιστί  και  γαλλιστί  ύπ'  αΰτοΰ 
τοΰ  'Ρήγα  γεγραμμέναι.  Ή  εΐκών  αύτη  κατά  τήν  όμολογίαν  τοΰ  'Ρήγα 
εξεδόθη  χάριν  τοΰ  επαναστατικού  σκοποΰ.  Έξετυπώθησαν  δ'  αυτής 
αντίτυπα  χιλ'.α  όιακόσια,  ών  τίνα  μεν  διενεμήθησαν  δωρεάν  εις  τους 
"Ελληνας  τους  παρεπιδημοΰντας  έν  Βιέννη  καθ'  ον  χρόνον  ό  'Ρήγας 
τήν  πόλιν  έκείνην  είχεν  έργοστάσιον  τών  διεγερτικών  τοΰ  γένους  δη- 
μοσιεύσεων αΰτοΰ.  τινά  δε  παρεδόθησαν  εις  πώλησιν  αντί  της  ευτε- 
λούς τιμής  είκοσι  κρεύτσαρίων,  ήτοι  πεντήκοντα  περίπου  λεπτών  χά- 
ριν ευρείας  διαδόσεως  2. 

1  "Ιδε  Ανέκδοτα  έγγραφα  περί  Ρήγα  Βελεστινλή  και  τών  συν  αύτώ  μαρτυρησάντων 
εχ  τών  έν  Βιέννη  αρχείων  έξαχθέντα  και  δημοσιευθε'ντα  υπό  ΑΙμιλίον  Λεγράνδ  μετά 
μεταφράσεως  Ελληνικής  υπό  Σττυρ.  II.  Λάμπρου.  Λαπάναις  της  Ιστορικής  και  εθνο- 
λογικής εταιρείας  της  Ελλάδος.  'Λθήνησι.  1891.  (Και  έν  τω  Δελτίω  της  Ιστορικής 
και  εθνολογικής  εταιρείας  Τόμ.  Γ'  σ.  585  κ.  ε.). —  Σπυρ.  Π.  Λάμπρου  Αποκα- 
λύψεις περί  του  μαρτυρίου  τοΰ 'Ρήγα  μετά  εικόνων  και  πανομοιότυπων. "Εκδοσις  Εστίας. 
Έν  "Αθήναις.  1892. 

2  "Ιδε   Αποκαλύψεις  περί  τοΰ  μαρτυρίου  τοΰ  'Ρήγα  σ.  31. 


—  625  — 

Ή  εΐκών  αύτη  καίπερ  εις  ίκανον,  καθ'  α  ειπον,  πλήθος  αντιτύπων 
έκτυπωθεϊσα  ήτο  εντελώς  άγνωστος  μέχρι  τούδε,  οΰδενός  των  αντιτύ- 
πων κατά  το  φαινόαενον  διασωθέντο:.  Άλλα  τον  Σεπτέαβειον  του 
1896,  διατρίψας  έπΐ  βραχύ  έν  Μεσσηνία,  ηύτύχησα  να  ίδω  παρά  τω 
κ.  Λ.  Πόταρη  έν  Καλάμαις  το  πρώτον  και  μόνον  μέχρις  εκείνου  του 
έτους  γνωστόν  άντίτυπον  της  εικόνος.  Ανήκει  δε  τούτο  εις  τον  εν 
Μεσσήνη  (Νησίω)  δικηγόρον  κ.  Νικήταν  Στρατηγόπουλον  κατά  δέ 
τάς  βεβαιώσεις  αΰτοΰ  έδώρησεν  αυτό  προ  πολλών  ετών  εις  την  αητέ- 
ρα  του  έν  Ζακύνθω  ή  θυγάτηρ  του  Κολοκοτρώνη  κ.  Παλάσκα,  κατέ- 
χουσ'  αυτό  πιθανώτατα  εκ  δωρεάς  του  Κωλέττη. 

Μετά  τίνα  δ'  έ'τη  άνεύρον  και  δεύτερον  άντίτυπον,  παραδόξως  έν 
αύτη  μου  τη  βιβλιοθήκη.  Έλάνθανε  δε  τούτο,  άτε  συνδεδευ,ένον  άπό 
μακρού  μετ'  αντιτύπου  της  έν  Κέρκυρα  έκοιάομένης  προ  πολλών 
ετών  εφημερίδος  Ό  'Ρήγας  και  ή  Φωνή  τοΰ  Ιονίου,  ης  παρα- 
ληφθείσης  έκ  της  πατρικής  μου  βιβλιοθήκης  έτυχε  νά  μη  κάμω  ποτέ 
πρότερον  χρήσιν.  Το  άντίτυπον  δε  τούτο  της  εικόνος  έδώρησα  εις  την 
Ίστορικήν  και  έθνολογικήν  έταιρείαν. 

Ή  είκών  αύτη  είνε  χαλκογραφία  0,4 3χ0.  2 7  τοΰ  γαλλικού  μέτρου. 
Είνε  δ'  εΐλημμένη  έκ  δακτυλιολίθου  άχάτου  άποκειμενου  έν  Βιέννη 
και  έχοντος  μέγεθος  0,035.  Εϋρηται  δ'  ό  λίθος  ούτος  άποτετυπωμέ- 
νος  έν  φυσικώ  μεγέθει  κατά  την  άνω  άριστεράν  γωνίαν  της  χαλ- 
κογραφίας, καϊ    φέρει    ακριβώς    κάτωθεν    τάς    λέξεις 

•μί'γεθος  τϊϊς  πέτρας 
ξταηάβαΓ  άβΐ '  α^αΐ/ιβ 

Δεξιά  δε  του   αποτυπώματος  τού  λίθου  είνε   άναγεγραμμένα  τάδε" 

αΤό   έγχάραγμα   τούτο   παριστάνει   τό    πρόσωπον  τού  Αλεξάνδρου 

»  και  τών  4:  αρχιστρατήγων  του,  καθ'όμοίωσιν  μιαίς  Ανατολικής  κοκκί- 

»  νης  πέτρας   Άγάθου,  ήτις  ευρίσκεται  είς  τό  αύτοκρατορικόν  ταμεϊον 

»  έν  Βιέννη,    τα  4  :  τριγυρινά  εικονίσματα,    παριστάνουν,    τό  1  :   την 

»  θριαμβευτικήν  εϊσοδόν  του   εις  την   Βαβυλώνα,  τό  2:  την  φυγήν  τών 

»  περσών  εις  τον   Γρανικόν   Ποταμόν.  τό  3  :   την  ήτταν  τού   Δαρείου. 

»  και   τό    4  :    τήν    φαμιλίαν    τού   νικημένου  τούτου    βασιλέως    εις    τους 

«πόδας  τού  Αλεξάνδρου». 

4(1 

ΕΠΓΡ.    Π-    ΛΑΜΠΡΟΓ,     Μ1ΚΤΑΙ    ΕΕΛ1ΔΕΪ  ιυ 


—  626  — 

Χωρίζονται  δε  ταΰτα  δια  γραμμής  καθέτου  άπό  της  γαλλικής  με- 
ταφράσεως του  σημειώματος  τηςδε,  ην  αναγράφω  ακριβώς  ως  έχει* 

Οβί,Ιβ  ^ΓαναΓβ  ΓβρΓβδβηΙθ  1β  βιΐδί,θ  <Γ  Αΐβχαηατβ  βί  οβιιχ  άβ 
δβ§  4  :  σβηβΓααχ  (1'  αρΓβδ  ιιηβ  α^&ίΐιβ  ι*ου§6  ΟπθηΙ&ΙΙβ,  ςιιί  8β 
ΐΓοανβ  (Ι&ηδ  1β  οοώίηβΐ  ΙπιρβπΕί  α  νίβηηβ.  Ιββ  (^υαΐΓ^  1&1)1&αχ 
αα  ροϋΓίοαΓ,  ΓβρΓβδβηΙβηΙ.  1β  1:βΓ  δοη  βηΐΓββ  ΙποιηρΙίΕΐβ  άβηδ 
Βαβνίοηβ.  1β  2:άβ,  Ια  άβΓοαΙβ  άβδΡβΓδβδ  αα  σρ^πΐφΐβ,  1β  3:ωβ  Ια 
(ΙβίαΐΙβ  Ιοί,αΐβ  άβ  Οαπαδ,  βΐ  1β  Α:106  Ια  ίαπιίΐΐθ  άβ  οβ  γοϊ  ναίηοα 
αυχ  ρΐβάδ  ά'  ΑΙβχαηάΓβ. 

Το  δε  μέσον  του  δλου  κατέχει  ή  παράστασις  τοΰ  λίθου  έν  μεγεθύν- 
σει  (0,28-0,24),  ούσα  οκτάγωνος.  Τάς  τεσσάρας  γωνίας  κατέχουσι 
κεφαλαΐ  φέρουσαι  τάς  έπιγραφάς  ΠΤΟΛΕΜΑΙΟΣ.  ΚΑΣΣΑΝΔΡΟΣ, 
ΣΕΛΕΥΚΟΣ  και  ΑΝΤΙΓΟΝΟΣ.  Και  ό  μεν  Πτολεμαίος,  κοσμών 
την  κάτω  άριστεράν  γωνίαν,  παριστάνεται  κατά  κατατομήν  και  έχει 
μορφήν  πρεσβυτικήν,  ό  δε  Κάσσανδρος,  κατέχων  την  κάτω  δεξιάν 
γωνίαν,  φέρει  κράνος,  ό  Σέλευκος  είν'  έκτετυπωμένος  έν  τη  άνω  αρι- 
στερά και   ό  Αντίγονος,  νεαρός   και  φορών  κράνος,  έν  τη  άνω  δεξιί. 

Τά  δέ  κατά  το  ανωτέρω  παρατεθέν  σημείωμα  τοΰ  'Ρήγα  4  τρί- 
γι/ρινά  εικονίσματα  (ηιιαίΓβ  ΙαΜαυχ  αα  ρουιΊοιίΓ)  ανταποκρί- 
νονται προς  τά  έν  αύτώ  αναγραφόμενα  θέματα.  Και  έν  μεν  τη  κατά 
το  κάτω  μέρος  εΐκόνι,  έν  ή  παριστάνεται  ή  εις  την  Βαβυλώνα  εϊςο- 
δος  τοΰ  Αλεξάνδρου,  διακρίνομεν  πομπην  μεγαλοπρεπή,  λάβαρα,  δά- 
δας, αυλούς,  κιθάρας.  Οι  δέ  φέροντες  ταΰτα  πομπαγωγοί  προπορεύ- 
ονται λαμπροΰ  δίτροχου  άρματος,  συρομένου  υπό  μεγάλου  έλέφαντος. 
Εντός  δ'αύτοΰ  φέρων  κράνος  εικονίζεται  ό  νεαρός  Αλέξανδρος.  "Οπι- 
σθεν δέ  τοΰ  άρματος  έπονται  έφιπποι,  και  την  ολην  εικόνα  κλείουσι 
κατά   τά  πλάγια  πυραϊ  και  άψϊδες. 

Ή  δ'  έν  τη  κατά  τόν  Γρανικον  ποταμόν  μάχη  φυγή  τών  Περσών 
παριστάνεται  άτακτος  και  βεβιασμένη  έν  συμφυρμώ  τόξων  και  ση- 
μαιών, ίππων  και  ανδρών  πιπτόντων.  Και  το  μεν  μέσον  της  παρα- 
στάσεως κατέχει  ό  ποταμός"  άπώτερον  δέ  διαφαίνεται  άλλη  παράτα- 
ξις  στρατού  και  έν  τω  δεξιώ  άκρω  δένδρον. 

Διά  δέ  της  τρίτης  εικόνος  της  παριστανούσης  την  ήτταν  τοΰ  Δα- 
ρείου μετατιθέμεθα  εις  μάχην,  καθ'  ην  ό  μακεδόνικος  στρατός  προ- 
ελαύνει, ηγουμένου    τοΰ   Αλεξάνδρου    καταφανούς    έπϊ  ίππου  θυμοιι- 


Ι 


—  627  — 

5ους.  Φεύγει  δέ  προ  των  έπελευνόντων  Μακεδόνων  η  ίππος  των  Περ- 
σων.  Κ.αι  τίνες  μεν  των  ίππων  φερουσιν  ετι  τους  φεύγοντας  αναοα- 
τας,  άλλοι  δε  τρέχουσιν  άνευ  των  αναβατών,  κείμενων  χαμαί.  Έν 
δέ  τω  άκρω  άριστβρώ  παριστάνεται  δένδρον. 

Ή  δέ  τελευταία  εΐκών  ή  έξεικονίζουσα  την  οΐκογένειαν  του  ηττη- 
μένου Δαρείου  παριστάνει  σκηνήν  ανηρτημένων  άπο  των  κλάδων  δύο 
δε'νδρων  και  άνοικτήν.  'Τπ'  αυτήν  δέ  κάθηνται  γυναίκες  κατηφή  έ'χου- 
σαι  την  όψιν,  έτοιμοι  νά  κλίνωσι  γόνυ  προ  του  είςερχομένου  Αλεξάν- 
δρου, έχοντος  έ'να  και  μόνον  άκολουθον. 'Ορθιαι  δέ  περί  αΰτάς  ΐσταν- 
ται  δε'κα  άλλαι  γυναίκες,  έν  αϊς  μία  γηραιά  παρασκευάζεται  νάσπα- 
σθη  τους  πόδας  του  Αλεξάνδρου.  Μακράν  δέ  διαφαίνονται  άλλαι 
σκηναί  του  στρατοπέδου  και  δένδρα. 

Αϊ  δέ  τέσσαρες  εικόνες  των  στρατηγών  και  αϊ  τέσσαρες  πέριξ  παρα- 
στάσεις πλαισιουσι  την  έν  τω  μέσω  μεγαλοπρεπή  εικόνα  του  Αλε- 
ξάνδρου, έν  κατατομή  παριστανομένου  και  φέροντος  κράνος,  έφ'  ου 
Πήγασος.  "Εχει  δ'  ό  Μακεδών  ώραίαν  βοστρυχώδη  κόμην  και  ωραιό- 
τατους, μεστούς  εκφράσεως  και  πυρός  τ•>ύς  οφθαλμούς.  Έπί  δέ  του  μό- 
λις προφαινομένου  θώρακος  υπάρχει  έπιτετυπωμένον  γοργόνιον  έ'νον 
υψιν  παιδικής  κεφαλής. 

Κάτωθεν  δέ  και  δεξιά  της  μεγάλης  ταύτης  παραστάσεως  φέρον- 
ται γεγραμμένα  τάδε* 

«Ό  Αλέξανδρος  γεννηθείς  εις  τους  355  :  προ  Χρίστου,  έσπούδαξε 
»  την  φιλοσοφίαν  είς  τον  Αριστοτέλη,  έκαμε  τα  πρώτα  δείγματα 
»  της  ανδρείας,  καϊ  της  πολεμικής  άξιότητός  του  εις  την  μάχην  της 
»  Χαιρώνειας,  ΰπό  την  διοίκησιν  του  πατρός  του,  και  όιεδέχθη  τόν 
»  θρόνον  της  Μακεδωνίας  21:  χρόνου,  γνωρισθείς  αρχηγός  τών  Έλ- 
»  λήνων  είς  τους  333:  διεύθυνε  τάς  δυνάμεις  των  κατά  τών  Περσών, 
»  ίχάλασε  την  αΰτοκρατορίαν  των  εις  την  Άσίαν  καϊ  Άφρικήν,  καϊ 
»  την  ηνωσε  μέ  την  έδικήν  του.  Πολλαί  αξιόλογοι  πόλεις,  σχεδόν  κ&ι 
»  την  σήμερον  άκόμι,  τώ  χρεωστούν  την  ΰπαρξίν  τους.  απέθανε  32  : 
»  χρόνων,  βασιλεύσας  12  :  » 

Κάτωθεν  δέ  φέρονται  γεγραμμένα  τα  εξής•  Εξεδόθη  παρά  τοΰ 
Τήγα  Βελεστινλίι  Θετταλοΰ,  χάριν  τών  Ελλήνων,  και 
φιλελλήνων.    1797. 


—  628  — 

Γραμμή  κάθετος  χωρίζει  τάνωτέρω  άπό  τής  έζής  γαλλικής  μετα- 
φράσεως. 

ΑΙρχαηάΓβ  ηβ  βη  355:  αναηΐ,  ^:  0:  βΐυάΐα  Ια  ΓϊΙοδοΓϊβ  δοαδ 
ΑπδΙ,οΙβ,  ΐ'ύ  8Θ8  ρΓβπιίβΓβδ  ρΓβυνβδ  άβ  ν&ΙβϋΓ  θΐ  άβ  Ιαίβηβ  ηπΐ- 
1ΐΐ3,ίΓβ8  α  Ια  ηαίαίΐΐβ  ίΐβ  ϋηίΓοηββ.  8οιΐ8  1β  (^οιηβηάβηίθηΐ  άβ 
βοή  ρβΓβ.  αιιηυβί  Π  8υβββ(1α  αα  ΐΓοηβ  (1β  Μαββοΐοίηβ  α  21:  αηδ. 
Ββοοηα  βηβί'  άβδ  ΟΓββδ  βη  333:  ϋ  βη  (ϋπ^βα  ΙουΙβδ  1β8  ίοΓββδ 
ουηΐΓβ  Ιβδ  ΡβΓδβδ.  (ΙοηΙ  Π  άβίπιΐβίΐ  Γ  βιηρΐτβ  βη  Αβΐβ  βΐ  βη 
Αίπςαβ,  βΐ  (}η'  ίΐ  «ίοίίζηίΐ  αα  δϊβη.  ρΙιΐδΐβϋΓδ  νΐΐΐβδ  (ΙΙοηδίάβΓα- 
οΐβδ,  ηιβιηβ  βηβοΓβ  αα]ουΓ(1'  Ιιαί,  Ιαΐ  (ΙοίνβηΙ  Ιβιιτ  βχΪ8ΐβηββ.  ϊΐ 
ιηοαηιΐ  α^β  άβ  32:  αηδ,  αρΓβδ  βη  ανοίτ  ι*β»ηβ  12. 

Και  κάτωθεν  Ραοΐΐβ  ραΓ  Βί^αδ  νβίβδίίηΐί  Τηβδ83ΐΐβη.  βη 
ΓανβιΐΓ  (Ιβδ  ΟΓββδ,  βΐ  άβδ  απιΐδ  (1β  Ια  §Γβββ. 

Τέλος  ο'  ή   όλη  εΐκών    πλαισιοϋται   ύπό    κοσμήματος    τετραγώνου. 

{$'  Χ-άρτα  τής  Μολδαβίας. 

Ώς  ή  είκών  του  Αλεξάνδρου,  οΰτω  μέχρι  τούδε  άγνωστος  ήτο 
και  ό  ειδικός  χάρτης  της  Μολδαβίας  ό  αναφερόμενος  έν  τω  φακέλω 
της  ανακρίσεως  του  'Ρήγα.  Εΐνε  γνωστή  ή  μεγάλη  Χάρτα  του 
'Ρήγα,  ης  Ικανά  περισώζονται  αντίτυπα,  ων  πάντων  άριστον  υπό 
εποψιν  διατηρήσεως  το  έν  τω  Μουσείω  της  Ιστορικής  καί  εθνολο- 
γικής εταιρείας  1.  Άλλα  δεν  πρόκειται  περί  ταύτης.  Πλην  αυτής 
ρητώς  μνημονεύονται  χάρται  τής  Μολδαβίας  και  Βλαχίας,  ων  ή  έ'κ- 
δοσις  εγεινε  όιά  χρηματικής  υποστηρίξεως  των  ηγεμόνων  των  χωρών 
εκείνων  Ύψηλάντου  καί  Καλλιμάχη.  'Ρητώς  δέ  μνημονεύεται  εν  τοις 
πρακτικοϊς  τής  ανακρίσεως,  ότι  καί  οι  χάρται  εκείνοι  ώς  ή  μεγάλη 
Χάρτα  έ^αράχθησαν  μεν  παρά  τω  έν  Βιέννη  χαρτογραφώ  Μύλλερ, 
έξετυπώθησαν  δε  παρά  τφ  Νΐΐοη.  'Αλλ'  ό  'Ρήγας  έπέρ.εινεν  έν  τη 
άνακρίσει,  ότι  εις  την  εκδοσιν  τών  χαρτών  εκείνων  δεν  ύπέκειτο  σκο- 
πός εθνικός,  έξειργάσθη  δ'  αυτούς  χάριν  του  έζ  αυτών  κέρδους-  καί 
ή   άνάκρισις   δέ   δεν  ήδυνήθη   νάποδείξη   τό   εναντίον2. 

1  "Ιδε  περί   τής  Χάρτας    τάς  εμάς    Άποχαλύψεις    περί  του  μαρτυρίβι*  τοΰ  "Ρήγα 
σ.  110  χ.  έ. 

2  Ένθ'  άν.   σ.  31. 


—  629  — 

Ώς  έκ  των  ανωτέρω  γίνεται  δήλον,  τους  χάρτας  εκείνους  έπρεπε 
να  φαντασθώμεν  νωριστούς  αλλήλων,  ενα  μέν  της  Μολδαβίας,  ενα 
δε  της  Βλαχίας.  Άλλα  περί  ουδετέρου  τούτων  έγράφη  τι  μέχρι  τού- 
δε" και  εγώ  δ'  αυτός,  δημοσιεύων  έν  ετει  1892  τας  περί  τοϋ  μαρτυ- 
ρίου του  'Ρήγα  αποκαλύψεις,  ουδέν  έγίνωσκον  περί  αυτών.  Άλλ'  ευ- 
τυχώς ευρίσκομαι  σήμερον  εις  θέσιν  να  γνωρίσω  έπ'  ευκαιρία  της  έκα- 
τονταετηρί^ος  του  'Ρήγα  τα  κατά  τον  έτερον  αυτών,  τον  της  Μολ- 
δαβίας. 

Άντίτυπον  αΰτου  απόκειται  έν  τη  Βιβλιοθήκη  της  Βουλής,  δπερ 
διέκρινα  μεταξύ  διαφόρων  τεμαχίων  της  μεγάλης  Χάρτας  επιδειχθέν- 
των μοι  1.  Προέρχεται  δε  τοϋτο  έξ  αγοράς,  και  φέρει  έν  τη  προς  τα 
δεξιά,  γωνία  εντός  ελλειψοειδούς  κοσμήματος,  έπιστεφομένου  άνω  δια 
κλάδων  δάφνης,   την  έπιγραφήν  τήνδε- 

ΓΕΝΙΚΗ   ΧΑΡΤΑ 


ΜΟΛΔΟΒΙ  ΑΣ, 

ΚΑΙ  ΜΒΡΟΤΣ  Τ12Ν  ΓΚΙΤΝΙΑΖΟΓΣΩΝ 
ΛΤΤ^  ΕΠΑΡΧΙΩΝ 

Πάρα  τοϋ  'Ρήγα  Βελεότινλή  Θετταλοί/ 
εκδοθείσα  χάριν  των  Ελλήνων  και  Φιλελλήνων.  1797. 

"Ε/ει  δ'  ό  /άρτης  πλάτος  μεν  Ο.δί  τού  γαλλικού  μέτρου,  ύψος 
δέ  0,63. 

Έν  τη  προς  αριστερά  γωνία  κάτωθεν  τού  τό  όλον  περιβάλλοντος 
περιθεωρίου  ευρίσκονται  αϊ  λέξεις 'Εχαράχθη  παρά  τού  Φρανσουά 
Μήλλερ  έν  Βιέννη. 

1  Ή  Βιβλιοθήκη  της  Βουλής  χέκ:ηται  πλην  αύτοϊν  χοα  όλόκληρον  την  Χάρταν  ίν 
άντιτύπω  χακής  διατηρήσεως.  Μεταξύ  δέ  των  τεμαχίων  της  μεγάλης  Χάρτας  εΰρηται 
και  ή  ϊοίαν  επιγραβήν  φέρουσα  Έπιπεδογοα»ία  της  Κωνσταντινουπόλεως,  ήν  χατα 
λάθος  ΐξέλαβεν  ώς  ειδικών  χάρτην  6  Ανδρόνικος  Δημητρακόπουλος.  "Ιδε  Απο- 
καλύψεις σ.  112.  Χωριστά  δέ  τεμάχια  της  μεγάλης  Χάρτας  ευρίσκονται  χαΐ  άλλαχού, 
οίον  τό  των  παριστρίων  /.ωρών,  έπιδειχθέν  μοι  έν  Νησίω  παρά  τοϋ  χ.  Λουίζου. 


—    630  — 

Περιλαμβάνει  δε  ό  χάρτης  τάπό  της  43  μέχρι  της  50  μοίρας 
βορείου  πλάτους  και  τι  πλε'ον  και  τάπό  49  μέχρι  45  σχεδόν  μοίρας 
μήκους. 

Ύπό  χαρτογραφικών  δ'  έποψιν  το  έργον  τούτο,  έχον  τον  αυτόν 
συντάκτην  και  τον  αυτόν  χαλκογράφον  και  ή  μεγάλη  Χάρτα  του 
'Ρήγα  ή  παρά  του  Μύλλερ  χαραχθεΐσα,  εϊν'  έκτετελεσμένον  καθ' 
όμοιον    και    εκείνη    τρόπον. 

Άξια  δέ  ιδίας  μνείας  εϊνε  η  εν  τη  άνω  δεξιά  γωνία  εΐκών,  έχουσα 
μήκος  μεν  0,19,  πλάτος  δε  0,125.  Βλέπομεν  δ1  έν  αύτη  διαφόρους 
παραστάσεις,  έν  αις  κάτω  μεν  το  βούκρανον  ως  σύμβολον  της  Μολ- 
δαβίας έν  μέσω  και  γυναίκα  έκ  δεξιών  κρατούσαν  κάλαμον  εκ  πτε- 
ρού και  γράφουσαν  εις  βιβλίον  έκ  δ'  αριστερών  παις  άναγινώσκει 
πλησίον  λύχνου,  και  παρ'  αΰτω  εύρηται  άλλο  βιβλίον  άνεωγμένον,  έν 
ω  άναγινώσκονται  αί  λέξεις  Προς  τω  Τι/ρα  οτιον  η  ΌφιοϋσΌ, 
Πλίν  :  (3ΐβλ  :  δ.  "Ανω  δε  παρίσταται  πτερυγοφόρος  άγγελος  σαλπί- 
ζων.  Τό  δέ  μέσον  κατέχει  ελλειψοειδής  εΐκών  του  Αλεξάνδρου  Καλ- 
λιμάχη,  έχουσα  μήκος  μεν  0,9,  πλάτος  δέ  0,75,  και  περί  αυτήν 
εντός  δύο  παραλλήλων  γραμμών  φέρεται  κύκλω  έπιγεγραμμένον  έν 
συνεχείς  τό  επίγραμμα  τόδε' 

"ΗΠΙΟΝ  *ΩΔ'  ΌΡ'  ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΝ  ΒΥΖΑΝΤΙΟΝ  ΕΡΝΟΣ, 
ΦΡΑΔΜΟΝΑ  ΚΑΛΛΙΜΑΧΗΝ  ΚΡΑΝΤΟΡΑ  ΜΟΛΔΟΒΙΗΣ. 

Τοιούτος  ό  χάρτης  της  Μολδαβίας  ι.  Ούτω  δέ  μόνον  των  όμοιων 
έργων,  ων  τήν  ύπαρξιν  καϊ  την  παρασκευήν  έν  Βιέννη  κατά  το  γόνι- 
μον  δια  τήν  δράσιν  του  'Ρήγα  έτος  1797  μαρτυρούσι  τα  έγγραφα  της 
ανακρίσεως,  υπολείπεται  άγνωστος  ό  νάρτης  της  Βλαχίας.  Τούτον 
δέ  πρέπει  να  φαντασθώμεν  πάντως  άνάλογον  τό  τε  μέγεθος  καϊ  τήν 
κατασκευήν  προς  τόν  της  Μολδαβίας  καϊ  κοσμουμενον,  ώς  εικός,  ύπό 
εικόνος  τοΰ  Ύψηλάντου    οϊα  ή  τού  Καλλιμάχη,    άφ'  ού  κατετέθη    έν 

'  "Αλλο  άντίτυπον  του  αύτοΐί  χάρτου  φαίνεται  οτι  απόκειται,  καθ'  ά  μοι  ελέχθη,  εν 
τω  κτήματι  του  κ.  'Ερρ/κου  Τομπάζη  έν  Κεχριαΐς  της  Εϋδοίας.  Άλλα  πρέπει  νά  εξε- 
τασθώ μή  είνε  Ίσως  άντίτυπον  τοΰ  χάρτου  της  Βλαχίας,  έν  η  περιπτώσει  ουδείς  πλέον 
τών  χαρτών  του   'Ρη'γα  θα  μέν»)  άγνωστος. 


—  631  — 

τη  άνακρίσει   ή  ρητή  μαρτυρία,  ότι  οι  χάρται    ούτοι  έξβδόθησαν    δια 
χρηματικής  υποστηρίξεως  των  δύο  ηγεμόνων. 

γ'  Ι¥έα&  ε&κόνες  το$   Ί*ήγοι. 

Έν  τω  μουσείω  τη;  Ιστορικής  και  εθνολογικής  εταιρείας  απόκει- 
ται άπό  του  1895  ή  ΰπό  του  συμπολίτου  του  'Ρήγα  Ν.  Μοσχο- 
βάκη  δια  μολυοοίόος  σχεδιασθείσα  εΐκων  του  πρωτοαάρτυρος  ή  ευρε- 
θείσα αρχομένου  του  αύτοΰ  έτους  έν  Μακρυνίτση  έν  τή  βιβλιοθήκη 
του  αποβιώσαντος   εμπειρικού   ίατροΰ   Κοπανάρη. 

Ή  είκών  εκείνη,  περί  ης  έγραψα  έν  τη  καθημερινή  Εστία  της  25 
Μαρτίου   1895  ί,  έ'χει  μήκος  είκοσι  και  πέντε  εκατοστών  του  γαλλι- 

1  Τό  άρθρον  Ικεΐνο,  έπιγραφόμενον  Ή  ευρεθείσα  νέα  είκών  τού  'Ρήγα, 
¥/  ει    ο')δε• 

α  Άσπάσιον  παρέχομεν  σήμερον  εις  τους  άναγνοίστας  της  Εστίας  δώρον  επί.  τή  ει- 
κοστή πέμπτη  Μαρτίου,  τό  εκτυπον  της  νέας  εικόνος  του  "Ρήγα,  περί  ής  ανήγγειλαν 
ανεπαρκή  τίνα  κατ'  αύτάς  αϊ  εφημερίδες.  Ευρέθη  αύτη  έν  Μακρυνίτση  έν  τή  βιβλιοθήκη 
τοΰ  πρό  τίνος  αποβιώσαντος  εμπειρικού  ιατρού  Κο.;ανάρη.  Ή  είκών  έγράφη  δια  μολυ- 
βδίδος  υπό  τοΰ  συμπατριώτου  αύτοΰ'  Ν.  Μοσ/οβάκη,  ου  φέρει  και  τήν  υπογραφήν.'Ήτο 
δέ  ό  Μοσχοβάκης  καθηγητής  της  έν  Βουκουρεστίω  Ελληνικής  σχολής,  τα  δ'  ετη  καθ' 
α  ό  Μοσχοβάκης  έδίδαξεν  έν  τή  σχολή  ταύτη  φαίνονται  ήμΐν  συμπίπτοντα  προς  τόν 
χρόνον  καθ'  δν  διώκει  αυτήν  ό  κλεινός  \ά[χΐίρος  ό  Φιοτιάδης,  δςτις  προέστη  αυτής 
άπό  του  1795  μέχρι  του    1803. 

Ή  είκών  τοϋ  'Ρήγα  ε/ ει  μήκος  είκοσι  πέντε  εκατοστών,  φέρει  δε  κάτωθεν  τους  έξης 
τεσσάρας  στίχους- 

Τί  μέ  βλέπεις;  είσαι  Έλλτιν;  θέλεις  νά  μέ  μιμηθης. 
Στάδιον  ο'  ανοίγίο  δόξης,  έμδα  νά  άγωνισθης. 

Σε  φόνευσαν  χακόόονλοι  άλλα  θά  ό '  αναστήσουν 
Είχόνες  και  αγάλματα  όσοι  οπίσω  μείνουν. 

"Οπισθεν  δέ  τής  εικόνος  φέρονται  γεγραμμέναι  αί  λέξεις•  ΈφονενθίΙ  τόν  Μάιον 
τού  1798  έν  Βελίγραδίψ,  έν  α7ς  ό  χρόνος  του  μαρτυρίου  δέν  αναγράφεται  ορθώς, 
διότι,  ώς  εξάγεται  έκ  των  έγγραφων  τοϋ  αρχείου  της  Βιέννης,  ό  'Ρήγας  έφονεύθη  τήν 
11  ί)  12  Ιουνίου  1798. 

Τάνωτέρω  μοί  άνεκοίνωσε  πρό  ήμερων  φιλοφρόνως  ό  εν  Βόλω  φιλόπατρις  δημοσιο- 
γράφος κ.  Γ.  Σακελλαρίδης,  όςτις  μοι  απέστειλε  σήμερον  και  τήν  φωτογραφίαν  τού  κ. 
Στουρνάρα,  έξ  ή;  ελήφθη  ή  υπό  της  Εστίας  δημοσιευομένη  είκών.  Τό  δέ  πρωτότυπον( 
καθ'  ά  μοι  άνηγγέλθη,  θέλει  άποσταλή  κατ'  αύτάς  ίίς  τήν  Ίστορικήν  και  έθνολογικήν 
έταιρείαν,  ης  τό  αουσεΐον  θά  κοσμηθή  οϋτω  δια  νέου  κειμηλίου. 

«Ή  είκών  αύτη, σχεδιασθείσα  υπό  φίλου  τοϋ  πρωτομάρτυρος  μεθ'  ικανής  τέχνης,  εινε 
πάντως  πιστή.  Και  δέν  διαφέρει  μεν  ουσιωδώς  τών  συνήθων  φερομένων  εικόνων  τοϋ 
'Ρήγα,    άλλ'  εινε  ζωηρότερα  αυτών  και  φυσικωτέρα.  Ιδίως  Ικανή  ΐινε  ή  διαφορά  άπό 


—  632  — 

κοΰ  μέτρου,  φέρει  όέ  κάτωθεν  τους  έξης  τεσσάρας  στίχους,  γεγραμ- 
μένους  πιθανώς  ΰπ'  αΰτοΰ  του  σχεδιογραφησαντος  την  εικόνα  Μοσχο- 
βάκη,  συγχρόνου  τω  πρωτομάρτυρι,  ου  ητο  φίλος* 

Τι  με  βλέπεις;  Είάαι  Έλλην;  θέλεις  νά  μέ  μιμτιθιτίς, 
Στάδιον  Ο'  ανοίγω  δόξης,  έμβα  νά  άγωνιΟθ^,ς. 

Σε  φόνευΟαν  κακόβουλοι  άλλα  θά  Ο'  άναΟτήΟουν 
Εικόνες  και  αγάλματα  όάοι  όπίΟω  μείνουν. 

"Οπισθεν  δε  της  εικόνος  φέρονται  γεγραμμεναι  αί  λέξεις  αύται  Έ<ϊ>ο- 
νεΰθη  τον  Μάϊον  τού  1798  έν  Βελιγραδίω,  εν  αίς  δεν  έχει  όρ 
θώς  ό  μην  του  μαρτυρίου. 

Δι  ους  λόγους  παρέστησα  έν  τω  ανωτέρω  μνημονευόμενο)  άρθρω 
μου   ή    είκών  αύτη.   ην  άναοηαοσιεύω    κατωτέρω,   πρέπει  νά  θεωρη- 

τής  άρ/αιοτάτης  τών  σωζόμενων  εικόνων,  τη:  δημοσιευθείσης  το  πρώτον  έν  τοις  άνω- 
νύμοις  ΒπβΓε  βίιίβδ  Αυ^βηζβυ^βη  άβΓ  ^ηβοΜδοΙιβη  ΚενοΙυϋοη  νοιη  τ3,Ηγ6  18.1 
τοις  δημοσιευθεϊσιν  έν  Χάλλη  τω  1824,  έξ  ών  η  είκών  έπειτα  παρελήφθη  εις  τον 
τέταρτον  τόμον  της  γερμανικής  μεταφράσεως  του  ΡοΐΙ^ΙΙβνϊΙΙβ.  Πιστόν  οέ  ταύτης 
απότυπον  εινε  και  το  ύπ'  έμοϋ'  εν  ταΐς  Άποκαλύψεσι  περί  τοΰ  μαρτυρίου  του  'Ρήγα 
δημοσιευθέν,  όπερ  παρατίθεται  και  ένταΰθα.  Πάντη  δέ  διάφορος  είνε  η  είκών  αύτη  ώς 
και  αί  άλλαι  αί  μέχρι  τοΰδε  γνωσταί  της  μάλλον  κατά  φαντασίαν  έσ/εδιασμένης  εκεί- 
νης, ην  έ'ζωγράφησεν  έν  Μονάζω  ό  Ηβϋ8,  παράστησα:  τόν  'Ρη'γαν  έξάπτοντα  τόν  προς 
τήν  έλευθερίαν  έρωτα  τών  Ελλήνων. 

«Περί  μιας  δέ  άλλης  εικόνος  τοΰ  'Ρη'γα,  έξαίρετον  άλλως  έ/ούσης  σημασίαν,  λυπού- 
μεθα  μή  δυνάμενοι  νάνακοινώσωμεν  πλειότερα,  άτε  μη  έχοντες  πρό  οφθαλμών  άπυ- 
τυπον  αυτής.  Είνε  δέ  αύτη  ελαιογραφία  επί  ξύλου,  ην  αυτός  ό  'Ρήγας  είχε  δωρήσει 
τω  1794  έν  Τεργέστη  εις  τόν  Ι.  Παπαστεφάνου.  Ταύτην  είχεν  άποστ  =  ίλει  τώ!884  εις 
τήν  κατ'  εκείνο  τό  έτος  έν  τω  Πολυτε/νείω  γενομένην  έκθεσιν  τών  μνημείων  του  ίεροΰ 
αγώνος  ό  έν  Πάτραις  κ.   Γ.  Ι.  Παπαστεφάνου. 

Ή  δέ  νέα  είκών  διά  τε  τό  αναμφισβητήτως  άξιόπιστον,  τήν  έκτακτον  ζωηρο'τητα  τής 
εκφράσεως,  ιδίως  έν  τοις  μεστοϊς  λάμψεως  όφθαλμοΐς,  και  τήν  ώραίαν  διάθεσιν  τής  κό- 
μης πρέπει  υπέρ  πάσην  άλλην  ευλόγως  να  /ρησιμεύση  ώς  βάσις  τοΰ  ομοιώματος,  όπερ 
πρωτοβουλία  τοΰ  Παρνασσού  θέλει  στηθή  έν  Βελεστίνω  προς  πανηγυρισμόν  τής  εκατόν" 
ταετηρίδος  από  του  θανάτου  τοΰ  μεγάλου  πατοιιότου.  Χαίρομεν  δέ,  ότι  ούτως  ένα  όλον 
αιώνα  μετά  τό  κλεινόν  μαρτύριον  πρόκειται  έν  αυτή  τή  γενέτειρα  τοΰ  Θεσσαλού  έλευ- 
θερωτοΰ  νά  πραγματοποιηθή  ή  πρόρρησις,  ήν  βρα/ύν  -/ρόνον  μετά  τόν  θάνατον  του 
'Ρήγα  έγραψεν  έπί  τής  εικόνος  αΰτοΰ  αυτός  ό  σχεδιογραφήσας  αυτήν  Μοσχοβάκης,  ό>5 
δυνάμεθα  νά  είκάσωμεν  έκ  τής  όμοιότητος  τής  γραφής  προς  τήν  περί  τόν  γΰρον  τής  ει- 
κόνος ύπογραφήν  αΰτοΰ" 

άλλα  θά  Ο'  άναότηΟονν 

εΙκόνες  και  αγάλματα  όΟοι  όπίόω  μείνουν. 


—    633  — 

Ηή  άζιοπιστοτέρα  της  μέχρι  τής  ευρέσεως  της  σ/εδιογραφίας  του 
Μοσχοβάκη  συνήθως  φερομένης  εικόνος  του  'Ρήγα.  ήν  αναπαριστά- 
νει και  το  έν  ταϊς  έμαϊς  Άποκαλύψεσι  περί  του  μαρτυρίου  του  'Ρήγα 
έκτετυπωμενον  ζυλογράφημα.  Έδημοσιεύθη  δε  αΰτη  τό  πρώτον,  όσον 
γ'  έμοΐ  γνωστόν,  έν  ταΐς  Άνωνύμοις  Έπιστολαϊς  αΰτόπτου  της  ελ- 
ληνικής επαναστάσεως  1,  έξ  ων  παρελήφθη  έπειτα  ή  εΐκών  είς  τον 
τέταρτον  τόμον  της  γερμανικής  μεταφράσεως  του  Ροαηΐΐβνίΐΐβ  2. 

"Ενα  δέ  περίπου  μήνα  μετά  την  δημοσίευσιν  του  άρθρου  αου  εκεί- 
νου άνεκοίνωσεν  ό  μακαρίτης  αρχίατρος  Λ.  Βερνάρδος  εις  του:  άνα- 
γνώστας    τής  Εστίας    έν  τω  φύλλω    τής    23   Απριλίου    18953,  ότι 

1  Βπβίβ  βϊαβδ  Αυ§βηζβιι§6ΐι  οΙβΓ  ^πβοΐιίϋοΐιβη  ΚβνοΙυΙΐοη  νοηι  ,ΙίΐΗΓβ  1821. 
Έν  Χάλλϊ|.  1824. 

2  Λιθογραφία  παριστάνουσα τον  'Ρήγαν,  φέρουσα  κάτωθε/  έπιγραφήν  Κί§;ίΐ5,  διάφο- 
ρος  δέ  της  εν  τοις  Βπβίβ  και  παρά  τω  Ροΐΐφίβνΐΐΐβ  κα!  παρεμφερής  μάλλον  προς 
την  τη;  Μαχρυνίτσης,  ής  επ1  ίσης  διαφέρει  κατά  τίνα,  προτάσσεται  του  ύπ'  άρ.  1288 
κωδικός  τής  Εθνικής  Βιβλιοθήκης  "Αθηνών,  περιένοντος  τό  εντυπον  Φυιίικτίς  απ- 
άνθισμα τοϋ  'Ρήγα  τό  εκδοθέν  εν  Βιέννη  παρ:  τω  Τράττνερ  τω  1790  και  έν  τέλει 
123  αυτόγραφα  φύλλα.  Μή  ΐδών  άλλο  άντίτυπον  τής  Φυσικής  αγνοώ,  αν  αρ-/ ήθεν  ή 
λιθογραφία  αϋτη  π^οσήρτητο  εις  τό  βιδλίον  και  είνε  κατά  ταύτα  ή  -ασών  τών  εικόνων 
αρχαιότατη  ή  μή  προςεκολλήθη  άλλοθεν  παραληφθεΐσα. 

3  Τό  α.ρ(ΐρο^  τοϋτο,   φέρον  τήν  ύπογραφήν  του  Α.  Βερνάρδου,    ε/ει  ώδε" 

«Μετά  τά  παρά  του  καθηγητού  κ.  Σπ.  Λάμπρου  γραφέντα  έν  τώ  ύπ'  αριθ.  25  τη: 
25  παρελθόντος  Μαρτίου  φύλλω  τής  Εστία;  περί  νέας  εικόνος  του 'Ρήγα  επιτραπήτω 
ιιοι,  παρακαλώ,  ν'  ανακοινώσω  ύμϊν  τά  ακόλουθα: 

«Κείται  παρ'  έμοί  εΐκών  του  'Ρήγα  πανομοιότυπος  προς  την  εν  Μακρυνίτσ»] 
Βεϊσαν,  λιθόγραπτος  και  λεπτότατη:  εργασία:,  ήτις  μετά  τον  μαρτυριχόν  εκείνου  θάνα- 
τον παρηγγέλθη  καί  ετυπώθη  οι  εράνου  τών  μαθητών  του  'Ρήγα,  κατά  την  διήγη- 
σιν  τοϋ  πατρός  μου,  διατελέσαντος  επίσης  μαθητού  τοΰ  'Ρήγα  εν  Βουκουρεστίω  περί  το 
1790  έτος  -ΐς  Βιένναν  της  Λϋοτρίας.  "Εχει  δέ  μήκος  1 1  '/ι»  έχβτοστομέτρων, 
ήτοι  είνε  ϊση  ακριβώς  προς  τήν  τής  Μαχρυνίτσης,  αν  Ιτηρήθησαν  έν  τή  τυπώσει  αί  αύ- 
ται διαστάσεις. 

«Ή  εΐκών  αϋτη  έτηρεϊτο  υπό  τοϋ  μαθητού  τοϋ'Ρήγα  όις  χειμήλιον'  ένεκα  δέ  του  /  -ό- 
νου καϊ  τής  ποιότητος  του  /άρτου  όύνα:α•.  να  Ικληφθή  χαί  αυτή  ~αρ  άπειρου  παρατη- 
ρητοϋ  ώς  δια  μολυοόίδος  γραφεΐσα,  άλλ  επισταμένη  έςετασ•.:  «?ρει  τήν  απάτην.  Ί1 
τής  Μακρυνίτσης  εΐκών  έχει  25  έχατοστομέτρων  μήκος"  άλλ'  ό  δούς  τώ  /..  Λάμπρω  χι,-ι 
πληροφορίαν  ταύτην,  εννοεί,  πιθανώς,  τό  μήκος  τοϋ  /άρτου,  £5    ου  ή  ειχων. 

«Τό  μήκος  λοιπόν  τής  έμής,  ή  προς  τά  ά.ιστερά  έπιση:  στροφή  τής  κεφαλή;,  η  της 
κόμης  διάθεσις,  ή  κατά  τας  έλα/ίστας  έ'τι  λεπτομερείας  τής  τε  κεφαλής  χαΐ  ιών 
μάτων  (τής  κατά  τον  οεςιόν  ώμον  ραφής  π./.|,  τών  δυο  κομβίων  τοϋ  κεριλαιμίου, 
ή  αυτή  έπο/ή  τής  γραφής  τής  εικόνος  της  Μαχρυνίτσης  χαί  τή:  έκτυ.-.οίσεως  της  εμής, 
πάντα  συντρέ/ουσιν  εις  σχηματισμόν  γνώμης,  ότι  άμφότεραί  είσι  μία  χαί  ήαυττ,  ε•./.ω/• 
Αλλά  τις  τούτω/  πρωτότυπος;  "Αν  δι'  άχριβοΰς  παρατηρήσεως  πιατωθή,  οτι  ή  τής 


—  634  — 

έκικτητο  λιθόγραπτον  εικόνα  του  'Ρήγα  πανομοιότυπον  της  έκ  Μακρυ- 
νίτσης, τυπωθεϊσαν  εν  Βιέννη  μετά  τον  θάνατον  αύτοΰ  δι'  εράνων 
των  μαθητών  του  'Ρήγα  κατά  την  διήγησιν  τοΰ  πατρός  του  γράφον- 
τος, διατελέσαντος  μαθητού  τοΰ  πρωτομάρτυρος  έν  Βουκουρεστίω 
περί  το  1790.  Έπραγματεύθη  δε  ό  Βερνάρδος  και  το  ζήτημα,  αν 
ή  είκών  της  Μακρυνίτσης  η  ή  λιθογραφία  πρέπει  να  θεωρηθη  ώς 
πρωτότυπος,  ζήτημα,  όπερ  νομίζω  ότι  πρέπει  να  λυθη  υπέρ  της  έκ 
Μακρυνίτσης. 

Μακρυνίτσης  έγράφη  διάμολυβδίδος,  παρέχεται  ουχί  άπόδειξις,  άλλ'  ένδόσιμον  καν,  δτ{ 
ίσως  ελήφθη  παρ'  αύτοϋ  τοΰ  'Ρήγα  ζώντος-  λέγω;  ένδόδιμον,  διότι  δυνατόν  νάντε- 
γραφη  δ•.ά  μολυβδίδος  εξ  αντιτύπου  της  παρ'  έμοί  λιθογράπτου  δια  σπάνιν  η  έξάντλησιν 
των  ολίγων  αντιτύπων  αυτής.  ■"Αν  όμως  γνωσθή,  δτι  ουχί  μολυβδίδος,  άλλα  λιθογρα- 
φίας προϊόν  εινε,  τδτε  άπδδειξις  τρανή,  ότ•.  άμφότεραί  εισ•.ν  αντίτυπα  έχ  των  ολίγων 
εκείνων  τών  δια  τους  μαθητάς  τοΰ  'Ρήγα  προωρισμένων/Αν  τέλος  ύποτεθή,  δτι  ή  διά 
μολυβδίδος  είνε  ή  πρώτη  πασών, πώς  ποτέ  αυτή  -/ρησιμεύσασα  εις  τόν  λιθογράφον  προς 
εργασίαν  και  παραγωγήν  όμοιοτάτιυν  αντιτύπων  δέν  κατεστράφη,  ώς  άχρηστος  πλέον, 
μετά  τήν  'έκδοσιν  αυτών,  καθώς  τά  προς  τύπωσιν  -/ειρδγραφα,  άλλα  διετηρήθη  ώς  κει- 
μήλιον  μέχρι  τανΰν ;  Τούτων  ούτως  εχόντων,  παραδεχόμεθα,  δτι  ή  τής  Μακρυνίτσης 
εικών,  ει  μεν  είνε  διά  μολυβδίδος  άντεγράφη  άπό  τής  λιθογράπτου,  ει  δέ  λιθόγραπτο: 
εινε  αντίτυπον  τής  παρ  έμοί.  Ισχύει  δέ  πολύ  εις  άπόδειξιν  τούτου  και  ή  έν  τή  Βασιλι- 
κή Λιθογραφία  Αθηνών  λιθογραφηθεϊσα  εΐχών  τοΰ 'Ρήγα,  ή  προτασσομένη  τοΰ  α'  τό- 
μου τών  "Απομνημονευμάτων  τοΰ  Περραιβοΰ'  (1836), ήτις  φέρει  ακριβέστατα  τάς  αϋτάς 
διαστάσεις  και  λεπτομέρειας,  οίας  και  ή  παρ'  έμοί,  επομένως  και  ή  τής  Μακρυνίτσης, 
πλην  τής  διαφοράς,  δτι  είνε  έστραμμένη  προς  τά  δεξιά,  διά  λόγον  τεχνιχόν  τοΰ  λι- 
θογράφου. 

«  Αναντίρρητον  λοιπόν  ίΐνε,δτι  ή  του  Περραιβοΰ',  μαθητού  επίσης  τού'Ρήγα,  είκών, 
μιταγενεστέρα  ούσα,  ελήφθη  ες  αντιτύπου  τής  παρ*  έμοί  και  δτι  και  α'ι  τρεις  αύται  άλ- 
λήλαις  ίΐσίν  δμοιαι  έπί  πάσιν  επομένως  εις  τόν  έν  Μακρυνίτση  θησαυρόν  αποδίδεται 
πλείων  "σοκ  τοΰ  δέοντος  σημασία,  έως  άν  διευχρινισθή  τό  ζήτημα  διά  τής  λεπτομερούς 
και  τών  τριών  εικόνων  αντιπαραβολής  παρ'είδημόνων,  ών  μάλιστα  είδικώτερος  και  άρ- 
μοδιώτερος  είνε  αυτός  6  κ.  Λάμπρος.  Παρακαλώ  δ'  υμάς  νά  εΰαρεστηθήτε,  νά  παρα- 
βάλητί  τήν  μετά  τής  παρούσης  άποστελλομένην  εικόνα  του  Περραιβοΰ'  προς  τε  τήν  Ιν 
τή'Είτία  τυπωθεϊσαν  τής  Μακρυνίτσης  και  προς  τήν  έμήν,  ήν  μετά  τούτο,  ώς  έχει  έν 
τώ  αρχαϊκω  πλαισίω,  αύτώ  τώ  γραμματεΐ  τής  Ιστορικής  και  εθνολογικής  εταιρείας 
κ.  Λάμπρω  χαριζόμενος,  δωροΰμαι  αύτη.  Και  αν  μεν  τύ/η  ανόμοια  τή  έκ  Μακρυ- 
νίτσης αποσταλησομένη,  ε-/ει  τήν  ίστορικήν  αυτής  άξίαν  και  αυτή,  ώς  ίΓρηται"  άν  δέ 
άντίτυπον  εινε  εκείνης,  ουδέν  άλλ'  ή  άμη/ανία  εκλογής  θά  πρόκυψη,  κλήν  μόνης  τής 
υπεροχής,  δτι  όπισθεν  τοΰ  πλαισίου  εΐσί  γεγραμμέναι  διά  /ειοός  τοΰ  πατρός  μου  (άπό 
18  Ιανουαρίου  1833,  ήμερα  τής  άφίξίως  τοΰ  "Οθωνος  εις  Ναύπλιον)  οί  ακόλουθοι 
στίχοι : 

"Ηρώς  είμαι,  τί  μέ  βλέπεις;  θέ?.εις  νά  με  μιμηθείς ; 
δτάδιον  ήνοίχθη  δόξης,  έμβα  νά  άγωνιΰθφς. 


—  635  — 

Έν  ύστερογράφω  δέ  του  άρθρου  αύτοΰ  6  αυτός  Βερνάρδος  έμνη- 
μόνευσε  δύο  ελαιογραφιών  του  'Ρήγα,  ών  η  μεν  κοσμεί  την  αίθου- 
σαν  του  Αναγνωστηρίου  Κερκύρας,  ή  δε  μετ1  εξαίσιας  τέχνης  γε- 
γραμμένη  και  φέρουσα  το  έτος  1814  εύρίσκετο  έν  τη  κατοχή  του 
αύλάρχου  Α.  Κουντουριώτου. 

Και  ταύτην  {/.εν  δεν  είδον,  άλλ'  έμαθον  παρά  του  υιού  του  μακα- 
ρίτου  αύλάρχου,  του  κ.  Γεωργίου  Κουντουριώτου,  δτι  κατέχει  έ'τι 
αυτήν  ή  οικογένεια  αύτοΰ.  Περί  δε  της  έν  Κέρκυρα  ευρίσκομαι  εις 
θέσιν  να  παράσχω  πλείστας  ειδήσεις. 

Και  αγνοώ  μεν  αν  ύπάρχη  πράγματι  ελαιογραφία  τις  του  Ρήγα 
έν  τη  Αναγνωστική  εταιρεία  Κερκύρας.  Άλλ'  υποθέτω  μάλλον,  οτι 
πρόκειται   περί  της   έν  τη  Φιλαρμονική    εταιρεία    της  αυτής  πόλεως. 

Εις  τους  έν  Κέρκυρα  φίλους  κυρίους  Άνδρέαν  Ίδρωμένον  και  Σπ. 
Μάντζαρην,  τον  και  γραμματέα  της  Φιλαρμονικής  εταιρείας  έν  Ιτεί 
1895,  χρεωστώ  έκτοτε  τάς  ειδήσεις  περί  τής  εικόνος  ταύτης,  ης  και 
φωτογράφημα  είχε  μοι  τότε  άποσταλή  φιλοφρόνως.  Είνε  δ  αύτη 
ελαιογραφία,  έχουσα  πλάτος  μεν  0,70  του  γαλλικού  μέτρου,  μήκος 
δε  0,835  και  είνε  έργον  του  ομογενούς  ζωγράφου  Πέτρου  Παυλίδου 
Μινώτου,  παρ'  ού  ήγοράσθη  την  19  Νοεμβρίου  1849  αντί  διστήλων 
τεσσαράκοντα.  Ό  'Ρήγας  κρατεί  δια  τής  αριστεράς  βιβλίον,  δια  δε 
τής  δεξιάς  δεικνύει  έν  αύτώ  γεγραμμένον  το  Ώς  πότε  παλληκά- 
ρΐα.   Ή  εΐκών    είνε   πολύ   εκφραστική    και  ζωηρά,    έχει   δε  τούτο  το 

Ό  όπορείις  ελευθερίας  'Ρήγας  ό  Βελεστινλής 
σε  ήξίωσεν,  ώ  "Ελλην,  τον  να  εχης  Βασιλείς, 

ών  τό  α'  δίστιχον  παραλλάσσει  μικρόν  από  του  α'  διστίχου  ιών  εν  τη  εϊκόνι  της  Μα  • 
κρυνίτσης  ύπό  Μοσ/οβάκη  γραφε'ντων,  τό  δε  δεύτερον  δίστι/ον  δεν  Ιχει  όμοιοκατα- 
ληξίαν. 

«Άλλα  τίςήσχέσις  των  του  Μοσ/οβάκη  προς  τους  επί  της  έμής  στί/ους:  Μ;αεςή- 
γησις  λύει  την  άπορίαν  των  στί/ων  του  Μοσχοβάκη,  γνωστών  εις  τους  μαθητας  του 
'Ρήγα,  τό  μεν  α'  δίστι•/ον  ολίγον  διώρθωσε,  τό  δέ  ^ίύχιρον  έπί  τ*[  ευκαιρία  της  ήμερα; 
τής  άφίξεως  του  "Οθωνος,  άντεκατε'στησεν  ουχί  αστό/ως,  αλλά  και  όμορρύθμως  μάλι- 
στα ότου  τήν  διατριβήν  ταύτην  γράφοντος  πατήρ». 

«Τ.  Γ.  Λύο  ά"λλαι  εικόνες  τοΰ 'Ρήγα,  ίλαιογραφίαι  αύται  καλαιαί,  μίγέθους  φυσι- 
κού ΰπάρ/ουσιν,  ών  ή  μέν  κοσμεί  την  αί'Οουσαν  του  Αναγνωστήριου  Κερκύρας,  ομοοί, 
νομίζω,  τοϋ'  Α.  Μουστος'ύδου,  τήν  δέ  μετ'  έςαισ-ας  τέ/νης  εϊργασμε'νην  και  φε'ρουσαν 
τό  έ'τος    1814,  κατε'/ει    ό   αΰλάρ/ης  κ.  Α.  Κουντουριοίτης. 

Λ.     Β    η 


—  636  — 

ίδιαίτερον,  ότι  ό  'Ρήγας  φέρει  μικρόν  φέσιον,  έχει  δε  την  κόμην  φι- 
λοκάλως  διηυθετημένην  και  τον  μύστακα  συνεστραμμένον.  *Ητο  δέ  ό 
Παυλίδης  κατ  έπιστολήν  του  μακαρίτου  Πολυλά  προς  με,  γραφεϊσαν 
τη  3  Ιουνίου  1895,  «μέτριος  ζωγράφος  και  χειρότερος  στιχουργός, 
έσπούδασε  δ' εις  την  Βενετίαν,   όπου,  ώς  μας  λέγουν,   και  άπέθανεν» . 

Άντίγραφον  δε  της  εικόνος  ταύτης,  γενόμενον  τω  1879  ύπο  τού 
Κερκυραίου  ζωγράφου  'Ραψομανίκη,  δςτις  μέχρι  τουλάχιστον  του 
1895  διέμενεν  εν  Μασσαλία,  κατεϊχεν  ό  μετά  ταύτα  διαλυθείς  πολι- 
τικός σύλλογος  'Ρήγας  ό  Φεραίος  ό  υπό  του  Πολυλά  διευθυνόμενος* 
έζ  αυτής  δ'  είχε  ληφθή  και  ό  τύπος  της  σφραγϊδος  του  συλλόγου. 

Πολύ  ο'  αρχαιότερα  άπασών  τούτων  των  εικόνων,  και  αυτής  άέ  τής 
της  Μακρυνίτσης,  είνε  ή  παρά  τω  έν  Πάτραις  κ.  Ι.  Γ.  Παπαστεφά- 
νου  μικρά  έλαιογραφική  εΐκών  του  'Ρήγα,  ης  πιστόν  άντίγραφον, 
γραφέν  ενταύθα  υπό  του  κ  Αυγούστου  Πικαρέλλη,  ολίγον  μόνον  ζωη- 
ρότερα παραστήσαντος  τά  έκ  τής  πολυκαιρίας  έν  μέρει  έζίτηλα  χρώ- 
ματα του  πρωτοτύπου,  κατετέθη  τη  φροντίδι  μου  έν  τω  μουσείω  τής 
Ιστορικής  και  εθνολογικής  εταιρείας  τής  Ελλάδος,  καθ'  δν  χρόνον 
λίαν  προθυμως  είχε  θέσει  αυτήν  ενταύθα  εις  την  διάθεσίν  μου  ό  φιλό- 
πατρις κτήτωρ.  Ή  εΐκών  αύτη  είνε  κατά  τούτο  αξία  ιδιαζούσης 
προςοχής,  ότι  είνε  ή  μόνη  των  περισωζομένων  αναγόμενη  εις  τους 
χρόνους  καθ'  ους  εζη  ό  'Ρήγας.  Και  δή  όπισθεν  έπΐ  του  ξύλου,  έφ'  ού 
είνε  γεγραμμενη  δι'  έλαιηρών  χρωμάτων,  φέρονται  γεγραμμένα  τάδε- 
Τεργέστη  13  8βρίον  1794.  Κατά  πόσον  δ'  ή  χρονολογία  αύτη  ανα- 
φέρεται εις  παρουσίαν  του  'Ρήγα  έν  Τεργέστη  κατά  τον  χρόνον  εκεί- 
νον, δεν  δύναται  νά  διαφωτισθή  έκ  των  μέχρι  τούδε  γνωστών  γεγο- 
νότων του  βίου  του  μεγάλου  Θεσσαλού.  Άλλα  τά  κατά  τό  έπειςόδιον 
εκείνο  και  ή  ιστορία  τής  εικόνος  διαλευκαίνονται  έκ  των  οικογενεια- 
κών αναμνήσεων  τού  κ.  Παπαστεφάνου,  ας  εύηρεστήθη  νά  μοι  ανα- 
κοίνωση δι    επιστολής  του  τη  30  Μαρτίου    1895. 

α  Ό  πάππος  μου  Ιωάννης  Παπαστεφάνου  —  μοι  έ'γραψεν  ό  εγγο- 
νός αυτού  —  Συρρακιώτης,  έν  Βλαχία  ευρισκόμενος,  συνεδέθη  στε- 
νώς  μετά  τού  'Ρήγα,  οςτις  και  συμπαρέλαβεν  αυτόν  εις  Τεργέστην, 
όπου  μετέβησαν  ώς  δερματέμποροι  μεν  κατά  τό  φαινόμενον,  πρά- 
γματι δε  δι'  εθνικούς  σκοπούς.  Έν  Τεργέστη  αμφότεροι  έγνώρισαν 
^,ωγράφον    τινά,    άγνωστόν  μοι   κατ'  δνομα,  παρά    τω  όποίω    έκαμαν 


_  637  — 

ιδία  έκαστος  τάς  εικόνας  των.  Ούτος  δε,  ώς  εξάγεται,  ητο  καλλιτέ- 
χνης άριστος,  διότι  και  υπό  καλλιτεχνικών  εποψιν  εξεταζόμενη  ή  εί- 
κών  αυτή  προδίδει  την  δεξιότητα  του.  Μετά  τίνα  δε  χρόνον  άμφότε- 
ροι  μετέβησαν  εις  Βιε'ννην,  όπου  έξηκολούθησαν  διαμένοντες  έφ'  ίκα- 
νόν  χρόνον,   οτε  ό  πάππος  μου  άνεχώρησε   σταλείς  εις   Ίταλίαν.    Έπ- 


Ή  έν  Μακμυνίτόνι  ευρεθείσα  εΐκών  τοϋ  'Ρύγα 


ανελθών  δ'  εις  Βιε'ννην,  παρέμεινεν  αυτόθι,  αναμένων  την  έπιστροφήν 
του  'Ρήγα,  όςτις  είχεν  ηδη  και  ούτος  αναχωρήσει  δια  Τεργέστην' 
άλλ'  αύτοΰ  συλληφθείς  μετεφέρθη  αύθις  εις  Βιέννην.  Έν  τω  μεταξύ 
ό   Ιωάννης  Παπαστιφάνου,  μαθών  τά  διατρέξαντα,  εσπευσεν  έκ  φό- 


—  638  — 

βου  και  εκαυσεν  όσα  χαρτιά  εύρίσκοντο  εις  τό  δωαάτιόν  του,  την  δ'  εν 
λόγω  εικόνα  εκρυψεν  εις  το  (Σεντούκι  του,  όπερ  είχεν  ίδιαίτερον  κρυ- 
πτόν  (Αέρος,  καθ'  όσον  αύτη  τω  είχε  δωοηθή  πάρα  του  'Ρήγα.  Κρύ- 
βεις δε  και  αυτός  επί  πολλάς  ήαέρας,  έ'ααθεν  ακολούθως,  ότι  ό  'Ρή- 
γας  αετά  τεσσάρων  άλλων  παρεδόθησαν  υπό  της  αυστριακής  κυβερ- 
νήσεως εις  την  Τουρκίαν,  αεταφεοθέντες  κρύφα  εις  Βελιγράδιον. 
"Εσπευσεν  άαέσως  και  αετέβη  αετηαφιεσαένος  αΰτόσε.  Άλλ'  δτε 
έφθασε,  τό  σκληρόν  δράαα  ει/ εν  ήδη  τελεσθή  έν  τω  "Ιστρω  έν  κρύ- 
πτω και  παραβύστω.  Εκείθεν  ^έ  αετέβη  αύθις  εις  Βλαχίαν  και  ακο- 
λούθως εις  Συρράκον,  φέρων  πάντοτε  και  την  ανησθεΐσαν  εικόνα  κε- 
κρυααένην  έν  τω  σεντουκίω  του,  έκεϊ  δε  και  απεβίωσε  αετά  τίνα  ετη . 
Ό  δε  πατήρ  αου,  Γεώργιος  Ι.  Παπαστεφάνου,  κατά  τάς  πρώτας 
έπιδροαάς  των  Τούρκων  εις  Συρράκον  και  Καλαρρύτας  ήκολούθησε 
και  αυτός  τό  ρεύμα  της  αναχωρήσεως  τών  έκεϊ  οικογενειών  Συρρα- 
κιωτών  και  Καλαρρυτών,  και  κατέφυγεν  έν  τέλει  είς  Ζάκυνθον.  Άλλ' 
δτ'  εφθασεν  εκεί,  ή  αγγλική  αστυνομία  κατά  την  έ'ρευναν  τών  επί- 
πλων άνεκάλυψεν  εντός  του  σεντουκίου  του  και  την  εικόνα  του  'Ρήγα, 
ην  και  κατέσχεν.  Αποκατασταθείς  δε  οριστικώς  έν  Ζακύνθω  και  αετ- 
ερχόαενος  τό  επάγγελμα  ώς  χρυσοχόος,  ήναγκάσθη  βραδύτερον  να  πο- 
λιτογραφηθη  υπήκοος  "Αγγλος,  εδέησε  δε  να  αετα/ειρισθή  διάφορα 
μέσα  όπως  τω  έπιστραφη  ή  περιζήτητος  καταστάσα  αύτη  εΐκών, 
τούθ'  όπερ  και  έγε'νετο,  ώςτ'  έ'κτοτε  πλέον  έ'αεινεν  ως  κειαήλιον  είς 
την  οΐκογένειάν  αας.  Αυτός  ό  γέρων  Κολοκοτρώνης,  διερχόμενος  έν 
Ζακύνθω  κατά  τό  1838-9  και  γινώσκων  έκ  πληροφοριών  τά  κατά 
την  εικόνα  ταύτην,  έζήτησε  νά  την  ϊδη,  μόλις  δέ  την  εϊδεν  έν  τη  οι- 
κία του  πατρός  «.ου,  έφώναξεν  ό  ίδιος  εϊνε,  και  αποκαλυφθείς 
ήσπάσθη  αυτήν  αετά  δακρύων  .  .  .  Της  εικόνος  ταύτης  κατά  διαφό- 
ρους καιρούς,  και  έν  Ζακύνθω  έ'τι  διαμενούσης  της  οικογενείας  μου, 
παρά  διαφόρων  "Αγγλων  και  Γάλλων  και  ενταύθα  ετι  ζητηθείσης, 
ελήφθησαν  διάφορα  αντίγραφα  δι'  ιχνογραφίας.  Προ  έτους  μάλιστα 
Γάλλος  τις  φιλέλλην  ΙιβΠΟΕΙΓ  αετά  της  συζύγου  του  καλλιτέχνιδος 
ούσης  μοί  έζήτησε  και  έλαβεν  όμοιον  άντίγραφον.  Ωσαύτως  τω  1890 
ό  κ.  Δ.  Ι1.  Κααπούρογλους  δι'  επιστολής  του  αοί  έζήτησε  φωτογρα- 
φικόν  άντίγραφον  κατά  παράκλησιν  τοϋ  κ.  ίι6§Γ3.η(1.  Άλλ'  ατυχώς 
αεθ'  όλας  τάς  προς  τούτο  προςπαθείας  και  δοκιαάς  έστάθη  αδύνατον 


—  639  — 

νά  ευχαριστήσω  του:  κυρίου;  αυτούς,  κκθ'  όσον  εϊτε  ό  χρωματισμός 
είτε  ή  άρχαιότης  της  εικόνος  ταύτης  καθίστανον  αδύνατον  την  φωτο- 
γράφησιν.  Ειδήμονες  δε  τίνες  άποδίδουσι  τοΰτο  είς  το  όλως  ΐδιόρ- 
ρυθμον  του  χρωματισμοΰ  »  * . 

Προςθέτει  δε  6  κ.  Παπαστεφάνου,  ότι  και  ό  Κωλε'ττης  είχεν  επ- 
ανειλημμένως ζητήσει  την  εικόνα  παρά  τοΰ  πατρός  αύτοΰ,  όςτις 
ήρνήθη    είς    τον    μέγαν    συμπολίτην    την    χάριν    ταύτην. 

Τοιαύτη  ή  περί  της  πολυτίμου  ταύτης  εικόνος  έκθεσις,  γεγραμ- 
μένη  μεθ'  όλης  της  ευεξήγητου  περί  τοΰ  οικογενειακού  κειμηλίου  θέρ- 
μης και  συμπλεκομένη  προς  άγνωστα  μέχρι  τοΰδ'  εξ  οικογενειακών 
αναμνήσεων  έπειςόδια  της  είς  το  έργον  τοΰ  'Ρήγα  συμμετοχής  του 
Ιωάννου  Παπαστεφάνου,  δεόμενα  πάντως  κριτικωτέρας  έπιστάσεως. 

"Αλλης  δ'  έπ'  ίσης  εν  Τεργέστη  γραφείσης  εικόνος  τοΰ  'Ρήγα 
άγνωστον  είνε  δυςτυχώς  ποΰ  απόκειται  το  πρωτότυπον.  Ταύτης  ελα- 
βον  γνώσιν  εξ  επιστολής  τοΰ  έν  Σύρω  κ.  Ανδρέου  Χούμη,  γραφεί- 
σης μοι  τη  26  Μαρτίου  1895.  Ό  κ.  Χούμης  άνεκοίνωσέ  μοι,  ότι 
κατά  τήν  παιδικήν  αύτοΰ  ήλικίαν  ό  τότε  δικηγόρος  έν  Σύρω  και 
υπουργός  δέ  της  δικαιοσύνης  έν  ετει  1863  γενόμενος  επί  τοΰ  βραχυ- 
χρόνιου υπουργείου  τοΰ  συσταθέντος  ύπό  πρωθυπουργόν  τόν  Διομήδη 
Κυριακού  Ιωάννης  Παλαιολόγος  είχεν  έγχρωμον  εικόνα  τοΰ  'Ρήγα, 
περί  ης  διίβεβαίου  τόν  πατέρα  τοΰ  γράφοντος  μοι,  ότι  είχε  γραφή 
υπό  συγχρόνου  τω  μάρτυρι  ζωγράφου.  Είς  δέ  φιλικήν  άνακοίνωσιν 
τοΰ  κ.  Παλαιολόγου,  είς  όν  άπετάθην  έν  Σμύρνη  διαμένοντα  άπό 
τοΰ  1866,  χρεωστώ  τάς  έξης  ειδήσεις  περί  της  εικόνος  έκείνης'  «Ό 
αείμνηστος  πατήρ  μου,  μοι  έγραψεν  ό  κ.  Παλαιολόγος  τή  9  Μαίου 
1895,  είχεν  άπό  Τεργέστης  χαλκογραφημένην  εικόνα  τοΰ  πρωτομάρ- 
τυρος,  ην  παρεκλήθημεν  ένθέρμως  προ  πεντήκοντα  ετών  ΰπό  καλού 
ζωγράφου,  γράψαντος  τάς  οίκογενειακάς  εικόνας,  νά  τω  παραχωρή- 
σωμεν,  ούτος  δ'  άφήκεν  ήμΐν   έλαιογραφικόν  πανομοιότυπον  ». 

Τήν  εικόνα  ταύτην  είχον  τήν  εύκαιρίαν  νά  ϊδω  έκ  τοΰ  πλησίον,  φι- 
λοφρόνως  πεμφθεϊσάν  μοι  ύπό  τοΰ  κ.  Παλαιολόγου.  "Εχει  δέ  δια- 
στάσεις   0,15X0,13    και   σχήμα    ελλειψοειδές,    και  είνε   είργασμένη 

1  Πράγματι  οΰδ'  εν  "Αθήναις  χατεστη  δυνατή  ή  φωτογράφησις  της  ίΐχόνος,  ης  διά 
τοΰτο  χατίτέθη  έλαιογραφιχόν  άπό'τυπον  ϊν  τώ  αουσιίω  της  Ιστορικής  έταιρίίας,  χαθ' 
α  ίίπον   ανωτέρω. 


—  640  — 

κατά  τον  τρόπον  τον  καλούμενον  ραδίβΐ.  Είνε  δ'  αυτόχρημα  ή  καλ- 
λιτεχνικωτάτη  όσων  είδον  εικόνων  του  'Ρήγα.  Ό  μάρτυς  παριστά- 
νεται έ'χων  γλαυκούς  τους  οφθαλμούς  και  κάστα νήν,  άλλ'  ύπόξανθόν 
πως  την  κόμην.  Το  άντερί  αύτοϋ  είνε  ΐόχρουν.  και  εκ  των  έ'σωθεν 
ή  ενδυμασία  έ'χει  βαθύ  γαλακτώδες  χρώμα  (οΓβΐΊΊβ).  Ό  δε  προςωπι- 
κός  τύπος  του  μάρτυρος  δεν  εϊνε  διάφορος  του  έν  ταϊς  άλλαις  είκόσιν. 
"Αλλη  δ'  έλαιογραφικη  εΐκών  είνε  ή  κατεχόμενη  υπό  του  ένταΰθα 
κ.  Νικολάου  Κυργουσίου.  Αύτη  έν  άγνοια  της  παρά  τω  κ.  Παπα- 
στεφάνου  εικόνος  παρεστάθη  ως  ή  αρχαιότατη  των  σωζόμενων  έν  δη- 
λώσει δημοσιευθείση  τη  27  Μαρτίου  1895  έν  τη  Νε'α  Έφημερίδ(, 
καϊ  έ/ούση  ώδε"  «Ή  αρχαιότερα  και  έντελεστε'ρα  έλαιογραφικη  ει 
κών  του  πρωτομάρτυρος  'Ρήγα  κατέχεται  σήμερον  υπό  του  αξιότιμου 
συμπολίτου  μας  κ.  Νικολάου  Κυργουσίου.  Είνε  έ'ργον  μεγάλου  καλ- 
λιτέχνου  της  Βιέννης  γραφέν  κατά  τάς  αρχάς  τοΰ  παρόντος 
αιώνος,  άριστα  διατηρούμενη  και  ομοιότατη  προς  την  άνευρεθείσαν 
άρτι  έν  Μακρυνίτση  νέαν  εικόνα  του"  φέρει  δε  κατά  παράδοξον  σύμ- 
πτωσιν  κάτωθι  αυτής  τό  αυτό  επίγραμμα  α  Τι  με  βλέπεις;  είμαι  ό 
'Ρήγας  κτλ.».  Ή  περί  ης  πρόκειται  εΐκών  έχρησίμευσε  κατά  τό 
1  8 4*2  ώς  πρότυπον  κατά  την  όιακόσμησιν  της  «αιθούσης  του  αγώ- 
νος» τών  ανακτόρων  εις  άναπαράστασιν  τοΰ  Θεσσαλού  πρωτομάρ- 
τυρος ». 

"Αλλην  δε  τέλος  έλαιογραφικήν  εικόνα  τοΰ  'Ρήγα  κατέχει  ό  έν 
Σύρω  κ.  Περικλής  Γ.  Ζερλέντης  κατά  φιλικήν  προς  με  άνακοίνωσιν 
αύτοΰ  τής  20  Ιουνίου  1895.  Περί  αυτής  έγραψε  μοι'  «Χθες  ήγό- 
ρασα  έλαιογραφικήν  εικόνα  τοΰ  'Ρήγα  όμοιάζουσαν  ολίγον  προς  την  έν 
Μακρυνίτση  εύρεθεϊσαν,  παρίστησι  δ'  αύτη  τόν  'Ρήγαν  καθεστηκότα 
άνδρα».  Πλειότερα  περί  τοΰ  χρόνου  καθ'  δν  έγράφη,  τής  παραστά- 
σεως αυτής  και  τών  διαστάσεων  δεν  γινώσκω. 

Άλλ*  ό  κ.  Ζερλέντης  κέκτηται  και  λιθογραφικήν  εικόνα  τοΰ  'Ρήγα, 
προφανώς  διάφορον  τών  λοιπών  γνωστών.  Ολίγας  ημέρας  μετά  την 
έν  τή  Εστία  τής  25  Μαρτίου  1895  ύπ'  έμοΰ  δημοσίευσιν  τής  εν 
Μακρυνίτση  εικόνος  έγραψε  μοι  ό  κ.  Ζερλέντης'  «  Παρ'  έμοί  υπάρχει 
εΐκών  τοΰ  'Ρήγα  όμοια  τής  έν  τη  Εστία  δημοσιευθείσης  ώς  νέας  τοΰ 
'Ρήγα  εικόνος.  Είνε  απαράλλακτος  με  μόνην  την  διαφοράν  ότι  έχα- 
ράχθη  δεξιά,  και  φέρει  κάτωθι  τα  γράμματα  Ε.   Δ,».    Μετά  δέ  την 


—  641   — 

δημοσίευσιν  τοΰ  ανωτέρω  παρατεθέντος  άρθρου  του  Βερνάρδου  «.οι 
άνεκοίνωσε  την  είκασίαν  του,  ότι  ή  παρ'  εαυτω  είκών,  ην  κατεΐχεν 
άπό  εικοσαετίας  ηδη,  άφηρέθη  εζ  αντιτύπου  των  Πολεμικών  απο- 
μνημονευμάτων τοΰ  Χριστόφορου  Περραιβοΰ  των  δημοσιευθέντων  τω 
1836.  Άλλ'  ή  εικασία  αύτη  δεν  είνε  ορθή.  Ή  παρά  τω  ΙΙερραιβω 
είκών  είνε  μέν  έστραμμένη  αριστερά  τω  όρώντι,  φέρει  δε  κάτω  τάς 
έξης  έπιγραφάς" 

ΡΗΓΑΣ  ΦΕΡΡΑΙΟΣ 
Εις  οίωνός  άριστος  άμΰναοθαι  περί  Πάτρης. 

Έχ  της   Βασιλικής  Λιθογραφίας  ίν  Αθήναις. 

Είνε  λοιπόν  παντελώς  διάφορος  ή  είκών  τοΰ  κ.  Ζερλέντη  ή  φέρουσα 
κάτω  τα  γράμματα  Ε.  Δ. 

Τοιαΰται  αί  μέχρι  τοΰδε  γνωσταί  εικόνες  τοΰ  'Ρήγα,  αΐτινες,  συν- 
αγόμεναι  έπϊ  το  αυτό,  θά  ήδύναντο  νάποτελέσωσιν  ώραίαν  έ'κθεσιν, 
όταν  ή  ελληνική  πατρίς  δυνηθη  νά  εορτάση  τοΰ  μεγάλου  μάρτυρος 
την   άμφιετηρίδα. 

Π'.  Ό  Φούμος  τοΰ   ΊΡήγα 

"Ηδη  εν  ταϊς  έμαϊς  Άποκαλύψεσι  περί  τοΰ  μαρτυρίου  τοΰ  Ρήγα 
εν  σ.  52  και  118  έξητάσθησαν  οι  λόγοι  δι'οΰς  ό  Θούριος  τοΰ  'Ρήγα, 
ΤΙΐϋΠΟδ  ή  ΤΗϋΓΪΟδ  ϊΐνπΐηοδ,  ώς  γράφεται  έν  τοις  πρακτικοΐς  της 
ανακρίσεως,  δεν  είνε  το  Δεΰτε  παίδες  των  Ελλήνων,  αλλά  το 
γνωστότατον  ποίημα  τό  άρχόμενον  δια  των  λέςεων  Ως  ποτέ  παλ- 
λτνκάρια. 

Τό  ποίημα  τοΰτο  είνε  συνήθως  γνωστόν  παρ  ήμΐν  κατά  τον  τύπον 
ον  έδημοσίευσεν  ό  Περραιβός1,  έξ  ού  αντέγραψαν  τόν  Θούριον  άλλοι 
τε  και  ό  Γούδας  2. 

Πόθεν  δέ  παρέλ?βεν  ό  Περραιβός    τόν  Θούριον    οίον   έξέδωκεν  ούτε 

1  Σύντομος  βιογραφία  τοΰ  άοιδία,ου  'Ρήγα  Φιραιοκ.  Έν  Αθήναις.   1860  α.  17  κ.  Ι. 

2  Παράλληλοι   βίοι^Τόμ.  Β'  σ.  448  χ.  έ. 

41 

ΪΠΓΡ.    Π.    ΛΑΜΠΡΟΙ1,    Μ1Κ.ΤΑ1    εΒΛΙΑΙΕ  Ί* 


—  642  — 

αυτός  λέγει,  ούτε  άλλοθεν  εΐνε  γνωστόν.  Άλλα  δυςκόλως  δυνάμεθα 
νάποδε/θώαεν,  ότι  άντέγραψεν  αυτόν  άναλλοίωτον  εξ  αύτοϋ  τοϋ 
έντυπου  του  έκτυπωθέντος  έν  Βιέννη,  ού  δεν  περιεσώθησαν  αντίτυ- 
πα μέχρις  ημών.  Δυςτυ^ώς  δε  δεν  γινώσκομεν  σωζόμενον  άντίτυ- 
πον  ουδέ  της  εκδόσεως  των  ύμνων  του  'Ρήγα  έν  Ίασίω  τω  1814, 
δπως  καν  προς  αυτήν  παραβάλωμεν  το  κείμενον  του  Περραιβου. 
Παρατηρητέον  δε  οΰ/  ήττον,  ότι  ή  βιογραφία  του  'Ρηγα  ή  ύπο 
του  Περραιβου  γραφεϊσα,  έν  ή  εξεδόθη  και  ό  θούριος,  έξετυπώθη 
έξηκοντα  και  δύο  όλα  ετη  μετά  το  μαρτύριον  του  μεγάλου  Θεσσα- 
λού. Άλλ'  ενομεν  άλλο  έ'ντυπον  του  θούριου  πολύ  πλησιέστερον  των 
νρόνων  καθ'  ους  ούτος  έποιήθη.  Είνε  άντίτυπον  δημοσιεύματος  έκτε- 
τυπωμένου  κατά  τάς  αρχάς  του  δεκάτου  ένατου  αιώνος  έν  Κέρκυρα. 
Αποτελείται  δ'  έκ  τεσσάρων  σελίδων  ήριθμημένων  εϊ:  40ν ,  ων  έν  τέ- 
λει γέγραπται  Άπο  την  τοϋ  Γένονς  τυπογρα^χαν  έν  Κέρκυρα 
άνευ  έτους  εκτυπώσεως.  Εΰρηται  δε  το  άντίτυπον  τοΰτο  παρά  τω  έν 
Κέρκυρα  δικηγορώ  κ.  Ανδρέα  Ίόρωμένω,  εις  ον  πολλάς  οφείλω  /χ- 
ριτας  έπΐ  τη  ανακοινώσει  αύτοϋ.  Εϊνε  δ'  αί  διαφοραϊ  του  κερκυραϊκού 
έντυπου  άπό  της  εκδόσεως  του  Περραιβου  μεγάλαι  περί  τε  την  διά- 
ταξιν  τοΰ  όλου  και  περί  τά  καθ'  έκαστα.  Άρκεϊ  νά  παρατηρήσω,  ότι 
άντΐ  τών  γνωστότατων 

Καλλ,ΐτερα  μιας  ώρας  ίλεύθερη  ζωη 

παρά  ο"αράντα  χρόνους  όκλαβιά  και  φυλακή 

οί  στίχοι  ούτοι  φέρονται  έν  τω  κερκυραϊκώ  έντύπω  ώδε* 

Καλλιώναι  μιας  ώρας  ελεύθερη  ζωη 

παρά  ΰαράντα  χρόνοι,  ΰκλαόιά  και  φυλακή1. 

"Ενεκα  δε  τών  μεγάλων  τούτων  διαφορών  έκριν'  άναγκαϊον  νάνατυ- 
πώσω  ενταύθα  τον  θούριον  άπαραλλάκτως  ώς  έχει  έν  τω  κερκυραϊκώ 

*  Καλλήτερα  μιας  ώρας  ελεύθερη  ζωή 

παρά  (ΐαράντα  χρόνων  (ίκλαόια  και  φυλακή 

εΐνε  η  διατύπωσις  τών  στίχων  τούτων  πάρα  τω  Ι/οβη  (Εαιιυιιιί&  Τομ.  Β'  σ.  119), 
οςτις  έν  τοις  ολίγοις  στι'/οις  ο'ύς  παρέ/ει  έκ  τοϋ  Θούριου  ε/ει  διαφοράς  άπο' τε  τοϋ 
κειμένου  τοϋ  Περραιβου  χαί  άπό  τοΰ  εντύπου  της  Κερκύρας. 


—  643   — 

εντύπω,  δπιρ  φαίνβτοα  6ν  άΐΑβσον  άντίγραφον  του  έν  Βιένν•/)  έκτυπω- 
θέντος. 

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ  ΤΣσΤΗΣ 

ΘΟΤΡΙΟΣ 
"Ητοι  Όρμητικός  Πατοιωτικός  Ύμνος  πρώτος,  είς  τον  *Ηχον 

ΜΙΑ   ΠΡΟΣΤΑΓΗ  ΜΕΓΑΛΗ 


Ώς  πότε  παλικάρια,  να  ζούμεν  ςτα  Οτενά, 

Μονάχοι  όαν  λιοντάρια,  ςταΐς  ράχαις  ςτά  βουνά ; 
Σπηλιαΐς  νά  κάτοικου  μεν,  να  §λεπα>μεν  κλαόιά, 

Να  φεύγωμ'  απ'  τον  ΚόΟμον.  γιά  την  πικρή  όκλαδιά  . 
Νά  χάνωμεν  αδέλφια,   Πατρίδα  και  Γονείς, 

Τους  φίλους,  τά  παιόιάμας  κι'  όλους  τους  Συγγενείς  ; 
Καλλιώναι  μιας  ώρας,  ελεύθερη  ζωή, 

11αρ<ι  Οαράντα  χρόνοι,  Οκλαβιά  και  φυλακή. 
Τι  ϋ'  ωφελεί  αν  ζήόιις,  κιι'ι  εΐΟαι  ςτή  Οκλαδιά  ; 

Στοχάϋου  πώς  όέ  ψένουν,  καθ'  ώραν  ςτη  φωτιά. 
Βιζύρης,  Δραγουμάνος,  Αφέντης  κι'άν  οταΗΓκ,, 

Ό  Τύραννος  αδίκως,  Οε  κάμει  να  χαθάς. 
Δουλεύεις  δλ'  ήμερα,  δε  δ,τι  κι'  άν  ΟΌϊ  πΓί, 

Κι'  αυτός  παόχίζει  πάλιν,  τό  αίμα  0ου  νά  πιίί. 
Ό  Σοϋτζος,  κι'  ό  Μουρούζης,  Πετράκης,  Σ καναδής 

Γγίκας  και  Μαυρογένης,  καθρέπτης,  εΐν'  νά  ΊδΓις. 
Ανδρείοι  Καπετανοι,   Παπάδες,  λαϊκοί. 

Σκοτα>θηκαν  κι'  Αγάδες,  με  άδικον  οπαθί. 
Κι'άμετρητ'  άλλοι  τόϋοι,    και  Τούρκοι  και  'Ρωμιοί, 

Ζωήν  και  πλούτον  χάνουν,  χωρίς  καμμια  'φορμά. 
Ελάτε  μ'  έναν  ζήλον,  Οέ  τούτον  τον  καιρόν, 

Νά  κάμωμεν  τον  δρκον,  έπάνιο  ςτόν   Σταυρόν. 
Συμβούλους  προκομμένους,   με  πατριωτιΟμόν. 

Νά  ΰαλλωμεν  εις  όλα,  νά  δίδουν  όριόμόν. 
01  Νόμοι  νάν'  ό  πρόίτος,  και  μόνος  οδηγός, 

Και  της  Πατρίδος  ένας  νά  γένη  Αρχηγός 
Γιατί  κ'  ίι  αναρχία,  ομοιάζει  τήν  Ο  κλαδιά, 

Νά  ζούμε  θα  θηρία,  εΐν'πλιό  Οκληρίι  φωτιά. 
Και  τότε  μετά  χέρια  ψηλά  ςτόν  Ούρανον 

"Ας  ποϋμ'  άπ'  τήν  καρδιάμας,  ετούτα  ςτόν  θεόν 


—  644  — 

Έδώ  συκώνονται  οί  Πατριώται    ορθοί,    και  υψώνοντες  τάς  /εΐρας   προς  τον  Ουρα- 
νόν,  κάμνουν  τόν  Όρκον. 

"Ορκος  κοτά  της  τυραννίας  και  αναρχίας. 

ΤΩ  βασιλεΰ  τοϋ   κόσμου,   όρκίζομπι  σέ  σέ, 

Στην  γνώμην  των  τυράννων,  νο  μην  έλθω  ποτέ. 
Μήτε  να  τους  δοχ/λεύσω,  μήτε  να  πλανηθώ, 

ΕΙς  τα  ταξίματα,  τονς,  για  νά  παραδοθώ. 
Έν  όσω  ζώ  ςτόν  Κόσμον,  ό  μόνος  μην  σκοπό  ο, 

Γχά.  νά  τους  (ΊφανίαΌ),  θέ  νάναχ  σταθεράς. 
Πιστός  εχς  την  Πατρίδα,  Συντρίβω  τον  ζνγόν, 

Άχιόρχστος  γι,ανάμαι,  ύπό  τον  Στρστηγόν. 
Κι'  άν  παραβώ  τον  "Ορκον,  νά  στράψ'  ό  Ουρανός, 

Και  νά  με  κατακάχ|ρχ,  νά  γενώ  σάν  καπνός. 

Τέλος  τον  "Ορκον. 

Σ'  Ανατολή  και  Δύσχ,  κ<ιΐ  Νότον  και  Βοριά 

Γχά  την  Πατοίδα  όλοι,  νάχωμεν  μιά  καρδχά. 
Στην  πίστιν  τον  καθ'  ένας,  ελεύθερος  νά  ζη. 

Στην  οόξαν  ταυ  πολέμου,  να  τρέξοιμεν  μαζί. 
Βούλγαροι  κι'  Άρβανήτες,   'Λομένοχ  και   'Ρωμιο'ι, 

Άράπχδες  καχ  άσπροι,   μέ  μια  κοχνή  ορμή, 
Για  την  έλευθερίαν,  νά  ζώσωμεν  σπαθί, 

Πώς  εΛμασθ'  άντριωμένοι,   παντοϋ  νά  ξακουάθη. 
"Οσ'  άπ'  την  τυραννίαν,  πήγαν  ςτή  ξενητχά 

Στον  τόπον  του  καθ'  ένας,  ας  έ"λθη  τώρα  π  κι. 
Και  όόοχ  του  πολέμου,  την  τέχνην  άγροχκοϋν, 
Έδώ  άς  τρέξουν  όλοχ,  τυράννους  νά  νικούν. 
Ή  'Ρούμελ,η  τους  κράζει,  μ'  άγκάλαις  άνοχχταϊς, 

Τους  δίδεχ  βχά  καχ  τόπον,  άξίαχς  καχ  τιμαΐς. 
Ώς  πότ'  Όφφχκιάλλος,  σε  ξένοχ/ς  Βασχλεΐς ; 

"Ελα  νά  γίνης  στϋλος,  δχκής  σου  της  φυλής. 
Κάλλιο  γχά  την  Πατρίδα,  κανένας  νά  χαθή 

"Η  νά  κρέμαση  φούντα,  γχά  ξένον  ςτό  σπαθί. 
Και  όσοι  προσκυνήσουν,  δεν  εχναχ  πλχό  έχθρο'ι, 
Αδέλφια  μας  θά  γένουν,  άς  είναι  κ'  έθνχκοί. 
Μά  όσοι  θά  τολμήσουν,  αντίκρυ  να  σταθούν, 
Έκεΐνοχ  και  δχκοί  μας,  άν  εχναχ  άς  χαθούν. 
Σουλλχώταχς  καχ  Μανχάταχς,  λιοντάρχα  ξακουστά 

Ώς  πότε  ςταχς  σπηλχαχς  σας,  κοχμάσθε  σφαλχστά; 
ΜαυροΟουνιού  καπλάνια,    "Ολύμπου  σταυραετοί. 

Κι  Αγράφων  τά  ξευτέρια,  γεννΓιτε  μια  ψυχή. 
Ανδρείοι  Μακεδόνες,  ορμήσετε  γχά  μχά, 
Καχ  αχμα  των  τυράννων,  ρουφήστε  σά  θερχά, 


—  645  — 

Τού  Σάββα  κατ  Δουνάβου,  αδέλφια  Χριστιανοί, 

Με  τ'  άρματα  ςτο  χέρι.  καθ'  ένας  ας  φαντϊ, 
Το  αΐμά  σας  ας  βράσμ,  με  δίκαιον  θυμόν, 

Μικροί  μεγάλ'  όμώστε.  τυράννου  τον  χαμόν. 
Λεβέντες  άντριωμένοι.  Μαυροθαλασσινοί, 

Ό  βάρβαρος  ώς  πότε,  Οέ  να  σάς  τυραννία. 
Μή  καρτερήτε  πλέον,  ανίκητοι  Λαζοί, 

Χωθήτε  ςτό  μπογάζι,  μ'  εμάς  καί  σεϊς  μαζί. 
Δελφίνια  της  θαλάσσης,  άζδέρια  τών  Νησιών, 

Σαν  αστραπή  χυθήτε,  κτυπάτε  τον  έχθρόν. 
Της  Κρήτης  και  της  Νίδρας,  θαλασσινά  πουλιά, 

Καιρός  εΐν'  τής  Πατρίδος,  νά  κούότε  τήν  λαλιά. 
Κι'  όσ  είστε  στην  'Αρμάδα,  σάν  άξια  παιδιά, 

Οί  Νόμοι  σάς  προστάζουν,  νά  βάλλετε  φο>τιά. 
Μ'  εμάς  κ  έσεΐς  Μαλτέζοι,  γεννήτ'  ένα  κορμί, 

Κατά  τής  τυραννίας,  οιχθήτε  μέ  ορμή. 
Σάς  κράζει  ή  Ελλάδα,  σάς  θέλει  σάς  πονεϊ, 

Ζητσ  τήν  συνδρομήν  σας,  μέ  μητρικήν  φωνή. 
Τί  στέκεις  Πασβαντζόγλου,  τόσον  εκστατικός  , 

Τεινάέου  στό  Μπαλκόνι,  φίύλιαόε  ςάν  άητός. 
Τους  μπούφους  καί  κοράκους,  ναθόλου  μή  ψηφά^ς, 

Μέ  τον  ραγιά  ένώσου,  αν  θέλης  νά  νικάς. 
Σηλίστρα  καί  Μπραίλα,  Σμαήλι  καί  Κυλί, 

Μπενόέρι  καί  Χο^τήνι,  εσένα  προσκαλεί. 
Στρατεύματα  σου  στείλε,  κ'  εκείνα  προσκυνούν 

Γιατί  ςτήν  τυραννίαν,  νά  ζήσουν  δεν  μπορούν. 
Γγιουρτζή  πλια  μή  κοιμάσαι,  συκώσου  μέ  όρμήν. 

Τον  Μποούσια  να  μοιάόιις,  έχεις  τήν    ϊφορμήν. 
Και  σύ  πού  ςτό  Χαλέπι,  ελεύθερα  φρονείς 

ΠαΟιά  καιρόν  μή  χάνεις,  ςτόν  κάμπον  να  φανός. 
Μέ  τά  στρατεύματα  σου,  ευθύς  νά  συκωθμς, 

Στης  ΙΙόλις  τα  φερμάνια,  ποτέ  να  μή  όοθής. 
Τού  Μισιργιοϋ  άσλάνια,  γιά  πρώτη  σας  δουλια, 

Δικόν  σας  ένα  Μπέί,  κάμετε  Βασιλιά. 
Χαράτζι  τής  Αιγύπτου,  ςτήν  Ιΐόλ'  άς  μη  φανίι. 

Για  να  ψοφήσ'  ό  ?α/κος,  όπου  σάς  τυραννεί. 

έ  μια  καρδίαν  όλοι,  μία  γνιόμην,  μία  ψνχή, 

Κτυπάτε  τού  τυράννου,  τήν  ρίζαν  νά  χαθό. 
Ν'  άνάψωμεν  μια  φλόγα,  σέ  όλην  τήν  Τουρκιά, 

Ν(ΐ  τρέξ'  άπο  τήν  Μπόσνα,  καί  ώς  την    Αραπιά 
Ψτιλιι   στα  μπαϊράκια,  συκώστε  τον  Σταυρόν, 

Και  σαν  αστροπελέκια,  κτυπάτε  τόν  έχθρόν. 
Ιίοτε  μή  Οτοχασθήτε,  πώς  είναι  δυνατός, 

Καρδιοκτυπα  καί  τρέμει,  σάν  τον  λαγώ  κι'  αύτος. 
Τρακόόιοι  Γκιρζιαλίδες,  τον  έκαμαν  νά  οιμ 

Πώς  δέν  μπορεί  μέ  τόπια,  μπροστάτους  νά  εύγη. 


—  646  — 

Λοιπόν  γιατί  άργήτε,  τί  στέκεσθε  νεκροί ; 

Ξυπνήσατε  μήν  είσθε,  ενάντιοι  κ'  εχθροί. 
Πώς  οι  Προπάτηρές  μας,  ορμούσαν  σάν  θεριά, 

Για  τήν  έλευθερίαν,    πηδούσαν  ςτή  φωτιά. 
"Ετζι  κ'  ήμεΐς,  αδέλφια,  ν'  άρπάξωμεν  γιά  μια 

Τ'  άρματα,  και  νά  'βγούμεν  άπ'  την  πικρή  σκλαβιά. 
Νά  σφάξονμεν  τους  λύκους,  πού  τον  ζυγόν  βαστούν, 

Κ  αϊ  Χριστιανούς  και  Τούρκους,  σκληρά  τους  τύραννοι/ν 
Στεργιάς  και  τού  πελάγου,  νά  λάμψη  ό  Σταυρός, 

Κ'  εις  την  δικαιοσύνην,  νά  σκύψη  ό  εχθρός. 
Ό  κόσμος  να  γλυτώση,  άπ'  αύτην  την  πληγή, 

Κ'  ελεύθεροι  νά  ζώμεν,  αδέλφια  εϊς  τήν  Γή. 
Πέρας  μεν  ώδε, 
Ή  δέ  αύ  πράξις  τέρας. 

ε'•  Ή   σφραγίς  τοϋ   Χ.*τζν^6*βέλ^. 

Έν  τοις  βιινναίοις  έγγράφοις  της  ανακρίσεως  τού  'Ρήγα  μνημονεύ- 
εται ώς  συνοδοιπόρος  αυτού  συνανακριθείς  έν  Βιέννη  ό  Χριστόφορος 
Χατζηβασίλης.  Ό  δέ  κ.  Αιμίλιος  ί«6§Γ£ΐηά  έξήνεγκε  την  είκασίαν, 
δτι  ούτος  ουδείς  άλλος  είνε  η  ό  μετά  του  Θεσσαλού  πρωτομάρτυρος, 
ώς  γνωστόν,  συμπράζας,  και.  άτε  ών  Γάλλος  υπήκοος,  θαυμασίως 
διασωθεί:  και  έκφυγών  τήν  σκληράν  τύχην  του  'Ρήγα  και  των  συμ- 
μαρτύρων  αύτοϋ  Χριστόφορος  Περραιβός.  Ούτος  προςέλαβε  μεν  ενω- 
ρίς τήν  θεσσαλικήν  έπωνυμίαν  του  αρχαίου  έθνους  των  Περραιβών, 
άλλα  δεν  ήτο  γνωστόν  όποιον  οίκογενειακόν  δνομα  έφερε.  'Ρητώς 
λέγει  περί  του  ζητήματος  τούτου  ό  Γούδας  τά  έξης"  «Τό  ότι  μέν  ό 
Περραιβός  κατάγεται  εκ  Θεσσαλίας  δήλον  γίνεται  προς  τοις  άλλοις 
και  εξ  αυτού  τούτου  του  πατρώνυμου  αύτου  έπιθε'του,  σημαίνοντος 
τό  τμήμα  της  Θεσσαλίας  Περραιβίαν  ώς  τόπον  της  γεννήσεως  αυτού. 
Έν  τίνι  όμως  χωρίω  της  Θεσσαλίας  έγεννήθη  ούτος,  πότε,  και  πώς 
έκαλοϋντο  αμφότεροι  οι  γονείς  αυτού  διά  τε  των  βαπτιστικών  αυτών 
ονομάτων  και  διά  ιών  οικογενειακών  επωνύμων,  ταύτα  πάντα  άγνω- 
στα ήμΐν  είσίν»1.  Αναφέρει  δέ  ό  Γούδας  και  τους  λόγους,  δι'  ους 
δέν  ήδυνήθη  νά  εξακρίβωση  τά  κατά  τό  αληθές  οίκογενειακόν  επώ- 
νυμον    του    ΙΙερραιβοΟ.   Ούδ'   εγώ    δέ    κατώρθωσα   τούτο2.    Άλλ'  ού/ 

1  Γούία  Παράλληλοι  βίοι  Τόμ.  Ε'  σ.  285. 

'  Άποκαλύψίΐς  περί  του  μαρτυρίου  τοϋ  "Ρήγα  σ.   100  βημ•  5. 


—  647  — 

ήττον  ή  πιθανωτάτη  εικασία  του  Ι^β^ΙΈπά  υποστηρίζεται  και  ύπο 
της  σφραγϊδος  τού  Περραιβού,  ευρισκομένης  μετά  και  της  αλληλο- 
γραφίας αύτοΰ  προς  τον  έκ  Πάργας  έν  Κερκύρ<κ  λόγιον  ίερε'α  Άν- 
δρέαν  Ίδρωμένον.  Έν  τη  σφραγΐδι  ταύτη,  ης  πιστόν  άπότυπον  δη- 
μοσιεύω ενταύθα,  εϊνε  σαφές,  ότι  τα  μέν  έν  τω  πρώτω  στίχω  κάτω- 
θεν του  μεταξύ  των  δύο  αστερίσκων  ζωδίου  γράμματα  Χ*  Φ  σημαί- 
νουσι  Χριστόφορος,  τα  δ'  έν  τω  δευτέρω  στίνω  ΧΒ  είν1  επιτομή  του 
ονόματος  Χατζηβασίλης.  Τι  δε  σημαίνει  ή  μετά  το  Φ  του  πρώτου 
στίχου  βραχυγραφία  δεν  είνε  φανερόν.  Άλλα  πιθανώτατα  τά  γράμ- 
ματα ταύτα  είνε  μόνον  ΗΣ,  και  τότ'  έ'χομεν  το  δνομα  Χρκϊτοφης , 
ήτοι  το  Χριστόφορος  έν  ύποκορισμώ. 

Κατά  δ'  ευμενή  άνακοίνωσιν  του  έν  Κέρκυρα  κ.  Άν-  Λ 
δρέου  Ιδρωμένου  αί  προς  τον  όμώνυμον  πρόπαππον  αΰ-  Ύ3/^!**! 
του  έπιστολαϊ  του  Περραιβού,  άρχόμεναι  άπό  τού  1797,  Ι^^ 
φθάνουσι  μέχρι  τού  1818.  Έν  πάσαις  δε  μετ'  άκρου  \.Λ..5 
προς  αυτόν  σεβασμού  αποτείνεται,  κάλων  πατέρα  και  •Η 
άδελφόν,  και  ποιείται  λόγον  περί  εταιρείας  και  αδελφών.  ^»ν Χατζηβαααη 
και  κρυπτογραφήματα  μεταχειρίζεται.  Άλλα  ταύτα  δεν  άναγινώ- 
σκονται  διά  τού  κρυπτογραφικού  αλφαβήτου  τής  Φιλικής  εταιρείας, 
οντος  νεωτέρου.  Φαίνεται  δ'  άλλως  έκ  τής  αλληλογραφίας  ταύτης 
ό  Περραιβός  εις  διηνεκείς  προς  πολλούς  διατελών  σχέσεις  και  κατε- 
χόμενος  άπαύστως   ύπο   τής    ιδέας    τής   ελευθερώσεως  τής   πατρίδος. 

Τω  1802  εΰρίσκετο  έν  Λιβούρνω  τής  Ιταλίας.  Εκείθεν  δ'  εγρα- 
φεν,  ότι  άνέγνωσεν  εις  τους  έν  τη  πόλει  "Ελληνας  το  χειρόγραφον 
τής  Ιστορίας  του  Σουλίου  και  Πάργας,  ένέπλησε  δ'  ενθουσιασμού 
τους  πατριώτας  εκείνους,  οϊτινες  μεγάλως  έτίμησαν  αυτόν,  καϊ,  συλ- 
λέξαντες  χρήματα,  έπεμψαν  τον  άνδρα  εις  Παρισίους. 

Τω  δε  1803,  γράφων  πάλιν  έκ  Λιβούρνου,  απέτρεψε  τον  ϊερεα 
Ίδρωμένον,  ετι  έν  Πάργη  διαμένοντα,  νάπέλθη  εις  Ιωάννινα.  Έν 
τη  έδρα  τού  Άλή  και  αυτός  ό  μητροπολίτης  ήτο  άναγκαίως  πειθιό- 
νιον  όργανον  τού  σατράπου.  Και  τοιούτος  αληθώς  παριστάνετο  ό 
κατέχων    τον    «.ητροπολιτικόν    θρόνον    Ιωαννίνων    Ιερόθεος. 

Τφ  δέ  1804  ό  Περραιβός  μετέβη  εις  τήν  Κέρκυραν,  ένθα  ήδη  ό 
Ιδρωμένος  εΐ/ε  κληθή  ύπο  τής  γερουσίας  ώς  καθηγητής  τών  ελληνι- 
κών  γραμμάτων.    Τούτου    δε    βοηθός    διετέλεσεν    επί   τίνα   χρόνον    ό 


—  648  — 

Περραιβός.  Άλλ'  ή  διδασκαλία  τών  γραμμάτων  δέν  ήτο  ή  προςή- 
κουσ'  αποστολή  του  αεικίνητου  και  προς  άλλας  ενεργείας  όργώντος 
Περραιβοΰ,  όςτις  και  άνεχώρησεν  έκ  Κερκύρας.  "Εκτοτε  δε  το  δνομ' 
αΰτοϋ  συνδέεται  προς  τάς  ενεργείας  της  Φιλικής  εταιρείας  και  τάς 
τύχας    του    εθνικού    αγώνος. 

Τοιαϋται  αϊ  έκ  της  μετά  του  Ιδρωμένου  αλληλογραφίας  έζαγό- 
μεναι  κυριώτεραι  ειδήσεις  τών  κατά  τον  Περραιβόν  άπό  της  διασώ- 
σεως αυτού  τω  1  798  μέχρι  τών  παραμονών  της  ενάρξεως  της  μεγά- 
λης επαναστάσεως. 


Γ' 


Άγνωστα   •ίθ&ήμ.3ΐτα  τοϋ   Ιΐ£ρ^οι&6οΰ. 


Παρά  τφ  κ.  Ανδρέα  Ίδρωμένω  έν  Κέρκυρα  εΰρηται  έκτετυπω- 
μενον  τψ  1798,  ει  και  δεν  φέρει  τον  αριθμόν  τού  έτους  της  εκτυπώ- 
σεως, φυλλάδιον  εις  80ν  έκ  τεσσάρων  σελίδων,  ων  ή  τετάρτη  εϊνε 
λευκή,  φέρουσα  μόνον  έν  μέσω  τάδε" 


=ν•« 


ΕΝ  ΚΕΡΚΓΡΑ. 


Χρόνος  έκτος  πολιτικός 


ΑΙ  δι  τρεις  πρώται  σελίδες  περιεχουσιν  "Υμνον  εις  τόν  Βοναπάρ- 
την,  ού  έν  τέλει  εΰρηνται  αί  λέξεις  Ποίημα  Χριστόφορου  τοΰ 
Περραιβοΰ.    Το   ποίημα    τούτο    επιγράφεται- 


—  649  — 

ΥΜΝΟΣ    ΕΓΚΩΜΙΑΣΤΙΚΟΊ 
Παρ'  όλης  της  Γραικίατ 

ΠΡΟΣ  ΤΟΝ   'ΛΡΧΙΣΤΡΑ'ΤΗΓΟΝ  ΜΠΟΝΑΠΑ'ΡΤΕ 
Εις  τον  ίι/ον   της  Καρμανιόλας 
Έχβι  δέ  ώδε 

Τι  θάμβος,  κι'  άμετρος  χήρα. 

Όπου  μας  ηλθ'  ευθϋς  παιδιά; 

Μποναπόρτες  την  Μάλτα 

Την  πάρε  με  μια  ο"άλτα 

Έβίβα  Μποναπάρτε 

'Β  λέ  Οόν  ντου  κανόν. 
Μετά  την  νίκην  τον  πεζον 

Εις  της  Γραικίας  τόν  Λαυν, 

Στέλλει  κ'  έγκαρόιώνει. 

Πώς  τόν  έλευθεροινει. 

Έβίβα  Μ. 
Θάλαόόα  παυσε  τ(όρα  πια 

Ζέφυρε  φύόα  τά  πανιά, 

Ό  "Ηρωας  νά  φθάσι,ι, 

Είς  των  Γραικών  τα  όάοη. 

Εβίβα  Μ. 
Έΰύ  φωότηρ  νυκτερινέ, 

Κ'  έοϋ  άότήρ  αυγερινέ, 

ΠλούοΊα  όότε  φοίτα 

Στου  ηρίοος  την  όπα. 

'Εβίβα  Μ. 
Ώς  άότραπή  π'  Ανατολής 

Φαίνεται  έιος  τας  Δυόμάς• 

Οϋτω  κι'  ό  Μποναπάρτη, 

"Ας  λάμψη  γής  τα  άκρη. 

'Εβίόα  Μ. 
Τό  ρόπαλόν  όου  Ήρακλη, 

Τ'  άνίκητον,  και  το  ταχύ, 

Τα  άνω  κατ'  Λς  φέρνι, 

Τό  πλήθος  το  προόμένει. 

Έβίβα  Μ. 
Ελλάς,  "Ηπειρος  και  Μωρία 

Κι'  όλη  Γραικών  ή  γενεά, 


—  650  — 

Τόν  ρύότην  καρτερηύμεν, 

Χωρίς  να  όιγνωμούμεν. 
Έβίβα  Μ. 
ΦθάΟε  Ηρώων  Πρόεδρε, 

Σώόε  Γραικίαν  Πρόγονε, 

Κι'  αύτη  χρυΟάς  κολόνας, 

Σε  κάμει  είς  αίώνας. 
Έδίβα  Μ. 
Νά  ζη,  νά  ζτί  και  τρεις  νά  ζη 
Ό  Μποναπάοτε  κι'  δλ'  μαζύ- 
"Ας  έλθη  τόν  ζητοΰμεν, 

Κ'  ημείς  μαζύ  κινούμεν. 
Έδίδα  Μ. 

Πλην  δε  του  Ύμνου  τούτου  εν  τω  αύτω  τυπογραφείω  της  Κερ- 
κύρας (Άπό  ττιν  τού  Γένους  Τυπογραφίαν  εν  Κέρκυρα)  άνευ 
νρονολογίας  έςετυπώ^η  εις  8ον  φυλλάδιον  έκ  12  σελίδων,  ων  1 1  εϊνε 
ηριθμημέν'αι,  εύρισκόμενον  καϊ  τούτο  έν  τη  βιβλιοθήκη  τού  κ.  Ιδρω- 
μένου.   Επιγράφεται  δε 

ΊΓΜΝΟΣ   ΠΑΤΡΙΩΤΙΚΌ  Σ 

της  Ελλάδος  και  δλης  της  Γραικίας- 
ΙΙρός  ξαναπόκτησιν  της  αντών   Ελευθερίας. 

Σύγκειται    δε  το  ποίημα    έκ  τεσσαράκοντα    και   δύο    στροφών,    ων  ή 
πρώτη  έχει  ώδε" 

Όλα  τα  έθνη  πολεμοτν 

Και  Οτούς  Τυράννους  τους  όρμουν, 
ΈκόίκηΟιν  γυρεύουν, 

Και  τους  εξολοθρεύουν, 

Και  τρέχουν  για  την  υοςαν, 

Μέ  χαρά  ότή  φωτιά. 

Τελιυταία  δέ  στροφή  είνε  ή  έζης' 

>Γ  άρχήΟουν  τώρα  να  λαλούν, 

Μέ  όργανα  να  κελαδούν, 
Ή  ΜούΟαις  την   άνδρεϊαν  μας, 

Τώρα  Οτην  λευθερίαν  μας. 

Πώς  τρέχομεν  μέ  πόθον 

Καϊ  χαρά  Οτή  φωτιά. 


—  651    — 

Πάσαι  δ'  αϊ  στροφαΐ  περατοΰνται  δια  τού  επωδού  Με  χαρά  £ΐη 
φωτιά  η  Στη  φωτιά,  μπρε  παιδιά  η  Μέ  χαρά,  μπρε  παιδιά 
η  άλλων  μικρόν  παρηλλαγμένων. 

Και  ή  μεν  ποιητική  άξια  του  στιχουργήματος  εινε  πάνυ  σμικρά. 
Άξιον  δε  λόγου  είνε  δια  την  έν  αΰτω  γινομένην  μνείαν  πολλών  αρ- 
ματωλών  έξυμνουμένων  υπό  του  στιχουργήσαντος.  Εινε  ο  ούτοι  οι 
έξης,  ων  τίνες  άλλοθεν  άγνωστοι"  Δράκος,  Καραίσκος,  Χρηστάκης, 
Μπλαχάβας,  Λάζος,  Κομπολής,  Μπασδέκης,  Κωνσταντής,  Ταπά- 
κης,  Γκιθώνας.  Σταθάς,  Στουρνάρας,  Πάππους,  Κοντογιάννης,  Βαρ- 
νακιότης,  Μιχάλης,  Τζιανάκας,  Νικόλας,  Τζαχίλας,  Ψηρας,  Κο- 
νιός,  Δημόκας,  Κατζαρός,  Μάνδαλος,  Φώτης,  Νικολακέοι,  Καγκι- 
ουζης,  Ζαχαρίας,  Χρυσαντάκος,  Γιάννης,  Τζοβόρας,  Τζιαμπαλης, 
Κολοκοτρώνης. 

Του  ποιήματος  τούτου  δύο  στροφάς  έξέδωκε  και  ό  Ιΐίβη  έν  τη 
Ευνομία  1,  καυχώμενος,  ότι  τέως  ουδέ  στίχος  εις  του  άσματος  εκεί- 
νου ήτο  γνωστός,  άλλα  και  προςθέτων,  ότι  δεν  παρέχει  αυτό  πλήρες, 
επειδή  κατά  την  διαβεβαίωσιν  του  Αλεξάνδρου  Νέγρη,  όςτις  ήτο 
πιθανώς  και  ό  άπό  μνήμης  άνακοινώσας  εις  τον  Γερμανόν  φιλέλληνα 
τάς  δύο  έκείνας  στροφάς,  εινε  μακρόν  ποίημα  τοΰ  'Ρήγα.  Και 
ότι  μεν  τό  ποίημα  είνε  μακρόν,  ορθώς  ώμολόγει  ό  Νέγρης,  γινώσκων 
αυτό  πιθανώς  όλον  εκ  του  έντυπου.  Άλλα  που  έστηρίζετο  ή  βεβαίω- 
σις  αύτοΰ,  ότι  είχε  στιχουργηθή  υπό  του  'Ρήγα;  Περιελαμβάνετο 
τυχόν  εις  τους  ύπό  τό  όνομα  του  'Ρήγα  δημοσιευθέντας  έν  Ίασίω  τω 
1814  ύμνους;  Και  αν  ίσως  συνέβαινε  τούτο,  τις  εγγυάται  ήμίν,  ότι 
ή  έκδοσις  εκείνη  δεν  περιείχε  και  υποβολιμαία  έργα,  ψευδώς  αποδι- 
δόμενα εις  εκείνον  ου  τό  δνομα  τό  περιβαλλόμενον  ύπό  της  αίγλης 
τού  μαρτυρίου  έλάτρευε  το  δουλεύον  γένος;  Έκ  τών  πρακτικών  του- 
λάχιστον της  ανακρίσεως  ουδέν  αναφέρεται  περί  τοιούτου  έντυπου 
τοΰ   'Ρήγα. 

Έν  ω  δε  ουδέν  φαίνεται  τό  πεϊθον,  ότι  ή  προς  τον  Ιΐίοη  βεβαίω- 
σις  του  Νέγρη  ήτο  ακριβής,  πλείστα  όσα  πείθουσιν,  ότι  ό  "Υμνος  ού- 
τος έστιχουργήθη  ύπό  τού  Περραιβού.  Εις  τοιούτο  συμπέρασμ'  άγου- 
σιν  οΰ  μόνον  ό  τόπος  και  χρόνος  της  τυπώσεως,  όςτις  είνε  πιθανώς  τό 
έτος  1798,  καθ'  ό  έξετυπώθη  έν   Κέρκυρα  και  ό  "Υμνος  τού  ΓΙερραι- 

1    Τόμ.  Β'  σ.   130   Χ.   Ε. 


—  652  — 

6οΰ  προς  τον  Βοναπάρτην,  άλλα  και  ή  στιχουργία  και  το  όλον  τοϋ 
ποιήματος  ύφος.  "Ετι  δε  μ&λλον  πειθόμεθα  περί  ταύτης  της  γνώμης 
έκ  της  έν  σ.  6  στροφής  ταύτης" 

Νά  λάμψη  πάλιν  λευθεριά 
Ώς  ήτον  τότε  μία  φορά. 
Κ'  έ<ίας  £{>νόας  καλόνας 
Σας  καΜονν  εις  αιώνας. 

Νά  εϊο*τε  5ιά  μνήμην. 
Στη  φωτιά,  μπρε  παιδιά. 

Της  στροφής  ταύτης  οί  δύο  δια  παχέων  γραμμάτων  ενταύθα  έκτυ- 
πωθέντες  στίχοι  ευρίσκονται  λίαν  όμοιοι  προς  τους  έν  τη  προτελευ- 
ταία στροφή  του  εις  τον  Βοναπάρτην  ποιήματος  τβύ  Χριστόφορου 
Περραιβοΰ  και  ένδεικνύουσι  τον  αύτον  στιχουργών. 

ζ'.   Περέεργον  έ'γγραφον  περί   Ιίερροαβοϋ. 

Έν  τω  άρχιιοφυλακείω  Κερκύρας  έν  τω  βιβλίω  τής  Άστυνοΐλίαί 
ΰπ'  άρ.  7  του  Ββ^ίδίΓΟ  ΙβΙΙβΓβ  3,1  §βηβΓ»1β  ά«1  28  Α§οδΙο  1814 
3.1  ΟίΐΙ§ηο  1817  εΰρηται  περίεργον  έ'γγραφον  περί  Περραιβοΰ  ίταλι- 
στί  γεγραμμένον,  δπερ,  σταλέν  μοι  έν  αντιγράφω  παρά  του  κ.  Ιδρω- 
μένου μετά  τής  συνεκδιδομένης  ελληνικής  μεταφράσεως,  εκδίδω  έν- 
ταυθ'  άνευ  περαιτέρων  σχολίων  ώς  τελευταίαν  συμβολήν  εις  τα  έπ' 
ευκαιρία  τής  εκατοστής  άμφιετηρίδος  του  μαρτυρίου  τού  'Ρήγα 
γραφέντα  ύπ'  εμού  σημειώματα  περί  του  μεγάλου  Θεσσαλού  και 
τού  συνεργού    και  βιογράφου  αυτού. 

Ίταλικόν  πρωτότ\>«ον 

ΑΙ  5ΐ£Γ  ννίΠίΕΓη  ΜβγβΓ,  δουάϊβΓβ  8β§Γβΐ3Γΐο  άβΐ  ΟονβΓηο 
β  ΜβιτώΓο  οΐβΐΐα  ΟοΐΏΐτιϊβδΐοηβ  οοΙΓΐηοίίποο  αϊ  Ι^ογοΙ  ΑΗο  Οοπί- 


1Ύ118810ΠΕΠ0. 


Ρηηιο  Σι/%/ ίο  1816. 


ΡβΓοΙίΡ  βΜήλπο  ίιηπιβ(ϋ3ί.ο  βίΐβΙΙο  Ιβ  (1β1ί1>βΓ£ΐζΐοηί  (1ϊ  8.  Ε. 
Γΐ^ααπίο  αϊ   άβίβηυΐο  ΟίδΙοΓοίΌ    ΡβΓβνό,  §Π  δί  β  ΐΓοναΙο  ίιτι- 


—  653   — 

β&ίΌΟ  δορΓΒ  αη  1β§ηο  (ϋτΐΜο  ρβπ  ΤπβδΙβ,  ϋ  ηαειίβ  ραιΊβ  ηυββί' 
οσαί,  β  οι  δίαιπο  οοηνβηυϋ  ρίτ  ηοΐο  β  οίβ&πίΐ,  ίη  ΙαΙΙο,  1&1- 
ΙβΓΪ  νβηΐί.  δΐοοοπιβ  ρθΚ»  ίΐ  (ΙβΙΙο  ΡβΓβνό  β  ρπνο  αίΐϋΙΙο  (ΙΌ^ηί 
πίρζζο  άι  8ϋ88Ϊ8ΐβηζ3,  ρ  οοδΐ  δ;1ΐ  §ί  ροίΓβοοβ  αοοοΓ(]αΓβ  αΐΐτί 
Ι&ΙΙβπ  νβηΐί  ρβρ  δυο  δϋδδίάΐο. 

Οί  ΓίνοΙ^ϊίΐΓτιο  ΣίαΊιηα,ιιβ  α  Ι^βϊ,  δί^ηοΓβ,  ρη^απΗοΙα  οΗΈΠα 
«ι  ρΓβδίΐ  α(1  ΟΓίΙΐηείΓβ  Γοπϋίηαηζα  (1ΐ  ΙαΙΙβΓΪ  ^ααΓαηΙα  πίΤϊηβΙιβ 
«ία  δοΐΐβοίΐίίπιρηίβ  ΠπηίΐΙα  βίϊ  βδθ^ϋίΐα  ίη  φΐβδΓο^ί,  β88βηάο 
Π  οαρίΐ&ηο  ρΓοηΙΪ88Ϊηηο  αΐΐα  ρ&τΊβηζα. 

Ελληνική  μιετάφρ>*αις 

Κΰριον  Γοι/λιέλμον  Μέγιερ 
Γραμματέα  της  Κυβερνήσεως  και  μέλος  της  επιτροπής  ε.   χ.   λόρ- 
δου Μεγάλου   Άρμοστου. 

Τί)   1    Ιουλίου  1816. 

"Οπως  τύχωσιν  άμεσου  εκτελέσεως  αι  αποφάσεις  της  Γ.  Ε.  περ! 
τοϋ  κρατουμένου  Χριστόφορου  ΙΙερραιβοΰ,  ευρέθη  το  μέσον  επιβιβά- 
σεως αυτού  έπί  πλοίου  άναχωροΰντος  εις  Τεργε'στην  την  σήμερον,  και 
συνεφωνήσαμεν  δια  ναΰλον  και  σιτηρέσιον  αυτού  έν  όλω  τάλληρα  εϊ- 
κοσιν.  Άλλ'  επειδή  ό  ρηθεΐς  Περραιβός  στερείται  δλως  παντός  μέσου 
διατροφής,  ήδυναντο  νά  δοθώσιν  αϋτω  έτερα  τάλληρα  εικοσιν  ώς 
βοήθημα. 

Απευθυνόμενα  λοιπόν  προς  Υμάς,  Κύριε,  παρακαλούντες,  ίνα 
εΰαρεστούμενος  έκδώσητε  τήν  διαταγήν  δια  τάλληρα  τεσσαράκοντα, 
όπως  υπογραφή  και  έκτελεσθή  αυθημερόν,  ί>ιότι  ό  πλοίαρχος  είνε  κατά 
πάντα  έτοιμος  προς  άναχώρησιν. 


ΤΛ   ΠΡΩΤΑ   ΕΛΛΗΝΙΚΑ  ΝΟΜΙΣΜΑΤΑ 

ΚΑΙ  ΤΡΑΠΕΖΙΚΑ  ΓΡΑΜΜΑΤΙΑ  ΤΗΣ  ΝΕΑΣ  ΕΛΛΑΔΟΣ  * 


Πολλά,  ήδύνατο  να  διδάξη  ή  νομισματική  ιστορία  της  Ελλάδος 
ίν  τοις  χρόνοις  της  τουρκοκρατίας.  Άλλ'  η  Ιστορία  αύτη  εινε  σκοτει- 
νότατη και  ϊσως  ουδέποτε  θα  δυνηθή  να  γραφή  δια  την  άνεπάρκειαν 
των  πηγών.  Ή  αγορά,  στερούμενη  εντοπίων  νομισμάτων,  έσαλεύετο 
δεινώς,  εξαρτώμενη  έκ  της  κυμάνσεως  της  αξίας  των  νομισμάτων  Ιν 
ταΐς  ξέναις  χώραις.  Τοιαύτη  δέ  ητο  ή  διατάραξις  και  ή  επερχόμε- 
νη ενίοτ'  έκ  της  σπάνιος  κερμάτων  στενοχώρια,  ώςτ'  εξ  έγγραφων  τοΟ 
εν  Βενετία  αρχείου  ήδη  κατά  τους  χρόνους  της  εν  Πελοποννήσω  βε- 
νετοκρατίας  τελευτώντος  του  δεκάτου  εβδόμου  αιώνος  βλέπομεν  τους 
Βενετούς  μεριμνώντας  περί  εΐςαγωγής  βενετικών  κερμάτων  και  διακα- 
νονισμού της  άξιας  του  νομίσματος.  Ή  κύμανσις  της  μεταλλικής 
άξιας  ήτο  τοιαύτη,  ώςτε  δηλίου  κολυμβητού  δεϊται  αυτόχρημα  ή 
εξεύρεσις  της  άξιας  τού  τουρκικού  γροσίου  κατά  τους  διαφόρους  αι- 
ώνας τής  τουρκοκρατίας. 

Την  τοιαύτην  δ'  άνωμαλίαν  ήδη  ενωρίς  έπειράθη  νά  περιστείλη  ή 
ελληνική  πολιτεία  βραχύν  χρόνον  μετά  τήν  εναρξιν  του  ίεροΰ  αγώνος. 
"Ηδη  έν  τή  συνεδρία  τής  2  Ιουνίου  18'23  άνεγνώσθη  έν  τφ  Βουλβυ- 
τικώ,  άντιπροεδρεύοντος  του  άγιου  Βρεσθένης  Θεοδωρήτου,  απροβού- 
λευμα  του  Εκτελεστικού  ύπ'  άρ.  1209,  ομού  και  ό  ακόλουθος  κατά- 
λογος περί  του  ν'  αΰξηθώσιν  αί  τιμαί  τών  ευρωπαϊκών  νομισμάτων, 
όμου  καϊ  τών  τουρκικών  προς  αποφυγήν  τών  ταραχών,  προερχομένων 
έκ  τών  παραχαράκτων  τουρκικών  νομισμάτων».  Ή  δ'  εις  τα  πρακτι- 
κά τοΰ  Βουλευτικού  καταχωρισθεϊσα  «  Σημείωσις  τών  νομισμάτων  '» 

*    'Εδημοσιεύθη  τό  πρώτον  Ιν   τη  τοΰ  Γ.  Δροσίνη  ΚθΛ  Γ.  Καίίδόντί  Νέα  Ελ- 
λάδι Έτ.  Β'  (1896)  σ.  149  χ.  Ι. 

4   "Ιδε  Άρχιϊα  τής  ελληνικής  παλιγγενεσίας.  Έν  "Αθήναις.  1862.  Τόμ.  Β'  σ.  54  χ.  έ, 


—  655  — 

δεικνύει  εις  όποιον  αληθώς  νομισματικόν  λαβύρινθον  εύρίσκετο  τότε  ή 
Ελλάς.  Είς  την  άγοραν  περιεφέροντο  Ισπανικαί  διπλαΐ  (δούπιες) 
μετά  νομισμάτων  πορτογαλλικών,  βενετικών,  ολλανδικών,  αυστριακών, 
παπικών,  νεαπολιτικών  καί  λουδοβίκεια  χρυσά  μετά  τουρκικών  νο- 
μισμάτων. Μα^μουτιέδες,  μισοί  παλαιοί,  μισοί  εγγλέζικοι, 
φουντούκια,  πολιτικά,  μισήρικα.  μισά  πολιτικά,  μισά  μισή- 
ρικα, £>οι/μπιέδες  Φοι/ντονκίοι/,  όμοιοι  Μισηρίου.  Τοννε- 
ζίου,  Άΐναλιά,  Τάλληρα  κολονάτα  καί  φραντζεσκίνια,  ρεγ• 
γίναι  καϊ  Βενετικά,  πεσλίκια,  έκατοστάρια  παλαιά,  ήκιλί- 
κια,  έξηντάρια,  μονόγροσα  παλαιά  καί  μονόγροσα  νέα  ομού 
συμφυρόμενα  καϊ  χρησιμεύοντα  εις  την  κυκλοφορίαν  εφερον  εις  σύγχυσιν 
τους  χρηματιζόμενους.  Όποια  δε  ή  χρηματιστική  ανωμαλία  αποδει- 
κνύεται έκ  της  αιφνίδιας  δι'  αποφάσεως  του  Βουλευτικού  άναβιβά- 
σεως  της  τιμής  της  ισπανικής  διπλής  άπό  120  γροσιών  είς  160, 
ής   ανάλογος   υπήρξε    καί   τών    λοιπών    νομισμάτων   ή   ΰψωσις. 

Μετά  δε  την  όπωςδήποτ'  έπελθουσαν  κατάστασιν  τών  πραγμάτων 
ύχι  μόνον  ή  ανάγκη  του  διακανονισμού  τον  ξένων  νομισματικών  άξιων  , 
αλλά  καί  λόγοι  εθνικής  φιλοτιμίας  ήγαγον  τον  κυβερνήτην  Ίωάννην 
Καποδίστριαν  είς  την  σκέψιν  περί  χαράξεως  ίδιου  εθνικού  νομίσματος 
τών  Ελλήνων.  Ή  δέ  ανάγκη  ήτο  επείγουσα,  διότι  άνευ  ίδιου  ελλη- 
νικού νομίσματος,  καί  μάλιστα  χαλκού,  δεν  ήδύνατο  νάναπληρωθή 
ό  τουρκικός  παράς,  ού  ή  κυκλοφορία  εντός  τής  ελευθέρας  Ελλάδος 
εμπόδιζε  την  κατ'  άξίαν  διατίμησιν  τών  ξένων  ευρωπαϊκών  νομισμά- 
των, ής  καί  πάλιν  έπειράθη  αρχομένου  τού  1828  ό  Καποδίστριας 
διά  τού  Α.  Κοντοσταύλου,  συντάξαντος  καί  δημοσιεύσαντος  τήν 
άναγκαίαν    περί    τούτου    προκήρυξιν  ι. 

"Ηδη  αρχομένου  τού  Απριλίου  1828  άπετάθη  ό  Καποδίστριας 
προς  τό  Πανελλήνιον,  καλέσας  αυτό  νά  σκεφθή  περί  χαράξεως  νο- 
μίσματος καί  ύποβάλη  τήν  περί  τούτου  γνώμην  του  είς  τον  Κυβερ- 
νήτην. Τό  δέ  Πανελλήνιον,  ώρίμως  σκεφθέν,  καθυπέβαλεν  εις  τήν 
έ'νκρισιν    τού    Κυβερνήτου    σχέδιον    ψηφίσματος    περί    νομισμάτων  2. 

1  Α.  Κοντοσταύλου  Τα  περί  τών  εν  Αμερική  ναυπηγηθειαών  φρεγατών  χαί  τοϋ  ΐν 
Αίγίντ)  νομισματοκοπείου. Έν  Αθήναις.  1855  σ.  260.  "Ι δε  περί  τουρκικών  νοαισαάταιν 
εν  κυκλοφορία  τω  1833  τήν  «Άθηναν»  άρ    83  σ.  311. 

2  "Ιδε  το  σχέδιον   τοϋτο  αυνυποβληθέν   είς  τϊ)ν  Λ'  ίθνικήν   συνελευσιν   αετά   ιγ];  άπό 


—  656  — 

Κατά  το  σχέδιον  τούτο  τα  νομίσματα  εμελλον  να.  ώσι  χαλκά,  αρ- 
γυρά και  χρυσά.  Και  χρυσά  μέν  ώρίσθησαν  ή  Άθπνα,  έχουσα  τιμήν 
είκοσι  φοινίκων  και  φέρουσα  έζ  ενός  μέν  την  εικόνα  της  Αθηνάς,  επί 
δέ  του  ετέρου  έπιγεγραμμένην  την  τιμήν  20  φοίνικες,  το  έτος  της 
εκτυπώσεως  και  την  έπιγραφην  Κυβερνήτης  ΙΑ.  Καποδίστριας, 
και  τό  ήμισυ  της  Αθηνάς,  ϊσον  προς  10  φοίνικας.  Αργυρά  δέ 
νομίσματα  εμελλον  να  κοπώσιν  ό  φοίνιξ,  δςτις  θα  ήτο  και  ή  βάσις 
των  εθνικών  νομισμάτων,  ΐσΌς  κατά  τό  §άρος  με  εκατόν  σπυ- 
ριά και  συγκείμενος  κατά  τό  εν  δέκατον  του  κράματος  έκ  χαλκού. 
Ιδού  δε  όποια  ή  έν  τω  σχεδίω  περιγραφή  του  φοίνικος"  «κατά  μεν 
τό  έτερον  πρόςωπον  φέρει  τόν  μυθολογικόν  φοίνικα,  έχοντα  έπΐ  κεφα- 
λής τό  σημεϊον  του  Σταυροί,  επί  δε  της  δεξιάς  πλευράς  του  όποιου 
φέρονται  ήλιακαί  τίνες  ακτίνες,  έχει  και  περιγραφήν  Ελληνική 
πολιτεία-  κατά  δε  τό  άλλο  πρόςωπον  φέρει  την  τιμήν  του,  δήλα 
δη  εις  φοίνιξ,  έν  μέσω  δύο  κλάδων  έλαίας  και  δάφνης,  με  περιγρα- 
φην Κυ6ερνήτης  Ι.  Α.  Καποδίστριας,  και  εις  τό  κάτω  μέρος  τό 
έτος».  Εμελλον  δε  νά  κοπώσ».  και  τίμιου  τοΰ  φοίνικος  άργυ- 
ροΰν  και  Αίγις,  ϊσος  μέ  πέντε  φοίνικας  και  τίμιου  της  Αίγί- 
δος,  έπ'  Ισης  αργυρά.  Ώς  χαλκά  δε  νομίσματα  ώρίζοντο  τό  λε- 
πτόν,  τό  δεύτερον,  ήτοι  τό  ήμισυ  του  λεπτού,  και  τό  πεντάριον, 
ϊσον  προς  πέντε  λεπτά.  Ό  δε  φοίνιξ  έμελλε  νάναλογή  προς  λεπτά 
έξήκοντα. 

Και  απεφασίσθη  μέν  ή  χάραξις  ίδιου  ελληνικού  νομίσματος,  άλλ' 
έ'λειπον  αϊ  τε  άναγκαϊαι  μηχαναΐ  καϊ  χρημα.Άλλ'  ότε  περί  τά  τέλη 
Μαΐου  1828  περιηλθεν  εις  τόν  Κυβερνήτην  παρά  της  ρωσικής  κυβερ- 
νήσεως διά  συναλλαγματικών  πληρωτέων  έν  Λονδίνω  ποσόν  ενός  και 
ήαίσεος  εκατομμυρίου  ρουβλίων,  εδωκεν  ό  Καποδίστριας  έ.ντολήν  εις 
τόν  Κοντόσταυλον  νά  μεταβή  εις  Μελίτην  και  φροντίση  περί  προμη- 
θείας νομισματοκοπικών  μηχανών.  Ούτος  δ'  έξετέλεσε  ταχέως  τάνα- 
τεθέντα  εις  αυτόν,  άγοράσας  πάσας  τάς  μηχανάς  του  έν  ετει  1798 
διά  της  εις  τόν  Βοναπάρτην  παραδόσεως  της  Μελίτης  διαλυθέντος 
τάγματος  τών  Ίωαννιτών  της  'Ρόδου,  ων  τό  κέντρον  είχε  μετατεθή 
άπό  του   1530  εις  Μελίτην.  Και  ήγοράσθησαν  μέν  αύται  αϊ  μηχαναΐ 

29  Ιουλίου  18"28  εκθέσεως  του  Κυβερνήτου  παρά  Μάμουκα  (Τά  κατά  την  άναγέννη- 
«ιν  της  Ελλάδος  Τό[Α.  ΙΑ'  σ.  779  κ.  ε.). 


κ/ 

Ι— ί 

Ο 

Ε 

>~ 
Ο 

Ι— Ι 

Ρ* 
Η 

ο 

ο 

ζ 

ο 
μ 

Ρη 


—  657  — 

αντί  τοΰ  ευτελούς  αληθώς  ποσοΰ  εκατόν  λιρών,  άλλ  άπορον  ητο 
κατά  πόσον  θα  κατωρθοΰτο  δι'  αυτών,  οΰσών  παλαιών,  έφθαρμένων 
και  ακαταλλήλων,   να  χαραχθώσι  νομίσματα. 

Και  όμως  ίδρύθη  τό  νομισματοκοπεϊον,  έγκατασταθεν  εν  αΰτώ  τω 
κάτω  πατώματι  του  μεγάρου  του  Κυβερνήτου,  έν  μέρει  δέ  και  κατά 
την  αύλήν  της  μεγάλης  εκείνης  οικίας,  ην  ό  λαό;  της  Αίγίνης  έκάλει 
παλάτιον  του  Μπαρμπαγιάννη.  Κατά  την  έν  ετει  1885  έπίσκεψίν  μου 
εις  την  νήσον  έπεδείνθησάν  μοι  τά  δωμάτια  •ν  οίς  έχύνετο  τό  μέταλ" 
λον'  έν  δε  τή  αυλή  είδον  παρηγκωνισμένον  τό  τελευταΐον  του  νομι- 
σματοκοπείου λείψανον,  τόν  άκμονα  πιθανώς,  έφ'  ου  έτίθεντο  τά  με- 
τάλλινα  κέρματα  πρό;  έπιχάραζιν  της  σφραγίδος  διά  της  σφύρας, 
διότι  ούτως  απλή  φαίνεται,  ότι  ήτο  ή  λειτουργία  της  χαραγής  ι. 
Έφρόντισα  δ  έκτοτε,  όπως  τό  τελευταΐον  εκείνο  λείψανον  του  νομι- 
σματοκοπείου σταλή  εις  Αθήνας,  και  μετά  τίνα  χρόνον  κατωρθώθη 
αληθώς  ή  αποστολή  αύτου  εις  τό  ένταΰθα  μουσεϊον  της  Ιστορικής 
και  εθνολογικής  εταιρείας. 

Και  κατ'  αρχάς  μεν  ή  εφορεία  τοΰ  νομισματοκοπείου  και  ή  ευθύνη 
ανετέθη  εις  μόνον  τόν  Α.  Κοντόσταυλον  μέχρι  τής  20  Σεπτεμβρίου 
1829,  έκτοτε  δε  ή  διοίκησις  αύτου  ήνώθη  μετά  τής  τριμελούς  Επι- 
τροπής τής  Οικονομίας,  συνενεργούσης  και  συνδιοικούσης. 

Μετ'  ιδιαζούσης  δέ  χαράς  βραχύν  χρόνον  μετά  την  έκ  Μελίτης  άφι- 
ξιν  τών  μηχανημάτων  εστειλεν  ό  Κοντόσταυλος  τή  29  Ιουλίου  1829 
εις  την  έν  "Αργεί  Έθνικήν  συνέλευσιν  τά  πρώτα  ελληνικά  νομίσμα- 
τα, συνιστάμενα  εις  άργυροΰν  φοίνικα  και  εις  χαλκοΰν  μονόλεπτον, 
πεντάλεπτον  και  δεκάλεπτον. 

Κατά  ταύτα  τό  σχέδιον  τοΰ  Πανελληνίου  δεν  έξετελεϊτο  πλήρες. 
Ώς  εΰρίσκοντο  τά  τοΰ  ταμείου,  δεν  ήδύνατο  νά  γείντ)  σκέψις  περί  τών 
χρυσών  νομισμάτων  και  περί  πάντων  τών  αργυρών.  Αναβαλλόμενης 
λοιπόν  τής  ενεργείας  τοΰ  όλου  εις  ευτυχεστέρας  περιστάσεις,  ώς  έγραφε 
τή29  Ιουλίου  1829  ό  Κυβερνήτης  εις  τήν  έν  "Αργεί  Έθνικήν  συνέλευ- 
σιν, παρίστατο  ανάγκη  νά  περιορισθώσιν  επί  τοΰ  παρόντος  εις  χαλκά 
νομίσματα.  Τοιαΰτα  δέ  ήσαν  τά  πλην  τοΰ  άργυροΰ  φοίνικος  ώς  δεί- 
γμα σταλέντα  εις  τήν  Έθνικήν  συνέλευσιν,  κοπέντα  έν  αΰτώ  τω  άτε- 

'  " Ιδε  και  τό  άρθρον  (χου  Τό  παλάτιον  τοΰ  Μπαριχπαγιάννη  εν  τω  βιβλί'ω  μο«  Λό- 
γοι  χα'ι  άρθρα  σ.  559. 

ΕΠΙ'Ρ.    Π.    Λ.ΛΜΠΡΟΓ,    ΜΙΚΤΑΙ    Ϊ8ΛΙΔΚΕ  42 


—  658  — 

λεΐ  νομισματοκοπείω  της  Αίγίνης.  Και  είχον  μεν  γείνει  προτάσεις 
περί  έκκοπής  /αλκών  νομισμάτων  έν  Παρισίοις  παρά  του  Γάλλου 
ϋβ  Β&ίηΙ-ΟΐΌΐχ,  λαμβάνοντος  εις  άνταλλαγην  ορειχάλκινα  κα- 
νόνια έκ  τών  άχρηστων ,  άλλα  το  Πανελλήνιον  είχεν  αποκρούσει 
την  αϊτησιν,  προτιμηθείσης  της  έν  αύτη  τη  Ελλάδι  χαράξεως  του 
νομίσματος  '. 

Ή  χαρά  της  Εθνικής  συνελεύσεως,  βλεπούσης  τά  πρώτα  έκκς- 
πέντα  έν  Αίγίνη  και  εις  αυτήν  σταλέντα  ελληνικά  νομίσματα,  υπήρξε 
μεγίστη. 

α  Ό  γραμματεύς  της  επικρατείας,  λέγουσι  τά  πρακτικά  τής  συν- 
εδρίας της  30  Ιουλίου  1829,  διένειμεν  έκ  προςώπου  τής  Κυβερνή- 
σεως εις  έ'να  έ'καστον  τών  άντιπροςώπων  τά  τυπωθέντα  εθνικά  νομί- 
σματα" το  άργυροΰν  του  φοίνικος  και  το  χάλκινον  τών  1,  5  και  10 
λεπτών. 

α  Ή  Συνέλευσις  τών  Πληρεξουσίων,  εις  την  πρώτην  θέαν  εθνικού 
νομίσματος,  εξέφρασε  την  άγαλλίασίν  της,  άνευφημήσασα  το  Ζήτω 
κ   Ελλάς!  Ζήτω  ό  Κυβερνήτης»2. 

"Εκτοτε  ήρχισε  τακτικώς  λειτουργούν  το  νομισματοκοπεΐον,  οΰ 
πρώτος  έφορος  έξηκολούθει  μένων  ό  Κοντόσταυλος,  δν  μετ'  ολίγον 
χρόνον  διεδέχθη  ό  Α.  Λουκόπουλος,  οΰ  διάδοχος  έπί  βραχύ  εγεινεν  ό 
Γ.  Δημητρακόπουλος  περί  τον  Ίούνιον  του  1830  και  έπειτα  ό  Κ. 
Αεβίδης. 

"Αν  μοι  επέτρεπε  το  στενόν  του  έπιμεμετρημένου  μοι  χώρου,  δεν 
ήθελον  οκνήσει  νά  είςαγάγω  τον  άναγνώστην  εις  τά  δργια  του  νομι- 
σματοκοπείου. 'Αλλά  μή  φοβηθή  ό  αναγνώστης  άκούων  ταύτην  την 
λέςιν.  Εννοώ  οργιά  πολύ  μάλλον  τά  τής  κακογλωσσίας  και  συκο- 
φαντίας εναντίον  τών  διευθυντών  του  νομισματοκοπείου  ή  αληθείς 
αυτών  καταχρήσεις.  "Αν  τις  ήθελε  δώσει  πίστιν  εις  την  εύεπίφορον 
προς  κακολογίαν  και  δυςφημισμόν  έλληνικήν  φύσιν,  ουδείς  τών  δια- 
χειρισθέντων  τον  έθνικόν  πλουτον  του  πτωχού  έ'θνους  έξήλθεν  έκ  τών 
υπογείων  τού  παλατιού  του  Μπαρμπαγιάννη  με  κενάς  τάς  χείρας. 
Σκιερά  αληθώς  εΐκών  οχι  νοσφισμοΰ  δημοσίων  χρημάτων,  αλλά  κατα- 
συκοφαντήσεως  ώς  το  πλείστον  τών  εντεταλμένων  τήν  δημοσίαν  έκεί- 

1  Ίδε  ιήν  ανωτέρω  έ'κ6εσιν. 

2  Μάμονηα  £νθ    άν.   σ.  94. 


—  659  — 

νην  λειτουργίαν  παρέχεται  ήμίν  ύπ:ό  των  καταγγελιών  και  των  δι- 
κών, είς  άς  εξετέθησαν  οί  πρώτοι  άνδρες,  εις  ου;  το  ενθνος  άνέθηκε 
την  χάραξιν  έθνικοΰ  νομίσματος.  Νωθρότης  περί  την  έκτέλεσιν  τοΟ 
καθήκοντος,  παράδοσις  νομίσματος  όλιγωτέρου  παρά  το  παραλαμβα- 
νόμενον  μέταλλον,  λαθραία  εξαγωγή  μετάλλου  ή  νομίσματος  εκ  του 
νομισματοκοπείου  είνε  τα  βαρύτατα,  άλλ'  όχι  και  τα  μόνα  άρθρα  των 
κατηγοριών,  αίτινες  έξετοξεύοντο  εναλλάξ  κατά  πάντων  των  διευθυ- 
νόντων το  νομισματοκοπεϊον.  ' Αρκεί  νάναγνώση  τις  τήν  άπολογίαν 
του  Κοντοσταύλου1  και  τάς  ίν  τη  Αθηνά  επιθέσεις  εναντίον  του 
Λουκοπούλου  και  απολογίας  αύτοΰ  2,  όπως  όμολογήση,  ότι  δεν  υπάρ- 
χει υπερβολή,  ής  να  μή  γίνηται  έν  Ελλάδι  χρήσις  εναντίον  των  τά 
κοινά  διαχειριζομένων,   όταν  μάλιστα  ό  λόγος  περί  χρήματος. 

Το  έθνος,  όπερ,  έξερχομενον  άπό  μακράς  δουλείας  και  πολυετούς 
αγώνος,  ήτο  τόσον  πτωχόν,  ώςτε,  ως  εί'δομεν,  οί  ϊθύντορες  αύτοΰ 
έσκέφθησαν  σύν  τοις  άλλοις  νά  κόψωσι  και  νόμισμα  άξιας  ήμίσεος 
λεπτού,  προςέβλεπεν  οιονεί  ένεόν  το  θαυματουργόν  εκείνο  χαλκείον, 
εν  ω  τα  άχρηστα  πυροβόλα  του  αγώνος  και  ανάξια  λόγου  χαλκά 
σκευή  έσφυρηλατοΰντο  είς  νόμισμα,  έν  ω  τανοί,  μπρίκια  και  άλλα 
διάφορα  αγγεία  οικιακής  χρήσεως  3  μετεπλάσσοντο  εις  χαλκούς 
οβολούς,  και  αργυρά  δπλων  ποικίλματα,  ζάρφια  και  τά  τοιαύτα 
έκόπτοντο  είς  στίλβοντας  φοίνικας4.  Ό  αναγνώστης  ας  ψυχολογήση 
και  ας  συγχώρηση  και  τους  κακά  λέγοντας  κάί  τους  κακολογουμένους 
ενίοτε  ϊσως. 

Εκ  τών  απολογιών  του  Κοντοσταύλου  και  Λουκοπούλου  περιηλ- 
θον  εις  ημάς  πολύτιμοι  στατιστικαί  ειδήσεις  περί  τών  έπί  της  διοική- 
σεως αυτών  κοπέντων  νομισμάτων.  Τούτων  ελάχιστοι  ήσαν  οί  άργυ- 
ροι φοίνικες,  οί  μόνοι  είς  ους  περιωρίσθη  το  άργυρούν  χάραγμα.  Έκό- 
πησαν  δε  τοιούτοι  μόνον  έπί  της  διοικήσεως  του  Κοντοσταύλου  11978 
τον  αριθμόν.  Άλλ'  ένεκεν  απειρίας  τό  νόμισμα  τοϋτο  έκόπτετο  αμι- 
γές χαλκού  κράματος,  ώςτε  μετ'  ου  πολύ  άπεσύρθησαν  εκ  της  κυκλο- 
φορίας τηχθέντες  αντί  αργύρου,  έξ  ού  λόγου  προήλθεν  ή  σπανιότη; 
Εν  τη  ανωτέρω   ,ανημονευΟεί'σ/]  συγγραφή   σ.  259  χ.έ. 

2  ΊδΓΑΘηνάν  τοΟ  1832,  άρ.  61  ?.  243,  1833  άΡ.  85  σ.  317,  άρ.  86  α.  321    άρ 
90  σ.  345,  άρ.  91  σ.  350,  άρ.  92  *.  354,  άρ.  103  α.  412. 

3  "Ιδε  Κοντοσταύλον  σ.  308 
*  ΑΫτοθισ.  307. 


—  660  — 

αυτών    μέχρι  της  σήμερον.    Άπ'  εναντίας    δε  πολύ  μείζον  ήτο  ένεκα 
της   αφθονίας    του  εκ  των   άχρηστων  τηλεβόλων  μάλιστα   χαλκοΰ   το 
χαλκοΰν  νόμισμα.   Και  δη  έπϊ  του  Κοντοσταύλου  έκόπησαν 
483880  δεκάλεπτα 
4*22218  πεντάλεπτα 
505995  μονόλεπτα 
άντιπροςωπεύοντα   εν  όλω  την   άξίαν  74558.85   φοινίκων,   αντιστοι- 
χούντων   προς  γρόσια   186397.05.     Έκ  του  υπολογισμού"    δέ  τούτου 
γίνεται  δήλον,   ότι  σύν  τη  έκκοπη  των  νομισμάτων   είςήχθη   το  δεκα- 
δικόν    σύστημα,    του    φοίνικος    αντιστοιχούντος    προς   λεπτά    εκατόν, 
υχι  δε  προς  έξήκοντα,  ως  το  κατ'  αρχάς  είχε  προταθή  διά  του  ανω- 
τέρω μνημονευθέντος    σχεδίου  του  Πανελληνίου. 

Πολύ  δέ  δραστηριωτέρα  ύπήρξεν  ή  ενέργεια  του  νομισματοκοπείου 
επί  του  Λουκοπούλου,  ότε  και  εικοσάλεπτα  έκόπησαν  το  πρώτον. 
Συμφώνως  τη  απολογία  αυτού  έχαράχθησαν  εκ  τών  παραληφθεισών 
63777.14  οκάδων  χαλκού,  αφαιρούμενης  διά  την  άτέλειαν  τών  μη- 
χανών της  αναλόγου  φύρας, 

εικοσάλεπτα   άξιας  φοινίκων      261169.60 
δεκάλεπτα  »  »  240101.50 

πεντάλεπτα        »  »  10992.80 

μονόλεπτα  »  »  8064.05 

ήτοι  έν  όλω  χαλκά  νομίσματα  άξιας  528957.55  φοινίκων. 

Ιδίως  δέ  δραστηριώτατα  έλειτούργει  το  νομισματοκοπεϊον  τφ  1  832, 
ότε  η  χάραξις,  γενομένης  και  νύκτωρ  εργασίας,  έ'φθανεν  είς  1200  μέ- 
χρι 1300  φοινίκων  αξίας  καθ'  έκάστην,  έν  ανάγκη  δέ  προέβαινε  και 
μέχρι  1500-1600,  ενίοτε  δέ  και  μέχρι  2000  φοινίκων.  Έκόπτοντο 
δέ  κατ'  εκείνον  τον   χρόνον   ιδίως  εικοσάλεπτα  }. 

Και  αϊ  μέν  σφραγίδες  τών  νομισμάτων  τοΰ  Κυβερνήτου  έχαράχθη- 
σαν υπό  τριών  διαφόρων  τεχνιτών,  αί  τοΰ  έτους  1829  υπό  Αρμενίου 
τινός  χρυσοχόου  ονομαζόμενου  Χατζή  Γρηγόρη,  αί  τοΰ  1830  υπό 
τοΰ  έκ  Καρυταίνης  Γεωργίου  τοΰ  επονομαζομένου  Δασκάλου  και  αί 
τοΰ  1831  υπό  τοΰ  έκ  Καρπενησίου  Δημητρίου  Κόντου.  Τά  δ'  ετη 
καθ1  ά   έκόπησαν   νομίσματα   είνε  τά  έξης- 

1  "Ιδί  Άθηνϊν  1832  σ.  317. 


—  661   — 

Φοίνικες  τω    18*29,  άλλα  με  χρονολογίαν  1828. 

Δεκάλεπτα  τω  1  828  (=  1 829),  1830,  1831. 

Πεντάλεπτα  κατά  τα  αυτά  έ'τη. 

Μονόλεπτα  κατά  τά  αυτά  ετη  !. 

Τά  δε  λοιπά  εϊδη  των  νομισμάτων,  περί  ων  διελάμβανε  τό  σχέδιον 
του  Πανελληνίου,  ούδέποτ'  έχαράχθησαν. 

Οΰδ'  έμερίμνησεν  ό  Κυβερνήτης  περί  μεταλλικών  μόνον  νομισμά- 
των. "Ηδη  διά  ψηφίσματος  του  Κυβερνήτου  ύπό  ήμερομηνίαν  2  Φε- 
βρουαρίου 1828  είχεν  ίδρυθή  και  έλειτούργει  η  Εθνική  χρηματιστική 
τράπεζα,  ης  βραβεία  ύπήρζεν  ή  διάρκεια,  άτε  του  μέν  χρόνου  αυτής 
ορισθέντος  πενταετούς,  διαλυθείσης  δ'  όμως  βραχύ  μετά  τον  θάνατον 
τοΰ  Καποδιστρίου. 

Εις  την  Έθνικήν  δε  ταύτην  Τράπεζαν  ανετέθη  ή  εκδοσις  χαρτονο- 
μίσματος δυνάμει  του  άπο  17  Ιουλίου  1831  ύπ' άρ.  ΚΖ'  3851  ψη- 
φίσματος ~. 

Έχει  δέ  το  ψήφισμα  τούτο  ώδε'  «"Εχοντες  ύπ'  δψιν  την  ανάγκην 
χρηματικής  τίνος  ποσότητος  προς  άναπλήρωσιν  τοΰ  όλου  των  χρονι- 
κών έςόδων  του  κράτους  κατά  τον  όποιον  μας  έπαρουσίασεν  ή  έπί 
της  Οικονομίας  επιτροπή  διά  της  ύπ'  άρ.  9133  αναφοράς  της  προ- 
ϋπολογισμών' 

α  Χρεωστοΰντες  νά  ίξεύρωμεν  τον  τρόπον  τοΰ  νά  θεραπεύσωμεν 
την  ανάγκην  ταύτην,  */ωρϊς  νά  έπιφορτίσα>μεν  με  νέους  φόρους  την 
γεωργίαν  και  τό  έμπόριον,  τά  όποια  όφείλομεν  νά  άναζωογονήσωμεν 
ώς  παθόντα  έκ  της  παρελθούσης  ανωμαλίας. 

α  Θεωροΰντες  την  ανάγκην  τοΰ  νά  μεταχειρισθώμεν  είς  την  περίστα- 
σιν  ταύτην  και  προς  θεραπείαν  τών  έκ  της  ελλείψεως  αποτελεσμάτων 
τό  είς  άλλα  έθνη  παραδεδεγμένον  χαρτονόμισμα  και  συνάμα  ν' άσφα- 
λίσωμεν   την  ύπόληψιν  αύτοΰ. 

"Εχοντες  ύπ'  δψιν  την  άναφοράν  της  έπί  της  Οικονομίας  επιτροπής 
ύπ'  άρ.  9133,  άκούσαντες  και  την  γνώμην  τής  Γερουσίας* 

Ψηφίζομεν 

«θέλουν  τυπωθή  αμέσως  και  έτοιμασθή  χαρτονομίσματα  διά  νά  έ'μ- 
βουν  είς  κυκλοφορίαν  κατ'  ολίγον  ολίγον,  και  αναλόγως  με  τάς  χρείας 

1  "Ιδε  Π.  Λάμττρον  έν  τ?,  Εστία  της  20  Μαρτίου  1877  σ.  751. 

2  Έδημ.οσΐίύθη  έν  τί)  Γενική  Έφημερίδι  τής  5  Ιουλίου  1831  σ.  288  χ.  ε. 


—  662  — 

της  Κυβερνήσεως,  επέχοντα  τόπον  5,  10,  50  και  100  φοινίκων  αρ- 
γυρών, των  οποίων  ό  αριθμός  αέν  θέλει  ύπερβή  την  όλικήν  ποσότητα 
τριών  εκατομμυρίων  φράγκων». 

Περαιτέρω  δέ  ώριζε  το  ψήφισμα,  ότι  τα  χαρτονομίσματα  εμελλον 
να  τυπόνωνται  ύπό  της  επί  της  Εθνικής  Τραπέζης  επιτροπής  και 
παραδίδωνται  είς  την  έπί  της  Οικονομίας  μέχρι  συμπληρώσεως  τών 
3000000  φοινίκων,  ή  δ  έπί  της  Οικονομίας  επιτροπή  έμελλε  να 
παραδίδη  αυτά  είς  το  έθνικόν  ταμεΐον.  Ύπό  τούτου  ο'  έ'μελλον  να 
παραδίδωνται  εις  τους  πολίτας  αναμεμιγμένα  μετά  μεταλλικών  νομι- 
σμάτων κατ'  άναλογίαν  της  ελλείψεως,  δτιλ.  ι/ζ  είς  γραμ- 
μάτια και  2/3  εις  μεταλλικά  νομίσματα. 

Τό  δε  πέμπτον  άρθρον  του  ψηφίσματος  ώριζε  τάδε"  «Είς  τάς  εκ- 
ποιήσεις τών  εθνικών  φθαρτών  κτημάτων  και  είς  τάς  δεκαετείς  ή  πο- 
λυετείς ενοικιάσεις  δύνανται  οί  πολϊται  νά  πληρονωσι  τήν  τιμήν  του 
αγοραζομένου  κτήματος  ή  όλην  είς  χαρτονομίσματα  ή  μέρος  είς  μέ- 
ταλλα και  μέρος  εις  χαρτονομίσματα  οχι  όλιγώτερα  τών  Υ3  καθώς 
ήθελον  εΰκολύνεσθαι  καλήτερα». 

Τέλος  δε  διά  του  έκτου  άρθρου  παρείχετο  ή  έγγύησις,  ότι  «άμα  τό 
έθνικόν  ταμεΐον  εύρεθή  είς  νρηματικήν  κατάστασιν  καλγ,τέραν  της 
παρούσης,  ή  Κυβέρνησις  θέλει  διατάζει  τήν  έξαργύρωσιν  τών  χαρ- 
τονομισμάτων ». 

Φέρει  δε  τό  ψήφισμα  τήν  ύπογραφήν  του  Καποδιστρίου  και  τήν  του 
γραμματέως  της  επικράτειας  Ν.  Σπηλιάδου,  (ϋεβαιούται  οέ,  ότι  ίσον 
τω  πρωτοτυπώ  υπό  της  έπί  της  Οικονομίας  επιτροπής,  αποτελούμε- 
νης ύπό  του  Γ.  Σταύρου,  τού  ΓΙ.  Κοντουμά  και  του  Α.  Παπαδο- 
πούλου. 

Προς  έκτέλεσιν  δε  του  ψηφίσματος  τούτου  εξεδόθη  τή  30  Ιουνίου 
1831  διάταγμα  του  Κυβερνήτου',  δι '  ου  έκανονίζοντο  αί  λεπτομέ- 
ρειαι  της  εκτυπώσεως  τών  χαρτονομισμάτων  και  τά  κατά  τά  στελέχη 
καϊ  τάς  ακροστιχίδας  κατά  τά  ώρισμένα  σχέδια. 

Και  ύπό  μεν  τοϋ  δευτέρου  άρθρου  τού  διατάγματος  τούτου  προδιε- 
γραφετο,  ότι  «τά  χαρτονομίσματα  τών  5  και  10  φοινίκων  θέλουν  ει- 
σθαι  τυπωμένα  μέ  κόκκινην  μελάνην,  τά  δε  τών  50  και  100  με  κυα- 

1   Έδημοσιεύθη  έν  τί)  Γενική  Εφημέριοι  σ.  289- 


—  663  — 

νήν».  Το  δε  τρίτον  άρθρον  ώριζε  το  ποσόν  των  χαρτονομισμάτων  ως 

έξης. 

άρ.  χάρτου  φοίνικος 

«Έχ  των  5  φοιν.   θέλουν  τυπωθή    150,000  750,000 

Έκτων         10     »  »  »  75,000  750,000 

Έ^τών        50      »  »  »  20,000  1,000,000 

Έκ  δετών  100      »  »  »  5,000  500,000 

~φΤ  3,000,000  » . 

'ίΐς  άκροστιχίς  ώρίζοντο  αϊ  λέξεις  ΕΛΛΗΝΙΚΗ  ΠΟΛΙΤΕΙΑ.  Τα 

δε  άρθρα  δ '-  ια'τοΰ  διατάγματος  περιελάμβανον  τάς  λεπτομέρειας  της 
εκτυπώσεως,  της  υπογραφής,  της  έξελέγξεως,  της  διανομής  των  χαρ- 
τονομισμάτων και  της  τύχης  των  εφθαρμένων.  Μεταξύ  δε  των  άλ- 
λων ώρίζετο,  δτι  τα  βιβλία  των  στελεχών  θα  φυλάττωνται  εις  κιβώ- 
τιον  έχον  δύο  κλεϊς,  ων  την  μεν  θα  κράτη  το  λογιστικόν  και  έλεγ- 
κτικον  συμβούλιον,  την  δ' έτέραν  ή  έπ:  της  Οικονομίας  επιτροπή.  Έπ' 
ϊσης  δ'  άνεγράφετο,  δτι  «τα  μέλη  της  επί  της  Εθνικής  Τραπέζης 
επιτροπής  θέλουν  φυλάττει  το  κιβώτιον,  έ'χον  δύο  κλεΐς,  τό  δια  τα 
χαρτονομίσματα  χαρτίον.  την  μελάνην  και  τάς  ακροστιχίδας,  και  εν 
έξ  αυτών  τών  μελών  θέλει  παρευρίσκεσθαι,  όταν  τυπόνονται  τα  χαρ- 
τονομίσματα. "Αμα  ενεργείται  ή  τύπωσις  θέλει  σφραγίζεσθαι  τό  πιε- 
στήριον,  και  θέλει  φυλάττεσθαι  παρά  τής  διαληφθείσης  επιτροπής  ή 
τυπογραφική  σύνθεσις  τών  χαρτονομισμάτων,  ήτις  απαιτείται  να  μή 
λάβη  ποτέ  καμμίαν  μεταβολήν  χ> . 

Τό  άμετάβλητον  του  τύπου  τών  χαρτονομισμάτων,  ή  επί  παρου- 
σία τών  μελών  τής  επιτροπής  τύπωσις  και  ή  διά  δύο  κλείδων  φύλα- 
ξις  τών  στοιχείων  και  τοΰ  χάρτου  τών  τραπεζικών  γραμματίων  ήσαν 
επαρκείς  εγγυήσεις  περί  τής  μή  παραχαράξεως  αυτών  έν  χρονοις  καθ' 
ους  ή  τυπογραφική  τέχνη  ένηπίαζεν  έν  Ελλάδι.  Είνε  δε  αληθώς  άπο- 
ρον  πώς  δένέπήλθον,  δσον  τουλάχιστον  γινώσκομεν,  παραχαράξεις  τών 
απλούστατων  τραπεζικών  γραμματίων  του  Κυβερνήτου.  Ώς  μονή  δέ 
κατά  τής  παραχαράξεως  άμυνα  ήδυνατο  νά  χρησιμεύση  ή  αυτόγρα- 
φος υπογραφή  δύο  μελών  τής  επί  τής  Εθνικής  Τραπέζης  επιτροπής, 
ουδέν  άλλως  έχουσα  τό  δυςμίμητον  και  διάστροφον,  και  ή  εν  τω  μέ- 
σω  τοΰ   χαρτονομίσματος    έπιτύπωσις    άνευ    μέλανος   σφραγίδος    τής 


—  664  — 

Εθνικής  Τραπέζης  στρογγυλής,  φέρουσας  τον  φοίνικα,  και  ύπ  ερ  αύτον 
τον  σταυρόν  κατά  τον  τύπον  τών  αργυρών  φοινίκων,  κάτω  δέ  την 
τυπικήν  χρονολογίαν  αωκη'  και  πέριξ  τα  γράμματα  ΕΘΝ.  ΤΡΑΠ. 
ΕΠΙΤΡΟΠΗ.  Έπετυποΰτο  δ'  ή  σφραγΐς  αύτη  ούτως  έπιπολαίως, 
ώςτε  μόλις  που  διακρίνεται  έν  τοις  σωζομένοις  χαρτονομίσμασι.  Κατά 
δε  ταλλα  ούτε  πολύχρωμα  ήσαν  τά  γραμμάτια,  ούτε  ποικίλος  καϊ 
δυςμίμητος  αυτών  ό  κόσμος,  ως  έν  τοις  νεωτέροις,  ούτε  ό  χάρτης  εϊχέ 
τι  το  ιδιάζον,  άλλ'  ητο  κοινότατος,  λευκός,  απλούς  άνευ  τινο;  υδαρούς 
σημείου. 

Τραπεζικά  γραμμάτια  τοϋ  Καποδιστρίου  τοΰ  κυανού  χρώματος, 
τών  50  και  100  φοινίκων,  δεν  φαίνονται  περιελθόντα  μέχρις  ημών, 
πιθανώτατα  δε  ούδ'  έξετυπώθησάν  ποτέ  τοιαύτα.  Τών  δ'  ερυθρών  είνέ 
μοι  γνωστά  τρία  αντίτυπα,  άποκείμενα  έν  τω  μουσείω  της  Ιστορικής 
και  εθνολογικής  εταιρείας.  Καϊ  δύο  μεν  εΐνε  τών  5  φοινίκων  ύπ'  άρ. 
1270Ί  και  32396  εν  δέ  τών  10,  φέρον  τον  αριθμόν  19030. "Απαν- 
τα δε  φέρουσι  τάς  ύπογραφάς  τών  μελών  τη;  επί  τής  Εθνικής  Τρα- 
πέζη;  επιτροπής  Α.  Λουκοπούλου  και  Α.  Γιαννίτζη  και  όπισθεν 
τάς  λέξεις  φοίνικες  πέντε  ή  φοίνικες  δέκα  και  την  ύπογραφήν 
ό  ελεγκτής  Αθανάσιος  Σκανδαλίδης.  Τής  δ'  εμπρόσθιας  όψεως 
άλλου  χαρτονομίσματος  τών  πέντε  φοινίκων,  ανήκοντος  εις  τον  κ.  Ν- 
Βλαχογιάννην,  έ'γχρωμον  πανομοιότυπον  παρέχει  ό  προςηρτημένο;  εν- 
ταύθα παρένθετος  πίναξ  Θ'. 


Γ,  ο  «?,?*? 


?Μ% 


Ο, 
Η 


ο 

Η 


ΰ 
Ό 

Ο 


Λ 


ΕΚ  ΤΟΥ  ΓΡΑΜΜΑΤΟΦΥΛΑΚίυν 
Τ  Ο  Τ    Β  Α  Σ  Ι  Λ  Κ  Ω  Σ    Ο  Θ  Ω  Ν  Ο  Σ  * 


Το  έλληνικόν  έθνος  έδίκασε  και  κατεδίκασε  τον  πρώτον  της  νέας 
Ελλάδος  βασιλέα,  έξώσαν  αυτόν.  Άλλ'  ή  Κλειώ  δεν  έξήνεγκεν  ακό- 
μη την  τελευταίαν  αυτής  κρίσιν  περί  τοΰ  ήγεμόνος,  όςτις,  θνήσκων  έν 
τη  πατρίω  γη,  έθεώρει  εαυτόν  έξόριστον  και  απέθανε  με  το  όνομα 
της  Ελλάδος  επί  τών  χειλέων.  Ή  ιστορία  της  βασιλείας  του  "Οθω- 
νος  οεν  έχει  ακόμη  γραφή,  ουό  επέστη  ίσως  ακόμη  ο  καιρός  να  γρα- 
φή. Δεν  λέγω  δε  τούτο  αναφερόμενος  είς  το  πρόςφατον  τών  νρόνων, 
εί  και  είνε  αληθές,  ότι  έν  έθνει  μικρώ  ώς  το  ήμέτερον  και  παρά  λαώ_ 
εύερεθίστω,  οίος  ό  ελληνικός,  τ,  ιστορική  αλήθεια  περί  γεγονότων  νέ- 
ων ακόμη  σχετικώς  ήδύνατο  είς  πολλάς  νά  προςκρούση  δυςχερείας. 
'Τπό  άλλην  κυρίως  έ'ποψιν  είνε  πρόωρος  ή  έξέτασις  τών  κατά  την  βα• 
σιλείαν  του  "Οιωνός,  λέγω  ενεκχ  τη;  χνετεχριείας  τών  μέχρι  τούδε 
γνωστών  πηγών. 

Δεν  πρέπει   δήλα  δη  νά  λησμονώμεν,    ότι  ή  ιστορία  της   Ελλάδος 
κατά  τάς  πρώτας  άπό  της  απελευθερώσεως  δεκαετηρίδας  ήτο  προϊόν 
τριών    παραγόντων,   της  εσωτερικής  αναπτύξεως  της  χώρας  καθ    εαυ- 
τόν τ.ιν  τ  ή  χτϊ'.τησίΐ  τη;  ελευθερίας,  της  δράσεως  της  βασιλεία;  και 


τά'  ΙτιΤΐχΤί ι)  ν  τών  ξένων  δννχαεων.  Κατά  ταϋτα  δέ  τριπλαΐ  πρέ- 
πει  νά  είνε  κατ'  ανάγκην  και  αϊ  πηγαί  προς  διεξερεύνησιν  τών  κατά 
την  πρώτην  βασιλείαν,  α*)  ή  μελέτη  της  νομοθεσίας,  της  διοικήσεως, 

Γή,      πολιτικής    ενεργείας,    τής   κοινωνικής   και   πνευματικής  κινήσεως 

*    'ίί]>Γ|  αιγ.;^  •,    :>    :-•>.;/   Ιν    :  ό    Ι:. ><.;;[>    ΐΊι.   Ι  λ  '  ,  Ι  $  Ι  ί        σ.  73  κ.έ. 


—  666  — 

|| αυτής  τής  Ελλάδος,  β')  ή  έξέτασις  του  προγράμματος  και  των  πρά- 
ξεων της  βασιλείας  και  γ')  ή  έρευνα  των  εξωτερικών  σχέσεων  της 
Ελλάδος  και  της  εις  τον  πολιτικόν  αυτής  βίον  αναμίξεως  αλλότριων 
συμφερόντων  και  της  εις  τάς  έθνικάς  σκέψεις  και  ενεργείας  άντεπιδρά- 
I  σεως  των  ευρωπαϊκών  δυνάμεων.  Άλλα  και  τών  τριών  τούτων  ειδών 
των  πηγών  ή  έξέτασις  δέν  έχει  προχωρήσει  μέχρι  τοΰδ'  επαρκώς, 
ώςτε  να  εϊνε  δυνατή  ή  συντέλεσις  πλήρους  και  ενιαίας  εικόνος  τού 
πολιτικού  κα!  κοινωνικού  βίου  της  Ελλάδος  επί  της  βασιλείας  του 
Όθωνος  συμφώνως  προς  τάς  άνάγκας  και  την  μέθοδον  της  ιστορικής 
κριτικής. 

Τής  μέν  ενεργείας  τών  μεγάλων  δυνάμεων  οί  μίτοι  κρύπτονται 
ακόμη  ώς  το  πλείστον  έν  τω  λαβυρίνθω  τών  ευρωπαϊκών  αρχείων, 
υύδ  είνε  ή  έν  αύτοϊς  μελέτη  τών  οικείων  διπλωματικών  εγγράφων  εύ- 
κολος* διότι  δέν  πρόκειται  περί  μνημείων  απωτέρου  παρελθόντος,  ών 
προςιτή  είνε  εις  πάντα  φιλίστορα  ή  έξέτασις,  άλλα  περί  εγγράφων 
ανηκόντων  ακόμη  μάλλον  εις  τήν  πολιτικήν  ή  εις  τήν  ίστορίαν. 

Του  δ'  έν  ήμϊν  επί  τής  πρώτης  βασιλείας  πολιτικού  και  κοινωνικού 
βίου  ή  τελεία  έρευνα  παρέχει  ούχ  ήττον  πολλάς  τάς  δυςχερεία;.  Το 
άρτισύστατον  κράτος  και  ή  νεοπαγής  ημών  κοινωνία  έζησαν  έφ'  ίκα- 
νάς  δεκαετηρίδας,  έν  μέρει  δε  ζώσι  και  σήμερον  ε  τι,  οιονεί  δια  τον 
ιαθ  ήμέραν  βίον,  λησμονουμένης  τής  χθες  και  άνευ  φροντίδος  περί 
τής  αύριον  ή  αναβαλλόμενης  τής  περί  αυτής  σκέψεως  εις  τήν  μεθαύ- 
>ιον.  Έπί  μακρόν  ουδεμία  κατεβάλλετο  συστηματική  φροντϊς,  όπως 
το  έθνος  φυλάττη  του  προς  τό  μέλλον  έπιτροχάζοντος  εθνικού  βίου  τα 
φεύγοντα  τεκμ,ήρια  και  περισυλλέγη  εΰλαβώς  τά  λείψανα  τού  μό- 
λις προ  ολίγου  παρελθόντος.  Τό  νεάζον  έθνος  ώμοίαζεν  αληθώς  έν 
πολλοίς  προς  άφρονα  νεανίσκον  αή  κηδομ,ενον  τού  παρόντος  και  τήν 
αυτήν  άμεριμνησίαν  δεικνύοντα  περί  του  κατά  τήν  αύριον  πάλιν 
παρόντος,  έ'ως  λεληθότως  συν  τω  χρόνω  προϊόντι,  ότε  το  χθες  και, 
πρώιζα  παρόν  εγεινε  παρελθόν,  ευρέθη  ουδέν  έ'χον  έκ  τού  παρελθόν- 
τος εκείνου  έν  ταϊς  χερσίν  άποταμίευμα  πλην  ενθυμήσεων  αορίστων 
και  απομνημονευμάτων    ακατάστατων  και  άνευ  ακολουθίας. 

Όλίγα  παραόείγματ'  άρκοΰσι  προς  πίστωσιν  τών  είρημένων.  Μό- 
λις προ  οκτώ  ετών,  τω  1883,  ίδρύθη  εταιρεία,  ή  Ιστορική  και  εθνο- 
λογική, προτιθέμενη  σκοπόν  αυτής  τήν  άποθησαύρισιν  τών  εις  τον  νε- 


—  667  — 

ώτερον  ημών  έθνικόν  βίον  αναφερομένων  εγγράφων,  λειψάνων,  κει- 
μηλίων. Μόλις  πρό  δεκαπέντε  ετών  εγεινεν  αρχή  νάπαρτισθή  έν  τη 
Βιβλιοθήκη  της  Βουλής  πλήρης  συλλογή  τών  ελληνικών  εφημερίδων. 
Τα  δ'  επίσημα  του  κράτους  αρχεία,  εις  ά  θα  καταφυγή  άναγκαίως  ό 
θέλων  νάσχοληθή  σοβαρώς  περί  ττφ  μελέτην  τών  κατά  τήν  διοίκησιν 
του  κράτους  επί  του  "Οθωνος,  είνε  διά  την  άμέλειαν  δεκαετηρίδων 
Ολων  ατελή,  αταξινόμητα  το  πλείστον,  κατά  μέγα  μέρος  ιστορικώς 
δύςχρηστα,  ει  μη  εντελώς  ανεπαρκή,  σπαράγματα  του  μεγάλου  εθνι- 
κού αρχείου,  όπερ  έ'πρεπε  να  θεωρήσωμεν  ώς  άναγκαϊον  παρακολού- 
θημα  και  βεβαίαν  μαρτυρίαν  σώφρονος  και  ελευθέρου  βίου.  Ίδοΰ  δέ 
αποδείξεις  τούτου  τραναί.  °Ότε,  διευθύνων  ίν  τω  υπουργεία)  τής 
παιδείας  το  τμήμα  τής  δημοτικής  εκπαιδεύσεως,  ηθέλησα  νά  καταρ- 
τίσω έν  έτει  1883  συγκριτικόν  πίνακα  τών  άπό  του  1833  υπό  τών 
δήμων  του  κράτους  υπέρ  τής  εκπαιδεύσεως  δαπανηθέντων  ποσών  και 
έζήτησα  παρά  τών  νομαρχών  τα  οικεία  στοι/εΐα,  εις  μόνον  νομάρχης, 
ό  τής  Αρκαδίας,  ήδυνήθη  νά  στείλη  εϊ;  το  ύπουργεΐον  τον  ζητούμε- 
νων πίνακα,  κα•  τούτον  ατελή.  Ό  δ-:  νομάρχης  Αιτωλίας  και  Ακαρ- 
νανίας, εύπαρρησιαστότερος  τών  άλλων  αυτού  συνάδελφων,  όσο•,  προ- 
έκριναν  νά  σιγήσωσιν,  εξέφρασε  προς  το  ύπουργεΐον  τήν  έκπληξίν  του 
επί  ταΐς  ζητούμενα•.:  είδήσεσι,  λέγων,  ότι  τά  έγγραφα  τών  δήμων,  έξ 
ών  θά  ήδύναντο  νά  ληφθώσι  τοιαύτα  σημειώματα,  έχουσιν  ώς  το 
πλείστον  άπό  μακρού  έκλίπει,  χρησιμεύσαντα  εις  περιτύλιξιν  καπνού 
και  άφύων.  "Οτε  δέ  πρό  τίνων  ετών  ή  Ιστορική  και  εθνολογική  εται- 
ρεία ηθέλησε  νά  κατάρτιση  έν  τω  μουσείω  αυτής  πλήρη  συλλογήν 
τών  άπό  τής  συστάσεως  τού  βασιλείου  στολών  τών  παρ'  ήμΐν  στρα- 
τιωτικών σωυ,άτων,  είτε  τοιαύτας  περισωζομένας  πράγματι  παραλαμ• 
βάνουσα  εϊτ'  ίξ  εικόνων  κατασκευάζουσα,  και  άπετάθη  πρό:  τό  ύπουρ- 
γεΐον τών  στρατιωτικών,  τό  ύπουργεΐον  τούτο  ηναγκάσθη  νά  όμολο- 
γήση,  ότι  έκ  τών  αρχείων  και  τών  συλλογών  αυτού  δεν  ήδυνάμεθα  νά 
πορισθώμεν  τάναγκαϊα  στοινεΐα.  Ταύτα  και  τά  τοιαύτ  άποοεικνύου- 
σιν,  ότι  έπϊ  μακρόν  έ'λειπεν  άπό  τού  νεωτέρου  Έλληνος  ή  ιστορική 
έννοια.  Σήμερον  δ'  ευρισκόμεθα  διά  τήν  όλιγωρίαν  τών  πάτερων  έν 
πολλοίς  εις  παντελή  άδυναμίαν  νάναπλασωμεν  τήν  πλήρη  εικόνα  τού 
κοινωνικού  βίου,  έν  μέρει  δέ  και  αυτού  τού  πολιτικού  έπϊ  τής  πρώ- 
της βασιλείας. 


—  668  — 

Όμοίως  δέ  και  ή  έρευνα  των  κατ'  αυτόν  τον  βασιλικόν  οίκον  ολί- 
γον προώδευσεν.  Είς  ασταθείς  το  πλείστον  μαρτυρίας,  εις  αναμνήσεις 
αστήρικτους  δεν  δυνάμεθα  να  βασίσωμεν  ίστορίαν  αληθή.  Είνε  ανάγκη 
νά  γνωσθώσιν  ακριβώς  τα  κατά  τον  βίον  του  βασιλέως  και  της  βα- 
σιλίσσης, να  μελετηθώσιν  αί  πρό^  τους  οικείους  σχέσεις  αυτών,  αί 
επί  τους  περιστοιχίζοντας  τον  βασίλειον  οίκον  επιδράσεις,  το  πολιτι- 
κόν  πρόγραμμα  του  Όθωνος  καϊ  αί  περί  αύτοΰ  ένέργειαι,  ό  ιδιωτικός 
και  οικογενειακός  βίος  του  βασιλέως.  Περί  τούτων  δε  πάντων  πρέπει 
νάνοιγώσι  δέλτοι  και  άποκαλυφθώσι  μυστήρια,  έν  πολλοίς  ακόμη  κε- 
κρυμμένα.  Είς  τούτο  δε  εί'περ  τι  και  άλλο  δύναται  νά  συντέλεση  ή 
γνώσις  της  αλληλογραφίας  του  "Οθωνος,  ης  δύναται  και  πρέπει  νά 
γείνη  ήδη  συνετή  χρήσις.  Όποιον  δε  το  φώς  το  διά  της  μελέτης  τών 
προς  τον  "Οθωνα  επιστολών  και  τών  ύπ'  αύτοΰ  έπιστελλομένων 
γραμμάτων  έπιχυθησόμενον  είς  τήν  ίστορίαν  της  πρώτης  έν  Ελλάδι 
βασιλείας  αποδεικνύει  ή  μεγάλη  σηρ,ασία,  ην  έ'χει  ή  έπ'  εσχάτων  γε- 
νομενη  όημοσιευσις  των  πορισμάτων  της  εν  τοις  οικογενειακοις  αρ- 
χείοις  τών  Βιττελσβάχων  αλληλογραφίας  του  βασιλέως  της  Βαυαρίας 
Λουδοβίκου  προς  τόν  υίόν  Όθωνα  1.  Λιά  τών  έν  τω  βιβλίω  τού  έν 
Βαμβέργη  άρχειοφύλακος  ΤΓ081  δημοσιευομένων  ανακοινώσεων  έκ 
τών  επιστολών  του  φιλέλληνος  Λουδοβίκου  και  ένίων  αύτοΰ  του  Όθω- 
νος ού  μόνον  ή  υίική  στοργή  του  πρώτου  τών  Ελλήνων  βασιλέως 
διατρανοΰται,  άλλα  και  ή  προς  τόν  έλληνικόν  λαόν  συμπαθής  αγάπη 
του  βαυαρικού  οϊκου  διαπιστούται  καϊ  ή  περί  της  φιλοκάλου  διακο- 
σμήσεως  τών  Αθηνών  μέριμνα  καθίσταται  καταφανής,  ώς  έν  λαμπρφ 
δε  κατόπτρω  έξεικονίζονται  αί  περικοσμουσαι  τόν  "Οθωνα  ίδιωτικαί 
άρεταί.  Άλλα  πλην  τούτων  έπιχέεται  φώς  πολύ  και  έπί  τήν  πολιτι- 
κήν  της  βασιλείας  του  "Όθωνος  ίστορίαν,  ιδίως  δε  γίνονται  γνωσταί 
|αί  περί  του  προςήκοντος  τη  νεαρά  Ελλάδι  πολιτεύματος  συνεταί 
γνώμαι  του  Λουδοβίκου  και  πολλά  αποκαλύπτονται  περί  της  πολιτι- 
κής μεταβολής  του  1843,  τών  προς  τάς  μεγάλας  δυνάμεις  σχέσεων 
της  Ελλάδος  και  τών  προς  έπέκτασιν  του  κράτους  ενεργειών  του 
έθνους  και  της  βασιλείας.  Σπουδαιόταται  δ'  είνε  και  αί  υπό  του  Τγο§1 
δημοσιευόμεναι  έπιστολαί   αύτοΰ   του  "Όθωνος  προς  τόν  Μεττερνϊγον 


—  669  — 

τώ  1841  *,  προς  τον  Λουδοβϊκον  από  17/29  Ιανουαρίου  18422,  αί 
προς  τον  αυτοκράτορα  της  Αύστρίχς  Φραγκϊσκον  Ιωσήφ  υπό  ήμερο- 
μηνίαν  18  Φεβρουαρίου  185.'{  ;,  20  Αύγουστου  1854  4  και  17  Φε- 
βρουαρίου 1  858  5  και  ή  προς  την  βασίλισσαν  της  Βαυαρίας  Μαρίανβ. 
Έν  τοις  βασιλικοϊς  τούτοις  γράμμασι  καταφαίνεται  ή  προς  τους  οι- 
κείους στοργή  του  "Οθωνος,  ή  προς  την  Ελλάδα  αγάπη,  ή  περί  των 
συμφερόντων  της  έμπεπιστευμένης  αύτώ  χώρας  μέριμνα,  ή  και  έν 
αύτη  τη  υποχωρήσει  προς  τάς  αξιώσεις  της  πολιτικής  τών  μεγάλων 
δυνάμεων  έπίδειζις  τών  πόθων  και  τών  συμπαθειών  τών  Ελλήνων 
και  του  βασιλέως  αυτών  προς  τους  υπόδουλους  αδελφούς.  Έπιφανώς 
δε  διαλάμπει  έν  ταϊς  έπιστολαϊς  εκείναις  και  ή  έν  ταΐς  ήμέραις  εσω- 
τερικών θυελλών  πεποίθησις  του  άνακτος  έπί  την  έκπλήρωσιν  τοϋ 
ιδίου  καθήκοντος,  ή  κατά  την  έν  έτει  1858  τέλεσιν  τών  εορτών  της 
είκοσιπενταετηρίδος  αυτόχρημα  παιδική  αγαλλίασις  του  ήδη  μεσόκο- 
που ήγεμόνος  και  τρυφερά  αύτοϋ  συγκίνησις,  ότι  έβλεπε  τον  λαόν  του 
εν  εΰφημίαις  περιστοιχίζοντα  τον  βασιλ^χόν  του  θρόνον. 

Ή  δημοσίευσις  τοϋ  βιβλίου  τοϋ  ΤΐΌ8ΐ,  καίπερ  κατά  την  ιδίαν 
αύτοϋ  όμολογίαν  μετ'  επιφυλάξεως  αϊροντος  τον  πέπλον  τον  καλύ- 
πτοντα τά  οικογενειακά  μυστήρια  τών  Βιττελσβάχων,  δεικνύει  όποιον 
φώς  άπλετον  έμελλε  νά  έπιχυθή  έπϊ  τήν  ίστορίαν  τοϋ  τε  ίόιωτικοΰ 
βίου  και  της  βασιλικής  δράσεως  τοϋ  "Οθωνος,  αν  ήθελε  μελετηθή  έν 
έκτάσει  ή  σωζόμενη  αύτοϋ  αλληλογραφία,  μέλλουσα  να  χρησιμεύσει 
ώς  επιφανής  πηγή  τών  κατά  τήν  γνώσιν  της  καθ'  όλου  ιστορίας  τοϋ 
έθνους  έπί  της  πρώτης  βασιλείας. 

Άριδηλως  λοιπόν  καταφαίνεται  έκ  τών  ανωτέρω  βραχέων  σημειω- 
μάτων, ότι,  όπως  γραφή  τελεία  κριτική  Ιστορία  της  βασιλείας  τοϋ 
Όθωνος,  είνε  ανάγκη  νά  προαχθή  ή  έρευνα  και  τών  τριών  ειδών  τών 
πηγών,  περί  ων  έγεινεν  ήδη  λόγος.  Εις  τούτο  ό  οφείλουσι  νά  συντε- 
λέσωσι  κατά  τό  ενόν  πάντες  οί  περί  τήν  νεωτέραν  ημών  ίστορίαν 
διατρίβοντες. 

1  Σελ.  100  χ.  ε 
^  Σελ.  162  χ.  Ι 
3  Σελ.  168  χ.  έ 
«  Σελ.  176  χ.  £ 
ϊ  Σίλ.  182  κ.  έ 
6  Σελ.  185  κ.  έ 


—  670  — 

Ώς  μικράν  δε  συμβολήν  εις  την  τοιαύτην  μελέτην  δημοσιεύω  εν- 
ταύθα οκτώ  έπιστολάς  του  "Οθωνος,  άπευθυνομένας  πάσας  εις  τον 
ύπουργόν  των  στρατιωτικών  Σμάλτς.  Ούτος,  πρώτος  επί  της  αντιβα- 
σιλείας υπουργός  τών  στρατιωτικών  γενόμενος,  υπηρέτησε  και  κατό- 
πιν έπί  τη;  βχσιλείχς  έπί  μακρόν  ούτω  δε  διηύθυνε  τά  στρατιωτικά 
πράγματα  του  αρτισύστατου  βασιλείου  σχεδόν  διαρκώς  άπό  της  1 
Ιουνίου  1833  μέχρι  της  5  Ιουλίου  1841  μετά  μικρών  μόνον  διακο- 
πών έν  τω  μεταξύ,  καθ'  ας  άντ'  αυτού  υπουργοί  τών  στρατιωτι- 
κών   έχρημάτισαν    ό   Λεσουΐρος.   ό    Χές    και    ό    Σμόλεντς. 

Άνήκουσι  δ'  αί  ενταύθα  έκδιδόμεναι  έπιστολαί  του  νΟθωνος  εις  τό 
άρχεϊον  της  Ιστορικής  και  εθνολογικής  εταιρείας  τής  Ελλάδος,  εις 
ην  αυτοπροαιρέτως  έδώρησεν  αύτάς  έπ'  έσχατων  του  Σμάλτς  ό  έν 
Μοναχω  διαμένων  φιλέλλην  υιός  μετά  και  είκοσι  και  μιας  επι- 
στολών τού  πατρός  προς  τους  οικείους,  γεγραμμένων  κατά  τά  ετη 
1833-1840  και  περιεχουσών  πλείστας  άξιας  λόγου  και  περιέργους 
ειδήσεις  περί  τών  κατ'  εκείνους  τους  χρόνους  ελληνικών  πραγμάτων, 
περί  τών  κατά  τόν  στρατόν  και  τόν  βασιλικόν  οίκον. 

Τα  γράμματα  του  "Οθωνος,  άτινα  εκδίδω  έν  πρωτοτυπώ  κατά 
τον  λεγόμενον  διπλωματικόν  τρόπον,  ήτοι  διατηρών  ακριβώς  έν  πίσι 
την  γραφήν  του  πρωτοτύπου,  αλλά  και  έν  μεταφράσει,  είνε  γεγραμ- 
μένα  κατά  τά  ετη  1838  και  1839,  και  αναφέρονται  εις  την  κατα- 
δίωξιν  τής  ληστείας,  εις  στρατιωτικούς  προβιβασμούς  και  μετακι- 
νήσεις, εις  τά  στασιαστικά  κινήματα  έν  Μεσσηνία  και  Ακαρνανία  και 
εις  τήν  εναρζιν  καταόιώξεως  τής  προς  άνατροπήν  του  θρόνου  τώ 
1840  κατά  τάς  καταθέσεις  τών  άφωσιωμένων  σύστασης  μυστικής 
εταιρείας,  ης  μετεΐχον  ό  Νικηταράς,  ό  Γ.  Καποδίστριας,  ό  μετά  ταύ- 
τα αρεοπαγίτης  Δημήτριος  'Ραζής,  οϊτινες  και  έπί  μακρόν  έτιμωρή- 
θησαν  δια  φυλακίσεως.  Άλλα  περί  τών  γεγονότων  αυτών,  εις  ά.  ανα- 
φέρονται αί  ύπ'  εμού  έκδιδόμεναι  έπιστολαί  τού  "Οθωνος,  &έν  κρίνω 
εύθετον  νά  γράψω  πλείονα  έπί  τού  παρόντος,  επιφυλασσόμενος  νά  εκ- 
θέσω άλλοτε  τά  κατ'  αυτά  διά  μακροτέρων  έν  συσχετισμώ  προς  τε 
τάς  έπιστολάς  τού  Σμάλτς  και  άλλας  έρευνας.  Περιορίζομαι  δ  εν- 
ταύθα εις  τήν  έ'κδοσιν  τών  επιστολών  καθ'  έαυτάς,  μεθ  ας  επισυνά- 
πτω γενικάς  τινας  περί  αυτών  παρατηρήσεις. 


ι;  7 
ι 


ΗβΓΓ  ΟβηβΓαΙ  ν.  8οΗτηαΙζ         Κΰριε  στρατηγέ  Σμάλτς, 


Μίΐ  ΒβζίβΗυη^  αυί  ίϋβ  |>β- 
ΓβΐΐΗ  9,ηΐ3βίο1ι1βηθη  ΜαβζΓβεβΙη 

ζαΐ'  υηΐΡπΙΐΜίοΙναη^  <Ιηγ  Ιχ>- 
νοί'δίθΐιβιηΐβη  ϋηι•υΙιβη  Μββ- 
δβηίβηδ  Ιΐίΐΐΐο  ίί-Ιι  βδ  ηοοίι  Γϋι* 
ζνν«ο1αηϋδζί«,  8ΐβ  ζυ  1>«αυί*- 
Ιΐ'α^βη.  ίο  (Ιηγ  Λβιη  ΟόβΓδΙ 
Ηαί^ΓΟΙιπδίο  ζα  βΓΐ1ιβΐ1βή(1βη 
ννβΪ8ΐιη^  α,ϋ8ζιΐ(]ΓϋϋΚβη.    ά&βζ 

68  81θΙΐ  ΝΘΙ'δΙβΙϊβ,    ΐΐ38Ζ   6Γ  ΙΙΙΐΙθΓ 

άβΐΏ  ΟβηβΓ£ΐ1οοαιΐΏϋηί1υ  οΐβϊ- 
5β.  ΈΥ38  αιιοΐι  ΐη  άβΓ  Λβπι  (ϊβ 
ιΐθΓδΙ   Οοι-γΙοιί   ζυ  ,ΐϊΐϋαίιβικίβη 
Μίί.1ηβϋυη§  ζυ  οβιηθί'Καη  Ϊ8ί. 

Αΐίιβη,  (Ιβη  6/18  Αϋ£.  38. 
ΟΤΤΟ 


Έν  σχέσει  προς  τα  ήδη  δια- 
ταχθέντα μέτρα  προς  καταστο- 
λην  των  επικειμένων  ταραχών  της 
Μεσσηνίας,  θεωρώ  προςέτι  λυσι- 
τελές να  δώσω  εις  υμάς  την  έν- 
τολην,  δπως  έν  ταϊς  εις  τόν  συν- 
ταγματάρχην  Χατζή  Χρήστον  δο- 
θησομέναις  όδηγίαις  δηλώσητε, 
δτι  μένει,  εννοείται,  υπό  τάς  δια- 
ταγάς  του  γενικού"  αρχηγείου,  τουθ' 
όπερ  παρατηρητέον  και  ΐν  τη  προς 
τόν  στρατηγόν  Γόρδωνα  γενησο- 
μενη  ανακοινώσει. 

Έν   Αθήναις,  Γϋ  6/18  Αύγ.  1838 
ΟΘΩΝ 


ΑΐΙιβη,  α.  8/20  8<;ρΙ.  1838. 
ΙΙβΓΓ  Οβηβταί  ν.  8ν/ιηιαίζ 

8ο  δβΐιΐ'  ιυΐοΐι  αυοίι  αηΐΐβ- 
^(Ίΐϋ  ζυτϋοΙίίοΙ^βηα'βΓ  ΒιϊθΓ  ίη 
<Ι»Ί•  \\  ϋΐ'ϋί^υη^  Τβίηο'β  \ ΓβΡ- 
ϋϊβηδίβ  βιηβΓδβΐΐδ  ϋβδίϋτίνΐ,  80 
ΙιαΙίρ  ί(:Ιι  |β8  <1ο(:Ιι  Γϋι*  ζννβοΐί- 
οααβζίξ,  (Ιαδδ  α'βΐ'δβΐυο  ϋβ^  ιη. 
υβνοΐ'δΙβΙιβηϋβΓ  Κβϊδθ  πκ,ΙιΙ 
ιηβΐιΐ'  ίη  Ρηΐίοΐϊδ  8βγ,  (ΙηιιπΙ, 
ϋ ίβ  ϋβυβίββδίηηίοη  ηίοΐπ  *;ι- 
£βη  Ιφηηβη,  άβΓ  Κϋηΐ^  νβι•- 
δρβπβ  δθίιΐθΐι  1]ηΐ6Γΐηαη(?η  ίη- 


Έν  Αθήναις,  τ5  8/20  Σεπτ.  1838. 
Κύριε    στρατηγέ    Σηάλτς•, 

Είνε  μεν  αληθές,  ότι  ή  ένταϋθα 
συναπτόμενη  και  επιστρεφόμενη 
επιστολή  ενισχύει  τήν  περί  τών 
αγαθών  υπηρεσιών  του  Τζίνου  πε- 
ποιθησίν  μου,  αλλ  όμως  θεωρώ 
λυσιτελές  να  μη  μείνη  ούτος  έν 
Ψθιώτιδι  κατά  το  έπικβίμενον  μου 
ταζίδιον,  όπως  μή  δύνανται  νά 
λεγωσιν  οί  δυςηρεστημένοι,  ότι  ό 
βασιλεύς  αποκλείει  εμμέσως  τήν 
προς  εαυτόν  προςελευσιν  τών  ϋπη- 


—  672  — 

(ϋΐΓβΙίΙ;   άβη  ΥΥθ^   ζυ  ΪΗγώ.    δΐβ  κόων   του.    Ανακαλέσατε    λοιπόν 

ννβπίβη    αίδο    <3βη    §βηΕηηΙβη  τον  είρημένον  μοίραρχον  αμελλητί 

ΜίΓαΓβΚβα       αυΓ       δθΙΐοπρη(1ρ  μετά  λεπτότατος  η  «.άλλον  μετα- 

ΝΥβ'ΐδβ     ιιη§ΡδίϊιιΐΐΐΙ     ίίΟΠίΓβη.  θέσατε   αυτόν  είς  Γόρτυνα,    τοϋθ' 

Οι1θΓ    νίβΙΐΏθΐΊΓ    η&οΐϊ    (αΟΐ'ΙγιΐίΙ  όπερ  θα   έθεώρει  ως   ομοίως   έ'ντι- 

νΡΓδΡίζρη.  \νθΠΠ    ΡΓ  βΟΡηίαΙΙδ  μον  άποστολήν,  τόσω  μάλλον  καθ' 

6ΪΠΡ        θΙΐΓβηνοΙΙβ        δβηοΊΐη°;  όσον  έν  Φθιώτιδι  το  έργον  είνε  συν- 

δβΚβα  ηηοσ(ί;  αΐϊΐ  80  ΟΐβΙΐΡ.  αΐδ  τετελεσμένον  δια  τό  ένεστώς  έτος. 

ϊη     ΡΙΐΐίοΙΪδ    Γί'ΐΓ    ΐΙΪΡδΡδ     ϋ&Ιΐΐ*  Εις  δε  την  θέσιν  αύτοΰ  διορισθήτω 

(1&8    ννβΐ'Ιί    νοίΐρίκίρΐ    ΐδΐ.    Λη  ό  Πετμεζας,  περί  οΰ  ώς  άφατριά- 

8.  8ΐβ11β  ίδΐ  80(ίαηη    ΡβΙιηβδαδ  στου    και   πιστοϋ    εις   τό   καθήκον 

ζα     Ορίρΐΐΐΐ^βη,     ίϊΟΡΓ     ^δδΡΠ  έχω  άνέ/.αθεν  καθησυχαστικές  εΐ- 

υημαΓΐΙΐΡ}ΊΐθΙΐΙί6Ίΐ  υ     ΡΠίοΙίΙ-  δήσεις.    Ό  δε  Μοράνδης   μεταθε- 

^ρΙ'ιιΙι!  ίοΐι  δΡΪΐΙΐΡΓ  ορπιΙπ^ργηΙρ  τέος  είς  Ά/αίαν  και  ΤΗλιν. 

ΕΐΊίίΐηιϋ^αΩσρη  ΡΪη^θΖΟ^βΠ  Ιίίΐ•  Ή  δε  αρχηγία  του  έν  Γόρτυνι 

6θ.   ΜθΓίΐη(1ϊ    ΐδΐ  ηαοΐΐ   ΑθΙ]θ];ΐ  μεταβατικού  δεν  επιθυμώ  επί  του 

υηιΐ  ΕΠδ  Ζϋ  νβΓδβΙζβη.  παρόντος  νάφαιρεθή  από  του  συν- 

\\αδ    ίίίΐδ    Κ,ΟΠΙΓηαηαΌ    (Ιργ  ταγματάρχου     Χατζή    Χρήστου- 

ΙΏΟΟϋρπ   ΚοΙΙοπρ  νοη  ΟοΓίγηα  άλλ'    ό    υπασπιστής    αΰτου    όμως 

ΟρΙπΩΊ,   80    όϊπ    ίοΐι    νΟΓ    <1ργ  πρέπει  νάπο μακρυνθή πάραυτα  και 

ΙΙηΐκΙ   ηΐοΐΐΐ  Υνίΐίβηδ    (ΙαδδΡίΟΡ  νάνατεθή    είς    τον   ΐλαρχον    Σοΰ- 

(Ιριιί  ΟίίΡΐ'δΙ  Ηαιί^οΐΐί  01ΐΓΪ8ΐθ8  τσον  ή   ενέργεια,    όπως  οί  λησταί 

ζα     βηΐζίρίίβη.     8.     Αά]ΐΐί,3.ηΙ  συλλαμβάνωνται   και  παραδίδων- 

Ιιΐη^ρ§βη    ίδΐ  δΟ^ΙβίοΙΐ   ζα  βηί-  ται  είς  τα  δικαστήρια,  μηδέ  άπο- 

ΓβΓΠβη,     α.     (Ιβπΐ     ΚίΐΙιηβΐδίΡΓ  σοβώνται   αί  ληστεϊαι  μόνον  προς 

δοιιίζο  ααΙ'ζυίΓα^ρη,    ιΐαίιϊη  ζα  στιγμήν,    φροντίση  δε  όπως  οϊ  τε 

ννίΐ'Ιίβη,  ΐΐίΐδδ  ϋίβ  ΒέίϋΟβΓ  θΐη-  αξιωματικοί    και    υπαξιωματικοί 

^βίαη^ΡΠ     α.     ίΐβη      (ίβΠοΙίΐΡΠ  συλλέγωσι  τάς  αμέσους  και  έμμέ- 

αΙΐθΓΐίβί'ΡΓί    ο.    ηίοΐιΐ    ηαΓ     ί'.  σους  ενδείξεις  πάραυτα  και  δια• 

ϋβη   Αυ§βηθΙίβΙί    άίβ  Κ&ϋΟβΓ-  βιβάζωσιν    αΰτάς    εις    τα    δικα- 

ργβη  νβΓδοΙιβαοΙιΙ    ννβΓάβη    υ.  στήρια. 

(ΙαΙ'ιΐΓ  ζα  δΟΓ^ΡΠ,    άαδζ  δοννοΐΐΐ  Ταχεϊαν    άνάρρωσιν     εύχεται 

(1ΪΡ  ΟίΤίΟίβΓβ  »1δ    υηΙβΓΟίϊίοίβΓβ  ύμΐν 

ϋίβ  οΙΐΓβοΙβη  α.  ίηάΐΓβοΙβη  Ββ-  Ό  εύνους  ύμϊν 

\νβΐβΙΤΐϊΙΙβ1      80§ί€ΪθΗ,       ί)βΥΟΓ  ΟΘΩΝ 


—  673  — 

Π13Π     (3ϊβ    5ρΐ1Γ    νβΓίίβΓΐ,    8&Π1- 

πιβίη  υ    άβη  ΟβποΗΐβη   ϋ&βι•- 
ηιαοΗβη. 

ΒαΙάί^β  ΒΡ88θπιη^  \νϋη8θ1ιΐ 
Ιΐιηβη 

ΙΗγ  ννο^Ι^βηθί^Ιβι• 
ΟΤΤΟ 


ΗβΓΓ  ΟβηβναΙ  ν.  8ν/ιη,αί:  !  Κύριε    στρατηγέ    Σμάλτς, 

Μ\  ^ϋηδοΐΐβ  80»ΐ1θΐΐηί§8ΐ  ζυ  Επιθυμώ    νά   μάθω   τάχιστα. 

\νΐδζβη,     οί)    (Ιρρ    Μ&υρίπιαηη  άν    είνε    αρχαιότερος    ό   λοχαγός 

ΝίΙί.   0!ΐ9ΐίπα(|β8  υβδ  Ι  η    Ι,.  ,1.  Χατηριάδης  του  πρώτου  άκροβο- 

Β.     0(]βΓ     ΟβθΓ§    ΖβοΙιοδ     ίηι  λιατικοϋ  τάγματος  η  ό   Γεώργιος 

Παη^β     νθΓ£β1ΐΙ.      Ννο&βν     ιΌΙι  Σέχος•    παρατηρώ   δ'  έν   τούτοις, 

Ι)βΠ1βΓΐίβ.  Πΐ'β  Αη£αΙ)6  ϋβΓ  Οοπ-  δτι  η  σημείωσις  του  βιβλίου  ποιο- 

ρϋίΐβ-Μδίβ.   ΙθΙΖθΡβΓ    δβν     ΪΙΤΊ  τητος,    καθ'    ην    ούτος    (προήχθη 

Αρί'ΐΙ  1838  ιιηποΙηί£  δοΐιβίηΐ  είς  λοχαγόν)    τον    Άπρίλιον   τοϋ 

ΑίΗβη  ά.  17/29  Νον.  38.  1838  φαίνεται  ανακριβής. 

Έν  Άθτίναις,  τί)  17/29  Νοψδρ.  1838. 
ΟΘΩΝ 


ΟΤΤΟ 


Ρ  δ.  ΑΙδΡί'ϋδίάβηΙβη  ννϋΐιΐ-  Γ.    Γ.    Ός   πρόεδρον   εξέλεξα 

Ιβ    \οϊι    (]αΓαϋ]α,     απ.    8οαπι-  τον   Καρατζάν,  επειδή   ό    Σκαρ- 

νβΐΐί    νΟΠ  (ΙθΓ   ΡαΠΗβν    ΓηϊΗβΓ  βέλλης  ητο  πρότερον  έκ  του  κόμ- 

νναΐ\  Ζίΐ  ννβΙοΗθΓ  ίΐίβ  ΐπΐ  ίϊ&§1.  ματος,  εις  ο  άνήκουσιν  οί  ύποπτοι 

Ρδΐΐβ    νβΐ'άαοΐΐΐί^θπ     ζυΙΐϋ>θΠ,  ώς  αναμεμιγμένοι  εις  την  προκει- 

υ.     (ϊίίίιβΓ    ρ&ΓΐΗβγΙίοΙι      3  ΐ  0 1 1  μένην    ύπόθεσιν,    έν   προτέρω    δε 

ΖΘΙ^Ιβ.  χρόνω    έφάνη    φατριάζων. 

4 

ΑΐΙιβιι  α.  19/31    Μίίι/.   1839  Έν  Άθ^ναιις,  τί|  19/31  Μαρτίου  1839. 

ΗαΓΓ  8ΐααΙχαβΙ<,ΓβΐάΓ  Κ.    γραμματεϋ    της    έπικρα- 

ν.  8ο/ιηιαΙζ.  τείας  Σμάλτς, 

Αηΐίβ^οηίΐ    8βΠ(1β    ίο  Ι*  ΙΙΐηβη  Συνημμένον  επιστρέφω  ύμΐν  το 

ϋίΐδ      ΠΠΓ      ΙιβαΙ«       νοί'ββίΘ^Ιβ  υποβληθέν  μοι  σήμερον    έ'γγραφον 

ΒΠΓΡ.    Π.    ΛΑΜΠΡΟΙ',    ΜΙΚΤΑ»    ΕΕΛ1ΑΒΕ  43 


—  674  — 

δβηΓβΐηβη  άβδΜίΐ]θΓθ6ΐΐ§60Γ-  του     ταγματάρχου      Δεληγεώργη 

§ΐ  ζαΓίίβΙί  Πΐίΐ  άθΐπ  ΒβιηβΓίίβη.  μετά  της  παρατηρήσεως,  δτι  θεω- 

οΙ&δΖΪοΙίβδίϋΓΓίίΐδζννβΟ'ΙίΐτΐαδΖίο;-  ρω  λυσιτελέστατον,  όπως  ό  συντα- 

δίβ  Ιΐ3.1ΐβ,01)6ΓδΙ  ΑηαΥβΗδ  ΙδΙίΟδ  γματάρ/ης    Ανδρέας    "Ισκος    και 

α.ΟϋβΓδίΙΐβαΙβηίΐηΙ  δί,ΓΗίΟδ  αη  ό    αντισυνταγματάρχης    Στράτος 

ΟγΙ    αηά  δίβΐΐβ   ζα  ΙαδΖβη,  δΐβ  μείνωσιν    οπού   ευρίσκονται,   άλλα 

αί)ΘΓ  Ζα^ΙβΐβΗ   ααίηΐβΐΊίδ&ηΊ  ζα  συγχρόνως    έπιστηθη    η    προςο/ή 

ΐΧίαοΗβΠ,    (ΙαδΖ    <ϋβ    Κβ^ίβΓαπ§  αυτών  εις  τούτο,  δτι  ή   κυβέρνη- 

βΐη  Αα§6  άϋ(  δΐβ  §6ΓΪβΙΐΙβΙ  ΙΐΗ,Ι;  σις   έχει   έστραμμένον   επ'   αυτούς 

άβηη,   ννβηη  δΐβ  ΐη  Αΐΐΐβη  ννϋ-  το    όμμα-    ταύτα   δ1    επειδή,    άν 

Γβη,     Κ,ϋηηΙβη    δΐβ    ηοβίι    νΐβΐ  ήρχοντο    εις    Αθήνας,    θά    ήδυ- 

υη^βηΐΓΐβΓ  ίΐαΐ'οΐΐ    ϊηΓβ   άοΐ'ΐί-  ναντο  να  σκευωρώσι  πολύ  μάλλον 

£βη  νβΐ'ΝΥΕίηάΐβ    αηά  Κρβαηα'β  άπαρενόχλητοι    δια    των    αυτόθι 

ϊηΐΓΪβϋΪΓβη,   ννϋΙΐΓβηά  δΐβ  δΐβΐΐ  συγγενών   και    φίλων    αυτών,  άτε 

νοη    ]β(1βηΐ     ΥβΓο'ίΐοηΙ     δΐβΐΐβΐ'  μέλλοντες    νά    θεωρώσιν    εαυτούς 

^1ααί)βη    ννϋΓάβη.   ΟαΙίβΓ    1)β-  ασφαλείς    άπό     πάσης    υπόνοιας. 

&ϋί'ΐΓ&§β  ΐβΐΐ  8ΐβ,   Η.  ΟβηβΓαΙ,  Δια  ταΰτα  δίδω  εις  υμάς  τήν  έν- 

αη§683.αΐηΙ     ζυ    80Γ°βη,     ίΐαδζ  τολήν,  κ.   στρατηγέ,  δπως  φρον- 

ίΙϋΓβίι  8ΐα.ϋΐ8δβΙί ΓβΙ&Γ  ΚΙϋΓαΙίΐδ  τίσητε  αμελλητί  νά  κληθώσι  δια 

άΐβ  άΓβγ  ΙΤ1ΪΙ  (ΙβΓ  ΚοΙοηΐδαΐΐϋΠ  του  γραμματέως  της  επικρατείας 

V.    ναΙίΟδ    ΟβααΙΐ,Γίί^Ιβη    Οίϊϊ-  Γλαράκη     οι   τρεις  τήν   έποίκισιν 

οΐβΓβ  αιιί^βίΌάβιΊ  ννβτα'θη,βννβ-  του  Βάλτου  επιτετραμμένοι  άξιω- 

^βη  ιΙβΓϋπιΙαϋΓβηϋβη  (ϊβΓίίοΙιΙβ  ματικοϊ     «  νά   ένεργώσι    τά    της 

ΐϊΐΐΐ    α'βΓ    £$βΙΐδπ§6η     ΙΙπίδΐοΙίΙ  έποικίσεως  μετά  της  προςηκούσης 

ίΐΐβ  ΚοΙοηΐδίΐΐΐοη  ζα  Ι)βΐΓβΐί)6ΐΊ ,  περισκέψεως  ένεκα  τών   κυκλοφο- 

ΐηιίβιιι  βδ  ΪΙΐΓβ  ΡΓΙίοΙίΙ  δβγ  αηιΐ  ρουσών    διαδόσεων,  καθ'  δτι    είνε 

ΐβΐι  νοη    ΐηηβη    βηναΐ'Ι,β,    άιΐδΖ  καθήκον  αυτών,  και  εγώ  αναμένω 

δΐβ    ΐΙΐΓβΠ    Ααΐ'βηΐΐΐαΐΐ    ΐη   ΐΐβΐ'  παρ'  αυτών,  νά  χρησιμοποιήσωσι 

ΟΓ6Ι1Ζ6   αΙ)βΐ*1ιααρΙ    ααβΗ  άαζα  τήν  κατά  τά  σύνορα  διαμονήν  των 

^βηαΐζβη  ιηΐΐ  αΐΐβη  ΚταΓίβη  ζαΐ'  καθ'  δλου  καϊ  εις  το  νά  φροντίσω- 

ΑαίΊ'6ϋΙιΙβιΊηι1ΐυη§    ϋβΐ'   ΒαΙιβ  σι  πάση  δυνάμει   περί  άποκατα- 

αηά  Οΐ^ααη^  ζα  δΟΓ§βη  ».  στάσεως    της    ησυχίας     και    τά- 

Ααί   ιΐΐβδβ    \¥βίδθ     ννβτάβη  ξεως». 

&ηβη  ]βηβ  αηΐβΐ'ϋβη  ί'ρα^ΐΐοΐιβη  Κατά  τούτον  τδν  τρόπον  ύπεν- 

ΜίΐηηβΓ,    ιΐΐβ    η  ίο  Κΐ    ΟαΙβδ  ΐιη  θυμίζεται  το  καθήκον  καϊ  εις  έκβί• 


675  — 


δοΗΠάβ  ΓαΙίΓβη  8θ11ΐβη .  &η  ΐηΐ'6  νους  των  περί  ών  ό  λόγος  ανδρών, 
ΡΠίοΗί  ο;βΠΊίΐΙΐηΙ  ΟΓΐηβ  Π218Ζ  όσοι  τυχόν  δεν  έ'χουσι  κατά  νουν 
816    αυί    (Ιβη     Οβίΐαηΐίβη    £6-     αγαθά,  χωρίς  να  γεννηθη  έν  αύ- 

τοΐς  η  σκέψις.  ότι  ή  κυβέρνησις 
θεωρεί  αύτοϋς  ως  ιδιαζόντως 
σπουδαία  και  απολύτως  αναγ- 
καία   πρόςωπα. 

Ό  εύνους  ΰ|ΑΪν 
ΟΘΩΝ 


οιαοηΐ  ννρπίβη.  (Ιθ.88  (Ιιρ  Κη- 
§ίβπιη§  816  (Ίιγ  ί)βδοηάβΓ8 
ννϊοΐιΐί^β,  υηβηΙ&βηιΊίοηβ  ΡβΓ- 


δοηβη  ήαΐΐβ. 


Ιιγ  ννοη1§βηβί§(.6Γ 

ϋΤΤΟ 


5 


//.  8ΐααΐ88β&ΓβίάΓ 

ι>.  8ο/ιηιαίζ 
ϋά  ά ίο  Ηϊΐζβ  1)βΓθΐΐ8  οβ^οη- 
ηβη  ηαΐ.  8ο  ΐδΐ  68  ηοΙηΐ§,  άΪ6 
Οαηιΐδοη  νοη  νοηϊΐζα  8θ§1βίοη 
ζυ  νβΓπιϊη(ΐ6ΐ'η  υ.  ίϋΐ'  <3βη 
πδϋίΊ^βη  ννβοΐΐδβΐ  άβη  Β6δαΐζ- 
ιιη"  ζυ  80Γ£βη  Ιηάβπι  3ίβ 
αϊβΓζυ  <][6  ^66,ΐμ;η6ΐ6η  ΒρΓρΙίΙρ 
^βί)6η  ννβΐ'άβη.  ννβΓάβη  8ίβ  ]β- 
αΌοη  6ΐηρ  ο;6ΗδΓΊ§;6  ΑηζαΙιΙ 
ΊΥαρρβη    ίη    γ!θρ    Ναη6    άβΓ 

Ρ68ΐϋΠ»      ΟβΙίΙδΖβΠ    ,        80     (138Ζ 
816       8ΐ6ΐ8       8θΙΐηβ11       (]6['86ΐθ6Ι1 

ζυ  Ηϋΐί'6  6Ϊΐ6η  Ιίοηηρη. 

ΑΛβηά.  19  *"**  39. 

ι  .ίυΐν 

οττο 


Κ.    γραηματεΰ   της    επικρα- 
τείας Σηάλτς, 

Επειδή  ήρχισεν  ήδη  ό  καύ- 
σων, εΐνε  ανάγκη,  όπως  έλαττω- 
θή  άαέσως  ή  φρουρά  της  Βονί- 
τζης  και  ληφθή  φροντίς  περί  της 
συχνής  αλλαγής  των  έν  αυτή 
φρουρούντων.  Παρέχοντες  οέ  προς 
τούτο  τάς  αναγκαίας  6ιαταγάς, 
πρέπει  έν  τούτοις  νάφήσητε  έν 
τοις  πέριξ  του  φρουρίου  ίκανόν 
άριθριόν  στρατιωτών  ούτως,  ώςτε 
νά  δύνανται  πάντοτε  νά  σπεύσωσι 
ταχέως  εις   βοήθειαν  αύτοΰ. 

,„,,«,  19    Ιουνίου     

Εν    Αθήναις,  τη   — — ^ — ;-—    1839. 
1     Ιουλίου 

( )ΘΩΝ 


//β/τ  ΟβηβταΙ  ν.  8α/ι/ηαέζ  Κύριε  Στρατηγέ  Σηάλτς, 

νοΓ^βδΙβί'Π  £30  ίο  1 1  ιηβίηβιη  Προχθές    έδωκα    εις    τον    ύπα- 

Αϋ^υΙαπΙβη  Οθ6ΐ'8ΐ  ΚοΙοΙίΟΐΐΌ-  σπιστήν  μου  συνταγματάρχην  Κο- 

ΠΙ  ϋΐ'ΙϋΐΐΙ)  ΠίίοΙΐ  Τπρυΐίΐζα.  ΙΙΙΪ1  λοκοτρώνην    άδειαν    απουσίας    ιίς 

αυΓΐ  ζιιγ  βηΙαΉοΙίυη^  νοιι  Κϋυ-  Τριπολιτσάν,  όπως  ϊνεργήση  αΰ- 


676  — 


ΒβΓΠ    0(1βΓ    ΗβΙΡθΓΠ    Ηβ80Π(ίβΓδ  τόθι   προς   άνακάλυψιν   ληστών   η 

(ΙαάαΓοΗ     ζα    \νΪΓΐ<βη,  α"αδΖ    βΡ  λησταποδο/ων,  ιδίως  πείθων  τους 

δβίηβνβΡννΗΐκΙΐβη  η.  Ββΐίαηηΐβ  έν    τη  πόλει   εκείνη  συγγενείς  του 

ζα  §6ΠθΙΐΐΠοΗβη  Ι)βρθδΐΙϊοηβη  και  φίλους  είς  καταθέσεις  ενώπιον 

Οβννβ^β  .       8βΐηβΐΏ     ΑηδυοΙίΡΠ  των    δικαστηρίων.    Διό    δίδω    εις 

£βΐΉ3δΖ     οβίΐαί'ίΓα,σβ     ϊΰΐΐ     δίβ  υμάς  συμφώνως  προς  την  αϊτησίν 

ίΙαηβΓ,    άβη   ΜΪΓ&ΓΟαβη   ΤδίηΟδ  του  την  έντολήν  να  καταστήσητε 

οΊιγοΗ  βίηβη  ΚοΙοΙίΟίΓΟηΐ   ΠΠΐ-  ταύτα  γνωστά   εις  τον  μοίραρχον 

ζυ§βοβΠί1βη      ΡπναΙδοΙιΐ'βίυβη  Τζΐνον  δι'  ιδιωτικής  υμών  έπιστο- 

Ιΐίβνοη   ϊη  ΚβηηΙηίδΖ  ζα  δβίζβη.  λης  δοθησομένης  είς  τον   Κολοκο- 

υ.    Πι  η  αυΙ'ζυί'οϋβΓη,    άβηΐ   «β-  τρώνην  καινά  παρακαλέσητε  «ύ- 

ΠίΐηηΙβη    01)βΓδΙβη  Λνθ^βη   δθΐ-  τον,   δπως    εις    τον    ρηθέντα    συν 

ηβι*  νΤβΐ'1)ϊηάαησβη  ϊη  ϋ.0Γΐϊ°6Γ  ταγματάρχην  παρέ/η  πάσαν  έμ- 

Ορσρίκΐ,  υ.   ΕΓ^βββηΙΐβΗ  £6£βη  πιστοσύνην  ένεκα  των  σ/έσεώντου 


αιΐοΐι    ζα    νβΓίΓααβη.  α.  αιομ- 
Ιίοΐΐδί   ϋβΐιιιΐίΐίοΐι   ζα   δβγη. 
ΑΐΙιβη  α.  7/19  Λιι§.  39. 

ΟΤΤΟ 

ΗβΓΓ  ΟβηβΓαΙ, 

Ιοίι    ββηδίΐιί^β    άΐθ  Ν&ηιρη 
α1 6ΐ"    ζαΐ'   ΒθίθΓα,6Γυη£    ίη  άβη 


έν   τη   χ,ώρα   εκείνη   και   της  προς 
εμέ  άφοσιώσεώς  του  καί  φανη  είς 
αύτον  επίκουρος  πάση  δυνάμει. 
Έν  Αθήναις  ττ{  7/19  Αύγ.  1839. 
ΟΘΩΝ 

: 

Κύριε  στρατηγέ, 

"Εχω   ανάγκην   των  ονομάτων 
των  προς  προβιβασμόν  έν  τοις  κατά 


(αΓβΠΖΟΟΓρδ       νοί'^βδοΐΐίαυβηβα  τά    σύνορα  σώμασι  προτεταμένων 

Οί'ί'ίοΪΗΓθ  υ.  ϋαηΙίβΓ;  υί*    ιαοΐ'-  αξιωματικών  και  ανθυπασπιστών 

£βη  ίΐ'ϋΐΐ  αηι  6  ΙΊιγ  \\ο11βη  8ίβ  εϋαρεστήθητε  λοιπόν  νά  μοι  στεί- 

ίΠδυ  ίΐίβδβίοβη     ΙΠΙΓ  αοδοΐΐπί'ΐ-  λητε  άντίγραφον  αυτών  μέχρι  της 

Ιίοΐι     δθηϋβη.     Λαοΐΐ    \ναηδθ1ΐΡ  έκτης  πρωινής  ώρας  της  αυριον. 

ίοΐΐ  αΈίδΖ  δΐθ  αΐΪΓ  υθγ  ϋβΓ  Π10Ρ£-  'Επ'  ίσης  δ'  επιθυμώ,  δπως  κατά 

ΐ§βΠ   (^Οπί'βΓβηζ  ΐΙϋΓααβΓ   Αυί'  την    αύριανήν    υμών    παρουσίασιν 

δοήΐαδζ  §βί)6η,    Οϋ    ϋβΓ  ]αη§β  γνωρίσητέ   μοι,  αν   ό   νέος   Γεώρ- 

ΟβΟΓ^;    Εαρρϋδ   αυδ    ί.β\ν3άίβη  γιος  Λάππας  είνε   έκ  Λε£αδείας. 
ϊδΐ. 

ΑΟιβη  ά.  17/29  8ρ.  30.  Έν  Άβ^ναις  17/19  Σεπτ.  1839. 

ΟΤΤΟ  ΟΘΩΝ 


—  677  — 

8 

.      22  ϋβζ.  39  ,„    ....           ..  22  Δεχ.  1839 

ΑΙηβη  α.    — κ- τ -τττ-  "ν    Αθήναι;,    ττ) 


3  Ιλπ.  40  '     *'      '     3*Ιαν.   1840 

Η.  ΟβηβΓαΙ  Κ.  οττοατηγέ, 

ΙοΙι  8βΙζβ   8ΐβ    ΐη  ΚΰηηΙηΐδΖ  Γνωρίζω  ύμΐν,ότι  σήμερον  ένηρ- 

(ΙίΐδΖ  ΙΐβΐΐΙβ  1)βγ  ΟΙ)βΓ8ΐ  ΝίΙ<ίΐίΐ8  γήθη  κατ'  οίκον  έρευνα   πάρα  τω 

ΗίΗίδΐιηΙβΓδίΐοηυΐψ     ίΐη^βδίβΐΐΐ  συνταγματάρχη  Νικήτα   και    ότι 

ννϋΓ^β,υηά  ηΐαη  αΐΐοΐΐ  Ι)6Ϊγπ  Ββ-  παρασκευάζεται   τοιαύτη  και  δια 

£πίΐβ    ίδΐ.    (Ιαδδβίββ    Ι)6γ   (ϊΓΒ,Ϊ  τόνκόμιτα  Γ.  Καποδίστριαν.Σκο- 

0.   Οαρθ(3Ϊ8ΐπα    ζυ    Ιΐηιη.  ϋβΓ  πός  δέ  της  Ιρεύνης  είνε  ή   κατά• 

Ζννβοΐί    ΐδΐ,    δίοΐΐ    (ΙβΓ   ΡίΐρΐβΓβ  σχεσις  των   εις  μυστικήν  τίνα    ε- 

ζυ  ΙκΜηϋοΙίΐί^βη,  (Ιίβ   δίοΗ    3,υί  ταιρείαν  άναφερομε'νων  εγγράφων. 

βίηβ  σβΙΐβΐίΠβ  ΟβδβΙΙδοΙίίΐΙΊ.  1)6-  Έπι  δε  του  παρόντος   εντέλλομαι 

ζϊ(?1ΐβη.   \ΓΟΓ  (ΙβΓ  Ηαηά  |}03ΐΐί-  ύμΐν    μόνον   να   φροντίσητε,     όπως 

ΙΓΗ£6  ΐοΗ  δΐβ  ΙΪΙΙΓ  ζυ  δΒ^βΐΐ,άίΐδΖ  προληφθώσι   συναθροίσεις   και  τυ- 

(Ιβη    ΖιΐδαπιιηθηΐΌίΙ,υη^βη     ιι.  χόν  απόπειρα  τις  προς  διενέργη- 

βίηβίτΐ  βΙννΒΐ^η  νβΓδαοΙίβ  (1*;η  σιν  απελπιστικού  τίνος  τολμήμα- 

8οηΙίΐ£    άβΓ    νβΓζννβΐίΙϋη^    ζιι  το;,    άλλα    δια  τρόπου    κατά    το 

\ν&£6Π  νοπϊβυευ^Ι  ννβι^Ιβ  ;  ]<3-  δυνατόν  άποφεύγοντος  πδν  σκάν- 

(ΙοοΗ   αιιΓ  βϊηβ  ϋΐΐθδ  Αιιί'δβΐιβη  δαλον. 
ΐηο^ΙίοΗΐ  νβπηβΐίίβηιΐβ  ΑγΙ.  θά    είνε    δε    λυσιτελής    και    ή 

ΑΐίοΙΐ  \νΪΓ(1  68  ΖννβοΙίηΐϋδΖΪμ;  μετά   την    έπίσκηψιν   του   σκότους 

8βνη.  οΐβη  εζβη^ηηΐβη  01>βΓ8ΐ6η  σύλληψις    του   εΐρημενου     συντα- 

ΠΗοΙΐ   βϊη^βΒΓΟοΗίίΠΟΓ  Οαηΐίβΐ  γματάρχου. 

ηβίΐ  ζι»  &ΙΓ61ΪΓ6Ι1.  ΟΑΩΝ 

ΟΤΤΟ 

Ρ&Ϊ0Ο8   ννίτΗ    ΙΗηβη    ηϋΗβΓβ  Ό  Πάϊκος  θά  δυνηθη'  να  παρά- 

ΑιιίδδοΙιΙϋδΖβ    §60611     Ιίόηηβη.  σχη    ύμίν    πλειο τέρας    εξηγήσεις. 

.1 6(^611  ίίΐ  1 1δ    ΐδΐ    68    ηοΐΐΐΐρ,  ίϊΙϊβΓ  Πάντως  δ'  είνε  ανάγκη  νά  τηρη- 

(Ιβη     Ζννβοΐί    άβΓ    ΟβδβΙΙδοΙίίΐίΊ  θή  σιγή  περί  του  σκοπού  της  έται- 

8ΐϊ11δθΙΐ\ν6Ϊ§βη   ζα    6β>νίΐΙΐΓ6η.  ρείας.    Περιμένω  υμάς  περί  τήν  7 

ΙϋΗ  βΓννίΐΓΐβ  δίβ  υιτί  7  ΙίΙιι•  ιΐιτί  ώραν,  όπως  δώσω  είς  υμάς   ώρι- 

ΙΙΐΠβΠ    ννβ§.    Νίΐίϊΐαδ    νΰΐΉαΓ-  σμενην   έντολήν   περί   της   συλλή- 

Ιυη§  βίηβη    ϋβδίΐιΐΐΐϊΐΐβη    Αιΐί'-  ψεως  του  Νικήτα. 

ΙΓ£1§  Ζϋ   £βΙ)6Π.  0Θ• 

ΟΤΤ 


—    678  — 

Ή  άνάγνωσις  των  ανωτέρω  παρατεθεισών  επιστολών  εινε  πολλα- 
χώς  διδακτική,  ει  και  μέχρι  τινός  ιδιωτικός  και -ανεπίσημος  εινε  αυ- 
τών ό  χαρακτήρ.  Αληθώς  αύται  εινε  απλώς  επιστολικά  δελτάρια 
προς  τόν  έ'μπιστον  ύπουργόν  τών  στρατιωτικών  περί  πραγμάτων  υπη- 
ρεσιακών ή  ένίοτ'  εμπιστευτικών  υποθέσεων.  Τοΰτο  καταφαίνεται  εξ 
αύτοΰ  αυτών  του  σχήματος.  Εινε  έπιστόλια  μικρά  εις  σχήμα  δέκατον 
έκτον,  πλην  του  ύπ'  άρ.  6.  γεγραμμένου  έν  σχήματι  μεγάλου  ογδόου, 
και  ουδέν  φέρουσιν  έπίσημον  της  βασιλικής  άρχής'  κατά  τοΰτο  δε 
μόνον  ό  χάρτης  διαφέρει  του  συνήθους  επιστολικού  τών  "Αγγλων,  ότι 
ή  κόψις  αύτοΰ  έχει  χρυσήν  παρυφήν.  Ή  συντηρητικότης  αύτη  τοΰ 
βασιλέως  περί  τήν  χρήσιν  όμοιομεγέθους  πάντοτε  χάρτου  ενθυμίζει 
τήν  τοΰ  πατρός  Λουδοβίκου,  περί  ού  όητώς  παρατηρεί  ό  ΤΓ081,  ότι 
συνήθως  μετεχειρίζετο  έπιστέλλων  τό  αυτό  σχήμα  χάρτου  1.  'Αλλά 
πλην  τούτου  δέν  έ'χει  ό  "Οθων  έν  τω  έπιστέλλειν  τήν  τάξιν  και  καθα- 
ρότητα και  περί  αυτά  τά  μικρά  πράγματα  προςοχήν  τοΰ  Λουδοβίκου, 
όςτις  έ'ν  τινι  τών  επιστολών  του,  γράφων  προς  τόν  υίόν,  εζήτει  συγ- 
γνώμην,  ότι  έστειλε  προς  αυτόν  έπιστολήν  κηλιδωθεϊσαν  ύπό  τοΰ  μέ- 
λανος 2.  'Απ'  εναντίας  δ'  αί  πλεϊσται  έπιστολαί  τοΰ  "Οθωνος  αί  ανω- 
τέρω εκ  τοΰ  γραμματοφυλακίου  τοΰ  Σμάλτς  έκδοθεϊσαι  δεικνύουσιν 
άταξίαν  και  άπροβουλίαν,  σπουδήν  και  έξαπίνης  ύπό  έπιγινομένων 
ενδοιασμών  και  έπιφερομένων  νέων  σκέψεων  έπερχομένην  άμφιγνω- 
μοσύνην.  Διασβέσματα  και  επανορθώσεις  τών  ήδη  γεγραμμένων,προς- 
θήκαι  και  υστερόγραφα  δεικνύουσι  τήν  ψυχικήν  σύγχυσιν,  τήν  βαθμι- 
αίαν  έν  τω  γράφειν  άνέλιξιν  λογισμών  αλλήλους  συμπληρούντων  ή 
άναιρούντων.  Ποια  τις  περί  τό  σκέπτεσθαι  αταξία,  προφανής  τις  περί 
τό  άποφασίζειν  άστασία  και  έφεκτικότης  γίνεται  κατάφωρος  έπ'  αυτή 
τή  αναγνώσει  τών  έπιστολίων,  πολύ  δε  μάλλον  επί  τή  θέα  τών  πρω- 
τοτύπων. 

"Ολη  ή  πολυθρύλητος  του  "Οθωνος  αστάθεια  έν  τω  χαρακτήρι 
και  έκ  της  δειλής  καχυποψίας  ταχεία  μεταβολή  γνωμών  καταφαίνε- 
ται έκ  τοΰ  ύφους,  εξ  αύτοΰ  τοΰ  έξωτερικοΰ  τών  επιστολών.  Ουδέ  γί- 
νονται ταΰτα  μόνα  δήλα  έκ  της  εξετάσεως  τοΰ  μικρότατου  τούτου 
τμήματος   τοΰ  γραμματοφυλακίου    τοΰ   βασιλέως,    άλλ'  έπ'   ϊσης  και 

1    ΤΐΟΒΐ   ενθ'  άν.  α.  V. 
3   ΊΥοβί  ενθ'  άν. 


—  679  — 

άλλα  εξάγονται  περί  αυτού  διδάγματα  ούκ  ανάξια  λόγου.  Σαφέστατα 
φανεροΰται  έκ  των  γραμμάτων  αύτου  ή  προςωπική  γνώσις  των  προς- 
ώπων  και  πραγμάτων,  ή  έξ  εαυτού  έξάρτησις  και  υπό  τάς  εμπνεύ- 
σεις αύτου  οιενέργησις  και  των  κατά  το  φαινόμενον  ασημότατων  λε- 
πτομερειών έν  τη  διοικήσει  των  του  κράτους.  Μετά  δέ  της  έμφόβου 
μερίμνης  περί  του  τί  θά  πράξη  ό  μεν  και  τι  θά  ειπη  ό  δέ,  μετά  της 
λεπτεπίλεπτου  ανησυχίας  και  φροντίδος  περί  καταστολής  παντός 
στασιαστικού  κινήματος  και  της  εις  άνδρας  παντελώς  εις  τον  θρόνον 
άφωσιωμενους  αναθέσεως  πάσης  υπηρεσίας  διαλάμπει  ή  έμφυτος  του 
βασιλέως  άγαθοτης  κάί  ή  άκρα  αυτού  δικαιοσύνη.  Επιθυμεί  την  διά- 
σωσιν  εαυτού  και  την  ήσυχίαν  τοΰ  βασιλείου,  άλλ'  άπεχθαίνεται  πάν 
σκ,άνδαλον,  πτοείται  προς  πάσαν  έσπευσμένην  τυχόν  αυστηρότητα, 
γεραίρει  την  εις  εαυτόν  πίστιν  και  θεωρεί  άξίαν  πάσης  τιμής  και 
προστασίας  την  έκπλήρωσιν  του  καθήκοντος,  μυσάττεται  την  άδικίαν 
και  θέλει  την  έκάστω  άποδοσιν  τού  προςήκοντος,  εκλέγει  την  όδόν  της 
μετριοπάθειας  και  εξοικονομήσεως  τών  πραγμάτων  και  της  ανα- 
βολής μάλλον  τών  δυςχερειών  η  της  οριστικής  διά  γενναίων  μέτρων 
λύσεως  αυτών.  Τέλος  δ'  εγείρει  αληθώς  τόν  θαυμασμόν  τού  άναγνώ- 
στου  ή  φιλεργία  τού  βασιλέως,  ης  και  ή  παράδοσις  τών  γνωρισάντων 
αυτόν  και  μετ'  αυτού  εργασθέντων  έτήρησεν  ευλαβή  άνάμνησιν  και  αί 
επιστολαί  αύται  νέα  παρέχουσι  τεκμήρια.  Δικαίως  έγραφε  περί  αυ- 
τού ό  υπασπιστής  του  Γενναίος  Κολοκοτρώνης  έν  ύπομνήματι  άπευ- 
θυνθεν-ι  τη  22  "Οκτωβρίου  1843  προς  τόν  βασιλέα  της  Βαυαρίας 
Μαξιμιλιανόν  τόν  Β''  «  Μεγαλειότατε,  εσχον  την  τιμήν  νά  υπηρε- 
τήσω παρ'  αύτώ  έπί  επτά  έτη  ως  υπασπιστής,  και  γινώσκω  εντεύ- 
θεν ακριβώς  τους  μόχθους,  εις  ούς  ύπέβαλλεν  εαυτόν  ό  βασιλεύς,  Οπως 
μετά  δικαιοσύνης  κυβέρνηση  τόν  λαόν  του  και  διοίκηση  τα  της  τά- 
ξεως, πράξτ)  δέ  πάν  ό  τι  ήδύνατο  νά  συντέλεση  εις  εύημερίαν  τών 
υπηκόων  του.  Εΐργάζετο  δέ  ού  μόνον  τήν  ήμέραν  όλην,  άλλα  πολλά- 
κις και  μέρος  της  νυκτός.  Δέν  έζη  ώς  βασιλεύς,  και  οΰδεμίαν  παρεϊ- 
χεν  έαυτώ  διασκέδασιν  διό  και  προςεβλήθη  ένεκα  της  μεγάλης  κο- 
πώσεως ή  ύγίεια  αύτου"  άλλα  χάριν  τή^  ευτυχίας  της  χώρας  περι- 
εφρόνει  ό  βασιλεύς  πάντα  κάματον  και  αυτήν  τήν  περί  της  ύγιείας 
αύτοδ  φροντίδα  »  '. 

1   ΤτΟ&ί  ϊνθ'  άν.  σ.  142  χ.  ε. 


—  680  — 

Αυτός  δε  ό  "Οθων,  περιγράφων  έν  επιστολή  προς  την  βασίλισσαν 
της  Βαυαρίας  Μαρίαν  την  κόπωσιν  και  τάς  συγκινήσεις  τών  έπί  τη 
είκοσιπενταετηρίδι  της  εις  τον  θρόνον  αναβάσεως  εορτών  έν  ήμέραις 
καθ'  ας  ήτο  αΰτόχρημ'  ασθενής,  προςθέτει,  ότι  παρά  πάντα  ταΰτα 
τήν  νύκτα  της  παραμονής  της  είκοσιπενταετηρίδος  όιήλθεν  εργαζό- 
μενος   μέχρι   της    μιας    μετά    το    μεσονύκτιον  1. 

Τοιαΰται  δια  βραχέων  αί  εντυπώσεις,  ας  έμποιεΐ  ή  μελέτη  τών  εν- 
ταύθα έκδοθεισών  επιστολών  του  πρώτου  της  Ελλάδος  βασιλέως.  Ή 
μικρά  αύτη  συλλογή  χρησιμεύει  άριστα  εις  χαρακτηρισμόν  του  Οθω- 
νος,  και  υπό  τοιαύτην  έ'ποψιν  τά  όλιγόστιχα  ταΰτα  έπιστόλια,  άτινα 
και  άλλως  διαφωτίζουσιν  άξια  γνώσεως  έπειςόδια  της  ιστορίας  τών 
τότε  νρόνων,  είνε  περισπούδαστα.  Και  έκ  τούτων  άπαξ  έτι  δύναται 
νά  καταδει^θή,  ότι,  αν  δι'  άλλους  λόγους  ή  Ελλάς  δεν  έτυχεν  έπί 
του  "Οθωνος  της  ποθούμενης  ευημερίας,  άλλ'  ό  βασιλεύς  ήτο  πάν- 
τως ώς  προς  τήν  άγάπην  της  Ελλάδος  γνήσιος  υιός  εκείνου,  όςτις 
έγραφε  τω  1841*  «και  αν  έμελλεν  ό  οίκος  μου  νάποβάλη  ποτέ  τόν 
έλληνικόν  θρόνον,  ουδείς  ήθελε  με  καταλάβει  μετάμελος  οι  όσα 
έπραξα    υπέρ    της    Ελλάδος». 


'  ΤτοβΙ   Μ'  άν.  ο.  187. 


ΕΚ   ΤΗΣ   ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ 
ΤΟΥ    ΟΘΩΝΟΣ    ΚΑΙ    ΤΗΣ    ΑΜΑΛΙΑΣ  * 


Άνεώχθησαν  και  πάλιν  προ  ολίγων  ημερών,  κατά  τα  έκ  Μονάχου 
χθεσινά  αγγέλματα,  έπ'  ευκαιρία  της  έβδομηκονταετηρίδος  της  εις 
τους  ορθοδόξους  "Ελληνας  της  πόλεως  ύπό  του  βασιλέως  της  Βαυ- 
αρίας Λουδοβίκου  Α'  παραδόσεως  της  εκκλησίας  του  Σωτήρος,  αί 
σπανίως  άναπεταννύμεναι  πύλαι  των  υπογείων  κατακομβών  της  βα- 
σιλικής εκκλησίας  του  άγιου  Καϊετανου  τών  άλλοτε  Τεατείνων  μονα- 
χών. Συγκεκινημενη  δε  ή  μικρά  ελληνική  παροικία  του  Μονάχου 
ήκροάσατο  τών  δεήσεων  του  "Ελληνος  άρχιμανδρίτου  προς  άνάπαυσιν 
τής  ψυχής  τών  έν  άπερικόσμοις  κασσιτερίναις  λάρναξι  κειμένων  έν 
τοις  ύπογείοις  έκείνοις  πρώτων  βασιλέων  τής  Ελλάδος,  του  "Οθωνος 
και  τής   Αμαλίας. 

Έπί  τή  ευκαιρία  ταύτη  ας  έπιτρέψη  ό  αναγνώστης  νά  γνωρίσω 
εις  αυτόν  μικρά  τίνα  περισωθέντα  λείψανα  τής  πρώτης  έν  τή  άναγεν- 
νηθείση  Ελλάδι  βασιλικής  βιβλιοθήκης,  ών  ελαβον  γνώσιν  έπ'  έσχα- 
των διατριβών  έν  Μονάχω. 

Όλίγα  μόνον  θά  εϊπω  ενταύθα  περί  των  έντυπων  βιβλίων  του 
"Οθωνος.  Ό  βασιλεύς  έκέκτητο  άςίαν  λογού  βιβλιοθήκην  έζ  έντυπων 
βιβλίων,  προερχομένων  έ'κ  τε  δωρεών  τών  έν  Ελλάδι  γραφόντων  και 
έ£  αγορών.  Κατά  πόσον  δέ  ή  βιβλιοθήκη  αύτη  περιεσώθη  ολόκληρος 
μετά  την  έ'ξωσιν  του  "Οθωνος,  δεν  γινώσκω.  Δεν  είνε  δέ  άπίθανον, 
ότι  και  τών  βιβλίων  πολλά  διηρπάγησαν  ή  διεσπάρησαν,  καθ"  ά  συνέ- 
βη εις  πολλά  τών  βασιλικών  σκευών.   Επιτραπέζια  τουλάχιστον  σκευή 

*    Εδημοσιεύθη  τό  πρώτον  έν  τ<7>  "Αοτει  ττ^  26  **ΐ  27    Οκτωβρίου  1903. 


—  682  — 

περιήλθαν  τίνα  εις  ίδιώτας,  δωρησαμένους  αυτά  εις  το  ενταύθα  μου- 
σεϊον  της  Ιστορικής  και  εθνολογικής  εταιρεία:.  Το  πλείστον  των  βι- 
βλίων μετεκομίσθη  εις  Βαυαρίαν  φροντίδι  των  εις  την  άκούσιον  έξο- 
ρίαν  εις  τα  πάτρια  εδάφη  πιστώς  άκολουθησάντων  τον  πρώην  βα- 
σιλέα. Και  μέχρι  μεν  του  θανάτου  του  "Οθωνος  έν  ετει  1867  και 
άργότερον  μέχρι  του  θανάτου  της  Αμαλίας  έν  ετει  1875  ή  βασιλική 
βιβλιοθήκη  έξηκολούθει  ούσα  κτήμα  τών  έκπτωτων  βασιλέων.  "Επει- 
τα οε  περιήλθεν  εις  τον  έπιδιάδοχον  και  έ'γγονον  του  Λουδοβίκου  Α' 
και  άνεψιόν  του  "Οθωνος,  βασιλέα  της  Βαυαρίας  Λουδοβϊκον  Β'.  Τω 
δέ  1879  έδωρήθησαν  τα  βιβλία  ταύτα  εις  την  βασιλικήν  και  δημο- 
σίαν  βιβλιοθήκην  του  Μονάχου  (Ηοί'-υηά  8ΐα3ΐ3-ΒΐΜίθΐ1ΐβ1ί),  έν  ή 
άπόκεινται  και  μέχρι  τής  σήμερον. 

Το  έτος  1879  ώς  το  τής  εις  τήν  βιβλιοθήκην  ταύτην  μεταβι- 
βάσεως τών  βιβλίων  του  Όθωνος  δυνάμεθα  νά  εΐκάσωμεν  έ'κ  τίνος 
σημειώματος  του  ύπ'  άρ.  594  κωδικός  τής  δημοσίας  βιβλιοθήκης  του 
Μονάχου,  ήτις  στερείται  παντός  οιουδήποτε  επισήμου  εγγράφου  περί 
του  τρόπου  και  χρόνου  τής  αποκτήσεως  τών  έκ  τής  βιβλιοθήκης  του 
Όθωνος  προερχομένων  χειρογράφων.  "Ισως  δε  υπάρχει  τις  άγνωστος 
μοι  εί'δησις  περί  τής  εις  τήν  αυτήν  βιβλιοθήκην  μεταβιβάσεως  τών  έν- 
τυπων βιβλίων  τών  βασιλέων,  τοΰθ'  όπ?ρ  δέν  μοι  εδόθη  ευκαιρία  νά 
εξετάσω.  Ύπάρχουσι  δε  τοιαύτα  οΰκ  ολίγα,  γνωριζόμενα  εις  τον  άνα- 
γνώστην  εξ  έπικεκολλημένου  δελτίου,  φέροντος  λατινιστί  τήν  έπιγρα- 
φήν  Εχ  Βΐ1)1ΐθΐ1ΐ603,  Γβ§ΐδ  ΟίΗοηίδ,  καθ'  ά  με  διεβεβαίωσεν  ό  περί 
τήν  έλληνικήν  γλώσσαν  και  άρχαιολογίαν  διατριβών  φίλος  έν  Μο- 
νάχω  καθηγητής  γυμνασίου  κ.  Λουδοβίκος  Βύρχνερ,  πολλάκις,  καθ' 
ά  μοι  έ'λεγεν,  έντυχών  εις  τοιαύτα  βιβλία  έκ  τής  βιβλιοθήκης  του 
"Όθωνος.  "Αγνωστον  δέ  μοι  τυγχάνει  χ.ατά  πόσον  και  τής  ιδιωτικής 
βιβλιοθήκης  τής  Αμαλίας  τά  βιβλία  περιήλθαν  εις  τήν  αυτήν  βιβλιο- 
θήκην του  Μονάχου. 

Αλλ'  ή  βιβλιοθήκη  του  πρώτου  τής  Ελλάδος  βασιλέως  δέν  περιε- 
λάμβανε μόνον  έντυπα  βιβλία-  περιείχοντο  δ  έν  αυτή  και  χειρόγρα- 
φα ελληνικά,  προερχόμενα  έκ  δωρεών  τών  υπηκόων.  Τούτων  έν  και 
μόνον  είνε  μεσαιωνικον,  τά  δε  λοιπά  πάντα  νεώτερα,  δωρηθέντα  ώς 
το  πλείστον  ύπ'  αυτών  τών  γραψάντων.  Άπόκεινται  δέ  σήμερον  έν 
όλω  χειρόγραφα  έκ  της  βιβλιοθήκης  του  "Οθωνος  έν  τή  του  Μονάχου 


—  683  — 

επτά,  περί  ων  θα  διαλάβω  ενταύθα  δια  βραχέων,  κατατεταγμένα 
ύπό  τους  αριθμούς  594  μέχρι  600  έν  συνεχεία  των  παλαιών  ελληνι- 
κών κωδίκων  της  αυτής  βιβλιοθήκης  τών  περιγεγραμμένων  έν  τω 
κατά  τα  ετη  1806  μέχρι  τοΰ  1812  έκδοθεντι  καταλόγω  τοΰ  Ηίΐπΐΐ, 
περιλαμβάνοντι  591  αριθμού;.  Ει:  τούτου;  μέχρι  της  εκ  της  βιβλιο- 
θήκης του  "Οθωνος  δωρεά;  μόνον  τεμάχια  χειρογράφων  παλαιών  προς- 
ετέθησαν  υπό  του;  αριθμούς  592  και  593.  Μίτά  δε  την  δωρεάν  τών 
όθωνείων  χειρογράφων  ή  βιβλιοθήκη  του  Μονάχου  κατά  οκτώ  μό- 
νον  αριθμούς  ηΰξήθη  (601-608),  ύφ  ους  ετάχθησαν  διάφοροι  κώδι- 
κες, νεώτεροι  οί  πλείστοι,  ων  υ-εταζύ  μόνον  οί  φέροντες  τού;  αριθμούς 
6ό7  και  608  εϊνε  ειλητάρια  τοΰ  δεκάτου  έκτου  αιώνος,  περιλαμβά- 
νοντα την  Λειτουργίαν  Ιωάννου  τοΰ  Χρυσοστόμου  και  την  τού  Βασι- 
λείου τού  Μεγάλου. 

Εϊνε  δέ  τά  εκ  τη;  βιβλιοθήκης  τού  "Οθωνος  χειρόγραφα  τά  έςής  " 
α')  άρ.  594.  Τετραευάγγελον  επί  περγαμηνής  έκ  φύλλων  30  Ί  γε- 
γραμμένον  τον  δέκατον  αιώνα.  Προηγείται  έν  φ.  1α  επιστολή  Εύσε- 
βίου  Καρπιανώ,  γεγραμμένη  δλη  έρυθροΐς  γράμμασιν. —  Έν  φ.  2* 
Πίνακες  ομοφωνίας  τών  ευαγγελίων  εντός  αψιδωτών  κοσμημάτων. 
—  Έν  φ.  6*  Κανονάριον  άρχόμενον  από  τη;  Κυριακής  τού  Πάσχα. 
Τό  εϋαγγέλιον  τού  Ματθαίου  άρχεται  έν  φ.  25*  .  τό  τού  Μάρκου 
έν  φ.  106*  ,  το  τού  Λουκά  έν  φ.  1  58*  ,  τό  τοΰ  Ιωάννου  εν  φ.  241". 
Μετά   τά   τέσσαρα  ευαγγέλια   έν  φ.   301"  έπονται  οί  έςής  στίχοι 

Ή  δέλτος  αυτή  τήν  τετράότοιχον  κτίο"ιν 

λογογραφοΐ/Οα  μυΟτικώς  πέλει  κτίοις- 
φέρει  γαρ  ώς  γην  τας  οτεμεμνιουτ  πτύχας 
τόν  άργυρόν  τε  λευκόμορφον  ώς  ΰδωρ. 
"Εχει  διαυγή  λευκό2*,επτον  αιθέρα 
εν  ω  μεν  εΐσΐ  ώςπερ  άΟτέρες  λόγοι, 
ώς  πυρ  δε  θερμός  τοΰ  Λέοντος  ό  πόθος. 
<  Κίτος  γαρ  αυτήν  εύφυώς  ήομοΟμενην 
άνεκαίνιΟεν  εύκλεής  φιλοπόνως. 
Άλλ'  ώ  ΧοιΟτέ  μου  τω  πόθω  κτιοαμένι.) 
λυτρον  πάραΟχε  δεινών  άμαρτημάτ(.)ν 
ταΐς  όεηΟεοΊν  τών  ΕΰαγγελιΟτών  ϋου 
Ματθαίου  Μάρκου  Λουκά  και  Ιωάννου. 


Όλίγον   δε  κατωτέρω  εΰρηνται  διεξεσμένα  τινά  γράμματα,   ων  άνα- 


—  684  — 

γινώσκονται   άμυδρώς   μόνον   αί  πρώται  καί   τελευταϊαι  λέξεις   Άνε- 

καινίσθη  το  ...  δια έτ.  ,ςφπη'.Έκ  τούτων  μανθάνομεν,  ότι  ό 

κώδιξ  άνεσκευάσθη  το  έτος  1080,  δτ'  έ'ζησεν  ό  άνακαινίσας  αύτον 
Λέων,  ων  άλλοθεν  άγνωστος  είς  ημάς.  Μετά  δε  την  άνακαίνισιν  ταυ- 
την  του  κωδικός  προςετέθησαν  εν  φ.  30 15  ταΰτα"  α"Οτι  ού  διαφω- 
νοΰσιν  οι  δ'  Εΰαγγελιστα•  περί  την  του  Χρίστου  άνάστασιν».  Τε- 
λευτά  δε  β  κώδιξ  έν  φ.  304  δια  σημειώματος  αρχομένου  δια  των 
λέξεων  «Ματθάν  ό  Ιερεύς  έν  Βηθλεέμ  γέννα  θυγατέρας  τρεις»,  εις  6 
έπεται  γενεαλογικός  πίναξ  γεγραμμένος  νεωτέρα  χβιρί. 

Ό  κώδιξ  είνε  γεγραμμένος  μεθ'  ικανής  πολυτελείας,  κοσμείται  δ' 
έν  φ.  24ζ  ,  105ζ  ,  157^  και  240^  υπό  ήμισελίδων  εικόνων  τών  τεσ- 
σάρων Ευαγγελιστών  Ματθαίου.  Μάρκου.  Λουκά  καί  Ιωάννου  λίαν 
άποτετριμμένων.  Έχουσι  δ'  αί  εικόνες  αύται  τούτο  το  περίεργον,  ότι 
δεν  εΐνε  έζωγραφημέναι  έπ'  αυτής  της  περγαμηνής,  άλλ'  είνε  έπικε- 
κολλημέναι,    άτε  ληφθεϊσαι  προφανώς  έξ  άλλου  Τετραευαγγέλου. 

Έπί  του  Τετραευαγγέλου  τούτου  φέρεται  στρογγυλή  σφραγίς,  έν 
ή  φέρονται  γεγραμμένα  έν  τέσσαρσι  στίνοις  τάδε  ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ- 
ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ-ΤΟΤ-ΒΑΣΙΛ.  Την  βασιλικήν  ταύτην  σφραγίδα  τού 
"Οθωνος  μόνον  έν  άλλο  τών  εκ  τής  βιβλιοθήκης  αΰτοΰ  περιελθόντων 
εις  την  δημοσίαν  βιβλιοθήκην  τού  Μονάχου  χειρογράφων  φέρει,  το 
ύπ'  άρ.  599. 

Είνε  δε  ή  βιβλιοδεσία  τού  κωδικός,  ή  Οτά^οοοΊ,ς,  ώς  έ'λεγον  οι 
Βυζαντινοί,  εξ  άπλοϋ  δέρματος,  δπερ  λείπει  κατά  την  ράχιν  φθαρέν. 

β')  άρ.  595.  Το  χειρόγραφον  τούτο  έν  μεγάλω  φύλλω  επιγράφε- 
ται «Σύνταγμα  τής  Ελλάδος».  Είνε  δε  γεγραμμένον  αϋτογραφι/.ώς, 
ώς  λέγεται  παρά  τοις  λιθογράφοις,  καί  φέρει  χειρόγραφους  τινάς  διορ- 
θώσεις μετά  πολλής  προςο/ής  έπενεχθείσας. 

Έχομεν  δ'  ενταύθα  μνημεϊον  πολλού  λόγου  άξιον,  τό  έπίσημον 
κείμενον  του  πρώτου  Συντάγματος,  καταλαμβάνον  έν  όλω  οκτώ  καί 
ήμίσειαν  σελίδας  καί  φέρον  έπί  τών  επομένων  πέντε  καί  ημισείας  σε- 
λίδων τάς  πρωτοτύπους  ύπογραφάς  τών  πληρεξουσίων  τής  Συνελεύ- 
σεως, ήτις  έκληροδότησεν  είς  ημάς  τον  πρώτον  καταστατικόν  νόμον. 
Εύρίσκομεν  δ'  υπογεγραμμένους  πρώτον  τόν  πρόεδρον  Πανοΰτσον  Νο- 
ταράν,  είτα  δε  τους  αντιπροέδρους  Α.  Μαυροκορδάτον,  Α.  Μεταξάν, 
Ίω.  Κωλέττην   καί    Άνδρέαν  Λόντον,  έπειτα   τους  γραμματείς  Δρ. 


—  685  — 

Ν.  Δρόση,  Γεώργιον  Αΐνιάνα,  Κωνσταντΐνον  Θου  Κολοκοτρώνην  και 
Γ.  Δοκόν.  "Επονται  όέ  οί  πληρεξούσιοι,  τεταγμένοι  κατ'  άλφαβητι- 
κήν  σειράν  των  ελληνικών  χωρών  ας  άντεπροςώπευον.  Και  δη  προη- 
γούνται μεν  οί  τοΰ  Άγιου  Πέτρου,  τών  Αγράφων,  τών  Αθηνών 
(Μανφνγίανίς,  Δ.  Καλλιφρονάς,  Σταύρος  Βλάχος,  Κ.  Βριζάκης), 
τελευταίοι  δ'  υπογράφονται  οί  πληρεξούσιοι  τών  Ψα^ρίανών  Κ. 
Κανάρης,   Α.   Γιαννίτζης,  Δ.   Παπανικολής. 

Σημειωτέον  δε,   δτι  το  άρθρον   36  τοΰ   Συντάγματος,   εν  ω  ό  αετά 
την  ύπογραφήν  αύτοΰ  ΰπό  τοΰ  Όθωνος  δοθείς  έπ'αϋτοΰ  όρκος  τοΰ  βα- 
σιλέως έχει  τον  δρκον    τοΰτον  γεγραμμένον   δια   μεγάλων    γραμμάτων 
της  μικράς  γραφής.    Εϊνε  δε   δεδεμένον   το  χειρόγραφον   δια   δέρματος 
κόκκινου  μετά  χρυσών  άκρων  έμπροσθεν  τε  και  όπισθεν,  άλλα  δεν  φέ- 
ρει ην  έν  τω  άρ.  594  είδομεν  σφραγίδα  της  βιβλιοθήκης  τοΰ  "Οθωνος 
Αναγράφω  ξηρώς  και  απλώς  ώς   ίναρίθμιον   εις  τους  κώδ'.κας  της 
βιβλιοθήκης    τοΰ    Μονάχου    το    κειμήλιον    τοΰτο    της    νεωτέρας   ημών 
ιστορίας.     Αλλοι   ας   άναμετρήσωσι   την  οημασίαν  αυτού   δια  τάς  τύ- 
χας  της  νεωτέρας  Ελλάδος.  "Αλλοι  ας  φαντασθώσι  τον  βασιλέα  κύ- 
πτοντα  μετά  τήν  άναίμακτον  έκείνην  έπανάστασιν  τοΰ   1843  και  την 
έπακολουθήσασαν  εις  αυτήν    Εθνοσυνέλευσιν  εις  το  κείμενον  εκείνο,  το 
εΰλαβώς.φυλασσόμενον  έν  τή  ιδιωτική  αΰτοΰ  βιβλιοθήκη,  και  ας  προς- 
παθήσωσι  νά   ψυχολογήσωσιν   έπΐ   τών   σκέψεων,  ας   ήδύνατο  ϊσως  να 
γέννα  έν  τη  βασιλική  του  ψυχή. 

γ')  άρ.  59^).  Τετραμερές  χειρόγραφον  εντός  φακέλου  έκ  κόκκινου 
χαρτονιού  χρυσοκοσμήτου  φέροντος  τήν  έπιγραφην' 

ΟΘΩΝ    ΒΑΣΙΛΕΥΣ   ΤΗΣ   ΕΛΛΑΔΟΣ 

Περιλαμβάνονται  δ'   έν  αύτώ  τάδε  εις  40ν  σχήμα" 

αον)  ι  το>  ιερεον  διδασκαλία  επεκτινομενι  ις  τα  περί  τον  βαθαον 
τον  αοελφοπιτον,  τον  σιστιμενον  και  τον  ιερεον  αφτον. 

Το  μέρος  τοΰτο  σύγκειται  έκ  πέντε  τεμαχίων  και  αποτελείται  έν 
όλω  ?κ  σελίδων    1  *2. 

βον)  ι  τον  ιερεον  κε  σιστιμενον  κατιχισις.  με  τα  γνοριστικα  κε  τον 
αδελφοπιτον  σιμια. 


—  686  — 

Αποτελείται  εκ  σελίδων  17. 

γον )  ι  τον  πιμενον  κατιχισις. 

Αποτελείται  έκ  σελίδων    14. 

δον)  εφοδιαστικον  ιερεος. 

ιον)  Συστατικον  σιστιμενον. 

ς-°ν)  εφοδιαστικον  πιμενος. 

Εχομεν  κατά  ταΰτα  ενταύθα  τελείαν  σειράν  εγγράφων  της  Φιλι- 
κής εταιρείας  κατά  τα  διάφορα  στάδια,  άτινα  διήλθεν  έν  αύτη  μυη- 
θείς ό  γνωστός  πολιτευτής  της  πρώτης  βασιλείας  'Ρήγας  Παλαμήδης. 
Έν  τω  έφοδιαστικώ  αύτοΰ  ως  Ιερέως  γράφονται  τάδε'  α  καθιερονο 
»  ιερέα  φιλικον  .  .  .  τον  σιμπολιτιν  ριγαν  παλαμιδιν  εκ  πατρίδος  τρι- 
»  πολιτζας  τις  πελοπονισου  ετον  ικοσι  εκσι  επαγγέλματος  πολιτικού 
»  .  .  .  .  φεβρουαριου  οκτο  κονσταντινουπολις  ις  τους  18  του  φιλικού». 
Ή  δέ  Σύστασις  του  αϋτοΰ  'Ρηγα  Παλαμήδη  φέρει  ήμερομηνίαν  30 
Ιανουαρίου  1819,  οτε  εΐνεν  ήλικίαν  ετών  εΐκοσιεπτά,  και  τό  Εφο- 
διαστικον ποιμένος  έγράφη  «Μαΐου  ικοσιπεντε  819  εν  κονσταντι- 
νουπολι » . 

Συνοδεύονται  δε  τά  έγγραφα  ταΰτα  ύπό  αναφοράς  τοΰ  'Ρηγα 
Παλαμήδη  α  Προς  τον  Μεγαλειότατον  Βασιλέα»  γεγραμμένης  ίπϊ 
χάρτου  άσημου  και  έχούσης  ώδε- 

Βασιλεν, 

«  Έχρεώστουν  εΰθΰς  μετά  την  Ιπιστροφήν  της  μεγαλειότητας  σου 
»  άπό  την  κατά  την  πελοπόννησον  περιοδίαν  νά  καθυποβάλλω  είς 
»  τους  πόδας  τοΰ  θρόνου  σου  τά  περί  της  ελληνικής  εταιρείας  εγ• 
»  γραφα   κατά  την  οποίαν    εξέφρασες    έπιθυμίαν. 

«  Άλλ'  ή  έ'λλειψις  τών  άνά  χείρας  μου  εγγράφων,  αποτέλεσμα  τών 
»  περιστάσεων,  αναχαίτισε  μέχρι  τούδε  την  προθυμίαν  μου. 

«  Συνάξας  όμως,  Μεγαλειότατε,  πάν  τό  έλλεΐπον,  λαμβάνω  ήδη 
»  την  τιμήν  νά  εναποθέσω  εις  τους  πόδας  σου  τά  περί  τοΰ  άντικειμέ- 
»  νου  τούτου  έ'γγραφα,  όσα  και  καθ  δν  τρόπον  έσώθησαν,  μέ  σημεί- 
ο ώσεις  τινάς  και  τοΰ  ύποσημειουμένου  προς  σαφήνειάν  των. 

«Έν  τοσούτω  γνωριζομένων  παρά  της  μεγαλειότητός,σου,  τών  άρ- 
»  χών,  έξ  ων  οί  υπήκοοι  σου  ώρμήθησαν  εις  τό  μέγα  και  ιερόν  της 
<•  -λίυθιρίας  στάδιον,  θέλει  είναι  και  τοΰτο  'έν  τών  μεγάλων  τοΰ  κρά- 


—  687  - 

»)  τους  ευτυχημάτων.   Και  ό  υποφαινόμενο:  θέλει  επίσης  νομισθη    εύ- 
»  δαίμων  γινόμενος  παρ  αίτιο:   τοϋ  τοιούτου.    Με  σέβας  βαθύτατον 

τηςίΜεγολειοτητός  σου  ευπειθε'στατος 
και  πιστός  υπήκοος 
ΡΗΓΑΣ  ΠΑΛΑΜΗΛΗΣ 
,„  ΧΤ       ,.       ,  31  Δεχία.  1833 

12    Ιανουαρίου  ΙΧ.νι». 

Έκ  της  αναφοράς  ταύτη;  γίνεται  φανερόν  τό  υπέρ  των  αγώνων 
του  έθνους  τοϋ  άναβιβάσαντος  τον  "Οθωνα  εις  τον  βασίλειον  θρόνον 
ενδιαφέρον  αϋτοϋ  άμα  τη  εις  την  Ελλάδα  καθόδω.  ΈδικαιοΟτο  δ'  ό 
βασιλεύς  νάγνοη  τά  καθ  έκαστα  περί  της  Φιλικής  εταιρείας  τω  1833, 
διότι  άργοτερον  μόνον  έγνώσθησαν  τά  κατ'  αυτήν  εκ  τοϋ  Δοκιμίου 
τοϋ  Ιωάννου  Φιλήαονος,  εκδοθέντος  τω  1834,  και  των  Απομνημο- 
νευμάτων τοϋ  Εμμανουήλ  ώίκνθου,  έκτυπωθέντων  τω  18->0.  Αλ- 
λως δ'  είνε  γνωστή  ή  περί  πάντα  λεπτολογία  τοϋ  "Οθωνος,  ην  εγνω- 
μεν  και  έκ  των  επιστολών  αυτού    . 

δ ')  άρ.  597.  Χειρογραφον  εις  40ν  πολυτελώς  δεδεμένον,  έν  ω 
περιλαμβάνεται  «  ΜΑΚΒΕΘ  τραγωδία  συντεθεϊσα  μεν  πάρα  τοϋ 
"Αγγλου  Σεκεσπίρ  μεταφρασθεϊσα  δέ  παρά  τοϋ  Κερκυραίου  ρήτο- 
ρος   Ανδρέου  βαρώνος  Θεοτόκη.    1842  ». 

Ό  μεταφραστής    είνε  ό    Ανδρέας    Θεοτόκης    ό  γράψας    τό  Αντο- 

ίσ^ςέδιον  πόνημα  της  ελληνικής  γλώττης  πέρι  τό  εκδοθέν  έν 
Κέρκυρα  τω  1817.  Ό  συγγραφεύς  παρίσταται  έν  τούτω  τω  φύλλα- 
διω  υπέρμαχος  της  καθαρευούσης,  οΰ  μην  άλλα  και  γράφει  αυτό  έν^ 
τί)  αρχαία:  γλώσση,  αποδοκιμάζει  δε  την  Ιχχό^ένην  ηι£οβάρΟα- 
ρυν  ϊι  ν;ατ'  άλλους  γυαικικίιν  γλώτταν.  Διό  και  τήν  μεταφρα- 
σιν  ταύτην  τοϋ  Μάκβεθ  έγραψε  ν  έν  τη  καθαρευουση,  άλλ  είνε  αύτη 
ήκιστα  έπιμεμελημένη  και  γλαφυρά,  και  πιστώς  αν  εύρεθή  άποδούς 
το  πρωτοτυπον.  Ιδού  δείγμα  έκ  της  δευτέρας  σκηνής  της  πρώτης 
πραςεως.  «Ό  αξιωματικός:  Πολύν  καιρόν  ή  νίκη  έμεινεν  εις  τήν 
»  άμφιβολίαν,  ώς  δυω  αντίζηλοι  κολυμβηταί,  οί  όποιοι  πολεμούσι 
»  κατά  τών  κυμάτων  καϊ  εκνευρίζονται  κατά  τήν  δύναμιν  και  τε-> 
"  /νγ1ν)  Χ.ωΡ^  ν<*  υπερέβη  ουδείς  τών  ουω». 

1  "Ι  ίοω  σ.  ^79. 


—  688  — 

ε)  άρ.  598.  Χειρόγραφον  περιενοεδυμένον  δια  πρασίνου  μεταξωτοΰ 
φέροντος  χρυσά  αποτυπώματα,  έν  οις  και  το  βάσιλικόν  στέμμα  του 
"Οθωνος. 

Περιλαμβάνονται  δ'  έν  αύτω  «Ύμνοι  εις  τήνΈλλάδα  και  είς  τους 
σεπτούς  πρώην  βασιλείς  αυτής  'Οθωνα  και  Άμαλίαν.  Αντώνιος  Ν. 
Βαρβέρης  τελειόφοιτος  της  ιατρικής  την  βίβλον  τήνδε  έκαλλιγράφησε 
δια  την  βασίλισσαν  της  Ελλάδος  Άμαλίαν».  Περιβάλλει  δ'  εκά- 
στην  σελίδα  περιθεώριον  πολυ/ρώμων  άνθεμίων  κεκαλλιγραφημένων 
διά  κονδυλίου,  ωραίων  ενίοτε  συνθέσεων. 

Και  ό  μεν  καλλιγράφησα;  τόν  κώδικα  γίνεται  γνωστός  ήδη  διά 
της  επιγραφής  αύτοΰ,  τον  οέ  ποιητήν  των  Ύμνων  μανθάνομεν  εκ  της 
προτασσομένης  αυτού  άφιερώσεως  εις  την  Άμαλίαν,  γεγραμμένης  έν 
Αθήναις  την  22  Ιουλίου  1 872  και  φερούσης  την  υπογραφών 
ΤΓις  ύυετέοας  υεγαλειότητος  ταπεινότατος  δοϋλος  και  θε- 
οάπων  Γεώογιος  Σκόκος.  Λέγει  δ'  ό  ποιήσας  έν  τη  αφιερώσει 
ταύτη,  ότι  ήθελε  νάναθέση  τά  στιχουργήματα  αύτοΰ  α  έν  ταΐς  άγα- 
θαϊ;  ήμέραις,  καθ'  ας  μετά  σπανίας  δικαιοσύνης  και  αληθούς  στορ- 
γής έβασιλεύσατε  έπϊ  μίαν  όλην  γεν  εάν.  Άλλ'  αϊ  τότε  έπελθοΰσαι 
πονηραΐ  ήμέραι  .  .  .  εμπόδισαν  μέχρι  τοΰδε  την  πρόθεσίν  μου  ταύ- 
την».  Κακίζει  τους  ανατροπείς  του  θρόνου,  τους  νέους  τούτους  Άνύ- 
τους  και  Μελήτους.  "Υποδεικνύει  δ'  έπειτα  τάς  οίκογενειακάς  αύ- 
τοΰ ατυχίας  και  άπεκδέχεται  άρωγήν.  Μνημονεύει  τέλος  της  εύμε- 
νείας,  μεθ'  ης  έδέχοντο  οί  βασιλείς  έν  Αθήναις  τους  ταπεινούς  αύτοΰ 
Ύμνους,  και  εύχεται  νά  σκέπη  και  διαφυλάττη  ό  θεός  την  Άμαλίαν 
«και  άναπαύη  έν  σκηναΐς  δικαίων  τήν  ψυχήν  τοΰ  αειμνήστου  Βασι- 
λέως ημών  "Οθωνος  » . 

'Ο  αναγνώστης  ευκόλως  εννοεί  τόν  λόγον,  δι  ον  ό  Τήνιος  υμνο- 
γράφος ένεθυμήθη  έτη  όλα  μετά  τήν  σύνταξιν  τών  Ύμνων  τήν  έξόρι- 
στον  βασίλισσαν.  Ό  δ'  έννοών  τόν  λογον  τοΰτον  θά  έννοήση  έπ  ίσης, 
ότι  ή  καλλιγραφία  τοΰ  Βαρβερη,  ήτις  δικαίως  έχαρακτηρίσθη  ώς 
Ρηίοΐΐΐδοΐΐπίΐ  έν  τω  βραχεί  χειρογράφω  συμπληρωματικά)  καταλο- 
γω  τών  ελληνικών  χειρογράφων  τοΰ  Μονάχου,  εΐνε  τό  μόνον  καλλι- 
τεχνικόν   έν   τφ  τεύχει  τούτω   της   έπ'  αμοιβή  στιχουργίας. 

Άλλ'  ή  στι/ουργία  τοΰ  Σκοκου  δεν  άπηυθύνετο  εις  μόνους  τους 
βασιλεύσαντας  της  Ελλάδος,  ίδούλβυε  δε  καθ'  όλου  εις  τους  έπι  Ορό- 


—  689  — 

νου  καθήμενους.  Συνάγομιν  δε  τούτο  βλέποντες  αυτόν  στέλλοντα  όμοια 
υμνητικά  στιχουργήματα  ήδη  τω  1857  και  εις  τήν  αύλήν  της  'Ρω- 
σίας.  Πράγματι  δ'  εν  τη  βιβλιοθήκη  του  ΕΓΠΠΐΒ§6  της  Πετρουπό- 
πόλεως  απόκειται  ύπ'  αριθμόν  *2;28  έλληνικόν  χειρόγραφον  έκ  φύλλων 
32  ώς  έξης  περιγραφόμενο•/  έν  τω  ΟαΙαΙο^υΡ  (Ιρ8  ΓϊΐαηΐΐβΟΠίδ  0[*(Η*δ 
(1β  \ά   ΒίοΙίοΙηρηαβ    ΙπίμβΠ&Ιβ    τω    έκδοθέντι   υπό  του  ΜϋΤΣίΙΐ   τω 

1864-  8ΙίοΙ<θ8  Οβοΐ'^β  (Ιο  Γ  ΐΐο  (1ρ  Τβηοβ  1857.  Ρορτηβ  £η]γρ88ρ 
ά  δ.    Μ.  Αΐβχαηιΐΐ'ρ  II    <Γ  ΑΙηβηθθ    1857,  ϋαηνίβρ  6.   Ιιβ  Ιγϊ- 

ΟΠφΙΐβ   <5θ8    Κϋ88Ρ8. 

"Αρχεται  δε  κατά  τόν  κατάλογον  εκείνον  τό  ποίημα  ίϊιά  των  στίβων 

*  Ό  αετός  υψούμενος  άνω  είς  τους  αΙθέρας 
με  την  έξ  ϋψους  δύναμνν  φθάνει  έως  άΟτέρας. 


Έκ  του  δείγματος  τούτου  καταφαίνεται  ή  ποιητική  αδυναμία  του 
εις  τόν  άετόν  παρέχοντος  τήν  έξ  ύψους  ^ύναμιν  στιχοπλόκου.  'Αλλά 
τήν  ελλειψιν  ταύτην  άναπληροΐ  και  έν  τούτω  τω  χειρογράφω  ή  καλ- 
λιγραφία  άγνωστου  καλλιγράφου,  περί  ης  τάδε  λέγει  ό  Μ ΙΙΓϋΙΐ'  Μα- 
ηιΐδοπΐ  οαΙΙΐ^ΓίΐρίΜβ  βη  βηοΐ'β  οΐβιι  βΐ  ΐΠιΐδίΓβ  (Γ  αΐ'ίίορδηιΐΡδ 
ρβίηΐβδ,  Γβΐΐβ  βη   νβίοατδ  γοιι°;6,  α  οΐ'ηβηιβηΐδ  άοΐ'βδ. 

ς')  άρ.  599.  α  Ή  επάνοδος  των  Μουσών  δρίμα».  Χειρόγραφον  εις 
80ν  σελίδων  51.  Είνε  δε  τό  δρΛμα  διηρημένον  εις  πράξεις  τρεις,  και 
πρόςωπα  αυτού  είνε  ό  "Αρης,  ή  Αθηνά,  ό  Έρμης,  ό  "Απόλλων,  αί  εν- 
νέα Μούσαι,  ό  Φθόνος  και  ή'Έρις.  'Εν  δε  τη  αρχή  της  πρώτης  πρά- 
ξεως βλέπομεν  έπί  σκηνής  τάς  Μούσας  και  τόν  Απόλλωνα,  όςτις  άρ- 
χεται έκφωνών 

Ίδοϋ  παρρηΟιάζεται  ό  θείος  Ελικών  μας, 
ιδού  τό  περιο*πούδαο"τον  κατονκτιτήριον  μας. 

'Εχομεν  δε  πρό  ημών  γνωστόν  έργον  τού  Ιακώβου  'Ρίζου  "Ραγκα- 
βή, άντιγεγραμμένον,  καθ'  α  φαίνεται,  υπό  τού  Αλεξάνδρου  "Ραγ- 
καβή, νεαρού  οντος,  καθ'  ότι  ή  γραφή  αυτού  υπενθυμίζει  τους  γνω- 
στούς χαρακτήρας  ους  διέσωσεν  ή  ^ειροθεσία  τοϋ  πολυγράφου  αν- 
δρός μέχρι  γήρατος. 

£ΠΓΡ.    Π.    ΛΑίΐα^ΟΓ,    ΜΙΚΤΛΙ    2ΒΛ1ΛΒΣ  " 


—  690  — 

Φέρει  δε  το  χειρόγραφον  τούτο  έν  τω  πρώτω  παραφύλλω  έπί  της 
επιγραφής  την  σφραγίδα  της  ιδιαιτέρας  βιβλιοθήκης  του  βασιλέως, 
ην    είδομεν   και   έν   τω    αριθμώ    594. 

ζ')  άρ.  600.  Βασιλείου  Νικολαίδου  περί  αποσβέσεως  πυρκαϊών, 
χειρόγραφον  του  1853  έκ  209  σελίδων  μετά  8  πινάκων,  μετά  πολ- 
λής επιμελείας  έξειργασμένων. 

Ό  συγγραφεύς  εΐνε  ό  γνωστός  αξιωματικός  του  μηχανικού  ό  προ 
μακρών  ετών  άποχωρήσας  εκ  της  υπηρεσίας  και  έν  Παρισίοις  διαβιώ- 
σας,  όςτις  και  έςέδωκε  τω  1859  έν  Παρισίοις  γαλλιστϊ  την  δίτομον 
συγγραφήν  1,68  ΤϋΓΟδ  βΐ  1»  ΤΐίΓηυίβ  ΟΟΠίβίΤίρΟΓαίηβ. 

Τοιαύτη  ή  μικρά  έν  Μονάχω  συλλογή  τών  έκ  της  βιβλιοθήκης  του 
"Όθωνος  περισωθέντων  ελληνικών  χειρογράφων. 

Πολύ  μεγαλειτέραν  σημασίαν  θα  είχε  πάντως  ή  μελέτη  τών  έν  τω 
ΐδ'.αιτέ:ω  άρχείω  του  έκπτωτου  βασιλέως  άποκειμένων  έγγραφων. 
Και  περιεσώθη  μεν  τούτο,  αλλά  δεν  είνε  άκομη  προςιτόν.  Περιελθόν 
εις  το  έν  Μονάχω  δημόσιον  άρχεϊον  της  Βαυαρίας,  έν  ω  και  το  γραμ- 
ματοφυλακιον  του  αειμνήστου  πατρός  αύτοΰ  Λουδοβίκου  Α',  μόνον 
μετά  πάροδον  ετών  τίνων  θάνοιχθή  εις  το  κοινόν.  Ή  δε  γνώσις  αύτοΰ 
μέλλει  πάντως  πολλά  τών  κατά  τήν  βασιλείαν  του  "Οθωνος  έν  Ελ- 
λάδι πραγμάτων  νά  διαφώτιση,  και  η  έξερεύνησις  αύτοΰ  έ'σται  αξία 
λογού  συμβολή  εις  τήν  ίστορίαν  του  έθνους  έν  ταϊς  ήμέραις  της  πρώ- 
της βασιλείας. 

'Έλεγον  ανωτέρω,  ότι  ουδέν  γινώσκομεν  περί  της  τύχης  της  ιδιαι- 
τέρας βιβλιοθήκης  της  Αμαλίας.  Άλλ'  υπάρχει  γεγονός,  εξ  ού  απο- 
δεικνύεται, ότι  και  χειρόγραφα  ακόμη  περιελάμβανεν  ή  βιβλιοθήκη 
αύτη.  Ό  έν  Πανόρμψ  νυν  φίλος  καθηγητής  της  αρχαιολογίας  κ.  Α. 
Σαλινας,  όςτις  έν  τώ  θαλερώ  αύτοΰ  γηρατι  έ'χεται  έτι  τών  ωραίων 
αναμνήσεων  της  πρό  τεσσαρακονταετίας  •  νεανικής  έν  Αθήναις  δια- 
μονής και  δεν  έλησμονησεν  ακόμη  τήν  έλληνικήν,  έςεδωκε  τω  1881 
έν  τω  περιοδίκώ  ΑγοΙιΪ V ΙΟ  8ΐυΐΐθ()  8ΐθί1ίαΐΐΟ  περγαμηνην    τίνα   έλ- 

Ιληνίστί  γεγραμμενην  και  αναφερομενην   εϊς  τίνα  έλληνικήν   μονήν   της 
Σικελίας  έν  τοις  μεσοις  αίώσι. 

Διηγείται  δέ,  ότι  ταύτην  είχε  παραδώσει  εις  αυτόν  έν  Παρισίοις 
προς  μελέτην  κατά  τήν  πεμπτην  τοΰ  καθ'  ημάς  αιώνος  δεκάδα  ό  πο- 
λύς βυζαντινολόγος  11*186,  ειπών,   οτι  ταύτην  είχε  δωρήσει    εις  αυτόν 


—  691   — 

ή  βασίλισσα  Αμαλία,  ήτις  και  άλλας  έκέκτητο  τοιαύτας.  Πόθεν  δε 
και  παρά  τίνος  ελαβεν  αΰτάς  ή  βασίλισσα  κα:  τίς  ή  τύχη  των  υπο- 
λοίπων εϊνε  άγνωστον. 

Έκ  των  ανωτέρω  παρατεθέντων  βλέπει  ό  αναγνώστης,  δτι  μικρά 
εϊνε  τά  λείψανα  των  έκ  της  βιβλιοθήκης  του  πρώτου  βασιλικού  ζεύ- 
γους της  Ελλάδος  περισωθέντων  ελληνικών  χειρογράφων.  Άλλα  δεν 
στερούνται  όμως  ενδιαφέροντος,  ε!  και  ή  έξ  αυτών  αϊσθησις  εϊνε  παν- 
τελώς διάφορος  της  έμποιουμένης  εις  τον  μελετώντα  παλαιούς  κώδι- 
κας, μάλιστα  έν  αύτη  τη  μονή  εν  ή  εγράφησαν  άποκειμένους  και 
περισώζοντας  πάντα  τά  ϊχνη  του  παρελθόντος  εις  ο  αναφέρονται.  Οί 
κώδικες  του  "Οθωνος  πλην  του  Τετραευαγγέλου  ανάγονται  εις  παρελ- 
θόν πρόςφατον  ακόμη.  Εϊνε  χειρόγραφα  και  έγγραφα,  ών  και  αυτά 
τάρχαιότατα,  τά  της  Φιλικής  εταιρείας,  οΰδ'  αιώνος  κά*  άριθμοΰσι 
βίον.  Άλλα  δι>  τούτο  δεν  παυουσι  νά  εϊνε  τμήματα  καϊ  απόψεις  τοϋ 
εθνικού  ημών  βίου,  δείγματα  της  λογοτεχνικής  ημών  παράγωγης  •πϊ 
της  πρώτης  βασιλείας,  εκδηλώσεις  τών  τότε  σχέσεων  του  λαού  προς  τον 
θρόνον.  Ώς  τοιαύτα  δέ  θά  εϊχον  θέσιν  έν  δημοσία  βιβλιοθήκη  και  αν 
δεν  περιέβαλλεν  αυτά  ή  τιμή,  ότι  προςείλκυσάν  ποτέ  όπωςδήποτε  τους 
οφθαλμούς  τού  άνακτος  εκείνου,  όςτις  νεαρός  και  άπειρος  αποβιβα- 
σθείς έν  μέσω  τών  αλαλαγμών  τών  άρτι  άπελευθερωθέντων  Ελλήνων 
ώς  πρώτος  της  Ελλάδος  βασιλεύς  εις  την  παραλίαν  της  ιστορικής 
Ναυπλίας,  ούδ'  έν  αυτή  τή  κλίνη  της  εξορίας  καϊ  τού  θανάτου  έλη- 
σμόνει  τήν  αγνώμονα  θβτήν  πατρίδα. 


Η   ΕΛΛΑΣ   ΕΠΙ  ΤΗΣ   ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ  ΤΟΓ  ΓΕΩΡΓΙΟΤ 


/ 


«Άναβαίνων  έπί  τον  θρόνον,  έφ'  όν  με  έκάλεσεν  ή  ψήφος  υμών  αι- 
σθάνομαι την  ανάγκην,   όπως  απευθύνω  ύμΐν  λόγους  τινάς. 

«Ούτε  δεξιότητα  ούτε  νουν  δεδοκιμασμένον  φε'ρω  είς  ύμοίς'  προςόν- 

τα    τοιαύτα    ουδέ    να    προςδοκάτε    έδύνασθε    άπό    της    ηλικίας    μου. 

Άλλ'  όμως  φέρω  ύμΐν  πεποίθησιν  και  άφοσίωσιν  ειλικρινή  μετά  βα- 

θείας  πίστεως  εις  την  έν  τω  μέλλοντι  ταυτότητα  της  τύχης   έμου  τε 

καϊ    υμών.   Ί'πόσ^ουιαι   ύμΐν    να    αφιερώσω   την   ζωήν   μου   σύσπασαν 

Ι  υπέρ  της  ευτυχίας  υμών».  Δια  τοιούτων  λέξεων  ήρχιζεν  η  προς  τους 
"Ελληνας  προκήρυξις  του  βασιλέως,  ην  εϊδομεν  τοιχοκολλημένην  έν 
Αθήναις  την  18  Όκτωβρίου  1863,  ήμέραν  της  άφίςεως  του  νεαροϋ 
άνακτος,  όςτις  προ  τεσσάρων  μηνών  έν  Κοπενάγη,  έπέραινε  την  άντι- 
φώνησιν  αυτού  προς  την  έπιτροπείαν  της  Εθνικής  Συνελεύσεως  την 
προςενεγκουσαν  εις  αυτόν  τό  στέμμα  της  Ελλάδος  διά  τοΰ  ρήματος  του 
βασιλέως  της  Δανιμαρκίας  Ισχύς  μου  εστίν  ή  αγάπη  τοΰ  λαοϋ  μου. 
"Η μην  τότε  παιδίον,  άλλ'  ενθυμούμαι  ακόμη  ζωηρώς  τον  συνωστι- 
σμόν  περί  τάς  γωνίας  τών  οδών,  έν  αίς  είχε  κολληθή  ή  βασιλική  προ- 
κήρυζις.  Μνήμονες  τών  περιπετειωδών  ήμερων,  α'ίτινες  είχον  επακο- 
λουθήσει εις  την  άναίμακτον  έπανάστασιν  της  10  Όκτωβρίου  1865 
και  τήν  έςωσιν  τοΰ  πρώτου  βασιλέως,  εσπευόον  πάντες,  άφ  ου  είχον 
ηδη  άνυποιιονοι  προςίδει  τήν  εύελπιν  όψιν  του  νεαρού  υίού  τοΰ  Χρι- 
στιανού, να  διατρέζωσιν  άπλήστως  τάς  επαγγελίας  τού  νέου  ήγε- 
μόνος.  Ή  προκήρυζις  άνεγινώσκετο  είς  έπήκοον  τών  προςρεόντων  και 
συνωστιζοαενων  ύπο  τών  πλησιέστερον  προς  το  εντυπον  Ισταμένων. 
"Απαντες   ήκουον    μετά   προςοχής.  Τινές  έκίνουν  τήν  κεφαλήν,  άλλοι 

'  Έδημοσιεύθη   τό  πρώτον   έν  τη   \>πό  τοΰ    13.   Γαΰμιηλΐδου    εχδοθϊίστ)    Ελλάδι 
χατα   χού;    "Ολυμπιακούς  «γώνας.  Έν   Άθηναι;.   18%  σ.  Ι)  χ.  £. 


—  693  — 

έπαλλον  τας  χείρας,  ένιοι  ήσαν  προφανώς  συγκεκινημένοι  και  έδά- 
κρυον.  Φόβων  και  ελπίδων  άνάμικτον  αίσθημα  κατείχε  προφανώς 
τους  τε  άναγινώσκοντας  και  τους  άκούοντας,  και  τα  πλήθη  διεσκε- 
δάννυντο  άναμένοντα  την   αύριον. 

Την  δ'  ύστεραίαν  ό  βασιλεύς  Γεώργιος  ώμνυεν  ενώπιον  τών  άντι- 
προςώπων  τοϋ  έθνους  εν  τη  Έθνικη  Συνελεύσει,  ης  προήδρευεν  ό 
Αριστείδης  Μωραϊτίνης,  τον  δρκον.  ότι  θα  προστατεύση  την  επικρα- 
τούσαν θρησκείαν  τών  Ελλήνων,  δτι  θα  διατηρή  και  θα  ύπερασπίζη- 
ται  την  άνεζαρτησίαν,  την  αύτονομίαν  και  την  ακεραιότητα  του  ελ- 
ληνικού κράτους  και  θα  φυλάττη  τους  νόθους  αυτού.  Ουδείς  εν  τω 
όρκω  της  19  Όκτωβρίου  1863  περιελαμβάνετο  λόγος  περί  πολιτεύ- 
ματος, άλλα  μόνον  περί  νόμων,  διότι  ή  καταστατική  συνέλευσις  ού 
μόνον  μέχρι  της  άφίξεως  τοϋ  βασιλέως,  άλλα  και  πολύ  μετ'  αυτήν 
δεν  εϊχεν  αποπερατώσει  εν  τών  κυριωτάτων  αυτής  έ'ργων,  τήν  συζή- 
τησιν και  ψήφισιν  του  Συντάγματος.  Διό  ήναγκάσθη  ό  Γεώργιος  να 
έπιταχύνη  το  έργον  τοϋτο  της  Συνελεύσεως  δια  του  διαγγέλματος 
της  6  Όκτωβρίου  1864,  ουκ  ολίγας  προκαλέσαντος  συζητήσεις,  και 
τέλος  μόλις  τή  16  Νοεμβρίου  τοϋ  έτους  εκείνου  ήδυνήθη  ό  βασι- 
λεύς να  δώση  ενώπιον  της  Συνελεύσεως  τον  ύπ'  αυτού  τού  Συντά- 
γματος εις  αυτόν  έπιβαλλομενον  όρκον.  Άπό  της  ημέρας  λοιπόν  εκεί- 
νης ό  Γεώργιος  έγεινεν   αληθώς  συνταγματικός  βχσιλεύς. 

Όρκιζόμενος  δ'  εις  το  Σύνταγμα  ό  βασιλεύς  είπε  προς  τους  άπο- 
τελούντας  τήν  Συνέλευσιν  «Όρκιζόμενος  επί  τοϋ  Συντάγματος,  κύ- 
ριοι Πληρεξούσιοι,  πιστεύω  ότι  ή  ακριβής  και  πιστή  ίφαρμογή  αύτοϋ 
τε  και  τών  νόμων  τού  Κράτους  είνε  ύποχρέωσις  τών  αρχόντων  και 
τών  αρχομένων  ». 

Πώς  έτήρησεν  ό  βασιλεύς  τον  όρκον  αυτού  και  τάς  επαγγελίας 
ας   συνέζευζε   προς  τόν  όρκον   εκείνον  ; 

Ό  τύπος  έσχεν  εΰκαιρίαν  νά  συζήτηση  τοσάκι;  τό  ζήτημα  τούτο, 
ώςτε  δεν  είνε  ανάγκη  νά  καταναλώσωμεν  χώρον  πολύν  είς  τήν  άπό- 
δειξιν,  ότι  ουδέποτε  παρέβη  τας  είς  αυτόν  ύπό  τού  καταστατικού 
νόμου  έπιβαλλομένας  υποχρεώσεις  Ή  βασιλεία  τού  Γεωργίου,  συμ- 
πληρώσασα  ήδη  τριάκοντα  και  δύο  έτη,  έχει  όπισθεν  αύτη,  ίστορίαν, 
ήτις  θα  ήδύνατο  άνευ  δυςχερειών  νά  κριθή,  και  ν*  κριθή  άι/ερολή- 
πτως,  αν  δεν   έζώμιν  έτι   Ιν  πολλοίς   έν  μέσω   αυτών  τών  προςώπων 


τ 


—  694  — 

και  πραγμάτων,  άτινα  συγκατεσκεύασαν  αυτήν.  Προςωπικαί  δε  συμ- 
πάθειαι  η  άντιπάθειαι  είνε  κίνδυνος  μη  μεγαλύνωσι  τα  κακά  ή  αυξή- 
σω σι  τάγαθά  τα  κατά  τό  διάστημα  των  τριών  τούτων  δεκαετηρίδων 
συμβάντα  εις  το  έθνος.  Άλλ'  ύπάρχουσιν  άλήθειαι  ας  ουδείς  δύναται 
νά  διαμφισβητήση,  και  εις  ταύτας  μόνας  τάς  αληθείας  θά  περιορι- 
σθώμεν    ενταύθα. 

Δύο  τινές  δυνάμεθα  νά  εϊπωμεν  ότι  είνε  αί  χαρακτηριστικαί  δια- 
φοραί  της  βασιλείας  του  Γεωργίου  άπό  της  τοΰ  νΟθωνο?.  Ό  "Οθων 
ήτο  ελέω  θεού  βασιλεύς  της  Ελλάδος,  ό  δέ  Γεώργιος  βασιλεύς  τών 
Ελλήνων.  Ό  "Οθων  άπέκλινεν,  ώς  πρότερον  ή  αντιβασιλεία,  έπί 
μακρά  έ'τη  τάς  ήδη  ύπό  τού  πατρός  Λουδοβίκου  προς  τό  έν  Λονδίνω 
συνέδριον  και  έπειτα  ύπό  τού  υπουργού  τών  εξωτερικών  αυτού  προς 
την  Διοικητικήν  έπιτροπήν  δοθείσας  διαβεβαιώσεις  περί  παρασκευής 
Συντάγματος.  Και  αναγκασθείς  δέ  τω  1843  εις  ύποχώρητιν,  οΰδέ- 
ποτ'  έπεδίωξεν  είλικρινώς  την  έφαρμογήν  τού  οι'  επαναστάσεως  ύπό 
τού  έθνους  έπιτευχθέντος  Συντάγματος.  Ό  δέ  Γεώργιος  τανάπαλιν 
οΰ  μόνον  αυτός  επέσπευσε  την  έπιτέλεσιν  τού  έργου  τής  Συνελεύσεως, 
αδιαφορών  περί  τής  οργής  αυτής,  άλλα  και  ψηφισθέν  τό  Σύνταγμα 
ίττ\0Ύ\ΰί  πάντοτε  κατά  γράμμα,  σεβασθείς  τά  έν  αΰτώ  άναγεγραμ- 
μένα.  Ούδ  έπεζήτησέ  ποτέ  νά  μείωση  τάς  ελευθερίας  τοΰ  λαού, 
άντιτάσσων  εις  τά  διαμαχόμενα  κόμματα,  καίπερ  προςωπικόν  μόνον 
ώς  τό  πλείστον  φέροντα  χαρακτήρα,  ιδίαν  φατρίαν  αύλοφίλων,  εϊτε 
ττερισαινόντων  τόν  ηγεμόνα  εϊτε  προωρισμένων  νά  παρέχωσι  την  άναγ- 
καίαν  ίσορροπίαν  εις  τό  πολλάκις  ύπό  της  ορμής  τών  πολιτικών  πα- 
θών ταλαντευόμενον  σκάφος  της  πολιτείας.  Τά  κληθέντα  αυλικά  ή 
βασιλικά  υπουργεία  μόνον  τό  δνομα  φέρουσι  τοιούτον,  είνε  8έ  πολύ 
μάλλον  άχροοι  κυβερνήσεις  έξ  ανδρών  της  υπηρεσίας  συσταθεϊσαι. 
Ίδια  προστασία  προςώπων,  τάξις  ιδίων  ευνοουμένων,  οίοι  οί  έπί  της 
προτέρας  δυναστείας  Όθωνισταί,  δέν  έσχηματίσθη  έπί  τού  Γεωργίου. 
Και  είνε  μέν  αληθές,  ότι  ό  βασιλεύς  έπεφάθη  κατά  τά  τελευταία  έ'τη 
έπ'  άγαθώ  της  διοικήσεως  νά  υπόδειξη  και  συστήση  την  ανάγκην 
της  ύπό  ειδικών  ανδρών  τοΰ  κατά  γήν  και  θάλασσαν  στρατοΰ  διευ- 
θύνσεως τών  δύο  στρατιωτικών  υπουργείων,  και  κατώρθωσε  τούτο  έν 
μέρει,  άλλ'  άφ'  ετέρου  είνε  αύτόδηλον,  δτι  δέν  ηθέλησε  νά  έπιβληθή 
πάντοτε,  ύποχωρών  εις  τάς  λεγομένας  άνάγκας  της  πολιτικής,  όπως 


—  695  — 

μηοαμώς  προςκρούση  εις  τάς  συνταγματικάς  ελευθερίας,  εΰρύτερον,  ει 
και  κακώς  ενίοτε,  έρμηνευομένας. 

Ή  ΐδρυσις  κόμματος  βασιλικού,  κατ'  ευθείαν  από  της  αυλής  λαμ- 
βάνοντος τάς  εμπνεύσεις  και  αμέσως  συμπράττοντος  μετά  τοΰ  βασι- 
λέως, θά  ήδύνατο  μεν  να  φέρη  ϊσως,  ως  εχουσι  τά  παρ'  ήμίν,  την 
βασιλείαν  εις  περισπασμοϋς,  αν  δχι  εις  κίνδυνον,  άλλ'  ουδέν  δαως  θά 
είχε  το  ψεκτέον.  Ή  παντελής  παρ'  ήμΐν  κατά  τό  Σύνταγμα  τοΰ 
1864  απουσία  γερουσία:  η  συμβουλίου  επικρατείας  παρέχει  εις  την 
μίαν  και  μόνην  βουλήν  δύναμιν  μεγάλην,  ύπέρμετρον,  ης  εΰκολος  δύ- 
ναται νάποβή  ή  κατάχρησις,  ώς  απέδειξαν  πολλάκις  τά  πράγματα. 
Κατά  ταύτα  δέ  πολλάκις  μετεωρίζεται  ή  πολιτεία  και  ύπ'  αυτών 
τών  μικρότατων  κυμάτων,  άτε  ούτως  ειπείν  σαλευομένη  έπϊ  μ•άς  και 
μονής  αγκύρας,  εφ  όσον  ούδεμίαν  ό  βασιλεύς  αντιτάσσει  σωφοόνως 
άντίστασιν  εις  τάς  δεδηλωμένας  θελήσεις  τών  άντιπροςώπων  τοΰ 
έθνους.  Επαυξάνεται  δ'  ή  τοιαύτη  ανωμαλία  όπό  τοΰ  προςωπικοΰ 
χαρακτήρος,  ον  φέρΟυσιν  αί  παρ'  ήμΐν  πολιτικαί  φατρίαι,  όσον  και 
αν  άπεπειράθησάν  τίνες  ενίοτε  κατά  περιόδους  νά  περικαλύψωσι  τά 
κόμματα  δι'  άλλων  ονομάτων  ή  τών  άπό  τών  αρχηγών  αυτών  λαμ- 
βανομένων. "Ογι  μόνον  δεν  ποδηγετοΰνται  τά  κόμματα  ύπ'  άρχων 
γενικωτερων  διακρίνουσών  αυτά,  άλλ'  οϋν  αύτη  ή  άπό  χωρών  διά- 
φορων την  φύσιν,  τάς  άνάγκας  και  τον  ν/αρακτήρα  διάκρισις  υπάρχει 
εν  τώ  έλληνικώ  κοινοβουλίω  Επικείμενης  της  προςαρτήσεως  της 
Θεσσαλία:  και  Ηπείρου,  είχεν  εκφράσει  ό  ίιθΓΟ^-Ββ&υΙίβϋ,  άποθεν 
επισκοπών  τά  πράγματα,  την  γνώμην,  ότι  ή  έπαύξησις  αύτη  οΰ  μό- 
νον άλλως  ήθίλεν  ωφελήσει  την  Ελλάδα,  αλλά  και  την  όψιν  τοΰ 
ι  κοινοβουλευ-οκοΰ  αυτής  σώματος  ήθελε  μεταβχλει,  ειςερνομενων  εϊ: 
αυτό  παρά  τοϊ:  θ:ρυ.οτεροις  "Κλ'λησι  τοΰ  νότου  ~ών  ψυν-ραιμοτέ- 
ρων  και  θετικωτέρων  εκ  τοΰ  ελληνικού  βορρά  όαοφύλων.  Άλλ'  όμως 
ή  άπό  τοΰ  1882  Ιστορία  τοΰ  κοινοβουλίου  δεικνύει,  ότι  ή  ε'λπ.ς 
αύτη  απεδείχθη  έωλος,  τών  βορείων  Ελλήνων  βουλευτών  ευκόλως 
συν  τη  προςαρτήτει  συμαορφωθε^των  πρό^  τας  ες-ις  και  τό>  πο- 
λιτικόν  βιον  τών  νονίων,  ώ;  άφ  έτερου  αύτος  ό  θ;σ-αλικος  '.αι  ό 
ηπειρωτικός  λαός  ταχέως  προ^ε/ώοησα.*  εις  τε  τχγχθχ  και  τχ  *.?κχ 
τών  έζηκοντα  έ'τη  προτερον  έλευθερωθε-των.  Δια  ταϋτχ  τήν  ν  τώ 
κοινοβουλίω  κρατούσαν    σύγκρουσιν    τών  προςωπικών    κομμάτων  ήδυ- 


—  696  — 

νατο  κατά  [χέγα  μέρος  να  καταστήση  μετριοπαθεστέραν  καΐ  μάλλον 
ίσόρροπον  κόμμα  ανδρών  υπηρετούντων  εν  τφ  προςώπω  τοϋ  βασιλέωί 
ώρισμένας  τινά;  άρχας  και  προμεμελετημένον  πρόγραμμα.  Έννοοΰ- 
μεν  ο  δχι  άφωσιωμένους  κατά  την  παλαιοτέραν  έ'ννοιαν,  ούδ'  άπεκ- 
δεχομένους  απλώς  παρά  τοΰ  βασιλέως  νεύματα  και  διαταγάς,  άλλα 
συμβούλους  αΰτοΰ,  αντικαθιστώντας  μεν  έν  με'ρει  την  λείπουσαν  γε- 
ρουσίαν,  συντελοΰντας  δε  εις  την  πολιτικην  ίσορροπίαν  και  χρησιμεύ- 
οντας αντί  άμεσου  τινός  συνδέσμου  της  βασιλείας  καϊ  του  λαού. 

Ή  πίστη  του  Συντάγματος  μέ/ρι  και  έφεκτικότητος  ού/ί  έν  παντι 
άσπαστής  τήρησις  ύπό  τοΰ  βασιλέοκ  Γεωργίου   είνε  ή  έτερα  τών  οϋ• 
σιωδών    διακρίσεων    αυτού     άπό    του    Όθωνος.    Ή    δ'    έτερα   έγκειτα 
έν  τη  μεταβολή  της  προςωνυμίας  άπό  βασιλέως  της  Ελλάδος  εις  βα- 
σιλέα   τών   Ελλήνων.     Ή  διαφορά    της   ονομασίας    δεν  είνε   ούτε  τυ- 
χαία   ούτε    άσκοπος.    Έδηλώθη    δε    ή  σημασία   αυτής   ευθύς  εν  αρχή 
της    βασιλείας    τοϋ    Γεωργίου,   δίκην    προικός    προςενεγκόντος    εις   το 
έθνος    την     Έπτάνησον.    Ή   έ'νωσις    τών   χαριτωμένων   εκείνων   νήσων 
τοϋ   Ιονίου,  ων  η  καρδία  έπαλλε  πάντοτε    υπέρ  της  ελληνικής  ΐδεας, 
εν  αίς  ό  νεοελληνικός  πολιτισμός  έξεδηλώθη    έν  πολλοίς  πρωιμώτερον 
η  έν  ταϊς  προελευθερωθείσαις  έλληνικαϊς  νώραις.   έναιρετίσθη  δ'.καίως 
ως  ή  άρνή  εκπληρώσεως   προαιώνιων  πόθων  τοΰ   Ελληνικού,   τείνον- 
τος εις  την  έθνικήν  ενότητα.   Και  ουδαμώς  μεν  ήμέλησεν  ό  "Οθων  της 
έθνι/.ής    ταύτης,  της  μεγάλης    ιδέας,  άλλ'  ό  Γεώργιος    ύπήρξεν   εΰθΰς 
έξ  αρχής   πολύ    εύτυ/έστερος   τοϋ    προκατόνου.    Ή    δε  μετά   πολλάς 
έθνικας  περιπέτειας  και  διπλωματικόν  αγώνα,   έπιστέψαντα  οχι  παν- 
τελώς άγονους   έταναστατικάς  ενεργείας,  προςάρτησις    τής  Θεσσαλίας 
και  τμήματος   τής    Ηπείρου    εις    το    έλληνικόν  βασίλειον   άνέωξεν  έτι 
ευρύτερους  ορίζοντας  εις  την  έθνικην  ΐδέαν.    Άλλ'  ομολογουμένως  ηΰ- 
ςήθησαν  και  οι  κίνδυνοι  ένεκα  τής  έν  τω  μεταξύ  κατά  τάς  τελευταίας 
ούο  δεκαετηρίδας    όσημέραι  αείζονος    συγκρούσεως    τών  εθνικών  ημών 
συμφερόντων  προς  τάς  ακοίμητους  και  όλονέν  αύξανομένας  αντιθέσεις 
και  αζιώσεις  τών  προαγόμενων  λοιπών  λαών  τής  χερσονήσου  τοΰ  Αίμου, 
όιαμφισβητουντων  τα  έθνικα  ημών  δίκαια  και  άντιπαλαιόντων'ούκ  άνευ 
εξωτερικών  υποστηρίξεων  προς  έδαφικήν  έπεκτασιν,  καθ'  ής'έπιβάλ- 
λεται  ήμΐν  άντιστράτευσις  έρρωμένη.    Ή  δ'  έν  ταΐς  ήμέραις   τής  βα- 
σιλείας του  Γεωργίου   άριδήλως   προϊούσα  έπίρρωσις   τών  στρατιωτι- 


—  6<Π  — 

κών  καϊ  ναυτικών  ημών  δυνάμεων  και  ή  βελτίωσις  της  διπλωματι- 
κής ημών,  ιδία  δε  της  προξενικής  υπηρεσίας  έπεζητήθησαν  ώς  τα 
ποός  έπίτευξιν  τού  εθνικού  ημών  σκοπού  αναπόφευκτα  μέσα.  Καϊ 
δίχως  δεν  δυνάμεθα  δυςτυχώς  να  καυχηθώμεν,  ότι  εχομεν  έξησφαλι- 
σμένην  και  συμπεπληοωμένην  την  έθνικήν  άμυναν  εις  βαθμόν  τοιού- 
τον, ώςτε  να  δυνηθώμεν  να  έλπίσωμεν,  ότι  τά  προς  αυτήν  μέσα  θαρ- 
κέσωσί  ποτέ  και  δΓ  έπιβαλλομένην  έπίθεσιν,  συμπληρουμενα  ύπό  της 
έθελοθυσίας  εκείνης,  ήτις  πάντοτε  διέκρινε  τους  "Ελληνας  και  ην  προ- 
καλεί ή  θαυματουργός  εκείνη  ψύ/ωσις  της  φιλοπατρίας  έν  στιγμαϊς 
κινδύνου  ή  ούσα  τών  χαρακτηριστικωτάτων  ιδιοτήτων  τού  Ελληνος 
καθ'  δλα  τά  στάδια  της  εθνικής  ιστορίας.  Άλλ'  όσον  ανεπαρκής  και 
άν  θεωοηθή  ή  εθνική  ημών  παρασκευή,  εξαιρουμένων  τών  ναυτικών 
δυνάμεων,  ων  ή  πρόοδος  εϊνε  όπωςδήποτε  καταφανής,  το  έ'θνος  ευρί- 
σκεται $ν  πολλώ  καλλίτερα  σχβτικώς  θέσει  ή  έν  τοις  χρόνοις  τού 
"Οθωνος,  ότε  ό  μεν  ενθουσιασμός  ήτο  ομολογουμένως  μείζων,  αλλά 
καϊ  μάλλον  ασυνείδητος  ή  νϋν,  Οτε  οι  κίνδυνοι  μεγαλείτεροι  και  όση- 
μέραι  ε'πιβλητικώτεροι.  άλλα  και  ή  παρασκευή  ήτο  ολιγώτερον  τε- 
χνική καϊ  μάλλον  περιωρισμένη. 

Ή  δε  προς  τους  όσημέραι  αυξανόμενους  εξωτερικούς  κινδύνους  έπι- 
ρ,ετρουμένη  παρασκευή  και  ή  ύποστήριξις  τών  εθνικών  αξιώσεων  ύπήρ- 
ξεν  εις  τών  κυριωτάτων  λόγων  της  υπέρμετρου  αυξήσεως  τών  δημο- 
σίων δαπανών,  ήτις.  πολλάκις  άνευ  έπιλογισμού  γινομένη,  ήγαγβ  τέ- 
λος εις  οίκονομικήν  διασάλευσιν.  εξ  ης  δυςχερής  φαίνεται  έπϊ  του 
παρόντος  ή  διέξοδος.  Όφείλεται  δέ  κατά  μέγα  μέρος  ή  χρεωκοπική 
αύτη  δυςπραγία  εις  τήν  μεγάλην  ίκείνην,  σχεδόν  πυρετώδη  εντασιν 
τών  ηθικών  καϊ  υλικών  δυνάμεων  της  Ελλάδος  τήν  έπενεγκούσαν 
τήν  αύξησιν  της  πίστεως  της  ημετέρας  χώρας,  ης  εγεινεν  άφ'  ετέρου 
ου  μόνον  ύπερθεματισμός  αλλά  καϊ  κατάχρησις.  Πλην  δε  της  επιδιώ- 
ξεως τών  πατροπαράδοτων  εθνικών  άζιώσεων  έν  τοϊς  πρώτοις^  συνε- 
τελεσβν  εις  τήν  ύπεραύξησιν  τών  δαπανών  καϊ  ή  έν  συγκρίσει  προς 
τους  χρόνους  της  βασιλείας  τού  "Οθωνος  γιγαντιαία  έπίδοσις  της  συγ- 
κοινωνίας, δι'  ης  ή  Ελλάς  απέβη  χώρα  β*τή  και  εις  τους  ξένους, 
εν  φ  προτερον  δυνάμεθα  νά  εϊπωμεν,  ότι  ητο  και  είς  αυτούς  τους 
"Ελληνας  άβατος  καϊ  σχεδόν  άγνωστος. 

Άλλ'  ή    έπϊ   της   βασιλείας    τού    Γεωργίου    πρόοδος    της   Ελλάδος 


—  698  — 

δεν  περιορίζεται  μόνον  εις  τά  είρημένα.  Ή  άποκατάστασις  τής  εσω- 
τερικής τάξεως  εϊνε  εν  των  άξιολογωτάτων  αποκτημάτων,  έφ  οϊς 
μεγάλως  δύναται  να  χαίρη  το  έ'θνος.  Λέγω  δε  την  τε  παύσιν  των 
στάσεων  και  την  έξάλειψιν  της  ληστείας.  Και  ή  μεν  ληστεία,  ης  ή 
έπ'  εσχάτων  άναβίωσις  υπήρξε  βραχυτάτη,  έξηλέγχθη  μη  δυναμένη 
να  εύρη  ύπόστασιν  εν  τη  χώρα,  όταν  μη  προστατεύηται  υπό  κακώς 
νοουμένων  εθνικών  λόγων  η  δεν  γίνηται  άνεκτη  υπό  ΐσ/υόντων  πολιτευ- 
όμενων, ώς  συνέβαινεν  άλλοτε,  άλλα  καταδιώκηται  δρακοντείως.  Αί 
δ'  εμφύλιοι  στάσεις  και  ή  κατά  της  βασιλείας  άντίδρασις,  άνωμαλίαι 
σχεδόν  διαρκείς  και  άπαυστοι  έπί  τού  "ΟΟωνος,  έξέλιπον  οΰ  μόνον 
δια  τό  νομοταγές  της  συνταγματικής  ευορκίας  τού  Γεωργίου,  άλλα 
και  δια  την  εϋτυχίαν,  ην  εσχε  νά  ϊδη  έπ'  άγαθώ  του  έθνους  στερεου- 
μενην  την  βασιλικήν  αυτού  δυναστείαν  δια  της  ευλογίας  νεαρών  τού 
θρόνου  βλαστών  μέχρι  δευτέρας  γενεάς. 

Τάγαθά  ταύτα  πάντα,  ή  στήριξις  τού  θρόνου  και  ή  άποκατάστα- 
σις  της  εσωτερικής  ειρήνης,  ή  προϊούσα  συνταγματική  αγωγή  αρχόν- 
των και  αρχομένων,  ή  διάδοσις  της  συγκοινωνίας,  ή  εδαφική  έπεκ- 
τασις  του  βασιλείου  διά  της  ενώσεως  της  Επτανήσου  και  της  προς- 
αρτήσεως  της  Θεσσαλίας  και  Ηπείρου  και  ή  κραταίωσις  τών  εθνικών 
αξιώσεων  οϋ  μόνον  διά  της  αυξούσης  αντιλήψεως  τών  περιβαλλόντων 
ημάς  κινδύνων,  άλλα  και  διά  της  οίαςδήποτε  βελτιώσεως  τών  στρα- 
τιωτικών και  ναυτικών  ημών  δυνάμεων  εϊνε  πρόοδοι,  ας  ουδείς  δύνα- 
ται νά  διαμφισβητήση.  Εϊνε  δε  πρόοδοι  αναμφισβήτητοι,  διότι  δύ- 
νανται να  στηριχθώσιν  έπ'  αριθμών.  Τό  άξιον  επαίνου  δημοσίευμα 
της  Ακροπόλεως  τούτο,  εις  ου  τήν  εκδοσιν  προβαίνει  έν  ήμέραις  καθ' 
ας  ή  Ελλάς,  δεχόμενη  ΰπό  τήν  σκιάν  της  Ακροπόλεως  τους  αλλογε- 
νείς φιλάθλους,  οΰ  μόνον  θά  έκθεση  εις  διαγωνισμόν  προς  αυτούς  "Ελ- 
ληνας μύστας  τής  γυμναστικής  και  αθλητικής,  άλλα  θα  γείνη  ούτως 
έΐπεΐν  ενώπιον  τών  ξένων  άντικείμενον  γενικής  εκθέσεως,  θά  περιλάβη 
τάς  λεπτομέρειας  έκείνας  έξ  ων  θά  γείνη  καταφανέστατη  ή  τελεσθεϊ- 
σα  πρόοδος.  Επεκτείνεται  δε  ή  πρόοδος  αύτη,  ώς  θάποδείξωσι  τά 
ενταύθα  δημοσιευόμενα  ειδικά  άρθρα,  και  εις  άλλα  πολλά,  εις  τε  τόν 
πληθυσαόν  τού  βασιλείου  και  τόν  καλλωπισμόν  τών  πόλεων,  την 
διοίκησιν  και  δικαιοσύνην,  τήν  παιδείαν  και  τόν  κλήρον,  τό  έμποριον 
και   τήν    βιομηχανίαν.   Ή  Ελλάς    του    1896    απέχει   πολύ  άπό  τής 


—  699  — 

Ελλάδος  του  1862.  Τά  έπιτβλεσθέντα  δεν  εινε  έργα  τριάκοντα  και 
δύο  μόνον  έχων  ουδέ  κράτους  έχοντος  2200000  κατοίκων.  Προέβη- 
μεν προς  τά  πρόσω  ουχί  κατ'  άριθμητίκην,  άλλα  κατά  γεωμετρικήν 
άναλογίαν. 

Η  μεγάλη  αύτη  πρόοδο:  είνε  προϊόν  των  συνταγματικών  ελευθε- 
ριών, ει  και  ημείς  πρώτοι  άναγνωρίζομεν  τάς  ένίοτ'  έπερχομένας  παρ- 
εκτροπάς  αυτών  ,  άλλα  και  της  μετά  πίστεως  εις  αύτάς  έμμονης  του 
βασιλέως.  Καρπός  δε  της  διπλή;  ταύτης  ευεργεσίας  είνε  ή  κολοσσιαία 
έπαυξησις  της  ιδιωτικής  πρωτοβουλίας,  ήτις,  έν  πολλοίς  άναπλη- 
ρούσα  τάς  άμαρτάδας  ή  την  άνεπάρκειαν  τής  πολιτείας,  έθαυαα- 
τουργησε  και  εξακολουθεί  θαυματουργούσα.  Ή  ιδιωτική  πρωτοβου- 
λία έδεσμεύετο  επί  του  "Οθωνος,  ή  τουλάχιστον  ήτο  άθαρσής.  Άλλα 
μετά  το  1 862  αναπτυχθείσα  κατά  μικρόν  άπεβη  το  άριστον  άνθος 
τής  βασιλείας  τοϋ  Γεωργίου.  Είς  αΰτην  ^ρεωστοΰμεν  την  άνάπτυξιν 
πλείστων  όσων  κοινωνικών  αγαθών  και  την  συμπλήρωσιν  πλείστων 
όσων  δημοσίων  μελημάτων.  Εις  τήν  ΐδιαηικην  δε  ταύτην  πρωτοβου- 
λίαν,  ην  ου  μόνον  στέργει  και  σκέπει  ό  βασιλεύς,  αλλά  και  πολλάκις 
αρωματίζει  ή  ηγεμονική  σύμπραξις  τής  άνάσσης  και  τών  νεαρών  τοϋ 
θρόνου  βλαστών,  οφείλεται  ή  μεγάλη  εκείνη  έπίδοσις  -ης  φιλανθρω- 
πίας και  τής  φιλομάθειας,  ην  χαίρουσα  παρακολουθεί  ή  /ώρα. 

Τής  αυτής  δε  τέλος  προόδου  τής  αληθούς  παρ"  ήμϊν  ελευθερίας 
έπιγεννημα  εινε  και  ή  κατά  τα  τελευταία  έτη  μεγάλη  άνάπτυξις  του 
τύπου,  φωτίζοντος  μεν  και  διαπαιδαγωγούντος  τα  ελληνικά  πλήθη, 
εχομένου  όέ  στερρώς  τών  πολιτικών  και  κοινωνικών  ημών  πραγμά- 
των και  περ-.εποντος  την  έθνικήν  ίδεαν.  Ό  τύπος  είνε  πολλάκις  υπέρ 
τό  δέον  μεμψίμοιρος,  ενίοτε  και  άδικος  εν  τη  ακράτεια  τής  γλώσσης. 
Αλλ  υπάρχει  περισσότερα  δικαιοσύνη  έν  τη  ΰπεοβολή  τού  έλεγχου 
η  έν  τη  παντελεΐ  αυτού  απουσία,  και  δια  τούτο  έν  τη  άληθεία  ταύ- 
τη έγκειται  ή  καθημερινή  πρόοδος  τού  τύπου. 

Υπό  τής  υπερβολής  ταύτης  του  έλεγχου,  εις  ην  συνειθίζει  ήυ,ας  ό 
καθημερινός  τύπος  και  ή  κοινοβουλευτική  άντιπολίτβυσις,  παρασυρό- 
μενοι, καταφερομεθα  πολλάκις  εις  την  δυςθυμίαν  έκείνην  και  άπαισιο- 
οοξίαν,  ΰφ'  ης  βλεπομεν  τά  πάντα  μελανά  περί  ημάς  και  γινουιεθα  έν 
συγκρίσει  προς  τό  παρελθόν  έξαρνοι  αληθών  και  αναμφισβήτητων 
κατά  τάς  τελευταίας  τρεϊς  δεκαετηρίδας    του  έθνους    προόδων.    Άλλ' 


—  700  — 

ή  αμερόληπτος  των  πραγμάτων  αυτών  έπισκόπησις  και  ή  παραβολή 
των  αριθμών  πείθουσιν  ήμας  άδιστάκτως,  ότι  ή  Ελλάς  ^ωρεΐ  όσημέ- 
ραι  έπί  της  συνταγματικής,  ας  εΐπω  μάλλον  δημοκρατικής  βασιλείας 
του  Γεωργίου  εις  βελτίωσιν  άπαραγνώριστον  εν  πλήρει  συνειδήσει 
των  μεγάλων  εθνικών  υποχρεώσεων,  όπως  άποβη  συμφώνως  προς  τον 
ιστορικόν  αύτη:  προορισμόν  ή  βασιλίς  τών  λαών  του  Αίμου. 


ΤΟ    ΕΘΝΙΚΟΝ    ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΝ  * 


"Η  Ελλάς  άπελευθερουμένη  εύρίσκετο  εν  πολλοίς  ενώπιον  νέου  κό- 
σμου ιδεών  καϊ  αναγκών,  άς  εΐχον  προαγάγει  κατά  μικρόν  οι  χρόνοι, 
άλλ'  αϊτινες,  καϊ  αίσθηταϊ  αν  εϊχον  γείνει,  δεν  ήδύναντο  νά  έκπλη- 
ρωθώσι  διαρκούσης  της  δουλείας.  Ό  ελληνικός  κόσμος,  απαλλαγείς 
των  δεσμών  αυτής,  εσπευσεν  αρχομένου  του  δεκάτου  ένατου  αιώνος 
νά  καρπωθή  πάντα  εκείνα  τάγαθά  τοδ  πολιτισμού,  δσα,  το  παρ' 
άπαν  λείποντα  η  έν  σπέρματι  μόνον  ευρισκόμενα  κατά  την  μοιραίαν 
ήμέραν  της  αλώσεως,  εΐχον  έκτοτε  άποβή  υπό  την  αιγίδα  της  ελευ- 
θερίας κοινόν  κτήμα  τών  ευτυχών  ελευθέρων  λαών.  Τών  δ'  υπέρτα- 
των δώρων  της  άρτιγενοΰς  ελευθερίας  ύπήρζεν  έν  ήμϊν  και  η  έπιδίω- 
ζις  της  ανωτάτης  παιδεύσεως  διά  της  ιδρύσεως  Πανεπιστημίου. 

Ή  έννοια  του  Πανεπιστημίου,  οίον  νοοϋμεν  αυτό  ημείς  σήμερον 
ώς  άνώτατον  παιδευτικόν  καθίδρυμα,  συνενοΰν  τάς  έπιστημονικάς 
έκείνας  σπουδάς  οσαι  συμπεριλαμβάνονται  εις  τάς  υπό  τύπον  ούτως 
ειπείν  διεθνή  συν  τφ  χρόνω  μορφωθείσας  τεσσάρας  σ^ολάς,  δεν  ανή- 
κει εις  τους  άρ/αίους  χρόνους,  άλλ  είνε  γέννημα  τών  μέσων  αιώνων. 
Οίονεΐ  δ'  είςαγωγικαϊ  μόνον  βαθμίδες  του  νεωτέρου  τούτου  οίκοοομή- 
αατος  δύνανται  νά  θεωρηθώσι  το  έν  Αλεξάνδρεια  Μουσβΐον^  καϊ  αϊ 
κατά  τους  χρόνους  της  ρωμαιοκρατίας  ίδρυθείσαι  κα:  ύπό  της  πολι- 
τείας προστατευόμίναι  σχολαί,  έν  αίς  εξιΐχεν  ή  τών  Αθηνών,  ή  ίπΐ- 
τού  αύτοκράτορος  Ιουστινιανού  τω  5*29  όιαλυθεΐσα.  "Εν  όέ  περαιτέ- 
ρω βήμα  προς  την  ίδέαν  του  νεωτέρου  Πανεπιστημίου  δυνάμεθα  νά 
εϊπωμεν,  ότι  έτελέσθη  διά  της   ύπό  του  αύτοκράτορος  Θεοδοσίου  του 

*    'Κδηαοσίϊύθη    το    πρώτον    έν  τι)  υπό  τοϋ  Β.  Γαόυίτίλίδου    ίχδοθε/στ]   Ελλάδι 
ΑΛΧ»  ;υΰς  "Ολυμπιακούς  αγώνας.     Έν  Αθήναις.   1890  α.   183  Κ.  ». 


Ρ 


—  702  — 

μικρού  εν  έ'τει  455  ιδρύσεως  τη;  έν  ΚωντΓΟΕντινουπόλει  σχολής,  ίν 
ή  δ'.ωρίσθησαν  είκοσι  και  άκτώ  καθηγητά».,  ών  δύο  διέτριβον  περί 
τήν  διδασ*χλίαν  της  νομικής,  ης  •πιστήαης  λαμπρόν  ήδη  κέντρον, 
άκμχσαν  μάλιστα  περί.  τάς  αρχάς  του  τρίτου  αιώνος,  εΐχεν  υπάρξει  ή 
Βηρυτός.  Και  ελαβί  μεν  ϊί  ταύτη  τ  ή  0Υθλή  της  Κωνττχντινου-ο- 
λεως  ιδίαν  τίνα  έπίρρωσιν  μάλιστα  η  νομική  επιστήμη  ε  πι  των  ημε- 
ρών του  Ιουστινιανού,  άλλ  ή  παρακμή  ήρ/ισεν  ευθύ;  αετ  αυτόν. 
Ουο'  ίσχυσε  να  καταστήση  βιώσιμον  την  νομικήν  ταύτην  σχολήν  ή 
δι*  Νεαράς  Κωνσταντίνου  του  Μονομάχου  (104*2-1054)  άνασύστα 
σης  αυτής  έπϊ  νέων  βάσεων  και  ο  έν  αύτη  διορισμός  ως  νομοφύλα- 
κος  και  προϊσταμένου  του  επιφανούς  νομομαθούς  Ιωάννου  του  Ξι- 
φιλίνου  του  ϊττί'.τχ  γενομένου  πατριάρχου.  Κ-/1,  ή  μεν  χνχσύστχσι; 
της  σχολής  ταύτης  αυτόχρημα  ώς  νοαικής  δεικνύει  τό  μονομερές  της 
έν  τοις  χρόνοις  έκείνοις  παρά  τοϊς  Βυζαντινοί;  επιστημονική;  ιδέας, 
ώς  δχι  όλιγώτερον  μονομερής  ήτο  και  η  γνώμη  των  προτιμώντων 
τον  άντΐ  τού  Ξιφιλίνου  διορισμόν  του  Μιχαήλ  Ψ'ελλοΰ,  οΥ  ου  τό  επι- 
στημονικών εκείνο  ίδρυμα  έμελλε  νά  προςλάβη  τον  χαρακτήρα  σχο- 
λής φιλοσοφικής  ένεκα  τής  περί  την  φιλοσοφίαν,  φιλολογίαν  και  τάς 
φυσικάς  έπιστήμας  διατριβής  του  Ψ'ελλοΰ.  Του  δέ  στενού  εκείνου 
περιορισμού  τής  τοιαύτης  περί  εΐδικήν  τίνα  μάθησιν  ασχολίας  έξέφυ- 
γεν  ή  ιδέα  τή;  υηΐνβΓδίίΕΙδ  ώ:  ΓΙανακαδημίου,  οία  τά  έν  τη  Δύσει 
άπό  του  δωδεκάτου  ήδη  αιώνος,  μάλιστα  δέ  κατόπιν  ίδρυθέντα.  Ό 
δέ  συν  τή  αλώσει  τής  Κωνσταντινουπόλεως  καταπίπτων  ελληνισμός 
έ'δωκεν  εις  τά  πανεπιστήμια  ταύτα  τής  Δύσεως,  κυρίως  τά  έν  τή 
Ιταλία,  νέαν  ώθησιν  και  ζωήν  διά  τών  λογίων  φυγάδων,  οϊτινες, 
φεύγοντε;  την  πανωλεθρίαν  τού  Ελληνικού,  συναπήγαγον  εις  την  Δύ- 
σιν  την  κιβωτόν  τής  αρχαίας  ελληνική;  σοφίας,  ης  τό  Βυζάντιον  εΐ.- 
χεν  υπάρξει  έπϊ  μακρού;  αιώνας  ό  θεματοφύλαξ. 

Έκ  τής  Εσπερίας  λοιπόν  έκτοτε  κατά  παράδοξον  τών  πραγμά- 
των φοράν  τό  φώς  τής  επιστήμης.  Εις  δέ  τάς  έν  τή  Εσπερία  νέας 
εκείνα;  πηγά;  τής  μαθήσεως  ήρχισαν  προςρέοντες  οί  έφιέμενοι  παι- 
δείας "Ελληνες,  ότε,  καίπερ  την  πατρίαν  γήν  δεσπόζοντος  τού  βαρ- 
βάρου κατακτητοΰ,  ήρχισε  γενομένη  αισθητή  ή  ανάγκη  τής  επιστή- 
μης και  ΰποφώσκουσα  η^  έλπι$/  τής  δια  τών.  γραμμάτων  — ά^χ,γιν^ 
,/ήσεως    νής    δουλευούση;    πατρίδος.     Γρόφιμοι    δέ    τών    ;ένων    εκείνων 


—  703  — 

πανεπιστημίων  υπήρξαν  ενίοτε  και  οι  μουσοτραφεϊς  παιδαγωγοί  της 
έλληνίδος  νεότητος  οι  διδάσκοντες  έν  ταίς  σχολαΐς  της  Κωνσταν- 
τινουπόλεως καϊ  της  Βενετίας,  των  Αθηνών  και  του  Μεσολογγίου, 
της  Δημητσάνης  και  των  Ιωαννίνων,  τοϋ  Πηλίου  και  του  Τυρνάβου, 
της  Σμύρνης,  της  Πάτμου  και  των  Κυδωνιών,  του  Βουκουρεστίου 
και  του  Ιασίου,  εν  οϊς  ού  μόνον  η  παιδεία  εύρε  καϊ  πάλιν  στέγην, 
άλλα  και  η  πατριωτική  ιδέα  περίλαμπρον  Ιστίαν.  Και  τών  μεν  σχο- 
λών τούτων  αϊ  πλεΐσται  προήγον  τους  μαθητάς  επί  τοσούτον,  ώςτε 
οέν  δυνάμεθα  νά  θεωρήβωμεν  αύτάς  απλώς  εκπαιδευτήρια  της  μέσης 
εκπαιδεύσεως,  άφ'  ού  οϊ  αέν  έν  αύταϊς  μαθητεύοντες  ήπτοντο  ήδη 
και  σπουδών  εν  τισι  πάντως  ανωτέρων,  τών  δ'  έν  αΰταΐς  διδασκάλων 
οί  πλείστοι  ήσαν  λόγιοι,  διαφλεγόμενοι  μεν  ύπό  του  πυρός  ακραι- 
φνούς φιλοπατρίας,  ισότιμοι  δε  πολλάκις  την  σοφίαν  προς  τους  καθη- 
γητάς  τών   έν   τη   Δύσει  πανεπιστημίων. 

Κατά  τούτα  δε  οί  "Ελληνες  έκέκτηντο  ήδη  τάς  βάσεις  ανεπισήμου  • 
ούτως  ειπείν  πανεπιστημίου  και  πρό  τη;  παλιγγενεσίας.  Σύν  αύτη  δε  ^ 
τη  απελευθερώσει  απέκτησαν  τό  πρώτον  αυτών  πανεπιστήμιον  δια 
της  ιδιωτικής  πρωτοβουλίας  καϊ  φιλοτιμίας  "Αγγλου  εύπατρίδου.  Τα 
δε  πανηγυρικά  εγκαίνια  της  Ιονίου  Άκαόημίας  τα  τελεσθέντα  τί) 
17  Μαίου  1824,  πρωτοστατούντος  τού  άρχοντος  αυτής  λόρδου  Γυίλ- 
φορδ,  ήσαν  ούτως  ειπείν  τα  προεόρτια  της  μετά  όεκατρία  ετη  έν  τη 
ελευθέρα  πρωτευούση  του  ήδη  ανεξαρτήτου  ίλληνικοΰ  βασιλείου  εγ- 
καθιδρύσεως  του   Πανεπιστημίου    Αθηνών. 

Τήν  31  Δεκεμβρίου  1836  έν  ονόματι  καϊ  κατ'  ΐδιαιτέραν  δια- 
ταγήν  της  Αΰτοϋ  Μεγαλειότητος  του  Βασιλέως  απόντος  έξεδίδετο, 
ύπογεγραμμένον  ύπό  τών  αποτελούντων  τό  ύπουργικόν  συμβούλιον 
"Αρμανσμπεργ,  Ι.  'Ριζου,  Σμάλτς,  Δρόσου,  Μανσολα.  Α.  Ι1.  Κριεζή 
καϊ  Γ.  Λασσάνη  τό  βασιλικόν  Διάταγμα,  δι'  ού  ίδρύετο  έν  Αθήναις 
Πανεπιστήμιον,  όπερ  έμελλε  νάνοιχθή  επισήμως  τήν  τρίτην  ήμεραν 
τοϋ  Πάσχα  1837.  Το  δέ  Διάταγμα  τούτο  καταργηθέν  μετ'  ού  πολύ 
αντικατεστάθη  ύπό  δύο  νεωτέρων,  του  της  14  Απριλίου  1837  Περί 
προςωρινού  κανονισμού  τοϋ  έν  Αθήναις  συστηθησομένου  Πανεπιστη- 
μίου και  τοϋ  της  22  Απριλίου  1837  Περί  συστάσεως  τοϋ  Πανεπιστη- 
μίου. Αμφότερα  έ'φερον  τήν  ύπογραφήν  τού  βασιλέως  "Οθωνος  και 
ήσαν  προςυπογεγραμμένα  ύπό  τοϋ  έπί  τών  Εκκλησιαστικών  καϊ  της 


Ϋ 


—  704  — 

Δημοσίας  Εκπαιδεύσεως  Γραμματέως  της  Επικρατείας  Α.  Πολυ- 
ζωίδου.  Ώνομάσθη  δε  τό  άρτισύστατον  ίδρυμα  κατά  το  έν  Γερμανία 
εθος  Πανεπιστήμιον  Όθωνος.  Γερμανικόν  δέ  ήτο  καϊ  τό  σύστημα  των 
πανεπιστημιακών  θεσμών  τών  διά  τών  Διαταγμάτων  εκείνων  είςα- 
χθεντων.  Ή  δ'  έ'ναρξις  τών  εργασιών  του  Πανεπιστημίου  ώρίσθη  δια 
δηλοποιήσεως  τη;  έπί  τών  Εκκλησιαστικών  και  της  Δημοσίας  Εκ- 
παιδεύσεως  Γραμματείας  την  3  Μαίου    1837. 

Συγκεκινημένοι  παρέστησαν  την  όρισθεΐσαν  έκείνην  ήμέραν  οί  δια 
του  Διατάγματος  της  24  Απριλίου  διορισθέντες  πρώτοι  καθηγηταϊ 
και  οι  εγγραφέντες  ολίγοι  φοιτηταί  και  της  πόλεως  και  του  κράτους 
οί  άρχοντες  εις  τα  εγκαίνια  του  Πανεπιστημίου,  έγκαθιδρυθέντος  έν 
μια  τών  μεγίστων  τότ'  έν  Αθήναις  ιδιωτικών  οικιών,  τη  του  Κλε- 
άνθους, κατά  τους  βορειοανατολικούς  προποδας  της  Ακροπόλεως.  Τό 
θέαμα  ήτο  αληθώς  συγκινητικόν.  Πρώτος  ό  μητροπολίτης  Αθηνών, 
τελέσας  τον  νβνομισμένον  άγιασμόν,  ηΰλόγησε  τον  οίκον,  δςτις  προ- 
ώριστο  να  στέγαση  πρώτος  την  άνηβώσαν  της  νέας  Ελλάδος  έπι- 
στήαην,  και  έπεκαλέσθη  την  θείαν  άντίληψιν  έπί  τε  τών  καθηγητών 
και  φοιτητών.  Μετά  δέ  ταΰτα  ώρκίσθησαν  οί  καθηγηταϊ  έπί  του  Ιε- 
ρού ευαγγελίου,  και  άπό  τών  χειλέων  του  ποιμενάρχου  τών  Αθηνών 
ήκούσθη  ψαλλομένη  ή  ευχή  Εύλογητός  ει  Χριστέ  ό  θεός  ημών  ό 
πανσόφους  τους  αλιείς  άναδείξας.  Πρώτοι  δέ  διορισθέντες  καθηγηταϊ 
ήσαν  έν  μέν  τη  θεολογική  σχολή  ό  Μισαήλ  Αποστολίδης,  ό  Θεό- 
κλητος Φαρμακίδης  και  ό  Κωνσταντίνος  Κοντογόνης,  έν  δέ  τη  νο- 
ιχική  ό  Κλονάρης,  ό  Γεώργιος  'Ράλλης,  ό  Προβελέγγιος,  ό  Γοδο- 
φρεϊδος  Φεδερ,  ό  Μελάς,  ό  Ιωάννης  Σούτσος,  ό  Γεώργιος  Μαυρο- 
κορδάτος και  ό  Περικλής  Αργυρόπουλος,  έν  δέ  τη  ιατρική  ό  Κ.  Μαυ- 
ροκορδάτος, ό  Ιωάννης  Βόθρος,  ό  Αναστάσιος  Λευκίας,  ό  Νικόλαος 
Κωστής,  ό  Ιωάννης  Όλύμπιος,  ό  Ερρίκος  Τράϊμπερ,  ό  Αλέξιος 
Πάλλης  και  ό  Ιωάννης  Νικολαίδης  Λεβαδεύς,  έν  δέ  τή  φιλοσοφική 
ό  Νεόφυτος  Βάμβας,  ό  Γεώργιος  Γεννάδιος,  ό  Ερρίκος  Οΰλερϊχος,  ό 
Λουδοβίκος  'Ρός,  ό  Κωνσταντίνος  Νέγρης,  ό  Κωνσταντίνος  Σχινας, 
ό  Γεώργιος  Βούρης,  ό  Ξαβέριος  Λάνδερερ,  ό  Δ.  Φράας,  ό  Αλέξαν- 
δρος Σούτσος,  ό  Κυριάκος  Δομνάνδος,  ό  Κωνσταντίνος  Μανούσης,  ό 
Νεόφυτος  Δούκας  και  ό  Θεόφιλος  Καίρης. 
*Κ\       Ούτως  εις  τριάκοντα   καί  τρεΐ:  ανήρχοντο   οί  διά  τού  πρώτου  βα- 


• 


—  705  — 

σιλικοΰ  Διατάγματος  διορισθέντες  τακτικοί,  έκτακτοι  και  επιτίμιο 
καθηγηταΐ,  ών  τίνες  δεν  έδιδαξαν  η  δέν  άπεδέ^θησαν  τον  διορισμόν. 
Δια  του  αύτοΰ  δε  Διατάγματος  διωρίσθησαν  και  αί  πρώται  πανεπι- 
στημιακαί  άρχαί,  ας  έμελλον  έπειτα  κατά  τα  κανονισθέντα  να  εκλέ- 
γωσιν  αυτοί  οι  καθηγηταΐ.  Και  δη  πρώτος  μεν  πρυχανις  διωρίσθη 
ό  καθηγητής  της  Ιστορίας  Κωνσταντίνο;  Σνινάς,  πρώτοι  δε  κοσμή- 
τορες η  σχολάρχαι,  ώς  έλέγοντο  κατά  τά  πρώτα  τέσσαρα  ετη  μέ/ρι 
τοΰ  1841,  ό  Μισαήλ  Αποστολίδης  της  θεολογικής  σ/ολής,  ό  Γεώρ- 
γιος Ράλλης  της  νομικής,  ό  Αναστάσιος  Λευκίας  τής  ιατρικής  και 
ό  Νεόφυτος  Βάμβας  τής  φιλοσοφικής.  Τούτων  ό  πρύτανις  και  οι  σν-ο 
λάρχαι  έξεφώνησαν  κατά  την  ήμεραν  των  εγκαινίων  μετά  τάς  ευλο- 
γίας τής  εκκλησίας  κατάλληλα  λογίδρια  κατενώπιον  του  βασιλέως, 
έζαίροντες  το  έργον  αύτοΰ  και  τά  προςδοκώμενα  εκ  τή;  συστάσεως 
του  Πανεπιστημίου  υπέρ  τής  επιστημονικής  παιοευσεως  τοΰ  έθνους 
αγαθά.  Ούτως  άπό  τοΰ  στόματος  αίμύλων  άγορητών  ήκούοντο  συνδεο- 
μεναι  αϊ  μεγάλαι  τοΰ  παρελθόντος  αναμνήσεις  προς  τάς  χρηστάς  περί 
τοΰ  μέλλοντος  ελπίδας,  και  δικαίως  έχαιρον  πάντες  οί  εις  την  σεμνήν 
παριστάμενοι  τελετήν,  αναλογιζόμενοι  οίον  προορισμόν  είχε  τό  άρτι- 
σύστατον  πανδιδακτηριον,  μέλλον  νάποβή  συν  τω  /ρόνω  ού  μόνον 
εστία  τής  άρτιγενοϋς  έν  Ελλάδι  επιστήμης,  αλλά  και  ό  άμφικτυο- 
νικός  δεσμός  τών  απανταχού  επιστημόνων  ή  φιλεπιστημόνων  Ελλή- 
νων,  ώς  προςφυέστατα  ώνόμασεν  αυτό  ό  πρύτανις  Σχινάς. 

Έν  μέσω  τοιούτου  θεάματος  και  τοιούτων  ακουσμάτων,  τοιούτων 
αναμνήσεων  και  τοσούτων  ελπίδων  εύλογος  ητο  ή  συγκίνησις  τών 
παρισταμένων.  Εϊπερ  τις  δε  και  άλλος  συνεκινήθη  αυτός  τοΰ  Παν- 
επιστημίου ό  ιδρυτής,  ό  αγαθός  βασιλεύς,  δςτις,  μεταβάς  εις  τόν 
πανεπιστημιακόν  οίκον  έφιππος,  δις  έδάκρυσε  κατά  τόν  χρόνον  τής 
τελετής. 

Ή  εποχή  τοΰ  έτους,  καθ '  ην  ήρξατο  ή  λειτουργία  τοΰ  Πανεπιστη- 
μίου έν  σπουδή,  ητο  τοιαύτη,  ώςτε  βραχΰν  μόνον  χρόνον  ήδυνήθησαν 
νά  διδάξωσί  τίνες  τών  καθηγητών  κατά  τό  πρώτον  εκείνο  άκαδημαϊ- 
κόν  έτος  μέχρι  τής  15  Ιουλίου,  τοΰ  χρόνου  τών  διακοπών  ή  ανακω- 
χών, ώς  ώνομάζοντο  τότε.  Άλλα  πρόθυμοι  έπετέλεσαν  όμως  τό  καθ- 
ήκον αυτών  καθηγηταί  τε  και  φοιτηταί,  όπως  τεθώσι  τά  θεμέλια 
τής   επιστημονικής    εργασίας  και  παρασκευασθή  ή  συστηματική  κατά 

ΣΠΓΡ.    Π.    ΛΑΜΠΡΟΓ,    ΜΙΚΤΛΐ    ΕΕΛΙ4ΚΕ  '    ' 


—  706  — 

τον  χειαερινόν  έςάμηνον  λειτουργία  του  Πανεπιστημίου.  Όλίγιστοι 
\  δε  υπήρξαν  οι  πρώτοι  εγγραφέντες  φοιτηταί,  άνελθόντες  είς  52,  εις 
ους  προςετέθησαν  και  75  τακτικοί  άκροαταί,  ήτοι  δημόσιοι  υπάλλη- 
λοι τακτικώς  άκροώμενοι  της  έν  τω  Πανεπιστημίω  γινομένης  διδα- 
σκαλίας. Τών  δέ  52  φοιτητών  οι  μέν  8  ενεγράφησαν  εις  την  θεολο- 
γικην  σχολήν,  οι  δε  22  είς-τήν  νομικήν  η,  ώς  ελέγετο  τότε,  εις  την 
δικαστικήν,  4  είς  την  ΐατρικήν  και  οι  λοιποί  18  εις  την  φιλοσοφικήν. 
«  Άλλ'  έκτος  τούτων  φαίνετχι  δτι  και  άλλοι  πολλοί,  ουδόλως  εγγε- 
γραμμένοι έν  τοις  βιβλίοις  του  Πανεπιστημίου,  ύπό  φιλομάθειας  κι- 
νούμενοι, ήκροώντο  οί  μεν  τακτικώτερον,  οί  δε  και  άτακτότερον. 
Και  ούτως  ήσαν  τότε  τα  ακροατήρια  αραιά  μεν,  αλλά  ποικιλώτατα 
κατά  τε  την  ήλικίαν  και  την  έξωτερικήν  περιβολήν  νεανίαι  και  παί- 
δες πολλάκις  έκ  τών  εις  το  γυμνασιον  φοιτώντων,  μεσήλικες  και  πο- 
λιότριχες,  φουστανελλοφόροι  και  εΰρωπαϊκώς  ένδεδυμένοι,  ρασοφόροι 
και  τάς  πολύπτυχους  νησιωτικας  περισκελιδκς  περιβεβλημένοι,  πάν- 
τες ούτοι  παρεκάθηντο  άνεκτικώτατα  έπί  τών  πανεπιστημιακών  θρα- 
νίων. Και  ήκουον  μέν  πάντες  και  άλλα  μαθήματα,  πλειότερον  δε 
συνεσωρεύοντο  είς  τάς  τών  νομικών  παραδόσεις.  Ή  κατά  προτίμησιν 
αύτη  προς  τα  νομικά  τάσις  της  σπουδαζούσης  νεολαίας,  ήτις,  άπό 
[του  πρώτου  έτους  του  Πανεπιστημίου  έκδηλωθεΐσα,  μέχρι  της  σήμε- 
ίρον  παρατηρείται,  έφείλκυσε  την  προςοχήν  της  εξεταστικής  επιτρο- 
πής, ήτις  προς  μεν  τους  μέλλοντας  σπουδαστάς  του  δίκαιου  και  τους 
τής  φιλολογίας  έγίνετο  αυστηρότερα  περί  τήν  άπαίτησιν  τών  αναγ- 
καίων προκαταρκτικών  γνώσεων,  προς  δε  τους  τής  ιατρικής  καί  τών 
φυσικών  καί  μαθηματικών  επιστημών  συγκαταβατικωτέρα,  ίνα  ούτως 
έφελκύαη  πλειοτέρους  φοιτητάς  προς  τάς  σπουδάς  ταύτας.  Τήν  αυ- 
τήν έπιείκειαν  άποδείξασα  ή  επιτροπή  καί  προς  τους  έξωθεν  του  βα- 
σιλείου έλθοντας  καί  μέλλοντας  έκτος  τών  ορίων  αύτου  να  μετέλθωσι 
το  επάγγελμα  των,  άνεπλήρωσε  τήν  ύπάρχουσαν  κατ  αρχάς  ελλειψιν 
φοιτητών »    . 

Ύπό  τοιούτους  όρους  άρξαμένης  τής  διδασκαλίας  καί  του  Παν- 
επιστημίου όσημέραι  προαγόμενου,  ηύξανε  καθ'  εκαστον  έτος  αισθη- 
τώς 6  αριθμός  τών  φοιτητών    διό   καϊ  ήρχισαν  λαμβανόμενα  κατάλ- 

1   Ι.  Πανταζίδου  Χρονικών  της  πρώτης  πενταετίας  τοΰ  Ιλληνικοΰ  Πανίπιστημ/οι». 
Άθ/ίνησι  1889  α.  30. 


/ 


—  707    — 

ληλα  μέτρα  προς  άποσόβησιν  του  κάκου  της  είςορμήσεως  ανεπαρκώς 
κατηρτισμένων  σπουδαστών. 

Έν  τούτοις  δέ  νέαν  έπίρρωσιν  έλαβε  το  Πανεπιστήμιον,  ότε  ήρ- 
χισαν  φαινόμενοι  οί  καρποί  αυτού  δια  της  απονομής  τών  πρώτων  δι- 
πλωμάτων. Και  πρώτος  μεν  διδάκτωρ  άνηγορεύθη  έν  τη  ιατρική 
σχολή,  λαβών  τον  βαθμόν  άριστα  τω  1843,  ό  Αναστάσιος  Γούδας, 
ό  γνωστός  ιατρός  και  συγγραφεύς  τών  Παραλλήλων  βίων.  Πρώτος  δε 
διδάκτωρ  της  νομικής  ανεδείχθη  ό  Βασίλειος  Κ.  Νικολόπουλος  τω 
1840,  πρώτος  διδάκτωρ  τής  φιλοσοφίας  ό  Ευθύμιος  θεοδωρόπουλος 
τω  1855  και  πρώτος  προλύτης  τής  θεολογίας  ό  εκ  Κιέβου  'Ρώσος 
Πέτρος  Νιστσύνκης  τω  1857,  μεθ'  ΰν  πρώτος  Έλλην  ό  Κωνσταντί- 
νος Νεστορίδης  τφ  1863.  Πρώτον  δε  πτυχίον  φαρμακοποιού  εδόθη 
τω    1841    εις  τον  Δημήτριο^   Ίωχννου. 

Σύν  δε  τη  προοδω  τών  επιστημονικών  σπουδών  είχεν  αποκτήσει 
ήδη  το  Πανεπιστήμιον  και  ϊδιον  κτίριον.  "Ηδη  τελευτώντος  τού  Ια- 
νουαρίου 1839  συνέστη  επιτροπεία  προς  συλλογήν  εράνων  χάριν  οικο- 
δομής καταλλήλου  κτιρίου.  'Απετέλουν  δ'αύτήν  ό  Γ.  Κουντουριώτης, 
ό  Άνδρε'ας  Ζαίμης,  ό  Θεόδωρος  Κολοκοτρώνης,  ό  Α.  Χ.  Βράνδις,  ό 
Θεόδωρος  'Ράλλης,  ό  πρύτανις  Γ.  "Ράλλης  και  οί  καθηγηταί  Γεώργιος 
Γεννάδιος,  Νεόφυτος  Βάμβας  και  Κωνσταντίνος  Σχινάς.  Πριν  δ'  ετι 
δημοσιευθή  ή  προς  τους  απανταχού  "Ελληνας  καί  φιλέλληνας  εκκλη- 
σις  ταύτης  τής  επιτροπείας,  εντός  δεκατριών  μόνον  ήμερων  άπό  τής 
ημέρας  καθ'  ην  αΰτη  κατέστη  το  πρώτον  είχον  συλλεχθή  έν  Αθή- 
ναις δραχμαϊ  14780.  "Αφθονον  δε  συνέρρευσε  τό  χρήμα  μετά  την  δη- 
μοσίευσιν  τής  εκκλήσεως  τήν  25  Φεβρουαρίου  1839  ούτως,  ώςτε  τη 
2  Ιουλίου  τού  αυτού  έτους  κατετίθίτο  πανηγυρικώς  ό  θεμέλιος  λίθος 
τής  οικοδομής,  παρισταμένου  τού  βασιλικού  ζεύγους.  Ό  θεμέλιος  λί- 
θος έφερε  τήν  έπιγραφήν  «Έλληνικόν  Πανεπιστήμιον  άνεγερθέν  τη 
συνδρομή  Ελλήνων  και  φιλελλήνων  τψ  ζ'  έ'τει  τής  βασιλείας  "Οθω- 
νος  τού  πρώτου  τήν  *2  Ιουλίου  1Κ39».  Τό  δε  Πανεπιστήμιον  ήρχισεν 
οΐκοδομούμενον  αμέσως  κατόπιν  κατά  τό  υπό  τού  Δανού  άρχιτέκτο- 
νος  Χριστιανού  Χάνσεν,  πρεσβυτέρου  αδελφού  τού  άρχιτέκτονος  τής 
Σιναίας  Ακαδημίας  Θεοφίλου  Χάνσεν,  έκπονηθέν  σχεδιον.  Άλλα  μό- 
λις τψ  1843  κατωρθώθη  ή  άποπεράτωσις  τής  προςθίας  πλευράς,  εις 
ην   και   ίγκατεστάθη    τό    πρώτον   τό    Πανεπιστήμιον.  Έδαπανήθησαν 


—  708  — 

δε  δΓ  αυτήν  δρ.  356259.50,  τοΰ  ποσού  τούτου  συναποτελεσθέντος 
έκ  των  γενναίων  συνδρομών  Ελλήνων  και  φιλελλήνων.  Έν  τοις  πρώ- 
τοις ^)έ  δωρηταΐς  ανημονεύεται  το  δνομα  τοΰ  Αθηναίου  σανσκριτολό- 
γου  Δημητρίου  Γαλανού,  δςτις,  θανών  έν  τη  Ίνδικη  τω  1835,  είχε 
κληροδοτήσει  τριακοντακιςχιλίας  δραχαάς  πλην  των  βιβλίων  αυτού 
και  χειρογράφων  εις  την  πρώτην  έν  Αθήναις  Άκαδημίαν,  γενόμε- 
νος πρώτος  ούτως  ειπείν  ιδρυτής  τοΰ  Πανεπιστημίου,  πριν  ή  πρά- 
γματι συστήση  αυτό  μετά  τε'σσαρα  έτη  ό  "Οθων.  Πρώτος  δε  μετ' 
αυτήν  την  σύστασιν  τοΰ  Πανεπιστημίου  ευεργέτης  αυτού  ΰπήρζεν  ο 
ήγεμών  της  Σερβίας  Μιλος  'ϋβρένοβιτς,  δωρήσας  υπέρ  της  οικοδομής 
25000  δραχμών.  Έπηκολούθησαν  δ  άλλαι  δωρεαί,  άποτελέσασαι 
τήν  βάσιν  ίδιας  περιουσίας  τοΰ  Πανεπιστημίου.  Ή  έν  Αθήναις  οικία 
τοΰ  έν  ετει  1839  θανόντος  καθηγητού  της  ανατομίας  Δ.  Μαυροκορ- 
δάτου και  οι  αγροί  τοΰ  δημοδιδασκάλου  Χριστοδούλου  'Ρωσσινοΰ 
υπήρξαν  αί  πρώται  άπαρχαί  της  άγιας  εκείνης  μεγαλοδωριας,  εις 
ή/  χρεωστεϊ  το  Πανεπιστημιον  τήν  σημερινήν  αυτού  εΰπορίαν. 

Οίκιαι  και  αγροί,  κινητά  και  ακίνητα,  βιβλία  και  όργανα  προςετί- 
θεντο  όσημεραι*  ούτω  δε  τό  Πανεπιστημιον.  όπερ  οχτώ  ακόμη  ετη 
μετά  τήν  συστασιν  είχεν  έτησιον  προϋπολογισμών  μόλις  έξακιςχιλίων 
δραχμών,  δια  τών  τοιούτων  δωρεών  και  της  αγαθής  διαχειρίσεως  εΰ- 
ρίσκετο  τω  1853  κατοχον  διακοσίων  χιλιάδων  δραχμών,  και  έβλεπεν 
όσημεραι  αΰςανοαενον  τον  πλούτον  της  βιβλιοθήκης  και  τών  συλ- 
λογών αύτοΰ.  Άλλα  διά  μιας  ή  περιουσία  αύτη  έδιπλασιάζετο  τω 
1855  διά  της  γενναιοδωρίας  τοΰ  Θεσσαλού  Δημητρίου  Πλατυγενους, 
δςτις,  πλουτήσας  διά  της  εμπορίας  και  θανών  έν  Τεργέστη,  κατέλιπεν 
εις  τό  Πανεπιστημιον  όλοκληρον  τήν  περιουσίαν  αΰτοΰ,  άνερχομένην 
εις    230000    δραχμών. 

Τό  δέ  μέγα  παράδειγμα  τοΰ  Πλατυγένους  έτυχε  και  άλλων  μιμη- 
τών, άοθονον  χρήμα  δωρησάντων  ή  κληροδοτησάντων.  Ούτως  ό  μεν 
ίκ  Θράκης  έν  Μανσούρα  έμπορος  "Εμμανουήλ  Κωνσταντίνου  διεθηκε 
κτήματα  πωληθέντα  αντί  92000  δρ."  ό  έν  Πετρουπολει  ομογενής 
Δημήτριος  Μπερναρδάκης  προςηνεγκε  πλην  άλλων  εις  τό  Πανεπιστή- 
αιον  και  τό  έθνος  δωρεών  140000  δρ.,  δι'  ών  συνετελεαθη  τω  1864 
ή  άποπεράτωσις  και  επισκευή  τοΰ  κτιρίου,  όπερ  μετά  τήν  έν  ετει 
1843   παράδοσιν    της  πρόσθιας    πτέρυγος   έξηκολοΰθει    έν  τψ   μεταξύ 


—  709  — - 

συμπληρούμενον  βαθαηδόν.  Πλην  τούτων  ό  Αθηναίο;  Ιωάννης  Βα- 
ρύκας  έκληροδότησε  γήπεδα  άξια;  100000  δρ.  περίπου,  ό  Αγιορεί- 
της 'Ανανίας  ό  Βατοπεδινός  140000  χρ'->σα  φράγκα,  ό  εν  Δρέσδη 
έμπορος  Σ.  Σφογόπουλο;  έγεινε  δωρητής  64000  δραχμών.  Κορυ- 
φοϋνται  δ'  αύται  αί  δωρεαί  εις  τα  κληροδοτήματα  τοϋ  καθηγητού 
της  ιατρικής  Διονυσίου  Αΐγινήτου,  καταλιπόντος  πεντήκοντα  μέτο- 
χα; τής  Εθνικής  Τραπέζης  προς  ΐδρυσιν  ιδίας  φερωνύμου  τοϋ  διαθέ- 
του  κλινικής  μετά  τον  δια  των  τόκων  διπλασιασμόν  τοϋ  κληροδοτή- 
ματος, του  Αρεοπαγίτου  Παύλου  Παυλοπούλου,  κληροδοτήσαντος 
κτηματικήν  περιουσίαν  300000  δρ.  περίπου,  και  τοϋ  πρώην  Λαρί- 
σης Δωροθέου,  καταλιποντος  περιουσίαν  220000  δραχμών.  Αί  δε 
ήγεμονικώταται  τών  δωρεών  υπήρξαν  ή  τοϋ  Αντωνίου  Παπαδάκη, 
κληροδοτήσαντος  οκτακόσια;  καϊ  πλέον  χιλιάδα;  δραχμών  χάριν  υπο- 
τροφιών, και  τοϋ  Θεοδώρου  Άρεταίου,  υπέρ  τάς  όκτακοσίας  χιλιά- 
δας δραχμών  διαθέσαντος  προς  ΐδρυσιν  νοσοκομείου  τών  χειρουργικών 
και  γυναικολογικών  νοσημάτων. 

'Αλλά  πλην  τών  ηγεμονικών  αληθώς  τούτων  δωρεών  δεν  έλειψαν  ■ 
συγκινητικά»,  όωρεαϊ  ελαχίστων  ποσών,  μαρτυρούσαι  τον  υπέρ  τής 
εθνικής  παιδεύσεω;  ζήλον  τών  πτωχών  δωρητών.  Ούτως  ό  ίκ  Μετσό- 
βου άκονητής  ξυραφιών  Δημήτριος  Γ.  "Οκα  διέθηκε  τφ  1857  έκτης 
υπέρ  τών  έν  Μετσόβω  συγγενών  όιατεθείσης  πενιχρές  περιουσίας  εξα- 
κοσίων εν  όλω  δραχμών  εΐχοσι  δραχμάς  υπέρ  τοϋ  Πανεπιστημίου.  Ό 
ΰπηρέτνις  Δημήτριο;  Φάφαλης  έδώρησε  τψ  1845  δρ.  28.05  Η  έζ 
Τδρα;  υπηρέτρια  Κιάρα  Γ*ιώτου  άφήκε  δια  διαθήκης  ^?*7•  200. 
Ό  δέ  φαλαγγίτης  έκ  Κρήτη;  λοχαγό;  Βαρνάβας,  προςελθών  τω 
1848  εις  τόν  πρύτανιν  Ίωάννην  Σοϋτσον.  μετά  συγκινησεω;  έ^ωρη- 
σεν  εις  τό  Πανεπιστήαιον  υπέρ  τής  εθνικής  παιδείας  τήν  σπχθην  και 
τό  πυροβολον  αύτοϋ,  δι'  ών  είχε  πολεμήσει  υπέρ  πατρίδος.  Τα  όπλα 
ταύτα  δικαίως  ίφέτο;  ή  πρυτανεία  κατέθηκεν  ει;  τό  έν  τω  Πολυτε- 
χνεία) μουσεϊον  τή;   Ιστορικής  καϊ  εθνολογική;  εταιρεία;. 

Ούτω  πακτωλοί  χρυσοϋ  και  τής  χήρ*;  άμα  ό  οοολός  συναπετε'λε- 
σαν  τό  κτίριον  τοϋ  Πανεπιστημίου     άπήρτ-.σχν  τήν  βασιν  τή;  περιου- 
σία; αύτοϋ.   έπλουτισαν   τήν  βιβλιοθτ,κην,  τα.   συλλογοκ    χ.α:  τά   πχο 
αρτήματα    και    εχρτσιμευσαν    εις  τήν    όσημεραι    βυρυτβ'ραν    Οι    χ.)τϋΰ 
διαδοσιν    τήΰ    επιστήμης  έν    τε    τφ    έλλη/ικώ    βασιλιίψ   και  τή  αλυ- 


—  710  — 

τρώτω  Ελλάδι.  Ανήρχετο  δέ  ή  περιουσία  του  Πανεπιστημίου  την 
31  Αυγούστου  1894  εις  9636956  δραχμάς,  ών  1403022  άντιπρος- 
ωπεύονται  υπό  της  οικοδομής  του  Πανεπιστημίου  και  των  παραρτη- 
μάτων,   μετριώτατα  υπολογιζόμενων. 

Ώς  δέ  ή  περιουσία,  ούτως  ηύξησε  συν  τφ  χρόνω  και  ή  εργασία 
ή  τελούμενη  έν  τφ  Πανεπιστημίω  ύπό  τε  την  εποψιν  του  ποσοΰ  και 
τοΰ  ποιου  της  διδασκαλίας.  Σήμερον  δ'  έχει  το  Πανεπιστήμιον,  μετ- 
ονομασθέν  Έθνικόν  αντί  Όθωνείου  άπο  της  πολιτικής  μεταβολής  τοΰ 
1862,  καθηγητάς  56,  προς  δε  τούτοις  ύφηγητά;  86,  ών  ολίγοι  μό- 
νον διδάσκουσι 

Και  εϊνε  μεν  αληθές,  δτι  ή  αίγλη  πολλών  ονομάτων  του  παρελ- 
θόντος βαρύνει  επί  τους  διαδόχους  περιφανών  καθηγητών,  άλλ' ουδείς 
δύναται  νάρνηθή,  ότι  το  Πανεπιστήμιον  και  σήμερον  κέκτηται  πολ- 
λούς καθηγητάς  εφάμιλλους  τών  προκάτοχων,  ότι  δέ  πάντες  οι  δι- 
δάσκοντες έν  αΰτφ  έ'χουσι  πλήρη  συναίσθησιν  του  καθήκοντος  αυτών 
και  της  ευθύνης.  Άναμφιλέκτως  δέ  τα  μέσα  της  διδασκαλίας,  καί- 
περ  πολλφ  απέχοντα  του  τελείου,  είνε  πολύ  τελειότερα  ή  κατά  το 
παρελθόν,  ή  παρακολούθησις  τών  προόδων  της  επιστήμης  εν  τη  εσπε- 
ρία και  άρκτφιχ  Ευρώπη  πολύ  μάλλον  διαδεδομένη  και  ή  μετά  του 
επιστημονικού  κόσμου  της  Δύσεως  επικοινωνία  πολύ  πυκνότερα  και 
άμεσωτέρα  ή  έν  τοις  προτέροις  χρόνοις.  Τά  επιστημονικά  παραρτή- 
ματα τοΰ  Πανεπιστημίου,  το  φυσιογραφικόν  μουσεϊον,  το  χημεϊον,  το 
άνθρωπολογικόν  έργαστήριον  και  χημεϊον,  το  φαρμακολογικών  φρον- 
τιστήριον,  το  έργαστήριον  της  πειραματικής  φυσικής,  ή  άστυκλινική, 
το  μαιευτήριον,  το  βρεφοκομεΐον,  το  νοσοκομεϊον  τών  μεταδοτικών 
νοσημάτων,  αί  δύο  χειρουργικά*  κλινικαί,  αί  παθολογικά!  κλινικαί, 
τό  παθολογικόν  άνατομεϊον,  ή  βοτανική  συλλογή,  τό  άστεροσκοπεϊον, 
το  έθνικόν  νομισματικόν  μουσεϊον,  ή  εθνική  βιβλιοθήκη,  εχουσι  νά 
έπιδείξωσι  προφανείς  προόδους,  συμβαδίζουσας  μετά  της  έν  τη  διδα- 
σκαλία προόδου.  Ή  δέ  φάλαγζ  τών  επιμελητών  και  βοηθών  τών  έν 
τοις  διαφόροις  τούτοις  παραρτήμασιν  εργαζομένων  και  μετά  τών 
καθηγητών  συνασκούντων  τους  φοιτητάς  συμπροάγει  όσημέραι  μετά 
τών  διδασκόντων  αισθητώς  παρ'  ήμϊν  τήν  έπιστήμην.  Ούχ  ήττον  δ' 
έβελτίωσε  τά  της  διδασκαλίας  ή  τε  αύξησις  τών  εδρών  και  τών  ωρών 
των    μαθημάτων,    ή    επελθούσα    κατανομή    τών    μαθημάτων    επί   τό 


—  711   — 

είδικώτερον  και  ή  κατανοηθεΐσα  ανάγκη  και  καθημερινή  έπέκτασις 
των  φροντιστηρίων,  δι'  ών  οΐ  διδάσκοντες  έρχονται  εις  άμεσον  έπι- 
κοινωνίαν  προς  τους  διδασκόμενους  και  χειραγωγοΰσιν  αυτούς  εκ  του 
πλησίον,  μεταβάλλοντες  ούτω  την  εδραν  αυτόχρημα  εις  γραφιΐον 
επιστημονικής  εργασίας. 

Με'γα  εΐνε  το  πλήθος  των  άπο  της  συστάσεως  του  Πανεπιστημίου 
τυχόντων  εν  αύτω  πτυχίου,  ανερχομένων  έν  6λω  εις  9174.  Τούτων 
104  άνεδείχθησαν  προλύται  και  21  τελειοδίδακτοι  της  θεολογίας, 
2632  διδάκτορες  και  1131  προλύται  της  νομικής,  3548  διδάκτορες 
της  ιατρικής,  347  διδάκτορες  και  188  τελειοδίδακτοι  της  φιλολο- 
γίας, 138  διδάκτορες  και  17  τελειοδίδακτοι  του  μαθηματικού  τμή- 
ματος, 77  διδάκτορες  και  7  τελειοδίδακτοι  του  φυσικού  τμήματος 
της  φιλοσοφικής  στολής,  392  ελληνοδιδάσκαλοι  και  574  φαρμακο- 
ποιοί. Και  βεβαίως  μεν  ουδείς  θά  ήδύνατο  νά  καυχηθή,  ότι  πάντες/ 
ούτοι  άπε'βησαν  φωστήρες  της  επιστήμης,  ώς  τοϋτο  περί  των  απο- 
φοίτων ούδενός  των  έπ•  γης  πανεπιστημίων  δύναται  νά  λεχθή  και 
άπαιτηθή.  Άλλ'  όμολογούμενον  εινε,  δτι  μεταξύ  τής  φάλαγγος  ταύ- 
της των  πτυχιούχων  υπήρξαν  και  ύπάρχουσι  γνήσιοι  τής  έπιστήαη: 
μύσται,  συντελέσαντες  εις  την  εΰσυνείδητον  αυτής  έξάσκησιν  και  διά- 
δοσιν  άνά  πάν  το  Έλληνικον  και  μετ'  αυτής  σπείραντ*ς  απανταχού 
τής  Ανατολής  και  την  ελληνικήν  ίδε'αν. 

Ό  δε  μέγας  και  όσημέραι  αυξανόμενος  των  πτυχιούχων  αριθμός 
συμβαδίζει  μετά  τής  καθημερινής  αυξήσεως  των  εις  το  Πανεπι- 
στήμιον  φοιτώντων.  "Ο  εξής  πίνας  δύναται  εύγλώττω:  νά  κατάδειξη 
την  τοιαύτην  αύξησιν. 

Η$ηλ.  Σχ  Νομ.  Σχ.  Ιητρ.Σχ.  Φ>λ.  Σχ.       Φαρμ.  Σχ.  Σύνολον 


1837-38 

8 

22 

4 

18 

52 

1847-48 

7 

83 

135 

62 

18 

305 

1857-58 

η 

226 

150 

60 

25 

490 

1867-68 

44 

714 

262 

163 

34 

1217 

1877-78 

38 

68  4 

608 

270 

45 

1645 

1887-88 

33 

1442 

851 

556 

49 

&961 

Ό   δέ   άριθι/.ος  ούτος    των    φοιτώντων    προ?βαινεν    αυξάνων    μέχρι 
τοϋ    1891-92,   ότε    άνήλθεν   εις    3878.     Άλλα   το   έπιον  έτος  ήλατ 
τώθη  διά  μιας   μεγάλως  ένεκα  τής  ψηφίσεως  τοΟ   νόμου   τερι   ίκπ*ΐ• 


—  712  — 

δευτικών  τελών  ούτως,  ώςτε  μόνον  2472  ήσαν  εγγεγραμμένοι  το  θε- 
ρινόν εξάμηνον  του  1893.  Άλλα  και  πάλιν  ήρχισαν  βαθμηδόν  αυξά- 
νοντες οι  φοιτηταί,  άνελθόντες  τό  μεν  θερινόν  εξάμηνον  του  1894  εις 
2616,  το  δε  θερινόν  εξάμηνον  του  1895  εις  2772  και  πολύ  μάλλον 
τό  θερινόν  εξάμηνον  του  1896,  δτε  άνήλθον  εις  3121  ένεκα  της  έν 
τω   μεταξύ   ελαττώσεως  τών   εκπαιδευτικών  τελών. 

Όμοίαν  δέ  αΰξησιν  δεικνύουσι   κατά  δεκαετίαν  και  τα   οικονομικά 
του  Πανεπιστημίου,  ώς  δεικνύει  ό  επόμενος  πίναξ* 


"  Εσοόα 

~Εξο6α 

1849-50     .     .     . 

28638 

12739 

1859-60    .     .     . 

26287 

34338 

1869  -  70    .     . 

141318 

134849 

1879-80     .     . 

287770 

174715 

1889-90     .     .     . 

384191 

282047 

Τών  προτέρων  τοϋ  1849  ετών  δεν  έχουσι  δημοσιευθή  ακριβείς 
απολογισμοί,  εν  μέρει  δέ  και  άλλως  η  κατόπιν  έρρυθμίζοντο  τά  κατά 
τόν  προϋπολογισμόν  τοϋ  Πάνε  τιστημίου,  πολύ  μάλλον  καϊ  έν  τοις  οΐ- 
κονομικοϊς  εξαρτωμένου  από  της  πολιτείας.  Άρκεϊ  νά  σημειωθή,  ότι 
κατά  τό  πρώτον  της  συστάσεως  έτος  υπεβλήθη  μεν  ύπό  της  συγκλή- 
του εις  την  κυβερνησιν  προϋπολογισμό;  δρανμών  14500,  ενεκρίθησαν 
δ  αυτών  μόνον  3600,  διό  και  ό  προϋπολογισμός  τών  δύο  επομέ- 
νων ετών  1839  και  1840  περιωρίσθη  ύπό  της  συγκλήτου  εις  δρ. 
8800.  Τά  ελάχιστα  δέ  ταύτα  ποσά  εΐνε  ουδέν  βεβαίως  παραβαλλό- 
μενα  προς  τόν  εγκριθέντα  προϋπολογισμόν  τοϋ  οσονούπω  λήγοντος 
ακαδημαϊκού  έτους  1895-96,  έν  ω  αναγράφονται  τά  έσοδα  έκτε  της 
ιδιωτικής  περιουσίας  του  Πανεπιστημίου  και  εκ  της  περιουσίας  δω 
ρεών  ύπό  όρον  καϊ  κληροδοτημάτων  εις  δρ.  224274,  τά  δέ  έξοδα 
εις  202162. 

Σημειωτέον  δέ,  ότι  ή  έν  σχέσει  προς  τόν  προϋπολογισμόν  τοϋ 
1889-90  μεγάλη  διαφορά  έπήλθεν  έκ  της  έν  τφ  μεταξύ  ένσκηψά- 
σης  οικονομικής  κρίσεως  καϊ  της  διά  του  νόμου  περί  εκπαιδευτικών 
τελών  άπό  τοϋ  Πανεπιστημίου  αφαιρέσεως  τοϋ  δικαιώματος  τών  έγ- 
γραφων καϊ  έκ  τών  ασκήσεων  καϊ  εξετάσεων,  άτινα  είςπράττει  νυν 
ή  πολιτεία,  άναλρβοϋσα  πλην  της  ανέκαθεν  ύπ'  αυτής  γινομένης  πλη- 


—  713  — 

ρωμής  του  μισθού    των  καθηγητών    προςθέτους   υποχρεώνεις   προς    το 
Πανεπιστήμιον. 

Το  Πανεπιστήμιον,  διαθέτον  περιουσίαν  καθ'  έαυτήν  μεν  δχι  άνα- 
ξίαν  λόγου,  άλλ'  ανεπαρκή  δλως  προς  την  έκπλήρωσιν  πασών  τών  εις 
αυτό  επιβαλλομένων  υποχρεώσεων  και  την  έπιθυμητήν  έπικούφισιν 
του  ταμείου  του  κράτους  /αριν  λυσιτελούς  αυτού  ανεζαρτησιας  ηου- 
νήθη  οΰχ  ήττον  πλείστα  όσα  νά  πράξη.  Εργαστήρια  ίδρύθησαν, 
παραρτήματα  έκτισθησαν  και  διατηρούνται,  υπότροφοι  έξεπαιδεύθη- 
σαν  και  εκπαιδεύονται,  επιστημονικών  Βιβλίων  ή  έκδοσις  υποστηρί- 
ζεται κατά  το  ενόν,  έπιστημονικαί  άποστολαϊ  διηνεργήθησαν,  και 
δια  παντός  μέσου  προάγεται  ή  επιστήμη  προς  συμπλήρωσιν  και  τε- 
λεςφορωτέραν  άνάπτυξιν  της  άπό  της  έδρας  διδασκαλίας. 

Το  Έθνικόν  Πανεπιστήμιον  κατέδειξεν  έν  ένί  λόγω  πολλάκις  όιά 
τών  πραγμάτων,  ότι  αισθάνεται  την  έπιβαλλομενην  εις  αυτό  ΰπο- 
χρέωσιν  της  αναπληρώσεως  καϊ  της  παρ'  ήμΐν  λειπούσης  ακαδημίας. 
Διότι  δυςτυχώς,  ώς  ή  πολιτειακή  ενέργεια  στηρίζεται  έν  ήμΐν  παρά 
τά  έν  άλλοις  έ'θνεσιν  ευλόγως  κρατούντα  εις  μίαν  μόνην  βουλήν,  ούτω 
και  •',  επιστήμη  μετεωρίζεται  επί  μιας  μόνης  άγκυρας,  τού  Πανεπι-  ^ 
στημίου,  της  δ'  ακαδημίας  εχομεν  μόνον  το  ύπο  της  ιδιωτικής  γεν-  ίΜ' 
ναιοδωρίας  του  Σίνα  ιδρυθέν  κτίριον,  εις  αλλότρια  τό  γε  νύν  ϊ/Γη 
προορισθέν.  Τήν  ανάγκην  δε  ταύτην  της  εις  το  Πανεπιστήμιον  ανα- 
θέσεως έργων  άλλως  εις  ακαδημίας  προςηκόντων  κατεδε^ε  καϊ  ή 
δι'  αΰτοϋ  τέλεσις  διαφόρων  φιλολογικών  και  επιστημονικών  όιαγωνι- 
σαών,  υπό  γενναίων  νορηγών  ίδρυθέντων,  οίοι  ό  Βουτσιναΐος,  ο 
'Ροδοκανάκειος,  ό  Λασσάνειος,  ό  Τσοκάνειος,  ό  τού  Μελά,  ό  Σγου- 
τειος  και  εϊ  τις  άλλος. 

Πλην  δε  της  επιστημονικής  τού  Πανεπιστημίου  επιβολή;  προφα- 
νής εΐνε  ή  εθνική  αυτού  αποστολή,  διατρανουμένη  ού  μόνον  δια  της 
άπ'  αυτού  ώς  κοινού  τών  Ελλήνων  πρυτανείου  εις  τάς  έσ/ατιάς  τού' 
ελληνισμού  κηρύξεως  της  εθνικής  ιδέας,  άλλα  και  δια  της  ζωηράς  έν 
παντΐ  ζητήματι  προς  το  έθνικόν  υ.εγαλεΐον  συνδεομενω  αναπλάσεως 
τών  καρδιών  τών  έν  αύτώ  φοιτώντων.  Ύπο  τοιαύτην  ο  εποψιν  απο 
τελεί  τό  Πανεπιστήμιον  μεγάλην  έθνικήν  δύναμιν.  δεομενην  πάντοτε 
σώφρονος  επιβλέψεως  και  δεξιάς  χειραγωγήσεως,  όπω;  μή  ή  προς 
ζωηρότητα  ευεπίφορος    φύσις    της    νεότητος    έκτρέπηται    εις    ασκοπον 


/ 


—  714  — 

και  βλαβεράν  συμμετοχήν  εις  τάς  διαμάχας  και  την  πάλην  τής  εσω- 
τερικής πολιτικής. 

Αί  δε  προς  την  πολιτείαν  διά  των  εκ  του  Πανεπιστημίου  εξερχό- 
μενων διδακτόρων  ύπ'  αυτού  παρεχόμεναι  πολυειδεΐς  ύπηρεσίαι  ελα- 
βον  κατά  περιόδους  τινάς  και  πρακτικώτερον  τύπον.  Και  δη  υπό  μεν 
της  τάξεως  των  καθηγητών  ύπηρετήθη  ή  πολιτεία  μετά  την  είςαγω•• 
γην  του  Συντάγματος  τω  1843  δια  τής  άντιπροςωπεύσεως  αυτών 
ύπό  ιδίου  βουλευτού,  εδρεύοντος  έν  τη  βουλή,  και  δύο  μετά  την 
ί'ξωσιν  του  "Οθωνος  άντιπροςώπων  έν  τη  εθνική  συνελεύσει,  ήτις  και 
άπεστέρησε  τοϋ  λοιπού  το  ΙΙανεπιστήμιον  του  δικαιώματος  ιδίου  βου- 
λευτού διά  τοϋ  Συντάγματος  του  1864.  Και  υπουργοί  δι  άριστοι 
ελήφθησαν  κατά  διαφόρου;  έποχάς  του  δημοσίου  βίου  έπί  τε  της  βα- 
σιλείας του  "Οθωνος  και  της  τοϋ  Γεωργίου  έκ  της  τάξεως  τών  καθη- 
γητών. Και  οί  φοιτηταϊ  δε  υπηρέτησαν  την  πολιτείαν  διά  της  έν  ετει 
186ς2  συσταθείσης  φάλαγγος,  ήτις,  άριστα  λειτουργήσασα  επί  δύο  ετη, 
οϋ  μικρόν  συνετέλεσεν  εις  την  φρούρησιν  της  τάξεως  έπί  της  μεσοβα- 
σιλείας.  Μνήμονες  δ'  οί  φοιτηταϊ  τών  υπηρεσιών  της  παλαι&ς  εκείνης 
φάλαγγος,  επέμειναν  ίκ  νέου,  μετά  την  έφ'  ικανά  ετη  σιωπηράν  κατ- 
άργησιν  αυτής,  διά  ταραχώδους  και  σχεδόν  στασιαστικής  ενεργείας 
τώ    1873  και   1874  εις   την  άνασύστασιν  αυτής.  Και  έπετεύνθη  μεν 

^     Ι    Ι  Ι  Ι      Ι      Ι    Ι  ■        '  »  Λ' 

διά  τΫίς  επιμονής  αυτών  ή  κατά  Νοέμβριον  του  1875  κύρωσις  νέου 
τής  φάλαγγος  οργανισμού,  αλλά  βραχύς  ύπήρξεν  αυτής  ό  βίο;  και 
άνευ  ζωής,  έως  τω  1878  διά  τοϋ  νόμου  περί  γενικής  στρατολογίας 
εξέλιπε  και  κατά  τύπους. 

Τοιούτον  είνε  διά  βραχέων  το  Έθνικόν  Πανεπιστήμιον,  καθίδρυμα 
αληθώς  πανελλήνιον,  ναός  διςυπόστατο;  αφιερωμένος  ου  μόνον  εις  την 
λειτουργίαν  τής  επιστήμης,  άλλα  και  εις  την  λειτουργίαν  τής  πα- 
τρίδος. 


ΤΑ   ΑΘΛΗΤΙΚΑ   ΚΑΙ   ΓΥΜΝΑΣΤΙΚΑ   ΑΓΩΝΙΣΜΑΤΑ 
ΕΝ  ΤΩ   ΣΤΑΛΙΩ  * 


Αί  αεμψιμοιρίαι  και  οί  δισταγμοί,  αϊ  άμφιοολιαι  και  αϊ  επικρίσεις, 
αΐώνιον  συμπαρακολούθημα  της  φύσεως  της  ελληνικής,  είχον  ηδη  *ρ- 
χίσε:  να  έκλειπωσι,  τουλάχιστον  νάρα'.ώνται  άπό  των  ήμερων,  καθ' 
ας  είχον  τελεσθή  οι  Πανελλήνιοι  αγώνες.  Τό  άνέτοιμον  άκομη  τότε 
Παναθηναϊκον  Στάδιον,  έκ  τοϋ  προχ,ίρου  /άριν  των  δοκιμαστικών 
αγώνων  διασκευασθέν  καϊ  μετά  της  δυνατής  τάξεως  φρουρηθέν,  είχε 
παραστή  άναπεπταμενον  εις  τους  ανυπόμονους  θεατάς  καραοοκοΰν- 
τας  νά  παραστώσιν  ανήσυχοι  εις  άποτυχίαν  μάλλον  και  γελοιογρα- 
φίαν  άγωνο)ν.  Οί  πολλοί  δεν  ήσαν  ακόμη  πεπεισμένοι,  ότι  είχε  τελε- 
σθή έν  χρόνω  βραχεί  εργασία  πυρετώδης,  ότι  περί  τών  πάντων  είχε 
ληφθή  έκ  τών  ενόντων  φροντίς  υπό  τών  εντεταλμένων  την  προετοι- 
μασίαν  τών  αγώνων  και  την  παρασκευή  ν  τών  Ελλήνων  αθλητών,  ή 
δε  παρέλευσις  μικρού  μόνον  χρόνου  άπο  της  παρ'  ήμίν  εύρυτέρας  δια- 
δόσεως και  συστηματικωτέρας  επιδιώξεως  της  αθλητικής  και  γυμνα- 
στικής μικράς  παρείχε  προςδοκίας.  Άλλ '  οί  Πανελλήνιοι  αγώνες  εί- 
χον  αναπτερώσει  τάς  ελπίδας  και  ενθαρρύνει  τους  τε  άγωνιστάς  και 
■  τους  θεατάς,καί  ή  επιτυχία  τών  αγώνων  ήρχιζε  να  φαίνηται  έζασφα- 
λιζομενη,  ότε  μάλιστα  άθροωτερα  όσημεραι  ήγγελλετο  ή  προςέλευσις 
αλλογενών  αγωνιστών  εις  τους  αγώνας. 

Άλλα  τότε  νε'α  πάλιν  έγεννήθησαν  αισθήματα,  νέοι  φόβοι  κατ- 
ελαβον  τάς  ψυχάς.  Οί  εύπλαστοι  εκείνοι  "Ελληνες  νεανίαι,  ών  τήν 
εϋρυθμον    εΰμέλειαν    είχον    έναβρυνόμενοι   προςίόει    εν  τω  Σταδίω    οί 

*    Έδημοσιεΰθη   τό  πρώτον   εν  τί)   υπό  τοϋ  Β.  Γαδρχηλίδου   έχδοθείστ,  Ελλάδι 
χατάτοΐίς  "Ολυμπιακούς  αγώνας.   Έν   Αθήναις.   1896  σ.  46  χ.  ί. 


—  716  — 

Αθηναίοι  θβαταϊ,  έσμικρύνοντο  και  ούδετερούντο  εν  τή  φαντασία 
απέναντι  των  κολοσσών  της  αθλητικής,  ους  έλέγετο  στέλλουσα  βίς 
την  κονίστραν  του  Σταδίου  ή  Ευρώπη  και  ή  Αμερική.  Νέοι  ημείς 
ουδέν  θχ  δυνηθώμεν  να  έπιδείξωμεν  άξιον  λογού,  ελεγον  πάντες"  θχ 
παραστώμεν  εις  ήττας  έπανειλημμένας,  θα  προςίδωμεν  άλγοΰντες  τον 
ίερον  της  Όλυμπίας  κότινον  άπαίροντα  προ:  /ώρας  ζένας  και  ήΈλ- 
λάς  ή  γεννήσασα  την  Όλυμπίαν  και  δοΰσα  το  δνομ'  αυτής  εις  το»ς 
νέου:  αγώνας  θα  γείνη  μόνον  θέατρον  νικών  αλλότριων,  χωρίς  να  δυ- 
νηθή  να  έπευφημήση  ομοφύλους  Όλυμπιονίκας.  Όποια  ευτυχία  αν 
εχωμεν  έ'να  τουλάχιστον  νικητήν,  ήτο  ή  παραμυθία  ην  πάντες  ύπεψι- 
θύριζον  εις  αλλήλους.  Ή  άποκαρτέρησις  ύπήρςε  το  πρώτον  στάδιον 
έν  τή  πλημμύρα  τών  αισθημάτων,  όσα  διακατεϊχον  τάς  ψυχάς  των 
ανυπόμονων  θεατών  του  Σταδίου.  Εΐςήρ/οντο  πάντες  παρεσκευασμέ- 
νοι  νά  καταπνίξωσι  κατακεκρυμμένον  έν  τοις  μυχιαιτάτοις  της  καρ- 
δία; πάν  αίσθημα  φυλετικόν,  πάσαν  έθνικήν  ζηλοτυπίαν  καϊ  χαιρε- 
τίσωσιν  έν  τω  προςώπω  τών  νικητών,  οίοιδήποτε  και  άν  ήσαν,  αυ- 
τήν την  τέχνην  και  τήν  ρώμην,  ήτις  δεν  έχει  ουδέ  πρέπει  νά  ενη 
ιδίαν  πατρίδα.  'Τπό  τοιούτων  ψυχολογικών  αγόμενοι  ελατηρίων  εϊ- 
χον  έκ  τών  προτέρων  μεταβληθή  πάντες  οί  θεαταϊ  εις  διεθνείς  αδελ- 
φούς, ίίς  αλληλένδετους  λάτρας  παγκοσμίου  θεότητος,  της  Αθλητι- 
κής, έχούσης  βωμούς  έν  όλω  τω  κόσμω  άνευ  διακρίσεως  έθνους  και 
ναόν  αυτή;  περιεστεμμένον  υπό  τών  σημαιών  πάντων  τών  εθνών,  τό 
Παναθηναϊκόν  Στάδιον  του  Λυκούργου,  του  Ήρώδου  και  τοΰ  "Αβέ- 
ρωφ. Και  διά  ταύτα,  πριν  έ'τι  άνοίζωσιν  αί  πύλαι  τοΰ  Σταδίου  εις  τά 
είςορμώντα  πλήθη,  εΐνεν  ήδη  τελεσθή  ό  πρώτος  άγων,  ό  της  συν- 
αδελφώσεως  τών  λαών,  υπό  δε  του  άσυνειδήτως  έπιτελεσθέντος  έν  τή 
ψυνή  πάντων  μεγαλοπράγμονος  εκείνου  συνδέσμου  τής  διεθνούς  ειρή- 
νης είνε  κρατυνθή  καϊ  τό  σώμα,  έπιρρωσθεν  εις  βαθμόν  τοιούτον,  ώςτε 
νάψηφήση  πάν  άπό  τών  ατμοσφαιρικών  μεταβολών  άντίξοον  κώλυμα. 
Ανεπαισθήτως  δε  πάντες,  αδιαφορούντες  περί  πάσης  ανωμαλίας  του 
καιρού,  έφαίνοντο  διατεθειμένοι  έ£  ύπαρ/ής  οιονεί  νχ  ύποκλέψωσιν 
άπό  τού  ουρανού  τους  αγώνας  καϊ  παραστώσιν  απτόητοι,  τεθωρακι- 
σμένοι προς  τον  κρυμόν  ή  τον  ΰετόν,  τόν  Βορέαν  ή  τόν  έκατηβόλον 
Απόλλωνα,  εις  τήν  άποθεωσιν  τής  αθλητικής  τέχνης  καϊ  ρώμης  τής 
ύπεμφαινούσης  τήν  έναρμόνιον  άνάπτυξιν  τού  σώματος  και  τής  ψ-ιχής. 


—  717   — 

Το  διπλούν  δε  τούτο  αίσθημα  της  άδελφώσεως  των  λαών  και  της 
καρτερίας  προς  την  άτμοσφαιοικήν  άστασίαν  κατεφάνη  ήδη  τρανώς 
απ'  αυτής  της  προτεραίας  των  αγώνων,  δτε  ό  διάδοχος  του  ελληνι- 
κού θρόνου  έμελλε  νάνασύρη  την  έθνικήν  σημαίαν•  την  καλύπτουσαν 
την  ευγενή  μορφήν  του  χορηγού  του  νέου  Παναθηναϊκού  Σταδίου. 
Ή  εορτή  των  αποκαλυπτηρίων  του  Αβέρωφ  την  ήμέραν  του  Πάσχα 
ήτο  αναγκαία  ούτως  ειπείν  προειςαγωγή  των  αγώνων.  Ό  λίθινος  άν- 
δριάς  του  γηραιού  Ήπειρώτου,  ιδρυμένος  εκεί  παρά  τα  πρόθυρα  οιον- 
εί φρουρός  του  Σταδίου,  έπρεπε  τρόπον  τινά  να  δώση  πρώτον  είς  τά 
πλήθη  την  άόειαν  και  την  εϋλογίαν,  Οπως  εΐςελθωσι  πανηγυρικώς 
τήν  ύστεραίαν  είς  το  μέγα  κτίριον,  όπερ,  έπί  αιώνας  μακρούς  έρημω- 
θέν  και  κατάρρευσαν,  εκείνος  είχεν  ανακαλέσει  είς  νέαν  ζωήν.  Οι  δ* 
επίσημοι  άντιπρόςωποι  τών  φιλάθλων,  οΐτινες  έ'μελλον  άπανταχοθεν 
της  γης  συρρεύσαντες  νχγωνισθώσιν  άπό  τής  αύριον,  και  τών  θεατών, 
οΐτινες  έ'μελλον  νά  θαυμάσωσιν  αυτούς  και  έπικροτήσωσι,  παρέστησαν 
ήδελφωμένοι  ώς  έν  έν•.  πνεύματι  περί  :ήν  λιθινην  δψιν  του  μεγάλου 
χορηγού.  Ή  Έλλας  ήδελφοΟτο  μετά  τών  γενναίων  τής  Ουγγαρίας 
τέκνων,  τών  πρώτων  σπευσάντων  είς  τήν  κλήσιν  αλλογενών  αθλη- 
τών, οϊτινες  οίκην  άντιπροςώπων  σύμπαντος  του  μή  ελληνικού  κό- 
σμου κατεθετον  τον  διά  τών  χρωμάτων  τής  πατρίου  των  σημαίας 
περικεκοσμημένον  στέφανον  εγγύς  τής  δάφνης  ην,  άπό  τοϋ  άνθώνος 
τής  εθνικής  ευγνωμοσύνης  άποσπασθεϊσαν,  είχεν  αναδείξει  θαλερωτέ- 
ραν  ή  περιβάλλουσ'  αυτήν  δίχρους  ελληνική  ταινία.  Και  έν  φ  αί  ση- 
μαϊαι  συνηδελφοΰντο,  αϊ  γλώσσαι  συνανεφύροντο  και  διεθνείς  έπευφη- 
μίαι  αντηχούν  παρά  τήν  εϊςοδον  του  Σταδίου,  οί  παριστάμενοι  εις 
τήν  μεγαλοπρεπή  έορτήν  ήδιαφορουν,  ότι  ελουεν  αυτούς  ό  καταρρη- 
γνύμενος  άπό  τών  νεφελών  του  υπερκειμένου  ουρανού  ύετός.  Πάντες 
εμενον  ακίνητοι  υπό  τής  ήδη  κατεχούσης  τάς  ψυχάς  θέρμης,  ώςεϊ  αί 
ψεκάδες  έκεϊναι  περιέβρε/ον  ανθρώπους  έκ  μαρμάρου,  συμβολικώς 
περιηθροισμένους  περί  τόν  λίθινον,  τόν  ψυχρόν  τού  Αβέρωφ  ανδρι- 
άντα, έν  φ  ή  θύελλα  έμυκάτο  π«ρί  αυτούς  και  υπό  τών  ουρανίων 
καταρρακτών   ώγκουτο  ή   κοίτη   του   παραρρέοντος   Ίλισσοΰ. 

"Ήτο  φανερόν,  ότι  ή  απλή  περιέργεια  είχε  μεταβληθή  πλέον  εις 
ψυχοπάθειαν,  ότι  ή  προςδοκία  είχεν  ύψωθή  είς  φρόνημα.  Μέ  καρδίαν 
κεκινημένην,   μέ    παλλόμενα    τά    στήθη    είςήλθον    τήν    ύστεραίαν,   τήν 


—  718  — 

25  Μαρτίου,  εις  τό  Στάδιον  οι  θεαταί.  Είςήλθον  ;  Είςήρχοντο,  βίςή- 
λαυνον,  είςώρμων  επί  δύο  ατελεύτητους  ώρας.  Όμάοες  όλαι  λαών, 
πλήθη  ατελεύτητα,  αποτελούντα  μακράν  πορείαν  συνεχή,  άδιάκοπον, 
ιερά  πομπή  διήκουσα  δι'  δλων  των  ρυμών  της  πόλεως  και  έχουσα 
μίαν  και  μόνην  διεύθυνσιν,  βαίνουσα  προς  εν  και  μόνον  τέρμα,  Ιστοί- 
βάζετο  κατά  τά;  δύο  τού"  Σταδίου  είςοδους,  και,  μικρόν  παρά  τάς 
θύρας  άναχαιτιζομένη,  διεσκεδάννυτο  διά  των  διαδρόμων  εις  τά  σκέ- 
λη, και  κατελάμβανε  τάς  κερκίδας  και  έχάνετο  εν  τω  ύπερμεγέθει 
κτιρίω,  ώςεί    καταπινομένη   ΰπό   του    αδηφάγου   Λεβιάθαν. 

Ανυπόμονα  άνέμενον  τά  πλήθη  την  εναρξιν  των  αγώνων.  "Οτε  δε 
ό  βασιλεύς  εΐςήλθε  συνοδευόμενος  ΰπό  της  ακολουθίας  αυτού  και  τών 
μελών  της  επιτροπείας,  και  διήλασε  διά  της  κονίστρας  έν  μέσω  τών 
ήχων  τού  εθνικού  ύμνου,  χαιρετιζομενος  υπό  τών  μυριάδων  εκείνων 
λαού  όρθιου,  κροτοϋντος  τάς  χείρας,  έπευφημοΰντος'  οτε  ό  βασιλεύς, 
απαντών  εις  τήν  προςφώνησιν  τοϋ  διαδόχου,  έκήρυζε  την  εναρξιν 
τών  αγώνων,  δοϋς  πρώτος  το  σύνθημα  τών  υπέρ  τοΰ  έθνους  άνευφη- 
μιών,  Ιερά  συγκίνησις,  ενθουσιασμός  φρενιτικός  διέδραμεν  όλην  έκείνην 
τήν  είρηνικήν  στρατιάν  τών  ανθρώπων,  άπό  μυρίων  στομάτων  έκ- 
δηλούντων  τά  αισθήματα  τά  κατέχοντα  τήν  καρδίαν.  Μετά  αιώνας 
μακρούς,  αιώνας  έρημώσεως  τοΰ  Σταδίου  και  εθνικών  συμφορών,  το 
πρώτον  ήδη  άντήχει  έν  τη  πάλιν  όρθωθείση  Ελλάδι,  είςηγουμένου 
αυτού  τού  άνακτος  τών  Ελλήνων,  ή  λέξις  Ζήτω  βαρυσημάντως 
ηνωμένη  μετά  της  λέξεως  έθνος,  ην  ουδέποτε  καθ'  όλους  τους  αιώνας 
είχον  άναβοήσει  τά  χείλη  συνελεύσεως  τόσον  μυριοπληθούς.  Τό  Παν- 
αθηναϊκόν  Στάδιον  έν  τη  ίερα  εκείνη  στιγμή  μετεβάλλετο  από  Στα- 
δίου τών  Αθηναίων  είς  Στάδιον  τών  Ελλήνων  συναπαςαπάντων, 
και  διά  τούτο  άπό  συγκινήσεως  εις  συγκίνησιν  μετακυλινδούμενα  τά 
πλήθη  συνεκινήθησαν  βαθύτατα,  οτε  άπό  εγχόρδων  και  πνευστών  ορ- 
γάνων, άπό  πολυαρίθμων  μουσικών  και  πολυφώνου  ωδικού  χορού 
περιήχησε  τό  Στάδιον  ό  Όλυμπιακός  ύμνος.  Δι'  αυτού  νέος  Έλλην 
ποιητής  και  νέος  "Ελλην  μελωδός  ήμιλλήθησαν  νά  μετεγγίσωσι  δι' 
έμμούσων  στίχων  και  μελικών  στροφών  είς  μεγαλορρήμονα  άμα  και 
φωνοβολον  κλαγγήν  όλον  τό  ρίγος  τού  σφυγμού  εκείνου  τού  μετεωρί- 
ζοντος,  της  δίνης  εκείνης  της  συνδονούσης  τάς  μυριάδας  έκείνας  τών 
ψυχών. 


—  719  — 

Αλλ  ηόη  οςυ  σάλπισμα  άγγέλλει  την  εναρξιν  των  αγώνων,  και 
ευσταλεΐς  έζέρχονται  δια  της  κρύπτης  άπό  των  αποδυτηρίων  οί  άγω- 
νισταϊ του  πρώτου  αγωνίσματος,  τον  δρόμον  εκατόν  ιιέτρων.  Οί 
άγωνισταϊ  εχουσιν  ήδη  πρότερον  δια  κληρώσεως  χωρισθή  είς  τρεις  τά- 
ξεις, δπως  μένη  ικανή  άπ'  αλλήλων  άπόστασις  έν  τω  στίβω  και  μη 
διαγκωνίζονται  οί  δρομείς.  "Ελληνες  και  Γάλλοι,  "Αγγλοι  καϊ  Ούγ- 
γροι, Γερμανοί  και  Αμερικανοί,  εις  Δανός,  εις  Σουηδός,  είς  Χιλια- 
νός μέλλουσι  νάνταγωνισθώσΓ  το  αγώνισμα  έχει  αντικαταστήσει  τον 
άρχαϊον  δρόμον,  όςτις  ήτο  άθλημα  ταχύτητος  καϊ  συνίστατο  είς  την 
διαδρομήν  τοΰ  όλου  Σταδίου  κατά  μήκος.  Ούτω  παρά  μέν  τοις  άρ- 
χαίοιςό  άπλοΰς  δρόμος  είχε  μήκος  εκατόν  ένενήκοντα  περίπου  μέτρων, 
οί  οέ  νεώτεροι  περιώρισαν  αυτόν  σχεδόν  εις  τό  ήαισυ.  Πόσον  δίκαιον 
είχον  οί  αρχαίοι  έπιμηκέστερον  έχοντες  τόν  απλούν  δρόμον  δεικνύει  ή 
τέλεσις  του  αγωνίσματος.  Εντός  δώδεκα  μέχρι  δεκατριών  δευτερολέ- 
πτων είχε  διανυθή  τό  διάστημα  των  εκατόν  με'τρων  υπό  των  ταχύ- 
τερων δρομέων.  Δυνάμεθα  περί  αυτών  \ -χ  Ιπαναλάβωμεν  ό  τι  περί  τών 
αγωνιστών  του  δρόμου  ελεγον  τα  οικεία  επιγράμματα  τών  αρχαίων, 
ων  τάς  φράσεις  άπετύπω'σχν  είς  ωραίας  εικόνας  οί  αγγειογράφοι  της 
αρχαιότητος. *Ησαν  αληθώς  οιονεί  πτηνοί  οί  πόδες  τών  άγωνιζοαένων, 
πλήρεις  ελπίδων  άνέπαλλον  οί  άγωνισταϊ  εις  ύψος  άπό  τοΰ  εδάφους 
τους  ποοας  και  η  πνοή  αυτών  ανεοαινεν  εις  το  άκρον  τών  χει- 
λέων,  τα  στήθη  έκυμαίνοντο  καϊ  με  τάχος  άνεμου  διήοχοντο  προ 
τών  υπό  της  περιέργειας  άναταρασσομένων  και  άνευφημούντων  θεα- 
τών Ή  μάλλον  δεν  διήρχοντο  πρό  τών  θεωμένων,  άλλ'  εφευγον  ως 
αστραπή  και,  πριν  ή  οί  θεαταϊ  προφθάσωσι  να  ϊδωσιν  αυτούς  εξορ- 
μώντας άπό  της  αφετηρίας,  εβλεπον  ήδη  έν  τω  άκρω  τοΰ  τέρματος, 
οιονεί  μή  δυνάμενοι  να  παρακολουθήσωσιν  αυτούς  έν  τω  υ.έσω  τοΰ 
Σταοίου.  Τοιούτους  εί'δομεν  καϊ  τους  άριστους  τών  νέων  δρομέων  έν 
τω  ΙΙαναθηναϊκώ  Σταδίω-  άλλ'  άν  τάνωτέρω  λεχθέντα  άληθεύωσι 
περί  τών  διατρεχόντων  εκατόν  ένενήκοντα  μέτρα  έν  τη  άρχαιότητι, 
είνε  πολύ  μάλλον  αληθή  περί  τής  νέας  σταδιοδρομίας  τών  εκατόν  μέ- 
των.  Έν  τφ  άχανεϊ  Σταδίω  ό  δρόμος  ούτος  είνε  καθ'  ύπερβολήν 
βραχύς,  οί  δε  θεαταϊ  αληθώς  μόλις  ήδυνήθησαν  να  παρακολουθήσωσι 
τους  δρομείς  έν  τω  μέσω  τοΰ  δρόμου.  ΙΙροεκρίθησαν  δ'  έκ  τών  δρο- 
μέων ίξ  εκάστης  τάξεως  άνά  δύο  οί  τους  άλλους  ΰπερδραμόντες,  καϊ  δή 


—  7<>0  — 

οί  Αμερικανοί  Λάϊν.  Κούρτις  και  Μποΰρκε,  ό  Ούγγρος  Σόκολη,ό  "Ελ 
λην  Χαλκοκονδύλης  και  ό  Γερμανός  Χόφμαν.  Τα  δέ  πλήθη  επευφή- 
μησαν χαίροντα  τους  νικητάς  άνευ  διακρίσεως  εθνικότητος,  και  έγνο) 
ρίσθησαν  τότε  το  πρώτον  μετά  τών  σθεναρών  εκείνων  και  ευλύγιστων 
τέκνων  της  Αμερικής,  άτινα  ήσαν  προωρισμένα  να  έπιδείξωσιν  εκ• 
τοτ'  επανειλημμένως  εν  τω  Σταδίω  τα  εύτονα  αυτών  μέλη  και  την 
ρώμην  εν  μέσω  τών  ενθουσιωδών  επευφημιών  τών  θεατών.  Ή  οέ  σχε- 
τική ήδη  έν  τω  πρώτω  άγωνίσματι  εΰδοκίμησις  ενός  τών  Ελλήνων 
προαθλητών  έδωκε  θάρρος  εις  τους  θεατάς  και  ηυζησε  τό  ενδιαφέρον 
διά  της  εις  τήν  άπλήν  περιέργειαν  συναναμίςεως  τοϋ  αισθήματος  της 
εθνικής  φιλοτιμίας.  Τοΰτο,  λανθάνον  τό  κατ' αρχάς  ή  μάλλον  μή  ;κ- 
δηλουμενον,  προέβη  όσημέραι  κορυφούμενον  κατά  τους  αγώνας  και  δια- 
τυπούμενον  είς  τήν  προφανή  συγκίνησιν  τήν  καταλαμβάνουσαν  τους 
θεατάς  και  τήν  δια  κροτήσεως  τών  χειρών  και  φαιδρών  άνακραυγών 
ένθάρρυνσιν,  ότε  κατήρχοντο  εις  τήν  κονίστραν  άγωνισταί  φέροντες 
τήν  λευκήν  μετά  κυανών  παρυφών  περιβολήν,  εξ  ης  διεκρίνοντο  οί 
"Ελληνες  άθληταί. 

Τό  δεύτερον  αγώνισμα,  τό  τριπλούν  άλμα,  παρεΐχεν  ίδιον  όλως 
ενδιαφέρον,  καθ'  ότι  ήτο  ύποχώρησις  της  νέας  αθλητικής  είς  τήν  νέαν 
Ελλάδα.  Τό  πήδημα  είς  τάς  τρεϊς  τό  τόσον  σύνηθες  παρ'  ήμϊν  και 
σώζον  ακόμη  ούτως  ειπείν  τό  άρωμα  τών  άρματωλικών  χρόνων  δεν 
έπεχωρίαζε  παρά  τοις  Εΰρωπαίοις  και  τοις  Άμερικανοϊς  πρό  της  επι- 
σήμου αύτοΰ  αναγραφής  είς  τό  πρόγραμμα  τών  νέων  Όλυμπιακών 
αγώνων.  Κατά  ταΰτα  οί  μέν  τρεις  "Ελληνες  άθληταί  οί  μετάσχοντες 
τούτου  του  αγωνίσματος,  ό  Περσάκης  του  Πανελληνίου  Συλλόγου 
Αθηνών,  ό  Ζουμής  τοϋ  Αθλητικού  ομίλου  και  ό  Τουφερρής,  όςτις 
διά  λόγους  μόνον  τυπικούς  παρουσιάζετο  έν  τω  προγράμματι  ως  Γάλ- 
λος, έγεννήθη  δε  και  άνετράφη  έν  Ελλάδι  και  εϊνε  τρόφιμος  τοΰ  Παν- 
ελληνίου συλλόγου,  παρουσίαζον  τήν  παρ1  ήμϊν  μακραίωνα  παράδο- 
σιν  του  αγωνίσματος,  οί  δ'  Ευρωπαίοι  πηδηταϊ  τήν  έπιπρόςθετον  είς 
τό  τριπλούν  άλμα  άσκησιν  τήν  προςαποκτηθεϊσαν  εκ  της  προς  τά  λοι- 
πά άλματα  εςεως  και  ευχέρειας.  Διά  ταΰτα  οί  πλείστοι  τών  ξένων 
ουδέν  άςιον  λόγου  έπέδειςαν  έν  τούτω  τω  άγωνίσματι,  διεκρίθησαν  δ' 
οί  "Ελληνες  προαθληταί,  καίπερ  αή  δυνηθέντες  να  ύπερακοντίσωσι  τήν 
φυσικήν   άμα  και  έπίκτητον  ελαστικότητα   τοΰ  Αμερικάνου  Κόννολυ, 


—  721   — 

ιπταμένου  μάλλον  η  πηδώντος  και  ύπερβάντο;  τον  δεύτερον  έλθόντα 
Τουφερρή  κατά  εν  δλον  μέτρον  εν  μήκει  13,70  μέτρων.  Άλλα,  καί- 
περ  ήττηθέντες  υπό  του  ζωηρού  και  θερμόαιμου  εταίρου  του  Αθλητι- 
κού ομίλου  τών'Ηνωμένων  Πολιτειών,  επέδειξαν  οι  ημέτεροι  μάλιστα 
κατά  τους  επαναληπτικούς  δρόμους,  δτε  συνεκέντρωσαν  όλας  αυτών 
τάς  δυνάμεις  προς  έκνίκησιν  του  επικινδύνου  ανταγωνιστού,  οΰ  μόνον 
χάριν  και  γραφικότητα  κινήσεων,  άλλα  και  ίδιάζουσάν  τίνα  συμμε- 
τρίαν  εν  τφ  τρόπω  της  φοράς,  όλως  διάφορον  της  νευρικής  και  ηκι- 
στα  καλλιτεχνικής,  ορμητικής  δε  προς  το  τέρμα  επιπηδήσεως  του 
Αμερικάνου  νικητου.Ό  Κόννολυ  ένίκησεν  εις  μήκος,  άλλ'οί  "Ελληνες 
αύτου  αντίπαλοι  ενίκησαν  εις  χάριν.  Ιδίως  δε  άξιαι  της  σμίλης  αρ- 
χαίου καλλιτέχνου  ήσαν  αί  κινήσεις  του  Περσάκη,  ή  δ'  ελαφρά  αύτοΰ 
συνοφρύωσις  και  δήξις  τών  χειλέων  εν  ταΐς  στιγμαϊς  της  υψίστης  φο- 
ράς και  ή  προς  αυτήν  συνδεόμενη  έ'ντασις  τών  μυώνων  του  λαιμού 
προςέδιδον  εις  τήν  χαριτωμένην  αύτοΰ  όψιν  όλην  έκείνην  τήν  γοη- 
τείαν,  ην  άποπνέουσιν  αί  γραμμαί  τών  γλυπτικών  παραστάσεων  αρ- 
χαίων αθλητών. 

Το  δ'  επακολουθήσαν  αγώνισμα  του  δρόυ,ΟΊ/  τών  οκτακοσίων 
μέτρων  εκίνησε  το  ενδιαφέρον  τών  θεατών  πολύ  περισσότερον  του 
άπλοϋ  δρόμου. 

Οι  αρχαίοι  εϊχον  τεσσάρας  δρόμους  έν  Όλυμπία  μετά  τήν  πλήρη 
άνάπτυξιν  τών  Όλυμπιακών  αγώνων,  ώς  τεσσάρας  έχουσι  και  οί  νεώ- 
τεροι αθλητικοί  αγώνες.  Άλλ'  οί  νεώτεροι  διετήρησαν  μόνον  τους 
τρεις  δρόμους  τους  άντιστοιχοΰντας,  έστω  και  με  ^ιαφοράν  περί  τά 
μήκη,  είς  τον  απλούν  δρόμον  τών  αρχαίων,  τόν  δίαυλον  και  τον  δό- 
λιχον  καταργήσαντες  δε  τήν  εν  Όλυμπία  όπλιτοδρομίαν,  είςήγαγον 
άντ'  αυτής  τόν  δρόμον  τών  όκτακοσίο>ν  μέτρων,  δςτις  όύναται  νά 
ταχθή  πολύ  μάλλον  είς  τους  δρόμους  αντοχής  ή  τού;  τής  ταχύτη- 
τος,  ει  και  διά  το  σχετικώς  μικρόν  του  διατρεχομένου  διαστήματος 
δεν  κρίνει  αυτόν  μόνη  ή  άντο/ή.  άλλ'  είνε  αύτη  συμπαρεζευγμένη 
μετά  τής  ταχύτητος,  προςόντος  άλλως  αναγκαίου  εις  τους  δρομείς 
αντοχής  καθ'  οιονδήποτε  δρόμον.  Ούτω,  τών  αγωνιστών  τοϋ  δρόμου 
τών  οκτακοσίων  μέτρων  μελλόντων  νά  διαδράμωσι  τόν  όλον  στίβον 
τού  Σταδίου  δις,  το  ενδιαφέρον  υπήρξε  πολύ  μεγαλείτερον  ή  κατά 
τόν  απλούν    δρόμον  τών  εκατόν  μέτρων.   Οι  δρομείς  εμελλον  νά  όιέλ- 

ΕΠΓΡ.   Π=   ΛΑΜΠΡΟΓ,    ΜΙΚΤΑΙ   ΣΕΛΙΔΕΣ  ^ 


—  722  — 

θωσι  οίς  παρ  έκάτερον  σκέλος  του  Σταδίου,  γινόμενοι  ορατοί  εις  πάν- 
τας  τους  θεατάς,  δυναμένους  να  παρακολουθήσωσι  τα  διάφορα  στάδια 
του  δρόμου  καί  έπευφημοΰντας  μεν  τους  προτρέχοντας,  ενθαρρύνον- 
τας οέ  τους  άπολειπομένους,  έκπλησσομένους  δ'  επί  τη  αιφνίδια  επι- 
ταχύνσει  τοϋ  βήματος  τέως  καθυστερουντος  δρομέως  καί  άνυπομόνως 
βλέποντας  προς  το  τέρμα,  όπως  χαιρετίσωσι  τον  νικητήν.  Ό  δρόμος 
τελείται  ΰπό  ούο  τάξεων  δρομέων,  ών  ή  πρώτη  παρέχει  την  άθλητι- 
κήν  άπόλαυσιν  αμιγή  παντός  φυλετικού  αισθήματος,  επειδή  ουδείς 
των  Ελλήνων  προαθλητών  έκληρώθη  εις  την  πρώτην  τάξιν.  Οί  διαμ- 
φισοητούντες  το  πρωτεΐον  εν  τη  πρώτη  τάζει  εΐνε  ό  Αυστραλιανός 
Φλάκ,  δρομεΰς  ταχύπτερος,  ωραίος  νεανίας,  περί  ου  ήδύνατο  να  λε- 
χθή,  οτι  δεν  έπάτει  καν  τους  πόδας  εις  το  έδαφος,  οίους  έξεικονίζουσι 
τους  αρχαίους  δολιχοδρόμους  τά  ελληνικά  αγγεία,  καί  ό  εΰσταλής 
Ούγγρος  Δάνυ,  ολίγον  μέν  εκείνου  υπολειπόμενος,  ίλκύων  δ'  έφ'  εαυ- 
τόν όλην  έκείνην  την  συμπάθειαν,  ης  είχον  άξιωθή  άπ'  αυτών  των 
πρώτων  ήμερων  της  εις  Αθήνας  έλεύσεως  αυτών  οί  Ούγγροι  άθλη- 
ταί.  Ή  δε  δευτέρα  τάξις  τών  νέων  διαυλοδρόμων  δεν  κινεί  μόνην  την 
περιέργειαν,  άλλα  συνταράσσει  τους  θεατάς  καί  άλλως,  επειδή  μετα- 
ξύ τών  δρομέων  κυματίζουσι  καί  τά  εθνικά  χρώματα  υπό  τον  τύ- 
πον της  περιβολής  ην  φε'ρουσιν  οί  προαθληταί  του  Αθλητικού  ομί- 
λου Φέτσης  καί  Γολέμης.  Τούτον,  έπί  μακρόν  προτρέχοντα  πάντων 
τών  άλλων,  ένθαρρύνουσι  παλλόμεναι  αϊ  χείρες  τών  θεατών.  Καί 
αντέχει  θαρραλέως  μέχρι  τών  τελευταίων  στιγμών,  ότε  ολίγον  προ 
του  τέρματος,  εντείνων  τάς  έσχάτας  δυνάμεις,  διαβαίνει  πρώτος  ό 
Γάλλος  Λερμυζιώ,  άφίνων  τον  Γολέμην  δεύτερον.  Αί  χείρες  κροτοϋσι 
τους  τεσσάρας  νικητάς,  ών  ό  διεθνής  τελικός  άγων  έμελλε  νά  έπανα- 
ληφθη  άλλην  ήμέραν,  άλλ'  ή  ταχύτης  ην  ανέπτυξαν  έν  τψ  δρομω  οί 
πρώτοι  νικηταί  εκατέρας  τάξεως  άναδειχθέντες,  ό  Αυστραλιανός  καί 
ό  Γάλλος,  πληροΰσι  τους  πολλούς  εύλογου  ανησυχίας.  Ό  Φλάκ  καί 
ό  Λερμυζιώ,  οί  ακαταπόνητοι  εκείνοι  δρομείς,  έ'χουσι  δηλώσει  τήν 
συμμετοχήν  αυτών  καί  είς  τον  Μαραθώνιον  δρόμον.  Δεν  θά  έ'λθη  λοι- 
πόν "Ελλην  νικητής  έκ  Μαραθώνος ;  διερωτώσιν  ανήσυχοι  αλλήλους 
οί  θεαταί. 

'Αλλά  τήν  πρόωρον  άνησυχίαν  ταύτην  διακόπτει  προς  ώραν  ή  σάλ- 
πιγξ  άγγέλλουσα  τήν  εναρξιν  της  δισκοβολίας.  Είχε  τόσον  ελκύσει 


—  723  — 

τους  θεατάς  των  Πανελληνίων  αγώνων  ή  χάρις  του  πλαστικού  σώ- 
ματος του  Βερσή,  βάλλοντος  ευθύ  τον  δίσκον,  και  ή  θέα  του  Παρα- 
σκευοπούλου  και  του  Παπασιδέρη,  σθεναρώς  ανταγωνιζομένων  προς 
τον  'Έλλην'  άντίπαλον,  ώςτε  ήδη  άπό  των  προτέρων  είχε  σχηματι- 
σθή  υπέρ  των  Ελλήνων  δισκοβόλων  ρεύμα  δνι  πολύ  διάφορον  εκλο- 
γικού. Ά  ν  ή  νίκη  έμελλε  νάποδοθή  οχι  ύπό  των  ελλανοδικών,  συγ- 
κρινόντων  την  δισκοβολίαν  των  αθλητών,  άλλ'  ύπο  της  ψήφου  των 
θεατών  άπό  κερκίδος  εις  κερκίδα,  την  νιχώσαν  ήθελε  λάβει  δια  παν- 
δήμου βοής  άμα  μέν  τη  πρώτη  εμφανίσει  ό  Βερσής,  μετά  δε  τάς 
πρώτας  αύτοΰ  επιτυχείς  δισκοβολικάς  επιδείξεις  ό  Παοασκευόπουλος. 
Το  αυτό  ήθελε  συμβή,  αν  ήθελον  άναστηθή  ΐκ  τών  τάφων  οί  θεαταΐ 
τών  αγώνων  της  αρχαίας  Ολυμπία;,  το  αυτό  αν  ό  Μύρων  άναβιώ- 
σας  ήθελεν  έμφανισθή  επιζητών  πρότυπον,  όπως  σμιλεύση  νέον  δίσκο 
βόλον.  Άλλ'  οί  νέοι  άγώνβς  της  αθλητικής  εχουσι  και  ταύτην  τήν 
διαφοράν  άπό  τών  αρχαίων,  ότι  τό  νεώτερον  πρακτικόν  πνεύμα  έχει 
εϊςαγάγει  εις  αυτού;  τήν  άρχιτεκτονικήν  ταινίαν  και  τό  χρονόμετρον. 
Όλίγα  εκατοστά  του  γαλλικού  μέτρου,  ολίγα  δεκατημόρια  τού  δευ- 
τερολέπτου μεταφέρουσι  τον  στέφανον  άπό  κεφαλής  πραξιτελείουΈρ- 
μού,  άπό  σώματος  μυρωνείου  Δισκοβόλου  εις  τάς  ευκίνητους  έκείνας 
εκ  σαρκός  μηχανάς  τής  αθλητικής,  ας  φαίνεται  κινώ\•  ό  ηλεκτρισμός 
τού  Έδδισων,  άπό  τού  αρχαίου  κόσμου  εις  τόν  νέον.  Τούτο  δε  και 
συνέβη  εις  τους  νέους  "Ελληνας  δισκοβόλους.  Όλίγα  εκατοστά  του  μέ- 
τρου έδωκαν  τήν  νίκην  εις  τόν  Άμερικανόν  Γκάρρεττ,  βαλόντα  τόν 
ζύλινον  και  διά  σιδήρου  περιεστεφανωμένον,  βάρος  μια:  όκας  και  δια- 
κοσιων  εικοσιπέντε  οραμιων  έχοντα  οισκον  εις  αποστασιν  μέτρων 
29, 15, ου  άπελείφθη  ό  τυχών  τών  δευτερείων  ΙΙαρασκευόπουλος  κατά 
δεκαεννέα  και  ήμισυ  εκατοστά.  Άλλ'  ό  Μύρων,  συμπαριστάμενος  άο- 
οατος  αεταξύ  τών  θεατών  και  μή  κρατών  έφ  εαυτού  γαλλικόν  μέ- 
τρον,  έθαύμασε  μακρόθεν  τάς  καλλιτεχνικάς  στάσεις  τών  Ελλήνων 
αθλητών,  τήν  εΰμέλειαν  τού  Βερσή  και  τήν  έπίχαριν  κύρτωσιν  τοϋ 
σώματος  τού  Παρασκευοπούλου  ,  και,  άναγνωρίσας  τάς  επαναλήψεις 
τών  στάσεων  τού  Δισκοβόλου  του,  έπαλλε  τάς  χείρας  ώς  παιδίον  έκ 
θαυμασμού  προς  τήν  άπροςδόκητον  γονιμότητα  του  παρ  αυτού  καλ- 
λιτεχνηθέντος  άνδριάντος,  γεννήσαντος  τοιούτους  έκγόνους. 

Μετά  δε  τάς   συγκινήσεις  και  τό  καλλιτεχνικόν   θέαμα  τής  δίσκο- 


—  724  — 

βολίας  οι  θεαταί  έτράπησαν  επί  την  θέαν  του  τελευταίου  αγωνίσμα- 
τος της  πρώτης  ημέρας,  τον  δρόμοι;  των  τετρακοσίων  μέτρων. 
Τό  αγώνισμα  τούτο   δυνάμεθα  να  όνομάσωμεν  τον  νέον  δίαυλον,  συνι- 
στάμενον  εις  δρόμον  διπλούν  καθ'  δλον  τό  μήκος  του  Σταδίου, ήτοι  είς 
άπόστασιν   τριακοσίων    όγδοήκοντα  περίπου  μέτρων    και  κατά  ταΰτα 
ολίγων  μόνων  μέτρων  διαφοράν  επί  έ'λαττον  έχοντα  από  του  νέου  διαύ- 
λου. Εΐνε  κατά  ταΰτα  και  ό  νέος  δίαυλος  ώς  ό  αρχαίος  δρόμος  ταχυ- 
τητος  άμα  και  αντοχής,  και  εκίνησε  τό  ενδιαφέρον  τών  έν  τω  Παναθη- 
ναϊκω  Σταδίω  θεατών,  ώς  και  ό  των  οκτακοσίων  μέτρων,   πλειότερον 
του   άπλοΰ    δρόμου,    άτε   των    δρομέων    διελασάντων    παρ'    έκάτερον 
σκέλος  του  Σταδίου   και  γενομένων  ορατών  εις  απαντάς  τους  περικα- 
θημένους  θεατάς.  Και  οι  μεν  μόνας  τάς  έκ  της  εξεγέρσεως  της  εθνικής 
φιλοτιαίας  συγκινήσεις  έπι&ιώκοντες   έμειναν  ψυχρότεροι  κατά  τούτον 
τον  δρόμον,  καθ1  δν  δεν  διηγωνίζοντο  δρομείς  "Ελληνες,  άλλα  πάντες 
ούχ  ήττον  δεν  έμειναν   αδιάφοροι  προς  την  διεθνή  εκείνην  σταδιοδρο- 
αιαν  τών  δύο  τάξεων,  ήτις  άπέληξεν   είς  τήν  νίκην  τών  Αμερικανών 
Τζαίιιχσον    και    Μπουρκε    ώς    πρώτων,    τα    δευτερεΐα    λαχόντων   του 
Γερμανού    Χόφμαν    και   του  "Αγγλου    Γκμέλιν. 

Τά  πλήθη  διαλυόμενα  και  κενούντα  τό  Στάδιον,  έν  ω  και  πάλιν 
άνεβιβάζετο  επί  του  ίστου  ή  αμερικανική  σημαία,  ανυπόμονα  έξέ- 
φραζον  τάς  προςδοκίας  αυτών  και  τήν  γνώμην  περί  τών  τελικών  δρό• 
αων,  οϊτινες  εμελλον  νά  τελεσθώσιν  έν  άλλαις  ήμέραις,  και  περί  τών 
λοιπών  αγωνισμάτων,  ων  έπεφυλάσσετο  είς  αυτά  ή  θέα.  Εύρίσκοντο 
άκόαη  έν  τη  αρχή  τών  αγώνων  και  δχι  κατά  τό  πέρας,  άλλ'  ήδη 
πορίσματα  τίνα  ήσαν  καταφανή.  Και  πρώτον  μεν  πάντες  ήσαν  σύμ- 
φωνοι περί  της  επιτυχίας  τών  αγώνων  και  ή  επί  τούτω  χαρά  έξεικο- 
νίζετο  επί  του  προςώπου  πάντων.  ΤΗτο  ή  κυριωτάτη  νίκη  ην  ήδύνα- 
το  νά  εΰνηθή  τό  έθνος  είς  εαυτό. "Επειτα  δε,  πάντες  μεταβαλλόμενοι 
από  Ελλήνων  είς  φιλάθλους,  άνεγνώριζον  τήν  προφανή  υπέρ  τά  άλλα 
έ'θνη  ΰπερτέρησιν  τών  Αμερικανών,  και  μετά  της  ομολογίας  ταύτης 
ήτο  έγκαταμεμιγμένη  ή  μη  δυναμένη  νάποκρυφθή  χαρά,  ότι  κατά 
τάποτελέσματα  της  πρώτης  ημέρας  μετά  τά  πρωτεία  του  νέου  κό- 
σμου ήρχοντο  ενδεικνυόμενα  τά  έν  τη  πρώτη  ταύτη  τών  νέων  "Ολυμ- 
πιάδων δευτερεΐα  της  Ελλάδος.  Τά  δε  πρωτεία  ταύτα  έν  τω  πα- 
λαίω   κόσμω   και    εν,  έ'ςτω   εν  και  μόνον   άριστείον    μεταξύ    απάντων 


—  725  — 

των  διαγωνιζομένων  απέβησαν  άπ'  εκείνης  της  ημέρας  τό  μόνον  δ  ν  ε  ι  - 
ρον  των  εΐςερχομένων  εις  τό  Στάδιον.  Άλλα  τό  εν  εκείνο  άριστεϊον, 
τό  ποθητόν  αθλον  του  Μαραθωνίου  δρόμου,  δεν  ήτο  αρά  γε  προωρι- 
σμένον  δια  τον  μικρόσωμον  εκείνον,  άλλ'  ώκύποδα  Γάλλον,  δια  τόν 
εΰσταλή  Οΰγγρον,  ου  διεφημίζετο  ή  ταχύτης,  ή  μάλλον  δια  τόν  ξαν- 
θότριχα  Αύστραλιανόν,  τους  επικίνδυνους  εκείνους  ξένους,  ους  πάντες 
εΐχον  φοβηθή  μάλλον  ή  θαυμάσει,  εκ  φόβου  μή  θαυμάζοντες  εΰκολύ- 
νωσι  την  Μαραθώνιον  αυτών  νίκην  ; 

Την  δευτέραν  ήμέραν  των  αγώνων,  Τρίτην  26  Μαρτίου,  οι  θιαταϊ 
καταλαμβάνουσι  τάς  θέσεις  αυτών  εγκαίρως  ούχ  ήττον  πολυπληθείς 
η  κατά  την  πρώτην.  Τά  πλήθη  εχουσι  συνειθίσει  τελείως  εις  την  τά- 
ξιν,  εΰρίσκουσιν  ευκόλως  τάς  θέσεις  αυτών,  ην  οί  πλείστοι  εξέλεξαν 
αυτοί  εκ  τών  προτέρων.  Αϊ  λέξεις  Δεξιόν  η  'Αριστερόν  σκέλος,  Σφεν- 
δόνη, Κερκΐς  δείνα  ή  τάδε,  "Ανω  του  διαζώματος  η  κάτω  δεν  είνε 
πλέον  λέξεις  κεναΐ  η  ακατανόητα  σύμβολα,  άλλα  παλαιοί  γνώριμοι, 
οΰς  πάντες  έ'^ουσι  φιλίως  άνά  τά  χείλο.  'Αλλ'  έ'χει  συμφιλιωθή  και 
ό  ουρανός  μετά  τών  αγώνων  την  ήμέραν  έκείνην,  και  λαμπρός  ήλιος 
περιαυγάζων  το  όλον  θέατρον  του  Σταδίου  αναδεικνύει  λαμπροτέρας 
τάς  στολάς,  φωτεινοτέραν  τών  χρωμάτων  την  ποικιλίαν.  Άλλ'  ιδού 
ακούεται  μ,ετά  την  άφιξιν  τών  βασιλέων  τό  πρώτον  σάλπισμα  και  ή 
περιέργεια  του  πλήθους  εκρήγνυται  κατ'  αντίθεσιν  προς  τά  μέχρι  τού- 
δε αγωνίσματα  εις  γέλωτας  και  καγχασμούς  μάλλον  ή  επιφωνήματα 
θαυμασμού  και  χειρών  κρο:ήσεις.  Αληθώς  τό  θέαμα  του  πρώτου 
αγωνίσματος  της  δευτέρα;  ημέρας  κινεί  προς  τω  ένδιαφέροντι  του 
θεατού  ευκόλως  τους  γελασίνους  τών  προς  γέλωτα  ευεπίφορων.  Έχει 
πράγματι  ό  δρόμος  μετ'  εμποδίων  τι  τό  άστείον,  ών  κράμα  δρό- 
μου μεθ'  άλματος.  Ό  συνδυασμός  τού  βραχέος  δρόμου  τών  εκατόν 
δέκα  μέτρων,  άρα  δρόμου  ταχυτητος,  μετά  της  ύπερπηδήσεως  τών 
περί  τό  εν  μετρον  ύψηλα>ν  και  έν  μικρΛ  άπ'  αλλήλων  αποστάσει  κεί- 
μενων ξύλινων  εμποδίων  παρέχει  εις  τους  αγωνιζόμενους  την  δψιν 
δαιμονιώντων  τό  δε  ποικίλον  του  μικτού  θεάματος  αυξάνει  ό  διάφο- 
ρος τρόπος,  καθ"  δν  άλλος  τών  ανταγωνιστών  άλλως  υπερπηδά  τά 
εμπόδια.  Και  τίνες  μεν  ύπερυψοΰσι  τόν  έτερον  μόνον  τών  ποδών, 
όπως  έχωσιν  έ'τοιμον  τόν  άλλον  προς  δρομον  μετά  την  ύπερπήδησιν, 
άλλοι  δε  βαίνβυσιν  ευθείς,  ολίγον  μόνον  κλίνοντες  προς  τά  πρόσω  και 


—  726  — 

ύπβράλλονται  τα  εμπόδια  δι'  αμφοτέρων  των  ποδών,  άλλοι  δ'  ευρί- 
σκονται και  κατά  τον  χρόνον  των  μικρών  μεταξύ  των  εμποδίων  δρό- 
μων έν  διαρκεί  φορά  πτήσεως.  Ούτω  δε,  πριν  η  σχεδόν  την  θυμηδίαν 
προφθάση  νάντικαταστήση  το  ένδιαφε'ρον,  έκ  των  δύο  τάξεων  βίς 
άς  συνεπτύχθησαν,  τινών  αγωνιστών  αποσυρθέντων,  οϊ  το  πρώτον  βίς 
τρεις  τάζεις  κληρωθέντες  δρομείς,  προεκρίθησαν  δια  τον  τελικόν  δρό- 
μον  οί  Αμερικανοί  Κοΰρτις  και  Χοϊτ,  ους  οι  συναθληταϊ  και  συμ- 
πατριώται  ύπεδέχθησαν  εξερχόμενους  νικητάς  έκ  της  κονίστρας  δια 
τών  ιδιορρύθμων  εκείνων  έπιφωνήσεων,  άς  είχεν  ήδη  συνειθίσει  και 
οιονεί  ανέμενε  το  πλήθος,  έν  ω  την  πρώτην  ήμέραν  είχε  καταπλαγή 
ΰπο   του    άήθους  ακούσματος. 

Και  πάλιν  δε  μετά  ταύτα  εις  την  άμερικανικην  σημαίαν  έπεφυ- 
λάσσετο  ή  νίκη  έν  τφ  άπλω  άλματι  εις  μήκος.  Δεκαοκτώ  μεν 
εινε  οί  εγγεγραμμένοι  άγωνισταί,  μετέχουσι  δε  τού  αγωνίσματος  οί 
πλείστοι,  ολίγων  αποχωρησάντων.  Άλλα  και  πάλιν,  ως  έν  πολλοίς 
άγωνίσμασι  συνέβη,  ό  κρίσιμος  άγων  μετά  την  καταφανή  ύστέρη- 
σιν  τών  λοιπών  επαναλαμβάνεται  μεταξύ  τών  Αμερικανών  και  Ελ- 
λήνων αγωνιστών.  Άλλ'  ούτε  η  δεξιότης  του  Τουφερρή  ούτε  ή  χάρις 
του  Χαλκοκονδύλη  και  τού  Σκαλτσογιάννη  ίσχυσαν  να  παράσχωσιν 
εις  αυτούς  τήν  νίκην  απέναντι  αντιπάλων  οίοι  ό  Κλάρκ  και  ό  Γκάρ- 
ρεττ,  ων  ό  πρώτος  έπήδησεν  εις  μήκος  6,35  μέτρων. 

Έπαναληφθέντος  δ'  έπειτα,  μεταξύ  τών  κατά  την  προτεραίαν  προ- 
κριθέντων προαθλητών,  τού  δρόμου  τών  τετρακοσίων  μέτρων,  ήρατο 
την  τελικήν  νίκην  ό  Αμερικανός  Μπούρκε,  διαυλοδρομήσας  εντός 
54"  και  '/5,  δευτέρου  φθάσαντος  εις  τό  τέρμα  άλλου  Αμερικανού, 
τού   Τζαίιμσον. 

Τό  δε  τέταρτον  τών  αγωνισμάτων  τής  ημέρας,  ή  σφαιροβολία, 
προκαλεί  τάς  συγκινήσεις  τών  θεατών  κατά  τρόπον  όμοιον  προς  την  δι- 
σκοβολίαν  τής  προτεραίας.  Μετέχουσι  τού  αγωνίσματος  δύο  Γερμανοί, 
ό  άπό  τής  πρώτης  ήδη  ημέρας  δημοφιλής  διά  τό  βραχύσωμον,  φαι- 
δρόν  και  άεικίνητον  και  την  εις  πλείστα  όσα  αγωνίσματα  άνάμιξιν 
Σούμαν  και  ό  Χόφμαν,  δύο  Αμερικανοί,  ό  έν  τω  άλματι  νικητής 
Κλάρκ,  ό  Όλυμπιονίκης  τής  δισκοβολίας  Γκάρρεττ  και  ό  Ζακύνθιος 
Γοΰσκος.  Ό  'Έλλην  αγωνιστής  ευθύς  έξ  αρχής  φαίνεται  υπερτερών. 
Έν  τ9)  στάσβι  αυτού,  σταθμώντος  τήν  σφαίραν  και  τον  άριστβρόν  πόδα 


—   727  — 

έχοντος  άνασεσηκωμένον,  έπειτα  παρασκευαζομένου  να  βάλη  και  μετα- 
πηδώντος,  τέλος  δε  βάλλοντος,  παρέχουσιν  έπαλληλίαν  γραφικών  σκη- 
νών αύτόχρημ'  άξιων  θέας.  Την  ΰπερτέρησιν  δ'  αυτού  έπιμαρτυ- 
ρεϊ  και  ή  προϊούσα  πρόκρισις  αύτοΰ,  μείναντος  τέλος  μέ  μόνον  άντα- 
γωνιστήν  τον  Γκάρρεττ.  Ό  άγων  επαναλαμβάνεται  μεταξύ  αυτών, 
και  φαίνεται  και  πάλιν  πρωταγωνιστών  ό  Γοΰσκος.  Είνε  ή  πρώτη 
ελληνική  νίκη.  κερδηθεϊσα  η  δη  ίν  τη  πεποιθήσει  τών  θεατών,  ην  επαυ- 
ξάνει προς  στιγμήν  η  εκ  λάθους  έπϊ  του  ίστοΟ  άνάρτησις  τοΰ  αριθμού 
τοΰ  Γούσκου.  Το  Στάόιον  άνασείεται,  πίλοι  άναρρίπτονται  εις  τον 
αέρα,  μανδύλια  κυματίζουσιν,  ό  ενθουσιασμός  τρέχει  άπό  καρδίας  εις 
καρδίαν,  ότε  όλην  έκείνην  την  συγκίνησιν,  ήτις  ανέμενε  την  εθνικήν 
σημαίαν  επί  τοΰ  ίστοΰ,  όπως  μεταστή  αυτόχρημα  εις  δάκρυα,  κατα- 
στέλλει ή  θέα  της  άναπεταννυμένης  πολυαστέρου  σημαίας.  Ό  Γκάρ- 
ρεττ είχε  νικήσει,  βαλών  την  σφαΐραν  εις  μέτρα  11, 22,  τοΰ  Γούσκου 
κατά  επτά  μόνον  εκατοστά  ύπολειφθέντος. 

Πάντες  ελπίζουσιν,  ότι  τών  Ελλήνων  τις  έμελλε  νά  στεφθή  ώς  "Ο- 
λυμπιονίκης έν  τω  έπομένω  άγωνίσματι,  τη  άρΡεί  βαρών.  Άλλ'  ό 
Βερσής,  ό  Νικολόπουλος,  ό  Παπασιδέρης  ύπελείφθησαν  και  έν  τού- 
τω, έν  μεν  τη  άρσει  δι'  αμφοτέρων  τών  χειρών  νικητοΰ  άναδειχθέν- 
τος  τοΰ  Δανοΰ  Γιάνσεν.  άραντος  βάρος  εκατόν  ένδεκα  και  ήμίσεος 
χιλιόγραμμων,  εν  δε  τη  άρσει  διά  της  ετέρας  τών  χειρών  του  εΰστα- 
λούς  και  κομψού  "Αγγλου  Έλλιοτ,  άραντος  χιλιόγραμμα  έβδομή- 
κοντα  και  εν. 

Δύςθυμοι  επί  ταϊς  άποτυχίαις  τών  δύο  τελευταίων  αγωνισμάτων 
παρέστησαν  οί  "Ελληνες  θεαταϊ  εις  τό  τελευταϊον  αγώνισμα  της  ημέ- 
ρας,τον  δρόμον  τών  μιλίων  πεντακοΡίων  μέτρων, δρόμον  αντοχής 
όπωςδήποτε  αντιστοιχούντα  παρά  τοίς  νεωτέροις  εις  τήν  δολιχοδρο- 
•μίαν  τών  αρχαίων.  Δεν  αποκλείονται  μέν  ελπίδες  σχετικής  επιτυχίας, 
λαμβανομένων  ύπ'  όψιν  τών  αποτελεσμάτων  τοΰ  δρόμου  τών  οκτα- 
κοσίων, καθ'  ας  μεταξύ  τών  διά  τον  τελικόν  δρόμον  προκριθέντων 
υπήρξαν  και  δυο  "Ελληνες,  ό  Φετσης  και  ό  Γολεμης,  και  νυν  τασ- 
σόμενοι εις  τους  άγωνιστάς  τοΰ  δολίχου,  άλλ'  ούτε  ούτοι,  ούτε  ό  μετ' 
αυτών  αγωνιζόμενος  Καρακατσάνης  ήδυνήθησαν  νάντιμετρηθώσι  προς 
τον  ταχύποδα  Αϋστραλιανόν  Φλάκ  και  τον  τυχόντα  τών  δευτερείων 
Άμερικανον  Μπλάκ. 


—  728  — 

Τά  πλήθη  διαλύονται  έν  μέσω  του  αρχομένου  ψύχους. 
Πρώτον  δ'  αγώνισμα  της  Πέμπτης,  28  Μαρτίου,  ύπήρξεν  ό  τελι- 
κός δρόμος  των  οκτακοσίων  μετρούν,  Ιν  ω  την  νίκην  ήρατο  ό 
Αυστραλιανός  Φλάκ,  διανύσας  τον  όλον  δρόμον  εις  λεπτά  2,11'.  Ό 
δρόμος  ούτος  υπήρξε  το  μόνον  άθλητικόν  αγώνισμα  της  ημέρας,  εις  δ 
έπηκολούθησαν  τα  γυμναστικά.  Ώραϊα  και  στερεά  κινητά  μονόζυγα 
και  δίζυγα  και  τάλλα  αναγκαία  γυμναστικά  όργανα,  εγκαίρως  αφι- 
χθέντα εκ  Βερολίνου,  εΐχον  στήθη  έν  τη  κονίστρα  του  Σταδίου.  Και 
τούτων  δε  τών  αγωνισμάτων  μετέσχον  "Ελληνες  άγωνισταί,  πεποι- 
θότες  μεν  εις  την  χρονιωτέραν  παρ'  ήμίν  καλλιέργειαν  της  γυμναστι- 
κής, όφειλομένην  εις  την  δραστηριότητα  και  τον  ζηλον  του  έν  Ελ- 
λάδι πρωτεργάτου  της  γυμναστικής,  του  κατ'  αύτάς  άφ'  ημών  προ- 
ώρως  μεταστάντος  Ιωάννου  Φωκιανοΰ,  διευθυντού  του  Κεντρικού  γυ- 
μναστηρίου και  είςηγητού  της  ιδρύσεως  τών  πρώτων  παρ'  ήμϊν  γυ- 
μναστικών σωματείων,  έν  οίς  παραλλήλως  καλλιεργείται  η  τε  γυμνα- 
στική και  ή  αθλητική,  ούχ  ήττον  δε  μετά  δέους  προςβλέποντες  τους 
έλθόντας  έκ  Γερμανίας,  της  πατρίδος  του  ΥαΙβΓ  Ιαΐΐη,  άντιπροςώπους 
της  γυμναστικής.  Και  αληθώς,  ώς  έν  τοις  άθλητικοϊς  άγωνίσμασι  τάς 
πλείστας  νίκας  ήραντο  έν  τω  Σταδίω  οί  Αμερικανοί,  ούτως  αϊ  πλεί- 
στα* τών  νικών  έν  τη  γυμναστική  έκόσμησαν  τήν  κεφαλήν  Γερμανών, 
και  κατ'  επανάληψιν  ήρθη  έπϊ  του  ίστοΰ  ή  γερμανική  σημαία,  επι- 
κρατούντων τών  θεατών.  Ώραϊον  ήτο  το  θέαμα  τών  ομάδων  τοϋ 
δίζνΥΟΙ/,  δύο  ελληνικών,  της  τού  Εθνικού  Γυμναστικού  Συλλόγου 
Αθηνών  καί  της  έκ  τεσσαράκοντα  περίπου  έφηβων  συνισταμένης  του 
Πανελληνίου  γυμναστικού  συλλόγου,  ώς  και  της  τήν  νίκην  άραμένης 
γερμανικής  ύπό  τον  Χόφμαν.  Καί  τά  μεν  γυμνάσια  τών  Ελλήνων 
εφήβων  υπήρξαν  οΰ  μόνον  ρυθμικώτατα,  αλλά  *αί  θεαματικώτερα, 
ιδίως  τά  της  ομάδος  τού  Πανελληνίου  συλλόγου,  ήτις  έθεωρήθη  Ιπί 
τινας  στιγμάς  ύπό  του  πλήθους  ώς  μέλλουσα  νάξιωθή  τής  νίκης.  Άλλ' 
ή  μείζων  ακρίβεια  καί  αντοχή  τών  δυςκολωτέρων  γυμνασμάτων,  άτινα 
έν  άπαραμίλλω  στρατιωτική  τάξει  έξετέλεσεν  ή  γερμανική  ομάς,  έπεισε 
τους  έλλανοδίκας  νά  δώσωσιν  εις  αυτήν  τήν  νίκην  διά  τε  τά  επί  τού 
δίζυγου  γυμνάσια  καί  τά  έπ\  τοϋ  μονόζυγου,  άτινα  έξετέλεσαν  άνευ 
ανταγωνιστών  οι  Γερμανοί. 

Γερμανός  δε,  ό  Σοΰμαν,  ύπήρξεν  ό  νικητής  καί  έν  τω  άγωνίσματι 


—  729  — 

τοϋ  ίππικοϋ  εφαλτηρίου  μετά  λαβών,  την  έπί  τοϋ  Ιππικοί) 
εφαλτηρίου  άνευ  λαβών  νίκην  άράμένου  του  Ελβετού  Ζοϋτερ. 
Γερμανός  δε,  ό  δεξιός  άμα  καί  χαρίεις  Βαϊνγκαϊρτνερ,  υπήρξε  καί  ό 
νικήσας  έν  ταΐς  άσκήσεσιν  επί  μονόζυγου  κατ'  άνδρα,  Γερμανός 
δε  και  ό  εν  τω  αύτω  άγωνίσματι  τυχών  των  δευτερείων  Φλάτοβ,  εί 
και  δυς^ερεστάτας  και  δεξιωτάτας  ασκήσεις  έπί  τοϋ  μονόζυγου  έξε- 
τέλεσαν  και  οι  Ελληνες  γυμνασταί  Τσικλητήρας  καί  Παπαϊωάννου. 
Ύπηρζαν  μάλιστα  καί  οί  ού  μόνον  εΰχηθέντες  είς  τούτους  την  νίκην 
έν  τούτω  τω  άγωνίσματι.  άλλα  καί  καθ'  όλου  εν  τοις  γυμναστικοί  ς 
άγώσιν  έςαποροϋντες  πώς  δεν  προεκριθησαν  "Ελληνες  τίνες  άγωνισταί 
των  αλλογενών,  καί  δη  ιδίως  ή  ομάς  τών  έφηβων  του  Πανελληνίου 
Γυμναστικού  συλλόγου  της  τών  Γερμανών.  Άλλ'  οί  μεμψιμοιρήσαν- 
τες  έλησμόνησαν,  ότι  ή  κρίσις  τών  γυμναστικών  ασκήσεων,  ούσα  άλ- 
λως δυςχερεστάτη,  δεν  έ'^ει.  ώ:  ή  τών  αθλητικών  αγωνισμάτων,  γνώ- 
μονας ασφαλείς,  τό  γαλλικόν  μέτρον  καί  το  χρονόμετρον,  τοϋτο  / ρϊ)- 
σιμεΰον  απλώς  είς  έπιμέτρησιν  τοϋ  ανωτάτου  χρόνου  τών  γυμναστι- 
κών έπιδείζεων,  άλλ'  επαφίεται  είς  την  άκραν  δικαιοσύνην  του  διε- 
θνούς κριτηρίου  έμπειρων  ελλανοδικών. 

Άλλ'  αί  μεμψιμοιρίαι  έπαυσαν,  ότε  ηκούσθησαν  παταγώδη  χειρο- 
κροτήματα έκ  τοϋ  κύκλου  τών  θεατών  τών  ισταμένων  πλησιε'στερον 
της  περί  τό  μέσον  τοϋ  Σταδίου  έστημενης  γέφυρας,  άφ '  ή:  ήσαν 
ανηρτημένοι  οι  κρίκοι.  Θύελλα  ενθουσιασμού  έκραγεντος  αίφνης 
άνήγγειλεν,  ότι  ό  νεαρός  έν  τω  άγωνίσματι  τών  κρίκων  νικητής,  όν 
ήσπάζοντο  μετά  δακρύων  θεαταί  άναπηδώντες  έκ  τών  εδωλίων  των 
προς  τήν  κονιστραν,  ήρον  έπί  τοϋ  ώμου  χαίροντες  οί  παριστάμενοι, 
έπεδείκνυον  γαυριώντες  είς  τά  πλήθη  οι  εταίροι,  ήτο  "Ελλην.  Όνομά- 
ζεται  Μητρόπουλος  καί  είνε  εταίρος  τοϋ  Έθνικοϋ  γυμναστικοϋ  συλ- 
λόγου. Τό  πλήθος  άνεβόησεν  έξαλλον  ύπο  χαράς,  καί,  οτε  υπό  του 
πνέοντος  ψυχροΰ  άνεμου  λικνιζομενη,  άνεπετάσθη  έπί  της  σημαφορου 
ή  κυανόλευκος,  τό  Στάδιον  όλον  άνεβόα,  έπατάγει.  έδάκρυεν,  επευ- 
φημεί, καί  ή  σημαία  διελάλει  τήν  νίκην  υπερήφανος  καί  εκτός  τοϋ 
Σταδίου  είς  τήν  μυρμηκιάν  τοϋ  υπερώου  την  κατεχουσαν  τον  λοφον 
όλον  τοϋ  Άρδηττοΰ  καί  είς  τά  πλήθη  τάποτδλοϋντα  τάπητα  διηνθι- 
σμένον  έκ  κεφαλών  ανθρωπίνων  άπό  της  είςόδου  τοϋ  Σταδίου  μέχρι 
τών  κιγκλιδωμάτων  τοϋ  ανακτορικού  κήπου. 


—  730  — 

Έφαίνετο  ούτω  προεξοφλούμενη  έν  μέσω  δισταγμών  μή  ληγόντων 
ακόμη  ή  νίκη  κατά  τον  Μαραθώνιον  δρόμον,  ώρισμένων  δια  την 
ύστεραίαν. 

Πόλις  έν  πολιορκία  ευρισκομένη  και  καραδοκούσα  την  λύσιν  αυτής, 
έθνος  άναμένον  άπό  στιγμής  εις  στιγμήν  το  άγγελμα  μεγάλης  έν  πο- 
λεμώ νίκης,  στηριζούσης  έθνικήν  άπολύτρωσιν  άπό  μακράς  δουλείας, 
δεν  Οά  είχον  την  δψιν  διάφορον  εκείνης,  ην  παρείχε  το  ίοστέφανον 
άστυ  την  Παρασκευήν,  29  Μαρτίου.  Μέχρι  της  τρίτης  μετά  το  με- 
σονύκτιον  ώρας  της  προτεοαίας  τά  πλήθη  συνωστίζοντο  περί  τους  τό- 
πους, έν  οϊς  έπωλοΰντο  τά  δια  την  ύστεραίαν  είςιτήρια  του  Σταδίου. 
Αυθημερόν  δε  άπό  όρθρου  βαθέος  όμιλοι  πολυπληθείς  συνωθοΰντο  περί 
τους  πωλητάς,  συνεστοιβάζοντο,  διεπληκτίζοντο,  έπολιόρκουν  αυτό- 
χρημα τά  γραφεία  της  επιτροπείας  και  τά  μέλη  αυτής,  και  ταΰτα 
πάντα  χάριν  μι*ς  θέσεως  έν  τω  Σταδίω,  όπως  εύρεθώσιν  εκεί  την  στι- 
γμήν, καθ'  ην  έμελλε  νά  είςέλθη  ό  νικητής  Μαραθωνοδρόμος  ό  άγγέλ 
λων  εν  και  μόνον,  ότι  ύπήρξεν  ώκυποδώτερος  των  συνδιαγωνιζομένων 
έν  δρόμω  μακρώ  αντοχής  τεσσαράκοντα  όλων  χιλιομέτρων.  Και  όμως 
ό  άπλους  εκείνος  ήμεροδρόμος  μετεβάλλετο  έν  τή  φαντασίιχ  του  πλή- 
θους εις  κήρυκα  νέας  αοράτου  εθνικής  νίκης,  ό  είς  εκείνος  αγωνιστής 
των  ποδών  μετηρσιοΰτο  είς  άγγελον  φέροντα  τήν  χαράν  ίίς  μυριάδας 
καρδιών,  άν  ήτο  *Ελλην,  είς  δαίμονα  οιονεί  αύτάγγελον  άγνωστου 
ήττης,  άπροςδοκήτου  συμφοράς,  αν  ήτο  ξένος .  Και  έπάλαιον  πάντες 
ώρας  όλας  υπέρ  μιας  θέσεως  διά  νά  καταστείλωσι  τους  παλμούς  εκεί- 
νους τους  συνέχοντας  τήν  καρδίαν  μετέωροι  μεταξύ  προςδοκίας  και 
φόβου,  διασαλευόμενοι  ΰπό  ελπίδος  όμου'  και  απελπισμού.  Ή  έλπϊς 
συνεδέετο  προς  άλλόκοτον  ϋπέρμετρον  χαράν,  ή  αποτυχία  οΰδένα 
ί'μελλε  νά  προκαλέση  κίνδυνον,  ούδεμίαν  είχε  νά  γέννηση,  ζημίαν. 
Και  όαως  άδιάφορον.  Ή  καρδία  της  πόλεως,  ή  καρδία  του  έθνους 
όλη  ήτο  παραδόξως  συνεσφιγμένη  τήν  ήμέραν  έκείνην.  Ευτυχή  τά 
έθνη  όταν  αίσθάνωνται  συγκινήσεις  τοιαύτας. 

Έν  μέσω  δέ  των  τοιούτων  συγκινήσεων  και  εντυπώσεων  τά  πλήθη, 
είςρεύσαντα  είς  τό  Στάδιον  ώρας  όλας  προ  της  ένάρςεως  τών  αγω- 
νισμάτων της  ήαέρας  εκείνης,  έπλήρωσαν  αυτό  μέχρις  ασφυξίας.  Η 
σφενδόνη,  τά  σκέλη,  οι  διάδρομοι,  άπετέλουν  μίαν  και  μόνην  συμ- 
παγή μάζαν,    έ'να  όγκον  έχοντα  εν  πελώριον  σώμα  και  έξήκοντα  χι- 


—  731   — 

λιάδας  κεφαλών.  Άλλ'  αϊ  μυριάδες  ίκείναι  τών  οφθαλμών  οίονδΐ 
έθεώντο  μόνον  την  ήμέραν  έκείνην  καϊ  δεν  έ'βλεπον  τα  ίκτυλισσόμενα 
π:ό  αυτών  αγωνίσματα.  Ό  νους  -τάντων  ήτο  έστραμμένος  εις  εν  κυ- 
ρίως  αγώνισμα,  εις  τόν  Μαραθώνιον  δρόμον.  Πάντες  στρέφουσιν  αν- 
υπόμονοι τάς  σελίδας  τοϋ  προγράμματος  των  αγωνισμάτων  της  ημέ- 
ρας, και  μετροϋσι  τους  δρομείς  τοϋ  Μαραθωνίου  δρόμου,  /.αϊ  βλέπουσι 
τους  αριθμούς  αυτών.  "Ολους  ταράσσει  ή  μεταςύ  αυτών  συνάντησις 
του  ονόματος  του  Φλάκ,  ώςεί  τοϋτο  ητο  γεγραμμένον  διά  γραμ- 
μάτων ερυθρών,  και  τό  όνομα  εκείνο  ήλλοιοϋτο  εις  την  φάντασμα  - 
γορίαν  του  εΰμήκους  Αυστραλιανού  με  την  υπό  τοϋ  δρόμου  έρυθραι- 
νομε'νην  μορφήν,  με  τάς  κνήμας  τάς  πελώριας  διασκελίζοντος  τάς 
αποστάσεις,  άφίνοντος  όπισθεν  πάντας  τους  δρομείς  τους  άλλους,  και 
τόν  Βασιλάκον  και  τόν  Μπελλό/.αν  και  τον  Δεληγιάννην  και  τόν  Γρη- 
γορίου  και  τόν  Γερακάρην,  τους  γνωστούς  έκ  τών  Πανελληνίων  αγώ- 
νων προαθλητάς  του  Μαραθωνίου  δρόμου  κατά  τους  "Ολυμπιακούς, 
και  όσους  άλλους  είνε  προςθέσει  ή  ολίγας  ημέρας  πρό  τών  Όλυμπια- 
κών  γενομένη  επαναληπτική  δοκιμή  του  δρόμου. 

Έν  τούτοις  δ'  εΰνάριστα  ήγγέλλοντο  περί  τών  πρω'.νών  εν  τώ  Στα- 
δίω  αποτελεσμάτων.  Είχον  τελεσθή  δύο  τών  γυμναστικών  άσκημα - 
των,  δι'  ά  δεν  είν^εν  αρκέσει  ό  χρόνος  την  προτεραίαν,  αϊ  ασκήσεις 
έπι  τον  διζΰγον  κατ'  άνδρα  και  ή  άναρρίχησις  επί.  κάλω. 
Καϊ  έν  μεν  τώ  πρώτω  άγωνίσματι  εΐ/ε  νικήσει  ό  Γερμανός  Φλατοο, 
τα  δευτερεϊα  λαβόντος  τοϋ  Ελβετού  Ζοΰτερ.  Έν  δε  τη  άναρρ•./•/-,- 
σει  και  τό  πρώτον  άθλον  ελαβεν  'Έλλην,  ό  Άνδρικόπουλος  τοϋ  Παν- 
αχαϊκού συλλόγου  Πατρών,  και  τών  δευτερείων  πάλιν 'Ελλην  ήςιώθη, 
ό  εταίρος  τοϋ    Έθνικοΰ  γυμναστικού  συλλόγου  Ξενάκης. 

Άλλ'  ιδού  άρνονται  τέλος  οί  αγώνες.  Ταχύ  περατούτα'.  το  πρώ- 
τον αγώνισμα,  ό  τελικός  δρόμος  τών  εκατόν  μέτρων.  Στχδ'.ο- 
νίκης  δ'  αποδεικνύεται  ό  Αμερικανός  Μποϋρκε,  διανύσχς  τόν  δρόμον 
εντός  δώδεκα  δευτερολέπτων.  Αμερικανός  δε,  ό  Κλάρκ,  είνε  και  έν 
τώ  άλιχατί  εΐςϋ\|ίθς  ό  νικητής,  πηδήσας  εις  ΰψος  μέτρων  1.81.  Πάλιν 
δ'  Άαεο'./.ανός,  ό  Κοϋοτις,  νικ«  τόν  τελικόν  δρόμον  μετ'  εμποδίων 
έντος  17  3/5  δευτερολέπτων.  Μακρός  είνε  έπειτα  ό  άγων  τοϋ  άλμα- 
τος έπι  κοντώ.  Τό  πλήθος  θαυμάζει  τους  προς  τους  Αμερικάνους 
Χόϊτ    καϊ  Τέϋλερ    ανταγωνιζομένους  "Ελληνας    πηδητας    Λαμάσκον, 


—  732  — 

Θεοδωρόπουλον  και  Ξυδάν,  άλλ'  ή  εύδοκίμησις  αυτών  μόνον  μέγοΐ 
των  κατωτέρων  βαθμών  προβαίνει.  Καθ'  δσον  ύψούται  το  ζυγόν,  οί 
Έλληνες  άθληταί  άρχονται  αποχωρούντες,  εις  δε  τα  τελευταία  ΰψη 
υπολείπονται  μόνον  οί  δύο  Αμερικανοί,  διαμφισβητοΰντες  σθεναρώς 
προς  αλλήλους  την  νίκην.  Άλλα  μακρόν  διαρκεί  μεταξύ  των  δύο 
τούτων  ό  άγων,  όςτις  έμελλε  νάπολήξη  εις  την  νίκην  του  Χόϊτ,  πη- 
δήσαντος  εις  ΰψος  3,30  μέτρων.  Τα  πλήθη  ήρχισαν  ήδη  στενοχω- 
ρούμενα  πολύ  προ  της  λήξεως  τούτου  του  αγωνίσματος,  όχι  τόσον 
δια  το  περί  το  τέλος  μονότονον  αύτοΰ,  άλλα  διότι  είχον  παρέλθει 
ήδη  υπέρ  τάς  δύο  ώρας  άπό  της  2  μ.  μ.,  ότε  ήτο  γνωστόν  ότι  εμελ- 
λον  να  εκκινήσωσιν  οχ  δρομείς  εκ  Μαραθώνος.  Ή  ανυπομονησία 
αυξάνει  προβαίνουσα  άπό  στιγμής  εις  στιγμήν,  ό  παραμικρός  πάτα- 
γος εκλαμβάνεται  άντι  του  πυροβόλου  του  άγγέλλοντος  την  προ  της 
'Ριζαρείου  διάβασιν  του  πρώτου  Μαραθωνοδρόμου"  άλλα  τέλος  μι- 
κρόν πρό  της  πέμπτης  ώρας  ηχεί  πράγματι  τό  πυροβόλον,  και  τον 
κρότον  αύτοϋ  ανταποδίδει  ό  ηνωμένος  παλμός  μυριάδων  καρδιών  άπό 
του  ήγεμόνος  μέχρι  τών  νηπίων  τών  παρισταμένων  εν  τφ  Σταδίω. 

Τα  ολίγα  λεπτά  τής  ώρας,  όσα  παρήλθαν  μεταξύ  του  κρότου  του 
πυροβόλου  και  τής  εμφανίσεως  του  νικητοϋ,  δεν  περιγράφονται.  Ου- 
δείς συγκρατείται"  όλων  οί  οφθαλμοί  είνε  έστραμμένοι  προς  τήν  ειςοδον 
του  Σταδίου.  "Ολίγοι  είνε  οί  καθήμενοι"  θά  ήθελον  πάντες  νά  έξορμή- 
σωσι  μετά  του  Σταδίου  άτμηλάτου  προς  τήν  όδόν  Κηφισίας,  όπως 
Ιδωσι  τις  ό  νικητής,  όρθότερον  Οπως  άνιιληφθώσιν  εις  ποίον  έθνος 
άνήκεν  ό  νικήσας.  Δεν  όμιλουσιν  οί  θεαταί"  διαλέγονται  αθορύβως, 
άνταλλάσσουσι  φράσεις  διακεκομμένας,  εύχας  άτολμους,  αΐτινες,  άν 
ήδύναντο  νά  εχωσι  χρώμα,  θά  ήσαν  ώχραί.  Ό  πόθος  δεν  λαλεϊ,  δεν 
κραυγάζει '  σίγα  και  αναμένει,  σαλεύεται  και  πάλλει.  Αίφνης  ακούε- 
ται δια  μέσου  του  παλλομένου  εκείνου  και  υπό  τής  ανυπομονησίας 
φλεγομένου  πλήθους  ψίθυρος  χαράς,  διαδίδεται  ανεπαισθήτως  πτόη- 
σις  συγκινήσεως,  ανατινάσσει  όλας  τάς  κερκίδας  εκ  τών  άνω  μέχρι 
τών  κάτω  και  άνωθεν  τού  Σταδίου  τά  στίφη  έπί  του  άνθρωποβρι- 
θοΰς  λόφου  του  Άρδηττου  και  τήν  κυματοειδή  άνθρωπίνην  θάλασ- 
σαν μένρι  του  Ζαππείου.  Είνε  "Ελλην  !  Τις  το  είπε,  πώς  το  έμάντευ- 
σαν,  πώς  είνε  δυνατόν,  άφ'  ου  ουδέν  άορατον  ήλεκτρικόν  σύρμα  έφερε 
τό  άγγελμα;  Και  όμως  δεν  ήτο  μαντεία  δυναμένη  νάμφισβητηθή'  ήτο 


—  733  — 

αλήθεια  άναμφιλέκτιο;  γνωσθεϊσα.  Ό  γενικός  επόπτης  τοΰ  Μαραθω- 
νίου δρόμου  ταγματάρχη;  κ.  Παπαδιαμαντόπουλος,  βλέπων  μετά 
την  ασφαλή  έποπτείαν  των  πρώτων  δρομέων  περαιούμενον  το  στρα- 
τιωτικόν  αύτοΰ  καθήκον  και  βεβαιωθείς  πλέον  περί  τοΰ  τίς  εσται  ό 
νικητής,  κέντησα;  τον  ίππον  του  είχε  σπεύσει  από  ρυτήρος,  και,  είςελ- 
θών  πεζός  εις  τό  Στάδιον,  είχε  δείξει  εις  τους  καθήμενους  άνά  τάς 
παρά  την  εϊςοδον  κερκίδας  τόν  αριθμόν  17,  τόν  αριθμόν  τοΰ  νικητοΰ. 
"Ολίγοι  ύπηρςαν  οι  άντιληφθε'ντες  την  σκηνήν  έκείνην,  ολίγοι  οί  άκού- 
σαντες  εν  μέσω  της  γενικής  παραζάλης  άπ'  αυτών  αύτοΰ  τών  χει- 
λέων,  ότι  προτρέχει  ασφαλώς  απάντων  των  άλλων  δρομέων  ό  ές 
Αμαρουσίου  Σπυρίδων  Λούης.  Εντεύθεν  ή  ανυπομονησία  και  ό  δι- 
σταγμός ακόμη.  Άλλ  αίφνης  ήχησαν  έξωθεν  τοΰ  Σταδίου  παταγώ- 
δεις έπευφημίαι.  και  τα  πλήθη  ηνοιγον  διάδρομον,  όπως  διελάση  ό  ηδη 
ερχόμενος  Μαραθωνοδρόμος.  Οί  εντός  τοΰ  Σταδίου  διέκριναν  την  λευκην 
περιβολήν  τοΰ  Έλληνος  νικητοΰ,  ό  αριθμός  17  ύψώθη  επί  της  κεραίας, 
ή  ελληνική  σημαία  άνεπετάσθη  προ  της  ώρας  ακόμη  έπϊ  τοΰ  ίστοΰ, 
αϊ  καρδίαι  δεν  έ'παλλον  πλέον,  άλλ'  έλάκτιζον  τά  στήθη,  ασπασμοί 
άντηλλάσσοντο,  πϊλο.ι  άνερρίπτοντο  είς  τά  ύψη,  περιστεραί  δεδεμέναι 
διά  ταινιών  φερουσών  τά  εθνικά  χρώματα  διίπταντο  εμφοβοι  προ  τών 
άνακραυγών  τοΰ  πλήθους,  μικραί  έλληνικαί  σημαϊαι  άνεφάνησαν  ρι- 
πιζομεναι  υπό  τοΰ  ανέμου  άνά  πάσαν  κερκίδα  καθ1  ομίλους  θεατών 
ενθουσιώδεις,  αί  μουσικαί  έπαιάνιζον,  οί  οφθαλμοί  έδάκρυον,  αϊ  χεί- 
ρες έκρότουν,  βροντή  επευφημιών  έπλήρωσε  τους  αέρας,  τό  Στάδιον 
έσείετο  και  ό  Άρδηττός  ήλάλαζε,  και  ό  ήλιος  αίφνης  μειδιάσας  ε'κ 
μέσου  τών  τέως  αυτόν  καλυπτόντων  νεφών  έφώτισε  σκηνήν  συγκινή- 
σεως απαράμιλλου,  μεγαλείου  άρρητου.  Ταύτα  δε  πάντα  έτελεσθη- 
σαν  εν  μια  και  μόνγι  στιγμή  ώςεί  ΰπό  ηλεκτρικού  σπινθήρος,  ταυτο- 
χρόνως, αυτομάτως,  ταχύτερον  ή  γράφονται,  πολύ  γοργότερον  η  άνα- 
γινώσκονται.  Και  τοιοΰτον  εύρε  τό  Στάδιον,  συγκεκινημένον,  κάτεχα 
μινον  ΰπ'  άλλοφροσύνης,  άνάστατον  όλον  άπό  τοΰ  ανωτάτου  άρχοντος 
μέχρις  αυτών  σχεδόν  τών  ψυχρών  εδωλίων,  είςελθών  μετ  ολίγον  ό 
Λούης,  φαιδρός,  ήλιοκαής,  ύπομειδιών,  έκπληττομενο;,  ότε  περιέλα- 
βον  αυτόν  μέσον  προςδραμοντες  τοΰ  βασιλέως  του  οί  υιοί,  βλέπων 
τόν  ανακτά  του  αυτόν  χαιρετίζοντα  μεθ'  υπερηφάνειας  τόν  νικητήν 
και  περιηχούμινος  ΰπό  της  θυέλλης  τη;  χαράς  και  τών  έπινικίων,  δι' 


—  734  — 

ών  κατηγλάϊζεν  άπό  του  θεάτρου  του  Παναθηναϊκού  Σταδίου  τον 
άγρότην  θριαμβευτήν  το  έθνος  όλον.  Ούδ'  υπήρξε  μικρότερα  ή  συγκί- 
νησις  και  ή  /αρά,  δτε  μετά  τον  Λούην.  διανύσαντα  τον  δλον  άπό 
Μαραθώνος  δρόμον  εις  ώρας  *2.58',56",  ό  δεύτερος  καϊ  ό  τρίτος 
Μαραθωνοδρόμος  υπήρξαν  έπ'  ίσης  "Ελληνες,  έλθόντες  σ/εδόν  όμοΰ, 
ώς  έν  τοις  Πανελληνίοις  άγώσιν,  ό  Βασιλάκος  (3,6 ', 3")  και  ό  Μπε- 
λόκας  (3,6 ',  30  "),  μεθ' ου  εΐςήλθεν  εις  το  Στάδιον  ό  Ούγγρος  Καίλ- 
νερ,/αιρετισθεϊς  εύφροσύνως  καϊ  μετ'  αγάπης  μετά  την  έξασφαλισθεΐ- 
σαν  νίκην  των  Ελλήνων  ου  μόνον  έν  τω  άριστείω,  άλλα  και  Ιν  αΰ- 
τοϊς  τοϊς  δευτερείοις  και  τη  τρίτη  θέσει. 

Μετά  δε  την  εκ  του  Μαραθωνίου  δρόμου  συγκίνησιν  ή  επακολου- 
θήσασα πάλη,  το  έπισφράγισμα  των  έν  τω  Σταδίω  αγώνων,  ήδύνατο 
να  θεωρηθή  επέχουσα  ην  θέσιν  ή  ένίοτ'  έν  ταϊς  παραστάσεσι  των 
δραματικών  θιάσων  την  διδασκαλίαν  συγκινητικής  τραγωδίας  συμ- 
πληρουσα  φαιδρά  κωμωδία.  Ή  πάλη  είχε  μέν  έν  τη  άρχαιότητι,  μά- 
λιστα δτε  ήτο  συνηνωμένη  μετά  της  πυγμής  έν  τω  παγκρατίω,  θλι- 
βερά και  ενίοτε  τραγικά  επακόλουθα.  Άλλ'  υπό  τήν  διατύπωσιν  εις 
ήν  περιώρισαν  αυτήν  ευλόγως  οι  νεώτεροι,  άποβαλόντες  παν  το  επι- 
κίνδυνων, δεν  εξέλιπε  μέν  παντελώς  το  άνώδυνον ,  άλλ'  επικρατεί 
όμως  τό  φαιδρόν.  Έκ  τών  δηλωθέντων  καϊ  Ιν  τω  προγράμματι  άνα- 
γεγραμμένων  παρουσιάζονται  πέντε  μόνον  παλαισταϊ,  κληρωθέντες, 
συμφώνως  προς  τά  παρ'  άρχαίοις  έν  περιπτώσει  περιττού  αριθμού" 
τών  κατά  ζεύγη  αθλητών  έθιζόμενα,  είς  δύο  ζεύγη  καϊ  ενα  εφεδρον. 
Τούτων  παλαίουσι  πρώτοι  οί  "Ελληνες  Χριστόπουλος  μέ  τον  Ουγγρον 
Ταποβίτζα'  και  αναδεικνύονται  μέν  ισόπαλοι  οί  άθληταϊ,  άλλα  τέλος 
αποχωρεί  ό  Ούγγρος.  Επαναλαμβάνεται  έ'πειτα  ή  πάλη  μεταξύ  του 
Σούμαν  καϊ  "Ελλιοτ,άλλ'  ό  βραχύσωμος  καϊ  σθεναρός  Γερμανός  κατα- 
παλαίει  μετά  θαυμάσιας  ταχύτητας  τον  ύψιτενή  και  κομψόν  "Αγγλον. 
Τρίτοι  παλαίουσι  προς  αλλήλους  μετά  νέαν  κλήρωσιν  ό  Έλλην  Χρι- 
στόπουλος μετά  του  "Ελληνος  Τσίτα.  Και  είνε  μέν  μυωδέστερος  ό 
βραχύς  Τσίτας,  άλλ'  ό  εύκαμπτος  Χριστόπουλος  έπί  μακρόν  έκφεύγει 
τών  χειρών  αυτού,  καϊ  ή  πάλη  παρατείνεται  άκριτος  έπϊ  πολύ.  Τρις 
ό  Τσίτας  κατορθόνει  νά  κατάρριψη  τόν  άντίπαλον  πρηνή,  άλλ'  εκεί- 
νος, έ/όμενος  κρατερώς  του  ψαμμώδους  εδάφους,  συναναίρεται  και 
συνολισθαίνει  μετ'αύτοΰ,  πειρωμένου  νάνατρέψη  αυτόν  ύπτιον  καϊ  νι- 


—  735  — 

κτίση.  Ουδετέρου  δέ  δυναμένου  να  καταπαλαίση  τον  άνταγωνιστήν,  ό 
Χριστόπουλος  άναγκάζτται  νχποχωρή*τ,,  παθών  κάταγμα  της  κλει- 
δός.  Μένουσιν  ούτως  επί  της  παλαίστρας  μόνοι  ό  Τσίτας  και  ό  Σοΰ- 
μαν,  ών  μέχρι  τίνος  παρακολουθεί  την  κρατεραν  πάλην  τό  πλήθος, 
αποχωρούν  κατασκεδαννυμενης  ήδη  της  νυκτός.  Παρέστη  δε  ούτως 
ή  ανάγκη  νάναβληθή  τό  τέλος  της  πάλης  εις  την  πρωίαν  της  ύστε- 
ραίας,  δτε  οριστικώς  ένίκησεν  ό  Σοΰμαν.  Έν  τούτοις  δ'  οι  λογιώτεροι 
των  έν  τω  Σταδίω  θεατών,  απερχόμενοι  εξ  αύτοΰ  την  τελευταίαν 
τών  επισήμων  ημερών,  ότε  συνεσκόταζεν  ήδη,  ενεθυμήθησαν,  δτι  ανά- 
λογος έν  τη  αρχαία  "Ολυμπία  τω  472  π.  Χ.  μακρά  μέχρι  βαθείας 
νυκτός  παράτασις  του  παγκρατίου  έ'δωκεν  άφορμήν  εις  την  επιμήκυν- 
ση της  διαρκείας  τών  Όλυμπιακών  αγώνων,  οΐτινες  μέχρις  εκείνου 
του  χρόνου   έτελοϋντο  έν  μια  και  μόνη  ημέρα. 

Ούτως  έπερατώθησαν  μεν  έν  τω  Σταδίω  οί  αθλητικοί  και  γυμνα- 
στικοί αγώνες,  άλλ'  ή  πόλις  και  μετ'  αυτής  ή  Ελλάς  όλη  έωρταζεν 
ήδη  φαιδρά  τα  επινίκια  του  Μαραθωνίου  δρόμου,  και  έ'ξαρσις  φίλα- 
θλητισμου,  συναναμεμιγμε'νου  μετ'  εθνικού  φρονήματος,  είχε  θερμάνει 
τα  στήθη  και  όγκώσει  τάς  καρδίας  απάντων  τών  Ελλήνων,  ευλόγως 
έν  τη  δια  τών  Όλυμπιακών  αγώνων  αναγεννήσει  τών  δαιμονίων  τής 
γυμναστικής  συνορώντων  την  έξύψωσιν  και  τόν  φρονηματισαόν  τής 
νέας  γενεάς  και  θαρραλέων  αποβλεπόντων  εις  προςμειδιών  ευελπι 
εθνικόν    μέλλον. 


Η  ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ  ΠΟΙΗΣΙΣ 
ΕΝ  ΤΗ  ΕΣΠΕΡΙΑ   ΚΑΙ   ΙΔΙΩΣ  ΕΝ  ΟΥΓΓΑΡΙΑ 


Μέχρι  των  άρ^ών  του  δεκάτου  ενάτου  αιώνος  ή  νεοελληνική  φι- 
λολογία ήγνοεϊτο  σχεδόν  παντελώς  ύπό  τών  λογίων  της  άρκτώας  και 
εσπερίας  Ευρώπης.  Άλλα  το  έζαίσιον  κάλλος  της  δημώδους  ημών 
μούσης  δεν  ηργησε  νά  έλκυση  την  προςοχην  του  ευρωπαϊκού  κόσμου. 
Καθ'  ους  χ-ρονους  το  ήμέτερον  έθνος  έπάλαιε  προς  τον  Άσιανόν  δε- 
σπότην  υπέρ  της  απελευθερώσεως  της  γης  τών  πατέρων  ή  δημοτική 
ποίησις  του  ελληνικού  έθνους  ηυφραινε  μεν  τον  Γκαίτε,  όςτις  και  μετέ- 
φερεν  άνθη  τίνα  αυτής  ευώδη  εις  τον  γερμανικόν  Παρνασσόν,  άπη- 
σχολει  δέ  τόν  Εααπβΐ  και  τον  κόμιτα  ΜαΐΌβΙΙϋδ  έν  Γαλλία,  έπειτα 
δ'έ  πλην  άλλων  τον  Γερμανόν  Κ.1Ι1(1  και  άργότερον  τον  Ρ&880\ν,  όςτις 
και  συνέλεξε  την  γνωστην  τών  δημωδών  ημών  ασμάτων  άνθολογίαν. 
Άλλ'  επί  μακρόν  χρόνον  οι  Ευρωπαίοι  ουδέν  άλλο  τών  πνευματικών 
προϊόντων  του  νεοελληνικού  κόσμου  έγίνωσκον  πλην  τών  αύτοφύτων 
ανθέων  της  δημώδους  μούσης.  Άν  έζαιρέσωμεν  τόν  Γερμανόν  Βγ&Π- 
<]Ϊ8,  οςτις  έν  τη  συγγραφή  αύτου  Ανακοινώνεις  εξ  Ελλάδος 
ανέλυσε  και  τίνα  έργα  λογίων  ποιητών,  οί  Γερμανοί  και  οί  Γάλλοι 
και  πολΰ  μάλλον  οί  Άγγλοι  καϊ  οί  Ιταλοί  έγίνωσκον  μόνον  τινά  τών 
επιτυχέστερων  έργων  της  παρ"  ημΐν  άραιάς  επιστημονικής  παράγω- 
γης,  ιδίως    τάς    εκδόσεις    επιγραφών   αρχαίων    και  τα  τοιαύτα.    Άλλ' 

*    Έδημοσιεύθη  τό  πρώτον  υπό  το  στοι/εΐον  Ω  έν  τω  περιοδικω  Εστία  Τομ.  ΚΕ' 
1888)   σ.  361  χ.  ε.    Τό  άρθρον  τούτο  δεικνύει  τά  μέχρι  τοΰ  έτους  εκείνου  καθ '  όλου 
υπέρ  της  νέας  ελληνικής  ποιησεως  πραχθέντα  έν  τη  Εσπερία,  οΰο'  επιχειρώ  νά  συμ- 
πληοώσω  αυτό,  προςθέτων  τα  περί  της  έκτοτε  επελθούσης  παρά  τοϊς  Ευρωπαίοις  δια- 
δόσεως τών  λογοτεχνικών  προϊόντων  του  νέου  ελληνικού  Παρνασσού. 


—  737  — 

από  τίνων  ετών  ολίγων  ή  τε  ποίησις  των  λογίων  και  ή  νεοθαλής  παρ' 
ήμϊν  διηγηματογραφία  κατέστησαν  αντικείμενα  λόγου  παρά  τοις 
'Εσπερίοις  και  εΐλκυσαν  την  προςοχήν  επί  τοσούτον,  ώςτε  και  να 
μεταφράζονται  πολλά  έργα  της  παρ'  ήμϊν  μούσης  και  έκδότας  νά 
εΰρισκωσιν.  Επιφανή  βεβαίως  θέσιν  κατέχει  έν  ταύτη  τη  κινήσει  το 
ενδιαφέρον,  όπερ  έδειξαν  υπέρ  των  προϊόντων  τούτων  της  ελληνικής 
λογογραφίας  οι  φιλέλληνες  εταίροι  του  έν  Παρισίοις  Συλλόγου  προς 
ένθάρρυνσιν  των  ελληνικών  σπουδών,  ούτινος  η  Έπετηρίς  πολλάκις 
έδημοσίευσε  διατριβάς  περί  της  νεοελληνικής  φιλολογίας  η  και  μετα- 
φράσεις. Ό  έξ  Ελλήνων  Γεμενής  (ΥβΠΙβηίζ)  και  οί  Γάλλοι  ί,β^Γ&ΠΐΙ 
και  (<)ΐΐβΙΐΧ  άβ  δαΐηΐ- Ηίΐαϊΐ'β  υπήρξαν  κυρίως  οί  συντελέσαντες  έν 
Γαλλίικ  εις  την  διάδοσιν  της  νεοελληνικής  ποιήσεως  και  διηγηματο- 
γραφίας. Εν  δε  Γερμανία  δραστηρίως  εΐργάσθη  υπέρ  αυτής  ό  ακά- 
ματος Αύγουστος  Βόλτς,  οςτις  διά  του  Μ3§ϊΐζϊη  ί(ΪΓ  άίβ  ί.ίΐΙβΓΒΐΐΙΓ 

(Ϊ68  Ιη-υη(1  Ααδίειηαβδ  και  τών  Διδασκαλιών,  εφημερίδος  τοϋ 
Φραγκοφορτίου,  κατέστησε  γνωστά  πολλά  τών  προϊόντων  τών  επι- 
φανέστερων νεοελληνικών  καλάμων.  Ου  μικρόν  δε  συνετέλεσεν  εις 
τοΰτο  το  έργον  και  ό  "Ολλανδός  Η&Π8  ΜυΙΙβΓ  διά  της  έπ'  εσ/άτων 
γερμανιστί  δημοσιευθείσης  περιοδείας  του  άνά  την  Ελλάδα,  ης  έπί- 
μετρον  είνε  μετάφρασις  νεοελληνικών  ποιημάτων  εις  την  γερμανικήν. 
Συγχρόνως  δ'  έν  Αγγλία  ή  Ελισάβετ  "Εδμονδς  διά  τών  ΟτββΙί 
Ι^£ΐν8,  Ιάνΐΐδ,  Ι,β^θηόδ,  εκδοθέντων  έν  Λονδίνω  τω  1885,  και  διά 
τίνος  κατ'  αϋτάς  έν  άμερικανικώ  περιοδικώ  διά  κυρίας  δημοσιευθείσης 
μονογραφίας  έπειράθη  νά  καταστήση  γνωστούς  εις  τό  άγγλογλωσσον 
κοινόν  τους  παλαιοτέρους  και  νεωτέρους  ημών  ποιητάς,  τά  έργα  των, 
αΰτάς  των  τάς  εικόνας.  Έν  τω  αΰτώ  δέ  πνεύματι  εΐργάσθησαν  εν 
Ιταλία  ό  Οΐαπιροΐί,  ό  Ρ&ΐυιτώο,  ό  Οβπιπια. 

Είνε  λοιπόν  ευφρόσυνος  εις  τον  "Ελληνα  ή  συναίσθησις,  Οτι  χάρις 
εις  τους  ανωτέρω  μνημονευθέντας  και  άλλους  μεταφραστάς,  ους  οέν 
άναγράφομεν  πάντας,  επειδή  ενταύθα  δεν  πρόκειται  περί  πλήρους 
βιβλιογραφίας,  τά  ονόματα  του  'Ρήγα  και  του  Βηλαρά,  του  Σολω- 
μού, του  Χριστοπούλου  και  του  'Ραγκαβή,  τών  Σούτσων  και  του 
Όρφανίδου,  τοϋ  Ζαλακώστα  και  του  Βαλαωρίτου,  τοϋ  Ιουλίου  Τυ- 
πάλδου και  του  Τανταλίδου,  του  Βερναρδάκη  και  τοϋ  Βλάχου,  τοϋ 
Παπαρρηγοπούλου  και  τοϋ  Βασιλειάδου,  τών  Παράσχων  και  τοϋ  Λα- 

ΣΠΓΡ.    Π.    ΛΑΜΠΡΟΓ,    ΜΙΚΤΑ!    ΣΕΛΙΑΚΕ  47 


—  738  — 

σκαράτου,  του  Καρασούτσα  και  τοΰ  Βικέλα  κατέστησαν  γνωστά  είς 
τον  εύρωπαϊκόν  κόσμον.  Ουδέ  περιωρίσθη  ή  γνώσις  της  ημετέρας 
ποιήσεως  και  διηγηματογραφίας  είς  την  παλαιοτέραν  έποχήν  την  άντι- 
προςωπευομένην  ύπό  των  παλαιμάχων  εκείνων  της  παρ  ήμϊν  ποιητικής 
κινήσεως,  ων  τίνες  έ'τι  και  νυν  εύφραίνουσι  και  συγκινοΰσι  τό  Έλ- 
ληνικόν,  άλλα  τό  ενδιαφέρον  των  περί  την  πάτριον  ημών  φιλολογίαν 
ασχολουμένων  περιέλαβε  και  την  νεωτέραν  γενεάν,  ήτοι  πλην  άλλων 
τον  Προβελέγιον  και  Καμπούρογλουν,  τον  Δροσίνην  και  Παλαμάν, 
τον  Βιζυηνόν  και  Καρκαβίτσαν.  Ό  δε  προς  την  νεοελληνικήν  λογο- 
τεχνίαν  ζήλος  έφθασε  μάλιστα  εν  τη  Εσπερία  μέχρι  τοσούτου, ώςτε  δέν 
εΐνε  ασύνηθες,  ιδίως  εν  Γερμανία,  να  παρέχωνται  είς  τους  άναγνώστας 
των  εφημερίδων  έν  έπιφυλλίδι  μεταπεφρασμένα  ελληνικά  διηγήματα, 
εν  ω  αϊ  ήμέτεραι  εφημερίδες  συνήθως  έκλέγουσι  μυθιστορίας  ξένας, 
και  δχι  πάντοτε  τά:  άρίστας. 

Δυνάμεθα  λοιπόν  νά  εϊπωμεν,  δτι,  ως  έκ  της  βραχείας  ταύτης 
άνακεφαλαιώσεως  αποδεικνύεται,  ανοίγεται  νέον  στάδιον  είς  τους  νέους 
"Ελληνας  ποιητάς  και  διηγηματογράφους.  Ή  παρ'  ήμϊν  πνευματική 
παραγωγή  δέν  γνωρίζεται  τό  έξης  εις  τους  ξένους  δια  μόνων  των 
προϊόντων  της  νεαζούσης  ημών  επιστήμης,  όσα  άξιοΰνται  τών  μερί- 
μνων τών  αλλογενών  επιστημόνων.  Ή  ποίησις  και  τό  διήγημα  δεν 
απευθύνονται  είς  τους  ολίγους,  άλλ'  είς  τά  πλήθη,  είνε  δ'  εξ  αυτής 
αυτών  της  φύσεως  προϊόντα  κοσμοπολίτικα,  δυνάμεθα  ειπείν.  Εΰχά- 
ριστον  λοιπόν  είνε,  ότι  εύρύνεται  οιά  τά  τοιαύτα  παρ'  ήμϊν  καλλι- 
στεύματα  του  λόγου  ό  ορίζων,  ότι  ήρχισαν  νά  γίνωνται  γνωστά  και 
εκτός  τών  στενών  ορίων  της  Ελλάδος,  ότι  δύνανται  και  οί  παρ 
ήμϊν  λογοτέχναι  νά  ζηλώσωσι  κατά  τό  ενόν  παγκόσμιον  φήμην,  άνά- 
λογον  έκαστος  προς  τήν  έπιτυχίαν  του  ιδίου  έργου  και  του  καλάμου 
τήν  δεξιότητα.  Τούτο  δε  ου  μόνον  εις  τους  συγγραφείς  ηθικώς,  άργότε- 
ρον  δ' ϊσως  ποτέ  και  ύλικώς  θάποβή  επικερδές,  αλλά  και  είς  τό  έθνος 
παρέχει  ώφέλειαν  και  τιμήν,  όπως  μή  θεωρήται  όλως  άμουσον,  έν  ω 
και  άλλα  έθνη  έπ'  ίσης  σχεδόν  όλιγάνθρωπα  ως  τό  ήμέτερον  ή  μικρώ 
πολυαριθμότερα  έχουσι  νά  έπιδείξωσι  συγγραφείς  παγκοσμίους,  ως  ή 
Δανία  τόν  "Ανδερσεν  και  ή  Νορβεγία  τόν  "Ιβσεν  καϊ  τον  Β]θΠΐ8ΐ- 
]βΓΠβ    ΒΐΟΓΠδΟΠ. 

Προς  τάς  σημειώσεις  ταύτας  και  σκέψεις    καϊ  εΰχάς  έ'δωκεν   άφορ- 


—  739   — 

μήν  ή  έπέκτασις  του  περί  της  ημετέρας  φιλολογίας  ενδιαφέροντος  κα! 
έν  Ουγγαρία,  όπου  δεν  ητο  αΰτη  και  μέχρι  τοΰδε  παντελώς  άγνω- 
στος. Άπο  ετών  πολλών,  ώς  γνωστόν,  ό  καθηγητής  τοΰ  εν  Βουδαπέ- 
στη Πανεπιστημίου  Ιωάννης  Τέλφυς  ασχολείται  μετά  ζήλου  πολλοϋ 
περί  τα  ελληνικοί  γράμματα.  Ή  δέ  μελέτη  τών  αρχαίων  συγγραφέων 
και  του  αττικού  δικαίου,  εν  ή  διέπρεψεν,  ηγαγον  αυτόν  και  εις  την 
μελέτην  τών  λογοτεχνικών  προϊόντων  της  παρακμής.  Άλλ'  ούδ'  εκεί 
έσταμάτησεν  ό  φιλέλλην  λόγιος,  περιέλαβε  δ'  είς  τον  κύκλον  τών  με- 
λετών του  την  τε  παρ  ημϊν  επιστημονικών  παραγωγην  κα!  την  έν 
τη  λογοτεχνία  πρόοδον.  Γνωστή  εϊνε  η  επιμονή,  μεθ'  ης  ό  Τέλφυς 
υπεστήριξε  πάντοτε,  ότι  οι  κατά  τόνον  στίχοι  δέν  εΐνε  μετρική  τρο- 
ποποίησις  τοΰ  μεταγενεστέρου  ελληνισμού,  άλλα  παρουσιάζονται  η  δη 
κατά  τους  αρχαίους  χρόνους  και  ότι  ήδη  παρά  τοις  άρχαίοις  εύρί- 
σκομεν  και  αυτήν  την  όμοιοκαταληξίαν.  Γνωστόν  δ'  έπ'  ϊσης  εΐνε.  ότι 
πολλάκις  έπέστειλε  περί  ζητημάτων  διαφόρων  εις  ελληνικάς  εφημερί- 
δας και  περιοδικά  έν  τη  νέ^  ελληνική  γλί'σση,  ην  και  κατανοεί  καλώς 
και  γράφει.  Έν  δε  περιοδικοϊς  ουγγρικοί;  πλειστάκις  έγραψε  περί  νεο. 
ελληνικών  έργων,  επιστημονικών  τε  και  λογοτεχνικών.  Εις  την  άκά- 
ματον  λοιπόν  ταύτην  ένέργειαν  τοΰ  Τέλφυος  χρεωστοΰμεν  ί'σως  και 
την  έπ'  εσχάτων  έμφάνισιν  και  άλλου  Ούγγρου,  επιληφθέντος  μετά 
ζήλου  της  παρά  τοις  όμογενέσιν  αύτοϋ  διαδόσεως  τών  προϊόντων  της 
νεοελληνικής  μούσης. 

Ό  νέος  ούτος  φίλος  της  καθ'  ημάς  ποιήσεως  ανήκει  εις  τους  εύπα- 
τρίδας  της  Ουγγαρίας.  ί*ίίνε  δε  ό  κόμις  Γεώργιος  νοη  8θ1ια1|)Ρ.  Ού- 
τος και  άλλα  μέν  άπΟ*  τίνος  χρόνου  έδωκε  δείγματα  της  περί  την 
νεοελληνικήν  φιλολογίαν  ασχολίας  του  και  μέγα  άλλο  έργον,  ώς  μαν- 
θάνομεν,  παρασκευάζει  σχετικόν  προς  αυτήν,  όπερ  προτίθεται  νάφιε- 
ρώσγι  εις  την  Λ.  Μ.  τον  βασιλέα  Γεώργιον  έπ'  ευκαιρία  της  ποοςε- 
χους  εΐκοσιπενταετηρίδος  της  είς  τον  θρόνον  αναβάσεως  αύτοΰ.Ίδίως 
δ'  έ'χομεν  νυν  ύπ'  όψιν  συγγραφήν  αυτού  ήδη  έκδεδομένην  κατά  το 
ένεστώς  έτος  φιλοκάλως  έν  Λειψία.  Το  (ίιβλίον  επιγράφεται  Εξω- 
τικά άνθη  (ΡΓβΐϊκΙΙαηίΙίδοΙίβ  ΒΐϋΠΙβη),  αποτελείται  δ'  εκ  συλλο- 
γής έμμετρων  μεταφράσεων  ποιημάτων  ελληνικών,  γαλλικών,  αγγλι- 
κών, ισπανικών  και  ανατολικών.  Έν  τούτοις  οέ  τά  ελληνικά  κατέ- 
χουσι  την  πρώτην  και  έπιφανεστάτην  θέσιν.   Και  προηγείται  μεν  μα- 


—  740   — 

κρόν  δοκίμιον  εκ  της  υπό  του  ^Ι*ά&η  ωραίας  γερμανικής  μεταφρά- 
σεως της  "Οδύσσειας,  έπονται  δε  πολλαί  μεταφράσεις  νεοελληνικών 
ποιημάτων,  των  μέν  ηδη  ύπ'  άλλων  μεταπεφρασμένων,  των  δέ  νυν 
το  πρώτον  υπό  του  συλλογέως  μετενεχθέντων  είς  την  γερμανικην. 
Έν  τη  συλλογή  ταύτη  εύρίσκομεν  ού  μόνον  δημοτικά  άσματα,  άλλα 
και  ποιήματα  του  μακαρίτου  Παπαρρηγοπούλου  και  τών  κ.  κ.  Δημ. 
Βικέλα,  Γ.  Μαρτινέλλη,  Γ.  Δροσίνη,  Νικ.  Δοσίου  και  Δημ.  Κυδω- 
νιάτου  και  τίνων  άλλων  φερομένων  άνωνύμως.  Όμολογοΰμεν,  δτι  εί 
και  η  γενομένη  εκλογή  τών  παρατιθεμε'νων  δοκιμίων  της  νε'ας  έλλη- 
νίδος  αούσης  δεν  εϊνε  πάντοτε  ή  άριστη,  ή  άνάγνωσις  τών  ποιημάτων 
τούτων  ύπο  το  γερμανικόν  περίβλημα  ένεποίησεν  εις  ημάς  άρίστην  αϊ- 
σθησιν.  Και  αυτά  τά  μετριώτερα  ένέχουσί  τι  το  γλυκύ  και  ποιητικόν, 
πολλή  δέ  εϊνε  ή  χάρις  τών  εκλεκτότερων  δσ'  άπήνθισεν  ό  συλλογεύς. 
Τινά  δέ  τούτων  δύνανται  να  παραβληθώσι  προς  τάριστα  τών  ανθέων 
δσα  περιέχει  ή  όλη  συλλογή. 

Ευχόμενοι  όπως  ϊδωμεν  ταχέως  δημοσιευομένην  την  Νεοελληνικήν 
άνθολογίαν,  ην  υπόσχεται  ό  συγγραφεύς,  θεωροΰμεν  καταλληλότα- 
τον  νά  περατώσωμεν  το  βραχύ  ημών  σημείωμα  περί  θέματος,  περί 
ού  πολλά  δύνανται  νά  γραφώσι,  διά  τών  έξης  ενθουσιωδών  περί  της 
νεαράς  ημών  φιλολογίας  λέξεων,  δι'  ών  ό  κ.  νοη  3θ1ΐυ1ρβ  προειςάγει 
είς  την  άνάγνωσιν  τών  εκ  της  νέας  ελληνικής  μεταφράσεων 

α'Η  νεοελληνική  φιλολογία,  λέγει,  εϊνε  πλουσιωτάτη  χρυσαυγών, 
»  ανεξάντλητων  και  ούτως  ειπείν  άπροςδοκήτων  ποιητικών  θησαυ- 
»  ρών  όφείλομεν  δέ  νά  ώμεν  ευγνώμονες  είς  πάντα  μεταφραστην, 
»  άποπειρώμενον  και  άγωνιζόμενον  νάνασύρη  τά  πολύτιμα  ταύτα  κει 
»  μήλια  της  νεοελληνικής  φιλολογίας  έκ  της  σήραγγος  έν  ή  εύρηνται 
»  κεκρυμμένα  και  νά  παράσχη  αΰτοϊς  έν  τη  παγκοσμίω  φιλολογία 
»  την    θέσιν   έκείνην,  ης  εϊνε   άξια  νά   τύχωσιν. 

«Ή  νεοελληνική  φιλολογία  εϊνε  πλούσια,  πλουσιωτάτη  περιδόξων 
»  ποιητών.  Ή  δημοτική  μούσα  εϊνε  μοναδική  είς  το  εϊδός  της,  εν  δέ 
»  τω  θησαυρω  της  δημώδους  ποιήσεως  τής  νεοελληνικής  φιλολογίας 
β  εύρίσκομεν  μαργαρίτας  και  πολύτιμους  λίθους,  περιβαλλόμενους  ύπο 
»  τής  άφθίτου  και  πλήρους  αίγλης  καλλονής  άκτινοβόλου.  Και  διά 
» τούτον  τον  λόγον  εί'μεθα  ευγνώμονες  προς  πάντα  μεταφραστην, 
»  άναλαμβάνοντα  το  έ'ργον  νά  καταστήση  γνωστά  τά  θαυμάσια  ταυ- 


—  741  — 


8  τα  *βι1"™«  προϊόντα  έν  άπαραλυμάντω  κάλλεί  είς  τους  Γεοαανούς 
»  άναγνώστας.  Ή  νεοελληνική  φιλολογία  έχει  να  έπιδείξη  άσματα," 
Ι  ατινα  λόγω  εύανθους  τρυφερότητος,  βαθύτητος  και  λεπτότητος  τοϋ 
»  αιτήματος  και  της  διατυπώσεως  αυτού  μόνον  ολίγας  φιλολογίας 
»  κοσμοΰσι    και   έξωραίζουσιν. 

α  Ή  νεοελλην1κη  φιλολογία  είνε  πλούσια  ευφυέστατων  λογίων  *οι• 
»ητών,  άλλα  και  απείρως  πλουσία  δημοτικών  ασμάτων,  άτινα  είνε 
»  κατά  την  κυριωτάτην  ε'ννοιαν  της  λέξεως  έντεχνοτατα  δημιουργή- 
»ματα  της  δημώδους  μούσης,  πολλάκις  δε  και  ύπερβάλλουσι  και 
»  ύπερακοντίζουσι  τα    προϊόντα    των  λογίων    ποιητών». 


Ο  ΓΕΩΡΓΙΟΣ  ΓΡΟΤΕ 
ΒΙΟΓΡΑΦΟΤΜΕΝΟΣ  ΥΠΟ  ΤΗΣ  ΣΥΖΥΓΟΥ  ΑΥΤΟΥ  * 


Έν  τη  Ιστορική  επιστήμη  άρχεται  νέα,  μεγάλη  περίοδος  άπό  των 
άρχων  του  ημετέρου  αιώνος.  Έν  τοις  χρόνοι;  έκ,είνοις  των  μεγάλων 
γεγονότων,  ότε  παλαιά  μέν  κατασκευάσματα  κατέρρεον,  άνεζυμοΰντο 
δε  και  έκαλοΰντο  εις  ζωην  νέαν  πολιτεύματα  και  λαοί,  έν  έποχη  μορ- 
φώσεως και  άναμορφώσεως,  μερίμνης,  μεμψιμοιριών  και  ελπίδων,  ό 
Γερμανός  ΝϊβΒαΗτ,  άνηρ  μεγαλοφυής  καϊ  μεγαλοπράγμων,  άπο  στα- 
θεράς σκοπιάς,  με  βλέμμα  διαυγές  και  πεπειραμένον  ηγε  την  ιστορι- 
κόν μ,έθοδον  έπ'  ασφαλέστερα,  το  μεν  είςηγητης  γενόμενος  νέων  οδών 
έν  τη  έρεύνη  της  ρωμαϊκής  ιστορίας  και  ορθώς  δεικνύων  τους  δρόμους 
ους  ηκολούθησεν  ή  αναγραφή  της  Ιστορικής  παραδόσεως  έν  τοις  μέ- 
σοις  αϊώσι,  το  δε  είςηγούμενος  μέν  την  έκοοσιν  τών  Μοηυπίβηΐίΐ 
ΟβΓΓϊΐαηίαβ  ΗΪ8ΐθΓΪ09.,  θεμέλιων  δε  την  Βυζαντίδα.  Ή  επιστήμη  ηκο- 
λούθησεν έπειτα  πιστώς  τον  δρόμον  δν  έτεμεν  ό  μέγας  αύτοΰ  νους 
και  είνε  θαυμάσια  τάποτελέσματα  άτινα  έπήνεγκεν  η  ασφάλεια  της 
ιστορικής  μεθόδου  καϊ  ή  τέχνη  του  λόγου,  ιδίως  έν  Γερμανίικ.  "Εν- 
ταύθα μετά  θερμότητος  σπανίας  έπελάβοντο  του  έ'ργου  οι  ιστορικοί, 
συλλέγοντες  μέν  καϊ  άποκαθαίροντες  την  ύλην,  μελετώντες  δε  να 
έπαναφέρωσι  την  ίστορικην  παράδοσιν  εις  τάς  πρώτας  πηγάς  καϊ  έπι- 
χειροϋντες  νά  περιβάλωσι  τάποτελέσματα  τών  ερευνών  αυτών  μορ- 
φην  καλην  καϊ  έπαγωγόν.  Άλλα  ταΰτα  μάλιστα  έν  τη  γερμανική 
και  τη  ρωμαϊκή  ίστορία\  Έπ'  έκείνην  μέν  ήγεν  αυτούς  έθνικη  χρβία, 
ταύτην  δε  προεβίβαζον  αί  άνάγκαι  τοΰ  πολιτικού  βίου  και  νομικόν 
τι   διάφορον. 

*   Έδημοσιεύθη  το  πρώτον  έν  τϊ)  Κλιιοϊ  τοΰ  1874  «ρ.  679-681. 


—  743  — 

"Αλλως  είχε  τό  πρ&γμα  περί  την  έλληνικήν  ίστορίαν.  Αύτη  δεν 
κατέτεινεν,  οιονεί  ειπείν,  τους  κλάδους  αυτής  μέχρι  του  παρόντος, 
ουδέ  παρεϊχεν,  ώς  ή  ιστορία  του  έτερου  των  έκκρίτων  εθνών  της  αρ- 
χαιότητος, των  'Ρωμαίων,  ζητήματα  κοινωνικά  και  πολιτικά  εφα- 
πτόμενα αμέσως  και  άναποδράστως  αύτης  της  σαρκός  της  συγχρόνου 
κοινωνίας.  Εις  έποχήν  καθ'  ην  εμελλον  τοσαΰτα  να  διαλυθώσι,  το- 
σαΰτα  νάναπλασθώσιν,  ενίοτε  τοσούτων  κατασκευασμάτων  κοινωνι- 
κών τε  και  πολιτικών  να  τεθώσιν  αύται  αϊ  βάσεις,  ή  ελληνική  Ιστο- 
ρία αληθώς  ολίγα  ήδύνατο  να  συνειςφέρη.  Έν  όλη  τη  πλαστική  αυ- 
τού καλλονή  ό  ελληνικός  βίος  ητο  λίαν  απομεμακρυσμένος*  ό  τρόπος 
αύτοϋ  και  ή  άνάπτυξις,  η  ακμή  και  παρακμή  ήδύναντο  μεν,  φωτι- 
ζόμενα υπό  τεχνίτου  επιτηδείου,  νά  ρίψωσι  σκιάν  καλην  και  ευπερί- 
γραφον  ώς  άγαλμα  καλλιμάρμαρον,  άλλ'  ή  σκιά  αύτη  ουδαμώς  ήδύ- 
νατο  νά  εχη  τό  χρώμα,  τολμώ  ειπείν  την  ζωήν  και  την  κίνησιν,  ην 
έν  περιστάσεσι  συγγενέσι  παρεϊχεν  εις  τά  όμματα  του  νέου  Ευρωπαίου 
άπέκμαγμα  του  ρωμαϊκού  βίου.  Χωρίς  τούτου,  ότι  ο  ρωμαϊκός  πολι- 
τισμός ητο  ό  άμεσος  πρόδρομος  του  νεωτέρου,  άλλ'  ήσαν  ομογενή 
πολλά  τών  κατ'  αυτόν  φαινομένων  προς  τά  συμβάντα  των  τότε  ημε- 
ρών, άλλ'  έζήτουν  νάντλήσωσιν  έν  τη  μελέτη  της  ρωμαϊκής  ιστο- 
ρίας πεϊραν  πολιτικήν,  άλλ'  ή  μελέτη  τών  κατά  του,  Ρωμαίους  πλε- 
βηίους  έδίδασκε  πολλά  περί  τών  συγχρόνων  κοινωνικών  σπασμών. 
"Επειτα,  έν  τη  ιστορική  σταδιοδρομία  ή  στήλη  του  τέρματος  ή  έπι- 
γράφουσα  διά  τούς'Ρωμαίους  τό  κάμ^ον  δεν  ητο  ή  αφετηρία  ή  παρ- 
ορμώσα  τους  Γερμανούς  τό  αρίστευε;  "Επειτα,  δεν  ητο  αύτη  ή  'Ρώ 
μη  ή  μήτηρ  ή  ή  αφορμή  ομάδος  όλης  λαών,  τών  ρωμανικών  φύλων, 
άτινα  ώς  ίδιόρρυθμον  ιστορικόν  φαινόμενον  αναλαμβάνει  και  εξετά- 
ζει ό  σαξονικός  γερμανισμός;  Δεν  ητο  τό  κέντρον  ιδίων  θρησκευτι- 
κών αντιλήψεων  ή  'Ρώμη  εκείνη,  ήτις,  ώς  εκφράζεται  ό  ποιητής 
Ηβΐηβ,  ήρξατο  σκορπίζουσα  δόγματα  εις  τάς  επαρχίας  ότ  έπαύσατο 
στέλλουσα  λεγεώνας  ; 

Αντί  δε  πάντων  τούτων  ό  ελληνικός  βίος  ήτο  περί  πολλά  αρχαιό- 
τροπος,  σχεδόν  αλλόκοτος  διά  τον  νεώτερον  έρευνητήν  πολιτικώς  μεν 
άπειρος,  περί  δε  τά  νόμιμα  σχεδόν  στοιχειώδης.  Ή  δ'  ελληνική  Ιστο- 
ρία ητο  βραχυχρόνιος  και  ό  ορίζων  αυτής  στενότερος  τοϋ  της  ρωμαϊ- 
κής.   Άλλ'   όμως    οϊα    πρωτοτυπία-    πανταχού  τά  πάντα  καλλίχροα 


—  744  — 

και  εύπλαστα  και  νεουργά,  άγήρω  περιβεβλημένα  φύσιν.  Στέφανοι 
κοσμοΰσι  τόν  νεκρόν  και  τους  ζώντας,  τον  λειτουργούντα  άρχοντα  ώς 
τόν  βωμόν  και  το  ίερεϊον.  Οία  αρμονία  και  τέχνη  και  κάλλος  από 
των  υποθετικών  λόγων,  ως  όνομάζουσιν  οι  γραμματικοί  εν  των  λογι- 
κωτάτων  και  καλλιτεχνικωτάτων  προϊόντων  της  ελληνικής  διανοίας, 
μέχρι  του  Παρθενώνος  και  του  Διός  του  χρυσελεφάντινου. 

*Αν  ό  ρωμαϊκός  βίος,  πλήρης  ων  δικανικής  συνέσεως,  διδάσκα- 
λος παντοδαπής  πολιτικής  σοφίας,  κονίστρα  στάσεων  πολυπληθών  και 
αγώνων  παγκοσμίων,  έσαγήνευε  τόν  ζήλον  τών  πολυπραγμόνων  Ιστο- 
ρικών και  ή  μελέτη  αυτού  εσχε  πατέρας  αυτούς  εκείνους,  οϊτινες  ώς 
ενεργοί  πολιτικοί  άνδρες  συνηύξανον  τά  νέα  πολιτικά  οικοδομήματα, 
άλλ'  ή  ελληνική  ιστορία  ώς  κόρη  καλή  άλλ'  άνηβος  έτι  εΐλκυσεν  έφ' 
έαυτήν  τήν  μητρικήν  στοργήν  τών  φιλολόγων  και  αρχαιολόγων. 

Ούτοι,  μεταξύ  θαυμάζοντες,  μελετώντες,  σχολιάζοντες  τά  έ'ργα 
τών  συγγραφέων  καί  τάριστουργήματα  τών  καλλιτεχνών,  οΰ  μόνον  διέ 
γραφον  τά  όρια  και  διεχώριζον  τά  μέρη  της  ελληνικής  ιστορίας,  άλλ' 
ή^η  και  έπεχείρουν  εις  τήν  διά  μονογραφικών  πραγματειών  έξακρί- 
βωσιν  τών  εθνολογικών,  οικονομικών  και  πολιτικών  αρχαιοτήτων  του 
ελληνικού  κόσμου.  Τά  συγγράμματα  τοΰ  ΒδοΙίΐΊ,  δοΐΐόπΐ&ηη  και 
Μβ^θΓ,  τού  Κ.  Ο  ΜϋΙΙβΓ  είνε  τά  κάλλιστα  υποδείγματα  τού  εί- 
δους τούτου.  Διότι  και  ή  φιλολογία,  νεωστΐ  διοργανωθείσα  επιστημο- 
νικώς και  σκοπόν  προβαλομένη  ώρισμένον,  έ'βαινεν  ήδη  ασφαλώς  και 
ακριβώς  επί  τήν  άναγνώρισιν  τού  βίου  τών  έκκρίτων  της  αρχαιότητος 
εθνών.  Επήλθε  δέ  καί  τι  άλλο'  ή  άνάστασις  δήλα  δή  τοΰ  δούλου  ελ- 
ληνικού γένους  εκίνησε  το  μεν  τήν  περιέργειαν,  το  δέ  τόν  ζήλον  τών 
αλλογενών  λογίων  προς  τήν  ήμετέραν  ίστορίαν.  Άλλ'  ή  όλη  ενέρ- 
γεια είχε  περιορισθή  εις  μονογραφίας,  εις  ειδικά  έργα,  εις  αρχάς  κα- 
μάτων. Ά  ν  δέ  τις  εξαίρεση  του  ϋΓ0γ86Π  τήν  Ίστορίαν  τού  μεγάλου 
Αλεξάνδρου  καί  τών  διαδόχων,  έργον  πλήρες  ενθουσιασμού  προς  τόν 
νεαρόν  κατακτητήν  καί  πραγματευόμενον  έποχήν  κατακτήσεων  καί 
πλάσεων  κρατών  ουχί  όλως  άσχετον  προς  τήν  τών  χρόνων,  οίτινες  εΐ- 
χον  αμέσως  προηγηθή  τής  συγγραφής  αυτού,  πλην  τούτου  τού  έργου 
ή  Γερμανία  μόλις  έχει  νά  επίδειξη  μέχρι  τής  εκδόσεως  τήςΈλληνικής 
ιστορίας  του  Έρνέστου  Κουρτίου  έργον  τι  |λέγα  καί  ενιαϊον  πραγμα- 
τευόμενον τήν  ίστορίαν  τού  αρχαίου  ελληνικού   κόσμου.     Αντί  τούτου 


—  745  — 

ο  εβριθον  κί  βιβλιοθήκαι  σοφωτάτο^ν  πραγματειών  και  μονογραφιών 
*α:  αρίστων   εκδόσεων  συγγραφέων  τε  και  αρχαίων    επιγραφών. 

Χρυσός  λοιπόν  πολύς  έμενε  συνεσωοευιιένος,  οιονεί  περιμένων  τον 
μέλλοντα  να  καταστήση  αυτόν  κοινόν  κτήμα  το£3  κόσιίου.  Και  ευρέθη 
τραπεζίτης,  δςτις,  μή  λησμονών  την  πάλαιαν  αΰτοϋ  τέχνην,  κόψας  εις 
νόμισμα    παρεδωκεν   εις    την    συναλλαγήν    τον    τέως   άσημον   νρυσόν. 

Οΰδ'  εΐνέ  τι  τυχαϊον,  δτι  ό  Γεώργιος  Γρότε  ήτο  "Αγγλος.  Άναλο- 
γίαι  πολλαί  της  ιδίας  ιστορίας  προς  την  έλληνικήν,  ιδίως  την  άθη- 
ναϊκήν,  πάντων  δε  μάλιστα  ή  κατά  θάλασσαν  αγγλική  ηγεμονία, 
εχουσά  τι  τό  παραπλήσιον  προς  την  των  πάλαι  Αθηναίων,  εί^ον  ήδη 
ενωρίς  κινήσει  παρά  τοις  όμοεθνέσι  του  Γρότε  τό  διάφορον  υπέρ  της 
ελληνικής  ιστορίας.  Ούτως  είχον  επιχειρήσει  συγγραφήν  ιστορίας  της 
Ελλάδος  ό  ΟοΙ^δΠΐΐΐΗ,  ό  Οϊΐΐίβδ,  ό  ΜίΐίθΓ(1  και  ολίγα  προ  του 
ημετέρου  ιστορικού  ετη  ό  επίσκοπος  Τ1ΐΪΓ\ν£ΐ11.  'Λλλ'  εκείνα  μέν  τά 
έργα,  οΰδ'  άλλως  εχοντά  τι  τό  εκτακτον,  εϊχον  ήδη  άπαρχαιωθή  διά 
τε  την  εύρεσιν  πηνών  νέων  καϊ  υπό  της  προόδου  της  ιστορικής  έρεύ- 
νης,  τό  δέ  σύγγραμμα  του  φιλολάκωνος  επισκόπου  διέκρινε  πλην  άλ- 
λων ασυμβιβάστων  προς  την  αύστηράν  της  νέας  επιστήμης  μέΟοδον 
το  μέν  έμμονη  εις  την  καθεστώσαν  παράδοσιν  θαυμαστή,  τό  δέ  αμάρ- 
τυρος αυθαιρεσία.  Τό  δ'  έργον  του  μέλλοντος  ιστορικού  τη;  Ελλάδος 
ήτο  έπίμο/θον  και  βαρύ-  θέλων  να  μελετήση.  τον  έλληνικόν  κόσμον 
αμέσως  ες  αυτών  τών  πηγών,  εύρισκε  τούτων  τάς  μεν  ατελείς  και 
ελλιπείς,  τάς  δέ  σκοτεινάς  ή  άμφιβαλλομένας,  πολλαχοΰ  δέ  άπήντα 
^άσματ'  αδιάβατα.  Έν  αυτή  τή  πύλη  οιονεί  ειπείν  της  ελληνικής 
ιστορίας  ηρχοντο  εις  προυπαντησιν  αυτού  κόσμος  παντοοαπος  και 
πολυποίκιλος,  κατασκευάσματ'  αλλόκοτα,  ερείπια  υπάρξεως  ήδη  πα- 
λαιάς δυςερμήνευτα,  φάσματα  τοϋ  μύθου,  πλάσματα  του  εύφαντα- 
στοτάτου  τών  λαών.  Και  έ'βλεπε  μέν  ήδη  μακράν  τά  πρώτα  είδωλα 
έν  ίστορικω  φωτί,  άλλ'  ώφειλε  πρώτον  νά  διέλθη  διά  τοϋ  δυςεξηγή- 
του  πλήθους  τών  μύθων.  Άλλα  πλην  τούτων  πάντων  ώφειλεν,  άνα- 
λαμβάνων  έν  μεγάλω  σ/εδίω  τήν  άναγραφήν  του  βίου  και  τών  πρά- 
ξεων τών  Ελλήνων,  νά  καθαρίση  τήν  ίστορίαν  αυτών  τό  μέν  άπο 
αντιλήψεων  πολλάκις  ψευδών,  ας  είχε  περί  τίνων  τών  κατ' αυτήν  δια- 
σπείρει  η  εκ  των  προτέρων  φιλοσοφική  της  ιστορίας  εςετασις  ,  ενίοτε 
δέ  άπό    δοκήσεων    ουκ    ορθών,    φυσικών    αποτελεσμάτων   φιλολογικής 


—   746  — 

μικροθυμίας  και  άπραγμοσύνης.  Ό  μέλλων  νάναλάβη  τό  ίχέγκ  έρ- 
γον έπρεπε  να  εϊνε  οΰ  μόνον  σπουδαστής  επίμονος,  άλλα.  καί  ερευνη- 
τής επιμελής,  διότι  σπανίως  ενοΰται  μελέτη  μετ'  έρεύνης  ούτω  στε- 
νώς  όσον  έν  τη  ελληνική  ιστορία.  Άλλ'  άμα  έπρεπε  να  εϊνε  γνώστης 
τοϋ  νεωτε'ρου  βίου  και  μεστός  πείρας  πολιτικής,  ασφαλής  και  ψυχο- 
λόγος κριτής  των  κατ'  άνθρωπον  καθ  όλου,  οικονομικός  άνήρ  εντρι- 
βής,δυνάμενος  δεόντως  νά  εκτίμηση  την  τε  καθ'  όλου  θέσιν  του  ελλη- 
νικού κόσμου  έν  τη  επιμιξία  της  αρχαιότητος  και  τα  καθ'  έκαστα  οι- 
κονομικά φαινόμενα.  Διότι  ή  ιστορία  είχε  πλέον  παύσιι  ούσα  απλή 
αναγραφή  τών  μαχών  και  πολέμων,  συνθηκών  και  γενεαλογιών,  ένε- 
βάθυνε   δε  είς  αύτον  τον  καθημερινόν,   ουσιώδη    βίον  τών  λαών. 

Την  βαρεϊαν  ταύτην  έντολήν  άνέλαβεν  ό  Γεώργιος  Γρότε,  δν  ει/ εν 
άποχρώντως  παρασκευάσει  προς  τό  εγχείρημα  πλην  μελέτης  παντο- 
ειδούς και  βαθείας  τό  μεν  αξία  λόγου  πείρα  τραπεζιτική,  τό  δε  πο- 
λυετής και  δραστήριος  πολιτικός  βίο;  έν  τη  μεγάλη  της  Αγγλίας 
παλαίστρα  και  έν  χρόνοις  πολυκινήτοις.  Μετά  προμελέτην  πολυχρό- 
νιον  είς  μετά  τον  άλλον  έξεδόθησαν  οι  δώδεκα  τόμοι  της  ελληνικής 
ιστορίας  αύτοΰ  άπό  του  Μαρτίου  1846  μέχρι  Δεκεμβρίου  1855.  Ή 
επιτυχία  υπήρξε  μεγίστη"  τότε  πρώτον  άνήρ  πολυπράγμων  καί  παι- 
δείας τής  ποικιλωτάτης  επιληφθείς  έργου  ούτω  κολοσσιαίου  εϊχεν  ορ- 
θάς  μεν  καί  μεγαλοπρεπείς  θέσει  βάσεις,  ακριβώς  δε  μετρήσει  τους 
γενναίους  παλμούς  του  έθνους,  χωρίς  να  τυφλώττη  προ  τών  μικροτή- 
των καί  ασθενειών  αύτοΰ,  με  βλέμμα  δε  παρατηρητικώτατον  και 
διαυγέστατον  ορίσει  τήν  διαμόρφωσιν,  τάς  τάσεις,  τήν  ένέργειαν  καί 
τον  δλεθρον  του  δαιμονίου  ελληνικού  λαοΰ.  Πρώτος  παρέστησεν  άπλήν, 
εύπερίγραφον  ,  καθαράν  εικόνα  τών  μυθικών  αιώνων  οίου;  έφαντάζετο 
αυτούς  ό  αρχαίος  "Ελλην,  άποκνών  νά  είςδύση  είς  τήν  ΰπόνοιαν  τών 
μύθων,  έπιλέγων  δ'  εκείνο  το  του  "Ελληνος  ζωγράφου  «ή  αυλαία 
εϊνε  ή  είκών  ήν  έζοιγράφησα » .  Καί  δεν  εύρε  μεν  έν  πάσι  καί  περί 
πάντα  σύμφωνους  τους  λογίους,  διότι  καί  είς  τήν  περί  ομηρικού  ζη- 
τήματος γνώμην  του  εύρεν  άντίκρουσιν,  καί  τους  περσικούς  πολέμους 
έθεωρήθη  ώς  ψυχρώς  εικόνισα:,  καί  περί  τήν  ίστορίαν  του  αθηναϊκού 
πολιτεύματος  πολλά  ένεωτέρισεν,  ιδίως  δε  κατηγορήθη  ώς  φιλαθή- 
ναιος  μέν,  μισαλέξανδρος  δέ.  Άλλα  καθ' όλου  ειπείν  ήξιώθη  τό  έργον 
τιμής  πολλής  καί    αναγνωρίσεως   μεγάλης  εν  τε    τη    Αγγλία  καί   τγί 


—  747  — 

αλλοδαπή.  Και  ητο  δίκαιον,  διότι  ό  Γρότε  είχεν  αφιερώσει  εις  τό 
έ'ργον  πνευματικόν  τε  άσνολίαν,  σπανίαν  έπιμέλειαν  και  σωματικήν 
ύγίειαν,  οιονεί  δε  εζη  δια  το  0ρα8  Πΐα^ηαΠΊ,  ώς  συχνά  έκάλει  τό 
έργον,  ούτινος  δεν  παρεγνώριζε  το  ογκώδες  και  μεγαλεπήβολον.  Διό 
μετά  τίνος  αυταρέσκειας  έδέχετο  ό  ΗίδίΟΓΪ&η  οί  (άΓ660β  τάς  κρίσεις 
του  λογίου  κόσμου  περί  του  έργου  του,  τάς  λογοκρισίας  τών  περιοδικών 
συγγραμμάτων,  τα  συγχαρητήρια  γράμματα  τών  φίλων,  την  ενθου- 
σιώδη αύτοΰ  πανταχού  ύποδοχήν.  Έν  μεν  Αγγλία  έκηρύχθησαν 
θαυμασταί  του  ό  ,ΙοΗη  δίααΐΊ  ΜΐΠ,  ό  Η&ΙΙαπί,  ό  ΥνΐΠίαΐΏ  δίτΐίΐΐΐ, 
ό  ΤΗΪΓίνν&ΙΙ,  έν  δε  Γαλλία  ό  Τοςίΐθνίΐΐβ  καϊ  ό  (]θϋ8ΐη,  έν  Γερμα- 
νία ό  ν&ΓηΗίΐ§βη  νοπ  Εηδβ,  ό  υπουργός  νοη  δοΗδη,  ό  ΒόοΙίΗ•  έν 
Καινιγσβέργϊ)  ό  μεν  γηραιός  ί<θΙ)6θ1ί  άπεκαλύπτετο  πρό  του  Γρό- 
τε, ό  δε  ί)θ1ΐΓ8  έκλινε  τό  γόνυ"  έξ  Αμερικής  τέλος  εγραφεν  αύτώ  ό 
Β&ΠΟΓοίΐ  ιώ  1856,  ότι  τον  θεωρεί  ευτυχή,  διότι  έπεράτωσε  τό  έ'ργον 
έπευφημούμενος  ύπό  του  λογίου  κόσμου  από  τών  Αθηνών,  όπου  γί- 
νεται χρήσις  αύτου  ώς  κειμένου  δια  την  διδασκαλίαν,  μέχρι  τής  απώ- 
τατης καθ'  ημάς  Λύσεως  έφ'  όσον  εξικνείται  ή  άνάπη  τής  Ελλάδος1. 
Άλλ'  ού  μόνον  οί  σοφοί  καθ'  εκάστους  έτίμων  και  έξήρον  -ην  άςίαν 
τής  ιστορίας  του  Γρότε,  άλλα  προθύμως  άνεκήρυζαν  αυτόν  έταΐρον  η 
μέλος  έπίτιμον  άκαδημίαι  και  πανεπιστήμια  τής  Αγγλίας,  Γερμα- 
νίας, 'Ρωσίας,  Ιταλίας.  Βελγικής,  τών  Κάτω  Χωρών,  τής  Αμερι- 
κής. Πάντων  δε  μεγίστη  τιμή  και  ή  τα  μάλιστ'  αύτον  εύφράνασα 
ύπήρξεν  ή  άναγόρευσις  χΰτοΰ  ώς  αλλοδαπού  εταίρου  τής  γαλλικής 
Ακαδημίας  αντί  τοϋ  θανόντος  Μακώλαιυ.  Τπό  δέ  τήζ  Ελλάδος,  ώς 
μη  ώφελιν  ουκ  αεί  περί  τά  καίρια  σπουδαζούσης,  ουδέν  ουδαμώς  έτι• 
μήθη  ό  άνήρ. 

Και  ταΰτα  μεν  όσον  οίον  τε  βραδέως  περί  τής  άςιχς  του  γροτείου 
συγγράμματος  και  τής  θέσεως  αΰτοϋ  έν  τη  ιστορική  επιστήμη.  Ουχί 
δε  τοΰτο  σκοπούσα,   άλλα  τόν  ίδιωτικόν  κα;.  οίκικκόν  βίον  του  ανδρός 

1  Ή  Ιστορία  τής  Ελλάδος  μετεφράσθη  Ιν  Γαλλία  χαί  Γερμανία,  φιλόμουσος  δι 
Ίταλϊς,  ή  "Ολυμπία  Κολόννα,  μετέφρασβν  ίταλιστί  τόν  πρώτον  τόμον,  δεν  ί««ράτω- 
σεν  όμως  τήν  μετάφρασιν  μετά  τόν  γάμον  αυτής.  Κα•.  παρ  ί)(ΐ.Τν  δ  εφάνη  διάθεσις  προς 
μετάφρασιν  τοϋ  £ργου,  άλλα  τό  πράγμα  προε/ώρησεν,  ώς  οϋ/ϊ  σπανίως  συμβαίνει,  μό- 
νον μέχρις  αγγελίας,  ήτις  συ/ να  αποβαίνει  ό  δοκιμαστικός  λίθος  τής  αδιαφορίας  τοϋ 
κοινοΰ.  Ότι  δ'  ε'πλανάτο  ό  ΒαηΟΓΟίΙ  γράφων,  οτι  ε'ν  Αθήναις  έγίνετο  χρήαΐί  τοΰ  συγ- 
γράμματος τοϋ  Γρότί  ώς  κειμένου  προς  διδασκαλίαν,  εινε  προφανές. 


—  748  — 

θέλουσα  νά  παραστήση,  έπελάβετο  ή  σύζυγος  της  βιογραφίας  του 
ιστορικού.  Ανέλαβε  δέ  το  έργον  ήδη  τω  1866,  πειθομένη  εις  τάς 
προτροπάς  πολλών  φίλων,  και  ήρξατο  συλλέγουσα  ειδήσεις,  «πιστο- 
λάς και  ημερολόγια.  Αυτός  δε  ό  ιστορικός,  έλθόντος  ποτέ  μετά  της 
συζύγου  λόγου  περί  του  βίου  τούτου,  έφαίνετο  οιονεί  ηύχαριστημενος 
ότι  κατέλειπεν  αυτόν  εις  τάς  χείρας  της  λογίας  συζύγου.  Διότι  ή 
ΗαΐτΐβΙ  εΐχεν  ήδη  πλην  μικρών  άλλων  έργων  και  ανταποκρίσεων  έν 
περιοδικοί:  φύλλοις  και  ίν  έφημερίτι  δημοσιεύσει  εκτενή  βίον  του  Γάλ- 
λου ζωγράφου  Αγ^  δοΙίβίίβΓ  και  Οοΐΐβοΐβά  ΡαρβΓδ  τω  186"2,  εν- 
τεύθεν δε  ήτο  ό  κάλαμος  αυτής  γνωστός  είς  το  άγγλικόν  κοινόν. 

Ό  δε  βίος  του  Γεωργίου  Γρότε  εξεδόθη  τω  1873  κατά  το  θέρος, 
δύο  έ'τη  μετά  τον  θάνατον  του  Ιστορικού"  πρό  βραχυτάτου  δε  χρόνου 
έδημοσιεύθη  και  μετάφρασις  αυτού  γερμανική. 

«Αϊ  σελίδες  αύται  περιέχουσι ,  λέγει  ή  βιογράφος,  την  εικόνα  της 
φύσεως  τοΰ  Γρότε,  τά  κατά  την  διαβίωσιν,  τάς  ασχολίας  και  τους 
σκοπούς  αυτού  επί  ήμισυν  αιώνα"  πλην  τούτου  δε  διαφωτίζεται  ή 
τάσις  του  πνεύματος  αυτού  και  του  λογισμού  διά  τών  διαφόρων  επι- 
στολών, δι'  ων  ήδυνήθην  νά  πλουτίσω  τό  βιβλίον».  Ή  κυρία  Γρότε 
κατώρθωσεν,  όσον  όυνατόν  γυναικϊ,  νά  περιγράψη  τον  βίον  τού  συζύγου 
ώς  τραπεζίτου,  πολιτικού  ανδρός  και  λογίου.  Και  προςκρούομεν  μέν 
ενίοτε  εις  άγγλικάς  ιδιοτροπίας  της  βιογράφου,  ήτις  ενοχλείται  διαρ- 
κώς υπό  νευρικών  κεφαλαλγιών  και  έκεϊ  ακόμη  ένθα  ό  αναγνώστης 
έχει  την  προςοχήν  έστραμμένην  εις  σπουδαίας  περιόδους  του  βίου  τού 
ιστορικού,  άλλα  καθ'  όλου  απέβη  τό  έργον  ή  ιστορία  ενός  πνεύματος,  ώς 
προέλεγε  προς  τον  σύζυγον  ή  γράφουσα.  Ουδείς  δε  δικαιούται  μάλλον 
τών  Ελλήνων  νά  μάθη  τάς  τύχας  και  τον  βίον  τού  ανδρός,  ούτι- 
νος οί  πατριώται  έκτιθέντες  έν  τω  παλαίω  κοινοβίω  \νβ8ΐΓΤΐυη8ΐβΓ 
την  προτομήν  έκόσμησαν  διά  μόνης  της  επιγραφής  «  Ιστορικός  της 
Ελλάδος»  ΗίδΙοΓΪαη  οί  ΟΓββοβ. 

Νά  ευχηθώ  την  μετάφρασιν  τού  έργου  παρ'  ήμϊν  θά  ητο  ρήμα  κε- 
νόν λαός,  όςτις  δέν  έχει  μεταπεφρασμένα  τά  κλασικά  έργα  τών  αρ- 
χαίων, ους  θέλει  ναι  και  καλά  προγόνους,  όςτις  δέν  έχει  μίαν  το- 
πογραφίαν  της  προκοπής  τής  ύπ'  αυτού  οικουμένης  χώρας,  ιστορικά 
βιβλία  άξια  καν  λόγου  πλην  όλιγίστων  μετρουμένων  είς  τά  δάκτυλα, 


—  749   — 

αργά  θάρνίση   άναγινώσκων   και    μεταφράζων   τό    βιβλίον   του   ίστοοι- 


κου  του. 


Επιχειρών  δ  ενταύθα  να  ΐκθέσω  συντόμως  τον  βίον  του  άνδρό;  δεν 
υπόσχομαι  άνάλυσιν  ακριβή  και  τελείαν  των  ύπό  της  συζόγου  γρα- 
φεντων,  άλλα  θάποπειραθώ  ές  αυτών  να  εξαγάγω  εικόνα  του  ίστορι- 
κοΰ"  οίον  οϊόν  τε  αληθή  και  ζωηράν,  ει;  εκείνα  ιδίως  προςε'χων  τον 
νουν,  άτινα  υποθέτω  δυνάμενα  τά  μέγιστα  να  κινήσωσι  το  ένδιαφέοον 
του  "Ελληνος  άναγνώστου  και  αναφερόμενα  ιδίως  ει;  την  ένέργειαν 
αυτού   ώς   ιστορικού    της   Ελλάδος. 

*Αν  ρίψη  τις  βλέμμα  επί  του  βίου  του  Γρότε,  οίος  ζωγραφεϊται 
υπό  της  συζύγου  έξ  οικογενειακών  εγγράφων,  ημερολογίων  και  επι- 
στολών, δύναται  νά  διακρίνη  δύο  ώρισμένως  άπ'  αλλήλων  χωρ-.ζο- 
μένας  περιόδους.  Τούτων  ή  μέν  πρώτη  εϊνε  ορμητική,  πολυμεοής, 
τό  δε  πνεύμα  του  Γρότε  εϊνε  κατ  αυτήν  έπϊ  πολλά  τετραααένον. 
Και  κυρία  μεν  μέριμνα  αυτού  εϊνε  κατ'  ανάγκην  ή  τραπεζιτική  ασχο- 
λία, άλλ'  άμα  καταγίνεται  περί  τε  τον  πολιτικόν  βίον,  ου  ζωηρώς 
μετένει,  καϊ  περί  τάς  ιδίας  μελέτα;,  ιδιαζόντως  δε  περί  την  σπουδήν 
τών  κατά  τους  "Ελληνας.  Ή  δε  δευτέρα  εϊνε  αφιερωμένη  σχεδόν  μό- 
νον εις  τήν  ελληνικήν  ίστορίαν  ταύτης  επιμελείται  νύκτα  τε  καϊ  παρ' 
ήμέραν.  έπϊ  ταύτη  ζ  ή  καϊ  χαίρει.  Εντεύθεν  ή  περί  τήν  ελληνικήν 
Ίστορίαν  σπουδή  τοΰ  Γρότε  είνε  όμοια  προς  ποταμόν,  όςτις,  τό  κατ' 
άο/ας  ώς  αργυρά  ταινία  διαρρέων  πολύμορφον  πεδίον,  κατακλύζει  τού- 
το ύστερον  όλον  πολύρρους  καϊ  π)ημμυρών.  Έπϊ  τήν  μίαν  ταύτην 
κοίτην  άγουσιν  έν  ύστέροις  /ρόνοι;  πάσαι  αϊ  τάσεις  καϊ  άσχολίαι  του 
Γρότε'  περί  τούτο  δέ  τό  ρεύμα  ήθελομεν  και  ήμ,ίΐς  ένταΰθα  μόνον 
άσ/οληθή  ώ;  τό  μάλιστ'  άξιον  λόγου  διά  τόν  "Ελλην'  άναγνώστην, 
αν  μή  άπήτει  ή  τελειοτης  της  είκόνο;  νά  περιγράψωιχεν  δι'  ολίγων 
τήν  όλην  δράσιν  τοϋ  ιστορικού. 

Ό  Γρότε  ήρξατο  εργαζόμενος  έν  τη  πατρική  τραπέζη  έχων  ήλι- 
κίαν  μόλις  δεκαέξ  ετών.  Τάς  τραπεζιτικάς  δε  ασχολίας  έξηκολού- 
θει  περιέπων  επιμελώς  μάλιστα  άφ'  ού  χρόνου  ό  πατήρ  όλως  απε- 
σύρθη της  τραπέζης.  Οίκων  δε  συνήθως  έν  προαστείοι;  του  Λον- 
δίνου ήναγκάζετο  καθ'  έκάστην  πρωίαν  νά  σπεύδη  έφιππος  ή  όχού* 
μένος  εις  τό  άστυ,  ίνα  μή  λείψη  από  της  θέσεως  αύτοΰ  έν  τή  τρα- 
πέζη, ην  καϊ  μόνος  ήναγκάσθη  συχνά  να  διοίκηση,  άποδημούντων  τών 


—  750  — 

άλλων  εταίρων.  Δια  δε  τάς  άγαθάς  βάσεις,  ούχ  ήττον  δε  και  την 
ακριβή  καϊ  σύντονον  του  Γρότε  έργασίαν  ή  τράπεζα  και  μετά  ζημίας 
και  δια  πασών  των  εμπορικών  κρίσεων  διετήρησε  την  άρίστην  φήμην, 
ης  ετι  και  σήμερον  απολαύει,  ανήκουσα  εις  τους  εύωνυμωτάτους  οί- 
κους του  άστεως. 

"Οτε  ό  Γρότε  ενεργώς  μετείχε  του  πολιτικού  βίου,  οί  Καιροί  τοΰ 
Λονδίνου,  καίπερ  άποδοκιμάζοντες  την  πολιτικήν  αύτοΰ  πορείαν,  έ'γρα 
φον  τω  1837  περί  αύτοΰ  τάδε"  «Ό  Γρότε  είνε  τραπεζίτης  άμωμου 
δόξης  και  εξασκεί  επί  το  έμπορευόμενον  άστυ  πάσαν  την  ες  ούτω 
σπουδαίου  επιτηδεύματος  πηγάζουσα  ν  δύναμιν.  Άλλα  πλην  τούτου 
είνε  ό  κ.  Γρότε  ετι  τι  πλέον  είνε  άξιαγάπητον  και  πολλής  τιμής 
άπολαΰον  μέλος  τής  κοινωνίας,  τέλειος  λόγιος,  έπί  πλέον  δ'  άνήρ  πο- 
λυτίμητος και  έκπρεπής  κατά  πάσας  τάς  σ/έσεις  του  οικιακού  βίου». 

Άλλ'  ήσαν  καιροί  ού  μόνον  κρίσεων  οικονομικών,  άλλα  και  πολι- 
τικής ανωμαλίας  τής  μεγίστης.  Οί  μεν  είς  τα  καθεστώτα  εμμένοντες 
Τόρεις  ήσαν  εϊπερ  ποτέ  επίμονοι,  οί  δε  φιλελεύθεροι  Ούίγοι  όσον 
ουδέποτε  τολμηροί*  άλλα  και  πέρα  τών  απαιτήσεων  ΰπερέβαινεν  ό 
ΰπερριζοσπαστισμός,  αν  ούτω  δυνάμεθα  νά  καλέσωμεν  τον  ϋΙΐΓΒΓΘ.- 
ίΙίοαϋδΠΐυδ,  ανδρών  οίος  ό  Γρότε,  παιδευθέντων  εν  τή  δριμεία  σχολή 
του  γηραιού  ΜΪ11  και  του  ΒβηΐΙίαΐΏ.  Τά  δέ  πολιτικά  φρονήματα 
του  ύπερριζοσπάστου  τραπεζίτου  έπεισαν  τέλος  αυτόν  νά  κατέλθη  περί 
τάς  αρχάς  τοΰ  1832  εις  τον  έκλογικόν  αγώνα  ώς  υποψήφιος  άντι- 
πρόςωπος  τοΰ  άστεως  τοΰ  Λονδίνου  εν  τη  κάτω  Βουλή.  Το  πρό- 
γραμμ'  αύτοΰ  προς  τους  εκλογείς  δεικνύει  τάς  αρχάς  ύφ'  ων  ένεπνέε- 
το.  Άναμόρφωσις  τοΰ  παρλαμέντου,  καταστολή  τών  ολιγαρχικών  επι- 
δράσεων, άναΟεώρησις  τοΰ  όργανισμοΰ  τής  αγγλικής  εκκλησίας,  άρσις 
τών  φόρων  επί  τής  παιδείας,  έλευθεριωτέρα  διοργάνωσις  τών  κατά  το 
εαπόριον  και  τήν  βιομην/ανίαν,  απλουστέρα  καϊ  ευχερεστέρα  χρήσις 
τής  δικαιοσύνης,  κατάργησις  τής  δουλείας,  ην  έθεώρει  σκοτεινήν  κηλίδα 
έπί  τοΰ  έθνικοϋ  χαρακτήρος,  διάδοσις  τής  παιδείας,  ταΰτα  είνε  αί 
υποσχέσεις  καϊ  εύχαί  ας  περιέχει  τό  πρόγραμμα  τοΰ  Γρότε.  8788 
ψήφοι  πολιτών  τοΰ  Λονδίνου  έπεσον  έπ'  αυτόν  κατά  τάς  προςεχεΐς 
έκλογάς,  ούτω  δέ  απεδείχθη  ό  Γρότϊ  ό  86Π10Γ,  ήτοι  ό  πρώτος  λαχών 
άντιποόςωπος  τοΰ  άστεως.  Άρζαμένων  δέ  τών  συνεδριών  τοΰ  κοινο- 
βουλίου,   ευθύς   εν    Μαρτίω    1833    πιστός   εις    τό   πρόγραμμα    αύτοΰ 


—  751  — 

έξεφώνησε  σθεναρόν  λόγον  περί  Ιείςαγωγής  της  μυστικής  δια  σφαιρι- 
δίων εκλογής  των  μελών  του  κοινοβουλίου,  τοΰθ'  όπερ  θα  ήτο  γεν- 
ναΐον  βήμα  προς  την  τούτου  άναμόρφωσιν.  Ή  βιογράφος  παρούσα  έν 
τη  συνεορία  εκείνη  περιγράφει  δι'  ολίγων  την  ενέργειαν  του  λόγου. 
«Κατ  έκείνην  την  εσπέραν  εϊχον  συνέλθει  τα  μέλη  αθρόα,  βαθεΐα  δέ 
σιγή  καί  προςοχή  έκράτει  κατά  την  άπαγγελίαν  τού  λόγου,  πλην  ει  μη 
διεκόπτετο  υπ  επευφημιών.  Ή  φωνή  του  Γρότε,  καίπερ  οΰκ  ισχυρά 
τις  ούσα,  ήκούετο  ευκρινώς,  ηγόρευε  δέ  άνευ  προσκόμματος  η  ταρα- 
χής. Διήρκεσε  δ'  η  άγόρευσις  πλέον  της  ώρας,  και,  ότε  ό  Γρότε  έκά- 
θισεν,  ήκούσθη  πρόθυμος  επευφημία  διαρκέσασ'  αρκετά  λεπτά  ».  *Η 
καθ' όλου  υποδοχή  του  λόγου  υπήρξε  μεγάλη"  έν  μέν  τω  κοινοβουλίω 
αύτώ  άνεγνωρίσθη  ό  Γρότε  ως  άνηρ  εξόχου  νοημοσύνης  καί  αξιόλο- 
γος ρήτωρ,  ή  δέ  άγόρευσις  αυτού  άνεζωπύρησε  μέν  τους  αναμορφω- 
τικούς, ταχέως  δέ  διεδόθη  και  άνεγνώσθη  μέχρι  τών  εσχατιών  της 
Αγγλίας.  Άλλα,  διασπασθείσης  της  φατρίας  τών  φιλελευθέρων,  απέ- 
βησαν μάταια  τα  σχέδια  τών  άναμορφωτών,  ών  κυριώτατος  μοχλός 
ητο  ό  Γρότε.  Το  νομοσχεδιον  περί  της  διά  καλπών  ψηφοφορίας,  μεθ' 
ου  συνεδέετο  η  άναμόρφωσις  του  κοινοβουλίου,  κατέστη  ό  τελικός 
σκοπός  του  πολιτικού  αυτού  βίου*  διό  δέν  παρέλιπε  καθ'  έκάστην 
περίοδον  να  προτείνη  αυτήν  έκ  νέου,  άλλα  μάτην.  Καί  άλλαι  δέ  άνα- 
μορφωτικαί  τάσεις,  ιδίως  φιλελευθερωτέρα  διοίκησις  τής  Ιρλανδίας 
και  αυτονομία  τής  ιρλανδικής  εκκλησίας  ,  άπησχόλουν  την  ενέργειαν 
του  Γρότε  ου  μόνον  εντός  του  κοινοβουλίου,  άλλα  καί  εκτός  αυτού. 
Διότι  έν  πάσιν  είνε  αξία  θαυμασμού  ή  δύναμις  καί  ή  ορμή,  μεθ'  ης 
έπελαμβάνετο  ό  άνήρ  τών  πραγμάτων  έφ'  ά  ήγεν  αυτόν  ή  πορεία  του 
βίου.  Επιστολή  όμόφρονός  τίνος  σταλείσα  προς  τήν  κ.  Γρότε  τω  1837 
έλεγε  περί  τοΰ  ιστορικού"  «Ό  Γρότε  είνε  δι'  ημάς  πάντας  πολικός 
αστήρ,  μαγνητική  βελόνη,  ήτις  είνε  αναγκαία,  όπως  κατορθόνωμεν  νά 
πελαγίζωμεν  ευθέως  ».  Άλλ'  ό  Γρότε  μάτην  έκοπία,  διότι  τό  μέν  ητο 
ή  Ιποχή  άγονος  και  ναρκώδης,  οΰδ'  ήτο  ήδη  ώριμον  τό  εοαφος  ίνα 
δεχθή  τήν  εύεργετικήν  σποράν  ην  έγέννα  ή  φιλοσοφική  έςέτασις  τών 
ανθρωπίνων,  τό  δέ  ήφάνιζε  τήν  ενέργειαν  ή  μικροθυμία  και  χλιαρό- 
της  τών  εταίρων  και  η  ουχί  όσον  εοει  ειλικρινής  υποστηριςις  των 
Ούίγων.  Προς  δέ  τούτοις  ή  ελευθέρα  ενέργεια  υπέρ  τής  άναμορφώ- 
σεως  ειχεν   εΰνοηθή  αόνον   υπό   τών  μεσαίων    καί   κατωτάτων   τάξεων 


—  752  — 

του  λαού,  ουχί  δε  και  υπό  των  ευπόρων,  άφ'  Ιτε'ρου  δε  είχε  μεγάλως 
πολεμηθή  υπό  των  Τόρεων. 

Εντεύθεν  άφ'  ου  ειδεν  ό  Γρότε,  δτι  μάτην  ήγωνίζετο  γενναίως  και 
πάση  δυνάαει  επί  τρεις  βουλευτίνας  συνόδους,  καθ'  ας  είχεν  άςιωθή 
της  ψήφου  των  συμπολιτών,  ήσθάνθη  μέν  ψυχραινόμενον  τον  ζήλον, 
ήοξατο  δε  συναναστρεφόμενος  και  πάλιν  προς  τους  τε'ως  μισητούς 
αριστοκρατικούς  οίκους  και  μετά  πόθου  επανερχόμενος  εις  τους  κόλ- 
πους των  λησμονημένων  παλαιών  του  φίλων,  των  σοφών  και  ηρώων 
του  αρχαίου  κόσμου.  Τέλος  δ'  άπαυδήσας  άπεφάσισεν  αρχομένου  του 
1841  νά  μεταστή  του  πολιτικού  σταδίου  και  έδήλωσε  την  άπόφασιν 
εις  τους  εκλογείς  αμέσως  προ  τών  εκλογών.  Προέβη  δ  εις  τοΰτο  πει- 
θόμενος,  ότι  «ματαιοπονεί  αγωνιζόμενος  άγών'  ανωφελή  και  άπομε- 
μονωμένον.  Και  έμεινε  μεν  πιστός  πάντοτε  εις  τάς  αύστηράς  αΰτοϋ 
φιλελευθέρας  πεποιθήσεις,  αν  και  τινας  τών  ιδεών  αύτοΰ  ύστερον 
μετέτρεψέν  ή  άπό  τών  πραγμάτων  πείρα,  άλλ  όπως&ήποτ  έθεώρη- 
σεν  εαυτόν  τότ'  ευτυχή,  ότι  απηλλάγη  της  πολιτικής  τύρβης,  &ιότι 
ώμολόγει,  ότι  ό  πολιτικός  βίος  υπήρξε  δι'  αυτόν  βάσανος  δέκα  ετών. 

Ούτω  δ'  ήδύνατο  νά  έπανέλθη  εις  την  έλληνικήν  ίστορίαν,  το  πά- 
λαιαν του  όνειρον  και  την  κεχαρισμένην  άσχολίαν*  ίνα  δε  αφιέρωση 
εις  αυτήν  όλην  του  την  καρδίαν  και  την  μέριμναν  άπέστη  μετά  δύο 
ετη,  τω  1843,  και  της  τραπέζης,  καταλείπων  τοις  έν  αύτη  ύπαλ- 
λήλοις  τάς  άρίστας  τών  αναμνήσεων.  Άπηλλαγμένος  δε  φροντίδων 
τραπεζιτικών  και  πολιτικών  και  απολαύων  ήδη  βίου  άνετου  άπό  τοΰ 
θανάτου  του  πατρός  έν  ετει  1830,  καταλιπόντος  αύτώ  κληρονομίαν 
τεσσαρακοντακιςνιλίων  λιρών,  ήδυνήθη  νά  ένασχοληθη  δεόντως  και 
ως  έπεθύμει  περί  το  οραδ  Ιΐΐ&^ηΐΐπΐ  και  μόνον. 

Ή  ιδέα  νά  έπιδοθή  είς  την  συγγραφήν  ελληνικής  ιστορίας  ενωρίς 
έπήλθεν  εις  τον  Γρότε,  ούχ  ήττον  δ'  οφείλεται  ή  τε  πρώτη  είςήγησις 
και  ή  έν  τη  περαιτέρα  εργασία  παρόρμησις  εις  τήν  σύζυγον  αύτοΰ. 
Άνεφέραμεν  ήδη  ανωτέρω  τάς  ίστορικάς  μελετάς  του  Γρότε,  αϊτινες 
ΐί^ίως  περί  τήν  έλληνικήν  ίστορίαν  και  τάς  πηγάς  αυτής  περιεστρέφον- 
το  κατά  τά  πρώτα  ετη  τοΰ  εγγάμου  βίου.  Άκούουσα  δέ  ή  κ.  Γρότε 
περί  τό  φθινόπωρον  τοΰ  έτους  1823  συχνά  έρχόμενον  τον  λόγον  έν 
τω  οϊκω  αυτής  περί  τής  ελληνικής  Ιστορίας  και  παρατηρούσα  οίον 
θελγητρον  παρεϊχεν  ή  μελέτη  αύτη  εις  τόν  σύζυγον,  έσκέφθη,  ως  αυτή 


—   753  — 

διηγείται,  ότι  θα  ήτο  έπιτήδειον  εγχείρημα  δια  τον  Γρότε  νάναλάβη 
αυτός  την   συγγραφήν  νέας  Ιστορίας  της  Ελλάδος. 

Έντεδθεν  έπρότεινεν  αύτω  ταύτα"  «Μελετάς  διαρκώς  τους  αρ- 
χαίους συγγραφείς,  μόλις  αν  εχης  στιγμήν  μίαν  σχολής"  αυτό  λοιπόν 
θα  ήτο  ώραΐον  έργον  δια  σέ.  Λέγω  να  επιχείρηση:  τέλος  αυτό». 

«Ή  ΐδε'α  έφάνη  άξια  αποδοχή;  εις  τόν  νεαρόν  έξεταστήν,  δςτις  σκε- 
φθείς επί  τίνα  χρόνον  απεφάσισε  νάναλάβη  τό  έργον.  "Εκτοτε  δ'  αί 
μελεται  αύτοΰ  εστράφησαν  μάλιστα  περί  τοΰτο,  τό  (!>έ  πλήθος  τής 
ύλης,  ην  Ιπεσώρευε  δίκην  σημειώσεων  και  περιλήψεων  κατά  την  προ- 
παρασκευήν  του  δια  την  Ίστορίαν  και  ήτις  επιμελώς  φυλάσσεται  ύπό 
της  συζύγου  αύτοΰ,  είνε  φανερά  άπόδειξις  της  επιμελείας  του  άνδρό: 
και    τής  συμπαθείας  μεθ'  ης  έπελάβετο  του  έ'ργου,  όπερ  άνεδέξατο». 

"Ηδη  τω  1823  έγραφε  τω  φίλω  ΝοπΉεαΐ"  «Είμαι  ήδη  βεβυθισμέ- 
νος  εις  τους  μυθικούς  χρόνους  τής  Ελλάδος.  Κατ'  έμέ  κριτήν  ούτοι 
πρέπει  να  φωτισθώσι  δια  συναγωγής  πλήθους  πολλού  αναλόγου  ύλης 
εξ  άλλων  άρχαίο)ν  ιστοριών,  όπως  άναγ^ωρισθή  τό  τελείως  άξιόπιστον 
και  ή  απαξία  διηγήσεων  προς  ας  παλαιαί  σχέσεις  κατέστησαν  ούτως 
οικεία  πάντα  τα  κλασικά  πνεύματα.  Τελείως  δ'  εκπλήσσομαι  βλέπων 
μεθ'  οποίας  εκτάκτου  ορέξεως  και  μεθ'  όποιας  κουφονοίας  οι  άνθρωποι 
ισχυρίζονται  τι,  πιστευουσιν,  ετι  απαζ  ισχυρίζονται  και  ευρισκουσιν 
άξιόπιστον.  Ή  αδυναμία  είνε  προφανώς  γενική  τις,  και  πιστεύω  αλη- 
θώς, ότι  ώφειλέ  τις  να  έπιγράψη  επί  τών  τοίχων  του  ίδιου  κοιτώ- 
νος   του   ποιητοΰ    Επιχάρμου   την  ύποθήκην 

Ντίφε  και  μέμντκ5'  άπιότεΐν  άρθρα  ταϋτα  τό3ν  φρενών». 

Ή  επιστολή  αύτη  προδεικνύει  τάς  αρχάς  εις  ας  πιστός  εμεινεν 
ό  ιστορικός  και  αΐτινες  αναφαίνονται  εν  τη  πραγματεία  τών  μυθικών 
χρόνων  εν   τοις  δύο  πρώτοις   τόμοις  τής    Ιστορίας   αυτού. 

"Εν  ή  δύο  έτη  ιχετά  την  άπόφασιν  νάσχοληθή  περί  την  έλληνικήν 
ίστορίαν  άπεφάσισεν  ό  Γρότε  νάποδημήση  εις  Γερμανίαν,  ίνα  γνωρίση 
τόν  ΝΐθβϋΙΐΓ  και  συνδιαλεχθή  μετά  του  δαιμονίου  ανδρός  περί  τής 
ελληνικής  ιστορίας.  Και  συνενοήθη  μεν  μετ'  αύτοΰ  περί  του  χρόνου 
και  του  τόπου  τής  συναντήσεως,  άλλ'  αί  άνάγκαι  τής  τραπέζης  έν 
οΐκονομικαϊς  δυςχερείαις  εμπόδισαν  αυτόν  άπό  τής  μελετωμένης  όόοι- 
πορίας.   Δικαίως   δ'  εκφράζει  ή   βιογράφος    την   λυπην   αυτής,    ότι  δεν 

ΣΏΥΡ.    Ώ.    ΛΑΜΠΡΟΙ",    ΜΙΚΤΑΙ    ΣΕΛΙΔΕΣ  ^Ο 


—  754  — 

είδον  αλλήλους  οι  δύο  εΐςπγπται  νέίον  οδών  εν  τη  ιστορική 
έπιΟτήμη,  ώς  δύναται  τις  νά  του;  καλέση.  Πόσον  δ'  έπόθει  και  αυ- 
τό; ό  ΝΐββίΐΙΐΓ  νά  συναντηθη  μετά  του  Γρότε,  γνωστού  ήδη  δντος 
έκ  μικρών  πραγματειών,  καταφαίνεται  εκ  τη;  προς  αυτόν  επιστολής, 
αθά  είνε  δι'  έμέ,  κύριε  μου,  έγραφεν  αύτώ,  άπόλαυσις  εκλεκτή  νά  σας 
ΐδω,  νά  διαλεχθώ  μεθ  υμών  περί  τοϋ  εύγβνοΰ;  θέματος,  ει;  δ  αφιε- 
ρώσατε τάς  ώρας  τη;  υμετέρα;  σχολή;  και  προς  ου  την  συντέλεσιν 
άνεδείχθητε  ήδη  κατ'  εξοχήν  χξιος.  Αμφότεροι  ημείς  δυνάμεθα  και 
άνευ  γνωριμίας  κατά  πρόςωπον  νά  έζεύρωμεν,  ότι  μεταξύ  των  άρχων 
ημών  και  τών  Ιστορικών  ημών  αντιλήψεων  υπάρχει  τοιαύτη  συγγέ- 
νεια,  ώςτε  είμεθα  κεκλημένοι  νά  γνωρίσωμεν  αλλήλους  και  συνδέσω- 
μιν  τάς  ημετέρα;  εργασίας.  Έν  τη  ελληνική  ιστορία  ίσως  έςαιρέσβ! 
ολίγων  μερών,  προ;  ων  την  έρευναν  ήχθην,  Ιχω  μόνον  νά  διδαχθώ 
παρ'  υμών.  "Αν  δε  ό  τι  έκ  τών  αποτελεσμάτων  τών  ερευνών  μου 
περί  των  ύστερον  περιόδων  δύναμαι  ϋμίν  να  προςφέοω  περιέχη  τι 
άντάξιον  της  υμετέρα;  προςοχής  ,  ήίίελον  θεωρήσει  τοϋτο  ιύτυχίαν 
μου   και   τιμήν». 

Ούτως  επεδόθη  ό  Γρότε  εις  τό  έργον.  Και  ήναγκάζετο  μεν  εστίν 
δτε  νά  διακόπτη  την  περί  αυτό  ένιαίαν  και  τακτικήν  άσχολίαν,  ιδίως 
μέχρι  του  1843,  άλλ'  ουδέποτε  παρημελησεν  αύτοΰ  τελείως,  οιον- 
εί τύψιν  τινά  αϊσθανόμενο;  του  συνειδότος,  ότι  δεν  έζη  έν  τω  κόσαω 
έκείνω,  όςτις  είχεν  άποβή  οιονεί  ϊδιος  αΰτου.  Ουκ  ολίγον  δε  συνέτειναν 
είς  την  έξακολούθησιν  της  εργασία;  κατά  την  πρώτην  ταύτην  περίο- 
δον  την  πλήρη  τραπεζιτικών  και  πολιτικών  ασχολιών  κατ'  αρχάς  μεν 
ή  ιδέα,  ότι  τό  έργον  θάνοίξη  και  στερέωση  τόν  βίον  τοϋ  Γρότε  ώς 
πολιτευόμενου,  τό  δε  αϊ  διηνεκείς  παρορμήσεις  της  συζύγου,  δΓ  ην  τό 
γενναϊον  εγχείρημα  του  ανδρός  έγέννα  χαράν  και  δόξαν.  Έφρόντιζε 
λοιπόν  ή  άπαις  Άγγλίς  περί  τη;  ελληνικής  ιστορίας  ώς  περί  τέκνου, 
όπερ  άνυπομόνως  έζήτει  νά  ϊδη  αΰξάνον  και  τιμώμενον.  Και  ή  χο- 
ρεία δε  τών  περί  τόν  Ιστορικόν  διασήμων  φίλων  συνεδαύλιζε  την 
φλόγα.  Τούτων  δε  ό  «Ιοβη  8ΐΐΐατΙ  Μΐΐΐ  έγεινεν  ό  ανάδοχος,  βαπτί- 
σας  τό  έργον  ορίΐδ  Πΐα^ηαπί.  Έφρόντιζε  δ'  ή  σύζυγος  να  μη  τα- 
ράσσηται  ό  Γρότε,  ότε  είργάζετο  περί  τήν  Ίστορίαν.  Ούτος  δε  μετά 
τοσαυτης  περί  αυτήν  κατεγινετο  προθυμίας,  ω;τε  και  εν  αποοημιαις 
και  έν  έκδρομαϊς  δεν  ήμελει  της  δι'  αυτήν   μελέτης  και  της  συγγρα- 


—  755  — 

φής.  *Ότε  δε  ποτέ  ήναγκάζετο  υπό  μερίμνων  άλλων  νάποθέτη  το  έρ- 
γον, τούτο  έγίνετο  ουκ  άνευ  στενοχώριας  [/.εν  εαυτού,  λύπης  δε  της 
συζύγου.  Ουχί  δε  σπανίως  ήναγκάζοντο,  εν  ω  συνήθως  ωκουν  εν  τοις 
περιχώροις  του  Λονδίνου,  να  μετάγωσι  τάς  οικήσεις  εις  το  άστυ,  ίνα 
πρόχειρον  έ'χη  ό  ιστορικός  τήν  χρήσιν  των  βιβλιοθηκών. 

"Οτε  δε,  απαλλαγείς  των  τε  άπό  του  βουλευτικού  αξιώματος  δυς- 
χερειών  και  της  περί  τα  τραπεζιτικά  έργα  ενασχολήσεως,  επανέλαβε 
πλήρης  ζωής  και  δυνάμεως  τήν  κεχαρισμένην  εργασίαν,  άφιέρωσεν  είς 
αυτήν  δλον  τον  νουν  και  την  καρδίαν.  Τότε  ή  άνάγνωσις  ελληνικού 
βιβλίου  ήτο  δι'  αυτόν  το  μόνον  καταφύγιον  και  ή  υψίστη  ηδονή, 
τήν  δε  χαράν  του  ηύξανεν  ή  σκέψις,  ότι  μετά  των  φίλων  ήδύνατο  νά 
λαλη  και  συζητϊ)  περί  του  πεφιλημένου  αΰτώ  ελληνικού  κόσμου.  Ού- 
τως είχε  μεν  ήδη  πρότερον  δημοσιεύσει  συντόμους  τινάς  πραγματείας, 
κριτικάς  ιδίως,  περί  των  θεμάτων,  άτιν'  άπησχόλουν  το  πνευμ'  αυ- 
τού, εν  θε'ρει  δε  τοΰ  1842  διέγραψε  μεθοδικώς  τό  σχέδιον  των  δύο  πρώ- 
των τόμων  της  ελληνικής  ιστορίας.  Τό  έπόμενον  έτος,  εκείνο  ϊσα  ίσα 
καθ'  ο  παράτησε  τήν  τράπεζαν,  εΐργάσθη  δραστηριώτατα*  οκτώ  δε 
ωρών  καθημερινή  εργασία  μόνον  είς  τό  έργον  τούτο  αφιερωμένη  προή- 
γαγεν  αυτό  ταχέως  ούτως,  ώςτε  κατ'  Ίανουάριον  τοΰ  1845  ήδύνατο 
νά  γράψη  ό  ιστορικός  προς  τον  ΜίΠ  τοιαύτα* 

((  Εργάζομαι  σπουδαίως  περί  τήν  Ίστορίαν  μου  και  έ'χω  ήδη  έτοιμους 
προς  τύπωσιν  δύο  τόμους  είς  ογδοον,  ους  θά  δημοσιεύσω  εντός  τοΰ 
έτους.  Και  δυςαρεστοΰμαι  μεν  μέλλων  νά  δημοσιεύσω  τους  μυθικούς 
χρόνους  μετά  ούτω  μικρού  μέρους  της  αληθούς  ιστορίας  όσον  θά  ου- 
νηθώ  εν  τούτω  τω  μέρει  νά  παράσχω,  αλλά  πρέπει  νά  γείνη  αρχή». 

"Ηρξαντο  λοιπόν  οι  σύζυγοι  πραγματευόμενοι  τά  περί  τοΰ  τρόπου 
της  δημοσιεύσεως  της  Ιστορίας  των,  διότι  κοινόν  έργον  έθεώρει  αυτήν 
και  άπεκάλει  ή  κ.  Γρότε.  Ό  ιστορικός  έσκέπτετο  νά  τύπωση  τό  έρ- 
γον δι'  ίδιων  εξόδων,  νομίζων,  ότι  ούδένα  θά  εύρισκεν  έκδότην  ως 
άγνωστος  ή  ολίγον  μόνον  γνωστός  είς  τό  λόγιον  κοινόν.  Άλλ  ή  σύ- 
ζυγος δραστηρίως  ένεργήσασα  εύρεν  έκδότην  τον  ΜυΐΤαγ,  δςτις,  ύπο- 
βαλών  πρώτον  τό  σύγγραμμα  είς  τήν  έξέτασιν  φίλου,  σπουδαία  περί 
αύτοΰ  έπαγγειλαμένου,  άνεδέξατο  τήν  τύπωσιν.  Ή  δε  σύζυγος  συνε- 
διόρθονε  τά  τυπογραφικά  παραπτώματα,  ένιαχοΰ  έπιφέρουσα  παρα- 
τηρήσεις περί  αυτής  της  συγγραφής  και  πείθουσα  τόν  άνδρα  είς  μετά- 


—   756  — 

βολάς.  Την  στοργην  δε  ταύτην  έπεδείξατο  δι'  όλης  της  τυπώσεως, 
σχεδιάζουσα  μεν  χάρτας  διά  το  έργον,  πάντοτε  δέ  θεωρούσα  τα  τυ- 
πογραφικά δοκίμια  ούτως,  ώςτε  μόνον  ολίγα  φύλλα  τοϋ  έκτου  τόμου 
δεν  έπεθεώρησεν  αποδημούσα. 

Έν  αηνϊ  Μαρτίω  του  1846  έζεδόθησαν  οί  δύο  πρώτοι  τόμοι  της 
Ελληνικής  ιστορίας,  τηλαυγες  πρόςωπον  του  όλου  έργου.  Ακολούθως 
δ'  έξεδόθησαν  άνά  δύο  και  οί  υπόλοιποι  δέκα  1.  Μεταξύ  δ'  έργαζόμε 
νος  έπεχείρει  μεν  τάς  συνήθεις  αποδημίας,  έστρεφε  δε  την  προςοχήν 
επί  τά  σπουδαία  πολιτικά  γεγονότα  της  ημέρας  και  ήρζατο  ήδη  κατα- 
βάλλων μικράν  μεριμναν  περί  τας  διοικητικάς  ασχολίας  ας  έπήνεγκεν 
αΰτφ  ή  έκ  του  συγγράμματος  τιμή.  Συγχρόνως  δ'  ηναγκάζετο  νά• 
έπιθεωρή  τους  παλαιοτέρους  των  τομών  προς  νέας  εκδόσεις  επακο- 
λουθήσασας εις  την  πρώτην.  Προς  τούτο  δε  ολίγα  μεν  μετήλλασσεν, 
έμετρίαζεν  όμως  ενίοτε  συμφώνως  προς  τάς  παρατηρήσεις  της  κριτι- 
κής τινας  των  λίαν  αυστηρών  του  πεποιθήσεων.  Πολύ  δ'  εδέησε  νά  έρ- 
γασθη  δια  τόν  ενατον  τόμον  και  τά  περί  της  αναβάσεως  τών  Μυρίων, 
άτινα  επρόκειτο  να  παραστηση  υπό  νέον  φώς.  "Οδυνηρός  δε  ήτο  δι' 
αυτόν  ό  χωρισμός  άπό  του  Θουκυδίδου,  μέ  τόν  όποιον  τόσον  χρόνον 
είχε  διαγάγει  οΐκείως.  Κοπιώδης  δε  ήτο  και  ή  περί  τους  δύο  τελευ- 
ταίους τόμους  εργασία  αΟύόέν  μέρος  της  "Ιστορίας,  εγραφεν  αΰτος  ό 
ιστορικός,  ήτο  ένεκα  της  παντελούς  ελλείψεως  αξιόλογων  ιστορικών 
μαρτύρων  όχληρότερον  προς  συγγραφήν».  Ή  δε  βιογράφος  αναφέρει 
ότι  α  ό  δωδέκατος  τόμος  άπήτησε  μεγάλην  πνευματικήν  έργασίαν  και 
νομίζω  ότι  αισθάνεται  τας  επενέργειας  της  συνεχούς  μελέτης  τών  δύο 
τελευταίων  ετών.  Σκοπώ  νά  τον  πείσω  ευθύς  ώς  ό  τόμος  ούτος  άπο- 
τυπωθή  νάπελθη  έπί  τίνα  χρονον  εις  την  άλλοδαπήν.  Ή  αποδημία 
είνε  ό  μόνος  τρόπος  δι'  ού  δύναμαι  να  επιφέρω  ποιάν  τιν'  άνάπαυλαν 
άπο  της  πνευματικής  ασχολίας  » . 

Έκ  πάντων  τούτων  τών  λόγων  προήλθεν  ή  κατά  μικρόν  και  βρα- 
δεία δημοσίευσις  τοΰ  έ'ργου,  ή  έπικυρούσα  το  τού  Πλουτάρχου  εκείνο 
έν  βίω  Περικλέους  ότι  α  ή  έν  τω  ποιεΐν  ευχέρεια  και  ταχύτης  ούκ  έν- 
τιθησι   βάρος  έργω  μόνιμον  ουδέ    κάλλους    άκρίβειαν     ό  δ'  είς  γένεσιν 

1  Ό  μέν  Γ'  και  Λ'  κατ'  Άπρίλιον  1847,  ό  Ε'  χαϊ  Τ'  κατά  Δεχέμβοιον  1848,  ό 
Ζ'  χαί  Η'  κατά  Μάρτιον  τοΰ  1850,  ό  Θ'  και  Γ  κατά  Φίβρουά&ιον  1852,  ό  ΙΑ '  κατ' 
ΆπρΙλιον  1853,  ό  ΙΒ'  κατά  Δεκέμβριον  1855. 


—    757    — 

τώ  πόνω  προδανεισθείς  χρόνος  έν  τή  σωτηρία  του  γενομένου  την  ίσχύν 
άποδίδωσιν  ».  Τέλος  τη  23  Δεκεμβρίου  1855  κατέλιπε  και  ό  δωδέκατος 
τόμος  το  πιεστήριον,  και  ό  ιστορικός  ήδύνατο  να  στρέψη  οπίσω  τους 
οφθαλμούς  και  χαρή  βλέπων  συντετελεσμένον  το  δνειρον  της  νεότη- 
τας και  το  έ'ργον  του  βίου  αύτου.  "Ηδη  τω  1851  ή  Ιστορία  εϊχεν 
άποβή  και  χρηματικώς  επικερδής,  περί  δε  τόν  αυτόν  χρόνον  ωκοδο- 
μησαν  έζοχικόν  έπαύλιον  κληθέν  «  ΗΐδΙΟΓν  Ηυί,)),  διότι  εϊχεν  άπο- 
κτηθή  δια  των  άπό  της  Ελληνικής  ιστορίας  κερδών.  Έν  τω  ΗϊδίΟΓν 
ΗαΙ  λοιπόν  μετριοφρόνως  καϊ  απλώς  έτελέσθη  ή  πανήγυρις  έπί  τη 
αποτελέσει  του  έργου  κατά  τα  Χριστούγεννα  του  1855,  τη  ύστεραία 
της  εκδόσεως  του  τελευταίου  τόμου.  «Ενθυμούμαι,  διηγείται  ή  βιο- 
γράφος, ότι  προς  έορτασμόν  της  άποπερατώσεως  του  ορυδ  ΠΙ&σηυπι 
είχον  παρασκευάσει  ΡϋΠδθ1ΐ1)0\νΐ6  κατά  τα  Χριστούγεννα  διά  τόν 
μικρόν  ημών  κύκλον  έν  Ηΐδί,ΟΓν  ΗαΙ.  Αΰτος  ό  Γρότε  έρροφα  τό  έξαί- 
σιον  ποτόν  μετά  μεγάλης  εύναριστήσεως,  ολίγον  παθαινόμενος  κατ' 
έπιφάνειαν,  καίτοι  εγώ  ήδυνάμην  νά  διαγνώσω  σαφή  σημεία  ψυχικής 
ηδονής,  ότ'  έξεφραζομην  περί  « τής  ευτυχίας  ην  ήσθανομην  έπιζώσα 
μετ'  αυτού  την  ήμέραν  ταύτην  και  άλλα  παρόμοια». 

Μετά  τοιαύτης  δ  εργασθείς  στοργής  και  άφοσιώσεως,  ευχαρίστως 
άνεγίνωσκε  τάς  ευμενείς  του  αγγλικού  καϊ  ξένου  τύπου  κρίσεις  καϊ 
έδέχετο  τά  συγχαρητήρια  γράμματα  τών  φίλων  και  εκτιμητών,  ών 
άνω  έμνημονεύσαμεν  δι'  ολίγων.  Άλλ'  ίδιάζουσαν  χαράν  θα  ήσθάνθη 
άναγινώσκων  τάς  δύο  ευγενείς  επιστολάς  του  επισκόπου  του  $3.1111 
Πανιά,  του  (]οηηορ  ΤΗίτΙννεΐΙΙ ,  του  παλαιού  συμμαθητού  και  συγ- 
γραφέως τής  εκτενέστατης  ελληνικής  Ιστορίας  προ  τής  του  Γρότε. 

«Πρέπει  νά  ελέγξω  έμαυτόν,  έγραφεν  ό  επίσκοπος  τω  Ιδ^,  ότι 
κατέλιπον  ΰμας  έπί  τοσούτον  χρόνον  οιονεί  έν  αμφιβολία  περί  τής  έπί 
του  υμετέρου  έ'ργου  γνώμης  μου"  άλλ  εύρον  εΰχερέστερον  νά  εκθέσω 
αυτήν   εις  άλλον  μάλλον  ή    εις  υμάς   αυτόν. 

«Τώρα  δε  οφείλω  νά  ομολογήσω,  ότι  αί  προςδοκίαι  μου,  και  λίαν 
ούσαι  έντεταμέναι,  μακρώ  ύπερηκοντίσθττ,σαν  υπό  τών  δύο  πρώτων 
τόμων  σας'  και  μοι  φαίνεται,  ότι  του  έργου  προχωροΰντος  ηύξησεν 
οΰχϊ  ή  ωφέλεια,  άλλ'  ή  αξία. "Οταν  δε  άναλογίζωμαι,  ότι  τό  σπου- 
δαιοτατον  μέρος  τοΰ  θέματος  κείται  ετι  προ  υμών,  είμαι  βέβαιος,  ότι 
τά  αισθήματα    του    θαυμασμού   και  τής  χαράς,    μεθ'  ών    παρηκολού- 


—  758  — 

θησα  «χέ/ρι  τοϋδε  το  έργον,  τούτου  προχωροϋντος  θα  καταστώσι  μάλ- 
λον μάλλον  ισχυρότερα. 

«"Ηθελον  αίσχυνθή  έμέ  αυτόν,  άν  τα  αισθήματα  ταΰτα  ήθελόν 
ποτέ  άποπνιγή  ή  έλαττωθή  υπό  της  αναπόφευκτου  συνειδήσεως  της 
κατωτέρας  άξιας  τοϋ  ίδιου  έμοΰ  έργου. 

α  Άναμιμνησκόμενος  δέ  των  λίαν  δυςμενών  περιστάσεων  σχεδίου 
κατ'  ολίγον  εύρυνομένου  και  άλλων  αντίξοων  δυςχερειών,  ύπο  το  κρά- 
τος των  όποιων  συνετέλεσα  το  έργον  μου,  στέργω  με  τήν  ποιάν  τίνα 
και  πρόςκαιρον  έπιτυχίαν  και  πρόχειρον  χρησιμότητα,  ην  απέδειξε, 
δύναμαι  δ'είλικρινώς  να  χαρώ,  ότι  περί  πάν  τό  ευγενές  ούτως  υπερ- 
ακοντίζεται». 

Άλλ'  έπιτραπήτω  μοι  να  παραθέσω  και  τό  δεύτερον  του  επισκό- 
που γράμμα,  έπισταλεν  μεν  τω  1856  μετά  τήν  άποπεράτωσιν  τοϋ 
όλου  συγγράμματος  του  Γρότε,  παρέχον  δέ  ούχϊ  μικρόν  διάφορον  εις 
τόν  Έλλην'  άναγνώστην. 

«Φίλτατε  Γρότε.  Έλαβον  άρτίως  τό  φιλικόν  υμών  δώρον,  περί  ου 
δύναμαι  μετά  πάσης  ειλικρίνειας  νά  σας  βεβαιώσω,  ότι  θα  εΐνε  ό  πο- 
λυτιμότατος τόμος  εν  τη  βιβλιοθήκη  μου. 

«  Εΰχαριστουντι  δέ  ύμϊν  περί  αΰτου  έπιτραπήτω  μοι  νά  σας  προς- 
φέρω  τά  εγκάρδια  μου  συγχαρητήρια  έπί  τη  αποπερατώσει  τοϋ  περι- 
δόξου  τούτου  μνημείου  της  παιδείας,  της  ευφυίας  και  της  διανοίας, 
ού,  πιστεύω,  ουδεμία  φιλολογία  δύναται  τι  παραπλήσιον  νά  επίδειξη. 
Πιστεύω,  ότι  συνετώς  έπράξατε  έπιφυλάσσοντες  τήν  έλληνικήν  φιλο- 
σοφίαν  δι'  ΐδιαίτερον  έργον,  μέλλον  μέν  νά  παρέχη  καθ'  εαυτό  ώρι- 
σμένον   διάφορον,  προωρισμένον   δέ   δια   τάξιν   αναγνωστών   ιδίαν». 

«Χθες  άνεκάλεσεν  υμάς  εις  τήν  μνήμην  μου  και  άλλο  τι  δώρον, 
όπερ  εκομισάμην.  Εΐνε  δέ  αναγνώσματα  τίνα,  ων  άντίτυπον  βεβαίως 
θα  διεβιβάσθη  και  προς  υμάς,  επειδή  έν  τούτοις  γίνεται  καθ'  έκάστην 
σελίδα  μνεία  της  υμετέρας  Ιστορίας.  Παρεδόθησαν  έν  τω  Πανεπιστη- 
μίω  Αθηνών  —  έν  τω  Όθωνείω  Πανεπιστημίω  —  υπό  Κωνσταντίνου 
Παπαρρηγοπούλου.  Βλέπω,  ότι  εκτίθεται  έν  αΰτοϊς  νέα  τις  ύπόθεσις 
περί  της  καταγωγής  τών  ελληνικών  φύλων,  οιαδήποτε  δε  και  άν  εινε 
ή  άξια  αυτών,  καλάς  παρέχουσιν  ελπίδας  ως  σημεΐον  ζωής.  Τοΰτο 
δέ  με  φέρει  εις  άλλην  τινά  σκέψιν.  "Ηκουσα  παρά  της  κ.  Γρότε,  Οτι 
έσκοπεΐτε  ναπέλθητε  εις  τήν  Ίταλίαν,   όπως  αυτόθι  άπολαύσητε  έπα- 


—  759  — 

ςίων  διακοπών.  Δεν  έπωφελεΐσθβ  την  εύκαιρίαν  ταύτην,  ίνα  επισκε- 
φθήτε  την  ύμετέραν  άγίαν  γήν ;  Τουλάχιστον  τάς  Αθήνας,  όπου  ως 
αντίπαλος  του  πολέμου  ηθέλετε  μεν  τύχει  υποδομής  ύπ'  αύτοΰ  του 
"Οθωνος  άνοικταΐς  άγκάλαις,  πάντως  δ'  έν  τω  Πανεπιστημίω  αύτω 
ηθέλετε  χαιρετισθή  μετά  ζωηρότατων  επευφημιών  υπό  τών  νε'ων 
Αθηνών  και  ηθέλετε  δεχθη  τα  εγ/.άρδια  συγχαρητήρια  του  καθηγη- 
τού Παπαρρηγοπούλου.  Μα  την  άλήθειαν  δεν  βλέπω  τι  δυνάμενον  να 
εμπόδιση  υμάς  άπό  της  εκπληρώσεως  τούτου  του  σχεδίου  πλην  αν  ή  κ. 
Γρότε  παρά  πολύ  ταράσσηται  ύπό  τών  διαδόσεων  περί  τών  κλεφτών. 
Άλλ'εΐς  έμέ  θά  έφαίνετο  τοιαύτη  ηδονή  άνταξία  ουχί  μικρού  τολμή- 
ματος κτλ». 

Και  τοιαύται  μεν  του  επισκόπου  αϊ  έπιστολαί'  έν  δε  τη  αναγνώσει 
αυτών  φέρεται  τις  και  ακουσίως  έπί  τήν  κρίσιν,  ότι  εΐκότως  ευδοκιμεί 
ή  φιλολογία  και  ή  επιστήμη  έν  έ'θνεσιν  όπου  οι  έπί  ταύτα  προωοισμέ- 
νοι  εχουσι  δι'  αλλήλους  τοιούτους  ασπασμούς  έπί  τα  χείλη  και  όπου 
δεν  αίσχύνουσι  πάθη  μικροπρεπή  τήν  κα^ήν  της  αληθείας  όψιν. 

Ή  άποπεράτωσις  της  ελληνικής  ιστορίας  κλείει  μεγάλην  περίοδον 
έν  τω  βίω  τοϋ  ημετέρου  Ιστορικού.  Τριάκοντα  όλων  ετών  σπουδή  και 
όνειρα  και  ζωή  είχον  καταναλωθή  διά  το  μέγα  έργον  και  δύναται  τις 
ευχερώς  να  φαντασθή  τά  αισθήματα  της  λύπης  και  του  ξενισμού, 
άτινα  ήθελον  κρατήσει  της  ψυχής  αυτού,  αν  ήναγκάζετο  νάποχω- 
ρισθή  αίφνης  τον  ήδη  γνώριμον  και  προςφιλή  και  συμφυα  αύτω  κό- 
σμον.  Τοσούτον  είχε  συνειθίσει  εις  το  ελληνιστί  διανοείσθαι,  ούτω 
ζωηρώς  άνεκάλει  πάσα  περίστασις  του  βίου  εις  τον  νουν  αυτού  τάς 
γνωρίμους  έκείνας  σκιάς  τοΰ  ελληνικού  παρελθόντος,  τά  διανοήματα, 
τους  παλμούς,  τάς  εκφράσεις  τοΰ  δι'  αυτόν  μεγάλου  εκείνου  λαού  της 
επαγγελίας,  ώςτε  πάντοτ'  έπέτα  επί  τά  χείλη  αυτού  μία  ελληνική  λέ- 
ςις  και  τάς  διαθέσεις  αύτοΰ  πάσας  άνταπέδιδε  μία  γωνία  της  ελλη- 
νικής ιστορίας,  ήρμήνευε  μία  φράσις  χείλους  ελληνικού.  Διά  να  κατα- 
στήσωμεν  διά  παραδείγματος  ενός  φανερά  τά  λεγόμενα,  άναφέρομεν, 
ότι  αλγών  ποτέ  τους  οφθαλμούς  και  βαρυθυμών  έπί  τη  αχρηστία  της 
όψεως,  έγραφε  μετά  τήν  ϊασιν  εις  φίλον,  ότι  κατά  ταύτην  τήν  περί- 
στασιν  κατέστη  αύτω  έπαισθητή  ή  άξια  αγαθής  δψεως  δι'  άνδρα 
πνευματικώς  έργαζόμενον,  άλλα  και  ή  όρθότης,  προςτίθησι,  της  μεταφο- 
ράς εκείνης  τώνΈλλήνων  τραγικών,  καθ'  ην  το  βλέπων  δύναται  ταύτό 


—   760   — 

και  το  ζών. "Αλλοτε  δε  ποτέ  διέταξε  χάριν  τού  υηίνβΓδΐΙ^  Οθ11β§6, 

ούτινος  ήτο  των  εφόρων,  την  κατασκευήν  γλυπτικού  έργου ,  ΜαΠΉΟΓ 
ΗοΓϊΐβΠΟϋΐϊΐ  κληθέντος,  όπερ  αυτός  παρήγγειλε  και  έπεστάτει  κατερ- 
γαζόμενον,  παριστώντος  σκηνάς  έκ  του  ομηρικού  κόσμου. 

Θα  ήτο  λοιπόν  δι'  αυτόν  όδυνηρόν  τι  ό  αποχωρισμός  άπό  του 
προςφιλοΰς  αΰτω  ελληνικού"  κόσμου"  άλλα  τούτον  κατέστησεν  αδύνα- 
τον αυτό  τό  σνέδιον  της  Ελληνικής  ιστορίας,  έν  ή  επίτηδες  δέν  είχε 
περιλάβει  την  έ'κθεσιν  των  φιλοσοφικών  θεωριών  του  Πλάτωνος  και 
τοΰ  Αριστοτέλους.  Την  άνάπτυξιν  αυτών  επεφύλαξε  οι  ίδια  συγ- 
γράμματα άτινα  έ'μελλον  να  συμπληρώσωσι  τό  εγχείρημα"  εις  τούτων 
δε  την  συντέλεσιν  έβαινε  σταθερώς  ώς  πλανήτης  έν  τφ  στερεώματι 
άκόπως  διαπορευόμενος  την  τροχιάν  του  κατά  την  όρθήν  έ'κφρασιν 
φίλου   τινός   προς   την   βιογράφον. 

Άλλ'  ό  τρόπος  της  περί  τά  έ'ργα  ταύτ'  ασχολίας  υπήρξε  πως  άλ- 
λοΐος.  Αέν  θέλομεν  να  εί'πωμεν,  ότι  ολιγώτερον  είργάσθη,  πολλού  γε 
και  δει,  διότι  ή  επιμέλεια  αυτού  έμεινε  πρωτοφανής  μέχρι  τού  τέλους 
τού  βίου"  άλλα  τούτο  μεν  επέδρασαν  έπί  την  έργασίαν  τά  ήδη  άρχομ$να 
κακά  τού  γήρατος,  όπερ  καθίστανον  δυςκολώτερον  τά  επακολουθήματα 
ούτως  εργατικής  νεότητος  και  ή  έπί  τω  θανάτω  τού  προςφιλοΰς  και 
διασήμου  ί/6\νΐδ  θλΐψις,  τούτο  6'ή  ακάματος  αυτού  συνεργασία  παν- 
τού όπου  έκάλει  αυτόν  τό  χρέος  και  ή  έκ  της  Ελληνικής  ιστορίας  γεν- 
νηθεϊσα  τιμή.  Ούτως,  ύπάρξας  ήδη  ακμαίος  τήν  ήλικίαν  των  είςηγη- 
τών  τής  ιδρύσεως  τού  λονδινείου  Πανεπιστήμιου,  έξηκολούθει  μερί- 
μνων περί  αυτού  ώς  μέλος  τού  συμβουλίου,  είτα  δε  τής  συγκλήτου 
με/ρι  τέλους  τού  βίου.  Άπησν/όλει  δ'  αυτόν  και  τό  εν  Όξωνίω  Παν- 
επιστήμιον  και  ή  εφορεία  τοΰ  Βρεταννικοΰ  Μουσείου,  ου  υπήρξε 
τών  επιμελητών  άπό  τού  1 859 *  άλλα  και  τού  υηΐνβΓδΐΐγ  Οθ11β§θ 
ήτο  ταμίας,  άλλοτε  πρόεδρος.  Έξετέλει  δε  τά  χρέη  αυτού  μετά  τά- 
ςεω;  και  επιμελείας  σπανιωτάτης  και  θαυμάσιας"  διό  προκαλούμενος 
ποτέ  νά  μετάσχη  επιτροπής  τίνος  άπεποιήθη  συντόνως,  υποδεικνύων, 
ότι  ή  άποοοχη  τής  προτεινομένης  αΰτω  εργασίας  ήθελε  συνεπιφέρει 
άμελεστέραν  έκπλήρωσιν  τών  άλλων  αυτού  καθηκόντων.  Διά  τόν  αυ- 
τόν οέ  λόγον,  διορισθείς  ύπό  τής  άνάσσης  τω  1869  μέλος  τής  βου- 
λή/: τών  λόρδων,  αποποιείται  τήν  τιμήν,  παριστών  εις  τόν  Γλάδστω- 
να    δι'  ειλικρινούς  και  μετριόφρονος   επιστολής  τάλλα   /ρέη  τά  βαρύ- 


—  761    — 

νοντα  το  γήρας  αυτού,  ών  δεν  αδύνατο  νάμελήση.  Έπ'  ίσης  δε  σω- 
φρόνως  έδέχετο  τάς  παντοίας  τιμάς  ας  ίδιώται  και  σύλλογοι  εσπευδον 
νάπονειμωσιν  αύτω.  Ίδια  θριάμβου  ήμέραι  ήσαν  αί  της  έν  Όςωνίω 
διαμονής  αυτού  κατά  Μάϊον  τού  1863,  ότε  προςεκλήθη  υπό  τού  καθη- 
γητού της  εκκλησιαστικής  ιστορίας.  Ή  (/.έν  υποδοχή  των  καθηγη- 
τών ΰπήρςεν  εύπροςηγορωτάτη,  ή  δέ  ανυπομονησία  των  σπουδαστών 
και  φροντις  να  ιόωσι  τον  ιστορικόν  και  ακουσωσι  και  τους  ασημό- 
τατους τών  λόγων  αυτού  έκτακτος  και  παιδική.  Ό  Γρότε  άπαθώς 
έδεχετο  τα  δείγματα  της  τιμής  και  τού  ενθουσιασμού"  «  άλλ'  ή  κυ- 
ρία αυτού  χαρά  και  τό  κύριον  θέλγητρον  ήτο  ή  αποκτηθείσα  έν  Όξω- 
νίω  πεποίθησις,  ότι  την  άναβλαστάνουσαν  νέαν  γενεάν  είχεν  εξεγείρει 
προς  διάπυρον  ζήλον  χάριν  τών  σκοπών  οίτινες  την  ιδίαν  αυτού  καρ- 
δίαν  ιδιαζόντως  έθέρμαινον.  Τά  δέ  τρανότατα  δείγματα  τού  προς 
αυτόν  θαυμασμού  όλίγην  άφήκαν  έν  τω  πνεύματί  του  άμφιβολίαν 
περί  της  μονίμου  και  σπουδαίας  επιδράσεως  αυτού  ώς  Λογίου  και 
Ιστοριογράφου"  ιδίως  δέ  τούτο  ηύφοαινεν  αυτόν,  και  συνε/ώς  έπανε- 
λάμβανεν,    ότι    ταύτην    την    πεποίθησιν    άπεκόαισεν    έν    Όζωνίω    τφ 

1863. 

Ούχ  ήττον  είργάζετο  άνενδοτως  εις  τόν  Πλάτωνα  και  Άριστοτέ- 
λην  του.  Της  εργασίας  δέ  δια  τό  πρότερον  τών  συγγραμμάτων  ήρ- 
ξατο  τω  1856  αμέσως  μετά  την  έπιστροφήν  έκ  της  αποδημίας,  ήτις 
προώριστο  νά  έπιφέρη  αύτω  μικράν  άνάπαυλαν  άπό  τών  πόνων,  ους 
είχε  καταβάλει  δια  τήν  άποπερατωθεϊσαν Έλληνικήν  ίστορίαν.  Προς— 
φυλές  κυνάριον,  τήν  Δώραν,  έ'χων  διαρκώς  επί  τού  κόλπου,  άπεπερά- 
τωσε  καϊ  τό  τρίτομον  περί  της  πλατωνικής  φιλοσοφίας  σύγγραμμα, 
μετά  οκταετή  σύντονον  μελέτην  εκδοθέν  κατά  τό  έαρ  τού  1864. 
Ευμενής  δ'  ύπήρζεν  ή  αποδοχή  τού  έργου,  και  ή  πώλησις  υπερέβη 
τού  εκδότου  τάς  προςδοκίας.  Οΰδ'  ήσύχασεν  ό  ιστορικός  μετά  τήν 
έ'κδοσιν  τούτου  τού  συγγράμματος,  άλλ'  οιονεί  προβλέπων  τό  προςε- 
^ές  τέρμα  τού  βίου  και  σπεύδων  έπΐ  τήν  συντέλεσιν  τού  προορισμού 
αυτού,  έπεδόθη   αμέσως  εις   τήν   συγγραφήν  του   περί  Αριστοτέλους. 

Και  έζηκολούθει  μέν  τήν  έργασίαν.  διαμένων  συνήθως  περί  τά 
τέλη  τού  βίου  έν  τω  έπαυλίω  Κΐά^βννΕί^.  δημοσιεύων  δέ  και  μι- 
κράς  πραγματείας  προπαρασκευάζουσας  τήν  συγγραφήν  τού  μεγάλου 
έργου,  άλλ'  ή  δύναμις  αυτού  είχεν  ήδη  αρχίσει  θραυομένη,   τό   γήρας 


—  762  — 

άπέβαινεν  όσημέραι  δυςκολώτερον,  και  ήναγκάζετο  αυτός  να  ομόλογη, 
ότι  ήσθάνετο  λίαν  μειωθεϊσαν  την  δύναμιν  της  εργασίας.  Άλλ'  η 
έκπλήρωσις  τοΰ  καθήκοντος  εχυνεν,  οιονεί  ειπείν,  αίμα  εις  τάς  φλέβας 
του'  και  ετρενε  μέν  ένθα  έκάλει  αυτόν  συνεδρία  τις  η  συνδιάσκεψις, 
άνυπομόνως  δ'  έζήτει  να  μη  άπολέση  στιγμήν  μίαν,  ίνα  περάτωση 
τον  Άριστοτέλην.  Άναγινώσκοντες  εν  τω  βίω  αύτοΰ  τους  κόπους  και 
τήν  με'ριμναν  ην  καταβάλλει  περί  τούτου  του  έργου,  δυνάμεθα  να 
παρομοιάσωμεν  τον  πολιόν  ιστορικόν  προς  γέροντα  θέλοντα  να  θω- 
πεύση  το  ύστερογενές  τε'κνον  και  χορεύση  αυτό,  άλλ'  έχοντα  βαμ- 
βαίνοντα  μεν  τα  χείλη,  τρέμουσας  δε  τάς  παλάμας'  «Έκ  των  είκοσι 
και  τεσσάρων  ωρών  της  ημέρας,  διηγείται  ή  σύζυγος,  τάς  δύο,  πολ- 
λάκις δε  τάς  τρεις  και  είκοσι  διάγει  εντός  των  τεσσάρων  τοίχων.  Ουχί 
σπανίως  άφιερόνει  εις  τάς  έπιτροπάς,  ων  είνε  μέλος,  εν  μια  ήμερα 
τεσσάρας  ώρας  έν  πνιγηρά  ατμόσφαιρα,  ασχολείται  δε  συντονώτατα. 
Μόλις  ήμίσειαν  ώραν  περίπατων  ,  έπέστρεφεν  οίκοι  ,  επιδιδόμενος  δι' 
όλης  της  ημέρας  εις  άδιάκοπον  μελέτην.  Άλλ'  άπηύδα  ταχέως, 
και  συχνά  κατελάμβανεν  αυτόν  ελαφρός  ύπνος  μεταξύ  έργαζόμενον 
ή  δψις  αύτοΰ  είχεν  έπαισθητώς  άλλοιωθή,  έδεξιοΰτο  δε  δίδων  τήν  χεί- 
ρα άσθενέστερον  ή  πριν,  και  το  βάδισμ'  αύτοΰ,  τέως  σταθερόν  και 
έλαστικόν,  είχε  γείνει  γέροντος  βήμα.  Μάτην  δ'  έζήτησε  βοήθειαν  έν 
τοϊς  λουτροϊς  του  ΗοπίβΐΐΓ^,  όπου  και  ούτως  ασθενώς  έχων  είργάζε- 
το  περί  τον  Άριστοτέλην,  συγκομίσας  βιβλία,  όπως  συνδαυλίζη  τό 
πυρ,  ως  ελεγεν. 

Εις  δείνωσιν  δε  της  ασθενικής  αύτοΰ  κράσεως  συνέτεινε  τό  έξής' 
παρακληθεΐς  υπό  της  εφορείας  του  έν  Λονδίνω  Πανεπιστημίου,  άνα- 
γνωριζούσης  και  διαφημισάσης  τάς  υπέρ  αύτοΰ  ενεργείας  και  τους  κό- 
πους του  Γρότε,  νά  παραστη  τω  ζωγράφω  Μίΐΐαϊδ,  μέλλοντι  νά  ζω- 
γραφήση  τήν  είκόν'  αυτού,  ήτις  θά  έστόλιζε  τό  πρυτανεΐον,  έκουρά- 
σθη  και  έκρύωσε  κατά  τάς  αναγκαίας  συχνάς  επισκέψεις  εις  τό  έργα- 
στήριον  του  καλλιτέχνου.  "Εκτοτε  δε  κατείχε  τον  αδύνατον  γέροντα 
ρίγος  διηνεκές  και  αδυναμία,  νυσταγμός  και  κόπωσις,  ήτις  έθραυσε 
μεν  τό  σώμ  αύτοΰ,  άλλ'  δχι  και  της  ψυχής  τάς  τάσεις"  διό  και 
έξηκολούθει  περιέπων  μέν  τον  Άριστοτέλην,  σπεύδων  δ'  ένθα  έκάλει 
αυτόν  τό  καθήκον.  "Ηδη  δ'  έ'χων  τον  έτερον  των  ποδών  έν  τω  τάφω, 
νεανικήν  ήσθάνετο  έν  έαυτώ  όρμήν  υπέρ  παντός  ό  τι  είχε  σχέσιν  προς 


—  763  — 

την  φίλην  αύτφ  Ελλάδα.  "Οτε  δε  ή  ακαδημαϊκή  σύγκλητος  του  έν 
Λονδίνω  Πανεπιστημίου  έμελλε  να  ψήφιση  πρότασιν  είςάγουσαν  έλευ- 
θεριωτέραν  πρ&ξιν  έν  τη  έκμαθήσει  της  ελληνικής  γλώσσης,  άσκοπου 
θεωρηθείσης,  συνήγαγεν  όλας  του  τάς  δυνάμεις,  όπως  εκ  της  εξοχικής 
του  διαμονής  σπεύση  εις  το  άστυ  και  προεδρεύση  της  συνεδρίας. 

Πάντα  ήσαν  κεκαλυμμένα  ύπό  χιόνος  κατ'  έκείνην  την  ήμέραν,  τη 
14  Δεκεμβρίου  1870,  το  δέ  θερμόμετρον  είχε  καταβή  24°  ύπό 
το  μηδέν.  Και  ή  μεν  πρότασις  έπεσε,  νικήσαντος  του  Γρότε,  άλλ'  ή 
ύγίεια  αυτού  έπαισθητώς  έτράπη  έπϊ  τα  χείρω.  Όμοια  δέ  σπουδή 
προς  έκτέλεσιν  των  καθηκόντων  και  ή  εντεύθεν  παράβασις  των  περ! 
ακινησίας  διαταγών  των  ιατρών  κατέβαλε  τελείως  τάς  ύπολειπο- 
μένας  δυνάμεις  του  πρεσβύτου,  νοσήσαντος  έν  τέλει  και  ύπό  κιρσού 
κατά   τους    νεφρούς    και    τάς    φλέβας   τών   ποδών. 

Ούτως  άπέθανεν  ό  ιστορικός  τη  18  Ιουνίου  1871,  άγων  το  έβδο- 
μηκοστόν  έ'β&ομον  έ'τος  και  θρηνούμενος  ύπό  τοΰ  αγγλικού  κοινού  και 
σύμπαντος  τοΰ  επιστημονικού  κόσμου.  Ετάφη  δέ  τη  24  Ιουνίου  έν 
τοις  θόλοις  τοΰ  κοινοβίου  Υν68ΐΠΗη8ΐ6Γ  παρά  τον  τάφον  τοΰ  Γίββωνος 
και  ολίγα  βήματα  μακράν  τοΰ  Μακώλαιυ. 

Τοΰ  άπωρφανισμένου  Αριστοτέλους  άνέλαβον  τήν  φροντίδα  ευλα- 
βείς φίλων  χείρες.  Έζεδόθη  δέ  εις  δύο  τόμους,  τω  1872,  ύπό  τών 
καθηγητών   της  φιλοσοφίας    Β&ΪΠ  και    Βθ1)6ΐΊ;80Ι1. 

Ό  βίος  τοΰ  Γεωργίου  Γρότε  παρέχει  μαθήματα  ήθους  χρηστοΰ 
και  χαρακτήρος  άδολου  και  επιμελείας  ζηλωτής.  Ή  δέ  Ιστορία  αύ- 
τοΰ εγκλείει  ζωηράν  εικόνα  τών  τυχών  τών  Ελλήνων  έν  τη  αρχαία 
άκμη  ,  ας  αν  συχνότερον  έμελετώμεν ,  πολύ  εΰδοκιμώτερον  ήθέλομεν 
έργασθή  και,  πολλούς  σκοπέλους  διδασκόμενοι  νά  παρεκκλίνωμεν, 
έμπεδωτεραν    ήθέλομεν    καταστήσει    τήν    έθνικήν    εΰημερίαν. 


ΑΙΜΙΛΙΟΣ   ΕΟΟΕΒ* 


Ό  μεταβά:  εις  Παρισιού:  δεν  θά  ημέλησε  βεβαίως  να  παρα-ιτή 
/.αϊ  εις  έν  των  μαθηαάτων  του  περιφανούς  έλληνιστοΰ  Αιμιλίου 
Ε££ξ6Γ  έν  τη  Σορβόννη.  Ό  δε  παραστας  ένθυμεϊται  πάντως  την 
ηρεααίαν  διδασκαλίαν,  την  γλαφυράν  φαιδρότητα  του  γηραιού  καθη- 
γητοϋ.  *Αν  δ'  ετυχέ  τις  των  νομιζόντων,  ότι  ή  φιλολογία  είνε  ζηρά 
τις  και  ίσχνη  μάθησις  περί  τους  αρχαίους  συγγραφείς,  μεταδιδόμενη 
ύπό  σχολαστικού  και  άχάριτο:  δοκησισόφου,  οποία  συνήθως  ή  εις  του: 
απλούστερους  παρ'  ημΐν  περί  φιλολογίας  εκποιούμενη  αϊσθησις,  θά 
έζεπλάγη  βλέπων,  δτι  δύναται  να  λάμπη  και  του  ο'.λολόγου  ό 
όφθαλαός.  ότι  επιτρέπεται  και  εις  αυτόν  να  έχη  καρδίαν  και  νουν,  ότι 
συγχωρείται  να  μετέβη  των  τέρψεων  και  της  ευμάρειας  του  κόσμου, 
ότι  προς  το  επάγγελμα  του  διδασκάλου  δεν  εϊνε  απαραίτητος  ή  εϋ/ή 
άσκητείας  η  βλακείας.  "Οςτις  των  φιλολόγων,  αίρούμενος,  ως  τις  Βυ- 
ζαντινός καλογηρος,  τον  φίλογοίνίον  βίον.  νομίση,  ότι  θα  τύχη 
ούτω  της  αθανασία:,  κινδυνεύει  να  έζελεγ/θη  γελοίος  ήδη  ζών.  ΙΙώς 
θέλει  νά  ί'ννοήση  τόν  άρχαΐον  ό  άγνοών  τον  νεώτερον  κοσμον  :  ΙΙώς 
θέλει  νά  συμπαραστή  θεατής  των  μεγάλων  τη:  αρχαίας  ιστορίας  σκη- 
νών ό  γινώσκων  μόνον  του  πτωχού  του  θαλάμ.ου  τους  τεσσάρας  τοί- 
χους ;  ΙΙώς  εϊνε  δυνατόν  νά  φαιδρυνθη  άναγινώσκων  τον  Άριστοφά- 
νην  η  τον  Λουκιανον  και  εννοηση  το  πνευμ  αυτών  ο  ουδέποτε  αφη- 
σας  νάναβη  έκ  της  φθονεράς  καρδία:  το  μειδίαμα  έπΐ  τά  χείλη  ;  Πώς 
θά  γείνη  μέγας  έν  τω  παρελθοντι  καϊ  δια  τοϋ  παρελθόντο;  ό  έν  τω 
παρόντι  στενοκέφαλος,   στενόκαρδος,   μικρός  ;  Φθόνος   ουδείς '    δεν    εί- 

*   Έδημ-οσιεύθη  το  πρώτον  έν  τω  περιοοιχω  Εστία  Τομ..  Η'  (1879)  σ.  417  κ.  ί. 


—  765  — 

</  ,  ,        ■>         ,  „ 

κονι^,ομεν  προςωπα,  περιγραφομεν  τύπον  απαντωμενον  πάρα  πασι  τοις 

εθνεσιν,  ούχ  ήττον  δε  και  παρ'  ήμϊν.  Ό  διδάσκαλος  των  προ  του 
αγώνος  χρόνων,  κρατών  το  ραβδίον  άνά  χείρας  και  καταδικάζων 
είς  τον  φάλαγγα  τους  μαθητάς  ήτο  πολλάκις  μεν  ήκιστα  σοφός, 
άλλα  σπανίως  ήτο  στυγνός,  δοκησίσοφος,  απόκληρος,  εξ  ιδίας  αύτοΰ 
βουλήσεως,  της  κοινωνίας  ΤΗτο  ανεγνωρισμένος  εργάτης  της  έπωα- 
ζομένης  ελευθερίας  του  γένους,  και  ή  εντολή  αύτη,  γνωστή  αΰτφ  ή 
ασυνείδητος  διαλανθάνουσα,  έπέρριπτε  ποιάν  τίνα  αϊγλην  έπί  τον  πτω- 
χόν  εκείνον  σκαπανέα  τοΰ  μέλλοντος.  Άλλα  δεν  υπάρχει  κακόν  φο- 
βερώτερον  του  διδασκάλου  της  σήμερον,  όταν  τύχη  απαίδευτος.  "Εχει 
τάς  αξιώσεις  τοϋ  μεγαλοφυούς  και  τήν  άπαξίαν  τοΰ  μικρόνου'  νομί- 
ζει, ότι  κατέχει  τό  δεσμεΐν  και  το  λύειν  της  επιστήμης,  το  δικαίωμα 
του  έλέγχειν  και  καταδικάζειν,  χωρίς  ουδέποτε  να  έξεβίασε  δια  τών 
λόγων  αΰτοΰ  και  τών  έ'ργων  τον  σεβασμόν  τών  ελεγχομένων  και  κατα- 
δικαζομένων.  Επικρίνει  τους  γράφοντας  χωρίς  ουδέποτε  νά  έ'γρα- 
ψεν  αυτός  γραμμήν  μίαν.  "Εγεινε  κήνσωρ  πριν  ή  συνειθίση  πρότερον 
νά  κομίζη  ώς  θεράπων  τήν  δέσμην  τοΰ  ραβδούχου.  "Ολης  ταύτης 
της  οΐήσεως,  τοΰ  κόμπου,  της  κακίας  αφορμή  είνε  πλην  ελλείψεως 
ανατροφής  ή  άπομόνωσις  άπό  τοΰ  κόσμου.  Εις  τήν  λεξισοφίαν  και 
τήν  πτωχήν  του  βιβλιοθήκην  ας  προςθέση  τήν  εΰπρέπειαν  της  ένδυ- 
μασίας,  τήν  κοσμιότητα  τών  τρόπων,  τό  άστεϊον  τών  συνηθειών,  και 
θά  γείνη  άνθρωπικώτερος,  άλλα  και,  τολμώμεν  νά  το  πιστεύσωμεν, 
σοφώτερος  ίαυτοΰ  βεβαίως. 

Τοιούτον  ώραϊον  πρότυπον  διδασκάλου  τοΰ  κόσμου  είνε  ό  Ε^ΘΓ, 
κχϊ  όμως  ούδενος  τών  συγχρόνων  φιλολόγων  είνε  δεύτερος.  Γεννηθείς 
τω  1813,  μετ'  αξιόλογους  σπουδάς  ήξιώθη  τω  1839  ΰπό  της  γαλ- 
λικής Ακαδημίας  τών  επιγραφών  και  γραμμάτων  τοΰ  άθλου  δια  τήν 
συγγραφήν  Κριτική  έξέτασις  τών  άρχαίίον  ιστοριογράφων  τοΰ 
βίοι;  και  της  βασιλείας  τοΰ  Αυγούστου.  Όλίγον  δε  μετά  ταΰτα 
διωρίσθη  καθηγητής  της  ελληνικής  γλώσσης  έν  τη  φιλολογική  σχολή 
(Ρϋΰαΐΐβ  068  ΙβίΐΓβδ),  τω  δε  1854  ανεδείχθη  μέλος  της  Ακαδημίας, 
ήτις  πρό  ετών  δεκαπέντε  είχε  βραβεύσει  αυτόν.  Ό  Ε§§61\  τυχών 
πνεύματος  λεπτού,  ακριβούς  και  παρατηρητικού  και  έννοήσας  τόν 
αληθή  προορισμόν  τοΰ  φιλολόγου,  οΰδέποτ'  έπαύσατο  γράφων  και 
εκδίδων    συγγραφάς    αξιόλογους,    ων    και   μόνος    ό    κατάλογος    ήθελε 


—  .766  — 

πληρώνει  σελίδας  όλας.  Συγγραφή  δε  και  τους  μη  εξ  επαγγέλματος 
φιλολόγους  τα  μάλιστα  ενδιαφέρουσα  είνε  ή  έπιγραφομένη  1^'ΗβΙΙβ- 
ηΐδΠΙβ  βη  Ρΐ*£ΐη06,  εκδοθείσα  τψ  1869  και  συνισταμένη  εκ  δύο  τόμων. 
Έν  ταύτη  πραγματεύεται  την  ίστορίαν  της  ελληνικής  γλώσσης  και 
παιδείας  παρά  τοις  Γάλλοις  από  των  αρχαιοτάτων  χρόνων,  της  επο- 
χής δήλα  δη  εκείνης,  καθ'  ην  οι  Φωκαεϊς,  οίκίσαντες  την  Μασσαλίαν, 
κατέστησαν  κατ'  ολίγον  έλληνικήν  την  νότιον  Γαλλίαν,  μέχρι  των  καθ' 
ημάς  ημερών.  Το  ύφος  αύτοΰ  εινε  ήρεμον,  άλλα  γλαφυρόν.  Και  χω- 
ρίς νά  το  άναγνώσωμεν  έν  τω  προλόγω,  θά  ένοοΰμεν,  δτι  εχομεν  προ 
ημών  μαθήματα  διδαχθέντα  έν  τη  Σορβόννη.  Ούτω  παρίσταται  προ 
ημών  μάλλον  λαλών  η  γράφουν  ό  συγγραφεύς. 

Τών  δε  μικρών  αυτού  συγγραφών  πολλάς  συνήνωσεν  εις  δύο  τό- 
μους, έπιγραφέντας  ΜθΠΚΗΓβδ  (1'  ΙΐΐδΙοϊΐ'β  £ΐηοΐβηηβ  βΐ  άβ  ρΐΐίΐο- 
Ιθ2Ϊβ.  Έν  τούτοις  άναγινώσκομεν  πλείστας  αξίας  λόγου  ίστορικάς  και 
φιλολογικάς  πραγματείας  δημοσιευθείσας  πρότερον  κατά  διαφόρους 
καιρούς  έν  περιοδικοϊς  συγγράμμασιν,  αΐτινες  ευχαρίστως  άναγινώ- 
σκονται  και  υπό  τών  μη  ειδικώς  διατριβόντων  περί  την  φιλολογίαν. 
Μεταξύ  δέ  τούτων  αξία  αναγνώσεως  εϊνε  και  η  πραγματεία  ή  έπι- 
γραφομένη  Εις  Έλλην  ιστορικός  της  νέας  Ελλάδος,  έν  ή  ό 
Γαλάτης  φιλόλογος  ποιείται  μακρόν  λόγον  και  αναλύει  την  Ίστο- 
ρίαν  της  ελληνικής  επαναστάσεως  του  Τρικούπη,  καταδει- 
κνύων  τον  φιλελληνισμών  αύτοϋ  και  εκφράζων  άπροκαλύπτως  την 
δικαίαν  του  έκτίμησιν  προς  την  ίστορικην  ταύτην  συγγραφην. 

Ό  δέ  πρόλογος  του  ετέρου  τών  δύο  τούτων  τόμων  συντελεί  ουκ 
ολίγον  εις  γνώσιν  του  ευγενούς  χαρακτήρος  και  τοϋ  τρόπου  της  ερ- 
γασίας τοΰ  περιφανούς  φιλολόγου.  Έπιτραπήτω  μοι  νά  παραθέσω  εν- 
ταύθα ολίγας  έξ  αύτοΰ  λέξεις,  ας  επιφέρει,  δηλώσας,  ότι  τά  έν  τη 
συλλογή  εκείνη  άναδημοσιευόμενα  έ'ργα  εκδίδονται  έπεξειργασμένα 
έν  δευτέραις  φροντίσιν.  α  Όποιονδήποτε  κόπον  και  αν  άπαιτώσι  συ- 
»  χνά  αί  τοιαΰται  αναπτύξεις  και  επαληθεύσεις,  μόλις  που  έξαιτοΰ- 
»  μαι  τάς  έπϊ  τούτω  χάριτας  του  άναγνώστου"  τοσαύτη  εΐνε,  ως  εί- 
»  κός,  ή  ηδονή  ή  άναμιγνυμένη  εις  τον  κόπον  αναθεωρήσεως  τοιαύ- 
»  της.  Πράγματι,  όσον  προχωρώ  έν  τω  μελετητικώ  μου  βίω,  τόσω 
»  μάλλον  αναγνωρίζω,  ότι  ή  επιστήμη  είνε  πάντοτ'  έν  κινήσει  και 
»  ότι  και  έν  μικροϊς  πολλάκις  θέμασι  το  έργον   αυτής  δεν  έπερατώθη. 


—  767  — 

)>  Ή  έπιδίωζις  της  αληθείας,  η  σύλληψις  αυτής  δια  λαβής  όσημέραι 
»  πληρεστέρας  και  ασφαλεστέρας  είνε  αυτός  ό  όρος  των  ημετέρων  έρ- 
»  γασιών,  είνε  το  πρώτον  ημών  καθήκον,  άλλ'  είνε  καθήκον  ένέχον 
»  εν  έαυτώ  την  ήδυτάτην  άμοιβήν.  Αίσθανόμεθα  ενίοτε  ταπείνωσιν 
»  διαγινώσκοντες  τα  ίδια  ημών  λάθη,  έκπληττόμεθα,  δτι  άνεγνωρί- 
»  σαμεν  ούτως  αργά  άλήθειαν,  ήτις  σήμερον  είνε  προφανέστατη  είς 
»  τους  ημετέρους  οφθαλμούς.  Άλλα  χαίρομεν  μεγάλως  διορθοΰντες 
»  την  πλάνην  και  δυνάμενοι  να  εΐπωμεν  έν  ημΐν,  ότι  τέλος  καθωρί- 
»  σαμεν  ακριβώς  το  γεγονός  η  την  ΐδέαν  ης  προέκειτο  ή  διαφώτισις. 
»  Κατ'  οΰδεμίαν  ήλικίαν  του  βίου  ή  προςοχή  είνε  αλάνθαστος.  Άς 
»  κλίνωμεν  καρτερικώς  την  κεφαλήν  προ  της  αδυναμίας  αυτής  και 
»  άς    μη    άπελπίζωμεν    περί    τών    ποοοδων   της». 

Ό  Ε^βΓ  &έν  περιορίζεται  είς  μόνην  την  έπιστημονικήν  αυτού  δι- 
δασκαλίαν.  Θεωρών  καθήκον  άπαραίτητον  και  προορισμόν  του  καθη- 
γητού άςιόλογον  την  δια  συγγραφών  προοδοποίησιν  τής  επιστήμης, 
πληροί  δια  τών  αξίων  μελέτης  δημοσιεύσεων  του  τάς  στήλας  περιο- 
δικών και  εφημερίδων,  μάλιστα  δέ  του  προςφιλοΰς  αΰτφ  .ΙοαπίΕίΙ 
άθ8  δαναηίδ  και  του  Αηηυαΐΐ'β  άβ  Γ  ΑδδΟοΐίΐΙιΌη  ροαΓ  1'βηοου- 

Γ3,§βΐηβηΙ  (Ιβδ  θΐΐΐάβδ  ΟΓβοηυβδ.  Άλλα  κατέρχεται  και  κατωτέρω, 
διανέμων  τα  δώρα  του  έν  δημοσίαις  συνεδρίαις  συλλόγων  εργατών, 
ευεργετικών  εταιρειών  και  έν  όμοίαις  άλλαις  συνελεύσεσιν,  άς  χρέος 
έχουσι  νά  έπιζητώσιν,  άντϊ  νάποφεύγωσι  και  έχθαίρωσιν,  οι  μη  θερα- 
πεύοντες  την  έπιστήμην  μόνον  προς  ψωμισμόν.  'Αξιολογώτατον  δέ 
δείγμα  δημώδους  διαπραγματεύσεως  ζητημάτων  επιστημονικών  είνε 
το  ενώπιον  του  έν  Παρισίοις  Συλλόγου  τών  εργατών  γενόμενον  μάθη- 
μα Περί  του  χάρτου  έν  τη  άρχαιότητι  (Ιιβ  ραρΐβΓ  (1αη8  Γ  αηΐΐηυϊΐέ). 
ΓΙαρακινοϋμεν  τους  μη  γινώσκοντας  την  βραχεΐαν  ταύτην ,  άλλ'  εμ- 
βριθή και  χαριεστάτην  συγγραφήν  νάναγνώσωσιν  αυτήν,  ει  μεν  δυ- 
νατόν έν  πρωτοτυπώ,  ίνα  ένωτισθώσι  τής  σειρήνος  τών  λόγων  του 
γηραιού  διδασκάλου,  ει  δέ  μη  έν  τ"?5  ελληνική  μεταφράσει  του  κ. 
Π.  Καράλη  (1878). 

Ή  περί  την  έλληνικήν  μάλιστα  φιλολογίαν  και  ίστορίαν  ασχο- 
λία του  Ε§£6Γ  ένέπλησε  κατ'  ολίγον  την  ψυχήν  αυτού  περιπαθούς 
αγάπης  ού  αόνον  προς  την  άρχαίαν  Ελλάδα,  άλλα  και  προς  τήν 
νεωτέραν.   Τόν    δέ    φιλελληνισμόν    τούτον    πολλαχού    τών    συγγραφών 


—  768  — 

αύτοΰ  καταδεικνύει.  Ιδού  διά  ποίων  λέξεων  άποπερατόνει  την  περί 
του  ελληνισμού  εν  Γαλλία  πολύτιμον  συγγραφήν,  ης  έ'γεινεν  ανω- 
τέρω μνεία" 

«Τα  μαθήματα  άτινα  διδάσκει  ήμας  ό  ελληνικός  λαός  διά  των 
»  κατά  την  αρχαιότητα  έργων  αυτού  απέβησαν  πολλώ  μάλλον  ένδια• 
»  φέροντα  δια  της  αναστάσεως  της  τέλος  τελεσθείσης  προ  των  ήμε- 
»  τέρων  οφθαλμών.  Και  μετ'  αύτάς  τάς  συγκινήσεις  αγώνος  ηρωικού 
»  και  μετά  τά  προςκόμματα  και  τάστοχήματα,  τά  ίσως  αδιαχώριστα 
ί>  άπό  τών  δρων  ΰφ'  οΰς  έ'θηκεν  ή  Ευρώπη  τό  μικρόν  βασίλειον  της 
»  Ελλάδος,  ύπάρχουσι  διά  πάντα  κριτήν  άδέκαστον  λόγοι  σπουδαίοι 
»  εμπιστοσύνης  προς  τάς  άρετάς  τοΰ  λαού  τούτου.  Έχομεν  πίστιν  είς 
»  την  ένεργητικήν  ζωτικότητα  ην  αναπτύσσει,  είς  τον  ζήλον  τών 
»  νεαρών  αυτόθι  γενεών  περί  τάς  σοφάς  μελετάς,  είς  την  άφιλο- 
»  κέρδειαν  μεθ'  ης  πάντα  τά  μέλη  της  ελληνικής  οικογενείας  συντρέ- 
»  χ_ουσιν  είς  την  πρόοδον  τών  μελετών  τούτων,  οί  μεν  διά  της  εργα- 
»  σίας,  οί  δε  διά  γενναιόδωρων  συνειςφορών,  τέλος  δε  είς  αυτήν  των 
»  την  έπιμονήν  όπως  άναλάβωσι  την  γλώσσαν  τών  ίδιων  προγόνων. 
»  Καϊ  στερείται  μέν  τό  γε  νυν  έχον  πάσα  αΰτη  ή  ενέργεια  κανόνος 
»  και  μέτρου,  αλλά  δεν  είνε  άγονος  ...  Ό  Κοραής  άφήκε  διαδόχους 
»  και  συνεχιστάς  τοΰ  έργου  του.  Είςηγήσατο  και  έκπροςωπεΐ,  καΐ 
»  μόνος  αυτός,  την  νέαν  άναγέννησιν  του  ελληνισμού  καϊ  τον  στενόν 
»  αυτού  σύνάεσμον  μετά  τών  θεσμών,  τών  δογμάτων,  τών  ηθών  τών 
»  καθ'  ημάς  χρόνων.  Λαός  ικανός  νά  παραγάγη  τοιούτους  άνδρας  είνε 
«άξιος  νάναλάβη  την  θέσιν  του  μεταξύ  τών  πεπολιτισμένων  εθνών. 
»  Γπέπεσεν  εις  πολλά  σφάλματα,  θά  ύποπέση  ίσως  καΐ  πάλιν  είς 
»  άλλα,  άλλ'  έχει  δίκαιον  έπιθυμών  νά  μη  λησμονήται  τό  εξής.  *Αν 
»  απώλεσε  6ιά  παντός  έν  τω  κόσμω  την  πρώτην  θέσιν,  έχει  τό  δι- 
»  καίωμα  νά  μένη  έν  τη  δευτέρα  παρά  τό  πλευρόν  τών  εθνών  τών 
ο  εργαζομένων  μετά  πλείστου  ζήλου  προς  τήν  πρόοδον  της  άνθρωπό- 
»  τητος  έφ  όλων  τών  δρόμων  τών  άνεωγμενων  είς  τας  έννομους 
»  ημών    φιλοτιμίας  »  . 

Εγραφε  δε  τάς  θερμάς  ταύτας  υπέρ  Ελλάδος  λέξεις  ό  φιλέλλην 
1  αλάτης  ολίγον  χρόνον  μετά  τήν  ίδρυσιν  τοϋ  έν  Παρισίοις  Συλλόγου 
προς  ένθάρρυνσιν  τών  ελληνικών  σπουδών,  όςτις  τά  μέγιστα  συνέ- 
τβινεν  ου  μόνον  εις  διάδοσιν   τής  αρχαίας  καϊ  νέας  ελληνικής   φιλολο- 


—  769  — 

γίας  έν  Γαλλία,  άλλα  και  εις  την  αύξησιν  του  φιλελληνισμού  των 
Γάλλων.  Της  αξιόλογου  ταύτης  εταιρείας  ό  Ε§§6Γ  υπήρξε  των  ιδρυ- 
τών. Δικαίως  δ'  έλεγε  περί  αΰτοΰ  ό  γηραιός  φιλέλλην  (Γ  Εΐϋΐΐΐ- 
ύϊθ.1  τω  1877,  έξιστορών  τόν  δεκαετή  του  Συλλόγου  βίον  «Εΐπον 
))  ένεκα  τίνος  εκτάκτου  συμβάντος  έστερήθημεν  τη  12  Μαρτίου  της 
»  παρουσίας  τοΰ  κ.  Ε§§ΘΓ"  αλλά  μετέσ^ε,  λαβών  αέρος  λίαν  ένερ- 
»  γον,  τών  ακολούθων  συνεδριών,  άπό  δε  της  στιγμής  ταύτης  εΐνε 
»  περιττόν  να  διδάξω  υμάς  δ  τι  έ'πραξεν  ό  κ.  Ε§£6Γ  ύπερ  της  διορ- 
» γανώσεως,  της  διευθύνσεως  και  αναπτύξεως  του  Συλλόγου.  Τρις 
β  ήδη,  κατά  την  δεκαετίαν  την  λήξασαν  εσχάτως,  έξεπλήρωσε  φιλο- 
»  πόνως  τα  έργα  της  προεδρίας,  εις  ην  έκαλέσατ'  αυτόν.  Έκλέξαντες 
»  δε  αυτόν  πρό  τίνων  ημερών  έπίτιμον  υμών  πρόεδρον,  εΐχετε  την  εΰ- 
»  τυχίαν  να  προςενέγκητε  αύτώ  τόν  φόρον  ευγνωμοσύνης  ης  άνεδεί- 
β  χθη  άξιος  ύπερπερισσώς  » . 

Τοιούτου  υπάρχοντος  τοΰ  ακαμάτου  καί  ευγενούς  βίου  λογίου  άξια- 
γάστου  και  φιλέλληνος  σεβαστού,  με-ά  λύπης  θα  μάθωσιν  οί  γνωρί- 
σαντες  αυτόν  και  μετ'  ωφελείας  πάντοτε  νέας  άναγινώσκοντες  τάς 
συγγραφάς  αυτού,  ότι  ό  πολιός  θεράπων  τών  Μουσών  υπό  της  πολ- 
λής εργασίας  επαθεν  έπ'  εσχάτων  δεινότατα  τους  οφθαλμούς.  Άλλ' 
ό  πάντοτε  περιπαθώς  άγαπήσας  τά  γράμματα  ευρίσκει  καί  έν  τώ  ούτω 
πολυπόνω  γήρατι  τόν  τρόπον  νάποτίνη  εύλαβώς  φόρον  ευγνωμοσύνης 
εις  τάς  Μούσας  τάς  ελληνίδας.  Ή  Εστία  χαίρει,  ότι  ό  γεραρός  φι- 
λέλλην τάς  στήλας  αυτής  έξελέξατο,  ίνα  δημοσίευση  άνωνυμως  ελα- 
φρά παίγνια  της  Μούσης  του,  τά  έν  τω  φύλλω  της  5  Μαίου  1879 
τυπωθέντα  επιγράμματα  είς  την  άρχαίαν  έλληνικήν.  Σήμερον  δε  δη- 
μοσιεύει ευχαρίστως  κατωτέρω  τά  διά  κοινού  έν  Παρισίοις  φίλου  6ια- 
βιβασθέντα  είς  αυτήν  επιγράμματα,  αναφερόμενα  πάντα  εις  ώραϊον 
άνέκδοτον  τοΰ  Πλουτάρχου  έν  τψ  βίω  τού  Δημοσθένους  (κεφ.  λα  ). 
Διηγούμβνος  δήλα  δη  ό  Χαιρωνεύς  τήν  έν  Αθήναις  ϊδρυσιν  τού  άν- 
δριάντος  τοΰ  ρήτορος  τοΰ  φέροντος  το  γνωστόν  εκείνο  επίγραμμα 

Εΐπερ  ϊσην  ρώμην  γνώμη,    Δημόσθενες,    δίχ^ες, 
ου  ποτ'  αν    Ελλήνων  ήρξεν  "Αρης  Μακεδών, 

προςθέτει    καί   το    εξής    έπειςόδιον,  όπερ  έλέγετο    συμβάν    ολίγον  πρό 

ΣΠΓΡ.    Π.    ΛΑΜΠΡΟΙ*,    ΜΙΚΤΑΙ    ΣΕΛΙΑΒΣ  4  9 


—   770  — 

της  άφίξεως  τοΰ  βιογράφου  εις  Αθήνας.  «Στρατιώτης  τις,  καλούμε- 
»  νος  επί  κρίσιν  υπό  τίνος  άξιωματικοΰ,  άνέθηκε  τα  ολίγα  χρήματα, 
»  όσα  ει/εν,  είς  τάς  χείρας  τοΰ  άνδριάντος.  Το  άγαλμα  παριστάνει 
»  τον  ρήτορα  συνέχοντα  τους  δακτύλους  δι  αλλήλων,  πλησίον  δ'  αύ- 
»  τοΰ  έφύετο  μικρά  πλάτανος.  Άπό  τοΰ  δένδρου  τούτου  πολλά  φύλ- 
»  λα,  είτε  κατά  τύχην  καταρριφθέντα  υπό  τοΰ  άνεμου,  εϊτε  ύπ'  αύ- 
»  τοΰ  τοΰ  κρύψαντος  ούτω  ταχθέντα,  άπε'κρυψαν  το  χρυσίον  ουκ  όλί- 
»  γον  χρόνον.  "Οτε  δ'  ό  άνθρωπος  έπανελθών  άνευρε  τό  χρυσίον  και 
»  διεδόθη  λόγος  περί  τούτου,  πολλοί  των  ευφυών  ύπόθεσιν  λα- 
»  βόντες  είς  τό  άδωροδόκητον  τον  Δημοσθένους  άνθηιηλ- 
»  λώντο  τοις  έπιγράμπασι  ».  Την  διά  των  διαφόρων  τούτων  επι- 
γραμμάτων ώς  έν  ποιητικώ  διαγωνισθώ  έζύμνησιν  τοΰ  άδωροδοκή- 
του  τοΰ  Δημοσθένους  έ'λαβεν  ύπόθεσιν  τών  στίχων  αύτοΰ  ό  Γάλλος 
φιλόλογος,  έπιστέφων  τό  έργον  δι'  επιλόγου,  έν  ω  αυτός  επικρίνει  τους 
διαφόρους  ,έπιγραμματογράφους,  ήτοι  τά  διάφορα  γεννήματα  της 
ίδιας  έαυτοΰ  τέχνης,  ώς  παιδιάν  άνάριτος  εργασίας.  Άλλ'  ή  παιδιά 
αύτη,  ώς  διασκεδάζει  τήν  άπό  τών  οφθαλμών  άλγηδόνα  τοΰ  γηραιού 
μουσοπόλου,  θά  τέρψη  βεβαίως  και  τους  άναγνώστας,  όσοι  διατρί- 
βουσι  φιλίως  περί  τήν  άρχαίαν  φιλολογίαν. 

Τις  ποτέ  δωροδόκον  τλαίη  τόν  ρήτορα  φήναι 
όςτις  έ'τ    αργυρίου  χείρας  άπεσ^ε  νέκυς  ; 

Πώς  ποτέ  τις  φαίη  τόν  ρήτορα  δωροδοκήσαι 
ος  περ  και  λιθίνας  χείρας  άπέσχε  κακοΰ  ; 

Εικόνα  τήν  δ'  έςόρα  τοΰ  ρήτορος  όν  ποτέ  δήμος 

είλεν  πειθομενος  ψευδέσι  μαρτυρίαις. 
Βύρσαν  ό  γ'  αργυρίου  μεστήν  έν  χερσϊν  έτήρει 

εύλαβέως,   όσσον  θ'  εύρε  τοσόνδ'  άπέδω. 

Αφρονες  οι  τό  πάλαι  κατά  σου,  Δημόσθενες,  εγνων 

ώς  ποτέ  θησαυρών  ήσσονος  Άρπαλίων 
ει  γάρ  εφυς  ποτέ  δωροδόκος,   τόδε  δώρον  εκών  αν 
εϊλες  όπερ  σφετέραις  χερσϊν  ενειμε  τύχη. 


—   771    — 

Μάρτυρες  όσσα  κακοί  κατά  ρήτορος  εψεύσαντο 
ήνίδε  πάντα  βρέτας   τάνδρος  ελεγχον  έχει" 

χερσί  γαρ  έν  λιθίναις  άγνώς  όν  έθήκατο  χρυσον 
πιστεύσας,  πιστώς  εύρε  φυλασσόμενον. 

Δευρό  [Λ ε  δωροδοκεΐν  κλέπτειν  τε  βοώντες    Αθήνας 

Άρπάλιον  θήκην  δεΰρο  πάρεστιν  ΐδείν 
ώς  άδέκαστον  εγώ  δήμου  σθένος,    ου  ποτέ  φαύλας 

θησαυρούς  όρέγω  χείρας  έπ'  αλλότριους* 
λωποδύτας  γαρ  άνήρ  τις  φεύγων  ένθετο  πλήρη 

χερσίν  έμαις  βύρσαν,  την  8    δ  γ    άθικτον  έχει. 

*Ω  κακοί,  άτρεκέως  ύμας  λίθος  ούτος  έλέγ/ει 

ώς  άρα  δωροδόκον  ρήτορα  φηναμένους' 
δν  γαρ  δεξιτέρη  θησαυρόν  άνέγγυον  άγνώς 

τάνδρος  έ'θηκεν  εκών,  τούτυν  άθικτον  έχει* 
εύδηλον  το  βρέτας  φωνήν  άφίησι  καθ'  υμών 

οσσοι  άτιμάζειν  τλήτε  τον  άνδρ    αγαθόν. 

Επίλογος 

Άλλα  τί  δαιδαλέας  πλάσσοντες  αθύρματα  τέχνης 
έργασίαν  άχαριν  παίζετε,  μουσοπόλοι  ; 

Τοιούτος  εν  ολίγοις  ό  άνήρ,  δςτις  έκ  τρυφερας  ηλικίας  άγαπήσας 
τάς  Έλικωνιάδας  και  ακμάζων  άντηγαπήθη  ύπ'  αυτών  και  ήδη, 
λευκανθίζουσαν  κομών  τήν  πολιάν,  δέχεται  παρ'  αυτών  έπΐ  του  έρρυ- 
τιδωμένου  μετώπου  τον  άσπασμον  της  αγάπης. 


ΓΟΤΛΐΕΛΜΟΣ   ΒΑΓΝΕΡ* 


Θλιβερά  αγγελία  διεβιβάσθη  εκ  Νεαπολεως,  ή  αγγελία  του  θανά- 
του του  Γουλιέλμου  Βάγνερ,  ανδρός  εΐπερ  τις  και  άλλος  άγαπήσαν- 
τος  τήν  Ελλάδα  και  διατρίψαντος  μετά  ζήλου  άξιου  αιτήσεως  περί 
κλάδον  της  ημετέρας  φιλολογίας,  οςτις  και  παρ'  ήμΐν  αϋτοΐς  δεινώς 
ήμελήθη,  λέγομεν  την  μεσαιωνικήν  ημών  ποίησιν. 

Ό  Βάγνερ  ήτο  καθηγητής  τοϋ  έν  'Αμβοΰργω  Ίωαννείου,  περιώ- 
δευε  δ'  έπ'  έσχατων  τήν  Ίταλίαν,  ίνα  μελετηση  έν  ταϊς  βιβλιοθήκαις 
τα  ελληνικά  χειρόγραφα  τα  περιέχοντα  τα  προςφιλή  αύτω  μεσαιω- 
νικά ποιήματα-  έσκόπει  δε,  ως  εγραφεν  εις  φίλους  αυτού*  και  συνερ- 
γάτας  έν  Αθήναις,  νά  κατέλθη  ποτέ  και  εις  την  προςφιλή  αύτω 
Ελλάδα,  το  πρώτον  νυν.  Άλλα  το  νήμα  τών  ήμερων  αυτού-  έκοπη 
πολΰ  πρότερον  ή  δ  τι  έπεθυμοΰμεν  ο'ι  φίλοι  της  μεσαιωνικής  φι- 
λολογίας και  παρ'  ο  τι  έχρεκζζετο  η  Ελλάς,  ης  θερμός  ήτο  φίλος 
ό    θανών. 

Ό  Βάγνερ,  καίπερ  ήναγκασμένος  νά  διδάσκτ)  τήν  κλασικήν  φι- 
λολογίαν,  ης  ήτο  κάτοχος  εμβριθής,  έζ  αγάπης  έφέρετο  ιδίως  προς 
τήν  μεσαιωνικής  ποίησιν  της  Αγγλίας  και  της  Ελλάδος.  Ήτο  άρι- 
στος γνώστης  του  Σαικσπήρου,  πολλά  γράψας  περί  τοϋ  δαιμονίου 
ποιητοΰ  και  μετέχων  ένεργητικώτατα  της  τών  Γερμανών  περί  τόν 
Άγγλον  Αίσχύλον  τιτανολατρείας.  Είνε  δε  περίεργον,  ότι  ό  αυτός 
άνήρ  ό  πελαγοδρομών  έν  τω  βαθύρρω  ώκεανώ  της  σαι^σπηρείου 
μούσης  κατεδέχθη  νά  στρέψτ)  έν  τοις  πρώτοις  ίλεων  βλέμμα  προς 
τήν  τέως  περιφρονουμένην  μεσαιωνικήν  ποίησιν  της  Ελλάδος.  Δεν 
υπάρχει  έν  -ή  συμπτώσει  ταύτη  ψυχολογική  τις  άπόδειζις,  ότι  ή  με- 
σαιωνική ημών  ποίησις,  ή  πάντη  αύτη  άκαλλής  προς  του;  αμύητους, 


Έδημοοίίύθη  το  πρώτον  έν  τω  Παρνασσώ  Τ6(Χ.  Δ'  (1880),  α.  331  Χ.  §. 


—  773   — 

ενέχει  δια  τους  έννοοΰντας  τα   μυστήρια  της   αληθούς   ποιήσεως    γοη- 
τείαν  και  καλλονών  ; 

Δεν  έννοούμεν  ταύτα  λέγοντίς  την  αυτόχρημα  δημοτικήν  ποίησιν, 
έκείνην,  ην  άριστα  χαρακτηρίζει  ή  έξη:  διήγησις  Γερμανού  περιηγη- 
τού.  Ήρώτα  ποτέ  κόρην  των  αγρών  ασασαν  άσμα  τι  δημώδες,  αν 
αύτη  εΐνε  ή  ποιησασα.  Προς  δε  την  έρώτησιν  γελάσασα  η  κόρη  άπε- 
κρίθη'  «Αΰτα  δεν  τα  κάμνει  κανείς,  τά  τοιαύτα  τά  είξεύρουν  όλοι». 
Έκτος  της  καθαρώς  ταύτης  δημώδους  ποιήσεως  υπάρχει  οιονεί  με- 
σαίος τις  αναβαθμός  προς  την  άρχαίζουσαν  βυζαντιακήν  ποίησιν  της 
εκκλησίας  και  των  λογίων,  τάξις  ποιημάτων  ποικίλων  και  περιέργων, 
ών  ή  μελέτη  είνε  απολύτως  αναγκαία  προς  τελείαν  γνώσιν  της  καθ 
δλου  αεσαιωνικής  ποιήσεως  του  ελληνισμού.  Τά  τοιαύτα  ποιήματα 
προς  μεν  την  στινουργίαν  την  άρναίζουσαν  έχουσι  τούτο  το  κοινόν,  ότι 
καϊ  ταύτα  συνετάχθησαν  και  κατεγράφησαν  έν  κώδιςιν  ύπ'  ανδρών  τυ- 
χόντων παιδείας  όπωςδήποτε,  μετά  δε  της  ποιήσεως  της  δημώδους 
έχουσι  κοινήν  την  λαϊκήν  γλώσσαν  καϊ  δύναμιν  της  φαντασίας,  την 
ζωηρότητα  τών  εικόνων,  την  άληθειαν  της  παραστάσεως.  Τά  ποιή- 
ματα ταύτα  έχουσι  την  ύλην  ποικίλην  ότέ  μεν  είνε  ήθικαι  παραινέ- 
σεις, ότέ  δε  θρήνοι  έπί  συμφοραϊς  πόλεων  και  άλώσεσιν,  άλλοτε  μεν 
δημώδεις  μύθοι  ή  μυθιστορικαί  παραστάσεις  ιστορικών  συμβάντων, 
άλλοτε  δ'  έρωτικαί  διηγήσεις  κατά  μίμησιν  της  φραγκικής  ποιήσεως 
τών  μέσων  αιώνων.  Σώζονται  δε  τά  τοιαύτα  ποιήματα  εν  χειρογρά- 
φοις  άποκειμενοις  έν  διαφόροις  τών  ευρωπαϊκών  βιβλιοθηκών,  άλλ' 
έπί  μακρόν  χρονον  ουδεμία  κατεβλήθη  φροντις  προς  μελέτην  αυτών 
και   δημοσίευσιν. 

Και  κατέδειξε  μεν  τήν  σημασίαν  αυτών  ό  πολύς  Ρ&ΙΙΠβΙ  δι'  ολί- 
γων έν  τω  προλόγω  της  εκδόσεως  τών  Δημοτικών  ασμάτων  της  Ελ- 
λάδος, άλλ'  ή  πρώτη  τιμή  τής  δημοσιεύσεως  τοιούτων  έργων,  σπου- 
δαιότατων δια  τήν  ίστορίαν  τής  τε  γλώσσης  και  τής  φιλολογίας  τού 
έθνους  κατά  τήν  μακραίωνα  έποχήν  τών  μέσων  αιώνων,  οφείλεται  εις 
τόν  Κοραήν,  έκδόντα  μετά  περιφανών  σχολίων  έν  τοις  Άτακτοι;  τά 
δύο  γνωστά  τού  ΙΙτωχοπροδρόμου  στιχουργήματα.  Εκτοτε  δε  σπο- 
ράδην,  έν  μακροϊς  διαλείμμασιν  ετών  πολλών  και  άνευ  συστήματος 
ήσχολήθησαν  περί  τό  είδος  τούτο  τής  μεσαιωνικής  ημών  ποιήσιως 
αλλογενείς   λόγιοι,   ό    ΟππίΠΙ,  ΒβΜβΓ,    ΕίΠδδθΠ,    Ε.   ΜΐΙΙβΓ,  Οί- 


—  774  — 

(Ιβΐ,  εκ  δε  των  ημετέρων  έν  μεν  παλαιοτέροις  χρόνοις  ό  Ζαμπέλιος. 
κατά  δε  τελευταίαν  εΐκοσαετίαν  ό  Μαυροφρύδης  και  ό  Σάθας.  Είς 
τον  τελευταϊον  μάλιστα  τούτον  οφείλεται  ή  οιονεί  είς  νέαν  ζωήν  κλή- 
σις  τοϋ  τοις  περί  ταΰτ'  άσχολουμένοις  γνωστού  βιενναίου  κωδικός 
του  δεκάτου  έκτου  αιώνος  ,  δςτις  πλείστα  μεσαιωνικά  ποιήματα 
περιέχει. 

Άλλα  της  συστηματικής  περί  την  τοιαύτην  μεσαιωνικήν  ποίησιν 
διατριβής  έπελήφθησαν  κατά  τά  τελευταία  έ'τη  μάλιστα  δύο  αλλογε- 
νείς, ό  Γάλλος  ίιβ§Γαη(1  και  ό  προώρως  θανών  Βάγνερ,  όςτις  και 
έδημοσίευσεν  έν  τέσσαρσι  συγγραφαϊς,  Μβάίβναί  (αΓββΙί  ΤβΧΐδ  (έν 
Λονδίνω,  1870),  ΟαπηΐηΒ  (τΓαβοα  πιβά'ύ  ειβνί  (έν  Λειψία,  1874), 
ΗΐδΙΟΪΓβ  άβ  ΙΐηΒβΓίοδ  βΐ  Μ&Γ^&ΓΟηεΐ  (έν  Παρισίοις  1874),  και 
Άλφάβητος  της  Αγάπης  (έν  Λειψί^,  1879),  πλείστα  μεσαιωνικά 
στινουργήματα  και  έ'πη  μετά  κριτικών  και  γλωσσολογικών  σημειώ- 
σεων. Έν  τη  μεγάλη  κινήσει,  ήτις  παρατηρείται  κατά  τά  τελευταία 
έ'τη  περί  την  μεσαιωνικήν  ημών  ποίησιν,  δυνάμεθα  θαρρούντως  νά 
εΐπωμεν,  ότι  έπροστάτει  ό  Βάγνερ.  Εκείνος  κατώρθωσε  νά  εΐςαγάγη 
εις  τήν  μελέτην  της  μεσαιωνικής  ημών  ποιήσεως  τήν  κριτικήν  τήν 
στηριζομένην  εις  τήν  άντιβολήν  τών  χειρογράφων  κωδίκων  και  τήν  αυ- 
στηρότητα, μεθ'  ης  συνήθως  εκδίδονται  οί  κλασικοί  συγγραφείς  και 
τά  προϊόντα  της  μεσαιωνικής  φιλολογίας  της  Δύσεως,  άλλ'  ήτις  Οπό 
τών  πολλών  έθεωρήθη,  και  δυςτυχώς  εξακολουθεί  ακόμη  νά  θεωρή- 
ται  ώς  περιττή  πολυτέλεια  διά  τήν  βυζαντιακήν  φιλολογίαν.  Και  διά 
τοϋτο  είνε  άξιος  πάσης  τιμής  ό  Βάγνερ,  ότι  αλλογενής  ων  ήσθάνθη 
εαυτόν  διαπνεόμενον  υπό  άληθοϋς  στοργής  προς  τήν  μεσοχρόνιον  ημών 
φιλολογίαν  και  δεν  έφείσθη  κόπων  όπως  έφαρμόση  είς  αυτήν  τήν  μέθο- 
δον  της  αύστηράς  κριτικής.  Είς  ούδένα  έχοντ'  αξιώσεις  έπιστήμονος 
επιτρέπεται  ή  περιφρόνησις  όλων  αιώνων  της  εθνικής  ιστορίας  και  φι- 
λολογίας. Και  ό  μεν  τοιαύτα  φρονών  είν  έπί  τέλους  ελεύθερος  νάσχο- 
λήται  περί  τι  άλλο,  ό  τι  αν  θέλη,  έστω  και  συνεπαγόμενος  τον  κίν- 
δυνον  νά  νομισθή  παραδόξως  μονομερής.  Άλλ'  ουδέν  έχουσι  δικαίωμα 
οί  τοιούτοι  νά  κατηγορώσι  τών  περί  τήν  βυζαντιακήν  φιλολογίαν 
σπουδαζόντων,  ότι  κατατρίβουσι  μάτην  τόν  πολύτιμον  χρόνον  επιμό- 
νως έμμελίτώντες  πράγμασι  μικροϊς.  Και  αν  δ'  αληθώς  ούτως  έχη  το 
πράγμα,    ουδεμία   διάκρισις  πρέπει   νά   υφίσταται  περί   τήν   διαπρα- 


—  775  — 

γμάτευσιν  των  υπό  τίνος  ν  οριζομένων  μικρών  άπ'  εκείνων  άτινα  όπως- 
δήποτε  άλλοι  'νομίζουσι  μεγάλα.  Ή  βυζαντιακή  φιλολογία  έχει  δια 
τους  περί  ταύτην  διατρίβοντας  την  αυτήν  σημασίαν  και  άξίαν  ην 
έχει  ή  κλασική  παιδεία  δια  τους  άρχαιολογοϋντας,  ην  έ'ν/ουσιν  οι  εν- 
επίγραφοι λίθοι  δια  τους  στηλοκόπας.  Ή  περί  τα  βυζαντιακά  έργα 
ακρίβεια  δεν  πρέπει  να  θεωρηθή  ως  τις  μικρολογία,  άλλα  πρέπει  να 
έκληφθή  ως  καθήκον. 

Έκ  τοιαύτης  δ'  απόψεως  εξεταζόμενη  ή  φιλολογική  ακρίβεια,  ην 
είςήγαγε  μάλιστα  ό  Βάγνερ  περί  την  έ'κδοσιν  της  μεσαιωνικής  ημών 
ποιήσεως,  πρέπει  να  θεωρηθη  ώς  νέα  οδός  ην  ετεμεν  ό  προώρως  θα- 
νών φιλόπονος  άνήρ.  Εις  ταύτην  την  μέθοδον  επόμενοι  και  ταύτην 
προάγοντες  θά  δυνηθώμεν  να  καυνηθώμεν,  δτι  κατεβάλομεν  τους  οφει- 
λόμενους αγώνας  προς  την  έμπρέπουσαν  είς  την  έθνικην  ημών  ποίησιν 
μελέτην.  Μόνον  όταν  έ'χωμεν  έκδεδομένα  κατά  τοιούτον  τρόπον  τα 
μεσαιωνικά  ημών  ποιήματα  και  δυνάμεθα  νάναγινώσκωμεν  αυτά  κε- 
καθαρμένα  άπό  τών  αμαρτημάτων  άμρθών  βιβλιογράφων,  θά  εχωμεν 
το  δικαίωμα  νάτενίσωμεν  δι'  οφθαλμού  οξυδερκούς  την  μεσονρόνιον 
ποίησιν,  νά  μελετήσωμεν  τάς  τάσεις  αυτής  και  την  πορείαν,  το 
ΰψος  ή  την  έ'κπτωσιν.  Τότε  μόνον  θά  έπιτρέπηται  ήμϊν  κρίσις  οιαδή- 
ποτε αισθητική"  έπί  δε  του  παρόντος  άς  άφεθή  το  έ'ργον  είς  μό- 
νους   τους    φιλολόγους   και   τήν    εύσυνείδητον    αυτών    έργασίαν. 

Λέγοντες  δε  ταΰτα  περί  της  ορθής  κριτικής  μεθόδου  έν  τή  έκδόσει 
τών  μεσαιωνικών  ποιημάτων,  ης  είςηγητής  ύπήρξεν  έν  τοις  πρώτοις  ό 
Βάγνερ,  δέν  άποκρύπτομεν,  ότι  δεν  ήτο  εντελώς  κάτοχος  τών  μυστη- 
ρίων τής  γλώσσης  έν  ή  εγράφησαν  τά  ποιήματα  εκείνα.  Εΐνε  δ'  άλ- 
λως ή  γλώσσα  αυτή  δυςνόητός  τις  και  δεομένη  πολλάκις  κολυμβητοϋ 
Δηλίου.  Μόνον  δε  μακρά  έγγύμνασις  δύναται  νά  έπιφέρη  τήν  τελείαν 
γνώσιν.  Διά  τοΰτο  ό  θάνατος  του  Βάγνερ  εΐνε  αληθές  δυςτύχημα, 
επειδή  συν  τω  χρόνω  άπετελείου  τήν  ιδίαν  γνώσιν,  τά  δε  τελευταία 
τών  έργων  αΰτοϋ  και  αϊ  κατά  τά  τελευταία  ετη  ελληνιστί  γεγραμ- 
μέναι  προς  τους  "Ελληνας  φίλους  έπιστολαί  μαρτυροΰσι  περί  τελειό- 
τατης ελληνομάθειας.  "Αλλως  δε  δέν  πρέπει  νά  λησμονώμεν,  ότι  ου- 
δέποτε οί  άλλόθροοι  θά  γείνωσιν  οί  καταλληλότατοι  τών  τοιούτων 
έκδόται*  το  έργον  είνε  ημετέρα  ύποχρέωσις,  διότι  και  ή  ποίησις  εκεί- 
νη  και  γλώσσα  εΐνε   σαρξ   έκ  τών   σαρκών   ημών    και  όστοϋν   έκ  τών 


—  776  — 

όστέων.  Εις  τους  "Έλληνας  μάλιστα  επιβάλλεται  ή  μελέτη  των  με- 
σαιωνικών ημών  πραγμάτων,  ούδ'  εϊνε  δίκαιον,  ως  συμβαίνει  ενίοτε, 
έξ  ύπερβαλλούσης  λατρείας  προς  τους  προπάτορας  να  λησμονώμεν 
τους   πατέρας. 

Τό  έργον,  προς  δ  μάλιστα  κατά  την  τελευταίαν  αύτοΰ  εν  Ίταλί<κ 
περιοδείαν  παρεσκευάζετο  ό  Βάγνερ,  ήτο  ή  έ'κδοσις  μεγάλης  συλλογής 
τών  μεσαιωνικών  επών  έν  δημοτική  γλώσση  τών  εχόντων  θέμα  έρω- 
τικόν.  Ή  συλλογή  αύτη  έμελλε  να  είνε  πολύτιμος  συμπληρωσις  τών 
Ερωτικών  συγγραφέων.  Άλλα  δυςτυχώς  το  έργον  μένει  ατελές.  Ό 
Βάγνιρ  ειχεν  ηδη  πολλά  χειρόγραφ'  αντιγράψει  και  άντιβάλει  προς 
τούτον  τον  σκοπόν  και  πολλαχώς  άσχοληθή  μετά  τών  περί  τά  τοι- 
αύτα διατριβόντων.  Ό  γράφων  ταΰτα  λυπεΐται  Ιδιαζόντως,  ότι 
ακουσίως  συνέτεινε  πως  και  αυτός  εις  τό  νά  μη  έκδοθη  μέχρι  τοΰδε 
η  συλλογή  τοΰ  Βάγνερ.  Και  δη  ό  φιλέλλην  έκδοτης,  ευγενώς  φερόμε- 
νος προς  με,  ανέμενε  πρότερον  την  δημοσίευσιν  τών  ύπ  έμοΰ  έν  ΙΙα- 
ρισίοις  εκδοθέντων  Κ0ΙΉ3Π8  Ογ608,  άτινα  έξεδόθησαν  τώρα  εσχά- 
τως, πολλώ  βραδύτερον  η  ό  τι  και  εγώ  έπεθύμουν  και  οί  φίλοι  της 
μεσαιωνικής  ποιήσεως  άνέμενον.  "Ας  εύχηθώμεν  τουλάχιστον  ίνα  τό 
ήαιτελές  μεΐναν  έργον  του  Βάγνερ  άναλάβη  και  άγάγη  εις  πέρας  άλ- 
λος τις  τών  επαϊόντων. 

Ό  Βάγνερ  έγεννήθη  κατά  Μάϊον  του  1843  εν  δΙβΐη&ΙΙ  της  "Εσ- 
σης•  μετά  δ1  επιτυχείς  σπουδάς  έν  τω  γυμνασίω  τοΰ  Φραγκοφορτίου 
και  τοις  πανεπιστημίοις  του  Βερολίνου  καϊ  της  Βόννης  άνηγορεύ- 
θη  διδάκτωρ  της  φιλολογίας  τφ  1864.  "Εκτοτε  διέτριψεν  επί  τίνα 
χρόνον  έν  Άγγλίικ,  άπό  δε  τοΰ  1870  έδιδασκεν  έν  Άμβούργω  ως 
καθηγητής  τοΰ  Ίωαννείου.  Αποθανόντα  δ'  έν  ήλικί<£  ετών  τριάκοντα 
καϊ  επτά  έν  Νεαπόλει  τη  3/15  Απριλίου  1880  έθρήνησε  μεν  και  ή 
τεκοΰσα  Γερμανία,  μάλιστα  δε  θρηνοΰμεν  ήμεϊς,  άπολέσαντες  φίλον 
ειλικρινή  της  Ελλάδος  και  της  μεσαιωνικής  ημών  φιλολογίας  και 
{διαίτερον    φίλον    και    συναντιλήπτορα    έν    τοις    πνευματικοίς    αγώσι. 


ΣΚΙΑΓΡΑΦΙΑ  ΤΟΤ  ΙΩΑΝΝΟΥ  ΜΠΟΒΙΟΤ  * 


Καίτοι  παρήλθον  μήνες  όλοι  άπό  τοϋ  θανάτου  του  επιφανούς  φι- 
λοσόφου καί  ευγενούς  πολιτευτοΰ  της  Ιταλίας  Ιωάννου  Μποβίου, 
δέν  θα  θεωρήσωσι.  πιστεύω,  οί  άναγνώσται  του  Κοάτους  έ'ωλον  την 
ύπ'  εμού  βραχεϊαν  αυτού  σκιαγραφίαν.  Δέν  Ιπέρνεται  αργά.  άφ' 
ου  δεν  έπαυσαν  ακόμη  εν  αυτή  τη  Ιταλία  αϊ  επί  τφ  θανάτω  αΰ- 
τοΰ συγκινήσεις,  και  ομιλεί  ακόμη  περί  αυτού  ό  τύπος  καί  τελούνται 
απανταχού  σχεδόν  της  ιταλικής  χερσονήσου  μνημόσυνα  υπέρ  ανα- 
παύσεως της  ψυχής  του  ιδεολόγου,  ου  ή  άνάμνησις  δέν  είνε  των  ευ- 
κόλως άποσβεννυμένων.  Πλην  άλλ'  ού  μόνον  ή  Ιταλία  μετά  καυ- 
χήσεως  επιστρέφει  καί  θα  έπιστρέφη  εις  την  μνήμην  τοϋ  χρηστού  και 
άμωμου  ανδρός,  άλλα  καί  ήμεΐς  οί  'Ελληνες  όφείλομεν  πρώτοι  μετά 
τους  συμπολίτας  αυτού  Ιταλούς  νάναμιμνησκώμεθα  μετά  θαυμασμού 
καί  ευγνωμοσύνης  τοΰ  αγνού  φιλέλληνος,  όςτις  ύπηρςε  πάντοτε  των 
θερμών  της  Ελλάδος  φίλων.  Οΰδ'  είνε  ή  προς  την  παρ'  αυτού  σθε- 
ναράν  ΰπεράσπισιν  τών  ημετέρων  δικαίων  ευγνωμοσύνη  ό  μόνος  λό- 
γος, δι'  ον  πάντοτε  δέον  νάναμιμνησκώμεθ'  αυτού,  άλλα  καί  ή  άγνό- 
της  τών  ιδεών  τοΰ  ανδρός  καί  ό  παραδειγαατικώζ  εΰσθενής  καί  ιδε- 
ώδης πολιτικός  αύτοΟ  βίος  όφείλουσι  νά  χρησιμεύσωσιν  ώς  πρότυπον 
χρήστης  πολιτείας. 

Ή  ελευθερία  της  συνειδήσεως  καί  ή  ανεξαρτησία  τοΰ  πνεύματος 
$ϊνε  τα  χαρακτηρίζοντα  τον  Ίωάννην  Μπόβιον  διά  παντός  τού  βίου. 
Αδέσμευτος  όσον  τό  δυνατόν  ήθελε  να  διαγαγη  τον  βίον.  Άπόδειξι; 
δε  τούτου  εινε,  ότι   οΰδέποτ'  ηθέλησε  νά  ΰποβληθή  εις  τους  χαλινούς 

*  Έδημοσιεύθη   τό  πρώτον    έν  τί)  έφημερίδι    ο  Τό  Κράτος»    Έτ.  Β'  άρ.  147  της 
14  Σεπτεμβρίου  1903. 


—  778  — 

εξετάσεων,  και  έκαυχατο,  ότι  ούδέποτ'  εν  τη  νεότητι  έτυχεν  ενδεικτι- 
κού η  απολυτηρίου  η  διπλώματος  τίνος  η  πτυχίου  οίουδήποτε,  τοΰθ' 
όπερ  έθεώρει  ώς  δείγμα  ευγενούς  ανεξαρτησίας  του  πνεύματος.  Άλλα 
ταΰτα  φρονών  δεν  ητο  επαναστάτης,  ούδ'  ένόει  νάντιστρατευθη  προς 
τους  νόμους  της  πατρίδος.  Διό,  ότε  μετά  την  έν  τη  πατρίω  πόλει 
της  Απουλίας  Τράνη,  έν  ή  έγεννήθη  τω  1838,  άποπεράτωσιν  των 
ιδιωτικών  αύτοΰ  σπουδών,  δι  ών  κατηρτίσθη  τέλειος  νομομαθής  και 
τέλειος  φιλόσοφος,  και  ηδη  αναδειχθείς  έν  αύτη  ώς  ιδιωτικός  διδάσκα- 
λος και  συγγραφεύς,  μετέβη  τω  1871  εις  την  Νεάπολιν,  θέλων  να 
τύχη  της  αδείας  τοΰ  ιδιωτικώς  διδάσκειν  και  έπειτα  της  υφηγεσίας 
του  δικαίου,  έκλινε  τον  αυχένα,  και  υπέστη  δις  εξετάσεις  θριαμβευ- 
τικάς,  ών  καρπός  υπήρξε  μετ'  ού  πολύ  ή  άνάρρησις  αΰτοΰ  εις  την 
καθηγεσίαν  του  δικαίου  έν  τω  Πανεπιστημίω  της  Νεαπόλεως. 

Αυστηρός  έν  τω  καθηγετικώ  του  έργω,  ύπήρξεν  ούχ  ήττον  άντι- 
κείμενον  της  λατρείας  των  φοιτητών.  "Οχι  μόνον  διότι  τους  προςτρέ- 
χοντας  παρά  τους  πόδας  αύτοΰ,  Οπως  πλησθώσι  τών  ναμάτων  της 
διοχετευόμενης  εις  αυτούς  νομικής  και  φιλοσοφικής  παιδείας,  ήγάπα 
δίκην  πατρός,  αλλά  και  διότι  ή  διδασκαλία  αύτοΰ  είχε  τι  τό  ίδιον 
και  πρωτότυπον.  Ή  έλευθεροφροσύνη  αύτου  απέναντι  της  πιεζούσης 
τό  πνεύμα  καθολικής  εκκλησίας,  αί  δημοκρατικαΕ  αύτοΰ  ίδέαι,  ή 
ιδεώδης  παγκόσμιος  πολιτεία,  ης  έθεώρει  εαυτόν  πολίτην,  αί  νεω- 
τερίζουσαι  αύτοΰ  φιλοσοφικαΐ  και  ίστοριονομικαΐ  δοξασίαι  προςείλ- 
κυον  και  έσαγήνευον  τους  άκροατάς.  Ό  Μπόβιος  κατώρθονε  νά  μη 
έχη  μόνον  μαθητάς,  άλλα  και  οπαδούς.  Και  τό  περίεργον  εΐνε,  ότι 
την  έ'ξοχον  ταύτην  έπιτυχίαν  δεν  έπέφερον  υπέροχα  τίνα  δώρα  τοΰ 
λόγου,  άλλ'  ή  πεποίθησις  μεθ'  ης  εξέφερε  τάς  δοξασίας  αύτοΰ,  ή 
διά  παντός  αύτοΰ  τοΰ  λόγου  και  έν  ταϊς  συγγραφαίς  διαλάμπουσα 
άγνότης  τών  διανοημάτων  και  τι  τό  νέον  πάντοτε  και  έπαγωγόν  τό 
θέλγον  και  παρασύρον  τους  νέους.  "Αλλως  δε  ώς  ρήτωρ  ό  Μπόβιος 
έστερεϊτο  μεγάλης  εύροίας  και  της  θερμότητος  εκείνης  και  τοΰ  πά- 
θους και  τών  αισθηματικών  ορμών,  αΐτινες  συνήθως  άρέσκουσιν  είς 
τά  πλήθη  τών  μεσημβρινών  μάλιστα  χωρών.  Και  αυτό  δε  τό  άλλως 
ΐσχυρόν  αύτοΰ  φώνημα  ομολογείται  έχον  μεν  μεταπτώσεις  και  ανυ- 
ψώσεις, άλλ'  δχι  διαβαθμίσεις  και  έναρμονίους  τόνους.  Συνήθως  ή  δι- 
δασκαλία   αύτοΰ    ώς   καθηγητού   και  αί  διαλέξεις   ώς  δημοσίου   διδα- 


—  7*79  — 

σκάλου  και  οΐ  πολιτικοί  λόγοι  εν  τη  βουλή  και  τοις  συλλαλητηρίοις 
καί  συνεδρίοις  εϊχόν  τι  το  συμπεπιεσμένον  καί  πως  σκοτεινόν  άλλα 
πολλάκις  την  ήρεμον  διατύπωσιν  των  ενδόμυχων  σκέψεων  καϊ  την  φι- 
λοσοφικών έμβρίθειαν  διέκοπτον  ποιητικαί  εξάρσεις  η  ζωηραί  αντιθέ- 
σεις ή  πρόςφορα  ρητά  των  έκκρίτων  συγγραφέων  της  αρχαιότητος, 
έμποιοΰντα  "ϊσθησιν  βαθεΐαν,  η  αποτελεσματικοί  υπαινιγμοί  αναφε- 
ρόμενοι εις  τα  μεγάλα  ζητήματα  της  ημέρας.  Ούτω  δ'  ένήλλασσον 
έν  τφ  λόγω  αύτοΰ  τα  χρώματα  και  αϊ  σκιαί  καί  έπεγεννάτο  η  άπρος- 
δόκητος  εκείνη  κατάπληξις  του  ακροατηρίου,  όπερ  έκρότει  πολλάκις 
τάς  χείρας  ενθουσιωδώς  χωρίς  νά  έννοή  πάντοτε  τον  ρήτορα,  ον 
έμάντευεν  ενίοτε  μόνον,  άλλ'  ον  περιέβαλλε  πάντοτε  διά  λατρείας 
θέρμης. 

Οίος  δε  ήτο  ως  καθηγητής  καί  ρήτωρ,  τοιούτος  ήτο  ό  Μπόβιος 
καί  ως  συγγραφεύς.  Αί  συγγραφαί  αύτοΰ  εϊνε  ποιητικαί,  νομικαί,  φι- 
λοσοφικαί.  Ό  νέος  λόγος,  σύστημα  καθολικής  φιλοσοφίας 
ΰπήρξεν  ήδη  τω  1861  ό  καρπός  της  -'διωτικής  αύτοΰ  διδασκαλίας  έν 
Τράνη.  Έπηκολούθησαν  το  Κριτικόν  δοκίμιον  τοΰ  ποινικοΰ 
δικαίου  και  τοΰ  ήθικοΰ  θεμελίου,  τό  Έγχειρίδιον  της  επι- 
στήμης τοΰ  δικαίου,  το  Διάγραμμα  τοΰ  μαθηματικού  φυ- 
οικιαμοΰ,  ή  φιλοσοφία  τοΰ  δικαίου,  ή  Ιστορία  τοΰ  δικαίου 
έν  Ιταλία,  ή  Μεγαλοφυία.  Ούτως  ή  συγγραφική  αύτοΰ  δράσις 
αναφέρεται  κυρίως  εις  τήν  φιλοσοφίαν  καί  τό  δίκαιον.  Άλλα  καί  τα 
δραματικά  αύτοΰ  έ'ργα,  ό  Χριστός  έν  τη  έορτη  τοΰ  Πουριμ,  ό 
Άγιος  Παΰλος,  ό  Λεβιάθαν,  ό  Σωκράτης,  καίπερ  μή  στερού- 
μενα ποιητικών  σκηνών  καί  εικόνων,  έ/ρησίμευσαν  μάλλον  ώς  αφε- 
τηρία προς  εκθεσιν  τών  φιλοσοφικών  αύτοΰ  δοξασιών. 

Ώς  φιλόσοφος  δε  ό  Μπόβιος  ήτο  αντίπαλος  τών  θεϊστικών  δογμά- 
των τοΰ  Ίταλοΰ  ΟΐοβθΐΊΐ  καί  τοΰ  πανθεϊσμοΰ  τοΰ  Έγέλου.  Εις  τάς 
φιλοσοφικάς  τούτου  θεωρίας  άντέτασσε  διά  τοΰ  Νέου  Λογού  νέον 
σύστημα,  όπερ  έκάλεσεν  ένπανθεϊσμόν,  διά  λέξεως  έλληνομόρφου, 
άλλα  πδν  άλλο  ή  ελληνικής.  Ό  θεός  έν  παντ!  πράγματι,  άλλα  θεός 
πλασθείς  υπό  τοΰ  άνθρωπου,  τοιούτον  ήτο  τό  σύστημα  του.  Ό  οε 
φυΟίΚίσμός  αύτοΰ  ήτο  ή  έν  τοις  φαινόμενο•;  υπόστασις  τοΰ  λόγου. 
Άλλα  ταΰτα  φρονών  δεν  ήτο  θετικιστής  ουδέ  άθεος,  καί  κατώρθονε 
νά  κυμαίνηται  παραδόξως  μεταξύ  ύλισμοΰ  καί  ιδεολογίας. 


—  780  — 

Τήν  αυτήν  δε  τήρησιν  τής  ισορροπίας  μεταξύ  των  εσχάτων  άκρων 
έπεζήτει  και  έν  ταίς  προς  την  έκκλησίαν  σχέσεσιν.  Ή  φιλοσοφία 
αύτοΰ  ήτο  άρνησις  πάσης  θεολογίας"  «λλ'  εν  τούτοις  απείχε  της 
άθείας,  καίπερ  έλευθερώτατα  φρονών  καϊ  διατάξας  ήδη  άπ6  τοΰ 
1896  δι'  επιστολής  γραφείσης  προς  τον  υΐόν  την  ταφην  αύτοΰ  άνευ 
εκκλησιαστικής  πομπής.  Ή  επιστολή  αύτη,  ήτις  ύπήρξεν  ή  μόνη 
διαθήκη  τοΰ  Μποβίου,  άποζήσαντος  καθ'  όλον  τον  βίον  εκ  τής  διδα- 
σκαλίας και  των  άπό  των  συγγραφών  μικρών  κερδών  και  ούδεμίαν 
κληροδοτήσαντος  εις  τους  περί  αυτόν  περιουσίαν,  έχει  ώδε' 

Έχ  Νεαπολιως,  29  Ιανουαρίου  1896. 

Αγαπητέ  Κόρΰε, 

Τήρησον  εύλαβώς  το  εγγραφον  μου  τούτο.  Μέλλων  νάποθάνω 
μίαν  ήμεραν  ή  άλλην,  καθ'  ά  πάντες  οί  άνθρωποι,  αναθέτω  εις  σε 
την  έντολήν  να  εκτέλεσης  την  θέλησίν  μου. 

Θε'λω  να  κομισθώ  εις  τό  νεκροταφεϊον  άνευ  ακολουθίας  ή  πομπής. 
Φρόντισον  να  τεθώ  επί  του  κοινού  φορείου,  καϊ  τούτο  άρκεϊ. 

Λεν  θέλω  νεκρολογίας,  και,  άν  αποθάνω  βουλευτής,  τήν  θέλησίν 
μου  ταύτην  θα  δήλωσης  είς  τόν  πρόεδρον  τής  Βουλής. 

Θέλω  τάφον  κοινόν,  μηδ'  ας  έπιτραπώσιν  έπιγραφαί  ή  άλλο  ση- 
μείον.  Γινώσκεις  πώς  έζησα.  και  γινώσκε'.ς,  ότι  καθήκον  σου  είνε  να 
εκτέλεσης  τήν  θέλησίν  μου  ταύτην. 

Ιωάννης  Μπόβιος 

Άλλα  παρά  πάντα  ταύτα,  ώς  προείπομεν,  παράδοξος  ύπήρξεν  έν 
αύτφ  ή  αποφυγή  τών  άκρων.  Κατεδείχθη  δε  τούτο  έπιφανώς.  ότε  τω 
1871  μετέβη  τό  πρώτον  εκ  τής  πατρίου  Τράνης  είς  τήν  Νεάπολ-.ν. 
Ό  ιταλικός  κόσμο:  ητο  συγκεκινημένος  και  δεδι/ασμένος.  Πίος  ό  θ' 
είχε  καλέσει  τό  συνέδριον  του  Βατικανού  εκείνο ,  όπερ  είχε  καταδι- 
κάσει τήν  έπιστήαην  κα;.  τον  νεώτερον  πολιτισμόν.  Άντιμετρούμενος 
δ'  ό  έλευθερόφρων  και  πατριώτης  Ιωσήφ  ΒίθθΪΕΓ(1ί  είς  τα  δόγματα 
τοΰ  Βατικανού,  προεκάλεσε  τήν  έν  Νεαπόλει  κατά  τό  έτος  εκείνο 
σύγκλησιν  άντισυνεδρίου  τών  διατεθειμένων  νάντιμετρηθώσι  προς  τό 
Βατικανόν  διά  καταδίκης  τής  εκκλησίας   και  τοΰ  καθολικισμού. 

Ανυπόμονος   άνέμενεν    ή    Ιταλία    τήν   εκβασιν    τοΰ    άντισυνεδρίου 


—  781   — 

εκείνου,  δτε,  κατ'  εκείνον  ακριβώς  τον  χρόνον  μεταβάς  εις  την  Νεά- 
πολιν  ό  Μπόβιος,  ου  ή  φήμη  μάλιστα  μετά  την  δημοσίευσιν  του 
Νέου  Λόγου  είχεν  ήδη  εξέλθει  του  στενού  ορίζοντος  της  γενέτειρας, 
παρέστη  εις  αυτό.  Παρά  του  νομιζομένου  άθεου,  παρά  του  εγνωσμέ- 
νου έλευθερόφρονος  άνεμένετο  να  συντελέσγι  δια  του  σθεναρού  αΰτοΰ 
λογού  εις  τον  άναθεματισμόν  της  εκκλησίας.  Άλλ'  όποια  έκπληξις 
και  όποιον  σκάνδαλον.  "Οτε  ό  Μπόβιος  άνήλθεν  επί  το  βήμα,  έκ 
των  χειλέων  αύτοΰ  δέν  έξήλθον  λόγοι  κατάρας  και  αναθέματος.  Ήτο 
εχθρός  του  παπισμού  κεκηρυγμένος,  και  όμως  αί  άρχαί  αύτοΰ  δέν 
έπέτρεπον  εις  αυτόν  νά  τοξεύση  κεραυνούς  και  καταβιβάση  την  έκ- 
κλησίαν  εις  τον  πηλόν.  Ή  ειρήνη  ήτο  το  ιδεώδες  αύτοΰ  και  δέν  προ- 
έτεινεν  όδοντα  αντί  οδόντος.  "Εκπληκτοι  ήκουσαν  οί  παριστάμενοι 
αύτοΰ  λέγοντος,  ότι  συνέδριον  έλευθεροφρόνων  συγκαλούμενον,  όπως 
άντιταχθή  εις  τό  βατικανικόν,  ήτό  τι  άνόητον.Ή  εκκλησία,  προςέθη- 
κ«,  κρίνει  και  άθωόνει  ή  καταδικάζει  έπ'  ονόματι  πνευματικής  τίνος 
άρχής'  διατυπόνει  δόγματα,  όπως  εμπέδωση  δοξασίας  ήδη  καθιδρυ- 
μένας.  Άλλ'  ή  έλευθεροφροσύνη,  δια  τοΰτον  αυτόχρημα  τον  λόγον, 
ότι  δεν  δύναται  νά  εμπέδωση  λα'ΐκά  δόγματα,  άτινα  είνέ  τι  άτοπον, 
δέν  δύναται  νάθωώσγ)  μηδέ  νά  καταδικάση  μηδέ  νάθεματίση,  τοΰθ 
όπερ  θά  ήτο  γελοΐον.  Τό  άντισυνέδριον  δέν  είνε  τι  σπουδαϊον,  κατέ- 
ληξε λέγων  ό  Μπόβιος.  Μη  μιμήσθε  τήν  έκκλησίαν,  ην  δέν  πρέπει 
να  μιμώνται  οί  έλευθερόφρονες. 

Έκ  τής  διαγωγής  αύτοΰ  έν  τη  περιστάσει  ταύτη  γίνεται  καταφα- 
νέστατον,  ότι  ήτο  άνήρ  άρχων,  άλλα  πάν  τουναντίον  ή  δημαγωγός 
και  επαναστάτης.  "Ηθελε  τήν  ύπερίσχυσιν  του  όρθολογισμοΰ,  επεδίω- 
κε τήν  νίκην  τής  ανθρωπινής  δικαιοσύνης  και  τής  αληθείας,  κατεπά- 
λαιε  τήν  δεισιδαιμονίαν  και  τήν  πλάνην  απανταχού  ένθα  ένόμιζεν, 
έστω  και  πλανώμενος  ένίοτ'  αυτός,  ότι  εύρισκεν  αυτήν,  άλλ  άπη- 
χθαίνετο  νήν  βίαν  και  ήτο  εχθρός  τοΰ  οδοφράγματος.  Έπολέμει  μό- 
νον τάς  καταχρήσεις  και  τάς  παραπλανήσεις  τών  παρανοούντων  τον 
/ριστιανισμόν,  ήτο  δ'  άλλως  εϊπερ  τις  και  άλλος  φίλος  τής  αγάπης, 
μετά  στωικής  απάθειας  και  έντιμου  άκεραιότητος  άπεκδεχόμενος  τήν 
κατίσχυσιν  τής  αληθείας  διά  τής  έν  αύτη  δυνάμεως   και  μόνης. 

Οίος  δε  ήτο  ως  φιλόσοφος  και  εχθρός  τών  παπικών  ατασθαλιών, 
τοιοΰτος  έξεδηλώθη   και   ώς  πολιτευτής.    Έπί  είκοσιεπτά  όλα  έτη  οί 


—  782  — 

συμπολΐται  αΰτοΰ  έξέλεγον  αυτόν  ώς  άντιπρόςωπον  έν  τφ  ίταλικφ 
κοινοβουλίω.  Είςήλθεν  =ίς  αυτό  ώς  απόστολος  τοΰ  δημοκρατικού 
ιδεώδους,  και  ε!ς  την  σημαίαν  ταύτην  έμεινε  πιστός  μέχρι  τελευταίας 
πνοής,  ύπάρξας  ηγέτης  του  δημοκρατικού  κόμματος  μετά  τον  Κα- 
βαλλόττην.  Την  δημοκρατίαν  έθεώρει  ίστορικην  ανάγκην  έπιβεβλημέ- 
νην  είς  άπάσας  τάς  χώρας,  ιδίως  δ'  εις  την  Ίταλίαν.  Και  παγκόσμιον 
μέν  ανάγκην  έθεώρει  αυτήν,  επειδή  κατά  νόμον  ιστορικόν  άπαράβα- 
τον,  άντιπαλαιουσών  προς  άλληλα;  δύο  δυνάμεων  άπαρνουμένων  άλ- 
λήλας,  έκνικ*  τρίτη  τις  δύναμις,  ή  μέση,  δι'  ης  συνδιαλλάσσονται 
τά  διεστώτα'  μέση  δέ  τοιαύτη  δύναμις  μεταξύ  της  μοναρχίας  και 
της  αναρχίας  είνε  κατά  τόν  Μπόβιον  η  δημοκρατία.  Διά  δέ  την 
Ίταλίαν  έθεώρει  έπιβαλλομένην  την  δημοκρατίαν  τούτο  μέν  ύπό  των 
δημωδών  παραδόσεων,  τούτο  δέ  ύπό  της  ίδέας,  ήτις  είχεν  άγάγει  εις 
την  έπανάστασιν  και  παρασκευάσει  αυτήν. 

Κατά  ταύτα  καί  το  πολιτικόν  αυτού  πρόγραμμα  άπέρρεεν  εκ  των 
ίστοριονομικών  αυτού  δοξασιών.  Ή  ιστορία  ήδύνατο,  καθ'  α  έφρόνει, 
νά  μετρηθή  και  νά  μεταφρασθή  είς  αριθμούς.  Ό  περί  τών  μαθημα- 
τικών φιλοσοφήσας  έφρόνει,  ότι  δύναται  νά  έξευρεθη  το  ρέτρον  τον 
Ιστορικοί;  χρόνοι/,  καθ'  α  ώνόμαζεν  αυτό. Τότε  μόνον  έθεώρει  έπι- 
στημονικήν  την  ίστορίαν,  δτε  αύτη  κατώρθονε  νά  έξεύρη  το  ακριβές 
μέτρον  τών  χρόνων,  ήτοι  ότε  απεκάλυπτε  την  μέσην  διάρκειαν  τών 
ιδεών  καί  τών  θεσμών.  Λαοί  δέ  μη  έκδηλώσαντες  έν  τη  εξελίξει  αυ- 
τών φιλοσοφικήν  τίνα  ΐδέαν  δέν  έ'χουσιν  ίστορίαν  κατά  την  γνώμην 
τοΰ  Μποβίου.  Διά  τούτο  την  ίστορίαν  έθεώρει  άρχομένην  το  πρώτον 
έν  τη  αρχαία  Ελλάδι.  Ταΰτά  δ'  έφρόνει  καί  περί  τών  πολιτειών, 
ταύτα  καί  περί  τών  κοινωνικών  τάξεων.  Έκαστη  αυτών  τότε  μόνον 
έ'χει  άξίαν  καί  ύπόστασιν,  όταν  άγηται  ύπό  ιδίας  τινός  ίδέας.  Διά 
ταύτα  ό  θητικός  δχλος  δέν  αποτελεί  τάξιν  ιδίαν  καί  αύτόνομον,  άτε 
τρεφόμενος  ύπό  τών  ιδεών  ας  υποβάλλει  είς  αυτόν  ή  τρίτη  τάξις  τών 
κοινών  πολιτών. 

Τοιαύτα  δόγματ'  άπεμάκρυνον  τόν  άγνον  καί  ύπό  ευγενών  άρχων 
άγόμενον  δημοκρατικόν  άπό  της  όχλοκρατίας  καί  της  δι'  έκνόμων  μέ- 
σων αντιστάσεως  εναντίον  της  κρατούσης  πολιτείας.  Διό,  καίπερ  κα- 
θήσας  είς  τά  εδώλια  της  άκρας  αριστεράς  καί  ίδών  συν  τφ  χρόνω 
τασσόμενους  μετ    αύτοΰ   ουκ   ολίγους  όμόφρονας,  οΰδέποτ'  άντέταξεν 


—  783  *— 

είς  τάς  καθεστώσας  πολιτικάς  αρχάς  την  άρνησιν,  την  άντίπραξιν, 
την  κωλυσιεργίαν.  Ή  δημοκρατία,  ην  ώνειρευετο,  ήτο  ιδεώδης  πολι- 
τεία της  ειρήνης  καϊ  της  δικαιοσύνης.  Άλλα  και  αυτός  άνεγνώριζεν, 
ότι  άπβ  του  ιδεώδους  τούτου  μέχρι  των  υφιστάμενων  πραγμάτων 
υπήρχε  τοιαύτη  διαφορά,  ώςτε  δεν  είχεν  επέλθει  τό  ποθούμενον  διά 
τον  ιδεώδη  λόγον  πλήρωμα  του  χρόνου.  Διά  τούτο  δεν  έπρεπε  νά  είνε 
εμπαθής  προς  τους  άντιφρονοΰντας  και  νά  ματαιόνη  τό  αγαθόν  όπου 
καϊ  παρ'  οίωδηποτε  εύρισκε  τούτο,  επιζητών  τό  τέλειον  και  το  άνέ- 
φικτον . 

Ούτω  δε,  άντϊ  νάποβαίνη  κώλυμα  της  νομοθετικής  εργασίας  καϊ 
άναχαιτίζη  την  πρόοδον  της  πολιτείας,  συνετέλει  εϊ'περ  τις  καϊ  άλλος 
είς  την  προαγωγήν  αυτής.  Άλλ'  εύνόητον  εϊνε,  ότι  μάλιστα  συνήρνει 
εις  ο  τι  ευγενές  και  μέγα.  Ούτω  διάτορος  ήκούετο  έν  τω  κοινοβού- 
λια) ή  φωνή  αυτού,  ότε  προέκειτο  περϊ  ζητημάτων  αναφερομένων  είς 
την  έλευθερίαν  τού  πνεύματος,  εις  την  άνεξαρτησίαν  τού  πολίτου,  εις 
τάγαθά  τού  πολιτισμού.  Οί  άριστοι  δι  των  κοινοβουλευτικών  αυτού 
λόγων  υπήρξαν  οί  έκφωνηθέντες  υπέρ  τής  ελευθέρας  διδασκαλίας  και 
τής  αυτονόμου  διοικήσεως  των  πανεπιστημίων,  υπέρ  συστάσεως  εδρών 
τής  περϊ  τού  Δάντη  φιλολογίας,  ήτις  υπήρξε  κυριώτατα  καρπός  τής 
ενεργείας  αυτού,  υπέρ  τής  ελευθερίας  τού  τύπου,  υπέρ  τού  δικαιώματος 
τού  συνέρχεσθαι,  υπέρ  τής  έπϊ  τό  έλευθερώτερον  μεταβολής  τού  εκλο- 
γικού νόμου,  υπέρ  τών  σιδηροδρομικών  συμβάσεων  καϊ  τής  επεκτάσεως 
τής  συγκοινωνίας  καϊ  οί  έκφωνηθέντες  έκτος  τού  κοινοβουλίου  έπϊ  τνί 
μνήμη  του  Γαριβάλδη,  του  Ματσίνη,  τού  Ιορδανού  Βρούνου,  περϊ 
ειρήνης  και  πολέμου  καϊ  περϊ  χωρισμού  τής  εκκλησίας  άπό  τής  πο- 
λιτείας. 

Τοιούτος  ών  καϊ  τοιαύτα  φθεγγόμενος  έκ  συνειδότος  άθολώτου  υπό 
προλήψεων,  άλλ'  άνευ  μίσους  προςωπικού  καϊ  δολίων  προθέσεων  ή 
πειρασμού  φιλαρχίας  καϊ  δοξομανίας  έζησε  βίον  άπροςδεά,  άρκούμε- 
νος  έν  μέσω  τής  λατρευούσης  αυτόν  οικογενείας  εις  τόν  άρτον,  δν 
παρεϊχεν  αύτω  ή  διδασκαλία  και  ή  συγγραφή.  Διά  τούτο  είχεν  ό 
Μπόβιος  τους  άντιφρονοΰντας,  άλλ'  όχι  αντιπάλους,  είχε  τους  αντι- 
θέτους, άλλ'  οχι  εχθρούς.  Αυτός  έκτιμών  την  άξίαν  εΐλικρινώς  όπου 
καϊ  αν  εύρισκεν  αυτήν,  μεταξύ  τών  συντηρητικών  ή  τών  αναρχικών, 
τών  κοινωνιστών  ή  τών  κληρικών,  ετύγχανε  τιμής  παρά  πάντων  δι- 


—  784  — 

καίως.  Ή  δε  προςωνυμία  του  καθηγητού,  δι'  ης  ένόμιζον,  ότι  εί- 
ρωνεύοντο  αυτόν  οί  πολιτικώς  προς  αυτόν  άντιτασσόμενοι,  ουδέν  άλλο 
άπεδείκνυεν  ή  ότι  ήτο  ιδεώδης  πάντοτε  ζητητής  της  αληθείας  και 
λάτρις  του  άγαθοϋ  δια  του  λόγου  και  του  καλάμου,  έπϊ  της  έδρας 
και  έν  τω  τύπω,  εν  τη  κοινωνία  και  εν  τη  πολιτεία.  Τοιούτον  άνδρα 
δικαίως  προέπεμψεν  εις  τον  τάφον  θρηνούσα  σύμπασα  η  Ιταλία  μετά 
τιμών  σπανίων,  σωρεύσασα  έπϊ  της  σορού*  αύτου  δλην  έκείνην  την 
εύφημίαν  και  την  δόξαν,  ην  άπέστεργε  μετριοφρόνως  ζών  δια  παντός 
του  βίου    έν  τη  ατμόσφαιρα  τών  μεγάλων  ιδεωδών. 


ΟΛΙΓΑΙ  ΣΕΛΙΔΕΣ  ΤΟΤ  ΙΩΑΝΝΟΥ  ΜΠΟΒΙΟΤ* 


Προς  συμπλήρωσιν  του  έν  τη  βραχεία  Σκιαγραφία  τοϋ  Ιωάννου 
Μποβίου  χαρακτηρισμού  του  ανδρός  δεν  θεωρώ  άσκοπον  να  προςθέσω 
ολίγας  σελίδας  έξελθούσας  της  γραφίδος  αύτου.  Άλλα  δέν  προτίθεμαι 
νάπασχολησω  τους  άναγνώστας  τοΰ  Κράτους  δια  μακρών.  Θεωρώ 
άρκοΰν  να  γνωρίσω  εις  αυτούς  τόν  Μπόβιον  ώς  ρήτορα  φιλοσοφοΰντα 
και  ώς  πολιτευτήν. 

Παραθέτω  λοιπόν  τό  πρώτον  μέρος  λόγου  αύτου  έκφωνηθέντος  έν 
Μεδιολάνω  τω  1895  περί  πολέμου  και  ειρήνης.  Ό  αναγνώστης  θά 
Ιδη  =κ  τοΰ  παρατιθεμένου  τούτου  αποσπάσματος  τους  γενικούς  χα- 
ρακτήρας της  ρητορείας  του  θανόντος  φιλοσόφου  και  νομομαθούς  της 
Ιταλίας,  τάς  αϊσθησιν  έμποιούσας  αντιθέσεις,  την  ζωηρότητα  της 
παραστάσεως,  τό  πρωτότυπον  τών  ιδεών,  τό  παράτολμον  τών  επι- 
χειρημάτων, τό  νέον  και  περίεργον  έν  τη  άντιλήψει  ούκ  άνευ  τινός 
ενίοτε  πυκνότητος  και  σκοτεινότητος  περί  την  εκφρασιν.  Τοιούτοι 
λόγοι,   γέμοντες  άλλως  φιλοσοφικών  σκέψεων,  πολλάς  προϋποθέτοντες 

*  Έδημοσιεύθη  τό  πρώτον  έν  τϊ)  εφημέριοι  «  Τό  Κράτος»  "Ετ.  Β'  άρ.  148  της  18 
Σεπτέμβριοι*  1903. 


—  835  — 

της  ευφροσύνης  και  ήγωνίζοντο  τίς  να  ύπερβάλη  τον  άλλον  εν  τη  εκ- 
φράσει του  κωμικού.  Σοβαρός  ήτο  μόνον  όςτις  έπεζήτει  τ6  κωμι- 
κόν  έν  τη  ύποκρίσει  του  σοβαρού.  Τοιούτοι  ήσαν  οί  μεταμφιεννύμενοι 
εις  δόκτορας  σοβοΰντας  έπιδεικτικώς  δια  της  πλατείας,  οιτινες  συναν- 
τώντες  αλλήλους  συνεζήτουν  ώς  δόκτορες,  έξεγείροντες  τον  γέλωτα 
επιτυχώς.  Μόνοι  δε  οί  μη  δυνάμενοι  ή  μη  θέλοντες  να  μεταβληθώσιν 
αυτόχρημα  εις  κωμικούς  ύποκριτάς  έν  τω  μεγάλω  έκείνω  θεάτρω  της 
καθολικής  παραφροσύνης  περιωρίζοντο  εις  την  διακόσμησιν  του  ωραίου 
εκείνου  συνόλου  δια  της  λαμπρότητος  και  της  πολυτελείας  των  ενδυ- 
μασιών ας  περιεβάλλοντο,  ενδυμασιών  ευπατριδών  ή  ξένων  λαών  έκ 
των  πολλών  προς  ούς  είχεν  έλθει  εις  σχέσεις  ό  Βενετός  πλέων  δια 
τών  πολεμικών  νηών  της  γαληνότατης  πολιτείας  ή  τών  εμπορικών 
πλοίων  είς  τάς  θάλασσας  της  Ανατολής,  και  προςθέτοντες  είς  τήν 
ζωήν  και  τον  θόρυβον  νέον  προςόν,  τήν  κομψότητα  και  τήν  χάριν. 
Έκ  δε  τοϋ  πλήθους  τών  αρεστών  είς  τους  Βενετούς  μεταμφιέσεων 
εξαίρονται  ιδίως  δημοτικοί  τίνες  τύποι  άποβάντες  χαρακτηριστικοί. 
Τοιούτοι  τύποι  ήσαν  ό  τών  σηα»1ΐ6,  ανδρών  μετημφιεσμένων  είς  γυ- 
ναίκας, ό  του  ΙϊίαΙΙαοΐηΟ,  ταχυδακτυλουργού  και  πηδητοϋ  φέροντος 
ένδυμα  λευκόν  και  υποδήματα  ερυθρά,  ό  του  γελωτοποιού  ΐ3ΐΜ£ζΗβ11α. 
Συνετέλει  δ'  είς  τήν  έπιτυχίαν  τών  βενετικών  Απόκρεω  ού  μικρόν  ή 
έμφυτος  ζωηρότης  του  Βένετου,  το  φιλόσκωμμον  καί  ή  ευκινησία. 
Ουδέ  περιωρίζοντο  αί  Απόκρεω  είς  τήν  προςωπιδοφορίαν,  τάς  μετ- 
αμφιέσεις, τον  γέλωτα  καί  τό  σκώμμα,  αλλά  μεγάλως  έπηύξανον 
τήν  εύφροσύνην  του  λαού  τά  παντοία  παραπήγματα  νευροσπάστων, 
προφητών,  αστρονόμων,  αυτοσχεδίων  φαρμακοπωλών  καί  πάντων 
εκείνων  τών  μίμων,  πωλητών  καϊ  γοήτων,  οϊτινες  πληροΟσι  τάς  λαϊ- 
κάς  πανηγύρεις  καϊ  έμπορικάς  αγοράς  τών  μεγάλων  πόλεων  της  Ευ- 
ρώπης. Έπέστεφε  δε  τό  όλον  ή  διά  μεγαλοπρεπούς  πομπής  καί  έν 
μέσω  μεγάλου  συνωστισμού  τοΰ  πλήθους  πανηγυρική  κατά  τό  πέρας 
τών  Απόκρεω  έξοδος  του  βασιλέως  αυτών,  τοΰ  ΙΙαντολεοντος,  προ- 
πεμπομένου  άπό  της  ακτής  τών  Σκλαβούνων  (Κίνα  ΐΐβΐ  δβηί&ΥΟΟΐ) 
είς  τήν  πλατεΐαν  του  Αγίου  Μάρκου. 

Σύν  δε  τη  πανηγυρική  ταύτη  έξόδω  του  βασιλέως  τών  Απόκρεω 
εληγεν  ού  μόνον  ή  υπαίθριος  χαρμόσυνη,  άλλα  καί  ή  συνεχίζουσα 
αυτήν  διασκέδασις  έν  τοις  είδικοΐς  έκείνοις  οϊκοις  τοις  λεγομένοις  Βί- 


—  836  — 

άοΙΙΐ  και  Οαδίηϊ,  εν  οΐς  ήγεν  εις  ΐλιγγον  η  παραφροσύνη,  έσπένδετο 
αφειδώς  ό  οίνος,  έμαίνετο  ό  έρως  και  συνήγοντο  τα  πλήθη  περί  την 
πρασίνην  τράπεζαν  τοΰ  χαρτοπαιγνίου,  ης  τραπεζίται  ήσαν  κερδοσκό- 
ποι πατρίκιοι  η  δέσποιναι  φίλαι  τοΰ  έρωτος  και  τοΰ  χρήματος. 

Και  δτε  δ'  έδίδετο  το  σημεϊον  της  παύσεως  των  Απόκρεω  μετά 
την  μακράν  αυτών  έν  όλω  διάρκειαν  και  έληγε  τό  πανδαιμόνιον  εκείνο 
το  συγκλονοΰν  τάς  καρδίας  και  μεταβάλλον  την  όλην  Βενετίαν  εις 
θέατρον  διασκεδάσεων  και  πανηγύρεων  και  ήρχετο  ή  Τεσσαρακοστή, 
έπαυε  μεν  ό  θόρυβος  ό  πολύς  και  ή  ζωηρότης  ή  μεγάλη,  άλλ'  ούτε  ή 
μπάοντα  τών  ευπατριδών  ούτε  τό  προςωπεΐον  του  Βενετού  άπετί- 
θεντο,  αμφότερα  δ'  έχρησίμευον  κατά  πλείστας  έορτάς  ούτως,  ώςτε 
δυνάμεθα  νά  ε'ίπωμεν,  ότι  υπέρ  τό  ήμισυ  του  έτους  ό  Βενετός  έφερε 
προςωπεΐον. 

Ή  Βενετία  δεσπόσασα  τών  ελληνικών  χωρών  έπέβαλεν  εις  αΰτάς 
έπισήιχως  ή  λεληθότως  και  πολλά  τών  βενετικών  εθίμων.  Δυνάμεθα 
δε  νά  εϊπωαεν  τοϋτο  ιδίως  περϊ  της  Επτανήσου,  μάλιστα  δε  περί 
της  Κερκύρας  και  ΐδιαίτατα  περί  της  Ζακύνθου.  Ακόμη  και  την  σή- 
αερον  έν  Ζακύνθω  τό  προςωπεϊον  είνε  εϊπερ  που  άλλαχου  της  Ελ- 
λάδος είς  τό  πρόγραμμα  της  ημέρας  κατά  τόν  χρόνον  τών  Απόκρεω. 
Πολύ  δε  υ,είζων  ήτο  έν  τη  νήσω  ή  χρήσις  αϋτοΰ  έν  τω  παρελθόντι. 
Και  δεν  ειχεν  άδικον  ό  ξένος  εκείνος  περιηγητής,  ου  τώρα  λησμονώ 
τό  ονου,α,  οςτις,  επισκεφθείς  τόν  παρελθόντα,  νομίζω,  αιώνα  την  Ζά- 
κυνθον  έν  ήμέραις  Απόκρεω  και  ίδών  τας  κυρίας  προςωπιδοφόρους 
αεταβαινούσας  τήν  έσπεραν  είς  τά  εμπορικά  καταστήματα,  εγραψεν 
άπατώμενος,  ότι  αϊ  Ζακυνθιαι  φέρουσιν  έν  ταϊς  όδοΐς  διά  παντός  τοΰ 
χρόνου  προςωπεΐον.  Ενόμισε,  φαίνεται,  ότι  εύρίσκετο  έν  τη  Βενε- 
τία τοΰ  παρελθόντος,  περί  ης  θα  ήδύνατο  νά  λεχθη  τό  τοιούτον  άνευ 
σχεδόν  μεγάλης  υπερβολής. 


επίσκεψις 

ΕΙΣ  ΤΗΝ   ΕΝ  ΒΕΝΕΤΙΑ  ΝΗΣΟΝ  ΤΩΝ  ΑΡΜΕΝΙΩΝ 


Πολλοί  είνε  οί  πλόες,  ους  δύναται  να  επιχείρηση  ό  διαμένων  έν 
Βενετία^  εις  τάς  περί  αυτήν  νησίδας,  άξιας  λόγου  ένεκα  του  ιστορικού 
καϊ  καλλιτεχνικού  αυτών  ενδιαφέροντος,  οίον  το  Τορκέλλον,  ή  αρχαι- 
ότατη αύτη  Βενετία  μέ  τάς  θαυμάσιας  βυζαντιακάς  εικόνας  της  κα- 
θεδρικής εκκλησίας  της  Θεοτόκου,  είτε  ένεκα  της  βιομηχανίας  αυ- 
τών, ώς  τό  Βουράνον  καϊ  το  Μουράνο  •,  είτε  ένεκα  του  περιέργου  δια- 
λεκτικού και  εθνολογικού  χαρακτήρος,  ώς  η  γραφική  νήσος  τών  αλι- 
έων ΟΗΐθ§§Ϊ£ΐ,  ης  οί  κάτοικοι  λέγονται  κατά  τίνα  παράδοσιν  κατα- 
γόμενοι έζ   Ελλήνων. 

Ή  γόνδολα  μετάγει  ελαφρώς  δια  τών  τεναγών  κυμαινόμενη  εις 
τάς  νήσους  ταύτας,  ή  ταχέα  μεταβιβάζουσιν  αύτόσε  τά  μικρά  ατμό- 
πλοια έκ  της  Παραλίας  τών   Σκλαβούνων  (Κίνα  άβί  δοΗΐ&νοηί). 

Και  σπεύδουσι  ιλέν  συνήθως  οί  πλείστοι  τών  περιηγητών  έπειγόμε- 
νοι  μάλλον  είς  την  γείτονα  νησίδα  ΟίΐκΙβΟΟίΐ,  όπως  θαυμάσωσιν  έν 
τη  εκκλησία  του  Λυτρωτου  (  ΚβοΙβΠίΟΓβ )  τους  πίνακας  του  Βασσά- 
νου,  του  Τιντορέττου  και  του  εργαστηρίου  του  Ιωάννου  Βελλίνη,κατά 
ρεύματα  δε  φέρονται  τά  σμήνη  τών  επισκεπτών  εις  το  Λίδον,  τό  νη- 
σιωτικόν  τούτο  Φάληρον  της  Βενετίας,  έν  ω  ή  πόντιας  τοϋ  Άδρίου 
και  φαιδρόν  θαλάσσιον  λουτρόν  άνακουφίζουσιν  άπό  τών  θερινών  καυ- 
μάτων της  κωνωποβριθοϋς  πόλεως  τών  δογών.  Όλίγοι  οέ  εινε  οί  επι- 
σκεπτόμενοι δύο  οϋ  μακράν  του  Λίδου  και  της  Παραλίας  τών  Σκλα- 
βούνων κειμένας  νησίδας,  αΐτινεί  πολύ  παρέχουσι  τό  ενδιαφέρον,  την 
φερώνυίλον  του  Άγιου  Σερβόλου  καϊ  την  του    Αγίου  Λαζάρου. 

*   Έδημ.οσιεύθη  έν  τω  "Αστίΐ  της   18  Αυγούστου  1903. 


—  838  — 

Είνε  δια  τον  Άγιον  Σέρβολον,  λέγει  παροιμιακή  τις  εκφοασις 
των  Βενετών  συνώνυμος  προς  το  Έλλεβόροΐί  δεϊται  τών  αρχαίων 
ή  προς  την  είς  το  Δαφνίον  παραπομπών  τίνος  πάρα  τών  νεωτέρων 
Αθηναίων.  Διότι  ή  μικρά  νησίς  του  Αγίου  Σερβόλου  κατέ/εται 
σνεδόν  όλη  υπό  χοΰ  εν  αύτη  φρενοκομείου  και  τών  περί  αυτό  κήπων. 
Δεν  έπεσκέφθην  την  νησίδα  ταύτην,  ώς  ουδέποτε  ηθέλησα  να  πατήσω 
τόν  πόδα  εις  τα  εδάφη  τών  άλλως  ευεργετικών  εκείνων  καθιδρυμά- 
των,  έν  οίς  ή  φιλανθρωπία  ένέκλεισε  τους  δυςτυχήσαντας  νάποβά- 
λωσι  την  ίσορροπίαν  του  νου.  Υπήρξε  δι'  έμέ  πάντοτε  σκληρόν  τό 
θέαμα  τών  παραφρόνων. 

Δια  τούτο  άντιπαρήλθον  ουκ  άνευ  συγκινήσεως  την  νήσον  τό  από- 
γευμα εκείνο  του  Ιουλίου,  καθ*  ο  ή  γόνδολα,  ριπιζομένη  ύπό  ελα- 
φρότατου δροσερού  άνε'μου,  μας  έ'φερεν  εις  την  πέραν  αυτής  νησίδα 
του  Άγιου  Λαζάρου.  "Ολα  τά  θέλγητρα  τών  μαγικών  δύσεων  του 
ήλιου,  ων. γίνεται  τις  θεατής  εν  Βενετίας  συνεκεντροΰντο  τό  απόγευμα 
εκείνο  εις  γλυκεϊαν  αΐσθησιν  γοητευτικής  άπολαύσεως. 

Ή  θάλασσα,  ελαφρώς  ρικνουμένη  κατά  τά  πελάγια  αυτής  κα'• 
μεταμείβουσ'  αποχρώσεις  από  διαστήματος  εις  διάστημα,  έγαληνία 
τε'λεον  καθ'  όλον  τό  μήκος  της  Παραλίας  τών  Σκλαβούνων,  μεταβαλ- 
λομε'νη  εις  στιλπνόν  καθρε'πτην,  έν  ω  άντανεκλώντο  τά  πολύχροα  μέ- 
γαρα και  οί  ναοί  και  αί  γέφυραι,  καϊ  ασάλευτος  περιεκόλπου  τάς 
άκτάς  τών  νησίδων,  άντικατοπτρίζουσα  οιονεί  λελουμένας  ύπό  αορά- 
των Νηρηίδων  τάς  ροδοδάφνας  και  τάς  κυπαρίσσους  τής  παραλίας 
του  Άγιου  Λαζάρου. 

"Οτε  δε  μετά  τριών  τετάρτων  πλουν  κατεπλεύσαμεν  εις  τήν  άπο- 
βάθραν  του  μικρού  ναυστάθμου  τής  νησϊδος,  καϊ,  έπερειδόμενοι  έπί 
του  βραχίονος  τοϋ  εις  προϋπάντησιν  ημών  σπεύσαντος  Αρμενίου  πυ- 
λωρού, άπέβημεν.  έδώκαμεν  ει:  αυτόν  τά  επισκεπτήρια  ημών,  όπως 
μεταβίβαση  αυτά  εις  τόν  ήγούμενον.  Ώδηγήθημεν  δ'  έν  τούτω  τφ 
μεταξύ  διά  τοϋ  εύρέος  και  καθαριωτάτου  διαδρόμου  εις  τήν  αϊθουσαν 
τής  υποδοχής.  Γαλήνης  *αί  ηρεμίας  αί'σθησις,  τελεία  σιγή  και  ελα- 
φρότατη οσμή  λιβανωτοΰ  ήδύναντο  νά  δ.δάζωσι  και  τόν  καθ1  όλου 
άγνοοΰντα  τά  κατά  τήν  νήσον,  ότι  ευρισκόμεθα  εντός  μονής. 

Αληθώς  ή  νησίς  του  Άγιου  Λαζάρου  κατέχεται  από  δύο  ήδη  αι- 
ώνων   υπό    καθολικών     Αρμενίων    μοναχών.     Ό    Αρμένιος   Μεχιτάρ, 


—  839    — 

φεύγων  την  υπό  των  Τούρκων  καταδυναστείαν  τής  πατρίδος,  έγκα- 
θιδρύθη  πρώτος  αυτόθι  τω  1701,  άπ'  αύτοϋ  δέ  οί  μοναχοί  τοΰ  Άγιου 
Λαζάρου  ονομάζονται  Μεχιταρισταί.  Ή  Βενετία  υπήρξε  δι'  αυτούς 
άσυλον,  άλλ'  άμα  και  εστία  πνευματικής  αναπτύξεως  εαυτών  και 
μορφώσεως  του  ιδίου  έθνους.  Ή  νήσος  τοΰ  Αγίου  Λαζάρου  άπε'βη 
δια  τους  λογίους  Αρμενίους  φυγάδας  δ  τι  η  εκκλησία  του  Αγίου 
Γεωργίου  μετά  της  παρ'αΰτή  ελληνικής  σχολής,  τοΰ  φλαγγινείου  εκ- 
παιδευτηρίου και  τοΰ  ελληνικού  τυπογραφείου  δια  τους  τουρκοκρα- 
τούμενους "Ελληνας.  Άλλ'  απέβη  καί  τι  πλέον,  οιονεί  ίερον  τι  φρον- 
τιστηριον  και  επιστημονική  έπί  ελευθέρας  γης  ακαδημία  της  δουλευ- 
ούσης  Αρμενίας.  Ιδού  οί  λόγοι,  οίτινες  μετ'  ιδιάζοντος  ενδιαφέρον- 
τος με  παρεκίνησαν  νά  επισκεφθώ  τους  Μεχιταριστάς  πατέρας. 

Δεν  ήργήσαμεν  άναμένοντες.  Πριν  η  προφθάσωμεν  νά  περιεργασθώ- 
μεν  έν  τω  έντευκτηρίω  τάς  κοσμούσας  τους  τοίχους  παλαιάς  και  νέας 
ζωγραφιάς,  μεταβάλλουσας  αυτό  εις  μικράν  πινακοθήκην,  και  πει- 
σθώμεν  έκ  τών  επί  τών  έν  τη  αΐθούση  όκριβάντων  άτελέστων  ακόμη 
πινάκων,  ότι  καί  περί  την  ζωγραφικην  ασχολούνται  ενιοι  τών  πατέ- 
ρων της  μονής,  ενεφανίσθη  προ  ημών  ό  απόστολος  τοΰ  ηγουμένου. 
*Ητο  νεαρός  πατήρ,  γενειών,  άκτινοβολών  φλόγας  άπό  τών  ζωηρών 
οφθαλμών,  λόγιος  εργάτης  τοΰ  πνεύματος,  ώς  απεδείχθη  μετ'  ού 
πολύ.  δυΐίίαδ  ΕρΗπ1ίΪ3η  ΜβΙίΗΐΐΗαπδΙα  έπεγράφετο  επί  τοΰ  δοθέν- 
τος μοι  επισκεπτηρίου.  ΤΗτο  ό  Εντεταλμένος  νά  περιαγάγη  ημάς  εις 
τάξιοθε'ατα  της   μονής. 

Πεντήκοντα  είνε  οί  έν  τη  νήσω  μονάζοντες,  ων  είκοσι  μεν  ιερείς, 
τριάκοντα  δε  μαθητευόμενοι,  φροντιστηριακώς  εκπαιδευόμενοι  καί 
παρασκευαζόμενοι  διά  της  παρεχομένης  εις  αυτούς  παιδείας  νά  συνε- 
χίσωσι  το  έργον  τών  προκατόχων.  Οί  πεντήκοντα  δέ  ούτοι  άνδρες  καί 
νεανίαι,  οιαιτώμενοι  κοινοβιακώς  καί  έπί  κοινής  συνεστιώμενοι  τρα- 
πέζης, άποτελοΰσι  μετά  τών  υπηρετών  της  μονής  καί  τών  στοιχειοθε- 
τών τοΰ  τυπογραφείου  τον  όλον  πληθυσμόν  της  νήσου  έξ  έβδομήκοντα 
περίπου  ψυχών.  Της  δέ  μοναχικής  ταύτης  πολιτείας  δίκην  νησιάρχου 
ηγείται  ό  σεβαστός  ηγούμενος  Ιγνάτιος  ΟίϋΓΡοΙίίίΐ,  τετιμημένος  ύπό 
τοΰ  πάπα  έπί  ψιλώ  ονόματι  ( II)  ρίΐΓΐίβυδ)  διά  της  αρχιεπισκοπής 
Τραϊανουπόλεως. 

Ή  εκκλησία  της  μονής,  τιμώμενη  έπ'  ονόματι  τοΰ  Άγιου  Λαζά- 


—  840  — 

ρου,  εξ  ης  και  το  όνομα  της  νήσου,  εινε  αρχαία,  ανερχομένη  εις  τον 
δέκατον  τέταρτον  αιώνα,  άλλα  κατά  τους  τελευταίους  χρόνους  άνε- 
καινίσθη  εξ  ολοκλήρου.  Ή  νέα  τέχνη  είςήλασεν  εις  τους  δόμους  αυ- 
τής και  ή  ύελοχρωστική  των  εργοστασίων  του  τυρο^ικοϋ  ΙηΠδβπίοΙί 
έκόσαησε  τα  παράθυρα  του  αγίου  βήματος  διά  των  εικόνων  του  αγίου 
Λαζάρου  και  των  άγιασθέντων  υπό.  της  αρμενικής  εκκλησίας  Αρμε- 
νίων πατέρων  Μεζρόπ  και  Ίσαακίου. 

Ή  άνακαίνισις  δε  αύτη  του  ναού  και  ή  διατήρησις  τής  μονής  κατ- 
ωρθώθησαν  διά  τής  όσημέραι  προϊούσης  οικονομικής  αυτής  ευημε- 
ρίας. Και  το  μέν  κατ'  αρχάς  ό  Μεχιτάρ  έγκατεστάθη  έπί  τής  νησϊδος 
ως  ενοικιαστής,  άλλα  κατά  μικρόν  επετεύχθη  ή  έξαγόρασις  αυτής.  Τά 
εκ  των  εργασιών  τών  μοναχών  εΐςοδήματα  καϊ  τά  εκ  του  τυπογρα- 
φείου κέρδη,  ιδίως  δε  μεγάλαι  δωρεαϊ  και  κληροδοτήματα  Αρμενίων 
φιλοπατρίδων  ηύξησαν  τους  πόρους  τών  Με/ιταοιστών.  Διακρίνεται 
δε  μεταξύ  τών  ευεργετών  τούτων  ό  Μοί'ΕκΙ  ΚαΓαβΙ,  όςτις  υπήρξε  καϊ 
ό  ιδρυτής  του  έν  αυτή  τη  Βενετία  μεγάλου  αρμένικου  λυκείου. 

Άλλα  καϊ  μή  Αρμένιοι  τάσσονται  εις  τους  δωρητάς  και  φίλους  τής 
αονής.  Μεταξύ  τούτων  ό  προστάτης  πάσης  ευγενούς  Ιδέας  λόρδος 
Βύρων,"  όςτις  καϊ  διέτριψεν  εν  τη  νήσω  του  Αγίου  Λαζάρου  βραχύν 
χρόνον  πρϊν  ή  καταβή  εις  τήν  Ελλάδα,  και  Ναπολέων  ό  Γ',  δςτις 
έπλούτισε  τήν  βιβλιοθήκην  τής  μονής  διά  μεγάλων  δωρεών.  Αμφο- 
τέρων τών  προστατών  τούτων  καϊ  φίλων  τής  μονής  αί  εικόνες  κο- 
σμοΰσι  τους  τοίχους  του  μικρού  αυτής  αρχαιολογικού  καϊ  εθνολογικού 
μουσείου. 

Καϊ  τούτο  μέν  εινε  μικρόν,  άλλ'  άπ'  εναντίας  μεγάλη  ή  βιβλιο- 
θήκη, ην  κοσμεί  ή  εκ  λίθου  προτομή  του  ιδρυτού  Μεχιτάρ.  Σύγκει- 
ται δε  αύτη  έκ  τριάκοντα  χιλιάδων  έντυπων  βιβλίων  καϊ  διςχιλίων 
χειρογράφων.  Και  τά  μέν  εντυπ'  άνήκουσιν  εις  πάσας  τάς  γλώσσας 
καϊ  εινε  κυρίως  εκκλησιαστικά,  Ιστορικά  καϊ  γεωγραφικά-  τά  δε  χει- 
ρογραφα  εινε  άπαντα  αρμένικα  και  εχουσι  συρρεύσει  όια  των  όυο  απο 
τής  Ιδρύσεως  τής  αονής  παρελθόντων  αιώνων  άπο  διαφόρων  μερών 
καϊ  τόπων  τής  πολυσαλεύτου  Αρμενίας  εις  τό  εΐρηνικόν  τούτο  άσυλον 
καϊ  μελετητήριον,  εν  φ  τυγχάνουσι  παρά  τε  τών  Μεχιταριστών  καϊ 
άλλων  Αρμενίων  λογίων  καϊ  Άρμενολόγων  τής  δεούσης  μελέτης  καϊ 
επεξεργασίας.  Και  βιβλιοθηκάριος  μέν  εινε  ό  πατήρ  Χατζή  ί,αζφαη, 


—  841    — 

του  δε  τμήματος  των   χειρογράφων   προΐσταται    ό  πατήρ    Βασίλειος 
δ3,ί*£181£ίη. 

Ή  δ'  έκ  της  βιβλιοθήκης  ταύτης  άποκομιζομένη  τροφή  διοχετεύε- 
ται εις  τον  άρμενικόν  και  τον  εΰρωπαϊκόν  κόσμον  δια  του  εν  τη  μονή 
λειτουργούντος  εξαίρετου  τυπογραφείου. "Εχει  δε  τούτο  τριπλούν  σκο- 
πόν,  τήν  έκτύπωσιν  εκκλησιαστικών  καΐ  λειτουργικών  βιβλίων  χάριν 
τών  εν  Αρμενία  εκκλησιών  και  τών  απανταχού  γης  αρμενικών  παρ- 
οικιών, τήν  εκδοσιν  ιστορικών  καϊ  επιστημονικών  συγγραφών,  αΐτινες 
έκπηγάζουσιν  έκ  της  μελέτης  τών  αρμενικών  χειρογράφων,  και  τήν  δη- 
μοσίευσιν  έργων  άποσκοπούντων  είς  τήν  γνώσιν  και  άγάπην  της  Αρ- 
μενίας, εις  τήν  καλλιέργειαν  της  αρμενικής  ιδέας  καϊ  τήν  ένοποίησιν 
τών  Αρμενίων.  Προς  έπιδίωξιν  δέ  του  τριπλού  τούτου  σκοπού  τό 
τυπογραφείον  είνε  άριστα  κατηρτισμένον.  Μόνον  δ'  ένεκα  της  άνεπαρ- 
κειας  των  επι  της  νησιοος  μέσων  τα  μηχανήματα,  άλλως  άριστα 
δντα,  δεν  είνε  τών  νεωτάτων.  Τά  πιεστήρια,  δύο  μεγάλα  καϊ  εν  μι- 
κρόν, ούτε  ηλεκτροκίνητα  ούτε  ατμοκίνητα  είνε.  άλλα  λειτουργοϋσι 
δια    πετρελαίου. 

Εχει  δέ  τό  τυπογραφείον  στοιχειοθέτας  Ιταλούς,  έθισθέντας  εις 
τήν  χρήσιν  τών  παλαιών  και  νέων  αρμενικών  στοιχείων.  "Αλλως  δέ 
το  τυπογραφείον  τούτο  έ'χει  στοιχεία  πασών  τών  γλωσσών.  Έν  τών 
έξ  αϋτοϋ  εκδοθέντων  προςευχηταρίων,  έπιγραφομενον  Ρΐ'θΟβ»  δϋΠΟΐί 
ΝαΓ8βΙΪ8  Οα]βη8Ϊ8,  εΐν'  έκτετυπωμένον  είς  τριάκοντα  και  εξ  γλώσ- 
σας. Πιοτεΰω  και  ομολογώ  και  προςκυνώ  Οε  πάτερ,  άρχεται 
ή  ελληνική  ευχή. 

Ό  τύπος  τών  έκ  τοΰ  τυπογραφείου  τούτου  απολυομένων  βιβλίων 
είνε  κομψότατος.  Άλλα  παρετήρησα,  ότι  τά  έν  αΰτώ  παρασκευαζό- 
μενα λειτουργικά  βιβλία,  άτινα,  ως  καϊ  τά  λοιπά  δημοσιεύματα  του 
τυπογραφείου,  έξαποστέλλονται  οΰ  μόνον  εις  τήν  Άρμενίαν,  άλλα 
και  είς  τήν  'Ρωσίαν,  τήν  Τουρκίαν,  τήν  Αϊγυπτον  και  αυτήν  τήν 
'Αμερικήν  και  απανταχού  γης  όπου  Αρμένιοι,  είνε  έκτετυπωμένα 
ολόκληρα  διά  μελανών  στοιχείων,  δεν  φέρουσι  δέ  καϊ  τά  μεγάλα  κόκ- 
κινα εκείνα  γράμματα  τά  χαρακτηρίζοντα  τά  ελληνικά  λειτουργικά 
καϊ  άλλα  εκκλησιαστικά  βιβλία  τά  εκδιδόμενα  έν  Βενετία  κατά  τους 
χρόνους  της  τουρκοκρατίας  καϊ   μέχρις  έπ'   έσχατων. 

"Αριστα  δ'  εξυπηρετείται  ή  εθνική  ιδέα  τών  Αρμενίων  διά  διαφο- 


—  842  — 

ρων  ειδικών  δημοσιεύσεων  του  τυπογραφείου  του  Αγίου  Λαζάρου. 
Τοιούτον  είνε  και  το  μηνιαϊον  περιοδικόν  ΠολίτίσΊωρ,  περιέχον  παν- 
τοίαν  ύλην  συντελοΰσαν  είς  την  γνώσιν  των  κατά  την  Άρμενίαν. 
Έξοχον  δ'  αληθώς  υπό  τε  την  εποψιν  της  ποικιλίας  της  ύλης  και 
της  τυπογραφικής  φιλοκαλίας  εϊνε  εκτακτον  παράρτημα  του  Πολυί- 
στορος,  κοσμούμενον  υπό  ξυλογραφιών,  τσιγκογραφιών  και  χρωματο- 
λιθογραφιών  παριστανουσών  άρμενικάς  τοποθεσίας,  Αρμενίους  αρχιε- 
πισκόπους, συγγραφείς  και  ιερείς,  σχολεία  και  διδασκάλους.  Οΰ  μό- 
νον το  τυπογραφικόν  μέρος,  άλλα  και  τό  λιθογραφικόν  τιμώσιν  αλη- 
θώς την  φιλοκαλίαν  τών  εκδοτών.  Συγκινεί  δε  τέλος  ή  εξαίρετος  αυ- 
τών φιλοπατρία.  Έκ  τοϋ  δημοσιεύματος  τούτου  άναθρώσκει  ζώσα 
και  ενιαία    ή  δουλεύουσα   Αρμενία,  ή  σποραδική   Αρμενία. 

Έκφυλλίζων  τάς  ωραίας  σελίδας  του  παναρμενικοΰ  τούτου  λευ- 
κώματος άνεμνήσθην  μετά  τοϋ  ευγενούς  και  λογίου  ημών  ξεναγού 
τοΰ  προώρω:  έν  τη  ξένη  θανόντος  μεγάλου  Αρμενίου  πατριώτου 
Τί^Γ&η  0βΓ^3ΐ  Τούτου  ηκουσαν  μεν  έν  τώ  Παρνασσω  πρό  τίνων 
ετών  οί  φιλακροάμονε;  τών  Αθηναίων,  έκθέτοντος  έν  άπταίστω  γαλ- 
λική τό  παρελθόν  και  τους  πόθους  τών  Αρμενίων,  μετ'  αϋτοϋ  δε 
συνωνειροπόλησαν  ώραΐα  εθνικά  όνειρα  οί  Αθηναίοι  πατριώται'  τάς 
δε  γλαφυράς  αΰτοϋ  περί  της  νέας  ημών  λογοτεχνίας  σελίδας  θάνα- 
γνώσωσι  μετ'  ενδιαφέροντος  μετ'  οΰ  πολύ  οί  παρ'  ημϊν  φίλοι  τών 
γραμμάτων,  εύλαβώς  περισυλλεγομένας  ύπό  φιλόστοργου  άδελφοΰ. 
Τόν  αυτόν  δε  και  τό  λεύκωμα  εκείνο  πατριωτικόν  σκοπόν  επιδιώκει 
ύπό  άλλον  τύπον  τό  ύπό  τοϋ  πατρός  ΕρΙΐΗΙίΐίΐη  συνταχθέν  άρμενικόν 
γεωγραφικόν  λεξικόν  μετ'  εικόνων,  ού  γοργώς  προβαίνει  η  έκτύπωσις  έν 
τω  τυπογραφείω  τοϋ  Αγίου  Λαζάρου.  Τό  λεξικόν  τοΰτο,  έν  ω  πλεϊ- 
σται  περιλαμβάνονται  άξιαι  λόγου  γνώσεις  και  τοπογραφικαί  ειδήσεις, 
δεν  περιλαμβάνει  μόνον  τάς  πόλεις  και  τά  χωρία  της  Αρμενίας,  άλλα 
και  πάσας  έκείνας,  έν  αίς  διατρίβουσιν  Αρμένιοι  πολλοί  η  και  ολίγοι. 
Διά  τοϋτο  δεν  λείπουσιν  έξ  αύτοϋ  και  άρθρα  περί  ελληνικών  τινων 
πόλεων,  έν  αίς  και  περί  τών     Αθηνών. 

Υπερβαίνει  δε  τάς  χιλίας  μέχρι  τοΰδε  ό  αριθμός  τών  άραενικών 
δημοσιεύσεων  τών  έκδοθεισών  έκ  τοΰ  τυπογραφείου  τούτου,  άς  περι- 
λαμβάνει ό  έντυπος  αυτών  κατάλογος.  Δεν  υπάρχει  γνώσις  τοΰ  επι- 
στητού   μη  άντιπροςωπευομένη  έν    τούτω  τω  καταλόγω.    Βιβλία  έκ- 


—  843  — 

κλησιαστικά  και  λειτουργικά,  διηγήματα  και  μυθιστορίαι  στηρίζουσαι 
την  πίστιν  ή  έκπαιδευτικαί,  μΰθοι  και  παροιμίαι,  έργα  της  άρ/αίας 
αρμένικης  φιλολογίας,  νεώτεραι  λυρικαΐ  ποιήσεις  και  δράματα,  νεώ- 
τεραι  μεταφράσεις  ςενων  εκκριτων  έργων,  αρχαίων  και  ςενων,  συγ- 
γραφαϊ  ίστορικαΐ  και  βιογραφικαΐ,  γεωγραφικαΐ  και  έθνογραφικαϊ, 
περιηγήσεις,  χάρται,  έργα  εμπορικά,  ιατρικά,  μουσικά,  ναυτικά,  μυ- 
θολογικά, κριτικά,  σχολικά,  λεξικά,  λιθογραφίαι,  φωτογραφίαι,  ιδού 
άναμίξ  ό  πολυποίκιλος  πίνας  της  πολυμερούς  παράγωγης  των  Μεχι- 
ταριστών  και  άλλων  Αρμενίων  λογίων  της  έκ  του  τυπογραφείου  και 
λιθογραφείου  του  Άγιου  Λαζάρου  διασπειρομε'νης  απανταχού  όπου 
Αρμένιοι  και  φίλοι  των  αρμενικών  γραμμάτων. 

Δεν  θεωρώ  δε  περιττόν  νά  προςθέσω,  ότι  μεταξύ  των  ποικίλων 
τούτων  δημοσιευμάτων  εΰρηνται  εν  αρμενική  μεταφράσει  και  τά  έργα 
του  Αριστοτέλους,  του  ρήτορος  Αριστείδου,  του  Πλάτωνος,  του  Δη- 
μοσθένους, του  Αίσχίνου,  του  Όμηρου,  τοΰ  Εΰριπίδου.  τοϋ  Σοφοκλέ- 
ους, του  Θεοφράστου,  του  Αισώπου,  τοϋ  Επικτήτου,  Βασιλείου  τοΰ 
μεγάλου,  τοΰ  Χρυσοστόμου,  Εύσεβίου  τοϋ  Καισαρείας  και  άλλων  Ελ- 
λήνων πατέρων. 

Ή  άναθεώρησις  της  ποικίλης  δράσεως  τοΰ  τυπογραφείου  τούτου 
και  της  έν  τή  μονή  τών  Μεχιταριστών  τελούμενης  πνευματικής  εργα- 
σίας άνέμνησέ  με,  το  επαναλαμβάνω,  τά  παλαιά  ελληνικά  τυπογρα- 
φεία της  Βενετίας  έν  τοις  χρόνοις  της  δουλείας,  άλλ'  άνέμνησέ  με 
και  το  "Αγιον  "Όρος. 

Δεν  θά  ήτο  δυνατόν  νάποκτήσωσι  και  αϊ  έλληνικαί  μοναί  της  αθω- 
νικής χερσονήσου  τυπογραφεϊον  έλληνικόν  έκπέμπον  μεν  εις  τάς  εσχα- 
τιάς πάσας  όπου  θρησκεύεται  ή  ελληνική  ορθοδοξία  εκκλησιαστικά 
και  λειτουργικά  βιβλία  κεκυρωμένης  κριτικής  ακριβείας  και  μετά  τυ- 
πογραφικής φιλοκαλίας  έκτυπούμενα,  παρέχον  δέ  δείγματα  εξαίρετα 
τής  πνευματικής  ασχολίας  τών  Ελλήνων  μοναστών  έν  μέσψ  τοΰ 
πλουσίου   κόσμου    τών   ύπερδεκακιςχιλίων    χειρογράφων     τοΰ    "Αθω  ; 

Μή  δεν  ύπάρχουσιν  έν  τω  σημερινώ  'Αγίω  "Ορει  λόγιοι  αντάξιο^ 
Νικόδημου  τοΰ  'Αγιορείτου    και  Βαρθολομαίου  τοϋ  Κουτλμουσιανοΰ  ; 

Δεν  ίίνε  άρα  δυνατόν  νά  έκλίπωσιν  αί  μικραί  δυςχέρειαι  αϊ  προς- 
κρουουσαι  εις  την  πραγματωσιν  του  ωραίου  τούτου  σχεοιου,  όπερ 
ΰπεκίνησα  καϊ  συνεζήτησα  μετά  φιλοπατρίδων  και  φιλοπροόδων  'Αγι- 


—  844  — 

ορειτών  κατά  την  πρώτον  μου  εν  ετει  1  880  μακράν  εν  Άγίω  'Ορει 
διατριβήν  ; 

Κα!  το  μεν  τυπογραφεΐον  των  Μεχιταριστών  έβραβεύθη  άπό  τού* 
1851  δια  πλείστων  όσων  μεταλλείων  και  διπλωμάτων  τιμής  των  δια- 
φόρων εκθέσεων,  εις  ας  υπεβλήθησαν  τα  προϊόντα  αύτοϋ.  Το  δε  άγι- 
ορειτικόν  εκείνο  τυπογραφεΐον  θά  έστεφανοΰτο  έκθύμως  υπό  των  ευλο- 
γιών πάσης  πατριωτικής  καρδίας. 

Πριν  η  αποχαιρετίσω  τον  ευγενή  μου  ξεναγόν,  έδειξα  εις  αυτόν 
άντίγραφον  της  έν  Πλατάνω  του  Αλμυρού  πρό  τίνων  ετών  ευρεθεί- 
σης έπΐ  λίθου  επιγραφής  ήτις  έδημοσιεύθη  πανομοιοτύπως  έν  τφ  τρίτω 
τεύχει  του  Δελτίου  τής  φιλαρχαίου  εταιρείας  "Οθρυος  και  υπό  δια- 
φόρων ήρμηνεύθη  ώς  αρμενική  αρχαία  ή  νεωτέρα,  άλλα  δεν  άνεγνώσθη. 

Ό  δε  κ.Ερ1ΐΓί1ίΪ3η  ευκόλως  άνεγνώρισεν  αυτήν  ώς  άρμενικήν  και 
άνέγνω  μάλιστα  εν  αυτή  έκ  του  προχείρου  τό  κύριον  δνομα  ΗεΪΓΘ- 
ββιΐίη  και  τήν  λέξιν  ν08ΐί  σημαίνουσαν  υίόν,  άλλ'  έπεφυλάχθη  να 
όρίση  τον  χρόνον  καθ'  δν  έγράφη  και  ανάλυση  τό  όλον  αυτής  περιε- 
χόμενον  εΰθΰς  ώς  λάβη  παρ'  έμοΰ  τό  τεύχος  έν  ω  εξεδόθη  τό  πανομοι- 
ότυπον  αυτής. 

Έδύετο  ήδη  ό  ήλιος,  δτ'  έξεχώρησα  έκ  του  τόπου  εκείνου  τής  πί- 
στεως, τής  επιστήμης  και  τής  ειρήνης,  έκ  τής  ιεράς  εκείνης  κοιτίδος, 
έν  ή  μετά  των  άπό  του  ευκτήριου  του  Άγιου  Λαζάρου  εκπεμπόμενων 
προς  τον  "Τψιστον  ευχών  οί  ρασοφόροι  λόγιοι  και  πατριώται  διάδονοι 
του  Μεχιτάρ  συντελεσιουργοϋσιν  άπό  δύο  ήδη  εκατονταετηρίδων  μετά 
χριστιανικής  έγκαρτερήσεως  τήν  μέλλουσαν  άναγέννησιν  ελευθέρας 
Αρμενίας. 

Έκ  Ζυ§  τής    Ελβετίας,   9  Αύγουστου  1903 


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ 


ΠΡΟΛΟΓΟΣ Σελ.    α' 

Α'.  ΛΟΓΟΙ 

Έπί  τη  25  Μαρτίου  1904 β  3 

'Επί  τη  25  Μαρτίου  1905 ».        10 

Προς  τους  φοιτητάς  επί  τη  στέψει  των  πρύ  του  Πανεπιστημίου  ανδριάντων 

( 25  Μαρτίου  1905 ) »        17- 

Πρός  τους  φοιτητάς  επί  τη  στέψει  της  στήλης  των  κατά  τον  πόλεμον  του 

1897  πεσόντων  φοιτητών  (25  Μαρτίου  1905) »        20 

Προςφώνησις  προς  τους  συνέδρους  επί  τη  ένάρξει  του  Α'  Διεθνούς  αρχαιο- 
λογικού συνεδρίου  έν  τη  μεγάλη  αϊθοΰση  του  "Εθνικού  Πανεπιστημίου 
(26  Μαρτίου  1905» »        22 

Νέοι  ορίζοντες  έν  τη  ιστορική  έρεΰνη »        25 

Επί  τη  άμφιετηρίδι  της  Ενώσεως  της  Επτανήσου »        55 

Υπέρ  της  Μακεδονίας »        66 

Επικήδειος  αποχαιρετισμός  εις  Νικόλαον  Μαυροκορδάτον »        85 

Επικήδειος  αποχαιρετισμός  εις  τόν  νεκρόν  του  Παναγιώτου  Ταμπακοπούλου 

(7  Μαρτίου  1904) »       89 

Λόγος  επιμνημόσυνος  εις  Παΰλον  Μελάν »        91 

Εναγώνιος  έν  Σμύρνη »        95 

Έπί  τη  φιλολογική  πεντηκονταετηρίοι  Αγγέλου  Βλάχου »        98 

Β'.  ΕΠΙΣΤΟΛΑΙ 

Έπιστολαί  περί  του  έν  'Ρώμη  Συνεδρίου  των  Άνατολιστών  έν  ϊτει  1899  .  »  111 
Επιστολή  Α'  «3. 111.  —  Επιστολή  Β'  σ.  117. —  Επιστολή  Γ'  ΰ. 
123.—  Επιστολή  Δ'  σ.  129.—  Επιστολή  Ε'  ό.  134.  — Επι- 
στολή <7'  ό.  140. —  Επιστολή  Ζ'  σ.  145. —  Επιστολή  Η'  Ο. 
152.  —  Επιστολή  Θ'  σ.  157.  —  Επιστολή  Γ  σ.  162.  — Επι- 
στολή ΙΑ'  σ.  169.— Επιστολή  ΙΒ'  σ.  175. 

Τρεϊς  έπιστολαί  περί  του  έν  'Ρώμη  Διεθνούς  ιστορικού  συνεδρίου  τελευτών- 

τος  του  Μαρτίου  1903 »      182 

Επιστολή  Α'  σ.  182.—  Επιστολή  Β '  σ.  188.  —  Επιστολή  Γ '  σ. 
194. 

Γ'.  ΜΕΛΕΤΑΙ 

Ό  άνθρωπος  εκτός  της  Ιστορίας »     205 

Ή  Δωδώνη  και  ή  Δωδωναία  συλλογή »      212 

Α'  σ.  212.-  Β'  σ.  219. 
Ή  Δεσποινίς  Όμηρου β     225 


—  846  — 

Τό  Ήραΐον  της  Σάμου  δια  των  αιώνων Σελ.  230 

Α'  ο.  230.  — Β'  ό.  234.  — Γ'  ό.  240. 

Ό  αιών  τοΰ  Περικλέους »  243 

Αττικά  επιτύμβια  ανάγλυφα »  258 

Α'  ό.  258.  — Β'  σ.  261.  — Γ'  ό.  265.  -  Δ'  ο.  274. 

Περί  τοΰ  εν  Χαιρώνεια  λέοντος »  269 

Φιλοποίμην  ό  Μεγαλοπολίτης »  300 

Ή  Αλεξανδρινή  αρχαιολογία  εν  Αλεξάνδρεια »  303 

Α'  ο\  303.  -  Β'ό.  308.  -  Γ'  "α.  312. 

Ή  όρυ/ή  τοΰ  Κορινθιακού  ίσθμοΰ  εν  τω  παρελθόντι »  319 

Τό  επίγραμμα  παρ'  Έλλησ;  χαί  ή  ποίησις  των  βυζαντιακών  σφραγίδων.  . .  »  3".!  9 
Α'  ο.  329. -Β'  ο.  333.  — Γ'  α.  338. 

Ιστορία  ληστρικής  συμμμορίας »  344 

Περί  τοΰ  έν  Κορίνθιο  αμφιθεάτρου  επί  Βενετών »  348 

Ή  Ύπέρεια  έν  Φεραϊς »  355 

Βυζαντιακά  παραλειπόμενα »  362 

Τό  πρώτον  δημώδες  άσμα  της  νέας  ελληνικής  γλώσσης »  385 

Βυζαντιακόν  δημώδες  άσμα »  395 

Έπανόρθωσις  ιστορικού  λάθους.  Ειρήνη  ή  Αθηναία -Ειρήνη  ή  αγία »  398 

Νίκων  ό  Μετανοείτε »  401 

Περί  της  βιβλιοθήκης  τοΰ  μητροπολίτου  Αθηνών  Μιχαήλ  Ακομινάτου  ...  »  407 

Ή  -ρώτη  μνεία  τοΰ  "Αστρους,  τοΰ  Λεωνιδείου  και  της  Άρείας »  416 

Τά  δπλα  τοΰ  Δοξαπατρή »  420 

Ο'.  Άοκολέοντες  της  Κρήτης  .    »  427 

Ό  Μάζαρις  και  τά  έργα  αΰτοΰ »  434 

Ή  Ταβία,  παραγνωρισθεΐσα  μεσαιωνική  πο'λις »  448 

Ανύπαρκτα  ονόματα »  457 

Ελληνικά  χειρόγραφα  .1 »  469 

Α'  Ό  αγιορείτικος  κώδιξ  τοϋ  Έρμα  ό.  469. — Β'  Εύαγγέλιον 
της  μονής  Καρακάλλου  ο\  477.  —  Γ'  Τετραευάγγελον  πα- 
λίμι|;ηθτον  Ο  483. —  Δ'  Ίβηριτικόν  χειρόγραφον  της  μυθι- 
Οτορίας  Βαρλαάμ  και  ΊωάΟαφ  ό.  487. 

Περί  τών  ελληνικών  ΐατροσοφίων »  493 

Εικόνες  άνευ  εικόνων »  499 

Ό  Ίησοΰς  τοΰ  Πανσελήνου »  506 

Είκών  Ιερεμίου  Α'   πατριάρχου  Κωνσταντινουπόλεως »  516 

Πρόχειρα  τίνα  περί  τών  πηγών  της   αθηναϊκής  ιστορίας  κατά  τους  μέσους 

αιώνας  και  επί  τουρκοκρατίας »  518 

Α'  ό.  518.- Β'  Ο.  525. 

Αί  βυζαντιακαί  έκκλησίαι  τ'ον  Αθηνών »  531 

Σεισμοί  έν  "Αθήναις  πρό  τοϋ  1821 »  538 

Αι   Αθήναι  πρό  της  συστάσεως  τοΰ  βασιλείου.  Απογραφικά  σημειώματα..  »  545 

Ανέκδοτος  διήγησις  περί  της  έν  έτει  1659  παρά  τήν  Θήραν  εκρήξεως »  553 

Περί  ολίγων  κατεστραμμένων  σελίδων  τής  πατρίου  ιστορίας »  557 

Νέος  "Ελλην  Αίσωπος »  561 


—  847  — 

Ό  Μαζέππας  παρά  τοις  νέοις  Έλλησι Σελ.  567 

Τα  αναγνώσματα  των  πάπιων  μας.   Ό  Μπερτόλδος >      572 

Κανανός  Λάσ/.αρις  και  Βασίλειος  Βατατζής,  δύο  "Ελληνες  περιηγητα'ι    του 

δεκάτου  πέμπτου  και  τοϋ  δεκάτου  όγδοου  αιώνος »      579 

Α'  ο.  580.  — Β '  ΰ.  590. 

Της  Κεράς  τό  μάρμαρο »      600 

Έμπορικαί  πανηγύρεις  και  άγοραί  εν  Πελοποννήσω  κατά  τόν  δέκατον  εβδο- 

μον  αιώνα ο      616 

Σημειώματα  περί  'Ρήγα  και  Περραιβοϋ »      623 

α'.  Ή  εϊκών  Αλεξάνδρου  τοϋ  μεγάλου  Ο.  625.  -  β'.  Χάρτα 
της  Μολδαβίας  Ο.  628. — γ'.  Νέαχ  εΙκόνες  τοΰ  ' Ρήγα  ό.  631. — 
δ'.  Ό  Θούριος  τοϋ  'Ρήγα  ο*.  641. —  ε'.  Ή  Οφραγίς  τοϋ  Χα- 
τζηβαύίλη  ο*.  646.  —  ς-'.  "ΑγνωΟτα  ποιήματα  τοϋ  Περραιβοϋ 
ό.  648. —  ί' .  Περίεργον  εγγραφον  περϊ  Περραιβοϋ  ο*.  652. 
Τά  πρώτα  ελληνικά  νομίσματα  και  τραπεζικά  γραμμάτια  της  νέας  Ελ- 
λάδος    μ     654 

Έκ  του  γραμματοφυλα/,ίου  τοΰ  βασιλέως  "Οθωνος »      665 

Έκ  της  βιβλιοθήκης  τοΰ  "Οθωνο;  και  της  Αμαλίας »      681 

Ή    Έλ)άς  Ιπϊ  της  βασιλείας  τοΰ  Γεωργίου »      692 

Τό   Έθνικόν   Πανεπιστήμιον »      701  **- 

Τά  αθλητικά  και  γυμναστικά  αγωνίσματα  έν  τω  Σταδίω »      714 

Ή  νεοελληνική  ποι'ησις  εν  τη  Έσ-ερία  και  Ιδίως  έν  Ουγγαρία »      736 

Ο  Γεώργιος  Γρότε  βιογραφούμενος  υπό  της  συζύγου  αύτοϋ »      7  ΊΟ 

Αιμίλιος  Ε§§6Γ β      764 

Γουλιέλμος  Βάγνΐρ »      77  0 

Σκιαγραφία  τοϋ  Ιωάννου  Μποβίου »      777 

'Ολιγαι  σελίδες  τοΰ  Ιωάννου  Μποβίου »      784 

Άστεΐαι  παρανοήσεις »      792 

Έθνικαί  ύβρεις „      801 

Αί  Απόκρεω  ίν  Βενετία ,.      830 

Επίσκεψις  είς  τήν  έν  Βενετία  νήσον  των  Αρμενίων »      837 


ΚΙΚΟΝΕΣ  ΕΝ  ΤΩ  Κ  ΚΙ  ΜΕΝΩ 


Στήλη  Άριστίωνος Σελ.  262 

Στήλη  οισκοφόρου „  267 

Στήλη  εφίππου  νεανι'ου „  271 

Στήλη  Άριστύλλης „  ;>7;{ 

Στήλη  της  Ήγησους »  277 

Στήλη  της  όδοϋ  Αθηνάς »  280 

Τεμά/ ιον  στήλης  έξ  Ά/αρνών ,,  281 

Στήλη  τοϋ  Άχαρνέως  ίατροϋ  Ιάσονος υ  284 

Λιθίνη  λήκυθος „  285 


—  848  — 

Στήλη  του  Δεξίλεω Σελ.  288 

Τό  ελληνορωμαϊκόν  μουσεΐον  Αλεξανδρείας »  313 

Ό  ισθμός  τελούμενης  της  διορύξεακ »  323 

Ό  λέων  της  Χαιρώνειας »  357 

Ίβηριτικόν  χειρόγραφον  της  μυθιστορίας  Βαρλαάμ  και  Ίωάσαφ »  489 

Ή  εν  Αθήναις  εκκλησία  Παναγίας  της  Γοργοεπηκόου »  534 

Ή  έν  Αθήναις  εκκλησία  τών  Αγίων  Θεοδώρων »  537 

Καραβανσαράϊ  έν  Κορίνθω  επί  τουρκοκρατίας »  619 

Ή  έν  Μακρυνίτση  ευρεθείσα  εΐκών  του  'Ρήγα »  637 

Ή  σφραγίς  τοΰ  Χατζηβασίλη »  647 

ΠΙΝΑΚΕΣ  ΟΛΟΣΕΛΙΔΟΙ 

Πίναξ  Α'.  Τό  άμφιθέατρον  της  Κορίνθου Σελ.  354 

Πίναξ  Β '.  Ή  Ύπέρεια  έν  Φεραΐς »  358 

Πίναξ  Γ'.  Αγιορείτικος  κωδιξ  τοΰ  Έρμα »  476 

Πίνας  Δ'.  Εΰαγγέλιον  της  μονής  Καρακάλλου »  480 

Πίναξ  Ε'.  Τετραευάγγελον  παλίμψηστον »  486 

Πίναξ  Τ\  Ό   Ίησοΰς  του  Πανσελήνου »  512 

Πίναξ  Ζ '.  Ό  Πατριάρχης  Ιερεμίας »  516 

Πίναξ  Η'.  Χαρτονόμισμα  Καποδιστρίου  πέντε  φοινίκων »  656 

Πίναξ  Θ '.  Νομίσματα  τοΰ  Καποδιστρίου »  664 


ΠΑΡΟΡΛΜΑΤΑ  ΚΑΙ  ΠΡΟΣΘΗΚΑΙ 


Έν  σ.  158  στ.  29  αντί  "Ιτς  γράφε  ΌίβΖ 
»     ι>  384    »      1     »     προτχθέμην  γράφε  προετιθέμτιν 
»      »  395  σημ.*  στ.  1   αντί  1893  γρ.  1894 
»      »416  πρόςθες  εν  σημειώσει  τάδε•    Έδημοόχεύθη  τό   πρώτον   έν  τιϊ  Β]/- 

ζαηΗηΪΒβΗβ  ΖβίίΒβΚΗίΙ  Τόμ.  Β'  (1903)  σ.  73  κ.  Ι. 
ι»     »  449  στ.    1  αντί  Τανία  γρ.  Τανία  [ΤαΗα) 

»      »  562-3  εν  τοις  γραφομε'νοις   περί    τών   έργων    τοΰ    Γεωργίου   Αίτωλοΰ   πρόςθες 

τάδε•  Έν  τω  ΰπ'  αρ.  10  κώδχκχ  τοΰ  ελληνικού  γυμναΟίου 
'Αδρχανουπόλεως,  γεγραμμένω  τω  1609,  περχλαμβάνεταχ 
καχ  «Γεωργίου  ΑχτωΛ,οϋ,  Οτίχος  χερωελεγεχος  εχς  τόν  πανΤ' 
( =  παναγχώτατον )  καχ  άρχχερέα  ΘεόΟαλονίκης  'Αργυρό- 
πουλον  κύρχον  Ίωαόαφ»  (Β.  Κ.  Σζεφανίδον  Οχ  κώδχκες 
της  Άδρχανουπόλεως  έν  Β^ζαηΗηί3β}ιβ  ΖβίίβοΙιτίίϊ  Τόμ. 
ΙΔ'  (1905)  Ο.  591 ). 
»     ο  661       μετά  τόν  στίχον  1  πρόςθες  εχκοόάλεπτα  έκόπηΟαν  τω  1831. 


«    .     ΗΙΓΊΙ*  *•• 


760  ι    ιι       ■       ■■ 

13 


ΡΙΕΑ5Ε  ΟΟ  ΝΟΤ  ΚΕΜΟνΕ 
0ΑΡ05  ΟΚ  δϋΡ$  ΡΚΟΜ  ΤΗΙ5  ΡΟ0ΚΕΤ 

υΝΙΥΕΚ$ΙΤΥ  ΟΡ  ΤΟΡΟΝΤΟ  ίΙΒΚΑΚΥ 


Ώ¥  Ι,ειιηρΓοΒ,   βρ^Γίάοη  Ρ&πίοιι 

760  Μίΐίΐ&ί  5θ1ίάβ5 

13